Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος έκτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)  μέσα ἀπὸ ἔγγραφα (συνέχεια απο το προηγούμενο)

Γ΄. Σιγγίλιο τοῦ Πατριάρχη Σωφρονίου

α. Εἰσαγωγικὰ.

Πολὺ γρήγορα, ὡστόσο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ ὅσα θὰ ἀναφερθοῦν στὴ συνέχεια, ἡ κατάσταση καὶ τὸ καθεστὼς ποὺ εἶχε ρυθμισθεῖ καὶ καθορισθεῖ μὲ τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο τοῦ Γαβριὴλ τοῦ 1704, ἀτόνησαν, ἀγνοήθηκαν καὶ καταλύθηκαν ἀπὸ μερικοὺς τουλάχιστον, ἄν καὶ ἐφ’ ὅσον βεβαίως εἶχαν ἰσχύσει καὶ εἶχαν ἐφαρμοσθεῖ ἔστω καὶ μόνο γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα. Γιατί, ὅπως διαφαίνεται, μπορεῖ ἴσως γιὰ ἕνα σύντομο χρονικὸ διάστημα,  ἀμέσως ὕστερα ἀπὸ τὴν πατριαρχικὴ αὐτὴ ρύθμιση, οἱ ἀποσκιρτικὲς τάσεις νὰ ἀδρανοποιήθηκαν καὶ προσωρινὰ νὰ σταμάτησαν ἤ νὰ χαλάρωσαν ἀλλὰ ἡ σταθερὴ ἐπιδίωξη, ἡ ἰσχυρὴ  θέληση καὶ ἡ ἀμετάκλητη ἀπόφαση αὐτῶν τῶν «κάποιων», ὅσων πρωτοστατοῦσαν, γιὰ τὴν τελικὴ ἐπίτευξη τῶν ἐπιδιώξεών τους, δὲν ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν καὶ νὰ παραμένουν «ἐν δυνάμει».

Ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια, ἄρχισαν καὶ πάλι, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ ὅσα ἀκολούθησαν, νέες προσπάθειες κάποιων γιὰ τὸν «ὑποβιβασμὸ»,  ἀρχικῶς, τῆς κανονικῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τὸν «προβιβασμό» τοῦ Μετοχιοῦ. Πιθανὸν εἶναι ἀκόμη νὰ πρόκειται γιὰ μία ἀκόμη ἀπελπισμένη προσπάθεια τῶν «νοσταλγῶν» τῶν παλαιῶν «βασιλικῶν, πατριαρχικῶν καὶ σταυροπηγιακῶν προνομίων» τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Κισσιωτίσσης» ἤ «Παναγίας Ξενιᾶς» νὰ ἐπαναφέρουν τὸ «ἀρχαῖον καθεστώς του».

Ἀποτέλεσμα  ἦταν οἱ μοναχοὶ πού, σύμφωνα μὲ ὅσα καὶ ὅπως κανόνιζε καὶ διέτασσε ἡ πατριαρχικὴ ὁδηγία τοῦ Γαβριήλ, ἐγκαταβίωναν στὴν κανονικὴ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ τὴν συμπαράσταση καὶ ὑποστήριξη  ὅσων χριστιανῶν τοὺς ὑποστήριζαν κατέφυγαν, τὸ ἔτος 1777,  καὶ πάλι στὸ Πατριαρχεῖο, ζητῶντας τὴν δικαίωσή τους, ζητῶντας τὴν ἐπικύρωση, γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀκόμα, τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχη ἐπὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τους καὶ τῶν σταυροπηγιακῶν προνομίων τοῦ Μοναστηριοῦ τους. Ζητοῦσαν γιὰ ἄλλη μία φορὰ  τὴν ἀποκατάσταση τῶν δικαίων τους, ποὺ καὶ πάλι καταπατοῦνταν καὶ παραβιάζονταν.

Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, τούτη τὴ φορά, στὰ 1777, ἦταν ὁ Σωφρόνιος. Ὁ πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ἐπικύρωσε καὶ αὐτὸς γιὰ ἄλλη μία φορὰ, μὲ νέο δικό του σιγγίλιο, τὰ ὅσα εἶχε ἀποφασίσει καὶ ρυθμίσει ὁ Γαβριὴλ,. Ἐρευνήθηκαν τὰ ἀρχεῖα τοῦ Πατριαρχείου, βρέθηκε καὶ τὸ παλαιότερο πατριαρχικὸ σιγγίλιο τοῦ Γαβριὴλ, ἐπιβεβαιώθηκε ἡ ἐγκυρότητά του καὶ διατάχθηκαν καὶ πάλι τὰ ἴδια. Ἐπικυρώθηκε καὶ πάλι μὲ σαφήνεια καὶ κατηγορηματικότητα τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιον τοῦ 1704.

Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Σωφρόνιος στὸ σιγγίλιό του: «Ταύτην οὖν τὴν αἴτησιν, (ἐννοεῖται τῶν μοναχῶν τοῦ σταυροπηγιακοῦ μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας  Ξενιᾶς ποὺ ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐγκαταβιώνουν σ’ αὐτὸ)  ὡς εὔλογον οὖσαν ἀποδεξάμενοι, …. ἀποφαινόμεθα …. ἵνα τὸ  ῥηθὲν ἱερὸν καὶ σεβάσμιον μοναστήριον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς Ξενιᾶς ἐπιλεγόμενον, … ὑπάρχῃ καὶ λέγηται καὶ παρὰ πάντων γινώσκηται κατὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς αὐτοῦ τάξιν καὶ κατάστασιν πατριαρχικόν, σταυροπηγιακὸν καὶ κατὰ πάντα τρόπον ἀδούλωτον, ἀνεπηρέαστον καὶ ἀνενόχλητον παρ’ οὗτινοσοῦν προσώπου ἱερωμένου καὶ λαϊκοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ κατὰ τόπον ἀρχιερέως, μνημονευομένου ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ μετοχίῳ αὑτοῦ τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος, μηδενὶ ὑποκείμενον, μήτε τινὶ ὀφεῖλον διδόναι τι, εἰμὴ μόνῳ τῷ καθ’ ἡμᾶς πατριαρχικῷ ἀποστολικῷ καὶ οἰκουμενικῷ θρόνῳ ἀνὰ δύο ὀκάδας κηροῦ εἰς σημεῖον ὑποταγῆς».

Τούτη τὴ φορὰ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Σωφρόνιος, ἀναφέρεται μὲ  περισσότερη σαφήνεια καὶ αὐστηρότερη κατηγορηματικότητα, κατονομάζοντας ἐκεῖνον στὸν ὁποῖον προσπαθοῦσαν νὰ ὑπαγάγουν ἤ εἶχαν ὑπαγάγει τὸ μοναστήρι ὅσοι πρωτοστατοῦσαν στὴν ἀνεξαρτοποίησή του. Κατονομάζει τὸν πρωτοστάτη αὐτῆς τῆς κίνησης λέγοντας ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς  πρέπει νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένει πάντοτε: «ἀδούλωτον, ἀνεπηρέαστον καὶ ἀνενόχλητον παρ’ οὗτινοσοῦν προσώπου ἱερωμένου καὶ λαϊκοῦ», ἐπισημαίνοντας ἰδιαίτερα τὸν τοπικὸ ἱεράρχη «καὶ αὐτοῦ τοῦ κατὰ τόπον ἀρχιερέως».

Ὁ πατριάρχης  ἐπαναλαμβάνει ἀκόμα κατηγορηματικὰ ὅτι καὶ στὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» ἀλλὰ καὶ στὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου» θὰ μνημονεύεται τὸ πατριαρχικὸ ὄνομα καὶ μόνο, γεγονὸς ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι πρέπει στὸ «Μετόχι» νὰ εἶχε ἀρχίσει νὰ μνημονεύεται ἀντὶ τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος τὸ ὄνομα τοῦ τοπικοῦ ἱεράρχη. Αὐτὴ ἡ τακτικὰ ἐπαναλαμβανόμενη φράση στὰ πατριαρχικὰ σιγγίλια  ὅτι στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ στὸ Μετόχι του θὰ μνημονεύεται τὸ πατριαρχικὸν καὶ μόνο ὄνομα  δικαιολογεῖ τὴν ὑποψία ὅτι στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶχαν πάψει νὰ μνημονεύουν τὸ πατριαρχικὸ ὄνομα, ἄν δὲν εἶχαν ἀρχίσει νὰ μνημονεύουν τὸ ὄνομα τοῦ τοπικοῦ ἱεράρχη τοῦ Ζητουνίου, ἀναγνωρίζοντας ἔτσι τὴν ὑπαγωγὴ τους σ’ αὐτόν.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπαναδιατασσόταν μὲ τὸ νέο πατριαρχικὸ σιγγίλιο σαφῶς γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ ἡ ὑποταγὴ τοῦ μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ κανονικὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς: «τὸ δὲ παρὰ τὸν αἰγιαλὸν μετόχιον, τὸ τιμώμενον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου κατὰ τὴν αὐτὴν ἁγιωτάτην ἐπισκοπὴν Ζητουνίου, ὑπάρχῃ ὑποκείμενον, ὡς καὶ πρότερον, τῷ μοναστηρίῳ τούτῳ, διοικούμενον καὶ κυβερνώμενον ὑπὸ τῶν παρὰ τοῦ ἡγουμένου τοῦ μοναστηρίου κοινῇ γνώμῃ ἐκπεμπομένων πατέρων».

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θεωροῦμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε μία ἀποσαφηνιστικὴ πληροφορία. Στὸ παραπάνω ἔγγραφο, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ποὺ παρουσιάσαμε καὶ ἄλλα ποὺ θὰ παρουσιασθοῦν στὴ συνέχεια, τὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου παρουσιάζεται νὰ βρίσκεται «παρὰ τὸν αἰγιαλὸν» ἐνῶ, ὅπως τοὐλάχιστον τὸ γνωρίζουμε  στὴ σημερινὴ ἐποχή, δὲν εἶναι παραθαλάσσιο.

Σύμφωνα ὅμως μὲ τὸν δικαστικὸ κλητῆρα τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 19ου καὶ τὶς ἀρχὲς  τοῦ 20ου αἰῶνα, ἐκδότη τοῦ περιοδικοῦ «Ἀχιλληὶς», Εὐστὰθιο Παπακωνσταντίνου Καλτσέτα, οἱ μοναχοὶ τῆς Ξενιᾶς ἰσχυρίζονταν  καὶ τὸν βεβαίωναν ὅτι σὲ παλιότερες ἐποχὲς ἡ ἔκταση τῶν κτημάτων τοῦ Μετοχιοῦ αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἔφτανε ὡς τὴ θάλασσα.

Ἔγραψε σχετικὰ ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας σ’ ἕνα δημοσίευμά του: «Κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Πατέρας τὰ ὅρια τοῦ μετοχίου τούτου κτήματος  ἔφθανον ἄλλοτε μέχρι τοῦ αἰγιαλοῦ τοῦ μεσημβρινοῦ[1] λιμένος τοῦ Κροκίου Πεδίου τοῦ Παγασητικοῦ».[2]

Ὁ Εὐστὰθιος Παπακωνσταντίνου Καλτσέτας μᾶς βεβαιώνει ἐπίσης ὅτι «Τὸ Κελέριον ἠγοράσθη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῇ 27 Τζεματζὶ οὔλ ἐβὲλ 1240[3] καὶ προσεκτήσατο ἀγροτικὴν ἔκτασιν ἑτέρων 845 στρεμμάτων τῇ 2 Ἰουλίου 1297[4] τουρκικῆς χρονολογίας». «Κατὰ τὴν ἐπαγγελματικήν μου μετάβασιν εἰς τὴν χούνην Κονταρόλακα», γράφει ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας «ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ Κονταρόλακα ὀνομάζεται καὶ Κελέρι μπεϊλίκι. Μοὶ ἐγεννήθη συνεπῶς ἡ ὑποψία μήπως ἡ ἀγροτικὴ ἔκτασις τῶν 845 στρεμμάτων ἀφορᾶ τὴν φάραγγα Κονταρόλακα, συνεχομένην, ἄλλωστε, πρὸς τὸ Κελέριον».

Οἱ παραπάνω ἀγορές, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὶς χρονολογίες πραγματοποίησής τους, ἔγιναν ὅταν οὐσιαστικὰ ἡ διοίκηση τοῦ Μοναστηριοῦ εἶχε μεταφερθεῖ στὸ «Κάτω Μοναστήρι». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἐγκατάσταση τῶν μοναχῶν σ’ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσε καλύτερα τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ αὐτὸ ἦταν ἕνα κίνητρο ἀλλὰ καὶ ἀναμφισβήτητα ἰσχυρὸ ἐπιχείρημα ὅσων τὴν ἐπεδίωκαν.

 

β. Τὸ κείμενο τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου

Παραθέτουμε, γιὰ ἀντικειμενικότερη, αὐθεντικὴ καὶ πληρέστερη ἐνημέρωση τῶν ἀναγνωστῶν μας, ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ νέου αὐτοῦ μολυβδόβουλλου πατριαρχικοῦ σιγγιλίου:

 «+ Σωφρόνιος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος

Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης[5]

Tῶν εὖ τε καὶ καλῶς προϊσταμένων ἔργον ἄν ὁμολογοῖτο εἶναι εἰ σκοπεῖν μὲν ἐκ παντὸς τρόπου, ὅπως τὰ ἑκάστῳ ἀσφαλῶς παραμενεῖ δίκαια, τὰ δὲ περὶ τούτων  προεκδοθέντα γράμματα ἐκ διδαχῆς ἀνακαινίζοντες, τοῖς ἔπειτα εἰς τὸν ἀεὶ παραπέμποιεν χρόνον.

Οὕτω γὰρ ἄν τοῦ τῆς λήθης σκότους, ὅτι πορρωτάτω ἀποσκεδανυμένου, ὡς ὑπὸ ἀκτίσι τοῖς γράμμασι προφανῆ τὴν τῶν πραγμάτων ἔχοιμεν διορᾶν ἀλήθειαν.

Διὰ γὰρ τὰ γράμματα, ὅσα μὲν ἐκ τῆς ἀδικίας δεινὰ διαφεύγουσιν ἄνθρωποι, οἵων δὲ δικαίων ἐπίβουλοι γίγνονται, ἄπειρον ἄν εἴη καταριθμεῖσθαι πρός γε ὁρῶντας ὁσημέραι τὰς πλείους τῶν διαλύσεων τοῖς ἀμφισβητοῦσιν ἐκ τούτων γιγνομένας. Αἱ μὲν οὖν περὶ τὰ γράμματα ἐκδόσεις τε καὶ ἀνακαινίσεις τοιοῦτον ἀγαθὸν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ πρὸς τὴν τοῦ δικαίου φυλακὴν καὶ τοῖς καλῶν προϊσταμένοις προσῆκόν ἐστι. Ὅσην γὰρ τὰ φάρμακα τὴν τῶν δεινῶν ἀπαλλαγὴν τοῖς ἀσθενοῦσιν ἐργάζονται σὺν λόγῳ προσφερόμενα τοσοῦτον καὶ τὸ τοῦ ἰατροῦ ἐπιδείκνυται ἀποτελούμενον ἔργον. Ἀλλὰ ταῦτα κοινὰ ἄν εἴη πᾶσιν, οἷςπερ ἀρχή τις  ἐπιτέτραπται ἄρχειν.

Ἡ δὲ καθ’ ἡμᾶς Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καὶ τοῦτο ἴδιον ἐκ παλαιοῦ προνενέμηται καὶ τὴν περὶ τὰ ἱερὰ καὶ σεβάσμια Σταυροπηγιακὰ Μοναστήρια ἐκ τῶν ἐνόντων ἀντίληψιν ἐπιδείκνυσθαι μεταρρυθμίζουσα μὲν πρὸς τὸ ἐμμελές, εἴ τι τούτων παρὰ χορδὴν τῆς κανονικῆς διατυπώσεως τύχοι ἀνακρουόμενον, τὰ δὲ ἀρχαῖα αὐτῶν βραβεύουσα δίκαια καὶ διὰ γραμμάτων ἐν ἀσφαλεῖ ἐσᾳεὶ τεθειμένη.

Ταῦτα οὖν καὶ ἡ Μετριότης ἡμῶν, ὡς καλά, ἅμα δὲ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ἐθίμοις ἐκ παλαιοῦ ἐμμένειν προθυμουμένη, οὐ παύεται ἐν γράμμασι διαπράττουσα, ὥς  περ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου Σταυροπηγιακοῦ Μοναστηρίου.

Ἐνεφανίσθη γὰρ ἡμῖν Πατριαρχικὸν Συνοδικὸν σιγγιλιῶδες ἐν μεμβράναις γράμμα ἐκδοθὲν ἐπὶ πατριαρχεύοντος τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως  ᾀοιδίμου Γαβριήλ, καὶ γεγραμμένον κατὰ χιλιοστὸν ἑπτακοσιοστὸν τέταρτον ἔτος, σαφῶς δηλοῦν, ὅτι τὸ κατὰ τὴν ἐπισκοπὴν Ζητουνίου ἱερὸν καὶ σεβάσμιον Μοναστήριον ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐπιλεγόμενον τῆς Ξενιᾶς,[6] ἄνωθεν μὲν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρχε σταυροπηγιακῇ ἀξίᾳ τετιμημένον καὶ παντελοῦς ἐλευθερίας ᾐξιωμένον, μηδενὶ ἄλλῳ ὑποκείμενον, εἰμὴ μόνῳ τῷ καθ’ ἡμᾶς Πατριαρχικῷ Ἀποστολικῷ καὶ Οἰκουμενικῷ Θρόνῳ, λόγῳ ὑποταγῆς παρέχον κατ’ ἔτος ἀνὰ δύο ὀκάδας κηρίου, εἶχε δὲ ὑφ’ ἑαυτῷ ὑποκείμενον τὸ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπισκοπῇ παρὰ τὸν αἰγιαλὸν κείμενον μετόχιον, τιμώμενον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Εἶτα διὰ καιρικάς τινας περιστάσεις οἱ  ἐν τῷ ῥηθέντι μοναστηρίῳ πατέρες[7] μεταβάντες εἰς τὸ μετόχιον, οὕτω δυσαναποσπάστως εἶχον τῆς ἐκεῖθεν διατριβῆς ὥστε καὶ τὰ ἐκ τοῦ μοναστηρίου κτήματα καὶ ἀφιερώματα μεταστησάμενοι καὶ εἰς τὸ μετόχιον μεταθέντες, τὸ μὲν μοναστήριον εἰς μετόχιον, τοῦτο δὲ εἰς ἐκεῖνο, ἄνω ποταμῶν, τὸ τῆς παροιμίας, ἀντεστραμμένως καὶ ἀκόσμως πάντῃ μετεποίησαν.

Ταῦτα μὲν οὖν τὸ ῥηθὲν παλαιγενὲς σιγγιλιῶδες δηλοῦν τὴν ἀρχαίαν τοῦ εἰρημένου μοναστηρίου ἀξίαν, τὴν ἐκ τούτου εἰς τὸ μετόχιον μετοίκησιν τῶν πατέρων, τὴν σὺν οὐδενὶ κόσμῳ μεταποίησιν τούτων, τελευταῖον ἐπάγει καὶ συνοδικὴν ἐπιταγὴν εἰς τὴν ἀρχαίαν αὐτῶν τοῦ τε μοναστηρίου καὶ τοῦ μετοχίου κατὰ τὸ ἔκπαλαι ἀποκατάστασιν.

Ἀλλὰ καὶ ἤδη ἐδηλοποιήθη ἡμῖν, παρά τινων θείῳ ζήλῳ κεκινημένων, ὅτι διὰ τὰς προσυμβάσας (Κύριος οἷς οἶδε κρίμασιν) καιρικὰς ἀνωμαλίας περιπεσόν, εἰς ἥν καὶ πρότερον, ἀκοσμίαν καὶ ἀταξίαν, κινδυνεύει τὸ ἱερὸν τοῦτο μοναστήριον ἄρδην παρεωραμένον ἀπολεσθῆναι.

Ταῦτα δὲ ἀνηγγέλθη ἡμῖν θερμῶς ἐξαιτουμένων ἀνακαινισθῆναι μὲν τὴν ἐκ παλαιοῦ σταυροπηγιακὴν ἀξίαν τοῦ ῥηθέντος ἱεροῦ μοναστηρίου, ἀποκαταστῆσαι δὲ τὴν ἀρχαίαν αὐτοῦ πρὸς τὸ εἰρημένον μετόχιον τάξιν καὶ πρέπουσαν κανονικὴν εὐκοσμίαν.

Ταύτην οὖν τὴν αἴτησιν, ὡς εὔλογον οὖσαν, ἀποδεξάμενοι, γράφοντες ἀποφαινόμεθα συνοδικῶς μετὰ τῶν περὶ ἡμᾶς ἱερωτάτων ἀρχιερέων καὶ ὑπερτίμων, τῶν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητῶν ἡμῶν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν, ἵνα τὸ  ῥηθὲν ἱερὸν καὶ σεβάσμιον μοναστήριον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς Ξενιᾶς ἐπιλεγόμενον, κατὰ τὴν ἁγιωτάτην ἐπισκοπὴν Ζητουνίου, τῶν ὁσιωτάτων πατέρων εἰς αὐτὸ ἀνελθόντων, καὶ τῶν κτημάτων ἁπάντων καὶ ἀφιερωμάτων αὐτοῦ μετακομισθέντων ἀπὸ τοῦ ῥηθέντος μετοχίου, σύν τούτοις ἅπασι κινητοῖς τε καὶ ἀκινήτοις, τοῖς τε ἤδη οὖσι καὶ τοῖς εἰσέπειτα προστεθησομένοις ἀναποσπάστοις καὶ ἀναφαιρέτοις μένειν ὀφείλουσι κατὰ πάντα καιρόν, ὡς πρὸς Θεὸν ἅπαξ ἀφιερωθεῖσιν, ὑπάρχῃ καὶ λέγηται καὶ παρὰ πάντων γινώσκηται κατὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς αὐτοῦ τάξιν καὶ κατάστασιν πατριαρχικόν, σταυροπηγιακὸν καὶ κατὰ πάντα τρόπον ἀδούλωτον, ἀνεπηρέαστον καὶ ἀνενόχλητον παρ’ οὗτινοσοῦν προσώπου ἱερωμένου καὶ λαϊκοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ κατὰ τόπον ἀρχιερέως,[8] μνημονευομένου ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ μετοχίῳ αὑτοῦ τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος, μηδενὶ ὑποκείμενον, μήτε τι ὀφεῖλον διδόναι τι, εἰμὴ μόνῳ τῷ καθ’ ἡμᾶς πατριαρχικῷ καὶ οἰκουμενικῷ ἀποστολικῷ θρόνῳ ἀνὰ δύο ὀκάδας κηροῦ εἰς σημεῖον ὑποταγῆς.

Τὸ δὲ παρὰ τὸν αἰγιαλὸν μετόχιον, τὸ τιμώμενον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου κατὰ τὴν αὐτὴν ἁγιωτάτην ἐπισκοπὴν Ζητουνίου, ὑπάρχῃ ὑποκείμενον, ὡς καὶ πρότερον, τῷ μοναστηρίῳ τούτῳ, διοικούμενον καὶ κυβερνώμενον ὑπὸ τῶν παρὰ τοῦ ἡγουμένου τοῦ μοναστηρίου κοινῇ γνώμῃ ἐκπεμπομένων πατέρων.

Οἱ δὲ ἐν αὐτῷ συνασκούμενοι ὁσιώτατοι πατέρες διάγωσιν ἡσύχως καὶ φιλαλλήλως κατὰ τὸν τύπον καὶ τάξιν τοῦ μοναδικοῦ ἐπαγγέλματος, σκοποῦντες τὰ πρὸς αὔξησιν καὶ βελτίωσιν τοῦ μοναστηρίου καὶ τοῦ μετοχίου τούτου.

 Ἐπειδὰν ἐν χρείᾳ γένωνται ἡγουμένου μέν, ἔχωσιν ἐκλέγειν ἐξ ἑαυτῶν κοινῇ γνώμῃ, ὅστις ἄν φανῇ ἄξιος καὶ πρωτεύων ἐπ’ ἀρετῇ καὶ κοσμιότητι, χειροτονίας δέ, ἔχωσι προσκαλεῖν, ὅν ἄν ἐθέλωσι τῶν ἀρχιερέων, ἐπὶ τῷ ἐκτελεῖν τὰς χειροτονίας αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν διατύπωσιν, χωρὶς τῆς τοῦ ἱεροῦ συνθρόνου ἐγκαθιδρύσεως.

Τοῖς δὲ ἐκεῖθεν Χριστιανοῖς πᾶσιν ἐντελλόμεθα πατρικῶς, ὅπως ἀπονέμωσι πρὸς τὸ μοναστήριον τοῦτο πᾶσαν τὴν προσήκουσαν εὐλάβειαν καὶ σπουδὴν παρέχοντες ἑαυτοὺς προθύμους, βοηθοῦντες ᾀεὶ λόγῳ τε καὶ ἔργῳ καὶ φροντίζοντες περὶ τῆς συστάσεως καὶ διαμονῆς αὐτοῦ.

Ὅσοι δ’ ἄν τοὐναντίον τολμήσωσιν ἀντιπράττοντες τῆς σταυροπηγιακῆς καταστάσεως τῷ ἐπηρεᾶσαι τῷ ρηθέντι μοναστηρίῳ καὶ τῇ ἀρχαίᾳ αὑτοῦ τάξει καὶ εὐκοσμίᾳ μετακινοῦντές τι καὶ ἀνατρέποντες, οἱ τοιοῦτοι, ὁποίας ἄν ὦσι τάξεως καὶ βαθμοῦ, ἀφωρισμένοι εἴησαν παρὰ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ζωοποιοῦ καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, τοῦ ἑνὸς ἐν τῇ φύσει μόνου Θεοῦ, καὶ κατηραμένοι καὶ ἀσυγχώρητοι καὶ ἄλυτοι μετὰ θάνατον, ἡ μερὶς αὐτῶν μετὰ τοῦ προδότου Ἰούδα, στένοντες εἴησαν καὶ τρέμοντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ὁ Κάϊν, κληρονομήσειαν τὴν λέπραν τοῦ Γιεζῆ καὶ τὴν ἀγχόνην τοῦ Ἰούδα καὶ ἔνοχοι τοῦ πυρὸς τῆς γεέννης καὶ ὑπόδικοι τῷ αἰωνίῳ ἀναθέματι καὶ πάσαις ταῖς πατρικαῖς καὶ συνοδικαῖς ἀραῖς ὑπεύθυνοι.

Ὅθεν εἰς ἔνδειξιν καὶ διηνεκῆ καὶ μόνιμον ἀσφάλειαν ἐγένετο τὸ παρὸν πατριαρχικὸν καὶ συνοδικὸν σιγγιλιῶδες ἐν μεμβράναις ἐπιβεβαιωτήριον γράμμα κἄν τῷ ἱερῷ κώδικι τῆς καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καταστρωθὲν καὶ ἐδόθη τῷ ῥηθέντι κατὰ τὴν ἁγιωτάτην ἐπισκοπὴν Ζητουνίου ἱερῷ Μοναστηρίῳ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς Ξενιᾶς λεγομένῳ, ἔν ἔτει σωτηρίῳ χιλιοστῷ ἑπτακοσιοστῷ ἑβδομηκοστῷ ἑβδόμῳ, [9] κατὰ μῆνα Μάρτιον, ἐπινεμήσεως[10] δεκάτης.

+Σωφρόνιος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης» .

(Ἀκολουθοῦν  δυσανάγνωστες ὑπογραφὲς συνοδικῶν ἀρχιερέων).

 

γ.  Σχόλια – Παρατηρήσεις – Συμπεράσματα.

Ἡ ὁριστικὴ ἐγκατάλειψη καὶ ἡ ἐρήμωση τῆς Ἄνω Μονῆς

Ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ ἀνάγνωση τῶν ὅσων ἀναφέρονται στὸ παραπάνω πατριαρχικὸ σιγγίλιο διαφαίνεται ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν 73 ἐτῶν, μεταξὺ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου τοῦ Γαβριὴλ κατὰ τὸ 1704 καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου τοῦ Σωφρονίου κατὰ τὸ 1777, ὄχι μόνο δὲν εἶχε ἀποκατασταθεῖ ἡ πρώην κανονικὴ τάξη στὸ πατριαρχικὸ καὶ σταυροπηγιακὸ μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ «ἐπιλεγόμενον» τῆς Παναγίας Ξανιᾶς, ἀλλὰ ἡ προσωρινὴ ἐγκατάσταση μερικῶν μοναχῶν στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου πρέπει νὰ εἶχε γίνει πλέον μόνιμη ἐγκατάσταση ὅλων ἤ ἴσως τῶν περισσοτέρων μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Τούτη τὴ φορά, ὅπως ρητῶς ἀναφέρεται στὸ σιγγίλιο, οἱ καλόγεροι εἶχαν μεταφέρει στὸ «Μετόχι» καὶ κτήματα καὶ ἀφιερώματα, «καὶ τὰ ἐκ τοῦ μοναστηρίου κτήματα καὶ ἀφιερώματα μεταστησάμενοι καὶ εἰς τὸ μετόχιον».

Τὴν ἀναφορὰ πρὸς τὸν πατριάρχη Σωφρόνιο, ποὺ προκάλεσε τὴν  ἀποστολὴ τοῦ πατριαρχικοῦ του σιγγιλίου κατὰ τὸ 1777, γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς κανονικῆς τάξης στὸ Μοναστήρι, δὲν τὴν ἔστειλαν οἱ μοναχοὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν παραμείνει στὴν ἕδρα του ζητῶντας νὰ διαταχθοῦν νὰ ἐπιστρέψουν σ’ αὐτὴ ὅσοι εἶχαν καταφύγει στὸ Μετόχι, ὅπως εἶχε γίνει κατὰ τὸ 1704 ἐπὶ πατριάρχου Γαβριὴλ Γ΄.

Τούτη τὴ φορὰ ὁ Πατριάρχης πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς ὄχι ἴσως ὁπωσδήποτε μὲ ἀναφορὰ κάποιων μοναχῶν ἀλλὰ ἀπὸ ἀναφορὰ κάποιων ἄλλων – μᾶλλον λαϊκῶν – ποὺ ἀπὸ θεῖο ζῆλο κινητοποιήθηκαν: «ἐδηλοποιήθη…, παρά τινων θείῳ ζήλῳ κεκινημένων». Οἱ «ζήλῳ κεκινημένοι» ἀναφέρθηκαν στὸν Πατριάρχη ἐπειδὴ ἔβλεπαν ὅτι τὸ Μοναστήρι, «περιπεσόν, εἰς ἥν καὶ πρότερον, ἀκοσμίαν καὶ ἀταξίαν, κινδυνεύει ἄρδην παρεωραμένον ἀπολεσθῆναι».

Στὴν πραγματικότητα, δηλαδή, ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ εἶχε ἀπὸ τότε μεταφερθεῖ στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου και ἡ κανονική του ἕδρα εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ. Ἔτσι εἶχε γίνει πραγματικότητα τὸ τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου τοῦ Γαβριήλ: «τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰς ἀφανισμὸν». Τώρα ὁ Σοφρώνιος τὸ διατυπώνει διαφορετικὰ «τὸ μὲν μοναστήριον εἰς μετόχιον, τοῦτο δὲ εἰς ἐκεῖνο, ἄνω ποταμῶν, τὸ τῆς παροιμίας, ἀντεστραμμένως καὶ ἀκόσμως πάντῃ μετεποίησαν.»

Ὡστόσο, τούτη τὴ φορὰ, δὲν φαίνεται νὰ εἰσακούσθηκαν οἱ ἐντολὲς τοῦ Πατριάρχη. Ἡ ἐγκατὰλειψη τῆς Ἄνω Μονῆς φαίνεται νὰ εἶχε γίνει ἀπὸ χρόνια. Αὐτὸ εἶχε συντελέσει ὥστε τὸ κανονικὸ Μοναστήρι νὰ κινδυνεύει νὰ ἐξαφανισθεῖ, νὰ περιπέσει «εἰς ἀφανισμόν» καὶ νὰ παύσει νὰ ὑπάρχει, «παρεωραμένον ἀπολεσθῆναι».

Τὴν νέα αὐτὴ πραγματικότητα, ὡστόσο, δὲν φαίνεται νὰ τὴν ἀμφισβήτησε κανεὶς πλέον καὶ στὰ κατοπινὰ χρόνια μὲ δυναμικὸ τρόπο ἀλλὰ καὶ δὲν φαίνεται αὐτὴ ἡ νέα κατάσταση, ἡ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀπὸ τὸ «πάνω» κτιριακὸ συγκρότημα στὸ «κάτω», νὰ ἐπικυρώθηκε μὲ κάποια ἐπίσημη ἀπόφαση. Ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ φαίνεται νὰ μεταφέρθηκε στὸ πρώην Μετόχι του, στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου ὁριστικά, χωρὶς κάποια ἐπίσημη ἀπόφαση.

Φαίνεται ὅτι εἶχαν κουραστεῖ καὶ ὅσοι ἀντιδροῦσαν στὴ μεταφορὰ αὐτή. Ἔπαυσαν νὰ ἐπιμένουν στὸ αἴτημά τους καὶ συμβιβάστηκαν μὲ τὴν νέα πραγματικότητα, ὅπως αὐτὴ εἶχε δυναμικὰ καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβληθεῖ.

Κάποιοι μοναχοὶ μόνο, ἀφοσιωμένοι περισσότερο στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ παρὰ στὶς ἐπιδιώξεις ὑλικοῦ περιεχομένου, πιστοὶ στὴν ἀπόφασή τους νὰ μὴν ἐγκαταλείψουν ποτὲ τὸ μοναστήρι τῆς «μετανοίας» τους, παρέμειναν στὸ Πάνω Μοναστήρι, φυλάσσοντας ἐθελοντικὰ τὶς δικές τους ἱερὲς «Θερμοπύλες».

Δὲν γνωρίζουμε, στὶς λεπτομέρειές τους, τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα ποὺ εἶχε τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο τοῦ Πατριάρχη Σωφρονίου (Β΄). Ἡ ἐντύπωση ποὺ δημιουργεῖται, ὡστόσο, εἶναι ὅτι στὸν Σωφρόνιο δὲν ἔφτασε ποτὲ κάποια ἀπάντηση τῶν μοναχῶν ποὺ νὰ τοῦ γνωστοποιοῦσε τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ὅσων διέταζε ἤ νὰ τοῦ ἀνέφερε νέα προβλήματα ἤ αἰτήματα.

Δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση ὅτι ἄν μποροῦσε νὰ φτάσει ὡς τὴν Κωνσταντινούπολη κάτι ἀπὸ τὴν πραγματικὴ κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, ἄν ἔφταναν στὸν Πατριάρχη κάποιες πληροφορίες περιγραφικὲς τῆς πραγματικότητας, θὰ ἦταν κάτι σὰν ἔνας ἀπόηχος περασμένων μεγαλείων, ἕνας ἀντίλαλος ἀπὸ τὰ ἀδειανὰ κελιὰ καὶ τὰ ἐγκαταλειμένα παρεκκλήσια τοῦ «Πάνω Μοναστηριοῦ», μία ἠχὼ  ἀπὸ τὸ ἐρειμωμένο καὶ ἐγκαταλειμμένο Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, κάτι σὰν ἐκεῖνο ποὺ εἶχε φτάσει κάποτε, καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸν αὐτοκράτορα Ἰουλιανό ἀπὸ τοὺς Δελφούς: «Εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά, οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγὰν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ».

Δημιουργεῖται σαφῶς ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ ἕδρα τοῦ κανονικοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ σχεδὸν ὁριστικὰ πρὶν τὸ 1777 καὶ οἱ περισσότεροι μοναχοί, ἄν ὄχι ὅλοι, μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενό τους, εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Στὸ Πάνω Μοναστήρι πρέπει νὰ ὑπῆρχαν κάποιοι πραγματικοὶ «μοναχοί», ἀσκητές καὶ ἀναχωρητές.

Μετὰ τὸ παραπάνω σιγγίλιο δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει κάποια ἄλλη νεότερη πατριαρχικὴ παρέμβαση ποὺ νὰ διακανονίζει καὶ ρυθμίζει τὶς ἀντιθέσεις ποὺ ὑπῆρχαν μεταξὺ τοῦ κανονικοῦ «Μοναστηριοῦ» καὶ τοῦ «Μετοχιοῦ» ὡς πρὸς τὴν ἕδρα του. Δέχτηκαν ὅλοι, φαίνεται, κάτι ποὺ εἶχε ἐπιβάλει ἡ πραγματικότητα καὶ ὅλοι συμβιβάστηκαν μ’ αὐτήν. Οἱ μοναχοὶ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὴ μεγάλη τους πλειοψηφία, φαίνεται διέμεναν πλέον μονίμως, κατὰ μεγάλες χρονικὲς περιόδους, παρ’ ὅλες τὶς ἀντίθετες πατριαρχικὲς παραινέσεις, στὴν «Κάτω Μονή».

Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς σαφὲς πότε ἀκριβῶς ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μεταφέρθηκε στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Δὲν ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας καὶ μᾶλλον δὲν πρέπει νὲ ἐκδόθηκε κάποια ἐπίσημη ἀπόφαση ἤ πράξη ἡγουμενικοῦ συμβουλίου γιὰ τὴ μεταφορὰ αὐτή. Ἔτσι καταφεύγουμε σὲ ἄλλες πληροφορίες ποὺ θὰ διαφωτίσουν κάπως τὸ  θέμα.

Θεωροῦμε βέβαιο ὅτι ἡ  μεταφορὰ τῆς ἕδρας ἀπὸ τὸ «Πάνω» στὸ «Κάτω» δὲν ἔγινε με ἐπίσημη ἀπόφαση ἤ μὲ ἔγκριση ἁρμόδιας ἀρχῆς. Ἀλλὰ καὶ δὲν πραγματοποιήθηκε ξαφνικὰ καὶ «διὰ μιᾶς». Ἔγινε σταδιακὰ καὶ μὲ περιστασιακὲς ἀντιρρήσεις, ἀμφισβητήσεις καὶ ἀμφιταλαντεύσεις. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ μὲ τοὺς μοναχούς. Δὲν ὑπῆρξε ἀπόφαση ὑποχρεωτικῆς μετακόμισής τους στὴν «Κάτω Μονή». Δὲν ἔγινε καθολικὴ καὶ πειθαρχημένη μετακόμιση. Ἡ παραμονὴ τῶν  μοναχῶν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο «μοναστήρια» ἀφέθηκε στὴν προσωπικὴ ἐπιλογὴ τοῦ  καθενός. Δὲν ὑπῆρξαν ὑπάκουοι καὶ ἀνυπάκουοι μοναχοί. Δὲν ὑπῆρξαν δυὸ φανατικὲς ἀντιμαχόμενες ὁμάδες. Ἔτσι ἡ  μετακίνησή τους πρὸ τὸ «Κάτω Μοναστήρι» ἔγινε σταδιακά.

Μεταξὺ τοῦ 1777, ἔτους ἀποστολῆς τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου  τοῦ Σωφρονίου, καὶ τοῦ 1867 κατὰ τὸ ὁποῖο ἔγινε ἡ ὁριστικὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μεσολάβησε ἕνα διάστημα ἐνενήντα ἐτῶν. Εἶναι ἕνα χρονικὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς δὲν φαίνεται νὰ παραμένει σταθερὴ σὲ μία θέση ἀλλὰ νὰ βρίσκεται πότε στὸ «Πάνω» καὶ πότε στὸ «Κάτω» Μοναστήρι. Κατὰ τὰ ἐνενήντα αὐτὰ χρόνια δὲν πρέπει ἀκόμη νὰ ὑπῆρχε πάντοτε μία ἐνιαία καὶ ἀναγνωρισμένη ἀπὸ ὅλους διοίκηση τοῦ Μοναστηριοῦ.

Τὸ χρονικὸ αὐτὸ διάστημα χαρακτηρίζεται καὶ ἀπὸ τὶς ἀναστατώσεις ποὺ ἐπέφεραν τὰ ἀπελευθερωτικὰ κινήματα τοῦ 1821 -1832 καὶ τοῦ 1854. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ στὰ  ἀπελευθερωτικὰ αὐτὰ κινήματα βοήθησε περισσότερο στὴ χαλάρωση τῆς συνοχῆς μεταξὺ τῶν μοναχῶν καὶ στὸν ἀποπροσανατολισμό τους ἀπὸ τὴν κύρια ἀποστολή τους.

Τὸ ποῦ θὰ εἶναι ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ, τὸ  ποῦ ἔπρεπε νὰ διαμένουν οἱ μοναχοὶ, ἡ πειθαρχία τους στοὺς κανόνες τῆς μοναστικῆς ζωῆς, ἡ συστηματικὴ καλλιέργεια καὶ ἡ ἐκμετάλλευση τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, ἡ φροντίδα τῶν κτιρίων καὶ τῶν ναῶν καὶ γενικῶς ἡ αὐστηρὴ τήρηση τῶν κανόνων τοῦ σταθμισμένου καὶ ὁμαλοῦ ρυθμοῦ τοῦ μοναχικοῦ βίου σ’ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα παρουσιάζονται σὰν θέματα δευτερεύουσας σημασίας.

Κάποια εἰκόνα τῆς συγκεχυμένης κατάστασης ποὺ ἐπικρατοῦσε κατὰ τὸ διάστημα αὐτό μᾶς δείχνουν μερικὰ δημοσιεύματα καὶ πληροφορίες ποὺ παρουσιάζονται στὴ συνέχεια.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος σ’ ἕνα δημοσίευμά του, κατὰ τὸ 1893, ἔγραφε μεταξὺ ἄλλων: «Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος μέχρι τοῦ 1867 διέμενόν τινὲς τῶν πατέρων διαρκῶς  ἐν τῇ Κάτω Μονῇ Ξενιᾶς, ἤτοι τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου». Κάπου δηλαδὴ ἀπὸ τὰ 1800 ἀκόμη στὸ «Μετόχι» ἦταν ἐγκαταστημένοι λίγοι μόνο μοναχοί, «τινὲς τῶν πατέρων». Ἡ πλειοψηφία τῶν μοναχῶν ζοῦσε στὸ κανονικὸ Μοναστήρι, στὴν κανονικὴ ἕδρα του, στὴν «Ἄνω Μονή».

Ἀναφέρει σχετικῶς ὁ Γιαννόπουλος «ὁ ἀββᾶς[11] Γαβριὴλ λέγει ὅτι τότε ἤκμαζεν ἡ Ἄνω Μονή. Αὐτὸς δὲ, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὑτοῦ, ἐνεθυμήθη 100 μοναχοὺς μονάζοντας ἐν τῇ Μονῇ, ὧν 25 ἦσαν ἱεροδιάκονοι, Ἕνεκεν ὅμως τῆς ἐπαράτου λῃστείας, διηνεκῶς λυμαινομένης τὸν τόπον, τῆς ὠμότητος τοῦ Βοεβόδα Κοκοσίου, εἰς ὅν ὑπήγετο αὕτη, καὶ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐπαναστάσεων, καθ’ ἅς ὁτὲ μὲν ἅπαντες οἱ πατέρες κατήρχοντο εἰς τὴν Κάτω Μονὴν, ὁσάκις ὁ Βοεβόδας Κοκοσίου ἦν ὠμός (διότι ἡ Κάτω Μονὴ δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Βοεβόδα Κοκοσίου, ἀλλ’ εἰς τὴν τοῦ Ἁλμυροῦ, τοῦ Βοεβόδα ἑδρεύοντος ἐν Πλατάνῳ ἤ Κωφοῖς), ὁτὲ δὲ ἀνήρχοντο δὲ εἰς τὴν Ἄνω, ὁσάκις οὗτος ἦν ἤπιος» .

Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὸ δημοσίευμα αὐτό, ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι λόγοι ποὺ ἀνάγκαζαν τοὺς μοναχοὺς νὰ μετακινοῦνται ἀπὸ τὸ «Πάνω» πρὸς τὸ «Κάτω» Μοναστήρι. Ἦταν καὶ λόγοι ἀσφάλειας τῶν μοναχῶν.

Στὸ περιοδικὸ – ἡμερολόγιο, ἡ «Φήμη», τοῦ ἔτους 1888,  τὸ ὁποῖο ἐξέδιδε ὁ μοναχὸς Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης, ἀναφέρεται σχετικὰ μὲ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν Ἄνω Μονὴ κατὰ τὸ ἔτος 1888: «εἶναι ἔρημος μοναχῶν καὶ ἑτοιμόρροπος ἅπασα ναὸς τε καὶ δωμάτια. Ὁ ναὸς εἶναι βυζαντινῆς τέχνης ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ δὲ τοιχογραφία ἀρχαία καὶ δυσδιάκριτος. Δύο κίονες δωρικοῦ ρυθμοῦ ὑποβαστάζουσι τὸν θόλον τοῦ ναοῦ. Εὑρίσκονται δὲ ἐντοιχισμένα τεμάχια σκαλιστῶν κιονοκράνων ἑλληνικῆς ἐποχῆς, τὸ δὲ ἔδαφος τοῦ ναοῦ εἶναι ὅλον ἀνεσκαμμένον ὑπό τινων φρενοβλαβῶν ζητούντων εὑρεῖν ὑπ’ αὐτὸ κεκρυμμένον θησαυρὸν καὶ πολύτιμα κειμήλια. Ἔσωθεν δὲ καὶ παρὰ τῇ μεγάλῃ πύλῃ τῆς Μονῆς ἐν μικρῷ δωματίῳ μένει εἷς ὑπέργηρος ἐνενηκοντούτης μοναχὸς, ὅστις, ὥς μοι εἶπεν, ἐγεννήθη τῷ 1796 καὶ ἐκουρεύθη μοναχὸς τῷ 1832, οὐδέποτε δὲ ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῶν δύω Μονῶν καὶ τοῦ χωρίου Κουκουτῶν, ἐν οἷς ἐγεννήθη. Τὴν δὲ ἑβδομαδιαίαν τροφὴν αὐτοῦ στέλλουσιν οἱ ἐν τῇ κάτω Μονῇ μένοντες μοναχοὶ οἱ νεμόμενοι καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς».

Στὸ  ἴδιο ἡμερολόγιο «Φήμη», τοῦ ἴδιου ἔτους, ἀναφέρεται γιὰ τὴν Κάτω Μονή: «Κεῖται ἐν τῆ περιφερείᾳ τοῦ χωρίου Βρύνινα,[12] ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπέχει ἡμίσειαν ὥραν. Πρότερον ἦτο μετόχιον τῆς Ἄνω Μονῆς, τῷ δὲ 1754 ὅτε καὶ ὁ ναὸς αὐτοῦ ὁ ὤν ἐν τῷ μέσῳ τῆς τετραπλεύρου Μονῆς, ἀνεκαινίσθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ὡς μοναστήριον διὰ τοιαύτην αἰτίαν».

Δὲν γνωρίζουμε τὶ ἀκριβῶς σημαίνει αὐτὸ ποὺ δηλώνει ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης ὅτι κατὰ τὸ 1754 τὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου «ἀνεγνωρίσθη ὡς μοναστήριον». Δὲν διασαφηνίζεται τὶ ἀκριβῶς σημαίνει τὸ «ἀνεγνωρίσθη». Δὲν δηλώνεται ἄν  «ἀνεγνωρίσθη» ἀπὸ κάποιον ὑπεύθυνο ἤ ἐὰν ἁπλὰ  σημαίνει ὅτι ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς καὶ ἀπὸ ὅλους ὅσους ἀντιδροῦσαν ἡ πραγματικότητα ποὺ εἶχε ἤδη ἐπικρατήσει. Κατὰ τὴν ἐκτίμησή μας δὲν πρόκειται γιὰ «ἐπίσημη ἀναγνώριση»  ἑνὸς «ἀμφισβητούμενου» μέχρι τότε μοναστηριοῦ ἀλλὰ ἁπλὰ γιὰ μιὰ σιωπηρὴ παραδοχὴ τῆς μεταφορᾶς τῆς ἕδρας του. Ἀνέχθηκαν ὅλοι τὴν νέα πραγματικότητα. Δὲν ἱδρύθηκε νέο μοναστήρι ὥστε νὰ χρειάζεται ἀναγνώριση. Τὸ «ὁ ναὸς αὐτοῦ ὁ ὤν ἐν τῷ μέσῳ τῆς τετραπλεύρου Μονῆς, ἀνεκαινίσθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ὡς μοναστήριον διὰ τοιαύτην αἰτίαν», ποὺ γράφει ὁ Ζωσιμᾶς, δείχνει ὁλοφάνερα ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ» ἀνακαινίστηκε καὶ ἐπισκευάστηκε γιατὶ αὐτὸς πλέον θὰ ἦταν ὁ ἐπίσημος καθεδρικὸς ναὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς.  Τὸ Μοναστήρι, ὡστόσο, ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἕνα καὶ μόνο καὶ νὰ παραμένει πατριαρχικὸ καὶ σταυροπηγιακὸ ὑπαγόμενο μόνο στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ἴσως ὁ Πατριάρχης νὰ μὴν πληροφορήθηκε ποτὲ τὴν μεταφορὰ τῆς ἕδρας.

Τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἀσφαλῶς καὶ δὲν θὰ τὸν ἐνοχλοῦσε προσωπικὰ ἡ μεταφορὰ τῆς ἕδρας ἑνὸς μοναστηριοῦ καὶ δὲν θὰ ἐπενέβαινε σ’ ἕνα τέτοιο καθαρὰ τυπικὸ καὶ ἐσωτερικὸ θέμα, ἄν αὐτὸ ἦταν ἀπόφαση ὅλων τῶν μοναχῶν ἤ ἐὰν κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ζητοῦσαν τὴν ἐπέμβασή του ἤ τὴν δεικαίωσή τους. Ἐκεῖνο ποὺ διαφαίνεται πάντως εἶναι ὅτι εἶχε ἀποφευχθεῖ ἡ διάσπαση τῶν μοναχῶν σὲ δύο ἀντικρουόμενες ὁμάδες καὶ ὁ διαρκῶς «ὑποβόσκων»  κίνδυνος τοῦ διαχωρισμοῦ τοῦ ἑνὸς Μοναστηριοῦ σὲ δύο ἤ ἴσως ἔγινε κάποιος συμβιβσμὸς καὶ δὲν ἐξωτερικεύθηκαν οἱ ἀντιθέσεις ποὺ ὑπῆρχαν.  Ὑπῆρξε φαίνεται κάποιος συμβιβασμός. Τὸ κύριο μέρος τῶν μοναχῶν ζοῦσε στὸ «Κάτω Μοναστήρι». Στὸ «Πάνω» διέμεναν μερικοὶ ποὺ ἐπέλεγαν αὐτὸ τὸ «διακόνημα» ἐθελοντικὰ.

Σ’ ὁλόκληρο τὸ διάστημα μέχρι τὸ 1867 οἱ μοναχοὶ ζοῦσαν καὶ στὰ δύο μοναστήρια χωρὶς νὰ ὑπάρχει αὐστηρὴ πειθαρχία καὶ γενικὴ ἀναγνώριση ἀπὸ ὅλους τοὺς μοναχοὺς μιᾶς καὶ μόνης ἡγουμενικῆς ἀρχῆς. Φαίνεται νὰ ὑπῆρχαν ἀνεξέλεγκτες καταστάσεις μεγάλης χαλαρότητας, ἀπειθαρχίας καὶ τάσεις ἀνεξαρτοποίσης καὶ ἀποστασιοποίησης.

Ἐξηγῶντας ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης τὴν αἰτία ἡ ὁποία ὁδήγησε στὴν «ἀναγνώριση» αὐτὴ (μεταφορὰ τῆς ἕδρας), «διὰ τοιαύτην αἰτίαν», γράφει: «Ἡ ἄνω Μονὴ κεῖται, ὡς εἴπομεν, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Κουκουτῶν,[13] οἱ ὁποῖοι Κουκουτοὶ τότε ὑπήγοντο σὺν τῇ Μονῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Βοεβόδα τοῦ Κουκουσίου, ὅστις ἐστέλλετο κατ’ εὐθείαν ἀπὸ Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τοῦ Κισλάραγα.[14] Καὶ ἐπειδὴ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὁ Βοεβόδας ἦτο ὠμός, σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος, οἱ μοναχοὶ ἵνα ἔχωσιν ὑπεράσπισιν ὑπὸ τοῦ Πασσᾶ τῆς Λαρίσης κατῆλθον εἰς τὴν Κάτω, ἥτις ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅστις ἐστέλλετο ὑπὸ τοῦ Πασσᾶ. Ὅτε δὲ πάλιν εὕρισκον τὸν Βοεβόδαν ἐπιεικῆ καὶ ἤπιον, τὸν δὲ Πασσᾶν σκληρόν, ἀνήρχοντο εἰς τὴν ἄνω. Τοῦτο ἐγίνετο μέχρι τοῦ 1840, ἔκτοτε δὲ μέχρι σήμερον[15] μένουσιν ἐν τῇ κάτω ὄντες ἤδη δεκατρεῖς ἱερομόναχοι, εἷς ἱεροδιάκονος, δύω μοναχοὶ καὶ μία μοναχὴ τεσσαρακοντοῦτις, τὸ ὅλον δεκαεπτά».

Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ γενικὴ εἰκόνα ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν ποὺ ἐγκαταβίωναν στὰ δύο μοναστήρια, «Ἄνω» καὶ  «Κάτω» ἦταν σαφῶς ὑπὲρ τῆς «Ἄνω Μονῆς». Μεταξὺ 1800 καὶ 1840 ἐλάχιστοι μοναχοὶ διέμεναν στὴν «Κάτω Μονὴ» ἐνῶ στὴν «Ἄνω» ζοῦσαν ἑκατὸ περίπου μοναχοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ 25 ἦταν ἱεροδιάκονοι.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, μιλῶντας γιὰ τὸ θέμα τῆς ὁριστικῆς ἐγκατάστασης τῶν μοναχῶν στὴν Κάτω Μονή, λέει: «Ἡ κατάστασις αὕτη διήρκεσεν μέχρι τοῦ 1867,[16] καὶ οὐχὶ μέχρι τοῦ 1844, ὡς λέγει ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης,[17] ὅτε ἐγκατέστησαν ὁριστικῶς πλέον ἐν τῇ Κάτω Μονῇ, τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μετοχίῳ αὐτῆς, ἔνθα ἔκτοτε διαμένουσι παρὰ τὴν ῥητὴν διαταγὴν τοσούτων σεβασμίων Πατριαρχῶν Γαβριήλ, Νεοφύτου, Γρηγορίου Ε΄ καὶ ἄλλων, οἵτινες ἐπὶ ποινῇ ἀφορισμοῦ ἀπαγορεύουσι τοῦτο, καταλιπόντες ἐν τῇ Ἄνω Μονῇ ὑπέργηρόν τινα μοναχὸν Παντελεήμονα,[18] ἀποθανόντα τῷ 1888. Ἐπὶ πέντε δὲ ὁλόκληρα ἔτη ἔμεινεν ἡ μονὴ αὕτη κεκλεισμένη, ἤτοι μέχρι τοῦ 1893, ὅτε ἐξαπέστειλαν ἐκεῖ Ἱερόθεον μοναχὸν πρὸς φύλαξιν».

Κατὰ τὸ 1880, ἐνῶ στὸ «Πάνω» Μοναστήρι ζοῦσε μόνος του ὁ μοναχὸς Παντελεήμων, στὸ «Κάτω» ἐγκαταβίωναν πενήντα περίπου μοναχοί, σύμφωνα μὲ πληροφορία τοῦ «Θετταλομάγνητος ἰατροῦ» Νικολάου Γεωργιάδη.[19]

Ἡ ἐγκατάλειψη αὐτὴ τῆς Ἄνω Μονῆς γρήγορα δημιούργησε δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ἡ Ἄνω Μονὴ ἄρχισε νὰ καταστρέφεται. Ὁ ἕνας μοναχὸς ποὺ παρέμεινε σ’ αὐτὴν «πρὸς φύλαξιν» δὲν ἦταν σὲ θέση μόνος του νὰ φροντίζει ἀποτελεσματικά, πέρα ἀπὸ τὴ φύλαξη, καὶ γιὰ τὴ συντήρησή της.

Στὰ 1895, δύο μόλις χρόνια μετὰ τὴν ἀποστολὴ στὴν Ἄνω Μονὴ τοῦ μοναχοῦ Ἱερόθεου τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος. Σὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πρόεδρο τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, Γ. Λαμπάκη, στὶς 4 Ἀπριλίου 1895, ἔγραψε γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἀντίκρυσε ἐκεῖ:

«Ἐν τῇ Ἄνω Μονῇ εἶδον πολλὰ χειρόγραφα  χάρτου ὀγκώδη ἀλλ’ ἐκκλησιαστικῆς ὕλης. Τούτων τινὰ εἶδον ἐν κελλίῳ τοῦ μοναχοῦ Ἱεροθέου περιέχοντα μουσικοὺς χαρακτῆρας. Δώδεκα ὀγκώδη τοιαῦτα βιβλία ἐμέτρησα. Ἀγγεῖα τινὰ καὶ σταυροὶ καὶ εἰκόνες ἀρχαῖαι εἰσὶν ἐρριμένα  ἐν τῷ σκευοφυλακίῳ τοῦ ναοῦ ὡς ἄχρηστα …».

Κανένας δὲν φαίνεται νὰ ἐνδιαφερόταν στὰ χρόνια αὐτὰ γιὰ τὴν μεγάλη καταστροφὴ ποὺ γινόταν στὴν Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς, κυρίως στὰ κειμήλια καὶ χειρόγραφα. Ὁ μόνος ποὺ ἀγωνιοῦσε καὶ προσπαθοῦσε συνεχῶς νὰ περισώσει ὅ,τι ἦταν δυνατὸν ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ μνημεῖα ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ ἦταν ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, γραμματέας τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ. Στὶς 10  Ὀκτωβρίου τοῦ ἴδιου χρόνου (1895), ἐπισκέφθηκε καὶ πάλι τὴν Ἄνω Μονή. Ἔπειτα ἀπὸ ὅσα εἶδε ἐκεῖ σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Γ. Λαμπάκη, ἔγραψε ἀγωνιῶντας:

«Ἀξιότιμε κύριε Γ. Λαμπάκη, ….  χάριν τῆς ἐπιστήμης, παρακαλεῖσθε ὅπως δι’  ἐγγράφου σας γνωρίσητε τῷ Σεβαστῷ Μητροπολίτῃ[20] ὅτι ὁ ναὸς τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς εἶναι ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει, ἡ στέγη, ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἀνεπισκεύαστος διατελοῦσα, εἶναι ὡς νὰ μὴν εἶναι διότι τὰ εἰσρέοντα ὕδατα ἐν τῷ ναῷ κατέστρεψαν τὴν Πλατυτέραν τῶν Οὐρανῶν ἀπειλοῦσι δὲ νὰ ἐξαφανίσωσι καὶ τὰς λοιπὰς ἁγιογραφίας τοῦ ναοῦ ἀλλὰ καὶ τῆς στέγης ἄν μὴ ληφθῇ ἐγκαίρως πρόνοια πρὸς ἐπισκευὴν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων…».

Ἡ ἴδια κατάσταση ἐπικρατοῦσε καὶ χειροτέρευε μέχρι καὶ τὸ 1899. Οἱ προσπάθειες τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου δὲν συγκινοῦσαν κανέναν. Οἱ μόνοι ἄνθρωποι ποὺ κινητοποιοῦνταν ἦταν τὰ μέλη  τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς». Εἶχε προηγηθεῖ καὶ ὁ καταστρεπτικὸς ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος τοῦ 1897. Τὸ ἐγκαταλειμένο Πάνω Μοναστήρι εἶχε λεηλατηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐπιδρομεῖς.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος στὸν πόλεμο αὐτὸ ὑπηρετοῦσε ὡς ἔφεδρος στὸν ἑλληνικὸ στρατό. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν Τούρκων καὶ τὴν ἐπιστροφή του στὸν Ἁλμυρό, κινητοποίησε τὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία. Τὸ Διοικητικό της Συμβούλιο ἔστειλε γιὰ ἄλλη μία φορὰ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ στὴν Ἄνω Μονὴ προκειμένου νὰ ἰδεῖ καὶ πάλι τὴν ἐπικρατοῦσα κατάσταση, νὰ τὴν καταγράψει καὶ νὰ ἀναφέρει σχετικὰ στοὺς ἁρμόδιους ζητῶντας νὰ προστατευθεῖ τὸ ἱστορικὸ καὶ θρησκευτικὸ αὐτὸ μνημεῖο ἀπὸ τὴν περαιτέρω καταστροφή.

Ὕστερα ἀπὸ τὴν εἰδικὴ αὐτὴ ἐπίσκεψη ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἔστειλε  πρὸς «τὴν Α. Σ. τὸν Μητροπολἰτην Ἀθηνῶν κ. Προκόπιον», στὶς 10 Μαΐου 1899, μία ἀναφορά, στὴν ὁποία γράφουν γιὰ τὴν Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς:

«Αὕτη ἀπέχουσα δύο ὥρας τῆς «Κάτω» κεῖται ἐν μέσω ἄλσους πυκνοφύλλου ἐκ δρυῶν καὶ περιβάλλεται πανταχόθεν ὑπὸ ὀρέων. Ἡ θέσις ἁρμόζει ὄντως διὰ μοναστήριον καὶ μοναχοὺς ἄλλων χρόνων.[21]

Τὸ οἰκοδόμημα εἶναι ἀρχαιότερον τοῦ τῆς Κάτω Μονῆς καὶ ὁ ναὸς μέχρις ἑνὸς ἕως δύο μέτρων ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς φέρει τὰς βάσεις ἀρχαιοτέρου βυζαντιακοῦ  τοιούτου, πυρποληθέντος κατὰ τὴν κοινολαΐτιδα παράδοσιν ὑπό τινος Πάπα Ρώμης (;) ἴσως κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας ὑπὸ τοῦ καρδιναλίου Πελαγίου τοῦ ἐμπρήσαντος διαφόρους μονάς, ἐν αἷς καὶ τὴν ἐν Ἄθῳ Μεγίστην Λαύραν, τὰς μὴ δεξαμένας αὐτὸν νὰ ἱερουργήσῃ. Βραδύτερον ἐπεσκευάσθη καὶ ἀνῳκοδομήθη ἡ Μονὴ προχείρως ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ὑλικοῦ καὶ  τοιαύτη ὑφίσταται νῦν.

Ὁ ναὸς καίπερ κεραμόστεγος, φέρει ἁγιογραφίας ἐξαισίας τέχνης καὶ ἐνέχει εἰκονοστάσιον καὶ δύο θρόνους ξυλογλύπτους καὶ ἐπιχρύσους ἐξαισίας τέχνης. Πλὴν ἀτυχῶς τὰ σημεῖα τῆς ἐρημώσεως κατέλιπον καταφανῆ καὶ ἀνεξάλειπτα ἴχνη, διότι τὰ ἡγουμενοσυμβούλια οὐδέποτε ἐφρόντισαν νὰ ἐπισκευάσωσι τὰς στέγας τῶν δωματίων καὶ τοῦ ναοῦ καὶ οὕτω τὰ εἰσρέοντα ὕδατα ἐξηφάνισαν τελείως τὰς ἁγιογραφίας, ἀπειλεῖται δὲ καὶ ἡ κατάπτωσις τῆς στέγης ἄν μὴ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια. Πολλαχοῦ δὲ οἱ τοῖχοι διερράγησαν. Εἰς τὴν αὐτὴν καὶ  χείρω κατάστασιν ὑφίστανται καὶ τὰ δωμάτια τῶν μοναχῶν καὶ ἐν ἐρειπίοις εἶναι καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου…».

Δύο χρόνια ἀργότερα, στὰ 1901, ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑφίσταται ἡ ἴδια καὶ χειρότερη κατάσταση. Καμία μέριμνα στὸ μεταξὺ διάστημα, δὲν εἶχε ληφθεῖ οὔτε καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴ τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ. Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ποὺ ἐπισκέφθηκε καὶ πάλι τὴν Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς, ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ πάλι τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς διορισμένος «ἐπιμελητὴς τῶν καθ’ Ἁλμυρὸν ἀρχαιοτήτων», ἀπευθύνθηκε πρὸς τὶς πολιτικὲς ἀρχὲς καὶ ἔστειλε «Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν», τούτη τὴ φορά, στὶς 27 Αὐγούστου 1901, ἀναφορά γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ εἶδε ἐκεῖ, στὴν ὁποία μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει:

«Ἐντεταλμένος ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος» ἐν Ἁλμυρῷ μετέβην μετὰ τοῦ ὁσιωτάτου ἐν μοναχοῖς καὶ φιλαρχαίου Χαρίτωνος ἁγιογράφου, (καταδιωχθέντος δυστυχῶς ὑπὸ τῶν πατέρων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς διὰ τὰς προοδευτικὰς αὑτοῦ ἀρχὰς) εἰς τὴν Ἄνω Μονὴν Ξενιᾶς …… Ἐν τῇ Μονῇ Ξενιᾶς εἴδομεν μετὰ φρίκης ὅτι ὁ ναὸς διατελεῖ  ἐγκατελειμμένος καίτοι εἶναι τὸ σέμνημα τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῆς λοιπῆς Θεσσαλίας διὰ τὸ λαμπρὸν καὶ σεμνὸν τῆς ἁγιογραφίας αὐτοῦ καὶ λοιπῶν γλυπτῶν βυζαντιακῆς τέχνης, καὶ ὅτι ἐν αὐτῷ μανδρίζονται αἶγες! Πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς λατρείας τοῦ Ὑψίστου!  καὶ ἀγελάδες τῶν περιοίκων χωρίων τῶν συγγενῶν καὶ φίλων τῶν ἱερομονάχων τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς.

Πρὸς τοῦτο καίτοι καὶ ἄλλοτε συνεστήθη ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας διὰ λόγους ἱστορικοὺς τοὐλάχιστον ἡ διάσωσις τοῦ λαμπροῦ τούτου ναοῦ, καὶ ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον μακρὰ ἔκθεσις οὐχ ἧττον ὅμως οἱ μοναχοὶ μόνον περὶ ἑνὸς φροντίζουσι ποῖοι πρῶτοι νὰ ἐξέλθωσι μετὰ τῆς εἰκόνος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πρὸς πλουτισμὸν ἑαυτῶν καὶ οὐχὶ πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ἐξαφανιζομένων ὁσημέραι ἱστορικῶν μονῶν Ξενιᾶς.

Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον ὅπως εὐαρεστούμενον διατάξῃ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον καὶ ἐπισκευάσῃ τὸν ναὸν τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, περιορίσῃ δὲ τὴν περιοδείαν τῶν μοναχῶν πρὸς ἀργυρολογίαν, ἀφοῦ αὕτη εἰς οὐδένα πρακτικὸν καὶ ἠθικὸν σκοπὸν ἀποβλέπει, μᾶλλον δὲ πρὸς διαφθοράν.

…….

Εὐπειθέστατος

ὁ ἐπιμελητὴς τῶν καθ’ Ἁλμυρὸν ἀρχαιοτήτων

Ν. Ι. Γιαννόπουλος».

Ἡ ἴδια κατάσταση τῆς ἐγκατάλειψης, τῆς ἐρήμωσης καὶ τῆς καταστροφῆς ἐξακολουθοῦσε γιὰ πολλὰ χρόνια. Τὸ μεγάλο καὶ ἱστορικὸ Μοναστήρι, τὸ  Μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, τὸ Μοναστήρι ποὺ ἄλλοτε εἶχε   600 μοναχοὺς καὶ πολλὲς σκῆτες γύρω ἀπὸ αὐτό, ἐρημωνόταν καὶ καταστρεφόταν.

Ἡ κατάσταση αὐτὴ συγκλόνιζε τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ. Ἦταν ὅλοι τους ἄρρηκτα δεμένοι μὲ τὴν πανάρχαια προγονική τους θεϊκὴ ἑστία. Ζητοῦσαν νὰ σταματήσει αὐτὴ ἡ ἐγκατάλειψη καὶ ἐρήμωση. Χαρακτηριστικὴ εἶναι μία ἀναφορά τοῦ Ἁλμυριώτη Κ. Δ. Εὐαγγελόπουλου, ποὺ ὑποβλήθηκε ταυτόχρονα μὲ τρία ἀντίγραφά της στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, στὴν Ἱερὰ Σύνοδο ταῆς Ἑλλάδος καὶ στὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος. Τὸ περιεχόμενό της τὸ πληροφορούμαστε ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα «Τύπος τοῦ Βόλου», στὴν ὁποία δημοσιεύθηκε στὶς 21 Μαρτίου 1902 μὲ τίτλο «Ἡ Μονὴ Ξενιᾶς καὶ ἡ ἐγκατάλειψις αὐτῆς ὑπὸ τῶν Μοναχῶν»:

«Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν κ.τ.λ. Ἀθήνας.

Ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ μέχρι πρό τινων ἐτῶν ἡ καθέδρα αὐτῆς ἦτο ἐν τῇ ἤδη καλουμένῃ Ἄνω Μονῇ Ξενιᾶς, κειμένῃ δυτικῶς τῶν χωρίων Κοκκωτῶν καὶ Βρυνίνης, θέσει ἀληθῶς δι’ ἐνδιαίτημα μοναχῶν διότι εἶναι ἀπόκεντρος καὶ ἀπρόσιτος εἰς πάντα οἱονδήποτε, καὶ ὅπου κεῖνται πέριξ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἱκαναὶ σκῆται πολλῶν ἁγίων πατέρων. Ἀλλ’  ἕνεκα τῆς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη  ἐπιπολαζούσης λῃστείας ἐξηναγκάσθησαν οἱ πατέρες τῆς Μονῆς νὰ μεταφέρωσι προσωρινῶς τὴν καθέδραν εἰς τὸ μετόχιον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τιμώμενον, καλούμενον δὲ ἤδη Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς, κείμενον πρὸς ἀνατολὰς καὶ εἰς ὀλίγον λεπτῶν τῆς ὥρας ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ χωρίου Βρυνίνης.

Ἀλλ’ ἐνῶ ἡ ἀνάγκη τῆς προσωρινῆς ταύτης μεταθέσεως παρῆλθεν, ἀποκατασταθείσης ὁριστικῶς τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν μάλιστα τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, οὐχ ἧττον οἱ πατέρες εὑρίσκοντες  μεγαλείτερα συμφέροντα καὶ περισσοτέρας τέρψεις ἐν τῷ μετοχίῳ, ἀποκατέστησαν τοῦτο ὁριστικὴν καθέδραν καὶ ἐξακολουθῶσι νὰ διαμένωσιν ἐν αὐτῷ βύοντες[22] τὰ ὦτα των εἰς τὰ ἐναντίον των ἀποδιδόμενα ὡρισμένα σκάνδαλα.

Ἐφ’ ὅσον ἡ καθέδρα τῆς Μονῆς ἦτο ἐν τῇ Ἄνω Μονῇ, προσέβλεπον οἱ Χριστιανοὶ μετ’ εὐλαβείας εἰς τὸ Ἱερὸν τοῦτο Ἵδρυμα ἀπὸ δὲ τῆς  προσωρινῆς μεταθέσεως τῆς καθέδρας τῆς Μονῆς εἰς τὸ Μετόχιον αὐτῆς πολλὰ διαδίδονται καὶ καταγγέλονται, ὅτι λαμβάνουσι χώραν σκάνδαλα καὶ διαπράττονται ἀταξίαι, μειοῦντα τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα.

Ἑπομένως ἵνα τὸ ἱερὸν τοῦτο καθίδρυμα ἀνακτήσηται τὸ πρέπον αὐτῷ κλέος ἐπιβάλετται φρονῶ ἡ ἄρσις τοῦ σκανδάλου τούτου καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι μεριμνῶντες ὑπὲρ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ θρησκευτικοῦ γοήτρου θέλετε συστήσῃ εἰς τὰς ἁρμοδίους  ἐκκλησιαστικὰς ἀρχὰς ἵνα κατὰ τὸ ἐπιβάλλον αὐταῖς διενεργήσωσι καὶ μεταφερθῇ ἐκ τῆς Κάτω εἰς τὴν Ἄνω ἡ ἕδρα καὶ ἡ διοίκησις τῆς Μονῆς ταύτης καθ’ ἅ καὶ τὰ παλαιγενῆ ἐκκλησιαστικὰ ἔγγραφα καὶ πατριαρχικὰ σιγίλια διακελεύουσιν» .

Περνοῦσαν ὅμως τὰ χρόνια καὶ ἡ ἐρήμωση τῆς Ἄνω Μονῆς συνεχιζόταν μέχρι ποὺ ἔφτασε τὸ 1926. Ἡ κατάσταση αὐτὴ συγκλόνιζε τὴν ψυχὴ τοῦ Ἁλμυριώτη μοναχοῦ Εὐσεβίου Μαντζώρου. Ὁ μοναχὸς Εὐσέβιος Μαντζῶρος μόναζε μέχρι τὸ 1926 στὴ Μονὴ Ἀντινίτσας. Σέ κάποια στιγμὴ αὐτοσυγκέντρωσης ὁ Εὐσέβιος ἔνιωσε μέσα του ἕνα προγονικὸ καὶ θεϊκὸ κάλεσμα.  Τότε ζήτησε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Φθιώτιδος νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ ἐγκαταλείψει τὴ Μονὴ τῆς Ἀντινίτσας προκειμένου νὰ συμπεριληφθεῖ στοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ἡ αἴτησή του ἐγκρίθηκε ὅπως ἐγκρίθηκε καὶ ἡ ἐγγραφή του στὸ Μοναχολόγιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ἡ πράξη ἀποδοχῆς τῆς αἰτήσεώς του καὶ ἐγγραφῆς του στὴ Μονὴ Ξενιᾶς ὑπογράφτηκε στὶς 9 Ἰουνίου 1926:

«Ἀριθμὸς πράξεως 211

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Συγκείμενον ἀπὸ τὸν ἡγούμενον Ἀμβρόσιον Ἀνδρεάδην καὶ τὰ μέλη Βενέδικτον Παπανικολάου καὶ Γαβριὴλ Μιχαλόπουλον, Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 9ην Ἰουνίου τοῦ 1926 ἔτους, ἡμέρᾳ Τετάρτῃ καὶ ὥρᾳ 10 π. μ. περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ μοναχολογίῳ τῆς Μονῆς τοῦ Ἱερομονάχου Εὐσεβίου Μαντζώρου, Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 292 ἀπὸ 30 Μαΐου ἐ. ἔ. ἔγγραφον τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος δι’ οὗ γνωρίζει τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ μοναχολογίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀντινίτσης τοῦ Ἱερομονάχου αὐτῆς Εὐσεβίου Μαντζώρου καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3017 ἀπὸ 3 Ἰουνίου ἐ. ἔ. διαταγὴν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος περὶ ἐγγραφῆς τούτου ἐν τῷ μοναχολογίῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

Ἀποφαίνεται

Ἐγκρίνει τὴν ἐγγραφὴν τοῦ Ἱερομονάχου Εὐσεβίου Μαντζώρου ἐν τῷ μοναχολογίῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ προέβη εἰς τὴν ἐγγραφὴν τούτου ἀπὸ σήμερον ὐπ’ αὔξοντα ἀριθμόν 25.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ Ἡγούμενος

Ἀμβρόσιος Ἀνδρεάδης

Βενέδικτος Παπανικολάου

Γαβριὴλ Μιχαλόπουλος».

Ὁ μοναχὸς Εὐσέβιος Μαντζῶρος, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐγκατάστασή του  στὴν «Κάτω Μονὴ», ζήτησε, ὅπως εἶχε ἀποφασίσει ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἀντινίτσας, νὰ πάει στὸ «Πάνω Μοναστήρι» καὶ ἐκεῖ δραστηριοποιούμενος καὶ ἐνεργῶντας  προσωπικὰ νὰ ἀγωνισθεῖ νὰ διασώσει ὅ,τι μποροῦσε.

Ἡ αἴτησή του ἐγκρίθηκε καὶ τὴν ἴδια χρονιὰ ἐγκαταστάθηκε στὸ Πάνω Μοναστήρι καὶ ἄρχισε τὸ ἔργο του. Ἦταν ὅμως μόνος καὶ αὐτὸ δημιουργοῦσε ἀξεπέραστες δυσκολίες στὸ ἔργο ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει. Στὸ κάλεσμά του νὰ ἔρθουν κοντά του καὶ ἄλλοι μοναχοὶ καὶ νὰ συνεργασθοῦν γιὰ νὰ ἀποκαταστήσουν τὶς ζημιὲς καὶ τὴ φθορὰ στὸ ἱστορικὸ Πάνω Μοναστήρι δὲν βρῆκε θερμοὺς ὁμοϊδεάτες.

Στὴ μεγάλη του ἀπόφαση καὶ στὸν ἔνθεο αὐτὸν ἐνθουσιασμό του, ποὺ τὸν θεώρησε κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, συμπαραστάθηκαν, ἐμπνευσμένες ἀπὸ τὸ ἴδιο ὅραμα, τρεῖς γυναῖκες μοναχές, ξαδέρφες του. Ἔτσι στὰ 1926, ἐγκαταλείποντας τὴν «Κάτω Μονὴ», ἔχοντας μαζί του τὶς τρεῖς  ξαδέρφες του, ἐγκαταστάθηκε στὴν «Ἄνω Μονὴ», ἀποφασισμένος νὰ ὑπηρετήσει ἐκεῖ τὰ ἀληθινὰ ἑλληνοχριστιανικὰ  ἰδεώδη, ὅπως αὐτὸς τὰ ἔνιωθε καὶ ὅπως τὰ ζοῦσαν σὲ παλιότερες ἐποχὲς οἱ κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς ποὺ εἶχαν καταστήσει κέντρο τῆς οὐσιαστικῆς ὕπαρξής τους αὐτὸ τὸ Μοναστήρι. Ἔνιωθε μέσα του ἐπιτακτικὸ τὸ μεγάλο κάλεσμα χιλιάδων κατοίκων τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ νὰ διαφυλάξει τὰ πανάρχαια προγονικὰ ἱερὰ καὶ ὅσια.

Οἱ ἐνέργειές του ἦταν ἄμεσες, δυναμικὲς καὶ ἀποτελεσματικές. Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Κάτω Μονὴ εἶχε πάρει μαζί του ἕνα χρηματικὸ ποσὸ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν πρώτων ἀναγκῶν. Πρὶν φύγει, ὡστόσο, εἶχε φροντίσει καὶ εἶχε συστρατεύσει στὸν ἐνθουσιασμό του, ὁ φλογερὸς αὐτὸς Ἁλμυριώτης Παπαφλέσσας, καὶ ἄλλους.

Ὑποπτεύομαι ὅτι στὶς ἐνέργειές του εἶχε συμπαραστάτη τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, ὁ ὁποῖος εἶχε προετοιμάσει ὅλα ὅσα ἔπρεπε νὰ εἶχαν προηγηθεῖ. Ἔτσι ὑπῆρχε ἤδη ἕτοιμη, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὶς 6 Ἰουνίου τοῦ 1926, ἡ σχετική ἔκθεσις «τοῦ διευθυντοῦ ἀναστυλώσεως ἀρχαίων μνημείων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Παιδείας καὶ θρησκευμάτων κ. Ἀν. Ὀρλάνδου», μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος διατηροῦσε ἀπὸ χρόνια συνεργασία καὶ ἀλληλογραφία, ἡ συγκατάθεση τοῦ Μητροπολίτη Δημητράδος ἀλλά καὶ ἡ ἔγκριση σχετικῆς δαπάνης.

Ἡ σχετικὴ πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μᾶς φανερώνει ὅλα ὅσα εἶχαν προηγηθεῖ καὶ τὰ ὁποῖα κλήθηκε νὰ ὑλοποιήσει ὁ φλογερὸς Ἁλμυριώτης καλόγερος Εὐσέβιος  Μαντζῶρος:

«Ἀριθμὸς πράξεως 212

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Συγκείμενον ἀπὸ τὸν ἡγούμενον Ἀμβρόσιον Ἀνδρεάδην καὶ τὰ μέλη Βενέδικτον Παπανικολάου καὶ Γαβριὴλ Μιχαλόπουλον, Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 25ην Ἰουνίου τοῦ 1926 ἔτους, ἡμέραν Παρασκευὴν καὶ ὥραν 10ην π. μ. ἵν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου:

Περὶ

Ψηφίσεως συμπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 20.000 διὰ τὴν κατεδάφισιν ἑτοιμορρόπων κτιρίων, ἐπισκευὴν καὶ στήριξιν  Ἱεροῦ Ναοῦ ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν α) τὴν ἀπὸ   6 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἔκθεσιν τοῦ διευθυντοῦ ἀναστυλώσεως ἀρχαίων μνημείων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Παιδείας καὶ θρησκευμάτων κ. Ἀν. Ὀρλάνδου, διαβιβασθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Δ. Υ. ἀπὸ 19 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, δι’ ἧς προτείνει τὴν ἄμεσον κατεδάφισιν τῶν ἑτοιμορρόπων κτιρίων τῆς ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τὴν ἐπισκευὴν καὶ στήριξιν τοῦ νάρθηκος καὶ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ αὐτῆς πρὸς πρόληψιν καταπτώσεως, ὡς ἔχοντος ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, β) τὴν ὑπολογιζομένην ἐν τῇ ἐκθέσει δαπάνην διὰ τὰς ἐν λόγῳ ἐπισκευὰς ἐκ δραχμῶν 20.000  γ) τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Μονῆς ἐ. ἔ. τοῦ Σεβαστοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, δι’ ἧς διέγραψε τὴν διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀναγραφεῖσαν ἐν αὐτῷ δαπάνην, ἐπιφυλαχθὲν νὰ ἐγκρίνῃ ταύτην ἅμα τῇ ὑποβολῇ προϋπολογισμοῦ δαπάνης καὶ δ) τὴν κατὰ τὴν ἔκθεσιν σοβαρὰν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως κατεπειγόντως τοῦ νάρθηκος καὶ  Ἱεροῦ Ναοῦ,

Ἀποφαίνεται

Ψηφίζει ἐκ τοῦ ἀποθέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Μονῆς τρέχοντος ἔτους συμπληρωματικὴν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν εἴκοσι χιλιάδων (20.000) ἵνα αὕτη χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐκθέσει διαλαμβανομένας καταδαφίσεις καὶ ἐπισκευὰς τῆς ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ αἰτεῖται τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν παρὰ τοῦ Σεβαστοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου.

Τὸ

Ἡγουμενοσυμβούλιον Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ Ἡγούμενος

Ἀμβρόσιος Ἀνδρεάδης

Βενέδικτος Παπανικολάου

Γαβριὴλ Μιχαλόπουλος» .

Ὁ Εὐσέβιος Μαντζῶρος παρέμενεινε οὐσιαστικὰ στὴν Ἄνω Μονὴ ἀπὸ τὸ 1926 μέχρι τὸ 1935 φροντίζοντας γιὰ τὴν συντήρηση καὶ τὴν ἐπισκευὴ τῆς ἐκκλησίας της καὶ τῶν κελιῶν της. Στὸ μεταξὺ εἶχε ἐκλεγεῖ καὶ μέλος τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ, ἀργότερα, ἔγινε καὶ ἡγούμενος, ἐξακολουθῶντας νὰ παραμένει ὁ ἴδιος πάντοτε στὴν «Ἄνω Μονὴ» καὶ φροντίζοντας ἀπὸ ἐκεῖ νὰ διευθύνει τὴ Μονὴ καὶ νὰ ἐπιλύει ὅλα τὰ προβλήματα.

Ἔτσι μὲ τὴν παρουσία τοῦ φλογεροῦ Ἁλμυριώτη μοναχοῦ Εὐσεβίου Μαντζώρου ξαναζωντάνεψε γιὰ λίγα χρόνια καὶ πάλι τὸ Πάνω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ εἶδαν τὴν παλιά τους προγονικὴ ἱερὴ ἑστία νὰ ἀνάβει καὶ πάλι καὶ νὰ τοὺς ζεσταίνει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές, νὰ τοὺς ἑνώνει ὅλους μαζὶ ἀγαπημένους μὲ παλιές καλὲς ἀναμνήσεις καὶ νὰ θεριεύει μέσα τους τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα γιὰ λίγα χρόνια.

Πέραν ἀπὸ τὰ κτίρια καὶ τὶς θαυμάσιες ἁγιογραφίες τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Ἄνω Μονῆς κινδύνευαν καὶ τὰ πολύτιμα κειμήλια καὶ τὰ κοσμήματά της. Δύο ἀπὸ αὐτὰ ἦταν ἰδιαίτερα ἐξαιρετικῆς καλλιτεχνίας δημιουργήματα. Ἦταν ὁ μητροπολιτικὸς θρόνος καὶ τὸ προσκυνητάρι τῆς Παναγίας. Ἀφοῦ πλέον δὲν διαφαινόταν κάποια προοπτικὴ ἐπαρκοῦς ἐπάνδρωσης τοῦ Μοναστηριοῦ, ποὺ θὰ συντελοῦσε στὴν σωστὴ συντήρησή του, ἀποφασίστηκε γιὰ τὴ διαφύλαξη τῶν σπουδαιοτέρων κειμηλίων του ἡ μεταφορὰ τους στὴν «Κάτω Μονή».

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ.  283 πράξη τοῦ ἡγουμενικοῦ συμβουλίου τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1928, ἔπειτα ἀπὸ σχετικὴ σύσταση τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος, ἀποφασίστηκε ἡ μεταφορά τους γιὰ διαφύλαξη καὶ ἀσφάλεια στὴν Κάτω Μονή. Σχετικὲς πληροφορίες περιλαμβάνονται στὸ κείμενο τῆς ἀπόφασης:

«Ἀριθμὸς 283

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

Συγκείμενον ἀπὸ τὸν ἡγούμενον Βενέδικτον Παπανικολάου καὶ τὰ μέλη Εὐσέβιον Μαντζῶρον καὶ Γεδεὼν Ἀρβανιτάκην, Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 1ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1928 ἔτους καὶ Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος περὶ μεταφορᾶς ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς ἄνω Μονῆς τοῦ καλλιτεχνικοῦ καὶ ἀρχαίου Μητροπολιτικοῦ θρόνου, τοῦ προσκυνηταρίου τῆς Παναγίας καὶ τῶν παλαιῶν εἰκόνων ἑορτολογίων καὶ ἁγίων, ἅτινα λόγῳ εὐπρεπείας καὶ ἀσφαλείας δὲον νὰ τοποθετηθῶσι ὁ μὲν θρόνος καὶ τὸ προσκυνητάριον εἰς τὸν ἐνταῦθα καθεδρικὸν Ἱερὸν Ναὸν τῆς Μονῆς, αἱ δὲ ἱεραὶ εἰκόνες νὰ φυλαχθῶσι καὶ κατατεθοῦν ἐν καιρῷ εἰς τὸ καταρτισθησόμενον διαμέρισμα τοῦ ἀρχαιολογικοῦ μουσείου τῆς Μονῆς καὶ εὑρῖσκον ὀρθοτάτην τὴν γενομένην σύστασιν

Ἀποφαίνεται:

Ἀποφασίζει τὴν μεταφορὰν ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς ἄνω Μονῆς α) τοῦ μητροπολιτικοῦ θρόνου καὶ τοῦ προσκυνηταρίου τῆς Παναγίας καὶ τοποθέτησιν αὐτῶν εἰς τὸν καθεδρικὸν ἱερὸν ναὸν τῆς Μονῆς, β) τῶν παλαιῶν ἱερῶν εἰκόνων ἑορτολογίων καὶ  ἁγίων διὰ τὴν φύλαξιν καὶ τοποθέτησιν εἰς τὸ διαμέρισμα τοῦ Μουσείου τῆς Μονῆς καὶ γ) τὴν μεταφορὰν εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς ἄνω Μονῆς τοῦ ἐν τῷ καθεδρικῷ ναῷ ὑπάρχοντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου καὶ προσκυνηταρίου τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου (τοῦ παλαιοῦ).

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ ἡγούμενος

Βενέδικτος Παπανικολάου

Εὐσέβιος Μαντζῶρος

Γεδεὼν Ἀρβανιτάκης».

Ὁ Μοναχὸς Εὐσέβιος Μαντζῶρος ἐξακολουθοῦσε, παραμένοντας στὴν Ἄνω Μονὴ, νὰ φροντίζει γι’ αὐτήν.  Ἡ προσφορὰ του ἀναγνωριζόταν ἀπὸ ὅλους. Ἡ Ἄνω Μονὴ «θὰ εἶχεν ἤδη καταρρεύσει ἄν δὲν ἐγκαθίστατο οὗτος ἐκεῖ ἀπὸ δεκαετίας μεριμνῶν πάντοτε διὰ τὴν συντήρησίν της καὶ ἐξ ἰδίων» ἔγραψε σὲ μιὰ πολὺ συνοπτικὴ ἀναφορά της ἡ ἐφημερίδα «Νέα Ἑλλάς» στὶς 7 Σεπτεμβρίου 1935.

Παραθέτουμε τὸ σχετικὸ δημοσίευμα:

«Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ. Ἁλμυρὸς 5. Πληροφορούμεθα ὅτι χάρις εἰς τὰς προσπαθείας τοῦ ἡγουμένου τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς Εὐσεβίου Μαντζώρου ἤρχισεν ἡ ἀνοικοδόμησις πέντε κελλίων.

Ἀξίζει νὰ σημειωθῇ ἰδιαιτέρως ἡ ἐργασία τοῦ ἡγουμένου διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ἱστορικῆς ταύτης μονῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἤδη καταρρεύσει ἄν δὲν ἐγκαθίστατο οὗτος ἐκεῖ ἀπὸ δεκαετίας μεριμνῶν πάντοτε διὰ τὴν συντήρησίν της καὶ ἐξ ἰδίων…»

Ὁ μοναχὸς Εὐσέβιος Μαντζῶρος, ἐνάντια στὴ γενικὴ τάση τῶν μοναχῶν γιὰ μόνιμη ἐγκατάσταση καὶ παραμονὴ στὴν Κάτω Μονὴ, ἐξακολουθοῦσε νὰ παραμένει ὁ ἴδιος στὴν Ἄνω Μονή. Ἔτσι ἔφτασε ἡ ἐποχὴ τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου τοῦ 1940 καὶ τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς.  Σ’ ὁλόκληρη τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου παρέμεινε ἐκεῖ. Στὴ διάρκεια τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς μετέτρεψε τὴν Ἄνω Μονὴ σὲ ἀντιστασιακὸ κέντρο κατὰ τῶν ἐχθρῶν.  Οἱ λεπτομέρειες τῆς δράσης του αὐτῆς ἀναφέρονται στὸ κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας γιὰ τὴ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στοὺς Ἐθνικοὺς Ἀγῶνες μας.

Ἀποφεύγοντας τὶς λεπτομερεῖς ἀναφορὲς σὲ κατοπινὰ γεγονότα γιὰ τὴν κατάσταση τῆς περαιτέρω ἐγκατάλειψης καὶ τῆς συνεχοῦς καταστροφῆς τῆς ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, ποὺ σὲ γενικὲς γραμμὲς ὁμοιάζουν μὲ τὰ παραπάνω καὶ φανερώνουν μία ἀκόμα μεγαλύτερη ἐγκατάλειψη καὶ καταστροφή, θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ μερικὲς ἀπὸ τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐγκατάλειψης καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς νέας σημερινῆς κατάστασης.

Στὴ δεκαετία τοῦ 1950 τὸ «Πάνω Μοναστήρι» ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἔρημο καὶ ἐγκαταλειμένο. Ὁ τελευταῖος του βιγλάτορας Εὐσέβιος Μαντζῶρος, ἀνήμπορος νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο του, ἔπειτα ἀπὸ τὰ πολλά βασανιστήρια ποὺ ὑπέστη στὶς φυλακὲς ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς Ἰταλούς, τὴν φυλάκισή του στὴν Ἰταλία, ἄρρωστος ἀναγκάστηκε καὶ ζοῦσε στὸ Κάτω Μοναστήρι μέχρι τὸν θάνατό του στὰ 1959.

Κάποιοι εὐλαβεῖς χριστιανοὶ ἐπισκέπτονταν τὸ ἐρημωμένο καὶ συνεχῶς λεηλατούμενο Πάνω Μοναστήρι καὶ ἄναβαν κάποιο κερί. Στὴ δεκαετία τοῦ 1960 ἕνας γέροντας, ρασοφόρος λαϊκός, «ὁ παπποὺς», ὅπως ἦταν γνωστὸς, πῆγε μόνος του καὶ ἐγκαταστάθηκε στὰ ἐρείπιά του, ἀποφασισμένος νὰ ἀφήσει ἐκεῖ τὴν τελευταία του πνοή καὶ νὰ διαφυλάξει ἀπὸ τὴν ἐρήμωση ὅ,τι μποροῦσε. Ἦταν ὁ Ἀθανάσιος Εὐθυμίου ἀπὸ τὴν Πελασγία τῆς Φθιώτιδας

Ἡ ἐρήμωση αὐτὴ καὶ ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ συγκινοῦσε, ὡστόσο, πολλοὺς. Ἔτσι τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ὁ μοναχὸς Τίτος Ἀβραδόπουλος, Εὐξεινουπολίτης, ποὺ ἐγκαταβίωνε μαζί μὲ τὴν ὑπόλοιπη ἀδελφότητα στὴν Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς, ζήτησε νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ ἐγκατασταθεῖ στὸ Πάνω Μοναστήρι.

Τὸ προγονικὸ ἱερὸ κάλεσμα, οἱ ἱερὲς σκιὲς ἑκατοντάδων μοναχῶν ποὺ εἶχαν τελειώσει τὴ γήινη ὕπαρξή τους στὸ χῶρο αὐτό, ἡ θεϊκὴ γαλήνη ποὺ ἀγκάλιαζε καὶ πλημμύριζε τὴν ἐκεῖ γύρω ἀτμόσφαιρα τοῦ μήνυσαν νὰ πάει εκεῖ γιὰ προσευχὴ. Ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ καὶ ἔζησε μαζὶ μὲ τὸν «παπποῦ» γιὰ κάμποσο καιρὸ μέχρι ποὺ ὁ «παππούς», ὅπως τὸ ἐπιθυμοῦσε, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ κατὰ τὸ 1967, ὑπηρετῶντας ὡς τὴν τελευταία του πνοὴ τὴν Παναγία στὸ Πάνω Μοναστήρι.

Ὁ μοναχὸς πατὴρ Τίτος συνέχισε παραμένοντας ἐντελῶς μόνος γιὰ χρόνια πολλὰ στὸ πάνω Μοναστήρι. Ἡ προσφορά του στὴ διαφύλαξη τῶν ἐρειπίων τοῦ ἐγκαταλειμένου Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας εἶναι ἀνεκτίμητη. Εἶναι ὁ τελευταῖος κρίκος ποὺ συνδέει τὴν κατάσταση τῆς πλήρους ἐγκατάλειψης ἑνὸς χιλιόχρονου ἱστορικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ μνημείου μὲ τὴν σημερινὴ κατάσταση τῆς περιόδου τῆς νέας ἄνθισής του.

Στὸ ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ σώζεται μία ἐπιστολὴ τοῦ μοναχοῦ Τίτου πρὸς τὸν οἰκεῖο μητροπολίτη. Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ μοναχὸς Τίτος περιγράφει τὴν κατάσταση που ἀντιμετώπιζε κατὰ τὸ 1968 καὶ παρακαλεῖ νὰ ληφθοῦν κάποια μέτρα γιὰ τὴν προστασία τοῦ Μοναστηριοῦ:

«Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς τῇ 6  –  9  –  1968

Σεβασμιώτατε φιλῶ τὴν δεξιάν σας.

Ἀπὸ τὰ μικρὰ χρόνια τῆς ζωῆς μου κρυφή μου ἐπιθυμία ἦτο ὅπως ἅμα τῇ ἐνηλικιώσει μου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἰσαχθῶ εἰς τὸν μοναχικὸν βίον. Δοξάζω τὸν Θεὸν διότι ἡ ὑμετέρα Σεβασμιότης μὲ ἐδέξατο εἰς τοὺς κόλπους τοῦ μοναχικοῦ βίου καὶ μὲ ἐγκατέστησε εἰς τὴν Ἄνω Μονὴν Ξενιᾶς.

Εὑρισκόμενος ἐνταῦθα προσπαθῶ πάντοτε διὰ τῆς προσωπικῆς μου ἐργασίας ὅπως βελτιώσω τὸν Ἱερὸν Ναὸν καὶ τὰ ἐρειπωμένα κτίρια καὶ τὰ διάφορα ἀντικείμενα ἔχοντα ἀνάγκην βελτιώσεως καὶ τὸν καλλοπισμὸν αὐτῶν.

Ἐπὶ πλέον Σεβασμιώτατε ὁ Ναὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ὅταν βρέχει τρέχει εἰσέρχονται βρόχινα νερὰ καὶ ἔχει ἀνάγκην ἐπιδιορθώσεως τῶν κεράμων καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἀντικαταστάσεως διότι αὐτῶν ἐχόντων ἐσάπισαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ ἡ κατάστασις τοῦ Ναοῦ διότι ἐπερχομένου τοῦ χειμῶνα θὰ εἶναι μεγάλη ἡ εἰσροὴ τῶν ὑδάτων καὶ ἡ στέγη θὰ ὑποστῇ μεγάλην καταστροφήν.

Σεβασμιώτατε,

Θερμῶς σᾶς παρακαλῶ ὅπως διατάξητε τοὺς ἁρμοδίους ἵνα τὰ αἰγοπρόβατα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μὴν πλησιάζουσι εἰς τὴν περιφέρειάν τοῦ μοναστηριοῦ διότι δι’ αὐτῶν οὐδένα σεβασμὸν πρὸς τὸν Ναὸν ἔχουσι καὶ τὰ ἐγκαταλείπουν καὶ εἰσέρχονται … ὄχι μόνον ἔξωθεν τοῦ προαυλίου τῆς Μονῆς ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ.

Διὰ προσωπικῆς μου ἐργασίας καὶ μικρὸν κῆπον ἐδημιούργησα περιέχοντα διάφορα φαγόσιμα εἴδη ἀλλὰ καὶ ταῦτα καταστρέφονται παρὰ τῶν αἰγοπροβάτων κατόπιν ἀδιαφορίας τῶν ποιμένων. Περιμένω διαταγήν σας ὅπως τὸ κακὸν τοῦτο διορθωθῇ.

Μετὰ σεβασμοῦ φιλῶ τὴν Δεξιάν Σας

ὁ ἐλάχιστος Ἱεροδιάκονος

(Τίτος Ἀβραδόπουλος)».

Ὁ μοναχὸς Τίτος ἐκτὸς ἀπὸ τὰ προβλήματα τῆς φύλαξης καὶ τῆς προστασίας ἀπὸ τὴν περαιτέρω καταστροφὴ τῶν κτιρίων τοῦ Μοναστηριοῦ ἀντιμετώπιζε καὶ προβλήματα προσωπικῆς διαβίωσης. Δὲν εἶχε ὁ ἴδιος πόρους ζωῆς. Φαίνεται νὰ τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει ὅλοι. Τὸ περιεχόμενο τῆς παρακάτω πράξης τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μᾶς δίνει σχετικὲς πληροφορίες:

«Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 18ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Παρασκευὴν, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱ. Μονῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου καὶ 3) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου, μελῶν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου περὶ χορηγήσεως ὡς μηνιαῖον ἐπίδομα (βοήθημα) εἰς τὸν ἄμισθον καὶ μὴ ἔχοντα πόρους ζωῆς διάκονον Τίτον Ἀβραδόπουλον, ἀδελφὸν τῆς Ἱ. Μονῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς καὶ ὑπεύθυνον ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, κατόπιν καὶ ἰδικῆς του πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἀπὸ 25/8/1970 αἰτήσεώς του,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως ἀπὸ τοῦ παρόντος μηνὸς Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς προσφέρῃ κατὰ μῆνα ὡς βοήθημα, μηνιαῖον ἐπίδομα, τὸ ποσὸν τῶν 1.000 (χιλίων) δραχμῶν, εἰς τὸν ἄμισθον μέχρι τοῦδε καὶ μὴ ἔχοντα πόρους ζωῆς διάκονον καὶ ἀδελφὸν τῆς Ἱ. Μονῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς Τίτον Ἀβραδόπουλον, ὑπεύθυνον ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη τὸ παρὸν καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σκαρλάτος

Ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος».

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες ὁ μοναχὸς Τίτος Ἀβραδόπουλος ἔμεινε ἐθελοντικὰ ὁ μοναδικὸς ἀκοίμητος φύλακας ἑνὸς σημαντικοῦ θρησκευτικοῦ καὶ λατρευτικοῦ χριστιανικοῦ κέντρου, τοῦ σημαντικότερου τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ γιὰ χρόνια πολλὰ. Ἔτσι κυλοῦσε ὁ καιρὸς μέχρι ποὺ στὸ πάνω Μοναστήρι ἐγκασταστάθηκε ἀδελφότητα μοναχῶν καὶ ἄρχισε μιὰ νέα περίοδος τῆς ἱστορίας του για τὴν ὁποία θὰ γίνει ἰδιαίτερος λόγος σὲ ἄλλη θέση.

 

 

 

[1] Μεσημβρινός (νότιος) λιμένας τοῦ Κροκίου Πεδίου ἦταν τὸ λιμάνι στὴν παραλιακὴ θέση τοῦ σημερινοῦ Δημοτικοῦ Διαμερίσματος Πλατάνου τοῦ Δήμου Ἁλμυροῦ «Τσιγγέλι».

[2] «Ἀχιλληίς», τεῦχος Σεπτεμβρίου 1933, στὸ ἄρθρο «Τὸ Κελέριον τῆς Ξενιᾶς».

[3] Ἡ 27 Τζεματζὶ οὔλ ἐβέλ 1240 τοῦ ὀθωμανικοῦ ἡμερολογίου ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν  15 Νοεμβρίου 1825 τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου,

[4] Περίεργος  εἶναι ἐδῶ ὁ συνδυασμὸς χριστιανικῆς ἡμερομηνίας ( 2 Ἰουλίου) καὶ ὀθωμανικῆς χρονολογίας (1297). Φαίνεται ὅτι στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς τουρκοκρατίας καὶ στὶς συμβολαιογραφικὲς πράξεις γινόταν μικτὴ χρήση τῶν δύο ἡμερολογίων. Προφανῶς ὁ Εὐστάθιος Παπακωνσταντίνου Καλτσέτας εἶχε ὑπόψη του, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του, κάποιες συμβολαιογραφικὲς πράξεις, στὶς ὁποῖες στήριξε τὶς παραπάνω πληροφορίες, καὶ τὶς ὁποῖες συμβολαιογραφικὲς πράξεις δὲν εἶχε ὑπόψη του ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὶς μνημονεύει στὶς σχετικὲς μὲ τὴν Παναγία Ξενιὰ ἐργασίες του. Ὡστόσο πρέπει νὰ διευκρινίσουμε ὅτι τὸ ὀθωμανικὸ ἔτος 1297 ἀντιστοιχεῖ μὲ τὸ χρονικὸ διάστημα 15 Δεκεμβρίου 1879 – 4 Δεκεμβρίου 1880 τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου καὶ ὅτι ἡ 2 Ἰουλίου 1297 τῆς ἀσυνήθιστης αὐτῆς μικτῆς «χριστιανοοθωμανικῆς» χρονολογίας ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν  2 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1880 τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου καὶ μὲ τὴν 23 Ρεγκέμπ τοῦ ἔτους 1297 τοῦ ὀθωμανικοῦ ἡμερολογίου.

[5] Τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο τοῦ Σωφρονίου δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Θ’ (1926), σελ. 130 – 144 σὲ δημοσίευμά του ὑπὸ τὸν τίτλο Ἔγγραφα Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τῶν χωρίων Βρυνίνης καὶ Κωφῶν τοῦ Ἁλμυροῦ.

[6] Ὁ Πατριάρχης, γνώστης τοῦ πραγματικοῦ ὀνόματος τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ «Ξενιὰ» εἶναι προσωνυμία γι’ αὐτὸ τὸ ἀναφέρει ὡς «ἐπιλεγόμενον τῆς Ξενιᾶς».

[7] Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἀναφέρεται «οἱ πατέρες» καὶ ὄχι «ἔνιοι τῶν πατέρων» ἐπιτρέποντάς μας ἔτσι νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἄν ὄχι τὸ σύνολο τῶν μοναχῶν τοὐλάχιστον μεγάλο μέρος αὐτῶν, εἶχαν μεταβεῖ καὶ ἐγκατασταθεῖ  μονίμως στὸ Μετόχι καὶ δὲν ἤθελαν νὰ ἐπιστρέψουν μὲ κανένα τρόπο στὴν ἕδρα τους: «δυσανοποσπάστως εἶχον τῆς ἐκεῖθεν διατριβῆς».

[8] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ συγγραφέως τῆς παρούσας ἐργασίας.

[9] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος στὸ κείμενο τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου, ὅπως τὸ παρουσίασε στὸ «Δελτίο τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος» (τόμος Θ΄, σελ. 142),  ἀναφέρει ὡς χρονολογία ἀποστολῆς τοῦ σιγγιλίου τὸ ἔτος 1770 καὶ ὄχι 1777. Ἀντιγράφοντας τὸν Γιαννόπουλο καὶ ἄλλοι, νεότεροι, ἐρευνητὲς, ἴσως χωρὶς νὰ ἰδοῦν τὸ πρωτότυπο, ἀναφέρουν καὶ αὐτοὶ ὡς ἔτος ἀποστολῆς τοῦ σιγγιλίου τοῦ Σωφρονίου τὸ ἴδιο ἔτος, 1770. Ὁ Σωφρόνιος (Β΄) ὅμως ὑπηρέτησε ὡς πατριάρχης ἀπὸ τὸ 1774 -1780.  Ἑπομένως τὸ 1770, ὡς ἔτος ἀποστολῆς τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου εἶναι ἐσφαλμένο, διότι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν πραγματικότητα.  Στὰ 1770 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Θεοδόσιος Β΄, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως  ἀπὸ τὸ 1769 μέχρι τὸ 1773. Κατὰ τὴν ἄποψή μου τὸ λάθος  αὐτὸ πρέπει νὰ ὀφείλεται σὲ λάθος κατὰ τὴν ἀντιγραφὴ ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλο καὶ ὅτι τὸ ἔτος ἀποστολῆς τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου τοῦ Σωφρονίου εἶναι  τὸ ἔτος 1777. Παραλείφθηκε δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀντιγραφὴ τὸ «ἑβδόμῳ».  Αὐτὸ ἰσχυριζόμαστε γιατί μόνο κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τῆς πατριαρχείας τοῦ Σωφρονίου (1774 – 1780) ἡ «ἐπινέμησις», δηλαδὴ ἡ ἰνδικτιών, ἦταν «δεκάτη»: [(1777+3):15 = 118 πηλίκο καὶ 10 ὑπόλοιπο (δεκάτη ἐπινέμησις)]. Ἀντίθετα κατὰ τὸ ἔτος 1770, ἐκτὸς τοῦ γεγονότος ὅτι τότε δὲν πατριάρχευε ὁ Σωφρόνιος ἀλλὰ ὁ Θεοδόσιος,  ἡ «ἐπινέμησις» ἦταν «τρίτη» καὶ ὄχι «δεκάτη»: [(1770+3) : 15 = 118 πηλίκο καὶ 3 ὑπόλοιπο (τρίτη ἐπινέμησις)].

[10] Ἡ «Ἐπινέμησις» καὶ ἡ «Ἰνδικτιών» εἶναι ταυτόσημες ἔννοιες.  «Ἐπινέμησις» ἤ «Ἰνδικτιὼν» ἑνὸς ἔτους λέγεται ἡ σειρὰ τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἐντὸς ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος δεκαπέντε ἐτῶν. Γιὰ τὸν ὑπολογισμό της προσθέτομε στὸ ἔτος τὸν ἀριθμὸ 3 (τρία) καὶ διαιροῦμε τὸ ἄθροισμα διὰ 15 (δεκαπέντε). Τὸ ὑπόλοιπο εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῆς «ἐπινεμήσεως» ἤ «ἰνδικτιῶνος» τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ ὑπόλοιο εἶναι μηδὲν ἡ «ἐπινέμησις» ἤ «ἰνδικτιὼν» γιὰ τὸ ἔτος αὐτὸ εἶναι 15η (δεκάτη πέμπτη). Ἔτσι γιὰ τὸ ἔτος 1777 ἔχομε:  1777+3 = 1780, 1780:15 = 118 πηλίκον καὶ 10 ὑπόλοιπο. Ἑπομένως τὸ ἔτος 1777 ἡ «ἐπινέμησις» ἤ ἡ «ἰνδικτιὼν» ἦταν δεκάτη.

[11] ἀββᾶς = τιμητικὸς τίτλος ποὺ συνηθιζόταν νὰ δίνεται σὲ ἡγουμένους μοναστηριῶν. Μερικὲς φορὲς ὁ τίτλος διατηροῦνταν καὶ ἀπὸ τοὺς προηγουμένους.

[12] Βρύνινα εἶναι μία ἄλλη γραφὴ τῆς ὀνομασίας Βρύναινα. Ὑπάρχει δὲ σὲ κάποια κείμενα καὶ ἡ γραφὴ Βρύνια.

[13] Ἡ ὀνομασία τοῦ χωριοῦ Κοκκωτοὶ παρουσιάζεται σὲ πολλὲς μορφὲς: Κοκκωτοί, Κοκουτοί, Κοκκωτή, Κοκκωτούς κ. ἄ.

[14] Ὁ Κισλάραγας ἤ Κιζλάραγας ἦταν ἀνώτατο ἀξίωμα στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, τὸ ὁποῖο κατεῖχε συνήθως ὁ ἀρχιευχοῦχος τοῦ Σουλτάνου. Πολλὲς φορὲς ὁ Κισλάραγας ἀναλάμβανε τὴ διαχείριση τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε ἡ Βαλιδὲ Σουλτάνα (μητέρα τοῦ Σουλτάνου) ἀπὸ περιοχὲς οἱ ὁποῖες τῆς εἶχαν παραχωρηθεῖ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Σουλτάνο. Τὴν εἴσπραξη τῶν φόρων τῶν περιοχῶν αὐτῶν τὴν ἀνέθετε στὸν τοπικὸ βοεβόδα, τὸν ὁποῖο, πολλὲς φορές, ὅπως στὴν περίπτωση αὐτή, τοῦ βοεβοδιλικιοῦ Κοκοσίου, διόριζε ὁ ἴδιος ὁ Κισλάραγας γιὰ νὰ τοῦ ἔχει ἐμπιστοσύνη.

[15] 1888.

[16] Δὲν ἐξηγεῖ ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ποὺ στηρίζει αὐτὴ του τὴν ἄποψη.

[17] Ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης γράφει 1840 καὶ ὄχι 1844.

[18] Εἶναι ὁ «ἐνενηκοντούτης μοναχὸς» ἀπὸ τὶς Κοκκωτούς, ποὺ γεννήθηκε τὸ 1796 καὶ «ἐκουρεύθη» μοναχός τὸ  1832,  γιὰ τὸν ὁποῖο ἀναφέρει παραπάνω ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης.

[19] «Θεσσαλία», Ἐν Ἀθήναις 1880, σελ. 342.

[20] Τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως καὶ ὅλα τὰ μοναστήρια τῆς Θεσσαλίας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τοὺς Τούρκους κατὰ τὸ 1881, ἀνῆκε πλέον στὴν αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας καὶ ἐξαρτιόνταν διοικητικὰ ἀπὸ τὸν τοπικὸ μητροπολίτη.

[21] Ἡ φράση τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «ἡ θέσις ἁρμόζει ὄντως διὰ μοναστήριον καὶ μοναχοὺς ἄλλων χρόνων» στηρίζεται καὶ δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ ὅτι σὲ προηγούμενη παράγραφο  τῆς ἴδιας ἔκθεσης, ἀναφέροντας γιὰ τὴν κατάσταση τῆς Κάτω Μονῆς, διατύπωναν τὴν ἄποψη ὅτι ὁ χῶρος καὶ ἡ περιοχὴ τῆς «Κάτω Μονῆς» δὲν ἐνδεικνυόταν γιὰ ἐγκατάσταση μοναστηριοῦ ἀλλὰ ἦταν κατάλληλος χῶρος γιὰ στέγαση κάποιας Ἱερατικῆς Σχολῆς.

[22] Βύω = κλείνω, ἀποφράζω, ταπώνω, βουλώνω.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος πέμπτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)  μέσα ἀπὸ ἔγγραφα

Εἰσαγωγικὰ

Σημαντικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ Παναγίας Ξενιᾶς μποροῦν νὰ ἀντληθοῦν μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν διαφόρων  ἐπισήμων ἤ μὴ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅπως πατριαρχικῶν σιγγιλίων, σουλτανικῶν φιρμανίων κ. ἄ., τὰ ὁποῖα ἀπευθύνθηκαν κατὰ καιροὺς πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο ἤ πρὸς τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ ἤ καὶ πρὸς ἄλλους ἀλλὰ ἀναφέρονταν ἔμμεσα καὶ στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ Παναγίας Ξενιᾶς ἤ ἀποστάλθηκαν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι πρὸς διάφορες ἀρχὲς ἤ κάποια πρόσωπα.

Πληροφορίες ἀκόμη, γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε καὶ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη, τὴν ἁπλῆ καθημερινὴ ἀλληλογραφία τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀπὸ τὰ «ἀνεπίσημα» καὶ καθημερινὰ ἔγγραφα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διάφορα σχετικὰ σημειώματα καὶ δημοσιεύματα.

Στὴ συνέχεια τῆς ἐργασίας μας, στὸ κεφάλαιο τοῦτο, θὰ παραθέσουμε τὰ αὐθεντικὰ κείμενα μερικῶν τέτοιων ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅσα ἔχουν διασωθεῖ στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ ἤ ὅσα ἔχομε ὑπόψη μας ἀπὸ ἄλλες πηγές ἤ ἄλλες δημοσιεύσεις, ἀκολουθῶντας τὴ χρονολογικὴ τους, περίπου, σειρά.

Θεωροῦμε ὅτι ἔτσι, μὲ τὴν παράθεση, δηλαδή, ὁλόκληρου τοῦ αὐθεντικοῦ  κειμένου τοῦ κάθε ἐγγράφου – πέραν βεβαίως ἀπὸ τὸν σχολιασμό του στὸ βαθμὸ ποὺ θεωρεῖται ἐκ μέρους μας ἀπαραίτητος γιὰ τοὺς σκοποὺς τῆς ἐργασίας μας – παρέχεται στὸν  ἀναγνώστη ἡ δυνατότητα τῆς προσωπικῆς ἐκ μέρους του ἄντλησης ἀνόθευτων τῶν σχετικῶν αὐθεντικῶν πρωτογενῶν πληροφοριῶν καὶ ἐπὶ πλέον, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, δίνονται στὴ διάθεση τοῦ κάθε ἀναγνώστη ὁλόκληρα τὰ αὐθεντικὰ κείμενα τῶν ἐγγράφων γιὰ ὁποιαδήποτε ἄλλη διαφορετικὴ, ἐκ μέρους του ἀνάγνωση ἤ μελέτη, ἔρευνα καὶ ἀξιοποίησή τους, ἔξω ἀπὸ τοὺς σκοποὺς καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς. Δίνεται ἕνα corpus ἐγγράφων τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς.

Θεωρήσαμε προτιμότερη αὐτὴ τὴν ἄμεση ἐνσωμάτωση ὁλόκληρων τῶν κειμένων τῶν ἐγγράφων στὸ κυρίως σῶμα τῆς ἐργασίας μας καὶ ὄχι τὴν παράθεσή τους σὲ κάποιο παράρτημα στὸ τέλος τῆς ἐργασίας μας ἤ σὲ κάποια παραπομπὴ μιᾶς ὑποσελίδιας  σημείωσης γιὰ τὴν ἀνάγνωσή τους μόνο ἀπὸ ὅσους θὰ εἶχαν εἰδικότερα ἐνδιαφέροντα ἤ περισσότερες διευκρινίσεις καὶ λεπτομέρειες.

Ἐπίσημα ἔγγραφα ποὺ νὰ ἀναφέρονται στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ νὰ ἀνάγονται στὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ δὲν σώζονται σήμερα παρὰ μόνο ἐλάχιστα καὶ ἀπὸ κάποια ἄλλα μερικὰ μόνο στοιχεῖα τους ποὺ διασώθηκαν ἀποσπασματικά. Τὰ περισσότερα ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σώζονται καὶ ἀναφέρονται στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ἀνάγονται κυρίως στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ στὴ νεότερη ἐποχή, τὴν ἐποχὴ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ νεότερου ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους καὶ μετὰ.

Ἔτσι τὰ ὅσα ἔγγραφα παρουσιάζομε καὶ σχολιάζομε στὸ κεφάλαιο αὐτὸ ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ σχετικὲς πληροφορίες ποὺ αὐτὰ περιέχουν ἀνάγονται καὶ σχετίχονται μὲ τὰ προβλήματα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς κατὰ τὶς δύο αὐτὲς χρονικὲς περιόδους, τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ἡ ὁποία γιὰ τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ διάρκεσε ἀπὸ τὸ 1400 περίπου μέχρι τὴν 17 Αὐγούστου 1881,  καὶ τὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ἡ περιοχὴ αὐτὴ ἀνῆκε στὸ  νεότερο ἐλεύθερο ἑλληνικὸ κράτος, ἀπὸ τὴν 17 Αὐγούστου 1881 καὶ μετά.

Ἡ περίοδος τῆς Τουρκοκρατίας στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, δηλαδὴ ἡ χρονικὴ περίοδος ἀπὸ τὸ 1400 περίπου μέχρι τὶς 17 Αὐγούστου 1881, ἦταν μιὰ πολὺ δύσκολη περίοδος γιὰ τοὺς κατοίκους της ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἴδιο τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ὡστόσο ἡ ἴδια αὐτὴ χρονικὴ περίοδος εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίοδος κατὰ τὴν ὁποία τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀπόκτησε τη μεγάλη του κτηματικὴ περιουσία, ἀπὸ δωρεὲς διαφόρων προσώπων, ἀπὸ ἀνταλλαγὲς καὶ ἀπὸ ἀγορὲς. Ταυτόχρονα ὅμως, κατὰ τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο, τὸ Μοναστήρι ἀντιμετώπιζε πολλὰ, μεγάλα καὶ συχνὰ προβλήματα τόσο γιὰ τὴ διαφύλαξη ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀξιοποίηση καὶ διαχείριση τῆς μεγάλης, ἐκτεταμένης, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς καὶ ἀπομακρυσμένες περιοχὲς διασκορπισμένης, τῆς κτηματικῆς περιουσίας του.

Ἡ κτηματικὴ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ πάρα πολλὰ, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμό, μικρῆς ἤ μεγάλης ἔκτασης τὸ καθένα, κτήματα. Αὐτὸ δημιουργοῦσε ποικίλα διαχειριστικὰ προβλήματα. Τὸ μεγαλύτερο, ὡστόσο, κυρίως πρόβλημα, ἦταν τὸ ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ ἦταν διασκορπισμένα σὲ πολλὲς καὶ πολὺ ἀπομακρυσμένες μεταξύ τους περιοχές, ἀφοῦ αὐτὰ ἁπλώνονταν στὶς κτηματικὲς περιφέρειες τῶν νομῶν Μαγνησίας, Λάρισας, Φθιώτιδας, Βοιωτίας, Εὔβοιας, Ἀττικῆς, Φωκίδας καὶ ἄλλων.

Ἔτσι δὲν ἦταν εὔκολη ἡ συστηματικὴ καὶ πλήρως ἀποδοτικὴ ἐκμετάλλευσή τους ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς ἐνῶ ἀντίθετα ἦταν πολὺ εὔκολη ἡ καταπάτησή τους κυρίως ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γείτονες  ἐξαιτίας τῆς πλημμελοῦς ἤ καὶ ἀρκετὲς φορὲς τῆς ἐντελῶς ἀνύπαρκτης ἐπιτήρησής τους ἀπὸ ὑπεύθυνους καλογέρους. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀπομακρυσμένα αὐτὰ κτήματα καὶ ὑποστατικὰ λειτουργοῦσαν ὡς μοναστηριακὰ «Μετόχια», ἄλλα μὲ χαλαρὸ καὶ ἄλλα μὲ στενὸ σύνδεσμο καὶ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ κεντρικὸ Μοναστήρι.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἐγγράφων ποὺ ἀναφέρονται στὴν περίοδο αὐτή καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζομε στὴ συνέχεια, παρουσιάζουν, σχεδὸν ἀποκλειστικά, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, θέματα καὶ προβλήματα διατήρησης καὶ διαχείρησης τῆς κτηματικῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ὡστόσο, πέραν ἀπὸ τὸ παραπάνω κύριο χαρακτηριστικὸ τῶν σωζόμενων ἐγγράφων τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ περίοδος τῆς Τουρκοκρατίας εἶναι ἡ μεγαλύτερη χρονικὴ περίοδος στὴ μακραίωνη ζωὴ τοῦ Μοναστηριοῦ κατὰ τὴν ὁποία γεννιέται, δημιουργεῖται, ἑδραιώνεται, σφυρηλατεῖται καὶ ἀποκτᾶ τὴν ὀντότητά του καὶ τὴν ἰδιαίτερη χαρακτηριστικὴ ταυτότητά του ὁ ἀδιάσπαστος σύνδεσμος τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ  καὶ τοῦ «δικοῦ του» μοναστηριοῦ, τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ὁ ἰδιαίτερος αὐτὸς καὶ πολὺ στενὸς δεσμός τῆς ἀγάπης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ τοῦ λαοῦ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ θεμελιώθηκε καὶ πῆρε σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἀπόκτησε τὴν ὀντότητά του, κάτω ἀπὸ τὶς ἰδιαίτερα δύσκολες συνθῆκες τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἐξ  αἰτίας ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν δύσκολων συνθηκῶν τῆς περιόδου αὐτῆς.

Ἡ περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, πολὺ πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπὸ τὸν ἑνδέκατο ἀκόμη αἰῶνα, εἶχε πάψει οὐσιαστικὰ νὰ ἀποτελεῖ κομμάτι τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς δὲν αἰσθάνονταν βυζαντινοί ὑπήκοοι. Μέσα στὴν θολωμένη καὶ συγκεχυμένη ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργοῦνταν ἀπὸ τὶς ἀλληλοδιάδοχες καὶ διαφορετικὲς κατακτήσεις τῆς περιοχῆς ἀπὸ τὰ ποικιλώνυμα σλαβικὰ φύλα ἤ ἀπὸ τὰ δυτικοευρωπαϊκὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα ἤ ἀπὸ τὶς παρασταυροφορικὲς καθαρὰ κατακτητικὲς δυνάμεις καὶ ἀπὸ τὰ ληστρικὰ καὶ ἐπιθετικὰ καὶ ἀπειθάρχητα καταλανικὰ μισθοφορικὰ στρατεύματα, οἱ ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς εἶχαν χάσει τὴν αἴσθηση ὅτι ἀνήκουν, ὡς ὑπήκοοι, στὸ βυζαντινό κράτος.

Δὲν ὑπῆρχε ὁ ἀπαραίτητος γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς τέτοιας αἴσθησης στενὸς διοικητικὸς σύνδεσμος καὶ ἐξάρτησης μὲ τὴν κεντρικὴ κυβερνητικὴ ἐξουσία τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπῆρξε, σχεδὸν ποτέ, κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἰδιαίτερη ἰσχυρὴ καὶ ἀνεξάρτητη τοπικὴ αὐτοδιοικητικὴ ἀρχὴ δὲν δημιουργήθηκε τοπικὴ συνοχὴ καὶ δὲν ἀποκτήθηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς αὐτῆς μία αἴσθηση ἰδιαίτερης κοινῆς τοπικῆς καὶ ἐθνικῆς ταυτότητας.

Τὴ συγκεχυμένη αὐτή, ἀπὸ ἐθνικῆς ἄποψης, κατάσταση διαδέχτηκε ἡ καταλυτικὰ ἀπειλητικὴ ἀπώλειας κάθε ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς τοπικῆς ταυτότητας ἀτμόσφαιρα, τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας.

Σ’ ὁλόκληρη τὴν μακραίωνη περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, ὡστόσο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐθνικὴ χαλαρότητα καὶ θολὴ ἀτμόσφαιρα τῆς περιόδου τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, ὄχι μόνο συγκρότησαν ἀλλὰ μπόρεσαν καὶ διατήρησαν σὲ μεγάλο βαθμὸ μία αἴσθηση ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνταύτισής τους καὶ συνοχῆς μεταξὺ τους. Ἦταν ἀναγκαία πλέον αὐτὴ ἡ συσπείρωση. Ἡ χαλαρότητα τοῦ αἰσθήματος τῆς κοινῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἡ ὁποία  ὑπῆρχε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Βυζαντινῆς Ἐποχῆς, δὲν γινόταν ἀντιληπτὴ ὡς ἐπικίνδυνη κατάσταση ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἀλλοίωσης. Τὸ ἀντίθετο συνέβη κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας.

Στὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπόκτησαν μία αἴσθηση ἰδιαίτερης τοπικῆς ταυτότητας τὴν ὁποίαν δὲν εἶχαν στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς. Τὸ κύριο δημιουργικὸ αἴτιο αὐτῆς τῆς συνοχῆς τους ἦταν ἡ ἀνάπτυξη ἑνὸς ὁμογενοῦς καὶ ὁμόθρησκου στενοῦ συνδέσμου ὅλων τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς μὲ κύριο συνεκτικὸ κέντρο τους τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ ὁ λαὸς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, νιώθοντας ὅλους αὐτοὺς τοὺς  κινδύνους τῆς σοβαρὰ ἀπειλούμενης ἀπώλειας τῆς ἰδιαίτερης ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ταυτότητάς τους, ποὺ τοὺς περιέζωναν, κλείστηκαν ἀδελφικὰ καὶ τυλίχτηκαν ἀγκαλιασμένες, σὰ δυὸ ἀδελφὲς χρυσαλλίδες, σ’ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ «κουκούλι», γιὰ νὰ μεταμορφωθοῦν μὲ ἀσφάλεια καὶ σιγουριά, μακριὰ ἀπὸ κάθε ξένη πρὸς τὴν ὑπόστασή τους ἐπέμβαση, καὶ νὰ βγοῦν ἀπὸ αὐτό, μετὰ τὸ τέλος τῆς μακραίωνης τουρκικῆς σκλαβιᾶς, δύο ἐλεύθερες ἀδελφὲς πεταλοῦδες.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ ὁ λαὸς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀποτέλεσαν, ἐθελοντικὰ καὶ ἀδελφωμένα,  ἕνα «δίκροκο» αὐγό, σ’ ὁλόκληρη τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ὕστερα ἀπὸ τὴν μακραίωνη ἐπώαση τοῦ ὁποίου ἐλευθερώθηκαν καὶ ἄρχισαν τὴ νέα ζωή τους μὲ τὴν καινούργια τους, τὴν τωρινὴ ὑπόσταση.

Ἡ ποιητικὴ ρήση «ἐκεῖ καταδιωγμένη κατοικεῖ τοῦ σκλάβου ἡ ἁλυσώδετη πατρίδα» ἀλλὰ καὶ ἡ «ἁλυσώδετη θρησκεία» ἴσχυσε ἀπόλυτα, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ στὴ σχέση τους μὲ τὸ Μονασήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Οἱ κάτοικοι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἐναπόθεσαν μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ ἐξασφάλισαν τὴν ἀσφαλῆ διατήρηση τόσο τῆς ἐθνικῆς ὅσο καὶ τῆς θρησκευτικῆς τους ταυτότητας καὶ συνοχῆς. Σ’ αὐτὸ ἀνέθεσαν τὴν «πᾶσαν ἐλπίδα» τους καὶ σ’ αὐτὸ ἀνανέωναν κάθε τόσο καὶ μποροῦσαν καὶ κρατοῦσαν ἀμείωτη καὶ πάντοτε «ἐν δυνάμει» τὴν καρτερία τους γιὰ τὴν μελλοντικὴ ἀνάστασή τους μὲ ἀνανεωμένη καὶ καθαρὴ ἐθνικὴ καὶ θρησκευτικὴ ταυτότητα.

Σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Τούρκους συντελέστηκε ἕνα μεγάλο καθοριστικὸ γεγονὸς γιὰ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς ἔνταξής  του στὴν αὐτοκέφαλο ὀρθόδοξο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Μοναστήρι ἔπαυσε πλέον νὰ  ὑπάγεται στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ συνδέθηκε καὶ τυπικὰ πλέον μὲ τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν  ὁποία συνέδεσε καὶ συνταύτισε καὶ ὅλα του τὰ προβλήματα καὶ τὶς δραστηριότητές του.

Ὁ λαὸς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς Ἁλμυροῦ, σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τῆς ἀβεβαιότητας, τῆς σύγχυσης καὶ τῆς καρτερίας, ἔζησε ἔχοντας ἀγκαλιασμένο ὡς σανίδα σωτηρίας καὶ κρεμασμένο στὸ λαιμό του,  φυλαχτὸ καὶ ἀκριβὸ γκόλφι, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἡ ἐνυπάρχουσα δυναμική, ἐσωτερική, μακραίωνη ὁμόρρυθμη καὶ ὁμόρριζη φυλετική ἐντελέχεια τοῦ ἁλμυριώτικου λαοῦ τοῦ ἔκραζε, δείχνοντὰς του  τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς: «μ’ ἀπαντοχή, φίλο, ἀδελφό, πατέρα, γκόλφι νὰ τὸ   ’χει στὸ πλευρὸ γιὰ νὰ τὰ βγάλει πέρα».

Αὐτὴν τὴν κοινὴ πορεία Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ θὰ τὴν παρακολουθήσουμε μέσα ἀπὸ κάποια ἔγγραφα ποὺ διασώθηκαν. Ἄν καὶ τὰ ἔγγραφα ποὺ θὰ παραθέσουμε στὴ συνέχεια ἀφοροῦν κυρίως στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καθορίζουν ὅμως ταυτόχρονα καὶ τὴν ἱστορία τῶν κατοίκων τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς γιατὶ ὑπῆρχε στενότατος σύνδεσμος μεταξὺ τῶν δύο καὶ στενὴ ἀλληλεξάρτηση. Ὑπῆρξε ὁ στενὸς  δεσμός τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν καθοδηγητή του, ἠ ἐξάρτηση τοῦ χαμένου ὁδοιπόρου ἀπὸ τὴν πυξίδα του.

 

Ἔγγραφα τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας   ἤ Παναγίας Ξενιᾶς

Α΄. Σήματα τοῦ Σουλτὰνου Μουσταφᾶ Β΄.

α. Εἰσαγωγικὰ

Τὸ ἀρχαιότερο σωζόμενο ἐπίσημο ἔγγραφο στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ,  τὸ ὁποῖο ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας, εἶναι ἕνα ἔγγραφο τοῦ  Τούρκου Σουλτάνου Μουσταφᾶ τοῦ Β΄.[1]

Στὰ 1698 δημιουργήθηκε ἕνα ἰδιοκτησιακὸ πρόβλημα ποὺ ἀφοροῦσε στὴν  καταπάτηση τῆς κτηματικῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀπὸ κατοίκους τῶν χωριῶν τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς.

Ὁ Σουλτάνος Μουσταφᾶς ὁ Β΄, στὸν ὁποῖο ἀναφέρθηκε τὸ πρόβλημα, ἀπευθύνθηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ «Αὐτοκρατορικὸ Διάταγμα», πρὸς τοὺς «σοφολογιώτατους ἱεροδίκας»[2] τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῆς γύρω περιοχῆς του διατάσσοντάς τους νὰ ἐξομαλύνουν «ἱεροδικαστικῶς» τὴν ὑπόθεση καὶ νὰ ἐμποδίσουν «τοὺς ἐναντίον τοῦ Ἱεροῦ Νόμου καὶ τῶν προαναφερθέντων ὅρων διαταράσσοντας καὶ καταπιέζοντας» τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ.

Τὸ «Αὐτοκρατορικὸ Διάταγμα» ἐκδόθηκε, ὅπως δηλώνεται σ’ αὐτὸ, ὕστερα ἀπό σχετικὴ αἴτηση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου, προκειμένου νὰ προστατευθοῦν καὶ μὲ σουλτανικὴ κυβερνητικὴ παρέμβαση ἐκεῖνα τὰ κτήματα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τὰ ὁποῖα βρίσκονταν στὴν κτηματικὴ περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς.

Τὸ γεγονὸς αὐτό, τῆς σουλτανικῆς, δηλαδή, παρέμβασης γιὰ προστασία τῶν κτημάτων τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, εἶναι μία ἀξιοσημείωτη ἐπισήμανση, τὴν ὁποία θὰ παρατηροῦμε στὴν συνέχεια στὸ σύνολο σχεδὸν τῶν ἐγγράφων ποὺ θὰ παρουσιάσουμε στὸ κεφάλαιο αὐτό. Σχεδὸν πάντοτε, δηλαδή, ὅλα τὰ ἰδιοκτησιακὰ προβλήματα καὶ οἱ σχετικὲς διενέξεις καὶ διαφορὲς μὲ τοὺς περιοίκους ποὺ δημιουργοῦνταν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως τοὐλάχιστον παρουσιάζονται στὰ ἔγγραφα ποὺ διασώθηκαν καὶ τὰ ὁποῖα παραθέτουμε στὴ συνέχεια, ἀφοροῦν σὲ κτήματα τῆς περιοχῆς τοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ». Στὴν περιοχὴ αὐτὴ ὑπῆρχαν τὰ μεγαλύτερα καὶ εὐφορότερα κτήματα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ἡ περιοχὴ αὐτή, στὴν ὁποία δημιουργήθηκε τὸ πρόβλημα ἦταν γνωστὴ ὡς «Ράχοβο» ἤ «Ρήχοβο» ἤ «Ρουβᾶ ράχη». Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ραχόβου, σύμφωνα μὲ ὅσα ὑποδηλώνονται στὸ σουλτανικὸ «φιρμάνι», καὶ καταγγέλλονταν ἀπὸ τοὺς μοναχούς, καταπατοῦσαν τὰ μοναστηριακὰ κτήματα καὶ ἐκμεταλλεύονταν γιὰ ἀτομικό τους λογαριασμὸ κτηματικὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἡ καταπάτηση τῶν κτημάτων τῆς περιοχῆς αὐτῆς ἦταν πολὺ εὐκολότερη καὶ δύσκολα ἐλεγχόταν ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους μοναχοὺς ἐπειδὴ τὰ κτήματα βρίσκονταν στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς «Κάτω Ξενιᾶς», ἀρκετὰ μακριά, ἰδιαίτερα γιὰ τὶς συνθῆκες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς,  ἀπὸ τὴν ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ, ποὺ τότε βρισκόταν ἀκόμη στὴ θέση τῆς σημερινῆς «Ἄνω Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Θεωροῦμε σκόπιμο, ὡστόσο, νὰ ἀναφέρουμε ὅτι στὴν περιοχὴ αὐτή, τὴν περιοχὴ τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ, βρισκόταν καὶ τὸ μεγαλύτερο ἀλλὰ καὶ τὸ εὐφορότερο καὶ ἀποδοτικότερο τμῆμα τῆς κτηματικῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Αὐτὸ τὸ τμῆμα ἑπομένως ἦταν καὶ τὸ πιὸ δελεαστικὸ γιὰ τὴν καταπάτησή του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποτέλεσε στὴν πραγματικότητα καὶ τὴ βασικὴ αἰτία γιὰ τὴν μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», στὸ «Κάτω Μοναστήρι».

Στὴν περιοχὴ «Ράχοβο» (ἤ «Ρήχοβο» ἤ «Ρουχᾶ ράχη» ἤ «Ρουβᾶ ράχη», ὅπως μᾶς εἶναι γνωστὴ ὀνοματικὰ ἀπὸ ἄλλες πληροφορίες) ἦταν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη χτισμένη μία ἐκκλησία, ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Εἶναι ἡ ἐκκλησία ποὺ βρίσκεται καὶ σήμερα ἐκεῖ καὶ ποὺ ἦταν μέχρι πρόσφατα, πρὶν τὸ Κάτω Μοναστήρι μεταφερθεῖ στὴ νέα του θέση, στὸ «Καστράκι», ὁ κεντρικὸς καθεδρικὸς ναὸς τοῦ παλιοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ»[3] τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μὲ ὅσα κτίσματα καὶ κτήματα ἦταν γύρω ἀπὸ αὐτὴ ἀποτελοῦσε, ἀπὸ πολὺ παλιά, Μετόχι τοῦ κανονικοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἕδρα βρισκόταν στὴ σημερινὴ «Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς», μεταξύ τοῦ χωριοῦ τῆς Βρύναινας καὶ τοῦ χωριοῦ τῶν Κοκκωτῶν.

Ὑπάρχει, ὡστόσο, καὶ μία ἀόριστη καὶ ἀνεπιβεβαίωτη πληροφορία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία κάποτε, σὲ παλιότερες ἐποχές, ἦταν καὶ αὐτό, πρὶν ὑπαχθεῖ στὸ «Πάνω Μοναστήρι» καὶ γίνει μετόχι του, ἰδιαίτερο μικρὸ μοναστήρι. Παραθέτουμε τὴν πληροφορία αὐτὴ ἁπλῶς, χωρὶς κάποιο σχολιασμό, γιὰ μιά, ὅσο τὸ ἐπιτρέπουν οἱ δυνατότητές μας καὶ οἱ ἐπιλογές μας, κατατοπιστικότερη ἐνημέρωση.

Ἀξιοσημείωτα, ὡστόσο, καὶ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα, γιὰ τὴν ὅλη ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὅλη ἱστορία τῆς περιοχῆς, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται στὸ σουλτανικὸ αὐτὸ ἔγγραφο, εἶναι τὸ ὅτι, ἄν καὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, στὰ 1698, ὁ Ἅγιος Νικόλαος δὲν ἀποτελοῦσε ἰδιαίτερο μοναστήρι, ἀλλὰ ἦταν ἁπλὰ καὶ μόνο ἕνα «μετόχι» τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε στὸ ἐπονομαζόμενο σήμερα «Πάνω Μοναστήρι», ὁ Σουλτάνος Μουσταφᾶς Β΄, τὸ ὀνομάζει Μοναστήρι.

Φαίνεται ἔτσι ὅτι ἀπὸ τότε ἀκόμη ὑπῆρχε ἡ τάση ἤ ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἐπιδίωξη κάποιων τὸ «Μετόχι» αὐτὸ νὰ ἀνεξαρτοποιηθεῖ, νὰ προβιβαστεῖ καὶ νὰ ἀναδειχθεῖ σὲ «Μοναστήρι». Ἐκτὸς ἐὰν ὁ ὅρος «μοναστήρι» χρησιμοποιεῖται καὶ ἐδῶ, ἀδόκιμα βεβαίως, μὲ τὴν συμβατικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου καὶ ὑπονοεῖται τὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου».

Ἡ ὅλη παρακολούθηση τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὡστόσο, ὅπως θὰ παρουσιασθεῖ σὲ πολλὰ σημεῖα στὴ  συνέχεια τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, ὁδηγεῖ στὴν ὑποψία  ὅτι ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὑπῆρχαν σκέψεις καὶ ἐνέργειες γιὰ ἀνεξαρτοποίηση τοῦ «Μετοχιοῦ» καὶ ἀνάδειξή του σὲ αὐτόνομο Μοναστήρι. Τέτοιες ἐνέργειες ἀνεξαρτοποίησης καὶ αὐτονόμησης τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπως θὰ γίνει εὔκολα ἀντιληπτό, ὑπῆρξαν πολλὲς, ἐπίμονες καὶ συνεχεῖς. Πιθανὸν οἱ τάσεις καὶ οἱ προσπάθειες αὐτὲς νὰ στηρίζονται καὶ σὲ κάποιες ὑπαρκτὲς μνῆμες τῆς ὕπαρξής του ὡς ἰδιαίτερου Μοναστηριοῦ.

Σύμφωνα μὲ ὅσα ἀναφέρονται στὸ σουλτανικὸ αὐτὸ «φιρμάνι» τὴν σουλτανικὴ ἐπέμβαση γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς δικαιοσύνης τὴ ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ «Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τῶν Ῥωμαίων μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου αὑτοῦ».

Δὲν εἶναι βέβαιο, ὡστόσο, ἐὰν ἀληθεύει ὅτι ὁ Πατριάρχης καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου ζήτησαν τὴν ἐπέμβαση αὐτὴ τοῦ Σουλτάνου, παρ’ ὅλο ὅτι αὐτό δηλώνεται ρητὰ στὸ σουλτανικὸ φιρμάνι. Δὲν γνωρίζουμε, ἀκόμη, ἐὰν στὸ σχετικὸ αἴτημα ποὺ ὑποβλήθηκε στὸν Σουλτάνο ἀπὸ τὸν Πατριάρχη (ἐὰν ὑποβλήθηκε τέτοιο αἴτημα) ἀναφερόταν τὸ «Μετόχι» ὡς «Μοναστήρι» ἤ ἄν αὐτὴ ἡ ὀνομασία στὸ σουλτανικὸ φιρμάνι ἦταν μία ἁπλὴ ἀστοχία ἤ μία σκόπιμη ἐνέργεια, μία παραποίηση τοῦ πατριαρχικοῦ ἐγγράφου.

Σὲ ἕνα πατριαρχικὸ ἔγγραφο δὲν θὰ γινόταν ποτὲ τέτοιο λάθος.  Ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ σουλτανικοῦ ἐγγράφου, ὡστόσο, διαφαίνεται ὅτι στὸ αἴτημα τοῦ Πατριάρχη καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου του, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑποβλήθηκε τέτοιο αἴτημα, ὑπῆρχε, μᾶλλον, συνημμένη κάποια σχετικὴ ἀναφορὰ τῶν καλογέρων τῆς Ξενιᾶς. Ἴσως ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ τῶν καλογέρων ποὺ ὑποβλήθηκε στὸν Σουλτάνο διὰ τοῦ Πατριάρχου νὰ ὀνόμαζε τὸ «Μετόχι» ὡς «Μοναστήρι». Πιθανὸν οἱ μοναχοὶ στὴν ἀναφορά τους αὐτὴ νὰ ὀνόμαζαν τὸ «Μετόχι», αὐτόβουλα καὶ αὐθαίρετα, «Μοναστήρι» καὶ αὐτὴ ἡ παραποίηση τῆς πραγματικῆς ὀνομασίας του νὰ μὴν ὑπέπεσε στὴν προσοχὴ τοῦ Πατριάρχη.

Ἡ ὅλη διαχρονικὴ παρακολούθηση τοῦ θέματος, ὅπως διαφαίνεται σὲ πολλὰ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, δημιουργεῖ σαφῶς τὴν ἐντύπωση ὅτι οὐδέποτε οἱ Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ἀναγνώρισαν τὸ «Μετόχι» αὐτὸ ὡς «Μοναστήρι», οὔτε ποτὲ χρησιμοποίησαν τὴ λέξη μοναστήρι γι’ αὐτό. Οἱ καλόγεροι στὸ αἴτημά τους ἴσως χρησιμοποίησαν τὴ λέξη αὐτὴ συμβατικά, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν πραγματικὸ μοναστήρι ἤ καὶ σκόπιμα στὴν προσπάθειὰ τους νὰ δώσουν μία νομιμοφάνεια στὶς κρυφές τους ἐπιδιώξεις. Αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι διαφαίνεται ἀπὸ τὴ λέξη τοῦ σουλτανικοῦ διατάγματος «ἐξῃτοῦντο (πληθυντικὸς ἀριθμός, ζητοῦσαν, δηλαδὴ οἱ μοναχοὶ καὶ ὄχι ὁ πατριάρχης, ὁ ὁποῖος θὰ «ἐξητεῖτο»,  θὰ  ζητοῦσε) ὅπως ἐκδοθῇ ἡ Ἱερὰ Διαταγή μου καὶ ἐμποδισθῶσιν αἱ λαμβάνουσαι χώραν καταπιέσεις…».

Ἀξιοσημείωτο (ἀλλὰ ἴσως καὶ ἀμφισβητήσιμο) εἶναι ἀκόμη, ὅπως ἀναφέραμε) καὶ ἄν ὁ Πατριάρχης ζήτησε τὴν ἐπέμβαση τοῦ Σουλτάνου, ἔστω ὄχι ὁ ἴδιος ἀπευθείας ἀλλὰ διαβιβάζοντας τὸ αἴτημα τῶν καλογέρων. Καὶ εἶναι ἀξιοσημείωτο (καὶ ἴσως καὶ ἀμφισβητήσιμο καὶ ἐρευνητέο) γιατὶ σὲ πολλὲς ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις, ὅπως θὰ ἰδοῦμε στὴ συνέχεια, τὴν λύση τέτοιων προβλημάτων ἀνελάμβανε προσωπικὰ ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης, στὸν ὁποῖο ὑπαγόταν, ὡς «πατριαρχικὸ καὶ σταυροπηγιακό», τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ὁ Πατριάρχης μποροῦσε μόνος του, ὡς κυρίαρχος τῶν «πατριαρχικῶν καὶ σταυροπηγιακῶν μοναστηρίων», ὅπως ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, νὰ λύνει ὁ ἴδιος τὰ ὅποια προβλήματα παρουσιάζονταν σ’ αὐτά. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐνῶ οἱ κείμενες διατάξεις τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν, μόνος του ὁ Πατριάρχης ἤ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ λύσει τὰ προβλήματα ποὺ παρουσιάζονταν γιατὶ δὲν εἰσακούονταν οἱ δικὲς του παραινέσεις καὶ ἀναγκάστηκε νὰ ζητήσει καὶ τὴν σουλτανικὴ παρέμβαση μόνος του ἤ, ἴσως, ζήτησε τὴν σουλτανικὴ παρέμβαση ἀναγκαστικά, ὕστερα ἀπὸ κάποια ἐξωτερικὴ πίεση. Ὑποψιάζομαι ἀκόμη ὅτι μεταξὺ τῶν καταπατητῶν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων πρέπει νὰ ὑπῆρχαν καὶ μουσουλμάνοι καὶ ἴσως γι’ αὐτὸ ζητοῦσαν καὶ τὴν παρέμβαση ἤ μεσολάβηση τοῦ Σουλτάνου.

Χαρακτηριστικὸ καὶ ἄξιο προσοχῆς καὶ ἐξεταστέο ἐπίσης εἶναι ὅτι ἐνῶ, ὅπως μᾶς εἶναι γνωστό, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν «Πατριαρχικὸ καὶ Σταυροπηγιακό», χωρὶς δηλαδὴ καμία ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν τοπικὸ ἱεράρχη, στὸ σουλτανικὸ ἔγγραφο ὑπάρχουν κάποια σημεῖα στὰ ὁποῖα φαίνεται νὰ ὑποδηλώνεται ὅτι γιὰ τὸ «ἐν Ραχόβῳ τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ εὑρισκόμενον μοναστήριον Ἁγίου Νικολάου» εἶχε κάποιο λόγο καὶ δικαιώματα, ἤ διεκδικοῦσε νὰ ἔχει δικαιώματα, ὁ τοπικὸς μητροπολίτης.

Τέτοιο σημεῖο εἶναι, π.χ.,  τὸ «Τινὲς …. γίνονται πρόξενοι ἀκαταλογίστων ζημιῶν εἴς τε τὸν Μητροπολίτην καὶ εἰς τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἐν λόγῳ μοναστηρίου». Ἴσως ὁ τοπικὸς Μητροπολίτης, αὐθαιρέτως ἤ κάτω ἀπό πιέσεις καὶ συμφέροντα κάποιων ἄλλων, διεκδικοῦσε στὴ δικαιοδοσία του τὸ «μοναστήρι» αὐτό.

Τὸ ἴδιο ἀμφισβητούμενο μητροπολιτικὸ ἰδιοκτησιακὸ καθεστὼς ἐπὶ τοῦ «Μετοχίου» (Μοναστηρίου) τοῦ Ἁγίου Νικολάου ὑποδηλώνεται καὶ ἀπὸ τὴν φράση τοῦ σουλτανικοῦ διατάγματος: «τὰ δὲ ἔσοδα τῶν τοιούτων ἐκκλησιῶν καὶ τῶν ἀφιερωμάτων αὑτῶν εἰσπράττονται παρὰ τῶν ἐπιτρόπων τῶν διοριζομένων παρὰ τοῦ Μητροπολίτου».

Ὑποδηλώνεται ἔτσι σαφῶς ὅτι ὁ τοπικὸς μητροπολίτης διεκδικοῦσε τὰ ἔσοδα τοῦ «Μετοχιοῦ» καὶ γι’ αὐτὸ συνηγοροῦσε στὴν ἀνάδειξή του σὲ ἰδιαίτερο «Μοναστήρι», μὴ «σταυροπηγιακὸ» καὶ ἑπομένως μὴ ἀνῆκον στὸν πατριάρχη.

Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση, λοιπόν, τοῦ σουλτανικοῦ ἐγγράφου εὔκολα δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση ὅτι στὰ 1698 πρέπει νὰ ὑπῆρξε μία αὐθαίρετη τάση, μία προσπάθεια ἀμφισβήτησης, ἀγνόησης καὶ καταπάτησης τῶν σταυροπηγιακῶν πατριαρχικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὸ μέρος, τοὐλάχιστον ἐκείνης τῆς κτηματικῆς του περιουσίας ἡ ὁποία βρισκόταν στὴν περιοχὴ τοῦ «Μετοχίου – Μοναστηριοῦ» τοῦ Ἁγίου Νικολάου, στὴν περιοχὴ τοῦ «Ραχόβου».

Ὡστόσο δὲν μποροῦμε, θέλοντας παράλληλα μὲ τὰ γεγονότα νὰ καταγράφουμε τὶς ὅποιες ὑποψίες δημιουργοῦνται γιὰ τὴν πιθανὴ ἑρμηνεία κάποιων κενῶν ποὺ αὐτὰ ἀφήνουν, παρὰ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἀνεπιβεβαίωτη πληροφορία ὅτι τὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου» ἦταν κάποτε ἰδιαίτερο ἀνεξάρτητο μοναστήρι.

Παραθέτουμε στὴ συνέχεια ὁλόκληρο τὸ αὐθεντικὸ κείμενο τοῦ σουλτανικοῦ αὐτοῦ διατάγματος, προκειμένου οἱ ἀναγνῶστες νὰ ἀποκομίσουν, καὶ μὲ τὴν προσωπικὴ δική τους ἀνάγνωση, τὶς ὅποιες πληροφορίες ἐμπεριέχονται σ’αὐτὸ καὶ τὶς ἐντυπώσεις ποὺ δημιουργοῦνται, ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ ὁ καθένας νὰ κάνει τὶς ὅποιες, πέραν ἀπὸ τὶς παραπάνω, σχετικὲς προεκτάσεις καὶ σκέψεις μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν.

 

β. Τὸ κείμενο τοῦ σουλτανικοῦ ἐγγράφου Μουσταφᾶ τοῦ Β΄

 «Πρότυπα τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ Δικαίου, σοφολογιώτατοι ἱεροδίκαι Ἁλμυροῦ καὶ τῶν λοιπῶν μερῶν αὐξηθείησαν αἱ ἀρεταὶ αὐτῶν.

Ἐν τῇ ἀφίξει τοῦ παρόντος αὐτοκρατορικοῦ μονογράμματός[4] μου γνωσθήτω ὅτι:

Ἐπειδὴ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τῶν Ῥωμαίων[5] μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου αὑτοῦ ὑπέβαλον αἴτησιν εἰς τὸ αὐτοκρατορικόν μου Διβάνιον,[6] ἐν ᾗ ἐκθέτουν, ὅτι ἐν ᾧ τὰ ἐν ταῖς θέσεσι Λυκορράχῃ, Ἁγίᾳ Παρασκευῇ, Μεγαρρεύματι, Καλογρῃαῖς, Ἁγίῳ Ἰωάννῃ, Ἁγίῳ Πέτρῳ ἤ Παπᾷ Πέτρῳ, Σβάρνᾳ καὶ  Ἁγίῳ Παντελεήμονι[7] κείμενα ἀφιερώματα τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν κελλίων τοῦ ἐν Ῥαχόβῳ τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ εὑρισκομένου μοναστηρίου [8] Ἁγίου Νικολάου, ἤτοι ἄμπελοι, περίβολοι, ἀγροί, μῦλοι, τσιφλίκια, ἁγιάσματα, οἰκίαι, ἐργαστήρια, χρήματα, κτήνη καὶ μετόχια, ἐξουσιάζονται παρὰ τῶν μοναχῶν τοῦ ἐν λόγῳ μοναστηρίου καὶ αἱ πρόσοδοι αὐτῶν δαπανῶνται εἰς τοὺς εἰς τὸ μοναστήριον καὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας οἰκοῦντας πτωχοὺς καὶ εἰς τοὺς ξενιζομένους, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαταράξῃ αὐτοὺς καὶ τοὺς καταπιέσῃ, τινές, ἐναντίον τῶν ὅρων τῶν προνομίων των, διαταράττουσι τὴν διὰ τὸ εὐαγὲς κατάστημα ἐξουσίαν αὐτῶν καὶ γεννῶσι διαφόρους ἔριδας καὶ τοὺς καταπιέζουσι καὶ οὕτω γίνονται πρόξενοι ἀκαταλογίστων ζημιῶν εἴς τε τὸν Μητροπολίτην καὶ εἰς τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἐν λόγῳ Μοναστηρίου, καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους

ἐξῃτοῦντο

ὅπως ἐκδοθῇ Ἱερὰ Διαταγή μου καὶ ἐμποδισθῶσιν αἱ λαμβάνουσαι χώραν καταπιέσεις, τὰ δὲ ἔσοδα τῶν τοιούτων ἐκκλησιῶν καὶ τῶν ἀφιερωμάτων αὑτῶν εἰσπράττονται παρὰ τῶν ἐπιτρόπων τῶν διοριζομένων παρὰ τοῦ Μητροπολίτου.

Ἐξηρευνήθησαν τὰ ἐν τῷ θησαυροφυλακείῳ μου φυλαττόμενα ἀρχεῖα τῶν ἐπισκόπων, καὶ

Ἐπειδὴ εἰς τοὺς ἐν τοῖς διπλώμασιν ὅρους τῶν προνομίων των ῥητῶς ἑρμηνεύεται ὅτι ἀνέκαθεν ὁ Πατριάρχης καὶ οἱ Μητροπολῖται εὑρίσκοντο ἰδιοκτῆται τοιούτων ἀμπέλων, περιβόλων καὶ τσιφλικίων ἀνηκόντων εἰς τὰ μοναστήρια καὶ τὰς ἐκκλησίας, καὶ ὅτι κανονικῶς ἡ κατοχὴ καὶ ἐξουσία τῶν ἀφιερωμένων ἀγρῶν, βοῶν, μύλων, ἁγιασμάτων εἰς τὰ μοναστήρια καὶ ταῖς ὁμοίαις τούτοις ἐκκλησίαις, ὡς καὶ τῶν ἀφιερωμένων οἰκιῶν, ἐργαστηρίων καὶ ἄλλων κτημάτων, ἐπίπλων, χρημάτων καὶ κτηνῶν, ἀνήκει αὐτοῖς καὶ κατ’ ἐλάχιστον δὲν δύναται νὰ διαταράξῃ τις αὐτούς,

Διὰ ταῦτα

Ἐξεδόθη τὸ ὑψηλὸν αὐτοκρατορικόν μου Διάταγμα, ἵνα κατὰ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἐνεργήσητε, καὶ διατάττω ὅπως ἐν τῇ ἀφίξει τῆς Διαταγῆς μου ἐνεργήσητε συμφώνως τῇ ἐκδοθείσῃ Διαταγῇ μου, καὶ

Ἐπειδὴ οἱ ἐν τοῖς διπλώμασι τοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν Μητροπολιτῶν ἀναφερόμενοι ὅροι εἰσὶ κατακεχωρισμένοι καὶ εἰς τὰ ἐν τῷ θησαυροφυλακείῳ μου ἀρχεῖα, σεῖς οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἰρημένοι ὑπάλληλοι δέον ὅπως συμφώνως τοῖς ἄνω ὅροις ἱεροδικαστικῶς ἐξομαλύνητε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐμποδίσητε τοὺς ἐναντίον τοῦ Ἱεροῦ Νόμου καὶ τῶν προαναφερθέντων ὅρων διαταράσσοντας καὶ καταπιέζοντας αὐτούς.

Ταῦτα γενέσθωσαν γνωστὰ καὶ δέον ὅπως ἔχητε πίστιν εἰς τὸ αὐτοκρατορικόν μου σημεῖον.

Ἐγράφη τὴν 15 Ρεμπὶ-οὔλ- ἐβὲλ 1110 [9] ἐν Κωνσταντινουπόλει».

 

γ. Σχόλια – Παρατηρήσεις – Συμπεράσματα

Ὅπως εὔκολα γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ  τὴν συνολικὴ ἀνάγνωση τοῦ παραπάνω σουλτανικοῦ ἐγγράφου, τὸ «μοναστήρι» τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τὸ παλιὸ, δηλαδή, Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, θεωρεῖται καὶ ἀντιμετωπίζεται ὡς αὐθυπόστατο καὶ ἀνεξάρτητο μοναστήρι, καὶ ὄχι ὡς μετόχι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως ἦταν στὴν πραγματικότητα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη.

Οὐδεμία μάλιστα ἀναφορὰ γίνεται στὸ σουλτανικὸ ἔγγραφο γιὰ τὸ πραγματικὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, (τὸ σημερινὸ «Πάνω Μοναστήρι»), τοῦ ὁποίου τὸ «μετόχι – μοναστήρι» Ἅγιος Νικόλαος ἔπρεπε νὰ ἦταν καὶ νὰ ἀντιμετωπιζόταν ὡς μετόχι. Στὸ σουλτανικὸ ἔγγραφο φαίνεται ὡς νὰ ἀγνοεῖται τόσο ἡ ὕπαρξη τοῦ κυρίως Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὅσο καὶ ἡ ἐπικυριαρχία του ἐπὶ τοῦ μετοχίου (μοναστηριοῦ) τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Εἶναι, ὡστόσο, δύσκολη ἡ ἐκτίμηση ἐὰν πρόκειται γιὰ κάποια «τυπικὴ παράλειψη» καὶ ἐπιπόλαια καὶ χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία γίνεται ἡ χρησιμοποίηση τῆς λέξης «μοναστήρι»  ἤ ἐὰν πρόκειται μία γιὰ «ἐσκεμμένη» ἐνέργεια ἤ ἴσως καὶ γιὰ ἕνα δεδομένο ἤδη γεγονός, τοὐλάχιστον γιὰ κάποιους ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς καὶ κληρικοὺς τοπικοὺς παράγοντες τοῦ Μοναστηριοῦ.

Αὐτή, ὡστόσο, ἡ ἴσως προκλητικὴ ἀγνόηση καὶ ἐσκεμμένη παράλειψη στὸ σουλτανικὸ ἔγγραφο καὶ τῆς παραμικρῆς ἀναφορᾶς στὸ κανονικὸ «Μοναστήρι» ἐπιτρέπει τὴν ἐπέκταση τῶν δημιουργουμένων ὑποψιῶν   μέχρι τοῦ σημείου ὅτι μπορεῖ στοὺς  «διαταράσσοντες καὶ καταπιέζοντες» τὴν κτηματικὴ περιουσία τοῦ «μετοχιοῦ – μοναστηριοῦ» τοῦ Ἁγίου Νικολάου νὰ συμπεριλαμβάνονται ἀκόμα καὶ μερικοὶ τοὐλάχιστον μοναχοὶ τοῦ κανονικοῦ Μοναστηριοῦ. Φαίνεται νὰ ἀγνοεῖται παντελῶς ἡ ὑπαγωγή του στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς.

Διαφαίνεται ἀπὸ τὴν ὅλη μορφὴ καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἐγγράφου ὅτι εἶχε ἤδη γίνει – ἤ βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη – κάποια ἀπόπειρα ἤ κάποια προσπάθεια, ἀπὸ μερικοὺς τοὐλάχιστον καλογέρους καὶ μᾶλλον ἐνισχυμένους καὶ παροτρυνόμενους καὶ ἀπὸ κάποιους ἄλλους τοπικοὺς παράγοντες ποὺ τοὺς ὑποστήριζαν, μὲ πιθανὴ ἴσως συμμετοχὴ στὴν ὅλη προσπάθεια καὶ τοῦ τοπικοῦ ἱεράρχη, νὰ ἀνεξαρτοποιηθεῖ τὸ «μετόχι» καὶ νὰ ἀνακηρυχθεῖ σὲ μοναστήρι αὐτόνομο, οἰκειοποιούμενο καὶ περιουσιακὰ στοιχεῖα τοῦ κυρίως Μοναστηριοῦ.

Δὲν πρέπει ἀκόμη νὰ θεωρεῖται ἄσχετο καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ὅλη αὐτὴ «ἀποστασία» καὶ παρατυπία, στὴν προσπάθεια νὰ προστατευθοῦν τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τοῦ Μετοχιοῦ, δὲν ἐπιζητεῖται ἀπ’ εὐθείας πατριαρχικὴ ὁδηγία καὶ ἐνέργεια, ὅπως ἀπὸ τὰ θέσμια ἦταν ἐπιβεβλημένο, ἀλλὰ ἀντίθετα κάποιοι φροντίζουν, ζητοῦν καὶ προκαλοῦν γιὰ τὴ λύση τοῦ προβλήματος παρέμβαση τοῦ Σουλτάνου.

Σημαντικὴ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τὴν προσφορὰ του στὸ λαὸ τοῦ Ἁλμυροῦ εἶναι ἡ φράση : «ἄμπελοι, περίβολοι, ἀγροί, μῦλοι, τσιφλίκια, ἁγιάσματα, οἰκίαι, ἐργαστήρια, χρήματα, κτήνη καὶ μετόχια, ἐξουσιάζονται παρὰ τῶν μοναχῶν τοῦ ἐν λόγῳ μοναστηρίου καὶ αἱ πρόσοδοι αὐτῶν δαπανῶνται εἰς τοὺς εἰς τὸ μοναστήριον καὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας οἰκοῦντας πτωχοὺς καὶ εἰς τοὺς ξενιζομένους». Εἶναι μία ἀκόμη βεβαίωση ἀπὸ τὶς πάρα πολλὲς παρόμοιες ποὺ θὰ δοῦμε στὴν ἐργασία αὐτή, γιὰ τὸν οὐσιαστικὸ ρόλο τοῦ Μοναστηριοῦ στὴ βοήθεια καὶ τὴν ἐν γένει προσφορὰ στὸν καταδυναστευόμενο φτωχὸ λαὸ τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς.

 

 

Β΄. Σιγγιλιῶδες γράμμα τοῦ πατριάρχου Γαβριὴλ Γ΄

α. Εἰσαγωγικὰ

Στὶς παραπάνω ὑποψίες μας γιὰ κάποιες ὑποφαινόμενες καὶ συγκαλυμμένες ὕποπτες ἐνέργειες ἤ καὶ αὐθαιρέτως συντελεσθέντα γεγονότα στὴν προσπάθεια ἀνεξαρτοποίησης καὶ αὐτονόμησης τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔρχεται ἐπίκουρο τὸ παρακάτω σχετικὸ μὲ τὴν ἴδια ὑπόθεση πατριαρχικό, τούτη τὴ φορά, ἔγγραφο.

Πρόκειται γιὰ ἕνα σιγγιλιῶδες γράμμα τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γαβριὴλ τοῦ Γ΄, τὸ ὁποῖο ἀπευθύνθηκε κατὰ τὸ 1704, μόλις ἕξι, δηλαδή, χρόνια μετὰ τὸ παραπάνω σουλτανικὸ διάταγμα τοῦ Μουσταφᾶ Β΄ γιὰ τὸ ἴδιο ὅμως καὶ πάλι  θέμα.

Τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ ἔγγραφο, κατὰ τὴν δική μας τοὐλάχιστον ἐκτίμηση, εἶναι μιὰ ἄμεση ἀντίδραση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στὶς ἐπιχειρούμενες καταπατήσεις καὶ καταργήσεις τῶν πατριαρχικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τοῦ Σταυροπηγιακοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως αὐτὲς διαφαίνονται στὸ παραπάνω σουλτανικὸ μονόγραμμα.

Τὰ ἕξι χρόνια, τὰ ὁποῖα μεσολάβησαν μεταξὺ τῆς παραπάνω σουλτανικῆς παρέμβασης τοῦ Μουσταφᾶ Β΄ στὰ περιουσιακὰ θέματα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κατὰ τὸ 1698 καὶ τῆς πατριαρχικῆς «ἀντίδρασης» κατὰ τὸ 1704, δεδομένων τῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τῶν χρονοβόρων ἐπικοινωνιακῶν διαδικασιῶν καὶ δυσκολιῶν, δὲν θεωροῦνται τόσο μεγάλο χρονικὸ διάστημα ὥστε νὰ ἐμποδίζουν ἤ νὰ ἀποκλείουν τὸ νὰ χαρακτηρισθεῖ ἡ πατριαρχικὴ ἀντίδραση ὡς ἄμεση ἀντίδραση στὴ σουλτανικὴ παρέμβαση.

Τὸ  πατριαρχικὸ ἔγγραφο ἦταν ἕνα «σιγγιλιῶδες γράμμα» τοῦ Γαβριὴλ Γ΄,[10] «ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου». Ἦταν ἐπίσημο ἔγγραφο γραμμένο ἐπὶ περγαμηνῆς, ἡ ὁποία κατέληγε, σχηματίζοντας γωνία, σὲ τρίγωνο, ἀπὸ τὴν ὁποία γωνία κρεμόταν δεμένο μὲ μεταξωτὴ ταινία ἕνα μολυβδόβουλλο σῆμα, ἐνσφράγιστο καὶ στὶς δύο ὄψεις του.

Στὴ μία ὄψη τοῦ μολυβδόβουλλου πατριαρχικοῦ σιγγιλίου παριστανόταν ἡ Παναγία «βρεφοκομοῦσα» καὶ στὴν ἄλλη ἦταν χαραγμένες  οἱ λέξεις «ΓΑΒΡΙΗΛ ΕΛΕΩ ΘΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙCΚΟΠΟC ΚΩΝςΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩC ΝΕΑC ΡΩΜΗC ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟC ΠΑΤΡΙΑΡΧΗC. ΑΨΒ».

Τὸ ΑΨΒ΄ (=1702) στὸν τίτλο τοῦ πατριαρχικοῦ μολυβδόβουλου ὑποδηλώνει τὸ ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Γαβριὴλ ἀνακηρύχθηκε πατριάρχης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Γαβριὴλ Γ΄ εἶχε ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του δύο μόλις χρόνια  πρὶν ἐξαποστείλει τὸ συγκεκριμένο σιγγιλιῶδες μολυβδόβουλλο πατριαρχικὸ ἔγγραφό του κατὰ τὸ 1704. Ἑπομένως κατὰ τὰ τέσσερα προηγούμενα χρόνια (1698 -1702), ἀπὸ τὰ ἕξι συνολικὰ ποὺ μεσολάβησαν μεταξὺ τῆς ἔκδοσης τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανίου καὶ τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλιώδους γράμματος,  ἦταν ὑπεύθυνος ἄλλος πατριάρχης. Συμπεραίνουμε ἑπομένως ἀμέσως ὅτι δὲν ἦταν ὁ Γαβριὴλ Γ΄ ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ζητήσει τὴ σουλτανικὴ μεσολάβηση – ἄν καὶ ἐφ’ ὅσον εἶχε ζητηθεῖ πραγματικὰ – ἀλλὰ ὁ προηγούμενος αὐτοῦ πατριάρχης, ὁ Καλλίνικος Β΄.

Μέσα ἀπὸ ὅσα ἀναφέρονται στὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ μολυβδόβουλλο σιγγίλιο ἀποσαφηνίζονται καὶ διευκρινίζονται μερικὰ ἄλλα θέματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὰ προβλήματα καταπάτησης τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ποὺ προσπαθοῦσε νὰ λύσει τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι.

Γίνεται φανερὸ, π.χ., αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μόνο ὑποψίες δημιουργοῦνταν ἀπὸ τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι, ὅτι, δηλαδή, κάποιοι καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχαν ἐγκαταλείψει τὴν κανονικὴ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ τους, τὸ σημερινὸ «Πάνω Μοναστήρι», καὶ εἶχαν μεταβεῖ ἀρχικὰ, μὲ ἐντολὴ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου, γιὰ προσωρινὴ διαμονὴ στὸ μετόχι του, τὸν Ἅγιο Νικόλαο, προφανῶς γιὰ κάποιες ἐποχιακὲς ἐργασίες ἐκεῖ.

Οἱ καλόγεροι ὅμως αὐτοὶ δὲν ἐπέστρεψαν, μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀποστολῆς ποὺ τοὺς εἶχε ἀνατεθεῖ, στὴ θέση τους, στὴν ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ, «εἰς τὸ καθολικὸν αὑτῶν μοναστήριον», σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ ποὺ εἶχαν πάρει, ἀλλά, ὅπως διαφαίνεται, εἶχαν ἐγκατασταθεῖ καὶ ἐγκαταβίωναν ἐκεῖ μονίμως, «διὰ ῥαστώνην καὶ σωματικὴν ἡδυπάθειαν», κατὰ τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο, ἀρνούμενοι νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἕδρα τους.

Διαφαίνεται ἔτσι ὅτι οἱ μοναχοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχαν σταλεῖ ἀπὸ τὸν ἡγούμενό τους γιὰ κάποια ἀποστολὴ στὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν, «διὰ ῥαστώνην καὶ σωματικὴν ἡδυπάθειαν», νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἕδρα τους. Αὐτοὶ ἀκόμη πρέπει νὰ ἦταν ὁπωσδήποτε ἐκεῖνοι ποὺ ὄχι μόνο ἀρνήθηκαν νὰ ἐπιστρέψουν, μετὰ τὴν ἐκτέλεση τῆς ἀποστολῆς ποὺ τοὺς εἶχε ἀνατεθεῖ, ἀλλὰ προέβησαν καὶ σὲ ἀπαράδεκτες ἐνέργειες καὶ προσπάθησαν νὰ αὐτονομηθοῦν καὶ – ἀκόμη περισσότερο – νὰ ἰδιοποιηθοῦν καὶ κάποια ἀπὸ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τοῦ κανονικοῦ μοναστηριοῦ τους.

Ἴσως αὐτοὶ ἀκόμη νὰ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ προκάλεσαν καὶ τὴν παρέμβαση τοῦ Σουλτάνου μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανιοῦ τοῦ Μουσταφᾶ τοῦ Β΄ κατὰ τὸ 1698 στὴν προσπάθειά τους νὰ νομιμοποιήσουν μὲ πολιτικὴ ἀπόφαση τὴν πραξικοπηματική τους ἐνέργεια.

Οἱ μοναχοὶ αὐτοί, λοιπόν, αὐτονομῶντας, «κατέλιπον τὸ πρότερον αὑτῶν ἐνδιαίτημα, τὸ πρωτότυπον δηλαδὴ βασιλικὸν καὶ σταυροπηγιακὸν καταγώγιον», ὅπως γράφει ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, προφανῶς ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ ἀναφορὰ ποὺ τοῦ ὑποβλήθηκε ἀπὸ ἄλλους ποὺ δὲν συμφωνοῦσαν μὲ τὶς ἐνέργειες αὐτὲς.

Οἱ καλόγεροι ποὺ ἐγκαταστάθηκαν μονίμως στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου δὲν ἀρκέστηκαν μόνο σ’ αὐτό. Προσπάθησαν ταυτόχρονα νὰ ἀνεξαρτοποιηθοῦν καὶ αὐτονομηθοῦν σὲ Μοναστήρι. Θεώρησαν ἀκόμη «δικά» τους, κτήματα τοῦ «δικοῦ» τους  αὐτοῦ αὐτοανακηρυχθέντος νέου «μοναστηριοῦ», ποὺ προσπάθησαν νὰ ἱδρύσουν, θεώρησαν ἰδιοκτησία τους καὶ κάποια ἀπὸ τὰ κτήματα τοῦ κανονικοῦ μοναστηριοῦ τους καὶ τὰ ὑπέταξαν στὸ «δικό τους μοναστήρι», στὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἀποπειράθηκαν, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ μετατρέψουν τὸ «Μετόχι» σὲ κανονικὸ «Μοναστήρι» καὶ τὸ  κανονικὸ «Μοναστήρι» σὲ «Μετόχι», μετέτρεψαν τὸ «παράρτημα» σὲ «ἕδρα» καὶ τὴν «ἕδρα» σὲ «παράρτημα».

Ἀπὸ κάποιες ἀναφορὲς τοῦ περιεχομένου τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου, ἄν καὶ σ’ αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται ρητῶς καὶ δὲν μνημονεύεται κάποιος συσχετισμὸς μὲ τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι, γίνεται φανερὸ ὅτι ὁ πατριάρχης εἶχε  ὑπόψη του ὁπωσδήποτε τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι. Στὶς παρεμβάσεις τοῦ σουλτανικοῦ αὐτοῦ φιρμανιοῦ  ἀντιδροῦσε ὁ Πατριάρχης. Ἀντιμαχόταν σὲ ὅσα παρατύπως καὶ ἀναρμοδίως ὅριζε καὶ διέταζε τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι, ἔστω καὶ ἄν ὁ πατριάρχης, σοφὰ ἐνεργῶντας, δὲν ἀναφερόταν σ’ αὐτὸ ρητὰ καὶ ἄμεσα. Ὁ πατριάρχης φαίνεται ὅτι προτίμησε νὰ σιωπήσει καὶ νὰ δείξει ἐντονότερα ὅτι ἀγνοοῦσε τὴν ὕπαρξη τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανίου καὶ θεωροῦσε ἄκυρα ὅσα ἐκεῖνο ὅριζε καὶ γιὰ νὰ δείξει τὴν περιφρόνησή του ἀλλὰ και γιὰ νὰ μὴν προκαλέσει ἀνεπιθύμητες ἀντιδράσεις.

Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ ὅσα σχετικὰ ἀναφέρονται στὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο γιὰ τὶς ἐνέργειες τῶν μοναχῶν ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὸ Μετόχι: «καὶ τὰ κτήματα καὶ ἀφιερώματα τούτου[11] μεταγαγόντες ὑπέταξαν ἀντεστραμμένως τῷ μετοχίῳ αὐτοῦ, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Νικολάῳ, τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰς ἀφανισμὸν».

Ἄξιο παρατήρησης εἶναι καὶ τὸ ὅτι τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ σιγγιλιῶδες γράμμα δὲν ἀπευθύνεται σὲ κάποιο συγκεκριμένο παραλήπτη ἀλλὰ παρουσιάζεται ὡς οἱ παραλῆπτες του νὰ εἶναι πολλοὶ καὶ ὁ Πατριάρχης, μὲ τὸ μολυβδόβουλλο σιγγίλιό του, δίνει γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, ὡς μόνος ἁρμόδιος καὶ ὑπεύθυνος, τὴν ὁριστικὴ λύση καὶ ἀπάντηση στὸ θέμα. Δὲν ἀπευθύνεται στοὺς «ἀποστάτες» γιατὶ ἔχουν διακόψει τὶς σχέσεις μαζί του, οὔτε στοὺς πιστοὺς στὴν ἀποστολή τους μοναχοὺς γιατὶ δὲν τοὺς ἀφορᾶ προσωπικὰ τὸ περιεχόμενο  τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλιώδους γράμματος.

Ἀπὸ τὴν ὅλη ἐξέταση τοῦ θέματος διαφαίνεται, νομίζω καθαρά,  ὅτι ὑπῆρχαν δύο κέντρα δράσης καὶ ἐνεργειῶν ἀλλὰ καὶ διαφορετικῶν συμφερόντων καὶ ἐπιδιώξεων τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς. Στὰ δύο αὐτὰ κέντρα φαίνεται ὅτι συμμετεῖχαν ἐνεργὰ ὁμάδες δραστηριοποιημένων πολιτῶν μὲ ἰδιαίτερα συγκαλυμμένα συμφέροντα προτάσσοντας στὶς ἐνέργειὲς τους κάποιους ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιδιώξεών τους.

Ἡ μία ὁμάδα, ἡ μία παράταξη, ἐπεδίωκε τὴν ἀπόσπαση τοῦ μετοχιοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀπὸ τὴν Μονὴ Ξενιᾶς, τὴν ἀνεξαρτοποίησή του καὶ τὴν ἀνάδειξή του σὲ ἰδιαίτερο Μοναστήρι μὲ ταυτόχρονη ἀπόσπαση μέρους ἤ καὶ ὁλόκληρης τῆς κτηματικῆς περιουσίας τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη κανονικοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ δεύτερη ὁμάδα ἦταν ἐκείνη ποὺ ἀντιστεκόταν στὶς παραπάνω ἐνέργειες. Ἡ πρώτη ὁμάδα προσπαθοῦσε νὰ πραγματοποιήσει τὰ σχέδιά της ἔχοντας μαζί της ὡς ὑποστηρικτὴ καὶ  τὴ σουλτανικὴ συγκατάθεση καὶ παρέμβαση, χρησιμοποιῶντας δηλαδὴ καὶ πολιτικὴ ἐξουσία. Ἡ δεύτερη ὁμάδα ἀντιστεκόταν χρησιμοποιῶντας μόνο τὴν κανονικὴ καὶ μόνη ἁρμόδια καὶ ὑπεύθυνη ἐξουσία, τὴν ἐκκλησιαστική, καὶ τὸν πνευματικὸ προϊστάμενό της, τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Παραθέτουμε, στὸ σημεῖο αὐτό, ὁλόκληρο τὸ περιεχόμενο τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ μολυβδόβουλλου πατριαρχικοῦ  σιγγιλίου, γιὰ τὴν ἄμμεση  ἐνημέρωση καὶ  κατατόπιση τῶν ἀναγνωστῶν μας ἐπὶ τοῦ περιεχομένου του:

 

β. Τὸ κείμενο τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου

 «+ Γαβριὴλ ἐλέῳ θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως,

Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης.[12]

+ Οὐ μόνον χρήσιμον, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖον καθέστηκε πάντως ἐπικουρεῖν τοῖς χρείαν ἔχουσι βοηθείας θείοις καὶ ἱεροῖς καταγωγίοις ἔππασιν,[13] οἷς χρῂζουσιν, ἐξαιρέτως δὲ ἐν οἷς δύνανται συνίστασθαι καὶ βεβαιοῦσθαι εἰς διαμονὴν ἀμετάπτωτον.

Πάντα μὲν γὰρ τὰ καλὰ σωτηριώδη τέ ἐστι καὶ σεβάσμια, ὡς ἐπιμνηστεύοντα τοῖς μετερχομένοις αὐτὰ τὴν τρισόλβιον καὶ μοναστικὴν ἀπόλαυσιν τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν τῆς οὐρανῶν βασιλείας, πολλῷ δὲ πλέον τῶν ἄλλων καλῶν ὑπερανέστηκε, σεβασμιώτερόν τε καὶ βραβείων μᾶλλον ἐπάξιον πέφυκεν ἡ περιποίησις, φήμη καὶ βοήθεια καὶ περίθαλψις τῶν ἱερῶν καὶ σεβασμίων μοναστηρίων καὶ θείων καταγωγίων, ἐν οἷς Θεὸς εὐαρεστεῖται καὶ εὐμενῶς ἐπαναπαύεται ὑμνολογούμενος ἀκαταπαύστως καὶ δοξαζόμενος ταῖς ἱεραῖς τελεταῖς καὶ ἀκολουθίαις ὑπὸ τῶν ἀποταξαμένων τῷ κόσμῳ καὶ Θεῷ μόνον προσανέχειν αἱρεθησομένων ἱερῶν καὶ θεοφιλῶν ἀνδρῶν τελουμέναις, ἀνθ’ ὅτου καὶ μὴ διαλείπουσα κατὰ πάντα καιρὸν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία κοινῶς ἀποδέχεσθαι πάντας τοὺς προστρέχοντας αὐτῇ σωτηρίας ἕνεκα, δεινῶν τε ποικίλων ἀπαλλαγῆς καὶ προσφόρου τινὸς ἀντιλήψεως καὶ καταλήψεως ἐφ’ ἑκάστῳ τὴν θεραπείαν τῶν σοφῶν ἐπιτηδευομένη παθημάτων ἰδίοις αὐτὴν προνομίοις καὶ ἀξιώμασιν, ἐμμενέστερον τὴν μέριμναν καὶ σπουδὴν ἐπιφέρει περὶ τὰ ἱερὰ καὶ σεβάσμια τοῦ Θεοῦ καταγώγια καὶ σὺν διαφόροις φιλοτιμίας, λόγοις τε καὶ ἔργοις καὶ γράμμασιν ἐπικρατύνει καὶ συνίστησι καὶ τὴν διαμονὴν αὐτῶν ἀδιάπτωτον ἐξεργάζεται.

Καὶ τὰ μὲν σῳζόμενα καὶ εὖ ἔχοντα ἀμετάπτωτα διατηρεῖν οἶδε, τὰ δὲ ὅπως ποτὲ τοῦ εὖ ἔχειν ἀποκλίναντα θεραπεύειν καὶ καταρτίζειν, ὡς  ἔνεστιν, οὐδὲ τὰ εἰς φθορὰν ἀποβλέποντα  ἀμελεῖν, ἀλλὰ σπεύδειν εἰς φῶς ἀνακαλεῖν κατὰ τὸν ἐνόντα τρόπον.

Ἐπειδὴ τοιγαροῦν καὶ τἀνῦν διεγνώσθη ἡμῖν τὸ κατὰ τὴν ἁγιωτάτην Ἐπισκοπὴν Ζητουνίου[14] κείμενον ἱερὸν καὶ σεβάσμιον μοναστήριον τῆς Ὑπεραγίας μου Θεοτόκου, Ξενιὰ ἐπικεκλημένης, ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπάρχον βασιλικὸν οἰκοδόμημα καὶ σταυροπηγιακῇ ἀξίᾳ κεκοσμημένον καὶ παντελεῖ ἐλευθερίᾳ καὶ ἀδουλωσίᾳ, ὅπερ καὶ μετόχιον ὑποκείμενον αὐτῷ ἔσχε κατὰ τὸν αἰγιαλὸν[15] ἐν  τῇ αὐτῇ ἐπισκοπῇ διατηροῦν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Κατὰ καιρικὴν δὲ περίστασιν μεταβάντες οἱ πατέρες[16] τοῦ αὐτοῦ Ἱεροῦ Μοναστηρίου προσῆλθον ἐνδιατρίψαι πρὸς καιρὸν ἐν τῷ εἰρημένῳ αὐτοῦ μετοχίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Εἶτα, οὐκ οἶδ’ ὅπως, εὐαρεστηθέντες ἐκεῖσε οὐκ ἠθέλησαν ἐπαναστραφῆναι εἰς τὸ καθολικὸν αὐτῶν μοναστήριον διὰ ῥᾳστώνην τυχόν, καὶ σωματικὴν ἡδυπάθειαν καὶ ἀνάπαυσιν, ἥτις  ἀπείρηται[17] τοῖς τὸν μοναδικὸν ἐπανῃρημένοις βίον, καὶ ἐνοικοῦντες διηνεκῶς τῷ αὐτῷ μετοχίῳ κατέλιπον τὸ πρότερον αὑτῶν ἐνδιαίτημα, τὸ πρωτότυπον δηλαδὴ βασιλικὸν καὶ σταυροπηγιακὸν καταγώγιον, ὥστε καὶ τὰ κτήματα καὶ ἀφιερώματα τούτου μεταγαγόντες ὑπέταξαν ἀντεστραμμένως τῷ μετοχίῳ αὐτοῦ, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Νικολάῳ, τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰς ἀφανισμὸν καταντῆσαι τὸ καθολικὸν αὐτὸ σεβάσμιον Μοναστήριον τῆς Ξενιᾶς, περὶ οὗ  ἐδεήθησαν ἡμῶν οἱ πρὸς τὰ καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα πόθον ἔχοντες ὑπουργεῖν περὶ τῆς ἐκείνου ἀρχαίας σταυροπηγιακῆς καταστάσεως καὶ ἐλευθερίας ὑπερασπισθῆναι ταῖς πατριαρχικαῖς περιθάλψεσιν αὐτοῦ,[18] χεῖράν τε βοηθείας ὀρέξαι καὶ ἐπιβραβευθῆναι αὐτῷ τὴν κυριότητα κατὰ σταυροπηγιακὴν φιλοτιμίαν καὶ δεσποτείαν, κατὰ τὸ πρότερον, ὡς ἔθος τ” ἐπικυρωθῆναι διὰ πατριαρχικοῦ σιγγιλιώδους γράμματος, ὅπως διὰ τῆς τοιαύτης ἐκκλησιαστικῆς περιθάλψεως καὶ πατριαρχικῆς ἀντιλήψεως ἐπιστηριχθῇ αὖθις καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν προτέραν αὐτοῦ κατάστασιν.

Τούτου χάριν τὴν δέησιν αὐτῶν εὐμενῶς ἀποδεξάμενοι, ὡς πρὸς θεάρεστον ἀφορῶσαν σκοπόν, κατὰ τὸ ἐν ἡμῖν ἀπαραίτητον χρέος,  ὅπέρ ἐστι φροντίζειν διὰ παντὸς τῆς συστάσεως καὶ διαμονῆς καὶ βελτιώσεως τῶν ἱερῶν ναῶν καὶ σεβασμίων μοναστηρίων καὶ θείων καταγωγίων τῶν ἑκασταχοῦ εὑρισκομένων εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ μνημόσυνον τῶν Ὀρθοδόξων ἀέναον, καὶ τῷ κανονικῷ ἔθει τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀποστολικοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου χρώμενοι,

Γράφομεν καὶ ἀποφαινόμεθα συνοδικῶς μετὰ τῶν περὶ ἡμᾶς ἱερωτάτων ἀρχιερέων καὶ ὑπερτίμων τῶν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητῶν ἡμῶν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν,

Ἵνα τὸ διαληφθὲν ἱερὸν καὶ σεβάσμιον βασιλικὸν Μοναστήριον τῆς Ὑπεραγίας μου Θεοτόκου Ξενιᾶς μετὰ πάντων τῶν κτημάτων καὶ ἀφιερωμάτων αὐτοῦ, κινητῶν τε καὶ ἀκινήτων, ὑπάρχῃ καὶ λέγηται καὶ παρὰ πάντων γινώσκηται κατὰ τὴν ἀνέκαθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς αὐτοῦ τάξιν τε καὶ κατάστασιν, πατριαρχικόν, σταυροπηγιακόν, πάντῃ ἐλεύθερον, ἀσύδοτον, ἀδούλωτον, ἀκαταπάτητον, ἀνεπηρέαστον καὶ ἀνενόχλητον παρὰ παντὸς προσώπου ἱερωμένου καὶ λαϊκοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ κατὰ τόπον ἀρχιερέως, μνημονευομένου ἐν αὐτῷ τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος, μηδενὶ ὑποκείμενον, ἀλλὰ μόνον τῷ πατριαρχικῷ οἰκουμενικῷ τούτῳ θρόνῳ, καὶ μηδενὶ μηδὲν ὀφεῖλον παρέχειν ἤ μόνον τῇ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ ἀνὰ δύο ὀκάδας κηρίου κατ’ ἔτος εἰς σημεῖον ὑποταγῆς κατὰ τὴν τάξιν τῶν σταυροπηγίων.

Τὸ δὲ μετόχιον αὐτοῦ, ὁ Ἅγιος Νικόλαος, εἴη ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν αὐτοῦ, ὡς καὶ πρότερον ἦν ὑποκείμενον αὐτῷ, ὀφειλόντων τῶν ἐν αὐτῶ τῷ μετοχίῳ εὑρισκομένων πατέρων, χωρίς τινος προφάσεως καὶ ἀντιλογίας, μεταναστῆναι καὶ ἐπανελθεῖν εἰς τὸ πρωτότυπον καὶ καθολικὸν εἰρημένον Βασιλικὸν Μοναστήριον τῆς Ξενιᾶς, μεταθέμενον ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν τοῦ αὐτοῦ Μοναστηρίου, καὶ τά, ἅπερ, παρὰ τὸ εἰκός, μεθείλκυσαν κτήματα καὶ ἀφιερώματα αὐτοῦ εἰς τὸ μετόχιον, τὸν Ἅγιον Νικόλαον, εἰρηνικῶς καὶ φιλαδέλφως διάγοντες καὶ φροντίζοντες τῆς συστάσεως καὶ βελτιώσεως καὶ στερεώσεως καὶ διαμονῆς τοῦ αὐτοῦ Μοναστηρίου.

Ὁ δὲ κατὰ καιρὸν ἐν αὐτῷ ἡγούμενος ἐκλέγηται κοινῇ γνώμῃ τῶν συνασκουμένων πατέρων, ὁποῖος ἄν ἀναφανῇ ἄξιος καὶ ἁρμόδιος περὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ σύστασιν αὐτοῦ, ὅστις διὰ φροντίδος ἔχῃ ἀποστέλλειν εἰς τὸ μετόχιον, τὸν Ἅγιον Νικόλαον, ὅσους καὶ οἵους τῶν πατέρων ἐπιλέξηται ἱκανοὺς καὶ ἐπιτηδείους εἰς τὸ ἐπισκέπτεσθαι καὶ διοικεῖν τὸ αὐτὸ μετόχιον.

Ἡνίκα δ’ ἄν χρεία χειροτονίας αὐτοῖς γίνηται, προσκαλῶσιν, ὅν ἄν ἐθέλωσι τῶν ἀρχιερέων, κατὰ τὰς χειροτονίας, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν διατύπωσιν, χωρὶς τῆς τοῦ ἱεροῦ συνθρόνου ἐγκαθιδρύσεως, καὶ οὕτω διάγωσι καὶ ἐνδιατρίβωσιν ἐν τῷ αὐτῷ ἱερῷ καὶ σεβασμίῳ Μοναστηρίῳ τῆς Ξενιᾶς οἱ συνασκούμενοι πατέρες μετὰ τῶν καθηγουμένων αὑτῶν ἀμετακινήτως καὶ ἀμεταθέτως φυλάττοντες τὸν τύπον καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῆς μοναδικῆς πολιτείας, ἐλεύθεροι ὄντες καὶ ἀδούλωτοι καὶ ἀνεπηρέαστοι καὶ ἀνενόχλητοι παρὰ παντὸς προσώπου, ὡς εἴρηται.

Τοῖς δὲ ἐκεῖσε πᾶσι χριστιανοῖς ἐντελλόμεθα ἵνα πᾶσαν περιποίησιν καὶ σπουδὴν καὶ ἀγάπην, ὡς εἰκός, ἔχοιεν, μεθ’ ὅσης εὐλαβείας πρὸς τὴν Ἱερωτάτην καὶ Βασιλικὴν Μονήν, βοηθοῦντες αὐτῇ πάντοτε, λόγῳ τε καὶ ἔργῳ, καὶ φροντίζοντες περὶ τῆς συστάσεως καὶ αὐξήσεως καὶ διαμονῆς αὐτῆς, ὡς φιλευσεβεῖς καὶ φιλόχριστοι.

Ὁποῖοι δ’ ἄν τοὐναντίον ἄλλως πως τολμήσωσιν ἀντιφερόμενοι καὶ ἀντιπράττοντες εἰς τὴν  σύστασιν τῆς αὐτῆς Μονῆς, καὶ ὅσοι ἄν ὀψέποτε φανῶσι καθάπτοντες τῆς σταυροπηγιακῆς καταστάσεως καὶ αὐτοδεσποτείας καὶ κυριότητος τῆς Μονῆς ταύτης καὶ τῶν λοιπῶν αὐτῆς προνομίων καὶ κατά τινα τρόπον διανοηθῶσιν ἐπηρειᾶσαι ταύτην καταφρονήσας τε καὶ βλάψας τὴν Μονὴν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ μονάζοντας, καὶ ἄλλως παρὰ τὰ ἐν τῶ παρόντι γεγραμμένα ποιήσας, οἱ τοιοῦτοι, ὁποίας ἄν εἴησαν τάξεως καὶ ὁποίου βαθμοῦ, ἀφωρισμένοι ἔστωσαν παρὰ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ζωοποιοῦ καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ἀσυγχύτου Τριάδος, τοῦ ἑνὸς τῇ φύσει μόνου Θεοῦ, καὶ κατηραμένοι καὶ ἀσυγχώρητοι καὶ ἄλυτοι μετὰ θάνατον, ἡ μερὶς αὐτῶν μετὰ τοῦ προδότου Ἰούδα, καὶ εὕροιεν ἀντίμαχον αὐτοῖς τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ κρίσεως καὶ ταῖς πατρικαῖς καὶ συνοδικαῖς ἀραῖς ὑπόδικοι.

Ὅθεν εἰς ἔνδειξιν καὶ διηνεκῆ ἀσφάλειαν τῆς σταυροπηγιακῆς φιλοτιμίας, αὐτοδεσποτείας τε καὶ ἐλευθερίας καὶ τῶν λοιπῶν προνομίων τοῦ αὐτοῦ βασιλικοῦ μοναστηρίου ἐγένετο τὸ παρὸν πατριαρχικὸν συνοδικὸν σιγγιλιῶδες βεβαιωτήριον γράμμα καὶ ἐπεδόθη τῷ αὐτῷ μοναστηρίῳ.

Ἐν ἔτει αψδ΄, [19] ἀπριλίῳ, ἰνδικτιῶνος ιβ΄.[20]

+ ΓΑΒΡΙΗΛ ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης.

(Ἀκολουθοῦν 10 ἀκόμη ὑπογραφές συνοδικῶν ἐπισκόπων δυσανάγνωστες)».

 

γ. Παρατηρήσεις – Συμπεράσματα – Σχόλια

Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ πατριαρχικοῦ αὐτοῦ σιγγιλίου γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ ὅτι αὐτὸ στάλθηκε γιὰ νὰ ἀποτρέψει καὶ ἀνατρέψει ἤ νὰ ἀκυρώσει ὅσα, παράτυπα καὶ παράνομα, εἶχαν γίνει ἤ κάποιοι εἶχαν προσπαθήσει νὰ γίνουν στὰ προηγούμενα χρόνια ἀλλὰ καὶ ὅσα ἡ σουλτανικὴ διαταγὴ τοῦ Μουσταφᾶ Β΄, ποὺ εἶχε ἀποσταλεῖ ἕξι χρόνια νωρίτερα,  κανόνιζε.

Ἄν καί, γιὰ εὐνόητους σὲ ὅλους, καὶ σαφῶς κατανοητοὺς ἀσφαλῶς στοὺς παραλῆπτες τοῦ σιγγιλίου, λόγους, γιὰ λόγους μὴ φανερῆς προστριβῆς καὶ ἀντίθεσης μὲ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς καὶ ἀποφυγῆς ὄξυνσης, στὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο δὲν γίνεται κάποια ἀναφορὰ στὸ σουλτανικὸ φιρμάνι τοῦ Μουσταφᾶ τοῦ Β΄ τοῦ 1698, τὸ ὁποῖο εἶχε προηγηθεῖ, εἶναι σαφὲς ὅτι μὲ τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο ἀνατρέπονται καὶ καταδικάζονται ἀπερίφραστα ὅλα ὅσα εἶχαν προηγηθεῖ καὶ ὅσα ἐκεῖνο διέτασσε. Διαφαίνεται μία σιωπηλὴ ἀντιπαλότητα τῶν δύο ἐξουσιῶν ἀλλὰ καὶ τῶν δύο ὁμάδων καὶ παρατάξεων ἀτόμων ποὺ ἐπεδίωκαν διαφορετικὰ συμφέροντα.

Μὲ τὴν ἀποφυγὴ στὸ σιγγιλιῶδες αὐτὸ πατριαρχικὸ γράμμα καὶ τῆς παραμικρῆς ἀναφορᾶς στὸ προηγηθὲν σουλτανικὸ ἔγγραφο, τὶς ρυθμίσεις τοῦ ὁποίου ριζικὰ ἀνατρέπει, προφανῶς, καταδικάζεται σιωπηρῶς, περιφρονεῖται καὶ ἀγνοεῖται ὡς ἀναρμόδια ἡ σουλτανικὴ παρέμβαση. Ἀγνοεῖται παντελῶς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι. Θεωρεῖται ὄχι μόνο ὡς ἀνίσχυρο ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνύπαρκτο.

Πρέπει ἀκόμη νὰ ληφθεῖ ὑπ’ ὄψη τὸ ὅτι τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία στελνόταν τὸ σουλτανικὸ διάταγμα τοῦ Μουσταφᾶ τοῦ Β΄ δὲν ἦταν πατριάρχης ὁ Γαβριήλ Γ΄. Ἄλλος ἦταν ὁ πατριάρχης ποὺ εἶχε ζητήσει – ἄν τὴν εἶχε ζητήσει καὶ κάτω ἀπὸ ποιὲς συνθῆκες τὴν εἶχε ζητήσει –  τὴν σουλτανικὴ βοήθεια καὶ παρέμβαση. Πατριάρχης τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ὁ Καλλίνικος Β΄.

Ὁ πατριάρχης Γαβριήλ Γ΄, ἀγνοῶντας παντελῶς καὶ θεωρῶντας ὡς ἀνύπαρκτο τό, ὅπως γίνεται φανερό, ἀναρμοδίως, παρανόμως καὶ παρατύπως ἀνακηρυχθὲν «μοναστήρι» τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀναγνωρίζει, γιὰ μία ἀκόμα φορά, ὡς Πατριαρχικὸ καὶ Σταυροπηγιακὸ μόνο «τὸ κατὰ τὴν ἁγιωτάτην Ἐπισκοπὴν Ζητουνίου κείμενον ἱερὸν καὶ σεβάσμιον μοναστήριον τῆς Ὑπεραγίας μου Θεοτόκου Ξενιὰ ἐπικεκλημένης» ὡς «ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπάρχον βασιλικὸν οἰκοδόμημα καὶ σταυροπηγιακῇ ἀξίᾳ κεκοσμημένον καὶ παντελεῖ ἐλευθερίᾳ καὶ ἀδουλωσίᾳ». Ἀναγνωρίζεται δηλαδὴ ὡς κανονικὸ τὸ ἕνα καὶ μόνο ὑπαρκτὸ (πάνω) Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ἐκεῖνοι ποὺ ζήτησαν τὴν πατριαρχικὴ προστασία, «οἱ πρὸς τὰ καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα πόθον ἔχοντες», ἤθελαν νὰ στερεώσουν καὶ νὰ σταθεροποίησουν τὸ παλαιὸ σταυροπηγιακὸ καθεστὼς τοῦ Μοναστηριοῦ τους, ἐπεδίωκαν νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν παλιὰ κατάσταση ποὺ φαίνεται ὅτι κλωνιζόταν καὶ ἀμφισβητοῦνταν ἀπὸ κάποιους: «ὑπουργεῖν περὶ τῆς ἐκείνου ἀρχαίας σταυροπηγιακῆς καταστάσεως καὶ ἐλευθερίας ὑπερασπισθῆναι ταῖς πατριαρχικαῖς περιθάλψεσιν αὐτοῦ».

Τὸ αἴτημα τῶν «πρὸς τὰ καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα πόθον ἐχόντων»  γιὰ πατριαρχικὴ ὑπεράσπιση τοῦ σταυροπηγιακοῦ καθεστῶτος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὑποδηλώνει ὅτι οἱ «πατέρες» οἱ ὁποῖοι «κατέλιπον τὸ πρότερον αὑτῶν ἐνδιαίτημα, τὸ πρωτότυπον δηλαδὴ βασιλικὸν καὶ σταυροπηγιακὸν καταγώγιον, ὥστε καὶ τὰ κτήματα καὶ ἀφιερώματα τούτου μεταγαγόντες ὑπέταξαν ἀντεστραμμένως τῷ μετοχίῳ αὐτοῦ, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Νικολάῳ, τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰς ἀφανισμὸν καταντῆσαι τὸ καθολικὸν αὐτὸ σεβάσμιον Μοναστήριον τῆς Ξενιᾶς» πρέπει, ἀνακηρύσσοντας τὸ «Μετόχι» σὲ «Μοναστήρι» νὰ περιφρόνησαν τὸ ἰσχῦον σταυροπηγιακὸ καθεστὼς καὶ νὰ υἱοθέτησαν πραξικοπηματικὰ τὴν ἀπόσπαση τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς στὸ ὁποῖο ὰνῆκε ὑπάγοντάς το στὸν τοπικὸ ἱεράρχη.

Ὄλα αὐτὰ ἀνατρέπονται ὅμως μὲ τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο. Μὲ τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ σιγγίλιο ἐπανακαθορίζεται μὲ σαφήνεια καὶ μὲ κατηγορηματικὸ λόγο ἡ θέση καὶ ἡ σχέση τοῦ μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἡ σχέση ὑποταγῆς καὶ ἀπόλυτης ἐξάρτησής του ἀπὸ τὸ Μοναστήρι της Παναγίας Ξενιᾶς. Οὐδεμία μνεία τοῦ «Ἁγίου Νικολάου» ὡς «μοναστηριοῦ» γίνεται στὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο. Ἀντίθετα ἀναφέρεται σαφέστατα ὡς «Μετόχι»: «Τὸ δὲ μετόχιον αὐτοῦ, ὁ Ἅγιος Νικόλαος, εἴη ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν αὐτοῦ, ὡς καὶ πρότερον ἦν ὑποκείμενον αὐτῷ».

Ἐπιβεβαιώθηκε, λοιπόν, στὰ 1704, ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο Πατριαρχεῖο γιὰ ἄλλη μία φορά, ὅτι «ὁ Ἅγιος Νικόλαος» εἶναι μετόχι καὶ ὑπάγεται, ὅπως ἦταν καὶ ὑπαγόταν παλαιότερα καὶ πάντοτε, στὸ  κανονικὸ (Πάνω) Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τὸ ὁποῖο εἶχε τὴν ἕδρα του, ἐκεῖ ποὺ καὶ σήμερα βρίσκεται, μεταξὺ τῆς Βρύναινας καὶ τῶν Κοκκωτῶν.

Οἱ πατέρες τοῦ κανονικοῦ, τοῦ «Πάνω» Μοναστηριοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὴν κανονικὴ ἕδρα τους καὶ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ μονίμως στὸ «μετόχι», διατάσσονταν νὰ ἐπιστρέψουν, χωρὶς καμμία ἀντίρρηση ἤ πρόφαση, στὴν ἕδρα τους:  «ὀφειλόντων τῶν ἐν αὐτῶ τῷ μετοχίῳ εὑρισκομένων πατέρων, χωρίς τινος προφάσεως καὶ ἀντιλογίας, μεταναστῆναι καὶ ἐπανελθεῖν εἰς τὸ πρωτότυπον καὶ καθολικὸν εἰρημένον βασιλικὸν μοναστήριον τῆς Ξενιᾶς».

Οἱ μοναχοὶ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ποὺ, ὅπως φαίνεται,  ἄν δὲν ἦταν ὅλοι ἀποτελοῦσαν τὴν συντριπτικὴ πλεοψηφία τους, διατάσσονταν  ἐπιπλέον  νὰ ἐπιστρέψουν στὴν κυριότητα τοῦ κανονικοῦ Μοναστηριοῦ ὅσα κτήματα καὶ ἀφιερώματα ἀντικανονικὰ εἶχαν θέσει στὴν κυριότητα τοῦ μετοχίου: «μεταθέμενον ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου, καὶ τά, ἅπερ, παρὰ τὸ εἰκός, μεθείλκυσαν κτήματα καὶ ἀφιερώματα αὐτοῦ εἰς τὸ μετόχιον, τὸν Ἅγιον Νικόλαον».  Ὑποδηλώνεται ἀπὸ τὰ παραπάνω ὅτι ἡ τάση γιὰ αὐτονόμηση τοῦ «Μετοχίου» εἶχε προχωρήσει καὶ σὲ ἰδιοποίηση μοναστηριακῆς περιουσίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἶχαν ἤδη ἰδιοποιηθεῖ κάποια κτήματα καὶ ἀφιερώματα τοῦ κανονικοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ μελέτη καὶ συνεξέταση τῶν περιεχομένων τοῦ «σουλτανικοῦ φιρμανίου» καὶ τοῦ «πατριαρχικοῦ σιγγιλίου» μπορεῖ νὰ συμπεράνει κάποιος ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ προκάλεσαν τὴ σουλτανικὴ παρέμβαση συμπεριλάμβαναν  μεταξὺ ἐκείνων ποὺ «διαταράττουσι τὴν διὰ τὸ εὐαγὲς κατάστημα ἐξουσίαν αὐτῶν καὶ γεννῶσι διαφόρους ἔριδας καὶ τοὺς καταπιέζουσι καὶ οὕτω γίνονται πρόξενοι ἀκαταλογίστων ζημιῶν εἴς τε τὸν Μητροπολίτην καὶ εἰς τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἐν λόγῳ Μοναστηρίου» καὶ τοὺς μοναχοὺς τοῦ κανονικοῦ μοναστηριοῦ. Αὐτοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνοῦνταν τὰ «ἔσοδα τῶν τοιούτων ἐκκλησιῶν καὶ τῶν ἀφιερωμάτων αὑτῶν νὰ εἰσπράττονται παρὰ τῶν ἐπιτρόπων τῶν διοριζομένων παρὰ τοῦ Μητροπολίτου».

Γίνεται λοιπὸν σαφέστατο ὅτι εἶχαν δημιουργηθεῖ δύο ὁμάδες μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ὑποστηρικτῶν τους οἱ ὁποῖες εἶχαν διαφορετικὲς ἐπιδιώξεις καὶ χρησιμοποιοῦσαν διαφορετικὰ μέσα καὶ ἀνθρώπους. «Μῆλο τῆς Ἔριδος» ἦταν ἡ μεγάλη κτηματικὴ περιουσία ποὺ βρισκόταν στὴν περιοχή, στὴν ὁποία ἦταν τὸ «Μετόχι» τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Τὴν περιουσία αὐτὴ τὴν διαχειριζόταν καὶ τὴν ἐκμεταλλευόταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ ἦταν ἀνεξάρτητο, «μηδενὶ ὑποκείμενον, ἀλλὰ μόνον τῷ πατριαρχικῷ οἰκουμενικῷ τούτῳ θρόνῳ, καὶ μηδενὶ μηδὲν ὀφεῖλον παρέχειν ἤ μόνον τῇ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ ἀνὰ δύο ὀκάδας κηρίου κατ’ ἔτος εἰς σημεῖον ὑποταγῆς κατὰ τὴν τάξιν τῶν σταυροπηγίων».

Τὸ καθεστὼς αὐτὸ μποροῦσε νὰ ἀνατραπεῖ μόνο ἐὰν τὸ «ὑποτακτικὸ» Μετόχι γινόταν «ἀφεντικὸ» ὥστε αὐτὸ νὰ ἔχει τὸν πρῶτο λόγο. Αὐτὸ κατόρθωσε νὰ τὸ ἐπιτύχει ἡ ὁμάδα ποὺ μεταξὺ τῶν ὑποστηρικτῶν της εἶχε τὸν τοπικὸ ἱεράρχη ἀλλὰ καὶ τὸν Σουλτάνο. Ἔτσι ἦρθε σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὁμάδα ποὺ μὲ βασικὸ ὑποστηρικτή της τὸν Πατριάρχη ἤθελε νὰ διατηρηθεῖ τὸ ὑφιστάμενο καθεστὼς καὶ «ὑπέταξαν ἀντεστραμμένως τῷ μετοχίῳ αὐτοῦ, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Νικολάῳ, τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰς ἀφανισμὸν καταντῆσαι τὸ καθολικὸν αὐτὸ σεβάσμιον Μοναστήριον τῆς Ξενιᾶς».

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πατριάρχης, ἀντέδρασε ἔντονα καὶ δυναμικά. Διέταζε, λοιπόν, τὰ ἐντελῶς ἀντίστροφα τῶν ὅσων διέταζε ὁ Σουλτάνος.

Ἐπὶ πλέον οἱ ἀποστάτες μοναχοί, ἀφοῦ συμμορφώνονταν μὲ τὶς πατριαρχικὲς ἐντολὲς καὶ ἐπέστρεφαν στὴν ἕδρα τους, ἔπρεπε νὰ ζοῦν πλέον στὸ ἑξῆς «εἰρηνικῶς καὶ φιλαδέλφως καὶ φροντίζοντες τῆς συστάσεως καὶ βελτιώσεως καὶ στερεώσεως καὶ διαμονῆς τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου». Ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς τους, νὰ ζοῦν «φιλαδέλφως» καὶ ὅλοι νὰ φροντίζουν γιὰ τὸ ἴδιο, ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μοναστήρι.

Γιὰ νὰ καταδείξει δὲ ὁ Πατριάρχης ἐντονότερα καὶ σαφέστερα τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ τὴν μὴ ὑποταγή του σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἐπίσκοπο, ἀκόμα καὶ στὸν ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς του, παρὰ μόνο στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ἐξουσιοδοτοῦσε τοὺς πατέρες τοῦ Μοναστηριοῦ, σὲ περίπτωση ἀνάγκης χειροτονίας, προκειμένου νὰ ἐπιβεβαιώνουν καὶ νὰ ἰσχυροποιοῦν ἐμπράκτως τὴν ἀνεξαρτησία τους ἀπὸ τὸν τοπικὸ ἱεράρχη, νὰ μποροῦν νὰ καλοῦν ὁποιονδήποτε ἀρχιερέα ἤθελαν, ὅταν χρειαζόταν νὰ γίνει στὸ Μοναστήρι τους κάποια χειροτονία: «ἡνίκα δ’ ἄν χρεία χειροτονίας αὐτοῖς γίνηται, προσκαλῶσιν, ὅν ἄν ἐθέλωσι τῶν ἀρχιερέων, κατὰ τὰς χειροτονίας, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν διατύπωσιν».

Τὸν τοπικὸ ἐπίσκοπο, τὸν ὁποῖο τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι ἀναγνώριζε ὡς κύριο τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ στὸν ὁποῖο οἱ καταπατητὲς «ἐναντίον τῶν ὅρων τῶν προνομίων του, διαταράττουσι τὴν διὰ τὸ εὐαγὲς κατάστημα ἐξουσίαν αὐτοῦ καὶ γεννῶσι διαφόρους ἔριδας καὶ καταπιέζουσι καὶ οὕτω γίνονται πρόξενοι ἀκαταλογίστων ζημιῶν εἴς τε τὸν Μητροπολίτην καὶ εἰς τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἐν λόγῳ Μοναστηρίου», τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο τὸν ἀγνοεῖ καὶ ἀναθέτει στοὺς μοναχοὺς γιὰ τὶς χειροτονίες, στὶς ὁποῖες ἦταν ἀπαραίτητη ἡ παρουσία ἐπισκόπου, νὰ καλοῦν «ὅν ἄν ἐθέλωσι τῶν ἀρχιερέων».

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, μαζὶ μὲ τὸ μετόχι του, τὸν Ἅγιο Νικόλαο, σύμφωνα μὲ τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο, θὰ ἦταν αὐτόνομο καὶ ἀνεξάρτητο ἀπὸ κάθε τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ καὶ ἐξουσία. Θὰ ἀνῆκε καὶ θὰ ὑπαγόταν καὶ πάλι στὸ ἑξῆς, ὅπως συνέβαινε πάντοτε, μόνο καὶ ἀπ’ εὐθείας, στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Ὡς μοναδικὸ δὲ καὶ  τυπικό, ἐπιβεβαιωτικὸ  δεῖγμα τῆς ὑποταγῆς αὐτῆς τοῦ Μοναστηριοῦ στὴν κυριαρχία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως θὰ ἦταν ἡ ὑποχρέωσή του νὰ στέλνει σ’ αὐτὸ «ἀνὰ δύο ὀκάδας κηρίου κατ’ ἔτος εἰς σημεῖον ὑποταγῆς κατὰ τὴν τάξιν τῶν σταυροπηγίων».

Ἀργότερα, ὅπως θὰ καθορίσουν ἄλλα πατριαρχικὰ ἔγγραφα ποὺ θὰ παρουσιασθοῦν στὴ συνέχεια, τὸ τυπικὸ αὐτὸ δεῖγμα τῆς ὑποταγῆς, «δύο ὀκάδες κηρίου» κάθε χρόνο, μετατράπηκε  σὲ χρηματικὸ ποσό.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς,  ἀπευθυνόταν καὶ στοὺς χριστιανοὺς τῆς γύρω περιοχῆς γνωστοποιῶντας σ’ αὐτοὺς τὶς ἀποφάσεις του καὶ καλῶντας τους νὰ φροντίζουν καὶ αὐτοὶ, ὅπως ὅλοι, γιὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν πρόοδο καὶ εὐημερία τοῦ Μοναστηριοῦ, ἴσως ἐπειδὴ καὶ ὁ Σουλτάνος εἶχε ἀναφερθεῖ στοὺς λαϊκοὺς περίοικους τοῦ μετοχίου – «μοναστηριοῦ»:

«Τοῖς δὲ ἐκεῖσε πᾶσι χριστιανοῖς ἐντελλόμεθα ἵνα πᾶσαν περιποίησιν καὶ σπουδὴν καὶ ἀγάπην, ὡς εἰκός, ἔχοιεν, μεθ’ ὅσης εὐλαβείας πρὸς τὴν Ἱερωτάτην καὶ Βασιλικὴν Μονήν, βοηθοῦντες αὐτῇ πάντοτε, λόγῳ τε καὶ ἔργῳ, καὶ φροντίζοντες περὶ τῆς συστάσεως καὶ αὐξήσεως καὶ διαμονῆς αὐτῆς, ὡς φιλευσεβεῖς καὶ φιλόχριστοι».

Δὲν παραλείπει ὁ Πατριάρχης ἀκόμη νὰ ἀπευθύνει καὶ κάποιες ἀπειλὲς ἀλλὰ καὶ φοβερὰ ἐπιτίμια καὶ νὰ ἐπικαλεσθεῖ καὶ τὴ θεία τιμωρία, ὅπως συνηθιζόταν τότε σὲ παρόμοιες περιπτώσεις, γιὰ τοὺς παραβάτες τῶν ἐντολῶν του:

«Ὁποῖοι δ’ ἄν τοὐναντίον ἄλλως πως τολμήσωσιν ἀντιφερόμενοι καὶ ἀντιπράττοντες εἰς τὴν  σύστασιν τῆς αὐτῆς Μονῆς, καὶ ὅσοι ἄν ὀψέποτε φανῶσι καθάπτοντες τῆς σταυροπηγιακῆς καταστάσεως καὶ αὐτοδεσποτείας καὶ κυριότητος τῆς Μονῆς ταύτης καὶ τῶν λοιπῶν αὐτῆς προνομίων καὶ κατά τινα τρόπον διανοηθῶσιν ἐπηρειᾶσαι ταύτην ….., οἱ τοιοῦτοι, ὁποίας ἄν εἴησαν τάξεως καὶ ὁποίου βαθμοῦ, ἀφωρισμένοι ἔστωσαν παρὰ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ζωοποιοῦ καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ἀσυγχύτου Τριάδος, … καὶ κατηραμένοι καὶ ἀσυγχώρητοι καὶ ἄλυτοι μετὰ θάνατον, ἡ μερὶς αὐτῶν μετὰ τοῦ προδότου Ἰούδα, καὶ εὕροιεν ἀντίμαχον αὐτοῖς τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ κρίσεως καὶ ταῖς πατρικαῖς καὶ συνοδικαῖς ἀραῖς ὑπόδικοι».

Ἔπειτα ἀπὸ τὶς παραπάνω ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς διατυπούμενες πατριαρχικὲς ἐντολές, δημιουργεῖται τὸ ἐρώτημα ἐὰν, γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανίου ποὺ εἶχε προηγηθεῖ, εἶχε πράγματι γίνει ὑποβολὴ σχετικοῦ αἰτήματος τοῦ πατριάρχη καὶ τῆς συνόδου του πρὸς τὸν Σουλτάνο. Καὶ στὴν περίπτωση ποὺ ὑποβλήθηκε τέτοιο αἴτημα δημιουργοῦνται ἀναπάντητα ἐρωτήματα κάτω ἀπὸ ποιὲς συνθῆκες ὑποβλήθηκε καὶ ποιὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ περιεχόμενό του. Πρέπει βεβαίως ἀκόμη, προκειμένου νὰ δοθεῖ ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ καὶ νὰ διατυπωθοῦν κάποιες ἀπόψεις ἤ ὑποθέσεις, νὰ συνυπολογισθεῖ καὶ τὸ ὅτι ἄλλος πατριάρχης ἦταν ἐκεῖνος ποὺ «ζήτησε» τὴν ἔκδοση τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανιοῦ.

Δὲν ὑπάρχουν, ὡστόσο, ἀποδείξεις ἤ πληροφορίες ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ παραπάνω πατριαρχικὴ διαταγὴ ἐφαρμόστηκε ἀκριβῶς καὶ ἐὰν αὐτὴ ἐπανέφερε καὶ ἀποκατέστησε τὰ πράγματα μονίμως καὶ ὁριστικῶς στὴν παλιά τους κατάσταση.  Δὲν γνωρίζουμε ἐπίσης, καὶ στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία ἐφαρμόστηκαν οἱ πατριαρχικὲς ἐντολές, γιὰ πόσο χρονικὸ διάστημα ἴσχυσαν καὶ ἀπὸ πόσους μοναχοὺς ἐφαρμόστηκαν. Ἐκεῖνο ποὺ γίνεται μόνο φανερὸ εἶναι ὅτι ὑπῆρχε ἀπὸ καιρὸ  καὶ καλλιεργοῦνταν συνεχῶς μία τάση ἀπεξάρτησης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ ὅτι γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἐπιβεβαιώθηκε ἡ πατριαρχικὴ καὶ σταυροπηγιακὴ ὑπόσταση τοῦ ἑνός καὶ μόνου ὑπάρχοντος στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση καὶ τὸν παραλληλισμὸ τῶν δύο παραπάνω κειμένων, τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανιοῦ καὶ τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου, διαφαίνεται, ὡστόσο, μὲ ἀρκετὴ σαφήνεια καὶ βεβαιότητα, ὅτι ὑπῆρχε καὶ καλλιεργοῦνταν ἀπὸ κάποιους ἐξωμοναστηριακοὺς παράγοντες στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, μία κίνηση, μία τάση, καὶ καταβάλλονταν προσπάθειες νὰ μεταφερθεῖ ἡ ἕδρα καὶ ἡ διοίκηση τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀλλά καὶ νὰ ὑπαχθεῖ ἡ ὅλη του περιουσία σ’ αὐτό. Οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ ποὺ παρουσιάζονται νὰ μετέχουν στὴν κίνηση γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τοῦ ὑπάρχοντος καθεστῶτος ἦταν μᾶλλον δευτερεύοντα πρόσωπα, «δεσμευμένα καὶ χρησιμοποιούμενα» ἀπὸ ἄλλους ἰσχυροὺς παράγοντες ποὺ πρωτοστατοῦσαν.

Διαφαίνεται δὲ καθαρὰ ὅτι σκοπὸς τῶν «πρωτοστατῶν» αὐτῶν καὶ τῶν «ἀποστατῶν» ὀπαδῶν τους μοναχῶν δὲν ἦταν ἁπλὰ ἡ ἵδρυση ἑνός ἄλλου νέου μοναστηριοῦ, μὲ σκοπὸ  ἁπλὰ νὰ μονάσουν ἐκεῖ κάποιοι. Αὐτὸ θὰ ἦταν πολὺ εὔκολο νὰ γίνει καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ εὕρισκε ἐμπόδια. Ὁ σκοπὸς τους ἦταν ἡ «ἐπαναστατικῷ» ἤ «ἀποστατικῷ» «δικαιώματι» ἀνακήρυξη τοῦ «Μετοχίου» ὡς τοῦ πραγματικοῦ καὶ μόνου «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», μὲ ὅλα ὅσα αὐτὴ ἡ πράξη συνεπαγόταν: δικαιώματα στὸν τίτλο, στὸ ἀρχεῖο, στὰ ἱερὰ κειμήλια, στὴν ἱστορία, στὴν παράδοση, καὶ κυρίως στὴν μεγάλη του περιουσία.

Ἡ τάση αὐτὴ φαίνεται ὅτι ἦταν πολὺ ἰσχυρὴ καὶ καλλιεργοῦνταν καὶ ὑποθαλπόταν ἐπὶ χρόνια. Ἦταν μιὰ τάση ἀσίγαστη καὶ ἀκατανίκητη γιατὶ πρέπει νὰ ὑποστηριζόταν μονίμως καὶ ἀπὸ ἄλλους ἰσχυροὺς παράγοντες τῆς περιοχῆς, λαϊκοὺς καὶ κληρικούς, ὁπωσδήποτε μὴ ἐκκλησιαστικούς.

Ἐκεῖνοι ποὺ πρωτοστατοῦσαν ἦταν σταθεροὶ στὶς προθέσεις τους καὶ στὶς ἐπιδιώξεις τους καὶ ἀμετακίνητοι στὶς ἀποφάσεις τους καὶ ἀμετάπιστοι. Καμία πατριαρχικὴ διαταγή, ἀλλὰ καὶ καμία ἀπειλὴ καὶ ἐπίκληση ἐπιτιμίων καὶ θείων τιμωριῶν δὲν φαίνεται νὰ στάθηκαν ἱκανὰ στοιχεῖα νὰ σταματήσουν ὅσους πρωτοστατοῦσαν σ’ αὐτὸ τὸ κίνημα καὶ ὅσους τοὺς ὑποστήριζαν. Τίποτε δὲν ἦταν ἱκανὸ νὰ τοὺς ἀποτρέψει ἀπὸ τὶς ἐπιδιώξεις τους καὶ νὰ ματαιώσει τὶς ἐνέργειές τους.

Ὑπῆρχε μιὰ σταθερὴ καὶ διαρκὴς ἐπιδίωξη καὶ προσπάθεια, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καί, μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες καὶ ἀμφιταλαντευόμενες σκέψεις καὶ προσπάθειες, ὁδηγήθηκε στὴ σημερινὴ κατάσταση, κατὰ τὴν ὁποία ὑπάρχουν δύο ἀνεξάρτητα πλέον μοναστήρια, μὲ ξεχωριστὰ ἡγουμενοσυμβούλια, ἐπονομαζόμενα καὶ τὰ δύο «Μοναστήρια Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἔτσι  τὰ δύο ἐντελῶς ἀνεξάρτητα μεταξύ τους καὶ αὐθύπαρκτα πλέον σημερινὰ «ταυτώνυμα» τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» μοναστήρια εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων «ἀναγκασμένα» καὶ «ὑποχρεωμένα» πλέον καὶ στὴ σημερινὴ ἐποχὴ, μὲ τὴν κατάσταση ποὺ δημιουργήθηκε καὶ ὁριστικοποιήθηκε,  νὰ προσθέτουν στὶς ὀνομασίες τους τοὺς  διευκρινιστικοὺς προσδιοριστικοὺς ὅρους «Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Κάτω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἄν καὶ ἡ ἐπώνυμη ὀνοματοδότρα εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι μία καὶ μόνη, ἡ ἐπιλεγόμενη «Βρεφοκρατοῦσα», ἡ ὁποία σήμερα βρίσκεται στὴν «Κάτω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Θεωροῦμε, ὡστόσο, σκόπιμο καὶ ἀπαραίτητο καὶ στὴ θέση αὐτή, νὰ ἀναφέρουμε καὶ πάλι ὅτι οἱ ὀνομασίες «Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Κάτω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ «Πάνω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Κάτω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ ἁπλὰ «Πάνω Μοναστήρι» καὶ «Κάτω Μοναστήρι» ἤ «Πάνω Ξενιὰ» καὶ «Κάτω Ξενιὰ» χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς γιὰ πολλὰ χρόνια, πολὺ πρὶν γίνουν δύο χωριστὰ καὶ ἀνεξάρτητα μεταξύ τους μοναστήρια. Οἱ ὀνομασίες ὅμως αὐτὲς ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχαν τὴν κυριολεκτικὴ σημασία, τὴν ἔννοια, ποὺ ἔχουν στὴν τωρινὴ κατάσταση καὶ τὴν ὁποία ἀπόκτησαν μετὰ τὸν διαχωρισμό τους. Ποτὲ ἄλλοτε οἱ δύο αὐτὲς ὀνομασίες      δὲν εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ γιὰ νὰ προσδιορίσουν δύο διαφορετικὰ αὐθυπόστατα καὶ ἀνεξάρτητα μεταξύ τους μοναστήρια. Χρησιμοποιοῦνταν ὡς συμβατικὲς ὀνομασίες ἁπλὰ καὶ μόνο γιὰ νὰ προσδιορίσουν καὶ νὰ διευκρινίσουν τὸν ἕναν ἤ τὸν ἄλλον ἀπὸ τοὺς δύο αὐτούς, τόσο ἀπομακρυσμένους μεταξύ τους λατρευτικοὺς χώρους, λατρευτικὰ κέντρα, τοῦ ἑνὸς καὶ μόνο Μοναστηριοῦ. Χρησιμοποιοῦνταν γιὰ νὰ προσδιορίσουν τὰ δύο ἀπομακρυσμένα μεταξύ τους κτιριακὰ συγκροτήματα τοῦ ἑνὸς καὶ μόνο Μοναστηριοῦ.

Τὸ Μοναστήρι τῆς «Παναγίας Κισσώτισσας», ὅπως ἦταν ἡ ἀρχική του ὀνομασία, ἤ τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς», ὅπως ἄρχισε ἀργότερα νὰ λέγεται, ἦταν ἕνα καὶ μόνο, εἶχε πάντοτε μία καὶ μόνη διοίκηση καὶ διαχείρηση καὶ εἶχε ἕνα καὶ μόνο Ἡγουμενικὸ Συμβούλιο. Οἱ προσδιοριστικοὶ ὅροι «Ἄνω Μοναστήρι» καὶ «Κάτω Μοναστήρι» χρησιμοποιοῦνταν γιὰ νὰ περιγράψουν τὰ δύο κύρια κτιριακὰ συγκροτήματα, τὸ «ἄνω» καὶ τὸ «κάτω» ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸ Μοναστήρι αὐτό, μόνο γιατὶ τὰ δύο αὐτὰ κτιριακὰ συγκροτήματα ὰπεῖχαν πολὺ μεταξύ τους καὶ ἦταν ἀπαραίτητος κάποιος ἰδιαίτερος γιὰ τὸ καθένα ὀνοματικὸς τοπικὸς προσδιορισμός.

Ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιστέκονταν στὴν κίνηση τοῦ ἀποχωρισμοῦ καὶ τῆς ἀνεξαρτοποίησης τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τῆς ἀνακήρυξής του σὲ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νὰ διατηρήσουν τὴν ὑπάρχουσα ἀνέκαθεν κατάσταση, νὰ κρατήσουν τὰ «ἱερὰ» καὶ  τὰ «πάτρια», ὅπως τὰ βρῆκαν, «οἱ πρὸς τὰ καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα πόθον ἔχοντες ὑπουργεῖν περὶ τῆς ἐκείνου ἀρχαίας σταυροπηγιακῆς καταστάσεως καὶ ἐλευθερίας ὑπερασπισθῆναι ταῖς πατριαρχικαῖς περιθάλψεσιν αὐτοῦ», δὲν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογὴ, κάθε φορὰ ποὺ ἀμφισβητοῦνταν τὸ καθεστὼς αὐτό,  ἀπὸ τὸ νὰ ἐπικαλοῦνται καὶ νὰ καταφεύγουν στὸν μόνο τους φυσικὸ προστάτη ἀλλὰ καὶ τὸν μόνο ποὺ θεωροῦσαν καὶ ἀναγνώριζαν ὡς οὐσιαστικὸ ὑπεύθυνο καὶ ἁρμόδιο, τὸν φυσικό τους προϊστάμενο καὶ πραγματικὸ πνευματικό τους πατέρα καὶ ὁδηγό, τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

 

 

[1] Τὸ ἔγγραφο αὐτὸ δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο στὸ «Δελτίο τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος  Θ΄ (1926) σελ. 130-144, σὲ δημοσίευμά του ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἔγγραφα Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τῶν χωρίων Βρυνίνης καὶ Κωφῶν τοῦ Ἁλμυροῦ». Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ἄγνωστο γιὰ ποιοὺς λόγους, στὸ δημοσίευμά του αὐτὸ ἀναφέρει ὅτι τὸ σουλτανικὸ ἔγγραφο εἶναι τοῦ Μουσταφᾶ Α΄. Αὐτὸ ὅμως εἶναι  ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν  πραγματικότητα. Ὁ Μουσταφᾶς Α΄ ὑπῆρξε σουλτάνος δύο φορές, τὴν πρώτη ἀπὸ τὸ 1617-1618 καὶ τὴ δεύτερη ἀπὸ τὸ 1622-1623. Τὸ ἔγγραφο, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν χρονολογία του, 1698, ἀνήκει στὸν Σουλτάνο Μουσταφᾶ Β΄, ποὺ κυβέρνησε τὴν Τουρκία ἀπὸ τὸ 1695 -1703. Γι’ αὐτὸ καὶ κάνουμε αὐτὴ τὴ διόρθωση.

[2] ἱεροδίκης = ὁ δικαστὴς ποὺ δικάζει μὲ βάση τὸν ἱερὸ νόμο.

[3] Θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι τοὺς ὅρους «Κάτω Μοναστήρι» καὶ «Πάνω Μοναστήρι» τοὺς χρησιμοποιοῦμε συμβατικά, ἐπειδὴ ἔτσι ἔχουν καθιερωθεῖ μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἐνῶ δὲν πρόκειται γιὰ ἰδιαίτερα μοναστήρια ἀλλὰ γιὰ δύο συγκροτήματα κτιρίων, κελιῶν καὶ ναῶν, τὸ «Ἄνω» καὶ τὸ «Κάτω», ἑνὸς καὶ μόνο μοναστηριοῦ, τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

[4] Αὐτοκρατορικὸ (Σουλτανικὸ) Μονόγραμμα σημαίνει Αὐτοκρατορικὴ (Σουλτανικὴ) ὑπογραφὴ, (τουρκιστὶ τουρᾶς) καὶ κατ’ ἐπέκταση ἐδῶ    Σουλτανικὴ Διαταγή.

[5] Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στὰ 1698 ἦταν ὁ Καλλίνικος Β΄, ὑπηρετῶντας γιὰ δεύτερη φορὰ ὡς πατριάρχης.

[6] Διβάνιον = Ἀνώτατο Συμβούλιο, Ἀνώτατο Δικαστήριο.

[7] Ὅλες αὐτὲς οἱ τοποθεσίες βρίσκονται στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ», στὴν περιοχὴ «Ράχοβο».

[8] Ἡ ἐπισήμανση τῆς λέξης μοναστηρίου εἶναι τοῦ συγγραφέως τῆς παρούσης ἐργασίας.

[9] Ἡ 15η  Ρεμπὶ -οὔλ  -ἐβὲλ 1110 τοῦ ὀθωμανικοῦ ἡμερολογἰου ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν 22α Σεπτεμβρίου 1698 τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου.

[10] Ὁ Γαβριὴλ Γ΄ ἦταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸ 1702 -1707.

[11] Τοῦ κανονικοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τοῦ «Πάνω» Μοναστηριοῦ.

[12] Τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ σιγγίλιο τοῦ Γαβριὴλ δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορά, ἀσχολίαστο, ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, (1896), σελ. 653-689, στὴν ἐργασία του μὲ τίτλο Ἱστορία καὶ Ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

[13] ἔππασις = ἐγκατοίκηση, ἐξασφάλιση ἰδικῆς κατοικίας, ἰδιοκατοίκηση.

[14] Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς συμπεριλαμβανόταν, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, στὴ γεωγραφικὴ ἔκταση τῆς ἐπισκοπικῆς περιφέρειας Ζητουνίου (Λαμίας), ἐξακολουθῶντας νὰ παραμένει  ὅμως ἀνεξάρτητο Βασιλικὸ Πατριαρχικὸ Σταυροπηγιακὸ Μοναστήρι.

[15] Ὅπως ἀναφέρουμε καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς ἡ κτηματικὴ περιφέρεια τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου, σὲ παλιότερες ἐποχές, ὅπως αὐτὴ τοῦ 1698, ἔφτανε μέχρι τὴ θάλασσα.

[16] Ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ ἀνάγνωση τοῦ σημείου αὐτοῦ τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου συμπεραίνεται  ὅτι ὅλοι οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ (οἱ πατέρες – καὶ ὄχι κάποιοι πατέρες) εἶχαν ἐγκαταλείψει τὴν κανονικὴ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ τους καὶ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὸ Μετόχι του. Ἐὰν ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ εἶναι σωστή γεννᾶται τὸ ἐρώτημα ποιοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀνακοίνωσαν στὸν Πατριάρχη τὴν μετακίνηση αὐτὴ καὶ γιατὶ ὁ Πατριάρχης ἀντιδροῦσε σὲ μία καθολικὴ ἀπόφαση ποὺ οὐσιαστικὰ δὲν ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τοῦ Μοναστηριοῦ, ἐὰν βεβαίως συνέβαινε μόνο μία ἁπλῆ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα μπορεῖ νὰ δοθεῖ μόνο ἐὰν θεωρήσουμε ὅτι δὲν ἔγινε μόνο μεταφορά τῆς ἔδρας τοῦ Μοναστηριοῦ γιατὶ τότε δὲν θὰ χρειαζόταν μεταβίβαση περιουσιακῶν στοιχείων ἀφοῦ δὲν δημιουργοῦνταν ἄλλο μοναστήρι. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ἄλλο μοναστήρι τὸ ὁποῖο μάλιστα ἦταν δὲν ἦταν ὑποταγμένο στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἀλλὰ στὸν τοπικὸ ἱεράρχη καὶ τὸ ὁποῖο οἰκειοποιήθηκε περιουσιακὰ στοιχεῖα τοῦ πατριαρχικοῦ καὶ σταυροπηγιακοῦ μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

[17] Δὲν ἁρμόζει.

[18] Ἡ προσεκτικὴ καὶ πάλι ἀνάγνωση τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου στὸ σημεῖο αὐτὸ ὑποδεικνύει ὅτι στὸ ἐπίμαχο θέμα τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεων γιὰ τὶς σχέσεις Μοναστηριοῦ Παναγίας Ξενιᾶς καὶ Μετοχίου Ἁγίου Νικολάου συμμετεῖχαν καὶ μάλιστα πολὺ δυναμικὰ καὶ ἄλλοι μὴ μοναχοί. Στὸν Πατριάρχη ἀπευθύνθηκαν ὄχι μοναχοὶ ἀλλὰ ἄλλοι ποὺ ποθοῦσαν νὰ δραστηριοποιηθοῦν γιὰ τὴν ἐπίτευξη καλῶν καὶ θεαρέστων ἔργων καὶ γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν παλαιῶν σταυροπηγιακῶν προνομίων τοῦ Μοναστηριοῦ», «οἱ πρὸς τὰ καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα πόθον ἔχοντες ὑπουργεῖν περὶ τῆς ἐκείνου ἀρχαίας σταυροπηγιακῆς καταστάσεως καὶ ἐλευθερίας».

[19] αψδ΄= 1704

[20] Ἰνδικτιὼν ἑνὸς ἔτους λέγεται ἡ σειρὰ τοῦ ἔτους ἐντὸς ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος δεκαπέντε ἐτῶν. Ἡ ἰνδικτιὼν ἑνὸς ἔτους εὑρίσκεται ἐὰν στὸ ἔτος αὐτό προσθέσουμε τὸ 3 (τρία), τὸ ἄθροισμα διαιρέσουμε διὰ 15 (δεκαπέντε) καί πάρουμε τὸ ὑπόλοιπο. Ἔτσι ἐδῶ ἔχουμε: (1704 +3): 15 = 113 πηλίκον καὶ 12 ὑπόλοιπο. Ἑπομένως ἡ ἰνδικτιὼν τοῦ ἔτους 1794 εἶναι 12. Ἐὰν τὸ ὑπόλοιπο εἶναι μηδὲν, ἡ ἰνδικτιὼν εἶναι 15.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος τέταρτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ συνένωση καὶ ἡ κοινὴ πορεία τῶν δύο «προϊστοριῶν»

  1. Ἡ «Παναγιὰ Κισσιώτισσα» ὑποδέχεται τὴν «Παναγιὰ Ξενιά»

Οἱ συχνά κυνηγημένοι, βασανιζόμενοι καὶ λεηλατούμενοι ἀπὸ τοὺς πειρατὲς καὶ καταδιωκόμενοι ἀπὸ τοὺς Ἰωαννίτες Ἱππότες, καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ στὴ «Λάκα Παναγιὰ», ποὺ εἶχαν καταφύγει γιὰ ἀσφάλεια στὸν ἰδιόκτητο δασότοπο τοῦ «Κουκλιᾶ», δὲν ἔμειναν γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ ἐκεῖ ἥσυχοι. Δὲν ἔνιωθαν καὶ ἐκεῖ ἀσφαλισμένοι. Καὶ στὸ νέο καταφύγιό τους δέχονταν συχνὰ ληστρικὲς τώρα  ἐπιδρομές.  Καθημερινὰ κινδύνευε τὸ μοναστήρι τους ἀπὸ ἐπιθέσεις,  κινδύνευε ἡ περιουσία του ἀπὸ ἁρπαγὲς καὶ λεηλασίες, κινδύνευε ἡ ἴδια ἡ ζωή τους, κινδύνευαν ἀπὸ ἱερόσυλους τὰ ἱερά τους κειμήλια, κινδύνευε, «πρὸπαντὸς καὶ κυρίως», τὸ πολυτιμότατο ἀπόκτημά τους, τὸ «θεόσταλτο δῶρο», ἡ ἀγαπημένη τους «Ξενούλα Παναγιὰ», ποὺ αὐτοὺς εἶχε διαλέξει, μέσα σ’ ὅλο τὸν κόσμο, σ’ αὐτούς, ζήτησε καταφύγιο καὶ προστασία, σ’ αὐτοὺς ζήτησε «ξενία».

Ἔτσι ἀπελπισμένοι ἀπὸ τὴν κατάσταση αὐτὴ τοῦ διαρκοῦς φόβου καὶ τῆς καθημερινῆς ἀνασφάλειας, ἀποφάσισαν νὰ φύγουν πιὸ μακριὰ. Μιὰ μέρα, παίρνοντας μαζί τους τὰ πολύτιμα κειμήλια τοῦ μοναστηριοῦ τους καὶ τὴν θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς», τὰ παράτησαν ὅλα καὶ ξεκίνησαν  καὶ πάλι ὅλοι μαζὶ νὰ βροῦν ἀλλοῦ ἀσφάλεια καὶ «φιλοξενία».

Ξεκίνησαν γιὰ τὴν ξακουστή, τὴ γνωστὴ καὶ σ’ αὐτοὺς καὶ σ’ ὅλους τοὺς τριγύρω κατοίκους «Παναγία Κισσιώτισσα». Καὶ ἔφτασαν ἐκεῖ. Οἱ καλόγεροι τῆς «Παναγιᾶς Κισσιώτισσας» τοὺς ὑποδέχτηκαν μὲ ἀγάπη καὶ τοὺς περιποιήθηκαν μὲ τιμὲς, ὅπως ὑποδέχονται οἱ Χριστιανοὶ κάθε «Ξένο» ποὺ φτάνει στὸ σπίτι τους.

Ἔτσι οἱ καλόγεροι τῶν δύο χωριστῶν καὶ ἀνεξάρτητων μέχρι τότε μοναστηριῶν συνενώθηκαν καὶ ἀποτέλεσαν ἕνα καὶ μόνο ἑνιαῖο Μοναστήρι.

Κατὰ τὴν προσωπικὴ μου ἐκτίμηση πρέπει ἀσφαλῶς νὰ εἶχαν προηγηθεῖ σχετικὲς συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν δύο  Μοναστηριῶν πρὶν πραγματοποιηθεῖ αὐτὴ ἡ συνένωσή τους.

Τὸ σημαντικὸ γεγονὸς τῆς συνένωσης τῶν δύο μοναστηριῶν δὲν καταγράφηκε στὰ ἐπίσημα βιβλία ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ, οὔτε αὐτοὺς τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ τοῦ κατοπινοῦ «Κουκλιᾶ», οὔτε τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας». Γιὰ νὰ ἀκριβολογοῦμε δὲν βρέθηκε, μέχρι τώρα τοὐλάχιστον, κάποια ἐπίσημη σαφὴς γραπτὴ εἰδικὴ μαρτυρία, ἐπιβεβαιωτικὴ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Δὲν σώθηκε κάτι σχετικό. Καὶ ἄν ἴσως τὸ γεγονὸς τῆς συνένωσης αὐτῆς καταγράφηκε κάπου ἐπίσημα, δὲν ἔφτασε ὡς ἐμᾶς τίποτε.

Ἀφοσιωμένοι οἱ μοναχοὶ στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ μόνο, ἰδιαίτερα ἐκείνη τὴν ἐποχή, δὲν πρέπει νὰ ἐνδιαφέρονταν ἴσως καὶ τόσο πολὺ στὸ νὰ καταγράψουν τὴν ἱστορία τους. Δὲν πρέπει ἴσως οἱ τέτοιου εἴδους γραφειοκρατικὲς διαδικασίες καὶ ἐργασίες νὰ ἀποτελοῦσαν μιὰ βασικὴ ἀπασχόληση τοῦ μοναστικοῦ βίου τους.

Ὡστόσο στὸ νοῦ μας ἔρχονται καὶ πάλι οἱ τρομερὲς ἀπώλειες «ἱστορικῶν αὐθεντικῶν ντοκουμέντων» ποὺ πλήγωσαν ἀνεπανόρθωτα τὴ δυνατότητα μιᾶς πλήρους καὶ ὁλοκληρωμένης καταγραφῆς τῆς πορείας τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ καὶ ἄφησαν ὁριστικῶς ἀσυμπλήρωτα οὐσιαστικὰ κενὰ στὴν ἱστορία του, στὴν ἱστορία τῆς μάνας ὅλων τῶν μοναστηριῶν τῆς περιοχῆς.

Χάθηκαν πολύτιμα «ντοκουμέντα» ὅταν ὁ μοναχὸς Ζαχαρίας Καίσαρης ἀφαίρεσε καὶ πούλησε σημαντικότατα ἔγγραφα τοῦ ἀρχείου τοῦ Μοναστηριοῦ.

Χάθηκαν πολύτιμα «ντοκουμέντα» ὅταν οἱ δύο ὀγκώδεις δερματόδετοι τόμοι «χρονικῶν» καὶ «ἐνθυμήσεων» τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη κρατοῦνταν ἐπὶ χρόνια καὶ χρόνια μυστική, ἐξαφανίστηκαν «μυστηριωδῶς» «ἀπὸ προσώπου γῆς» μόλις ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος πληροφορήθηκε τὴν ὕπαρξή τους καὶ ζήτησε νὰ πληροφορηθεῖ τὸ περιεχόμενό τους.

Χάθηκαν πολύτιμα «ντοκουμέντα» ὅταν, τὰ δύο «σφραγισμένα κιβώτια», τὰ ὁποῖα δὲν παραδίδονταν ποτὲ ἀπὸ τὸ ἕνα ἡγουμενοσυμβούλιο στὸ ἄλλο μὲ τὸ ἐπίσημο πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς, ἀλλὰ μόνο μυστικὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν ἕνα ἡγούμενο στὸνἄλλο, ἐξαφανίστηκαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακάλυψη τῆς ὕπαρξής τους καὶ τὴνἀ ποκάλυψη τοῦ μυστικοῦ αὐτοῦ τρόπου παράδοσής τους.

Χάθηκαν πολύτιμα «ντοκουμέντα» ὅταν, μαζὶ μὲ τὰ δύο αὐτὰ σφραγισμένα κιβώτια, ἐξαφανίστηκε, μυστηριωδῶς, καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ κατάσταση τῶν περιεχομένων τῶν δύο αὐτῶν σφραγισμένων κιβωτίων, ποὺ συντάχθηκε μετὰ τὴν ἀποσφράγισή τους.[1]

Χάθηκαν πολύτιμα «ντοκουμέντα», τέλος,  ὅταν, στὰ 1936 -1937, δεμένοι μὲ τριχιές, κατέβηκαν ὡς τὴν «Σπηλιὰτῆς Παναγίας» ὁ ἱερομόναχος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Εὐσέβιος Μαντζῶρος καὶ ὁ Βασίλειος Καλτσᾶς ἀπὸ τοὺς Κοκκωτοὺς, βρῆκαν ἐκεῖ «βιβλία γραμμένα μὲ βυζαντινὰ γράμματα καὶ ἄλλα τυπωμένα μὲ λατινικὰ στοιχεῖα», καὶ «ἔκριναν πὼςτὰ βιβλία αὐτὰ ἦταν ἄχρηστα καὶ τὰ πέταξαν».[2]

Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξέρει πόσο πολύτιμο ὑλικὸ ἐξαφανίστηκε μὲ τὶς παραπάνω τραγικὲς ἀπώλειες;

Τὸ μόνο γραπτὸ στοιχεῖο, ὡστόσο, αὐτῆς τῆς συνένωσης, ποὺ σώθηκε ὡς τὶς ἡμέρες μας, εἶναι μιὰ λιτὴ «ἐνθύμηση», ἴσως λίγο ἀβέβαιου περιεχομένου γιὰ κάποιους αὐστηροὺς κριτές.

Κάποιος  καλόγερος ἤ κάποιος ἄλλος σημείωσε, σ’ ἕνα κομμάτι χαρτιοῦ δυὸ ἁπλὰ καὶ λιτά, ἀλλὰ σαφέστατα στὸ περιεχόμενό τους, λόγια, παρὰ τὴν ἀποσπασματικότητά του: «Οἱ γοῦν πατέρες παραλαβόντες μετὰ πολλοῦ κόπου τὴν ἁγίαν εἰκόνα ἔφθασαν μετὰ πολλῶν στερήσεων εἰς την Κισσιώτισσαν, ἔνθα ἐδεξιώθησαν».

Τὰ λίγα αὐτὰ λόγια ἦταν προφανῶς ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα ἄλλο πληρέστερα ἐπεξηγηματικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο δυστυχῶς δὲν σώθηκε ὁλόκληρο. Οἱ πρῶτες λέξεις τοῦ ἀποσπασματικοῦ αὐτοῦ κειμένου: «οἱ γοῦν πατέρες» (=οἱ πατέρες λοιπόν, ἀφοῦ οἱ πατέρες), ἰδιαίτερα τὸ «γοῦν» (= ἀφοῦ, λοιπόν), στὴν ἀρχὴ τῆς φράσης, ὑποδηλώνουν μὲ σαφήνεια ὅτι αὐτὲς δὲν ἀποτελοῦσαν τὴν πρώτη ἀρχὴ ἑνὸς ὁλοκληρωμένου, πλήρους καὶ αὐτοτελοῦς κειμένου ἀλλὰ ὅτι πρὶν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ὑπῆρχε καὶ ἄλλο κείμενο ποὺ ἀναφερόταν στὰ γεγονότα ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ. Μεσολάβησαν κάποια γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀνάγκασαν τοὺς πατέρες ὥστε «παραλαβόντες μετὰ πολλοῦ κόπου τὴν ἁγία εἰκόνα» νὰ φθάσουν «μετὰ πολλῶν στερήσεων εἰς τὴν Κισσιώτισσαν». Τὸ πρῶτο μέρος τοῦ πληρέστερου αὐτοῦ κειμένου δυστυχῶς δὲν σώθηκε. Σώθηκε μόνο ἕνα μικρὸ καὶ αὐτὸ ξεχασμένο καὶ παραπεταμένο ἀπόκομμα χαρτιοῦ μὲ τὸ παραπάνω ἀποσπασματικό κείμενο.

Τὸ παραπάνω κομμάτι τοῦ χαρτιοῦ παρέμεινε παραπεταμένο, ἄγνωστο καὶ περιφρονημένο, ὥσπου τὸ ἐντόπισε σὲ κάποιο κελλίτοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Κισσιώτισσας», χωμένο ἀνάμεσα στὶς σελίδες ἑνὸς βιβλίου, καὶ μᾶς τὸ διέσωσε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος.

Γεγονὸς, ὡστόσο, εἶναι ὅτι ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς οἱ δυὸ «Παναγιὲς», ἡ οἰκοδέσποινα «Παναγία Κισσιώτισσα» καὶ ἡ φιλοξενούμενη «Παναγία Ξενιὰ», τὰ δυὸ πολυτιμότατα αὐτὰ ἱερὰ κειμήλια ὅλης τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ, συγκατοίκησαν στὸ ἴδιο μοναστήρι παρέχοντας τὴν εὐλογία τους καὶ τὴν προστασία τους σ’ ὅσους κατέφευγαν ἐκεῖ. Ἔγιναν ἀδελφωμένες «συνοικοδέσποινες» καὶ συμπορεύτηκαν στὰ κατοπινὰ χρόνια.

Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ἐκείνη ὥρα οἱ δύο χωριστὲς μέχρι τότε ἱστορικὲς πορεῖες, ἡ μία «τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» καὶ ἡ ἄλλη, «τῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», ἑνώθηκαν σὲ μία καὶ ἑνιαία ἱστορία.

 

  1. Τὸ «Μοναστήριοντῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», τὸ καὶ «Ξενιᾶς»

Ἡ Τρίτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς»

Τὸ γνωστὸ σήμερα «Πάνω» «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» δὲν εἶχε ἀρχικὰ, ὅπως ἀναφέρθηκε, αὐτὴ τὴν ὀνομασία. Ἡ πρώτη, ἡ δική του ἀρχικὴ ἐπίσημη ὀνομασία ἦταν «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ἔχοντας παράλληλα καὶ τὴν προσωνυμία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ ἁπλῶς «Μονὴ Κισσιώτισσας» καὶ «Παναγία Κισσιώτισσα».

«Παναγία Κισσιώτισσα» λεγόταν ἡ ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ, ἡ εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου». Ἡ ἴδια εἰκόνα ἐξακολουθεῖ μέχρι καὶ σήμερα νὰ εἶναι ἡ ἐφέστια εἰκόνα τοῦ «Πάνω» «Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς».

Στὰ χρόνια πρὶν τὴν ἄφιξη στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας τῶν μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», ποὺ ἀργότερα μεταφέρθηκε στὴ θέση «Κουκλιᾶς», καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια κατόπιν, τὸ μοναστήρι αὐτὸ ἦταν γνωστὸ μὲ τὴ μία καὶ μόνο, τὴ δική του μία καὶ μόνη ἀποκλειστική, χαρακτηριστικὴ τῆς ὑπάρχουσας παράδοσης, «προσωνυμία»: «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», καὶ τὴν ἐπίσημη καὶ κανονικὴ ἀπὸ τὴν ἐφέστια εἰκόνα του ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου».

Ἡ ἀρχικὴ αὐτὴ καὶ μόνη ὀνομασία ἄρχισε νὰ χάνει τὴν ἀποκλειστικότητα καὶ τὴν μοναδικότητά της, ὡς προσδιοριστικὴ ταυτωνυμικὴ ὀνομασία τοῦΜοναστηριοῦ, μετὰ τὴν ἄφιξη σ’ αὐτὸ τῶν καλογέρων τοῦ μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» τοῦ «Κουκλιᾶ» καὶ τῆς εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς». Ἀντὶ τῆς μέχρι τότε μίας μόνης καὶ ἀποκλειστικῆς ὀνομασίας «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας» ἄρχισε καὶ χρησιμοποιοῦνταν παράλληλα καὶ ἐναλλακτικά, γιὰ τὸ ἴδιο πάντα μοναστήρι, καὶ ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Μὲτὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ ἡ δεύτερη παράλληλη ἐναλλακτικὴ αὐτὴ ὀνομασία, «Παναγία Ξενιά», χρησιμοποιοῦνταν ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ μέχρι ποὺ ἡ πρώτη ὀνομασία, «Παναγία Κισσιώτισσα», σχεδὸν λησμονήθηκε καὶ ἔπαυσε νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς πιὸ πολλούς.

«Ἡ Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς Θεοτόκου Ξενιὰ …. ἀπεδήμησε ἐπὶ ἄλλης, Ὀθρυακῆς ἐπίσης Μονῆς, τιμωμένης ἔκτοτε ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου «Κισσιωτίσης» καὶ διὰ τὸ εἶναι θαυματουργὸς ἐπεκράτησε τιτλοφορήσασα καὶ ταύτην τὴν κυρίως Μονὴν Ξενιὰν διαιωνιζομένην ἕως σήμερον…», λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ΕὐστάθιοςΚαλτσέτας σὲ ἕνα του δημοσίευμα.

Ἡ βαθμιαία αὐτή, ὡστόσο, ἀλλαγὴ τῆς ὀνομασίας παρατηροῦνταν μόνο στὶς προφορικὲς συνομιλίες καὶ στὴν ἀνεπίσημη καθημερινὴ ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ Μοναστηριοῦ, κυρίως ὅσων ἔρχονταν ἀπὸ τὰ πιὸμ ακρινὰ μέρη. Οἱ κάτοικοι τῶν γειτονικῶνμὲτὸ Μοναστήρι χωριῶν ἄργησαν πολὺ νὰ λησμονήσουν καὶ νὰ παύσουν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν τόσο γνωστὴ καὶ ἀγαπημένη τους ὀνομασία «Παναγία Κισσιώτισσα».

Οἱ καλόγεροι ὅμως τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ κυρίως τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιό του χρησιμοποιοῦσαν πάντοτε τὴν μόνη γνωστὴ δική τους ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας». Ὅταν, ὡστόσο, ἡ ὀνομασία αὐτή, μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων, ἔπαυσε νὰ ἔχει πολλὰ «εὐήκοα ὦτα», ὅταν ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ἡ ὀνομασία «Παναγία Κισσιώτισσα» δὲν ἦταν οἰκεία στοὺς πολλοὺς καὶ ἀκουγόταν σὰν «ξένος» ἀπόηχοςμακρινοῦ παρελθόντος, τόσο οἱ καλόγεροι ὅσο καὶ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τοῦ Μοναστηριοῦ ὁδηγήθηκαν ἀναγκαστικὰ στὴν ἀπόφαση νὰ χρησιμοποιοῦν καὶ αὐτοὶ τὴν συμβιβαστικὴ καὶ συγκερασματικὴ τῶν δύο τάσεων ὀνομασία: ««Μοναστήριον τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», τὸ καὶ «Ξενιᾶς»».

 

  1. Ἡ προσωνυμία «Παναγία Ξενιά»

Ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς»  ἦρθε στὸ μοναστήρι τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἔχοντας, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, τὴν προσωνυμία «Παναγία Ξενιά». Τῆς τὴν εἶχαν προσδώσει οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦτῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ οἱ κάτοικοι τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι, μὴν γνωρίζοντας τίποτε γιὰ τὴν προηγούμενη ὕπαρξή της, τὴν βρῆκαν μιὰ μέρα, μὲ τὸν θαυμαστὸ τρόπο ποὺ ἀναφέρθηκε παραπάνω, στὰ μέρη τους.

Γι’ αὐτοὺς, τοὺς καλόγερους, δηλαδή, τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς» καὶ τοὺς κατοίκους τῆς γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι αὐτὸπεριοχῆς, ἦταν πραγματικὰ μιὰ «ξένη» «Παναγιά», μιὰ ἄγνωστη, ὡς εἰκόνα, «Παναγιὰ». Ἦταν μιὰ «ξένη» εἰκόνα Παναγιᾶς, ποὺ ξαφνικὰ ἦρθε ἀπὸ τὸ ἄγνωστο, ἀπὸ τὰ «ξένα» καὶ βρέθηκε δίπλα στὸ μοναστήρι τους. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὀνόμασαν τὴν εἰκόνα αὐτὴ «Παναγία Ξενιά».  Ἀπὸ τὴν εἰκόνα «Παναγία Ξενιὰ» μετονομάστηκε καὶτὸ Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» σὲ «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», ὅπως ἀναφέραμε.

Ἀντίθετα γιὰ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἡ «εἰκόνα» τῆς Παναγίας Ξενιᾶς δὲν ἦταν οὔτε «ἄγνωστη» καὶ κυρίως δὲν ἦταν «ξένη». Ἀντίθετα ἦταν ἡ «ἁγία εἰκόνα» ἑνὸς γειτονικοῦ τους μοναστηριοῦ, τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», ἤ πολὺ σωστότερα  ἦταν ἡ «ἁγία εἰκόνα» τοῦ «Μοναστηριοῦ τοῦ Κουκλιᾶ», τοῦ Μοναστηριοῦ ποὺ βρισκόταν μόλις  λίγες ὧρες πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ δικό τους Μοναστήρι.

Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας γνώριζαν πολὺ καλά, τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» πρὶν ἀκόμα αὐτὴ φτάσει καὶ ἐγκατασταθεῖ μόνιμα στὸ μοναστήρι τους. Γνώριζαν τὴν ἱστορία της, γνώριζαν τὸν θαυμαστὸ τρόπο τῆς εὕρεσής της. Γνώριζαν καὶ τὴν ὀνομασία της «Παναγία Ξενιά». Εἶχαν ἀκούσει πολλὰ γι’ αὐτὴν καὶ δὲν μπορεῖ παρά, μερικοὶ τουλάχιστον ἀπὸ αὐτούς τοὺς μοναχοὺς καὶ πρὶν αὐτὴ ἀκόμα ἔρθει στὸ μοναστήρι τους, παρακινημένοι ἀπὸ τὴ φήμη της, νὰ εἶχαν πάει  ὡς τὴ «Λάκα Παναγιὰ», καὶ ὡςτὸν «Κουκλιᾶ», καὶ νὰ τὴν εἶχαν προσκυνήσει.

Γνώριζαν ὁπωσδήποτε καὶ τὴν προσωνυμία ποὺ τῆς εἶχαν προσδώσει. Ἦταν ἡ γνωστή τους «Παναγία Ξενιά». Ἴσως καὶ νὰ θεωροῦσαν ἰδιαίτερη τιμὴ γιὰ τὸ μοναστήρι τους νὰ δεχθοῦν σ’ αὐτὸ μιὰ τόσο γνωστὴ καὶ ἀγαπητὴ εἰκόνα, μιὰ εἰκόνα Παναγίας ποὺ τόσοι πολλοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ γύρω μέρη ἔτρεχαν νὰ τὴν προσκυνήσουν. Γι’ αὐτὸ δέχτηκαν μὲ τιμὲς καὶ «ἐδεξιώθησαν» στὸ δικό τους μοναστήρι τοὺς μοναχοὺς τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας  Ξενιᾶς» τοῦ Κουκλιᾶ.

Δὲν δόθηκε, λοιπόν, ἡ ὀνομασία «Παναγία Ξενιὰ» ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Κισσιώτισσας. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ ἐμεῖς ὅτι εὐσταθεῖ καὶ δικαιολογεῖται, «ἐν μέρει» ἤ καὶ «ἀπόλυτα», ἡ ἔνσταση μερικῶν ἐρευνητῶν καὶ κυρίως τῶν σχολιαστῶν ἐκείνων ποὺ ἀποφαίνονται ὅτι μία Παναγία δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ὀνομάζεται  «ξένη» ἀπὸ  Χριστιανούς.

Εἶναι σωστὴ ἡ ἄποψή τους καὶ δεκτὴ ἡ ἔνστασή τους ὄχι ὅμως γιὰ τοὺς λόγους ποὺ συνήθως προβάλλονται ἀλλὰ γιατὶ πραγματικὰ καὶ κυριολεκτικὰ γι’ αὐτοὺς εἰδικά, γιὰτοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν ἦταν οὔτε ἄγνωστη, οὔτε ξένη, ἔστω καὶ ἄν λεγόταν «Ξενιά». Ἦταν ἡ δική τους «Ξενιὰ», ἡ πολὺ γνωστή τους «Ξενιὰ», ἡ  «Παναγία Ξενιὰ» τοῦ γειτονικοῦ τους μοναστηριοῦ.

Τονίζουμε, ὡστόσο, ὅτι τὸ «Ξενιὰ», ἀκόμα καὶ ἄν τὸ ἑρμηνεύσουμε μὲ τὴ μειωτικὴ καὶ ἀπαξιωτικὴ σημασία τῆς  λέξης «ξένος», δὲν ἀποδίδεται στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας, δὲν ἀποδίδεται στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι πάντοτε καὶ παντοῦ ὁλωνῶν καὶ δική μας, ἀλλὰ σὲ μία εἰκόνα της. Μία εἰκόνα δέ, ἀκόμα καὶ Παναγίας ἤ ἴσως εἰδικὰ Παναγίας, μπορεῖ ἤ ἴσως πρέπει νὰ εἶναι δική μας, νὰ εἶναι κάποιου ἄλλου, νὰ εἶναι κοντινὴ, νὰ εἶναι μακρινή, νὰ εἶναι «ξένη».

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, θέλοντας νὰ δώσει μία δική του ἑρμηνεία στὴν ὀνομασία «Παναγία Ξενιά», διατυπώνει μιὰ ἄλλη ἄποψη: ὀνομάστηκε «Παναγία Ξενιὰ» γιατὶ ἡ εἰκόνα προερχόταν ἀπὸ «ξένη» μονή. Γράφει χαρακτηριστικὰ: «ἥτις ἤδη ἐκλήθη Ξενιά, ὡς ξένη, ἅτε ἐλθοῦσα ἐκ ξένης μονῆς».[3]

Οὔτε ὅμως καὶ ἡ ἄποψη αὐτὴ εὐσταθεῖ. Καὶ ἡ πρώτη μονὴ στὴ θέση «Λάκα Παναγιὰ» καὶ ἡ δεύτερη, ἡ συνέχεια τῆς μονῆς αὐτῆς, στὴ θέση «Κουκλιᾶς» ἤ «Βατὰ» δὲν ἦταν γιὰ τὴν «Κισσιώτισσα» «ξένες» μονές. Ἦταν, ὅπως ἀναφέρθηκε,  κοντινὲς καὶ πολὺ γνωστές, ἄν ὄχι φιλικὲς καὶ οἰκεῖες στὴ «Μονὴ Κισσιώτισσας». Εἶναι ἀπορίας ἄξιο πῶς ὁ σοφὸς γιὰ πολλὰ παρόμοια ζητήματα Νικόλαος Γιαννόπουλος δὲν σκέφτηκε τὴν ἁπλὴ παραπάνω ἄποψη ὅτι ἡ εἰκόνα, δηλαδή, ἦρθε στὴ Μονὴ Κισσιώτισσας, ἔχοντας ἀπὸ χρόνια πρὶν τὴν ὀνομασία «Ξενιὰ» ὅταν, ὅπως ὁ ἴδιος μάλιστα ἀναφέρει, ἄκουσε, γύρω στὰ 1900, νὰ ὀνομάζουν τὰ ἐρείπια στὴν ἔρημη καὶ ἐντελῶς ἀκατοίκητη τότε τοποθεσία «Λάκα Παναγιά», «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἡ ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ τὴν θαυματουργὸ ἄφιξη τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας μὲ μορφὴ «βρεφοκρατούσας Παναγίας» στὸ μοναστήρι ποὺ βρισκόταν στη θέση «Λάκα Παναγιὰ» τῆς τότε περιοχῆς τοῦ Πτελεοῦ καὶ πιὸ συγκεκριμένα τοῦ τμήματος τῆς περιοχῆς τῆς Χαμάκως.[4]

Ἀρχικὰ, ὅπως ἀναφέρθηκε, ὀνομάστηκε ἡ εἰκόνα αὐτὴ «Παναγία Ξενιὰ» καὶ στὴ συνέχεια τὸ μοναστήρι στὸ ὁποῖο φιλοξενήθηκε – πάλι ἄτυπα καὶ ἀνεπίσημα – «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι τὸ πρῶτο μοναστήρι ποὺ ὀνομάστηκε  «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Ἡ πρώτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι ἕνα μοναστήρι τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζουμε τὴν ἀρχική του ὀνομασία, ἄν εἶχε ποτὲ δική του ἰδιαίτερη ὀνομασία. Τίποτε μάλιστα  δὲν ἀποκλείει τὸ ἀρχικὸ αὐτὸ «μοναστηριακὸ» μόρφωμα τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» νὰ μὴν εἶχε κάποια ἰδιαίτερη ὀνομασία, γνωστὴ εὐρύτερα τοὐλάχιστον. Ὅπως ἀναφέρουμε σὲ ἄλλες σελίδες ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στὰ 1365 ὀνομάζει τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς» «μονύδριον» χωρὶς νὰ χρησιμοποιεῖ κάποια ἰδιαίτερη ὀνομασία γι’ αὐτό.

Ἡ ἴδια ὀνομασία κυριαρχεῖ ἀποκλειστικά, χωρὶς καμία ἄλλη ἐναλλακτικὴ ἤ παράλληλη ὀνομασία ἤ κάποια προσωνυμία, καὶ γιὰ τὸ μοναστήρι τοῦ «Κουκλιᾶ», ποὺ εἶναι ἁπλὰ μία μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς». Εἶναι τὸ δεύτερο χρονολογικὰ μοναστήρι μὲ τὴν ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ δεύτερη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Οἱ μοναχοὶ τῆς δεύτερης αὐτῆς «Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς» μὲ ὅλα τὰ ἱερὰ κειμήλιά τους καὶ τὴν «εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλα τους τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα καὶ κυρίως μὲ τὴν τεράστια κτηματική τους περιουσία -καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ λαμβάνεται σοβαρὰ ὑπόψη – μετακινήθηκαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴ «Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ποὺ εἶχε καὶ τὴν ἐπωνυμία «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», ὅπου, σύμφωνα μὲ τὴν ἐνθύμηση ποὺ παρουσιάσαμε σὲ προηγούμενες σελίδες, «ἐδεξιώθησαν» ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ πατέρες.

Παίρνοντας τὰ παραπάνω ὑπόψη μας καταλαβαίνουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα ἡ ἄφιξη τῶν μοναχῶν τῆς «Μονῆς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» τοῦ «Κουκλιᾶ» στὴ «Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» δὲν εἶχε τὴ μορφὴ ἱκανοποίησης ἑνὸς αἰτήματος παροχῆς φιλοξενίας. Δὲν ἦταν ἕνα εἶδος βοήθειας, ἕνα εἶδος ἐλεημοσύνης, συμπαράστασης καὶ προστασίας κάποιων κυνηγημένων φτωχῶν καλογέρων  ποὺ ζητοῦσαν ἱκετευτικὰ στέγη καὶ προστασία.

Ἡ ἄφιξη στὴ Μονὴ Κισσιώτισσας τῶν καλογέρων τῆς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς τοῦ «Κουκλιᾶ» εἶχε τὴ μορφὴ μιᾶς συμφωνημένης ἐκτῶν προτέρων ἐνσωμάτωσηςκαὶ συνένωσης δύο δυναμικῶνμοναστηριῶν, μιᾶς συνένωσης συμφέρουσας καὶ ὠφέλιμης καὶ γιὰ τὰ δύο συμβαλλόμενα μέρη. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς «Μονῆς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» τοῦ «Κουκλιᾶ» ἦταν ἡ διοίκηση ἑνὸς δυναμικοῦ μοναστηριοῦ πού, γιὰ τὸ συμφέρον του, τὴ συνέχιση τῆς ὕπαρξής του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφάλειά του, ἑνωνόταν μὲ ἕνα ἄλλο ἐπίσης δυναμικὸ μοναστήρι.

Τὸ ἕνα συμβαλλόμενο μέρος, ἡ «Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» πρόσφερε στὴν ἕνωση αὐτὴ τὶς ἕτοιμες ἀσφαλεῖς κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις της, ἄριστα ἀμυντικὰ ὀργανωμένες, καὶ τὴν ἀσφάλεια ἀπὸ πειρατικὲς καὶ ληστρικὲς ἐπιδρομές, λόγῳ τοῦ ἀπομεμακρυσμένου καὶ ἀπόμερου τῆς τοποθεσίας της, μακριὰ ἀπὸ ἀνασφαλεῖς καὶ ἐπικίνδυνες περιοχές. Τὸ ἄλλο συμβαλλόμενο μέρος, ἡ «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», κουβαλοῦσε μαζί της, προσφέροντάς τα στὴν σύμπραξη αὐτὴ μία πολὺἀγαπητὴ καὶ λαοφίλητη ξακουστὴ «ἐπώνυμη» εἰκόνα, τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ἀλλὰ κυρίως πρόσφερε καὶ μία τεράστια κτηματικὴ περιουσία, ὁλόκληρη τὴ σημερινὴ δασική περιοχὴτοῦ «Κουκλιᾶ» μεταξὺ Γλύφας, Χαμάκως, Ἁγίων Θεοδώρων καὶ Ἀχιλλείου. Εἶναι ἡ περιοχὴ ἡ ὁποία ἀργότερα, ὅπως ἀναφέρουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, δόθηκε γιὰ νὰ ἀποκτηθεῖ ὁλόκληρη ἡ σημερινὴ περιοχὴ «Κελέρια». Ἡ περιουσία τῆς «Μονῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», τὴν ἐποχὴ τῆς συνένωσης τῶν δύο αὐτῶν μοναστηριῶν, ἦταν ἀσήμαντη σὲ σχέση μὲ τὴν περιουσία τῆς «Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς» τοῦ «Κουκλιᾶ».

Ἐκτιμῶντας ὅλα αὐτὰ νομίζουμε ὅτι ἡ σταδιακὴ ἐγκατάλειψη τῆς ἀρχικῆς ὀνομασίας τῆς φιλοξενούσας μονῆς, τῆς Μονῆς τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ «Παναγίας Κισσιώτισσας» καὶ ἡ ἀντικατάστασή της μὲ τὴν ὀνομασία «Παναγία Ξενιὰ» δὲν ἔγινε μόνο ἀπὸ τὴν παρουσία ἐκεῖ τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν δυναμικὴ καὶ δυνητικὴ ἀπαιτήσεων παρουσία ἑνὸς ἰσχυροῦ, καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς περιουσιακῆς κατάστασης, ἑταίρου.

Ὁ κατοπινὸς πλοῦτος τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας καὶ ἡ δυναμικὴ παρουσία της στὰ δρώμενα τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ εἶχε ὡς θεμέλια τὴν προσφορὰ τῆς κτηματικῆς περιουσίας τῆς δεύτερης «Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς», αὐτῆς τοῦ «Κουκλιᾶ», κληρονόμου καὶ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῆς πρώτης «Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς», αὐτῆςτῆς «Λάκα Παναγιᾶς».

 

 

  1. Ἡ ὀνομασία «Παναγία Κισσιώτισσα» ἀρχίζει νὰ λησμονιέται

Ἡ φήμη ποὺ συνόδευε τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ἔφερνε, μετὰ τὴν ἄφιξή της στὴν «Παναγιὰ Κισσιώτισσα», καὶ ἄλλους προσκυνητὲς μὲ πρόσθετο τώρα σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν καὶ τὴν καινούρια εἰκόνα, νὰ προσκυνήσουν καὶ τὴν «Παναγία Ξενιά».

Ἔτσι ἡ ἀποκλειστικὴ μέχρι τὴν ἐκείνη ἐποχὴ φράση γιὰ τὸν σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ κάποιων προσκυνητῶν «πᾶμε νὰ προσκυνήσουμε τὴνΠαναγιὰΚισσιώτισσα» ἄρχισενὰ συμπληρώνεται ἤ καὶνὰἀντικαθίσταταιμὲτὴ φράση «πᾶμενὰ προσκυνήσουμε τὴν Παναγιὰ Ξενιά». Καὶ αὐτὸ ἄρχισε νὰ γίνεται ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ μέχρι ποὺ κυριάρχησε. Ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ἦταν τὸ πιὸ νέο ἀπόκτημα καὶ ἔγινε τὸ πιὸ γνωστό. Κουβαλοῦσε πίσω της πολλοὺς καὶ θαυμαστοὺς θρύλους καὶ παραδόσεις:

«Ἦκε, τῇ προνοίᾳ Σου, ἀδήλοις χρόνοις, Πανάμωμε, ἡ Εἰκών Σου ἡ πάντιμος, ἡμῖν τοῖς ἱκέταις σου, ἀπὸ τῆς Ἑώας, παραδόξῳ τρόπῳ, διά θαλάσσης θαυμαστῶς, καλῶν παντοίων θάλασσαν βλύζουσα, και ἅπασαν εὐφραίνουσα την Θετταλίαν κηρύττουσαν, τῶν πολλῶν θαυμασίων σου, τάς δυνάμεις ἑκάστοτε».

«Πάλαι ἐκ τῆς Ἑώας ἡμῖν, διὰ θαλάσσης ἡ Εἰκὼν σου ἡ πάντιμος, ἀφίκετο παραδόξως, Εἰκονομάχων δεινὴν φεύγουσα μανίαν, Ἀειπάρθενε, καὶ ὤφθη ἀκένωτος, τῶν χαρίτων σου, Δέσποινα, καὶ τῶν θαυμάτων, Θετταλοῖς καὶ τοῖς πόρρωθεν βρύσις βρύουσα ἱλασμὸν, τε καὶ ἄφεσιν, ᾗ εὐλαβῶς προσπίπτοντες, σωμάτων τὴν ἴασιν, καὶ τῶν ψυχῶν θεραπείαν καὶ εὐφροσύνην οὐράνιον, λαμβάνομεν Κόρη, τὰ πολλὰ σου μεγαλεῖα, ἀεὶ δοξάζοντες».

Ἀπὸ τὴν εἰκόνα «Παναγία Ξενιὰ» ἡ ὀνομασία πέρασε καὶ στὸ Μοναστήρι ποὺ ἀπὸ ἀποκλειστικὰ «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας» ἔγινε ἐναλλακτικὰ καὶβαθμηδὸν «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας» «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς» μέχρι ποὺ τελικὰ κυριάρχησε γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ Μοναστηριοῦ, γιὰ τὸν ἁπλὸ λαὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἐκτὸς τοῦ Μοναστηριοῦ, ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Γιὰ τοὺς μοναχοὺς ὅμως τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ κυρίως γιὰ τὰ ἑκάστοτε ἡγουμενοσυμβούλιά του, στὴν ἐπίσημη ἀλληλογραφία του καὶ σὲ ἄλλα ἐπίσημα ἔγγραφα, ἦταν καὶ παρέμεινε πάντοτε «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» καί, ἐναλλακτικὰ ἤ ὑποχρεωτικὰ, «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ Παναγίας Ξενιᾶς». Ἀκόμη καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἀπευθυνόταν πρὸς τὴν «Ἱερὰν Μονὴν τῆς Ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς ἐπικαλουμένης «Ξενιᾶς»».

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας πανηγύριζε πάντοτε τὴν ἡμέρα τῆς «Κοίμησης τῆς Θεοτόκου», στὶς 15 Αυγούστου, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς ἐφέστιας εἰκόνας του, καὶ ἔτσι ἐξακολούθησε νὰ γίνεται καὶ μετὰ τὴν ἄφιξη σ’ αὐτὸ τῆς εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἔπρεπε ὅμως, μετὰ τὴν ἄφιξη τῆς νέας «ἁγίας εἰκόνας» νὰ γιορτάζεται καὶ ἡ «καινούρια Παναγία», ἡ «Παναγία Ξενιά».  Θεωρήθηκε ὅτι δὲν ὑπῆρχε πιὸ κατάλληλη ἡμερομηνία γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς «Ἀπόδοσης τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», στὶς 23 Αὐγούστου. Ἐξἄλλου ἡ ἁγία αὐτὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἡ «Παναγία Ξενιὰ», ἦρθε στὴν «Παναγία Κισσιώτισσα» ἔχοντας καθιερωμένη τὴ γιορτὴ αὐτὴ πρὸς τιμήν της.

Ἔτσι καθιερώθηκαν δύο ἡμέρες ἑορτασμοῦ στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, μία γιὰ κάθε μία ἀπὸ τὶς δύο «Παναγίες», ἡ 15η Αὐγούστου γιὰ τὴν «Παναγία Κισσιώτισσα» καὶ ἡ 23η Αὐγούστου γιὰ τὴν «Παναγία Ξενιά».

Δὲν διαθέτουμε ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα ἀλλὰ ἔχουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι κατὰ τὴν 23ηΑὐγούστου, ἑορτὴ τῆς ἀπόδοσης τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, γινόταν πανήγυρη στὴ «Λάκα Παναγιὰ» πολὺ πρὶν καθιερωθεῖ αὐτὴ στὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἡ «Παναγία Ξενιά» ἦρθε στὴν «Παναγία Κισσιώτισσα» ἔχοντας, μαζὶ μὲ τὸ ὄνομά της, καθιερωμένη πρὸς τιμὴν της καὶ τὴν ἑορτή της. Γιορταζόταν ἡ εἰκόνα τὴν ἡμέρα τῆς ἀπόδοσης τῆς Κοίμησης τῆς Θεοτόκου, κατὰ τὴν 23ηΑὐγούστου τόσο στὸ πρῶτο μοναστήρι της στὴ «Λάκα Παναγιὰ» ὅσο καὶ στὸ δεύτερο στὸν «Κουκλιά».

Γεγονὸς εἶναι, ὡστόσο, ὅτι ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς» ἄρχισε νὰ γίνεται περισσότερο γνωστὴ ἀπὸ ὅσο γνωστὴ ἦταν ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας» ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀνομασίας καὶ κυριάρχησε τουλάχιστον γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ Μοναστηριοῦ.

Οἱ καλόγεροι ὅμως τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἀλλὰ καὶ οἱ κάτοικοι τῆς γειτονικῆς τοὐλάχιστον περιοχῆς χρησιμοποιοῦσαν γιὰ τὸ Μοναστήρι τους, τὴν ὀνομασία «Παναγία Κισσιώτισσα». Ἡ σφραγίδα τοῦ Μοναστηριοῦ ἔγραφε πάντοτε «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας». Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἔγραψε ὅτι ὁ ἴδιος εἶδε τὴ σφραγίδα αὐτή. Σήμερα ὑπάρχουν μόνο ἀποτυπώματα τῆς παλιᾶς αὐτῆς σφραγίδας σὲ ἔγγραφα τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ σφραγίδα «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΙΣΣΙΩΤΙΣΣΑΣ» χρησιμοποιοῦνταν πάντοτε ἀκόμα καὶ ὅταν τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ἀπευθυνόμενο σ’ αὐτό, τὸ ὀνόμαζε «Μονὴ Ξενιᾶς».

Παρόλο δὲ ὅτι ἡ ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» χρησιμοποιοῦνταν τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ 1522, ἀπὸ ὅλους σχεδόν, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ στὸ ἀσημένιο κιβώτιο μὲτὰ δύο τεμάχια τῆς τιμίας ζώνης τῆς Παναγίας, προσφορὰ τῆς Μονῆς Βατοπεδίου τοῦ ἉγίουὌρους, τόσο οἱ καλόγεροι τοῦΜοναστηριοῦ, ὅσο καὶ οἱ τοπικοὶ παράγοντες τοῦ Ἁλμυροῦ χρησιμοποιοῦσαν παντοῦ καὶ πάντοτε τὴν ὀνομασία «Μονὴ Κισσιώτισσας» ἤ χρησιμοποιοῦσαν ταυτόχρονα καὶ τὶς δύο μέχρι καὶ τὸ 1844 τουλάχιστον.

Στὰ γενικὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους ὑπάρχει ὁ «Φάκελος Μοναστηριακὰ Φ. 626», στὸν ὁποῖο ὑπάρχουν ἑβδομήντα περίπου ἔγγραφα σχετικὰ μὲτὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς τῆς ἐποχῆς 1835 -1844.

Ἀπὸ τὰ ἑβδομήντα αὐτὰ ἔγγραφα τὰ 67 ἔχουν ἀποστολεῖς διάφορες ἐξωμοναστηριακὲς ὑπηρεσίες, τὰ δύο (ὑπ’ ἀριθ. 12 καὶ 19) ἔχουν ἀποστολέα τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ τὸ ἕνα (ὑπ’ ἀριθ. 13) ἔχει ἀποστολέα τὸ σύνολο τῶν δημογερόντων τοῦ Ἁλμυροῦ, τοῦ Πλατάνου, τῶν Κοκκωτῶν, τῶν Κωφῶν καὶ τῆς Βρύναινας, τὸ ὁποῖο προσυπογράφουν καὶ ἐπικυρώνουν καὶ οἱ τοπικὲς τουρκικές ἀρχὲς.

Εἶναι, λοιπόν, ἀξιοσημείωτο ὅτι καὶ στὰ τρία αὐτὰ ἔγγραφα, ὑπ’ ἀριθ. 12, 13 καὶ 19, στὰ δύο, δηλαδή, τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ στὸ ἕνα τῶν ὑπηρεσιακῶν ἀρχῶν τοῦ Ἁλμυροῦ, ἀναγράφεται μὲ σαφήνεια ὡς ἐπωνυμία τοῦ Μοναστηριοῦ «Ἡ Διοίκησις τοῦ Μοναστηρίου τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας τοῦ καὶ Ξενιᾶς». Στὰ ὑπὸλοιπα 67 ἔγγραφα, ὅλα ἔγγραφα ξένων πρὸς τὸ Μοναστήρι ὑπηρεσιῶν, χρησιμοποιεῖται μόνο τὸ ὄνομα «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Οἱ γνῶστες, λοιπόν, τῆς παλαιᾶς καὶ πραγματικῆς ὑπόστασης, τῆς  ταυτότητας ἀλλὰ καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ χρησιμοποιοῦσαν τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ Μοναστηριοῦ, «Παναγία Κισσιώτισσα», ἐνῶ οἱ μὴ γνῶστες τῆς ἀληθινῆς ὀντότητάς του, ἐπηρεασμένοι μόνο ἀπὸ τὰ ἰσχυρότερα καὶ ἐπικρατέστερα ἀκούσματα χρησιμοποιοῦσαν τὴν ὀνομασία «Παναγία Ξενιά».

Ἕνα ἀπὸ τὰ δύσκολα, ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησή τους ἐρωτήματα, ποὺ δημιουργοῦνται στὸν ἐρευνητὴ τῆς ἱστορίας τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς», εἶναι τὸ πότε καθιερώθηκε ὁ ἑορτασμὸς τῆς ἡμέρας τῆς 23ης Αὐγούστου, ὡς τῆς δεύτερης ἡμέρας ἑορτασμοῦ τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς. Σαφῆ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα δὲν ἔχουν διασωθεῖ. Ἔτσι μόνο ὑποθέσεις μποροῦν νὰ γίνουν γιὰ τὸ θἐμα αὐτό.

Κατὰ τὴν ἄποψή μου ἡ καθιέρωση, ὅπως προαναφέραμε, τῆς 23ης Αὐγούστου ὡς ἡμέρας πανηγυριοῦ τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» πρέπει νὰ εἶχε γίνει πρὶν ἀκόμη ἡ εἰκόνα φτάσει στὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγιᾶς Κισσιώτισσας». Εἶχε καθιερωθεῖ ἤδη ὅταν αὐτὴ βρισκόταν στὸ μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς». Καὶ αὐτὸ τὸ πιστεύουμε γιατὶ εἶναιπολὺ δύσκολο νὰ δεχθοῦμε ὅτι δὲν εἶχε καθιερωθεῖ εἰδικὴ ἑορταστικὴ ἐκδήλωση γιὰ τὴν εἰκόνα αὐτή σὲ ἕνα μοναστήρι στὸ ὁποῖο μὲ τὸσο θαυμαστὸ τρόπο εἶχε φθάσει μία εἰκόνα Παναγίας καὶ στὸ ὁποῖο ἡ «Παναγία Ξενιὰ» εἶχε παραμείνει ἐπὶ τόσα χρόνια. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μας ἡ εἰκόνα τῆς  Παναγίας Ξενιᾶς εἶχε παραμείνει στὰ δύο πρῶτα μοναστήρια της, τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ τοῦ «Κουκλιᾶ», τοὐλάχιστον ἐπὶ πεντακόσια χρόνια.

Ἐξἄλλου τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν ἴδια αὐτή ἡμέρα, 23 Αὐγούστου, στὴ θέση «Λάκα Παναγιὰ» τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ Ἀχιλλείου, γινόταν πάντοτε στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας πανηγῦρι τὸ ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται καὶ στὴν ἐποχή μας πρὸς τιμὴν τῆς  «Παναγίας Ξενιᾶς», δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐξηγηθεῖ διαφορετικά. Πιστεύουμε, ὅπως ἀναφέραμε ἤδη, ὅτι ἡ «εἰκόνατῆς Παναγίας Ξενιᾶς» ἔφθασε στὴ Μονὴ Κισσιώτισσας ἔχοντας καθιερωμένα καὶ τὴν προσωνυμία της «Παναγία Ξενιὰ» καὶ τὸ πανηγῦρι της στὶς 23 Αὐγούστου.

Μετὰ τὴ μεταφορὰ τῆς εἰκόνας στὸ Μοναστήρι τῆς Κισσιώτισσας ὁ  ἑορτασμὸς αὐτός, τὸ πανηγῦρι τῆς 23ης Αὐγούστου, ἀρχικὰ γινόταν στὴν ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ, στὴν Ἄνω Ξενιά. Ἐκεῖ, ἐξἄλλου βρισκόταν καὶ ἡ εἰκόνα, πρὸς τιμὴν τῆς ὁποίας γινόταν ὁ δεύτερος αὐτὸς ἑορτασμός, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἀδιευκρίνιστο παραμένει ἀπὸ πότε καθιερώθηκε τὸ δεύτερο αὐτὸ πανηγῦρι νὰ γίνεται στὸ Κάτω Μοναστήρι.

 

  1. Οἱ συμβατικὲς ὀνομασίες «Ἄνω» καὶ «Κάτω» «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς»

Τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» κατεῖχε μεγάλη κτηματικὴ περιουσία καὶ στὴν κοντινή, τὴν  γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχή, ἀλλὰ καὶ σὲ πιὸ μακρινές τοποθεσίες, κυρίως μετὰ τὴ συνένωσή του μὲ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Στὶς ἀπομακρυσμένες αὐτὲς κτηματικὲς περιοχὲς χτίζονταν διάφορα οἰκήματα γιὰ τὴν ἀποθήκευση τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἐκεῖ κτημάτων τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ γιὰ τὴ στέγαση τῶν ἐργατῶν ποὺ ἐργάζονταν σ’ αὐτά. Χτίζονταν ἀκόμα καὶ μικροὶ ναοὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν λατρευτικῶν ἀναγκῶν τῶν μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅταν γιὰ λόγους ἐπιστασίας ἤ ἄλλων ἀποστολῶν μετέβαιναν σ’ αὐτά, ἀλλὰ καὶ τῶν γύρω κατοίκων καὶ τῶν ἐργατῶν ποὺ ἀπασχολοῦνταν στὴν καλλιέργεια τῶν ἐκεῖ κτημάτων τῆς Μονῆς. Αὐτὰ ἦταν τὰ «Μετόχια» τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας.

Ἕνα ἀπὸ τὰ «Μετόχια» αὐτά, τὸ σημαντικότερο, ἦταν τὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ «Ρίχοβο» ἤ «Ράχοβο». Εἶναι τὸ μετόχι ποὺ ἀργότερα ἔγινε γνωστὸ ὡς «Μοναστήρι τῆς Κάτω Ξενιᾶς».  Εἶναι τὸ μετόχι τοῦ ὁποίου ὁ κεντρικὸς ναὸς ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Ἡ περιοχὴ γύρω ἀπὸ αὐτὸ λεγόταν «Ρίχοβο» ἤ «Ράχοβο». Ἡ λέξη, ἄγνωστηςἑτυμολογίας, γραφόταν καὶ «Ρήχοβο» ἀλλὰκαὶ «Ράχοβο» ἴσωςἀπὸ  σύγχυση καὶ λάθη ἀντιγραφῆς. Ὑπάρχεικαὶ ἡ ἄποψηὅτι λεγόταν καὶ «Ρουχᾶ ράχη», παρηχητικὰ παράγωγα τῆςὁποίαςθεωροῦνταιτὰ «Ρίχοβο», «Ρήχοβο» καὶ «Ράχοβο». Σήμερα καμία ἀπὸ τὶς ὀνομασίες αὐτὲς δὲν χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸ εὐρὺ κοινὸ ἤ, ἄν κάποιοι κάτοικοι τῆς περιοχῆς τὶς ἀναφέρουν, δὲν ὑπάρχει μεταξύ τους ὁμοφωνία σὲ μία ὀνομασία.

Ὡστόσο  ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε τὸ 1821 πρὸς τοὺς ἐκεῖ μοναχούς, πρὸς τοὺς μοναχοὺς τῆς «Κάτω Ξενιᾶς», τὸ περιεχόμενο τῆς ὁποίας παρουσιάζουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, προσφωνεῖ τοὺς καλογέρους του «Ραχοβίτες», ἀπὸ τὴν ὀνομασία «Ράχοβο».

Ἡ μεγάλη κτηματικὴ περιουσία τοῦ Μετοχιοῦ αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ ἡ προσέλευση μεγάλου ἀριθμοῦ προσκυνητῶν σ’ αὐτὸ καθιστοῦσε ἀπαραίτητη τὴν συχνὴ καὶ πολυήμερη παρουσία πολλῶν μοναχῶν σ’ αὐτό, ἰδίως σὲ περιόδους ἔντονων καλλιεργητικῶν ἀναγκῶν, ὅπως κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς σπορᾶς καὶ τοῦ θερισμοῦ, σὲ βαθμὸ πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ κάθε ἄλλο μετόχι τῆς ἴδιας Μονῆς.

Τὸ σημαντικὸ αὐτὸ Μετόχι ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἦταν πολύ κοντὰ σὲ ἀρκετὰ χωριὰ τοῦ ἁλμυριώτικου κάμπου, στὰ ὁποῖα στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρχαν χριστιανικοὶ ναοί, μποροῦσε νὰ καλύπτει καὶ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκεςτῶν κατοίκων τῶν χωριῶν αὐτῶν σὲ μεγάλο βαθμό. Οἱ κάτοικοι τῆς Σούρπης, τοῦ Πτελεοῦ, τοῦ Δρυμῶνα, τοῦ Πλατάνου, τοῦ Ἁλμυροῦ γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν θρησκευτικῶν τους καθηκόντων κατέφευγαν στὴν ἐκκλησία αὐτοῦ τοῦ Μετοχιοῦ.

Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως καὶ ἡ ἀπόφαση τῶν μοναχῶν τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἡ πανήγυρη γιὰ τὴν «Παναγία Ξενιὰ», τῆς 23ης Αὐγούστου, νὰ γίνεται στὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», προσέλκυε σ’ αὐτὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Αὐτό δημιουργοῦσε μεγαλύτερες καὶ μονιμότερες ἀνάγκες παρουσίας μοναχῶν ἀλλὰ καὶ κάποιες «σκέψεις αὐτονόμησης» ἀρχικά, οἱ ὁποῖες ἀναβαθμίστηκαν πολὺ γρήγορα σὲ «τάσεις αὐτονόμησης» τοῦ Μετοχιοῦ καὶ ὁδηγήθηκαν καὶ σὲ «ἀπόπειρες αὐτονόμησης» μὲ πραξικοπηματικὸ τρόπο ἐνισχυμένες καὶ ἀπὸ ἄλλους ἐξωμοναστηριακοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἤ καὶ πολιτικοοικονομικοὺς ἰδιωτικοὺς παράγοντες.

Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ πάψει νὰ ἀκούγεται καὶ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη «Μετόχι» γιὰ τὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη «Μοναστήρι». Ἐξἄλλου ἡ λέξη «Μετόχι», ποὺ σημαίνει περίπου μοναστηριακὸ παράρτημα, δὲν χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸ λαὸ μὲ τόσο σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια καὶ δὲν προσδίδεται σ’ αὐτὸ τόση σημασία καὶ κῦρος ὅση στὴ λέξη «Μοναστήρι». Ἔτσι ἄρχισε νὰ ἀκούγεται ἀντὶ τῆς ὀνομασίας «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου» ἤ «Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Αὐτὸ εἶχε ὡς ὑποχρεωτικὸ πλέον ἐπακόλουθο νὰ προστεθοῦν στὴν μία καὶ μόνη μέχρι τότε ὑπάρχουσα κανονικὴ, «νομο κανονικὰ θεσμοθετημένη», ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» οἱ ἀναγκαῖοι τοπικοὶ διευκρινιστικοὶ προσδιορισμοὶ «Ἄνω» καὶ «Κάτω» καὶ νὰ χρησιμοποιοῦνται οἱ ὀνομασίες «Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» γιὰ τὸ κυρίως Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας καὶ «Κάτω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», γιὰ τὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Οἱ δύο αὐτὲς ὀνομασίες, ὡστόσο, «Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» γιὰ τὸ κανονικὸ μοναστήρι, καὶ «Κάτω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», γιὰ τὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ ὅλους καὶ πάντοτε ὄχι μὲ τὴν ἔννοια δύο διαφορετικῶν καὶ αὐτόνομων «Μονῶν», ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια δύο διαφορετικῶν καὶ ἀπομακρυσμένων μεταξύ τους οἰκοδομικῶν συγκροτημάτων κτιρίων  καὶ ναῶν τοῦ ἑνὸς ὅμως καὶ μόνου, ὡς πρὸς τὴ διοίκηση καὶ διαχείρηση, Μοναστηριοῦ, τῆς «Μονῆς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», τοῦ ὁποίου ἡ ἕδρα παρέμεινε πάντοτε στὸ πάνω οἰκοδομικὸ κτιριακὸ συγκρότημα, στὸ «Πάνω Μοναστήρι».

Ἀπὸ πολὺ νωρὶς, ὡστόσο, ἄρχισαν νὰ δημιουργοῦνται τάσεις καὶ ἐνέργειες αὐτονόμησης καὶ ἀνεξαρτοποίησης τοῦ Μετοχιοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ». Παρουσιάζονταν ἀνάγκες εἰδικῶν διοικητικῶν ἀποφάσεων, ἀνάγκες ὕπαρξης εἰδικῶν ἀρχῶν καὶ λήψης ἀποφάσεων. Οἱ ἐνέργειες αὐτὲς γιὰ κάποια αὐτονόμηση προκάλεσαν, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀντιδράσεις. Οἱ τάσεις καὶ ἐνέργειες αὐτονόμησης μερικῶν καὶ οἱ ἐπακόλουθες παράλληλες ἀντιδράσεις ἄλλων συνεχίστηκαν γιὰ χρόνια πολλά. Οἱ σχετικὲς λεπτομέρειες ἀναφέρονται σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς καὶ, ὡς ἐκ τούτου, τὶς παραλείπουμε ἐδῶ.

Τελικὰ δὲν ἀνεξαρτοποιήθηκε καὶ δὲν αὐτονομήθηκε μὲν τὸ «Κάτω Μοναστήρι», ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ εἶχε ὡς, μία συμβιβαστικὴ καὶ ὑποχρεωτικὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, συνέπεια ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ νὰ μεταφερθεῖ ἀπὸ τὸ «πάνω» στὸ «κάτω» κτιριακὸ συγκρότημα, στὸ «Κάτω Μοναστήρι».

Ἔτσι στὴν πραγματικότητα, ἄτυπα καὶ ἀντινομοκανονικὰ καὶ ἀντιθεσμικά,  μετατράπηκε τὸ «Μετόχι» σὲ «Μοναστήρι» καὶ τὸ «Μοναστήρι» σὲ «Μετόχι», παρὰ τὶς ὑπάρχουσες ἀλλεπάλληλες ἀντίθετες πατριαχικὲς ἐγκυκλίους καὶ σιγγίλια.  Ἔγιναν ἔτσι ὁριστικὴ πλέον πραγματικότητα ὅσα τὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο τοῦ «+Γαβριὴλ ἐλέῳ θεοῦ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου», τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1704,«ἐπὶ ποινῇ ἀφορισμοῦ» ρητὰ ἀπαγόρευε. Οἱ μοναχοὶ ὑπόταξαν «τὴν κεφαλὴν εἰς τὸν πόδα». Ἔγινε πραγματικότητα τὸ «…κατὰ καιρικὴν δὲ περίστασιν μεταβάντεςοἱ πατέρες τοῦ αὐτοῦ Ἱεροῦ μοναστηρίου προσῆλθον ἐνδιατρίψαι πρὸς καιρὸν ἐντῷ εἰρημένῳ αὐτοῦ μετοχίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Εἶτα οὐκ οἶδ’ ὅπως εὐαρεστηθέντες ἐκεῖσε οὐκ ἠθέλησαν ἐπαναστραφῆναι εἰς τὸ καθολικὸν αὐτῶν μοναστήριον διὰ ῥᾳστώνην τυχόν, καὶ σωματικὴν ἡδυπάθειαν καὶ ἀνάπαυσιν, ἥτις ἀπείρηται τοῖς τὸν μοναδικὸν ἐπανηρημένοις βίον καὶ ἐνοικοῦντες διηνεκῶς τῷ αὐτῷ μετοχίῳ κατέλιποντὸ πρότερον αὑτῶν ἐνδιαίτημα, τὸ πρωτότυπον δηλαδὴ βασιλικὸν καὶ σταυροπηγιακὸν καταγώγιον, ὥστε καὶ τὰ κτήματα καὶ ἀφιερώματα τούτου μεταγαγόντες ὑπέταξαν ἀντεστραμμένως τῷ μετοχίῳ αὐτοῦ, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Νικολάῳ, τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰςἀφανισμὸν…».

 

 

 

[1] Περισσότερες πληροφορίες γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς τραγικὲς ἀπώλειες «ντοκουμέντων» δίνουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς.

[2] Κωνσταντῖνος Θ. Γιαννακόπουλος, «Ἡ Παναγία Ξενιὰ καὶ οἱ δύο Ἱερὲς Μονές της», ὑποσημείωση σελίδας 17.

[3] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, σελ. 654.

[4] Πληροφορίες γιὰ τὸ χωριὸ (ἡ) Χαμάκω ἤ (τὸ) Χαμάκο στὸ: Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος, «Τὸ Ἀχίλλειο Ἁλμυροῦ, Ἱστορικὴ ἀναδρομή», Ἔκδοση Πολιτιστικοῦ Συλλόγου Ἀχιλλείου, 1999.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος τρίτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ ἱστορία   τῆς «Εἰκόνας» τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς»

  1. Τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκκα Παναγιᾶς»

Ἡ Πρώτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς»

Στὴν τοποθεσία «Λάκκα Παναγιὰ» τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ Ἀχίλλειο τῆς περιοχῆς τοῦ  Ἁλμυροῦ ὑπῆρχε στὴν ἐποχὴ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἕνα μοναστήρι. Δὲν γνωρίζουμε οὔτε τὴν πρώτη ὀνομασία του, οὔτε πρὸς τιμὴν τίνος ἁγίου εἶχε ἀνεγερθεῖ. Δὲν γνωρίζουμε, μὲ βεβαιότητα, γιὰ τὸ μοναστήρι  αὐτὸ παρὰ λίγα μόνο στοιχεῖα τῆς  ἱστορίας του.

Τὰ λιγοστὰ αὐτὰ στοιχεῖα, ὡστόσο, μὲ βάση τὶς τοπικὲς παραδόσεις, τοὺς θρύλους ποὺ ὑπάρχουν γι’ αὐτό, τὶς κάποιες ἱστορικὲς ἐνδείξεις ποὺ ἀκόμη σώζονται, τὶς παλαιότερες περιγραφὲς καὶ καταγραφὲς γι’ αὐτὸ διαφόρων ἐπισκεπτῶν του καὶ τὶς περιγραφὲς τῶν ἐρειπίων του, θὰ καταθέσουμε στὸ σημεῖο αὐτό, στὸ βαθμὸ καὶ στὴν ἔκταση ποὺ θεωροῦμε ἀπαραίτητο, γιὰ νὰ συμπληρώσουμε κάποια κενὰ στὸ βαθμὸ ποὺ αὐτά, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μας, συνδέονται μὲ τὸ σκοπὸ τούτου του βιβλίου.

Τὸ μοναστήρι αὐτό, ποὺ συμβατικὰ στὴν ἐργασία μας αὐτὴ θὰ τὸ ὀνομάζουμε «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς», εἶναι τὸ μοναστήρι στὸ ὁποῖο παρουσιάστηκε γιὰ πρώτη φορά ἡ «Εἰκόνα τῆς Βρεφοκρατούσας Παναγίας», ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ ἔγινε γνωστὴ καὶ παραμένει γνωστὴ μὲ τὴν ἐπωνυμία «Παναγία Ξενιά».

Τονίζουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸ «Παναγία Ξενιὰ», ὑπογραμμίζοντάς το, θέλοντας νὰ ἐπισημάνουμε καὶ νὰ τονίσουμε ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτὴ στιγμή, ὅτι ἡ προσωνυμία «Παναγία Ξενιά», δὲν ἀνῆκε στὴ συγκεκριμένη εἰκόνα τῆς Παναγίας πρὶν αὐτὴ φτάσει στὰ μέρη μας. Ἡ συγκεκριμένη εἰκόνα τῆς «Βρεφοκρατούσας Παναγίας» δὲν ἦρθε στὰ μέρη μας ἔχοντας τὴν ἐπωνυμία «Παναγία Ξενιά». Ἡ ὀνομασία αὐτὴ προσδόθηκε στὴν θαυματουργὴ εἰκόνα μετὰ τὴν ἄφιξή της στὸ Μοναστήρι στὴ «Λάκα Παναγιά» ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς στὴν ὁποία παρουσιάστηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἡ εἰκόνα.

Ἡ ἱστορία τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς εἰκόνας, πρὶν τὴν ἄφιξή της στὴ θέση «Λάκα Παναγιά», δὲν μᾶς εἶναι γνωστή. Ἔχουν φτάσει ὡς τὶς ἡμέρες μας μόνο κάποιες παραδόσεις καὶ ἔχουν διατυπωθεῖ καὶ κάποιες ὑποθέσεις.

Ὑπάρχουν παραδόσεις ποὺ λένε ὅτι ἡ εἰκόνα ἔφτασε ὡς τὴν περιοχὴ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλες παραδόσεις ποὺ λένε ὅτι ἔφτασε στὴν περιοχὴ αὐτὴ ἀπὸ τὴν Εὔβοια. Ὅλες αὐτὲς ὅμως εἶναι ὑποθέσεις, ὑποθέσεις ποὺ διατυπώθηκαν σὲ παλιότερες ἐποχὲς ἀπὸ κάποιους καὶ οἱ ὁποῖες στὴν ἐποχή μας θεωροῦνται καὶ καταγράφονται ὡς «παραδόσεις».

Μὲ βεβαιότητα καὶ στηριγμένο σὲ γραπτὲς ἱστορικὲς ἀποδείξεις δὲν μᾶς εἶναι γνωστὸ οὔτε τὸ πότε ἀκριβῶς ἔφτασε ἡ «Εἰκόνα» στὰ μέρη τῆς «Λάκα Παναγιᾶς». Ὡστόσο μπορεῖ νὰ γίνεται πιστευτὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἄφιξη τῆς «Εἰκόνας» πραγματοποιήθηκε στὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας. Εἰδικοὶ ἐπὶ τῶν τάσεων τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφικῆς τεχνοτροπίας ἐπιστήμονες ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ εἰκόνα ἀνήκει στὴν ἐποχὴ τῆς Εἰκονομαχίας. Τὰ σχετικὰ ἐπιχειρήματα δὲν τὰ ἀναφέρουμε θεωρῶντας ὅτι ἡ ἀναφορά τους ξεφεύγει ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τούτης τῆς ἐργασίας μας.

Ἐάν, λοιπόν, ὅπως ἀναφέρουν κάποιες ἀπὸ τὶς σχετικὲς παραδόσεις καὶ ὅπως ὑποδεικνύουν κάποιες ἐνδείξεις καὶ γνῶμες «εἰδικῶν», ἡ «Εἰκόνα τῆς Παναγίας (Ξενιᾶς)», ἔφτασε στὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς» κατὰ τὴν περίοδο τῆς «Εἰκονομαχίας», πρέπει  νὰ δεχτοῦμε ὅτι τὸ «μοναστήρι» αὐτό, τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς» ἤ κάποια προηγούμενη «ὑπόστασή» του,  ὑπῆρχε στὴ θέση αὐτὴ πρὸ τοῦ τέλους τῆς περιόδου τῆς «Εἰκονομαχίας», πρὶν τὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων, δηλαδὴ πρὶν τὸ 843 μ.Χ.

Φυσικὰ θὰ προβληθεῖ ἀπὸ κάποιους ἡ γνωστὴ ἔνσταση, ἡ ὁποία παρουσιάζεται καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη στὴ Θεσσαλία ἀλλὰ καὶ στὴν Ἑλλάδα γενικότερα μοναστήρια.  Ἐὰν, ὡστόσο, θέλουμε νὰ  κάνουμε δεκτὴ τὴν ἔνσταση, τίποτε δὲν ἐμποδίζει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἐκεῖ, στὴ θέση «Λάκα Παναγιά» τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου, κατὰ τὴ χρονικὴ περίοδο τῆς ἄφιξης  τῆς εἰκόνας, ὑπῆρχε ἕνα κέντρο χριστιανικῆς λατρείας, ἕνας χριστιανικὸς ναὸς μὲ μιὰ ὁμάδα χριστιανῶν γύρω του, τὸ ὁποῖο κέντρο χριστιανικῆς λατρείας ἀργότερα καὶ βαθμηδὸν ὀργανώθηκε καὶ μεταμορφώθηκε σὲ αὐτὸ ποὺ σήμερα καλοῦμε μοναστήρι. Εἶναι ἡ ἴδια ὑπόθεση καὶ ἄποψη τὴν ὁποία υἱοθετήσαμε καὶ γιὰ τὴν πρώτη ἀρχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν ἵδρυσή του.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε, λίγο μετὰ τὸ 1900 τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ στὴ θέση «Λάκα Παναγιά» καὶ τὰ σχεδίασε, γράφει γι’ αὐτό: «Ἕτερον μνημεῑον ἄξιον λόγου διεσώθη ἡμῖν παρὰ τὸ Πτελεόν[1] ἡ μονὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς λεγομένης. Ἐνταῦθα προέχει ἐν τῇ θαλάσσῃ γηίνη γλῶσσα εἰς ἱκανὸν μῆκος. Ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς  χερσονησιζούσης γλώσσης ἔκειτο κατὰ τὸν μεσαίωνα μία μεγάλη μονή, ὡς ἐκ τῶν ἐρειπίων αὐτῆς ἐξάγεται, διότι ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν χερσονησίζουσαν ταύτην λωρίδα καταλαμβάνουσι τὰ ἐρείπια αὐτῆς…».[2]

004Εικ 1. Σχεδιάγραμμα του βυζαντινού μοναστηριού της «Λάκα Παναγιάς», του πρώτου Μοναστηριού της Παναγίας Ξενιάς, σχεδιασμένο από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο στα 1900

 

Ἐπισημαίνουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι τὰ ἐλάχιστα, σκεπασμένα μὲ θάμνους, ὑπολείμματα τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς», κατὰ τὸ 1900, ὀνομάζονταν, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε γιατὶ βοηθάει ἀποτελεσματικὰ στὴν ἀνάπτυξη σκέψεων καὶ στὴ λύση μερικῶν προβλημάτων ποὺ δημιουργήθηκαν γιὰ τὴν προσωνυμία «Ξενιά».

Ἡ ὀνομασία «Παναγία Ξενιὰ» προσδόθηκε στὴν εἰκόνα καὶ στὸ μοναστήρι ποὺ ὑπῆρχε ἀπὸ πρὶν ἐκεῖ, στὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς», ὁπωσδήποτε, μετὰ τὴν ἄφιξη τῆς εἰκόνας τῆς (Βρεφοκρατούσας) Παναγίας.

Ἐπισημαίνουμε, λοιπόν, μὲ ἔμφαση ὅτι τὰ μισοαφανισμένα ἐρείπια τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς» ὀνομάζονταν στὰ 1900 «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Αὐτὸ πρέπει νὰ τονιστεῖ ἰδιαίτερα καὶ νὰ ἀξιολογηθεῖ γιατὶ θὰ μᾶς χρησιμεύσει σὲ κατοπινοὺς συλλογισμούς μας καὶ συμπεράσματα.

Στὰ 1900, ὁπότε ἐπισκέφθηκε τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ἡ περιοχὴ ἐκείνη ἦταν ἐντελῶς ἔρημη καὶ ἀκατοίκητη. Τὸ σημερινὸ χωριὸ Ἀχίλλειο ποὺ τώρα ὑπάρχει ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ὡστόσο τὰ θαμμένα καὶ πνιγμένα μέσα σὲ θάμνους ἐκεῖνα ἐρείπια ὀνομάζονταν «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Φυσικὰ ἡ ὀνομασία αὐτὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ εἶχε δοθεῖ πρόσφατα. Ἦταν πολὺ παλαιά. Θὰ ὀνομάζονταν ἔτσι πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια,  ὁπωσδήποτε  πρὶν τὸ 1900. Τὰ θαμμένα στὸ χρόνο ἐρείπια ἔχουν πάντοτε θαμμένα μαζί τους τοὺς θρύλους καὶ τὰ ὀνόματα ποὺ τὰ συνοδεύουν. Δὲν τοὺς δίνει κανένας αὐθαίρετα τὰ ὀνόματα καὶ μάλιστα ὁ ἁπλὸς «ἀδασκάλευτος» καὶ «ἀκαθοδήγητος» λαός. Δὲν «βαφτίζει» αὐθαίρετα ἕνας λαὸς τὰ σκεπασμένα μὲ θρύλους καὶ χαμένα στὸ βάθος τοῦ χρόνου ἐρείπια τοῦ τόπου του. Ἀφουγκράζεται τὸ παρελθὸν καὶ «ἀκούει» τὶς φωνὲς τῶν θαμμένων σ’ αὐτὰ προγόνων του.  Ἀναγνωρίζει τὰ προγονικὰ ὑπολείμματα καὶ τὶς προγονικὲς φωνές.

Τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς» εἶναι πρῶτο Μοναστήρι ποὺ πῆρε τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Ὅπως ἀναφέρουμε σὲ ἄλλες σελίδες τούτης τῆς ἐργασίας μας τὴν ἴδια ἐπωνυμία, «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», πῆραν  καὶ ἄλλα μοναστήρια καὶ γι’ αὐτὸ ἔχουμε καὶ «δεύτερο» καὶ «τρίτο» καὶ «τέταρτο» καὶ «πέμπτο» «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἑπομένως οἱ ὅποιες ἐνστάσεις καὶ διαφορὲς ἀπόψεων ὑπῆρχαν καὶ διατυπώθηκαν ἤ καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ ἀκούγονται ὡς πρὸς τὴν τάχα «ἀνάρμοστη» προσωνυμία «Ξενιὰ» γιὰ τὴν Παναγία πρέπει νὰ ἀνάγονται καὶ νὰ ἐξετάζονται σὲ σχέση μὲ τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς», τὸ πρῶτο μοναστήρι στὸ ὁποῖο προσδόθηκε ἡ ὀνομασία αὐτή. Ὁ χρονικὸς αὐτὸς καὶ τοπικὸς ἐντοπισμὸς  τοῦ προβλήματος εἶναι μιὰ καλὴ ἀρχὴ γιὰ τὴ λύση του καὶ τὴ διατύπωση ὑπεύθυνων ἀπόψεων.

Τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα  ποὺ αὐτὰ παρουσίαζαν κατὰ τὸ 1900, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐκτίμηση τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, ἀνῆκαν στὴν ἐποχὴ τοῦ Μεσαίωνα.

Τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς» εἶναι βέβαιο ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἄκμαζε τουλάχιστον πρὶν τὴν περίοδο τῆς Φραγκοκρατίας καὶ συνέχιζε νὰ ὑπάρχει γιὰ μερικά, τοὐλάχιστον χρόνια, καὶ  μετὰ τὸ 1204.

Στὸ συμπέρασμα αὐτὸ μᾶς ὁδηγοῦν κάποιες πληροφορίες ποὺ σώθηκαν γι’ αὐτὸ, καὶ οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στὴ διαχείριση τῆς κτηματικῆς του περιουσίας. Ἡ κτηματικὴ περιουσία τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς» ὑπῆρξε ἀντικείμενο πολλῶν διεκδικητικῶν διενέξεων μεταξὺ διαφόρων ποὺ θεωροῦσαν, ὁ καθένας τὸν ἑαυτό του, δικαιοῦχο τῆς περιουσίας αὐτοῦ.

Κατὰ τὴ διανομὴ τῶν ἐδαφῶν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας μεταξὺ τῶν διαφόρων φράγκων ἡγεμόνων, ἡγεμονίσκων καὶ ἀρχηγῶν ὁμάδων σταυροφόρων, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε μετὰ τὴ διάλυση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας,  κατὰ τὸ 1204,  ἡ περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς»  παραχωρήθηκε ἀρχικὰ στὸ «Τὰγμα τῶν Ἰωννιτῶν Ἱπποτῶν», οἱ ὁποῖοι φαίνεται ὅτι τὸ κράτησαν  στὴν κυριαρχία τους γιὰ ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα.

Ἀργότερα ἡ ἴδια αὐτὴ περιοχὴ περιῆλθε, ὕστερα ἀπὸ κατάκτησή της, στοὺς Λομβαρδοὺς ἀδελφοὺς Ἀλμπερτῖνο καὶ Ρολανδῖνο Κανόσα. Ἀλλὰ καὶ στὴν κυριαρχία αὐτῶν παρέμεινε  γιὰ λίγο χρονικὸ διάστημα. Λίγο ἀργότερα τὸ μοναστήρι στὴ Λάκα Παναγιὰ φαίνεται ὡς νὰ μὴν ὑπάρχει. Οἱ μοναχοί του καὶ τὰ ἱερὰ κειμήλια τοῦ Μοναστηριοῦ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτό. Κάποιοι  τοῦ ἔχουν ἁρπάξει τὴν κτηματική του περιουσία, ἡ ὁποία, ἄγνωστο μὲ ποιὸν τρόπο καὶ πότε ἀκριβῶς, εἶχε περιέλθει στὸ μοναστήρι τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὸ γειτονικὸ νησὶ τοῦ Παγασητικοῦ Κόλπου Κικύνηθος.

Ὡστόσο καὶ ἀσχέτως μὲ τὸ ποιὸς κατεῖχε προσωρινὰ τὰ  κτίσματα καὶ τὴν κτηματικὴ περιουσία τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς», ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀναμφισβήτητο γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁλόκληρη ἡ παραλιακὴ περιοχὴ ἀπὸ τὸ λιμάνι τοῦ Πτελεοῦ μέχρι καὶ τὴ σημερινὴ Γλύφα, σὲ πλάτος πέντε μιλίων στεριᾶς ἀπὸ τὴν ἀκτὴ, ἀπὸ τὸ 1204 περίπου μέχρι καὶ τὸ 1470, βρισκόταν ὑπὸ τὴν κυριαρχία καὶ οἰκονομικὴ ἐκμετάλλευση τῶν Βενετῶν.[3] Στὴν παραλιακὴ αὐτὴ περιοχὴ συμπεριλαμβανόταν καὶ τὸ Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς καὶ τὸ σύνολο τῆς κτηματικῆς του περιουσίας.

Στὶς  6 Ἰουνίου 1310 ὁ δούκας τῆς Ἀθήνας Βάλθερος Βρυένιος, ὁ ὁποῖος τότε ἦταν στρατοπεδευμένος στὴ Λαμία (Ζητοῦνι) καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ πολεμήσει ἐναντίον τῶν Καταλανῶν, μὲ δωρητήριο ἔγγραφό του,[4] πρόσφερε τὰ κτήματα ποὺ κατεῖχε τὸ μοναστήρι τῆς Κικυνήθου στὴν περιφέρεια Πτελεοῦ, στὸν Βενετὸ Ἰωάννη Κουϊρίνη. Μεταξὺ τῶν κτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κατεῖχε τὸ μοναστήρι τῆς Κικυνήθου στὴν περιφέρεια Πτελεοῦ, περιλαμβάνονταν καὶ τὰ κτήματα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς. Παραχωρήθηκαν, λοιπόν, τὸ 1310 καὶ αὐτὰ στὸν Βενετὸ Ἰωάννη Κουϊρίνη.

Ἔτσι γύρω στὰ 1310  τὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς» φαίνεται ὡς νὰ μὴν  ὑπάρχει. Ἡ κτηματικὴ του περιουσία εἶχε περιέλθει – ἄγνωστο ἀπὸ πότε ἀκριβῶς  καὶ μὲ ποιὰ διαδικασία – στὸ «Μοναστήρι τῆς Κικυνήθου» καὶ παρέμεινε στὴ δικαιοδοσία του μέχρι καὶ τὶς 6 Ἰουνίου τοῦ 1310, ὁπότε παραχωρήθηκε στὸν Βενετὸ Ἰωάννη Κουϊρίνη (Zuan Quirin).

Ὅπως ἀφήνεται ἀπὸ ὅλα αὐτὰ νὰ γίνεται φανερὸ τὸ «Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» πρέπει νὰ εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τοὺς μοναχούς του μετὰ τὸ 1204 καὶ ὁπωσδήποτε πρὶν τὸ 1310. Ἡ περιουσία του κατεχόταν ἀπὸ τὸ «Μοναστήρι τῆς Κικυνήθου» καὶ ἀργότερα ἀπὸ τὸν Βενετὸ Ἰωάννη Κουϊρίνη. Στὰ κτίσματά  του, ποὺ ἀσφαλῶς ἄρχισαν νὰ ἐρημώνουν, ἀπέμεινε μόνο ἡ ὀνομασία: «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη πρέπει νὰ ἀκουγόταν ἐκεῖ τὸ «Παναγία Ξενιά». Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ «μοναστήρι» αὐτὸ ἐρημώθηκε καὶ τὰ ἐρείπιά του εἶχαν καὶ διατήρησαν τὴν ὀνομασία «Παναγία Ξενιὰ» μέχρι καὶ τὰ 1900, ποὺ τὴν ἄκουσε, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος, ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος.

Πολὺ πρὶν ἐγκαταλειφθεῖ, ὡστόσο, τὸ μοναστήρι εἶχε πραγματοποιηθεῖ ἡ κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἄφιξη τῆς «Εἰκόνας τῆς Παναγίας» σ’ αὐτό. Πρὶν ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ εἶχε δοθεῖ στὴν «Εἰκόνα τῆς Παναγίας» ἡ προσωνυμία «Παναγία Ξενιά» καὶ εἶχε καθιερωθεῖ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς γύρω περιοχῆς καὶ ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ εἰδικὴ πανηγυρικὴ ἐκδήλωση πρὸς τιμήν της, στὶς 23 Αὐγούστου.

Ἡ «Εἰκόνα τῆς Παναγίας» ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» ἔχοντας ἤδη τὴν ἐπωνυμία «Παναγία Ξενιά» καὶ καθιερωμένη τὴν ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ της. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ἐγκαταλειμμένα ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ διατήρησαν τὴν ὀνομασία «Παναγία Ξενιά» καὶ γι’ αυτό τελοῦνταν ἐκεῖ κάθε χρόνο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται ἑορταστικὴ πανήγυρη στὶς 23 Αὐγούστου.

Ἡ ἐπωνυμία «Παναγία Ξενιά» καὶ κατὰ κύριο λόγο ὁ θαυμαστὸς τρόπος ἄφιξης τῆς εἰκόνας της στὴν τοποθεσία ἐκείνη πρέπει νὰ λειτούργησαν τόσο δυναμικὰ καὶ καταλυτικὰ ὥστε ἡ ἴδια ἐπωνυμία νὰ προσδόθηκε καὶ στὸ ὑπάρχον ἀπὸ πρὶν ἐκεῖ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς».

Τὸ γεγονὸς ὅτι μισοαφανισμένα ἴχνη μεσαιωνικῶν ἐρειπίων, τῆς ἐποχῆς τοῦ 1300 περίπου, ἀποκαλοῦνταν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς ἑξακόσια χρόνια μετά, κατὰ τὸ 1900, «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς» ὁδηγεῖ ἀσφαλῶς στὴ σκέψη ὅτι ἡ ὀνομασία αὐτὴ δὲν εἶχε προσδοθεῖ πρόσφατα ἀλλὰ ἦταν καθιερωμένη ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ἦταν ἡ ὀνομασία τῶν χορταριασμένων καὶ μισοαφανισμένων ἐρειπίων. Εἶναι γνωστὸ καὶ παραδεκτὸ ὅτι πολυκαιρισμένα ἐρείπια σκεπασμένα μὲ θρύλους καὶ παραδόσεις δὲν ἀλλάζουν τὶς ὀνομασίες τους ἀλλὰ τὶς διατηροῦν σὲ πεῖσμα κάθε διαφορετικῆς προσπάθειας. Ἐξάλλου  τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, 1900, κατὰ τὴν ὁποία εἶδε καὶ περιέγραψε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ, ἡ περιοχὴ δὲν κατοικοῦνταν ἀπὸ κάποιους ὥστε αὐτοὶ νὰ δημιουργήσουν θρύλους καὶ παραδόσεις,  καὶ ἄν ἀκόμα δεχτοῦμε, τὸ ἐντελῶς ἀπαράδεκτο, ὅτι εἶναι δυνατὸν νέοι κάτοικοι νὰ δημιουργήσουν ἄσχετους καὶ ἀνύπαρκτους θρύλους σὲ βάρος ἄλλων ὑπαρκτῶν θρύλων καὶ παραδόσεων.

Ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ μοναστηριοῦ στὴ θέση «Λάκκα Παναγιά» ἀπὸ τοὺς μοναχούς του, προκειμένου αὐτοὶ  νὰ φτάσουν τελικὰ στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (σημερινῆς Ἄνω Ξενιᾶς), εἶχε περιπλέξει  περισσότερο τὸ πρόβλημα τῆς «κτητορικῆς δικαίωσης» τῶν μοναστηριῶν της περιοχῆς τοῦ Πτελεοῦ καὶ ὑπῆρχαν ἐκκρεμότητες.

Κατὰ τὸ 1365, ὁπότε οἱ καλόγεροι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» εἶχαν ἤδη ὁπωσδήποτε φθάσει στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (τῆς σημερινῆς Μονῆς Ἄνω Ξενιᾶς), τὰ προβλήματα ποὺ εἶχαν δημιουργηθεῖ  μεταξὺ τῶν διαφόρων διεκδικητῶν καὶ ἀπαιτητῶν τῶν  μοναστηριακῶν ἐκτάσεων στὴν περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ ἦταν μεγάλα καὶ δισεπίλυτα. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ ἐπίλυση τῶν κτητορικῶν αὐτῶν προβλημάτων ὁδήγησε τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στὴν ἀπόφαση νὰ στείλει ὡς ἀντιπρόσωπό του ἕναν μοναχό, τὸν Λουκᾶ, μὲ σκοπὸ νὰ φροντίσει νὰ τακτοποιηθεῖ «ἡ κτητορικὴ δικαίωσις καὶ ἐφορία καὶ οἰκονομία τῶν ἐν Πτελεῷ εὑρισκομένων τριῶν πατριαρχικῶν μονυδρίων».

Τὰ τρία αὐτὰ «πατριαρχικὰ μονύδρια», τῶν ὁποίων «τὴν κτητορικὴ δικαίωσιν καὶ οἰκονομίαν καὶ ἐφορίαν» ἔπρεπε νὰ τακτοποιήσει ὁ ἀποσταλμένος  ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριάρχη μοναχὸς Λουκᾶς, ἦταν 1) τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ 2) τὸ μοναστήρι στὴ θέση «Λάκα Παναγιά», ποὺ εἶχε ἤδη προσλάβει τὴν ἐπωνυμία «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ τὸ ὁποῖο εἶχαν ἐγκαταλείψει οἱ καλόγεροί του γιὰ νὰ μετακομίσουν στὴ θέση «Κουκλιᾶς» ἤ «Βατὰ» ἀρχικὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ χρόνια στὴν «Παναγία Κισσιώτισσα», διεκδικῶντας ὅμως πάντοτε τὴν κτηματική του περιουσία καὶ 3) τὸ μοναστήρι τῆς «Παναγίας Βάβριανης» στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Γλύφας.

Φαίνεται ὅτι καὶ τὰ τρία αὐτὰ «πατριαρχικὰ μονύδρια» εἶχαν ἐγκαλειφθεῖ ἀπὸ τοὺς μοναχούς τους τόσο ἐξαιτίας τῶν πειρατικῶν ἐπιδρομῶν ποὺ ἀποτελοῦσαν ἕνα διαρκὲς καὶ μακροχρόνιο γι’ αὐτὰ κακό, δεδομένου ὅτι καὶ τὰ τρία ἦταν κοντὰ στὴ θάλασσα, ὅσο καὶ κυρίως ἐξαιτίας τῆς κατακτητικῆς, ληστρικῆς καὶ ἁρπακτικῆς ἐπέλασης καὶ  πολεμικῆς ἐναντίον τους συμπεριφορᾶς  τοῦ Τάγματος τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν καὶ τῆς καταλυτικῆς καὶ κυριαρχικῆς παρουσίας στὴν περιοχή τους τῶν Βενετῶν καὶ ἐχθρικῆς συμπεριφορᾶς ἐναντίον τους τῶν φανατικῶν καθολικῶν μοναχῶν τοῦ Τάγματος τῶν Ἰωννιτῶν Ἱπποτῶν.

Ἡ γρήγορη ἀποχώρηση τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν ἀπὸ τὴν περιοχὴ αὐτὴ, ἡ σύντομη παρουσία στὴν ἴδια περιοχὴ τῆς κυριαρχίας τῶν ἀδελφῶν Ἀλμπερτίνου καὶ Ρολανδίνου Κανόσσα, ἡ «αὐθαίρετη» παραχώρηση τῆς   περιουσίας τῶν τριῶν αὐτῶν «πατριαρχικῶν μονυδρίων» στὸ μοναστήρι τῆς Κικυνήθου ἀρχικὰ καὶ στὸν Βενετό Ἰωάννη Κουϊρίνη (Zuan Quirin) ἀργότερα, ἀλλὰ καὶ οἱ βέβαιες διεκδικήσεις ἄλλων ἀπαιτητῶν στὰ ἐγκαταλειμένα περιουσιακὰ στοιχεῖα τῶν μοναστηριῶν αὐτῶν, ὅπως π.χ. τῶν μοναχῶν τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» ποὺ εἶχαν καταφύγει στὴν «Παναγία Κισσιώτισσα», εἶχαν δημιουργήσει περίπλοκα ἰδιοκτησιακὰ προβλήματα. Ἡ λύση τῶν προβλημάτων αὐτῶν καὶ ἡ διαπραγμάτευση  τῶν προβαλλομένων δικαιωμάτων τῶν διαφόρων διεκδικητῶν  ἦταν τὰ προβλήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ λύσει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μοναχὸς Λουκᾶς κατὰ τὸ 1365.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τοῦ σχετικοῦ πατριαρχικοῦ ἐγγράφου:

«Ἡ μετριότης  ἡμῶν διὰ τοῦ παρόντος γράμματος ἀνατίθησι τῷ τιμιωτάτῳ ἐν μοναχοῖς, κῦρ Λουκᾷ, ἀγαπητῷ κατὰ πνεῦμα ταύτης υἱῷ, τὴν κτητορικὴν δικαίωσιν καὶ ἐφορείαν καὶ οἰκονομίαν τῶν ἐν τῷ Πτελέῳ εὑρισκομένων πατριαρχικῶν τριῶν μονυδρίων, ὅστις καὶ ὀφείλει ἐπιλαβέσθαι τούτων καὶ προηγουμένως μὲν καὶ παρὼν καὶ ἀπὼν διὰ γραμμάτων καὶ διδασκαλιῶν, ὡς ἱκανὸς εἰς τοῦτο ὤν, χάριτι Χριστοῦ, νουθετεῖν καὶ εἰσηγεῖσθαι αὐτοῖς τὰ κρείττονα καὶ σωτηρίαν ἐχόμενα καὶ παντὶ τρόπῳ χειραγωγεῖν καὶ ὁδηγεῖν αὐτοὺς ἐπὶ τὴν κατόρθωσιν τῆς ἀρετῆς, εἶτα συνιστᾶν καὶ βελτιοῦν πάντα τὰ αὐτοῖς προσόντα κτήματά τε καὶ πράγματα καὶ, ὅν ἄν ἀποκαταστήσῃ δικαίῳ καὶ ἡγούμενον, ἔχειν αὐτὸν τὸ βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς, ὡς ἐκλελεγμένον παρ’ αὐτοῦ καλῶς καὶ εἰδότος καὶ ἐκλεξαμένου, ἐπεὶ καὶ ἡ μετριότης ἡμῶν ἑτέρῳ γράμματι τὸν ὑπ’ αὐτοῦ δικαίῳ ἐκύρωσε, καὶ ἐνετείλατο διάγειν σεμνῶς καὶ διδάσκειν οὕτω τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διάγειν καὶ τῶν αὐτοῖς προσόντων πάντων ἐπιμελεῖσθαι ὥστε ἐπὶ τὸ βέλτιον προχωρεῖν. διὸ καὶ τὸ παρὸν γράμμα τῆς ἡμῶν μετριότητος ἀπολέλυται.+

+μηνὶ ἰανουαρἰου ἰνδ. γ΄ +»[5]

 

Δὲν γνωρίζουμε τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ μοναχοῦ Λουκᾶ. Διαφαίνεται, ὡστόσο, ὅτι τὰ «πατριαρχικὰ μονύδρια» ἤ κάποια ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶχαν ὁλοκληρωτικὰ ἐγκαταλειφθεῖ. Σὲ κάποια τοὐλάχιστον  ὑπῆρχαν κάποιοι μοναχοὶ ἤ εἶχαν ἐπανέλθει στὸ μεταξὺ κάποιοι ἤ κάποιοι ἄλλοι εἶχαν ἐγκατασταθεῖ σ’ αὐτά, ἀφοῦ ὁ μοναχὸς Λουκᾶς ἔπρεπε νὰ φροντίσει καὶ γιὰ τὴν «ἀποκατάσταση» ἡγουμένου σ’ αὐτά. Γιὰ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης εἶναι βέβαιο ὄτι κάποιοι μοναχοὶ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὰ κτίσματά του. Ἴσως αὐτοὶ οἱ νεοφερμένοι σὲ κάποιο ἤ κάποια ἀπὸ τὰ μοναστήρια αὐτὰ νὰ προκάλεσαν τὴν ἀποστολὴ ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου τοῦ μοναχοῦ Λουκᾶ.

Ἀπὸ ὅσα ὅμως γνωρίζουμε φαίνεται ὄτι οἱ μοναχοὶ τοῦ μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», τὸ ὁποῖο, ὅπως ἀναφέρθηκε εἶχε πάρει τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», διατήρησαν τὰ κτητορικά τους δικαιώματα στὴν περιουσία τους καὶ δικαιώθηκαν ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Πατριάρχη μοναχὸ Λουκᾶ. Οἱ μοναχοὶ τοῦ μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», ἴσως  καὶ μὲ τὴν δυναμικὴ παρέμβαση καὶ ὑποστήριξη τῶν   μοναχῶν  τῆς «Μονῆς τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», στὴν ὁποία εἶχαν μεταβεῖ καὶ εἶχαν παραχωρήσει τὴν περιουσία τους, πῆραν ὅσα τοὺς ἀνῆκαν. Ἐξ ἄλλου ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας ἦταν «βασιλικό, πατριαχικὸ καὶ σταυροπηγιακὸ» μοναστήρι. Ἔτσι μόνο ἐξηγεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ «Κουκλιᾶς», τὸ μεγάλο δασόκτημα ἰδιοκτησίας τῶν μοναχῶν τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ τοῦ «Κουκλιᾶ» κατόπιν, ἔγινε τελικὰ κτῆμα τῆς Μονῆς Παναγίας Κισσιώτισσας.

 

 

  1. Ἡ θαυματουργὸς ἐμφάνιση    τῆς «εἰκόνας» τῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Στὸ μοναστήρι ποὺ βρισκόταν στὴ θέση «Λάκα Παναγιά», σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις ποὺ ὑπάρχουν, παρουσιάστηκε κάποια μέρα ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα μιᾶς «βρεφοκρατούσας» Παναγίας, αὐτὴ ποὺ ὀνομάστηκε καὶ εἶναι πλέον γνωστὴ ὡς «Παναγία Ξενιά».

Ἕνας τσοπάνος, λέει ἡ παράδοση, βοσκοῦσε τὸ κοπάδι του στὸ διπλανὸ στὸ μοναστήρι βουνὸ, τὸ Τραγοβούνι. Κάποιο βράδυ εἶδε στὴν ἐρημικὴ ἀκρογιαλιά, κοντὰ στὸ Μοναστήρι, νὰ λάμπει ἕνα φῶς. Δὲν ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία, ἄν καὶ τοῦ φάνηκε πολὺ περίεργο ἀφοῦ γνώριζε ὅτι στὸ  μέρος ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρχαν ἄνθρωποι. Ἴσως εἶναι κάποιος ψαράς, συλλογίστηκε.

Τὸ ἄλλο βράδυ εἶδε πάλι τὸ φῶς στὴν ἴδια ἀκριβῶς θέση. Περίεργος τούτη τὴ φορὰ κατέβηκε ὡς τὴ θάλασσα. Ὅταν πλησίασε διέκρινε καθαρὰ ὅτι ἦταν ἕνα καντῆλι ἀναμμένο. Φτάνοντας ἐκεῖ εἶδε δίπλα στὸ ἀναμμένο καντῆλι ἕνα ξύλινο κιβώτιο πού, ὅπως γινόταν φανερό, τὸ εἶχαν βγάλει στὴν ξηρὰ τὰ κύματα τῆς θάλασσας. Τὸ καντῆλι ἦταν ἀναμμένο  μπροστὰ στὸ κιβώτιο.

Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς πέρασε καὶ στὴν σύγχρονη ὑμνογραφία γιὰ τὴν Παναγία Ξενιά:

«Ἦκε, τῇ προνοίᾳ Σου, ἀδήλοις χρόνοις, Πανάμωμε, ἡ Εἰκών Σου ἡ πάντιμος, ἡμῖν τοῖς ἱκέταις σου, ἀπὸ τῆς  Ἑώας, παραδόξῳ τρόπῳ, διὰ θαλάσσης θαυμαστῶς, καλῶν παντοίων θάλασσαν βλύζουσα, καί ἅπασαν εὐφραίνουσα τήν Θετταλίαν κηρύττουσαν, τῶν πολλῶν θαυμασίων σου, τὰς δυνάμεις ἑκάστοτε» .

Τὴν ἄλλη μέρα ὁ τσοπάνος μαζὶ μὲ ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς, ποὺ πληροφορήθηκαν τὸ γεγονός, καὶ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» πῆραν τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἔφεραν στὸ μοναστήρι τους.

Ὁ θαυμαστὸς τρόπος τῆς εὕρεσης τῆς εἰκόνας τὴν ἔκανε πολὺ γρήγορα γνωστὴ καὶ ἀγαπητὴ σὲ ὅλους. Ἀπὸ παντοῦ ἔρχονταν νὰ προσκυνήσουν τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας» ποὺ ξαφνικὰ  «διάλεξε» καὶ ἦρθε στὰ δικά τους μέρη ἀπὸ κάποιο ἄγνωστο τόπο, ἀπὸ τὰ «ξένα». Ἦταν ἡ θαυματουργὴ καὶ γνωστὴ σὲ ὅλους ὡς σήμερα εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς».

«Πάλαι ἐκ τῆς Ἑώας ἡμῖν, διὰ θαλάσσης ἡ Εἰκών σου ἡ πάντιμος, ἀφίκετο παραδόξως, Εἰκονομάχων δεινὴν φεύγουσα μανίαν, Ἀειπάρθενε, καὶ ὤφθη ἀκένωτος, τῶν χαρίτων σου, Δέσποινα, καὶ τῶν θαυμάτων, Θετταλοῖς καὶ τοῖς πόρρωθεν βρύσις βρύουσα ἱλασμόν τε καὶ ἄφεσιν, ᾗ εὐλαβῶς προσπίπτοντες, σωμάτων τὴν ἴασιν, καὶ τῶν ψυχῶν θεραπείαν καὶ εὐφροσύνην οὐράνιον, λαμβάνομεν Κόρη, τὰ πολλὰ σου μεγαλεῖα, ἀεὶ δοξάζοντες.»

Ἦταν τὰ φοβερὰ χρόνια τῆς εἰκονομαχίας, τὰ χρόνια ἐκεῖνα κατὰ τὰ ὁποῖα κάποιοι δὲν ἤθελαν τὶς εἰκόνες στὶς ἐκκλησίες. Αὐτοὶ λέγονταν  «εἰκονομάχοι» ἤ «εἰκονοκλάστες».Τὶς ἔσπαζαν, τὶς ἔκαιγαν, τὶς κατέστρεφαν ὅποιες εἰκόνες εὔρισκαν μπροστά τους. Ἤθελαν νὰ τὶς ἐξαφανίσουν. Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ ἄνθρωποι, οἱ «εἰκονολάτρες», ποὺ ἤθελαν τὶς εἰκόνες καὶ προσπαθοῦσαν μὲ κάθε τρόπο νὰ τὶς διαφυλάξουν ἀπὸ τὴν καταστροφικὴ  μανία τῶν «εἰκονομάχων».

Κάποιος ἤ κάποιοι ποὺ εἶχαν τὴν συγκεκριμένη θαυματουργὴ εἰκόνα γιὰ νὰ μὴ τὴ βροῦν οἱ φοβεροὶ «εἰκονομάχοι», οἱ φανατισμένοι «εἰκονοσπάστες» καὶ «εἰκονοκλάστες», καὶ τὴν καταστρέψουν, τὴν ἀσφάλισαν μέσα  σ’ ἕνα κιβώτιο καὶ τὴν ἐμπιστεύθηκαν στὰ κύματα τῆς θάλασσας. Καὶ ἡ Παναγιὰ, ταξιδεύοντας ἀπὸ τὰ «ξένα» μέσα στὴ θάλασσα «διάλεξε» τὰ μέρη τῆς «Λάκα Παναγιᾶς»  νὰ βρεῖ φιλοξενία. Καὶ τὴ βρῆκε.

«Ὡς πηγὴ ἁγιάσματος, ἡ Εἰκών σου ἡ πάνσεπτος, θαλασσοπορήσασα ξένως, Ἄχραντε, τῇ θαυμαστῇ κυβερνήσει σου, ἡμῖν παραγέγονεν, ὡς ἐχέγγυον τῆς σῆς πρὸς ἡμᾶς ἀγαθότητος, ᾗ προσπίπτοντες τὰ πολλά σου ὑμνοῦμεν μεγαλεῖα, καὶ τῶν θείων δωρεῶν σου τὰς χορηγίας ἑκάστοτε».

Οἱ καλόγεροι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ οἱ κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς ἀγάπησαν πολὺ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς Παναγίας ποὺ ἀπὸ τὰ «ξένα» ἦρθε καὶ ζήτησε προστασία στὰ μέρη τους. Καὶ γιὰ νὰ δείξουν αὐτὴ τὴν ἀγάπη τους καὶ γιὰ νὰ θυμοῦνται ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀγαποῦν ξεχωριστά, ὅπως ἀγαποῦμε καὶ περιποιούμαστε ὅλους ὅσους ἔρχονται ἀπὸ τὰ ξένα καὶ ζητοῦν τὴν προστασία μας καὶ τὴν φιλοξενία μας, τὴν ὀνόμασαν «Παναγία Ξενιά». Καὶ μόνο τὸ ὄνομα «Παναγία Ξενιά», ἡ Παναγιὰ ἡ «ξένη», ποὺ κυνηγημένη καὶ καταδιωκόμενη ἔφτασε στὰ μέρη τους «ζητῶντας προστασία», θύμιζε σ’ ὅλους ὅτι ἡ «Παναγία» αὐτὴ δικαιοῦνταν περισσὴ ἀγάπη καὶ στοργὴ καὶ οἱ οἰκοδεσπότες τοῦ χώρου στὸν ὁποῖο κατέφθασε Τῆς τὴν πρόσφεραν.

Ἦταν ἡ ἄφιξη αὐτὴ μία «εὐδοκία» τῆς Παναγίας πρὸς ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ – καὶ ὄχι μόνο – καὶ ἡ ἁγία εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔγινε γιὰ ὅλους «καταφύγιον καὶ στήριγμα», ὅπως λέει ὁ ὑμνογράφος:

«Βαβαὶ τῶν σῶν θαυμασίων, Ἁγνή. Σὺ γάρ ἐξ Ἑώας, τὴν σεπτὴν Εἰκόνα σου κατᾶραι ὑπερφυῶς, διὰ θαλάσσης ἡμῖν, ηὐδόκησας ἀληθῶς, ὡς εὐδοκίας τῆς θείας θησαύρισμα, ἰάσεις παντοδαπάς, τοῖς εὐλαβῶς ἐκβοῶσι παρέχουσαν. Κεχαριτωμένη χαῖρε, μόνη Ὑπερευλογημένη, Ἁλμυροῦ περιοίκου, καταφύγιον καί στήριγμα».

Καὶ ἡ «Παναγία Ξενιὰ» ἀνταπέδιδε τὴν φιλοξενία ποὺ βρῆκε πλουσιοπάροχα καὶ πολυπολλαπλάσια. Τὸ Μοναστήρι στὴ «Λάκα Παναγιὰ» μεγάλωσε μὲ προσφορὲς καὶ δωρεές, ἀπόκτησε μεγάλη περιουσία. Τὸ Μοναστήρι ἁπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς «Λάκα Παναγιᾶς». Ἡ «Παναγία Ξενιὰ» εἶχε τώρα δικό της «σπίτι», δικό της «ἀρχοντικὸ» καὶ μποροῦσε νὰ φιλοξενεῖ ὅποιον εἶχε ἀνάγκη, ὅποιον ζητοῦσε τὴ βοήθειά της.

Ὁ σύγχρονος ὑμνογράφος λέει γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό:

«Ἐκ τῆς Ἑώας Παρθένε διὰ θαλάσσης ἡμῖν, ἀφίκετο τὸ πάλαι, ἡ ἁγία Εἰκών σου, θαυμάτων ἐνεργοῦσα δυνάμεις πολλάς, τοῖς ἐν πίστει προστρέχουσι καὶ θεραπεύει νοσήματα χαλεπὰ ψυχῆς ἅμα τε καὶ σώματος.»

 

  1. Ἐπιβεβαιωτικὲς τοῦ γεγονότος ἐνδείξεις

Τὸ κιβώτιο στὸ ὁποῖο εἶχε κλειστεῖ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ἦταν ξύλινο. Ἐξωτερικὰ ἦταν ἐπενδυμένο, γιὰ προφύλαξη καὶ μεγαλύτερη ἀσφάλεια, μὲ τενεκὲ ἐνῶ ἐσωτερικὰ ἦταν ντυμένο μὲ κόκκινο βελούδινο ὕφασμα. Περιεῖχε μία εἰκόνα «βρεφοκρατούσας» Παναγίας.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἀναφέρει στὰ χειρόγραφα κατάλοιπά του ὅτι μεταξὺ τῶν κειμηλίων τοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχε ὁ ἴδιος ἰδεῖ τεμάχια τοῦ κιβωτίου αὐτοῦ καὶ τοῦ βελούδινου ὑφάσματος μέσα στὰ ὁποῖα βρέθηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὴ θέση «Λάκα Παναγιὰ».

Τὰ εἶχαν κουβαλήσει ἐκεῖ, ὡς ἱερὰ κειμήλια ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβαιωτικὰ τεκμήρια, μαζὶ μὲ τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα, οἱ καλόγεροι τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παλιοξενιᾶς», τοῦ «Κουκλιᾶ», ὅταν πῆγαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν ὁριστικὰ στὴ «Μονὴ Κισσιώτισσας».

Τεμάχια τοῦ κιβωτίου αὐτοῦ, ὅταν στὰ 1867 ἔγινε ἡ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου,  ὑπῆρχαν καὶ μεταφέρθηκαν στὸ Κάτω Μοναστήρι.

Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Κωνσταντῖνος Γιαννακόπουλος μέσα στὸ ναὸ τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀριστερὰ τῆς εἰκόνας Παναγίας, στὰ 1920 ἀκόμη, ὑπῆρχε μία φορητὴ θήκη ὕψους περίπου 60 ἑκατοστῶν καὶ βάθους 10-15 ἑκατοστῶν, ντυμένη ἐσωτερικὰ μὲ βελούδινο ὕφασμα, ἡ ὁποία ἔκλεινε μὲ δυὸ ξύλινα φύλλα, ποὺ ὅταν ἄνοιγαν ἄφηναν ἀκάλυπτο τὸ ἐσωτερικὸ τῆς θήκης.

Μπροστὰ στὴ θήκη βρισκόταν, συνεχῶς ἀναμμένη, μία κανδήλα. Ὁ δόκιμος τότε μοναχὸς Γερμανός, σὲ σχετικὴ ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἔγινε γιὰ τὴ θήκη αὐτή, ἀπάντησε ὅτι ὁ παλιὸς μοναχός Βενέδικτος τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι μέσα στὴ θήκη καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βελοῦδο ὑπάρχουν ὑπάρχουν τεμάχια ἀπό τὸ κιβώτιο ἐκεῖνο ποὺ μέσα  του ἦταν τοποθετημένη ἡ εἰκόνα, ὅταν βρέθηκε στὴν ἄκρη τῆς θάλασσας. Ἡ θήκη αὐτὴ ὡς τὸ 1940 βρισκόταν ἐκεῖ κοντὰ στὴν εἰκόνα. Τώρα[6] βρίσκεται στὴν αἴθουσα τῶν ἱερῶν κειμηλίων.[7]

 

  1. Ἕνα σύγχρονο ἐπιβεβαιωτικὸ γεγονὸς

(Μιὰ ὑποχρεωτικὴ παρένθεση)

Ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι, ἰδιαίτερα στὴν σύγχρονη ἐποχή μας, ποὺ ἀμφισβητοῦν τέτοια ἀσυνήθιστα, περίεργα καὶ «θαυμαστὰ» γεγονότα, ὅπως αὐτὸ τῆς «θαυματουργοῦ» ἄφιξης, μὲ τὴ βοήθεια τῶν κυμάτων τῆς θάλασσας, τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὴν παραλία τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου.

Ἕνα τέτοιο  «θαυμαστὸ» γεγονός, ὡστόσο, ὅπως αὐτὸ τῆς ἄφιξης τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μέσα ἀπὸ τὰ κύματα τῆς θάλασσας στὸν ὅρμο τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου ἐπαναλήφθηκε καὶ πραγματοποιήθηκε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 2010.

19512079_10212404549522249_1403388817_nΕικ 2. Το εκκλησάκι που τα κύματα της θάλασσας, το ἐβγαλαν ολόκληρο με τις εικόνες του το 2010, στην ἴδια θέση που στην περίοδο της εικοναμαχία παρουσιάστηκε η εικόνας της Παναγίας. Ξενιάς. Στη φωτογραφία έχει αρχίσει η φθορά του ύστερα από λίγο καιρό..

 

Ὕστερα ἀπὸ μιὰ πολυήμερη καταρρακτώδη βροχὴ στὴν γύρω περιοχή, στὸν ὅρμο τοῦ Ἀχιλλείου, ἔφτασε ἐπιπλέοντας στὴ θάλασσα ἕνα ὁλόκληρο εἰκονοστάσι ἔχοντας μέσα του ἀπείρακτες ὅλες τὶς εἰκόνες του καὶ τὸ καντῆλι του. Μάρτυρες αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι πάρα πολλοὶ κάτοικοι τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου.

Τὸ εἰκονοστάσι ἦταν ξύλινο καὶ εἶχε ὡς στήριγμα, κάθετα στερεωμένο στὸ κέντρο τῆς κάτω ἐπιφάνειας τῆς βάσης του, ἕνα σιδερένιο πάσαλο, ποὺ, ὅπως ἦταν φανερό, χρησίμευε γιὰ τὴν στερέωσή του στὸ ἔδαφος ἐκεῖ ποὺ κάποτε βρισκόταν αὐτὸ τὸ εἰκονοστάσι, πρὶν φτάσει στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀχιλλείου.

Ἦταν φανερὸ ὅτι τὰ ὁρμητικὰ νερὰ τῆς καταρρακτώδους βροχῆς τὸ εἶχαν ξεθεμελιώσει ἀπὸ τὸ μέρος στὸ ὁποῖο ἦταν τοποθετημένο, τὸ παρέσυραν μέχρι τὴ θάλασσα καὶ τὰ θαλάσσια κύματα τὸ μετακινοῦσαν στὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας. Ὁ κάθετα στερεωμένος στὴν κάτω ἐπιφάνεια τῆς βάσης του σιδερένιος πάσαλος πρέπει νὰ χρησίμευσε ὡς ἕρμα σταθεροποίησης τῆς ὄρθιας στάσης του σ’ ὁλόκληρη τὴ θαλάσσια πορεία του. Αὐτὴ ἡ ὄρθια στάση κατὰ τὴν θαλάσσια περιπέτεια τοῦ εἰκονοστασίου καὶ ἡ σταθερὰ  κλεισμένη πόρτα του ἦταν τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα καὶ διαφύλαξαν καὶ ἔτσι ἔφτασαν ἀπείρακτες οἱ εἰκόνες καὶ τὸ καντῆλι του μέχρι τὴ σημερινὴ παραλία τοῦ Ἀχιλλείου.

Σήμερα τὸ εἰκονοστάσι αὐτό, χωρίς κανένας νὰ γνωρίζει ἀκόμα καὶ πάλι, ὅπως καὶ τότε ποὺ ξαφνικὰ ἔφτασε στὸ ἴδιο μέρος ἡ «Παναγία Ξενιά», ἀπὸ ποῦ  ἦρθε, εἶναι τοποθετημένο καὶ στερεωμένο μὲ τὸν ἴδιο σιδερένιο ἀρχικὸ δικό του πάσαλο στὴν παραλία τοῦ Ἀχιλλείου.

Θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομάζεται «Ξένο Προσκυνητάρι» ἤ «Ξένο Ξωκλησάκι», ὅπως καὶ πραγματικὰ εἶναι. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως τῆς σημερινῆς ἐποχῆς φαίνεται ὅτι δὲν ἐντυπωσιάζονται ὅσο ἄλλοτε ἀπὸ τέτοια γεγονότα καὶ ἔτσι δὲν γίνονται πλέον δημιουργικοὶ «γλωσσοπλάστες». Τοὺς ἐμποδίζουν οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες που ἀρέσκονται νὰ βρίσκουν γιὰ ὅλα.

Οἱ σημερινοὶ ὡστόσο Ἀχιλλιῶτες ἀγαπᾶνε ἰδιαίτερα τὸ ἐκκλησάκι αὐτό. Τὸ καντηλάκι του, ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἄφιξής του, εἶναι πάντοτε ἀναμμένο. Πραγματικὰ δὲν εἶναι «ξένο». Ἕνα χριστιανικὸ ἐκκλησάκι ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι «ξένο» γιὰ τοὺς χριστιανούς. Πόσο «δικό μας» ὅμως γίνεται καὶ πόση ἀγάπη ἐκφράζουμε ἄν τὸ ἀποκαλοῦμε τὸ «Ξενούλι ἐκκλησάκι» μας, τὸ «Ξενάκι Προσκυνητάρι» μας ἤ «Ἐκκλησία Ξενιά»;

 

Ἀναγκαία προσωπικὴ ἐξομολόγηση

Στὰ πιὸ βαθιὰ ἐσώψυχά μου τὸ «θαυμαστὸ γεγονὸς» τῆς «θαυματουργοῦ ἀφίξεως» μέσα ἀπὸ τὰ κύματα τῆς θάλασσας τῆς εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς»,  στὴ θέση «Λάκα Παναγιά», μοῦ φαινόταν λίγο περίεργο γεγονὸς καὶ κάπως «ἀπίστευτο».

Δίσταζα, ὡστόσο, πάντοτε νὰ ὁμολογήσω ἤ νὰ διακηρύξω ἤ ἔστω καὶ ἁπλά νὰ διατυπώσω φανερὰ αὐτοὺς τοὺς δισταγμούς μου. Τὸ ἀπέφευγα. Δὲν ἤθελα νὰ κατηγορηθῶ ὅτι «παριστάνω τὸν ἔξυπνο».  Ἤμουν, βλέπετε, καὶ «δάσκαλος» καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παρουσιάζομαι ὅτι  ἀμφισβητῶ καὶ κλονίζω τὴν πίστη τῶν, τάχα, «ἁπλῶν» ἀνθρώπων προβάλλοντας φανερὰ τὴ δυσπιστία μου αὐτή, τὴ δυσπιστία τῶν «μορφωμένων».

Καλυπτόμουν ἔτσι καὶ τὰ βόλευα ὅλα λέγοντας καὶ γράφοντας ὅτι ἔγιναν ὅλα αὐτὰ «σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση», ὅπως ἐξακολουθοῦν ὅλοι νὰ λένε γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα παρόμοια «ἀκούσματα». Προβληματιζόμουν ἀκόμα καὶ ἄν ἔπρεπε καὶ νὰ ἀναφέρω τέτοια πράγματα, τέτοιες «λαϊκὲς» παραδόσεις καὶ «συνηθισμένες» διαδόσεις.

Ἀπὸ πολὺ καιρό, πρὶν τὸ ἔτος 2010,  εἶχα σκοπό μου νὰ γράψω τοῦτο τὸ βιβλίο γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Δίσταζα πολὺ στὸ γράψιμο αὐτοῦ τοῦ βιβλίου καὶ ἄν καὶ εἶχα ἀρχίσει τὴ σχετικὴ προετοιμασία καὶ ἄν καὶ εἶχα καὶ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου τοῦ Μοναστηριοῦ, πάντοτε ἀνέβαλα τὴν συστηματικὴ καὶ ἐπίμονη ἐνασχόλησή μου μὲ τὴν συγγραφή του.

Ὡστόσο κάποτε ἄρχισα συστηματικὰ καὶ ἐπίμονα νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ γράψιμο τούτου τοῦ βιβλίου. Δὲν γνωρίζω πῶς νὰ ἐξηγήσω τὴν μεταβολὴ τῶν αἰσθημάτων μου καὶ ποιὰ ἑρμηνεία μπορῶ νὰ δώσω σ’ αὐτὴ τὴ μεταβολή.

Γεγονὸς πάντως εἶναι ὅτι ὅταν πληροφορήθηκα ὅτι στὴν παραλία τοῦ Ἀχιλλείου, λίγα μέτρα πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ σπίτι μου, μέσα στὸ ὁποῖο εἶχα ἐγκαταλείψει γιὰ πολὺ καιρὸ τὰ σχετικά χειρόγραφά μου, παρουσιάστηκε μέσα ἀπὸ τὰ κύματα τῆς θάλασσας, ἄθικτο ἕνα ὁλόκληρο εἰκονοστάσι μὲ τὶς εἰκόνες του καὶ τὸ καντῆλι του, συγκλονίστηκα. Τὸ «ξένο εἰκονοστάσι» εἶχε παρουσιασθεῖ ξαφνικὰ ἐκεῖ ποὺ κάποτε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο εἶχε φτάσει ἡ «Παναγία Ξενιά». Καὶ εἶχε φτάσει  τὴν ἐποχὴ τῶν ἔντονων προβληματισμῶν μου. Τὸ  γεγονὸς τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς ἄφιξης λειτούργησε ἀποφασιστικὰ καὶ καταλυτικὰ μέσα μου. Ἔσπευσα συμμάζεψα τὰ παρατημένα μου χειρόγραφα καὶ ἄρχισα νὰ ἀσχολοῦμαι συστηματικὰ στὸ νὰ γράφω τοῦτο τὸ βιβλίο.

 

  1. Ἡ φυγὴ ἀπὸ τὴ «Λάκα Παναγιά»

Ὁ πλοῦτος τοῦ «πρώτου» αὐτοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» στὴν παραλιακὴ τοποθεσία «Λάκα Παναγιά» προκαλοῦσε πολλοὺς. Ἡ θέση του κοντὰ στὴ θάλασσα, στὴν εἴσοδο σχεδὸν τοῦ Παγασητικοῦ Κόλπου, ἔκανε τὸ Μοναστήρι εὔκολη λεία γιὰ πειρατὲς καὶ κάθε εἴδους ἐχθρικὲς ἐπιθέσεις καὶ λεηλασίες. Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ, τὰ πολύτιμα κειμήλιά του καὶ τὸ μεγάλο ἀπόκτημά τους, ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ποὺ τὸ εἶχε κάνει πολὺ γνωστό, καθημερινὰ κινδύνευαν ἀπὸ αὐτὲς τὶς πειρατικὲς ἐπιδρομὲς καὶ λεηλασίες. Ἔτσι οἱ μοναχοὶ βρέθηκαν στὴ σκληρὴ θέση νὰ ἀποφασίσουν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ μοναστήρι τους.

Ὑλοποιῶντας τὴν ἀπόφασή τους αὐτή, κάποια μέρα, παίρνοντας μαζί τους τὰ πολύτιμα κειμήλια τοῦ μοναστηριοῦ τους καὶ  τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ξεκίνησαν νὰ φύγουν. Ἀποφασιστικὸ καὶ καταλυτικὸ ρόλο στὴν ὁριστικὴ ἀπόφαση γιὰ τὴ  φυγὴ αὐτὴ ἔπαιξε ὁπωσδήποτε ἡ κυρίαρχα ἐχθρικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς δυναμικῆς παρουσίας στὴν περιοχὴ τοῦ μοναστηριοῦ τους τῶν καθολικῶν Βενετῶν, ἀποκλειστικῶν κυρίαρχων τοῦ λιμανιοῦ τοῦ Πτελεοῦ καὶ ἡ σκληρὴ πολεμικὴ συμπεριφορά πρὸς κάθε ἄλλη ὁμάδα μοναχῶν στὴν ἴδια περιοχὴ ἐκ μέρους τοῦ Τάγματος τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν.

Ἡ «Παναγία Ξενιὰ» ὅμως δὲν «ἤθελε» νὰ ἐγκαταλείψει τὴ  θέση της στὴ «Λάκα Παναγιά», τὴ θέση ποὺ ἡ ἴδια εἶχε διαλέξει νὰ βρεῖ καὶ βρῆκε καταφύγιο, «λέει» ἡ τοπικὴ παράδοση. Ὅταν πῆγαν οἱ μοναχοὶ νὰ σηκώσουν τὴν εἰκόνα στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὸ κάνουν. Εἶχε γίνει πολύ βαριά καὶ ἀσήκωτη. Ἀπόκτησε ξαφνικὰ  πολὺ βάρος καὶ ἡ μετακίνησή της ἦταν ἀδύνατη.

Οἱ καλόγεροι ἄρχισαν τότε τὶς παρακλήσεις καὶ τὶς προσευχές. Ἦταν ἀνάγκη νὰ φύγουν ὁπωσδήποτε καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ Μοναστήρι τους γιατὶ ἄν παρέμεναν ἐκεῖ κινδύνευαν. Τέλος, ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς προσευχὲς καὶ παρακλήσεις καὶ μόνο ὅταν οἱ καλόγεροι, τροποποιῶντας τὴν ἀρχική τους ἀπόφαση νὰ ἐγκατασταθοῦν στὴν «Παναγία Κισσιώτισσα», ἀποφάσισαν ὅτι δὲν θὰ ἀπομακρυνθοῦν πολὺ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τους ἀλλὰ θὰ πᾶνε νὰ «κρυφτοῦν» προσωρινὰ γιὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἐκεῖ κοντά, μέσα στὸ δικό τους πυκνὸ δάσος τοῦ «Κουκλιᾶ», στὴ θέση «Βατά», ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς», ἔδειξε ὅτι συμφωνοῦσε.

Οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀχιλλείου, μέχρι καὶ σήμερα, δείχνουν τὸ ἀκριβὲς σημεῖο τοῦ δρόμου, ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴ θέση «Λάκα Παναγιὰ» πρὸς τὸν «Κουκλιᾶ», στὸ ὁποῖο ἔγινε τὸ «θαυμαστὸ» αὐτὸ γεγονός τῆς «ἄρνησης» τῆς Παναγίας Ξενιᾶς νὰ φύγει ἀπὸ τὴ «Λάκα Παναγιά». Εἶναι ἡ πρώτη στροφὴ τοῦ δρόμου ἀπὸ τὴ «Λάκα Παναγιά» ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴ Γλύφα.

Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς σημεῖο σήμερα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα στὰ ὁποῖα, στὴν ἐποχή μας, τὴ Μεγάλη Παρασκευή, κατὰ τὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, σταματάει ἡ πορεία τῆς τελετῆς τῆς περιφορᾶς καὶ γίνονται δεήσεις, ὅπως γίνεται σὲ κάθε στροφή τῆς ἀκολουθούμενης διαδρομῆς.  Κανένας βεβαίως στὴν ἐποχή μας δὲν φέρνει στὸ νοῦ του αὐτὴ τὴ «σύμπτωση».

Ἡ δεύτερη αὐτὴ σκέψη γιὰ τὴν μετακίνησή τους στὸν «Κουκλιᾶ», στὸ δικό τους δασόκτημα, ἦταν καὶ μιὰ καλὴ καὶ πρακτικὴ λύση γιὰ ὅλους. Ἴσως καὶ νὰ ἔκαμψε τὶς πιθανὲς ἀντιρρήσεις κάποιων ἀπὸ τοὺς μοναχούς. Μὲ τὴ λύση αὐτὴ δὲν ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγουν σὲ τόσο ἀπομακρυσμένο καὶ ξένο μέρος, ὅπως ἦταν ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα» καὶ νὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ ζητήσουν ἀπὸ ἄλλους φιλοξενία. Θὰ ζοῦσαν καὶ πάλι σὲ δική τους κτηματικὴ περιοχὴ καὶ ταυτόχρονα θὰ ἦταν ὅλοι πιὸ ἀσφαλισμένοι ἀπὸ τὶς τόσο συχνὲς  ναυτικὲς πειρατικὲς ἐπιδρομές.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ἀπὸ τὸ προσωρινό τους αὐτὸ καταφύγιο, στὴν ἀπόμερη αὐτὴ «κρυψώνα» τοῦ δικοῦ τους «Κουκλιᾶ», θὰ μποροῦσαν σχετικὰ εὔκολα καὶ ἄνετα νὰ ἐπισκέπτονται καὶ νὰ λειτουργοῦν στὸ ἀγαπημένο τους μοναστήρι στὴ θέση «Λάκα Παναγιὰ», ὅποτε τοὺς δινόταν εὐκαιρία καὶ τὸ ἐπέτρεπαν οἱ περιστάσεις.  Θὰ μποροῦσαν ἀκόμη νὰ ἐπιβλέπουν καὶ τὰ ἐκεῖ κτήματά τους. Θὰ ὑπῆρχε πάντοτε ἡ δυνατότητα καὶ ἡ ἐλπίδα κάποτε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν παλιά τους θέση.

Μὲ τὴ νέα αὐτὴ τροποποιημένη ἀπόφαση τῶν καλογέρων ἔδειξε ὅτι συμφώνησε καὶ ἡ «Παναγία Ξενιὰ». Ἡ εἰκόνα της «ἐλάφρωσε» καὶ οἱ καλόγεροι, παίρνοντάς την μαζί τους, ἐγκατέλειψαν τὸ Μοναστήρι τους στὴ θέση «Λάκα Παναγιά» καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὸν Κουκλιᾶ.

 

 

  1. Τὸ «Παλιομονάστηρο τῆς Ξενιᾶς» (ἤ Παλιοξενιὰ»)

Μονὴ «Παναγίας Ξενιᾶς» τοῦ Κουκλιᾶ

Ἡ Δεύτερη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς»

Οἱ καλόγεροι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», ἔχοντας μαζί τους τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ ὅλα τὰ ἄλλα πολύτιμα κειμήλια καὶ κινητὰ ἀντικείμενα τοῦ Μοναστηριοῦ τους, ἔφτασαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν, ὅπως εἶχαν ἀποφασίσει, σ’ ἕνα ἀπόμερο μέρος τοῦ δασοκτήματός τους «Κουκλιᾶς» ἤ «Βατά». Τὸ δασόκτημα  «Κουκλιᾶς» ἤ «Βατὰ» ἦταν ἰδιοκτησία του Μοναστηριοῦ τους. Ἐκεῖ ἔχτισαν ἄλλο μοναστήρι.  Σ’ αὐτὸ ἐγκαταστάθηκαν καὶ ἔμειναν γιὰ κάμποσα χρόνια.

Παρ’ ὅλο ὅμως ὅτι ἡ καινούργια τους διαμονὴ βρισκόταν πολὺ κοντὰ στὸ  παλιό τους μοναστήρι φαίνεται ὅτι οἱ συνθῆκες ποὺ ἐπικράτησαν ποτὲ  δὲν τοὺς ἐπέτρεψαν νὰ ἐπιστρέψουν ξανά, γιὰ μόνιμη ἐγκατάσταση, στὴν παλιά τους ἕδρα, στὸ ἀγαπημένο τους μοναστήρι στὴ «Λάκα Παναγιά», ὅπως σχεδίαζαν καὶ περίμεναν νὰ γίνει κάποτε.

Ἡ περιοχὴ στὴν ὁποία βρισκόταν τὸ πρῶτο τους μοναστήρι παριλαμβανόταν στὴν παράκτια, ζωτικοῦ ἐμπορικοῦ ἐνδιαφέροντος, ζώνη, ποὺ κατεῖχαν, ὕστερα ἀπὸ συμφωνία ποὺ εἶχαν συνάψει μὲ τοὺς Τούρκους, οἱ Βενετοί.  Περιλαμβανόταν στὴν περιοχὴ Nicopolita, περιοχὴ ποὺ κατεῖχαν οἱ Βενετοὶ μέχρι καὶ τὸ 1470.[8] Ἦταν μία παραλιακὴ περιοχὴ πέντε μιλίων πλάτους ποὺ ἄρχιζε ἀπὸ τὸ λιμάνι τοῦ Πτελεοῦ καὶ ἔφτανε μέχρι τὴν παραλία τῆς σημερινῆς Γλύφας καὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Εὔβοια. Στὸ κέντρο αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς περιοχῆς βρισκόταν ἡ «Λάκα Παναγιά». Ἦταν ἀδύνατο να τοὺς ἐπιτραπεῖ νὰ ἐπιστρέψουν ἐκεῖ.

Ἔτσι οἱ μοναχοὶ ζοῦσαν πλέον μόνιμα καὶ προσεύχονταν στὸ καινούργιο τους μοναστήρι, στὸν «Κουκλιᾶ». Ἐκεῖ λάτρευαν τὸ Θεό, ἐκεῖ προσκυνοῦσαν τὴν Παναγία καὶ τοὺς ἁγίους, ἐκεῖ λειτουργοῦσαν, ἐκεῖ ἔθαβαν τοὺς νεκροὺς ἀδελφούς  τους.  Τὸ παλιὸ πρῶτο μοναστήρι  τους στὴ «Λάκα Παναγιά», ἡ «πρώτη Παναγία Ξενιά», καθημερινὰ ἐρημωνόταν καὶ καταστρεφόταν.  Ἡ μόνη δική τους πλέον πραγματικότητα ἦταν τὸ νέο Μοναστήρι στὸν «Κουκλιᾶ».

Ἦταν ἡ «δεύτερη» «Μονὴ Ξενιᾶς». Καὶ ἦταν αὐτό τους τὸ δεύτερο Μοναστήρι ἐκεῖνο ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ καὶ εἶχε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Ἡ πρώτη, ἡ ἀρχικὴ ὀνομασία τοῦ παλιοῦ Μοναστηριοῦ, τοῦ Μοναστηριοῦ στὴ θέση «Λάκα Παναγιά», ὅποια καὶ ἄν ἦταν αὐτή, καὶ τὴν ὁποία δὲν γνωρίζουμε, εἶχε ἀπὸ καιρὸ ὁριστικὰ παύσει νὰ χρησιμοποιεῖται. Δὲν παύει ὅμως νὰ ἰσχύει τὸ γεγονός ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς»  εἶναι τὸ πρῶτο Μοναστήρι ποὺ ἔχασε τὸ ἀρχικὸ δικό του ὄνομα καὶ μετονομάστηκε σὲ «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Δεύτερο μοναστήρι ποὺ ἔχασε καὶ αὐτὸ τὸ ἀρχικό του ὄνομα καὶ μετονομάστηκε ἐπίσης σὲ «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας». Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν μετονομασθέντων μοναστηριῶν σὲ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» εἶναι ὅτι τοῦ μὲν πρώτου δὲν γνωρίζουμε τὴν ἀρχικὴ ὀνομασία του ἐνῶ τοῦ δευτέρου τὴν γνωρίζουμε.

Τὸ νέο μοναστήρι στὸν «Κουκλιᾶ», ὡστόσο, ἀπὸ τὴν πρώτη του ἐγκατάσταση ἐκεῖ, εἶχε μία καὶ μόνη ὀνομασία, τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι τὸ πρῶτο μοναστήρι ποὺ εἶχε ἕνα καὶ μόνο ὄνομα: «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Μὲ τὴν ὀνομασία αὐτὴ ἱδρύθηκε, μὲ τὴν   ὀνομασία αὐτὴ ὑπῆρξε γιὰ ὅσο καιρὸ ὑπῆρξε καὶ ἔχοντας αὐτὴ τὴν ὀνομασία διέκοψε τὴν ἐκεῖ ὕπαρξή του.

Κάποτε ὅμως – ἄγνωστο πότε ἀκριβῶς,  ὑπολογιζω γύρω στὸ 1350 -, οἱ καλόγεροι αὐτῆς «τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», στὴ θέση «Κουκλιᾶς» ἤ «Βατά», ἐγκατέλειψαν καὶ τὴ θέση αὐτὴ καὶ μετακόμισαν στὴ «Μονὴ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ὅπου ἐγκαταστάθηκαν μόνιμα καὶ ὁριστικά. Ἔτσι καὶ τὸ νέο τους αὐτὸ μοναστήρι στὸν «Κουκλιᾶ» ἔμεινε μόνο ἔρημο καὶ ἀκατοίκητο.

Σήμερα τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ, τοῦ «Μοναστηριοῦ τοῦ Κουκλιᾶ», εἶναι γνωστὰ ὡς «Παλιοξενιά», «Παλαιὰ Ξενιά», ἄν καὶ ἡ «Ξενιὰ» αὐτὴ ἦταν ἡ «δεύτερη», μὲ «πρώτη» καὶ παλιότερη τὴν «Ξενιὰ» τῆς «Λάκα Παναγιᾶς».

Ὁ ὅρος «Παλιοξενιά», δὲν χρησιμοποιεῖται, ἀκόμη καὶ σήμερα, γιὰ τὴν «πρώτη Ξενιὰ» τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ ἄς εἶναι αὐτὴ ἡ ἀρχαιότερη. Αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι αὐτὴ ἡ «Ξενιὰ», ἡ «Ξενιὰ τοῦ Κουκλιᾶ»,  λέγεται «Παλιοξενιά» γιατὶ θεωρεῖται ἡ «παλιότερη» σὲ σχέση μὲ τὴν μία καὶ μόνη γνωστὴ σὲ ὅλους στὴν ἐποχή μας «Παναγία Ξενιὰ», «Πάνω» καὶ «Κάτω». Ἡ πρώτη «Ξενιὰ», αὐτὴ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», μετὰ καὶ τὴν νέα ἐγκατάλειψη καὶ τῆς δεύτερης «Ξενιᾶς», τῆς «Ξενιᾶς τοῦ Κουκλιᾶ», καὶ τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν «Μονὴ τῆς Κισσιώτισσας»   εἶχε ἀπομακρυνθεῖ πάρα πολὺ στὸ βάθος τῆς μνήμης καὶ εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν ἁλυσίδα τῆς διαδοχῆς.

Ὁ οὐσιαστικὰ προηγούμενος ὑπαρκτὸς κρίκος, στὴ συνέχεια τῆς διαδοχῆς τῆς ἁλυσίδας τῶν μονῶν Ξενιᾶς, γιὰ τὴ σημερινὴ «Ξενιὰ» ἦταν μόνο ἡ «Ξενιὰ» τοῦ Κουκλιᾶ. Μὲ αὐτὴν τὴν «Ξενιὰ» διατηροῦσαν ἐπαφὲς οἱ καλόγεροι τῆς «Κισσιώτισσας». Ἔτσι, ἀφοῦ ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα», χάνοντας τὴν παλιά της αὐτὴ ὀνομασία, ἄρχισε νὰ λέγεται «Παναγία Ξενιὰ», τὰ ἐρείπια τῆς προηγούμενης «Παναγίας Ξενιᾶς», αὐτῆς τοῦ Κουκλιᾶ, πῆραν τὸ ὄνομα «Παλιὰ Ξενιά», «Παλιοξενιά».

Ὁ ἐκδότης καὶ διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ «Ἀχιλληίς»,[9] δικαστικὸς κλητήρας, Εὐστάθος Καλτσέτας Καλτσέτας, ὁ ὁποῖος γιὰ τὶς ὑπηρεσιακὲς του ἀνάγκες διέσχιζε συχνὰ τὴν περιοχὴ τῆς Ξενιᾶς τοῦ Κουκλιᾶ,   γράφει γιὰ  τὴν ὕπαρξη τῶν ὑπολειμμάτων τῆς «Παλιοξενιᾶς» τοῦ Κουκλιᾶ:

«Ἐπὶ τῆς κλιτύος τῆς ὑστάτης τῶν 8 λοφωδῶν ἐπάρσεων ἔναντι τῆς κρήνης «Καλογήρου βρύσις»[10] τῆς Ὀθρυακῆς βουνοσειρᾶς παρατηροῦνται ἐρείπια τοίχων περιβαλλόμενα μὲ ἐλαιόδενδρα ἀπέχοντα τοῦ ὅρμου ὑπὲρ τὴν ὥραν μόλις, ἅτινα ἐρείπια ὀνομάζονται ὑπὸ τῶν περιοίκων «Κουκλιὰ Ξενιᾶς» καθόσον ἐδῶ ἱδρύετο Μονὴ ἐπιλεγομένη Ξενιὰ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος Μαρίας, ἧς τινος ἡ ἱερὰ εἰκὼν βοῶπις βρεφοκόμος προῆλθεν ἐκ τῆς ξένης, ἐγκαθιδρύθη εἰς τὴν ἀκτὴν τοῦ ὅρμου «Λάκα Ξενιὰ» ὅπου ἐπίσης σώζονται ἐρείπια – καὶ ὁπόθεν ἀνῆλθεν εἰς «Κουκλιᾶ», ὅπου οἱ πατέρες ἵδρυσαν Μονὴν Ξενιᾶς φεύγοντες καὶ ἐγκαταλείποντες τὴν παράκτιον ὡς ἐνοχλουμένην ὑπό πειρατῶν καὶ ὀχληρῶν ἐπισκεπτῶν κατὰ τὰ ἁδόμενα.

Κεκοπιακώς ποτε διαβάτης ὤν προερχόμενος ἀπὸ τοῦ χωρίου Χαμάκου καὶ μεταβαίνων εἰς τὸ χωρίον Ἅγιοι Θεόδωροι ἀπέρριψα τὸν κονιορτὸν καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μου εἰς τὰ νάματα τῆς φιλοξένου κρήνης «Καλογήρου βρύσις», τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς ἀνήγειρεν Μοναχός τις τῆς ἐδῶ Μονῆς Ξενιᾶς «Κουκλιᾶ» πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν διαβατῶν καὶ τῶν προσερχομένων προσκυνητῶν τῆς Μονῆς.

Ἐπὶ τῆς μετώπης τῆς κρήνης ἐντετείχισται πλὰξ ἐνεπίγραφος, τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς δὲν κατώρθωσα νὰ ἀναγνώσω, διότι ἀμαθής τις χωρικὸς διέπραξε τὴν παιδιὰν νὰ λαξεύσῃ τὴν πλάκα καὶ δὴ τὴν ἐπιγραφὴν καταστᾶσαν δυσανάγνωστον, οὐδὲ εὑρῆκά τινα Σελλὸν νὰ μοὶ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἐπιγραφὴν ἤ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὸν ψίθυρον τοῦ φυλλώματος τῶν φαιοχρόων ἐλαιοδένδρων, ἅτινα περιστοιχίζουσι τὸ πάλαι Μετόχιον Ξενιᾶς τῇ ὥρᾳ τῆς ἐντεῦθεν διελεύσεώς μου.

Τὸ γὲ νῦν ἔχον ἡ Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς Θεοτόκου Ξενιὰ μετὰ τὴν ἐρειπίωσιν τοῦ Μετοχίου ὀφειλομένην εἰς ἐπιδρομὰς ἀτάκτων στοιχείων ἀπεδήμησε ἐπὶ ἄλλης Ὀθρυακῆς ἐπίσης Μονῆς τιμωμένης ἔκτοτε ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου «Κισσιωτίσης» καὶ διὰ τὸ εἶναι θαυματουργὸς ἐπεκράτησε τιτλοφορήσασα καὶ ταύτην τὴν κυρίως Μονὴν Ξενιὰν διαιωνιζομένην ἕως σήμερον καὶ περὶ ἧς ἄλλοτε ἀλλαχοῦ. 

Συνοχὴ μεταξὺ δὲ τῆς Ξενιᾶς «Κουκλιᾶ» καὶ τῆς ἐν λειτουργίᾳ Μονῆς Ξενιᾶς, πρώην Kισσιωτίσσης, ὑφίστατο μέχρι τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου 1833 μ. Χ., ὅτε ἡ μὲν Κουκλιᾶ συμπεριελήφθη εἰς τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ δὲ ἐν λειτουργίᾳ Μονὴ Ξενιᾶς, τέως Κισσιωτίσης, ἐγκατελείφθη εἰς τὰ ὅρια τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας, τεθέντων τῶν κρατικῶν ὁρίων ἐπὶ τῶν ὑψηλοτάτων κορυφῶν τῆς Ὄρθρυος διχοτομηθείσης εἰς Ἑλληνικὴν καὶ Τουρκικὴν μέχρι τοῦ 1881 ἔτους μ. Χ. ὅτε παρεδόθη καὶ ἡ ὑπόδουλος Ὄρθρυς εἰς τὴν Ἑλλάδα.»[11]

Μεταξὺ τῆς  «Ξενιᾶς»  τοῦ Κουκλιᾶ, λοιπόν, καὶ τῆς «Ξενιᾶς», τῆς πρώην «Παναγίας Κισσιώτισσας» ὑπῆρχαν ἐπαφὲς μέχρι καὶ τὸ 1833, κατὰ τὸν Καλτσέτα. Οἱ καλόγεροι τῆς «Κισσιώτισσας» ἐπισκέπτονταν μέχρι τότε τὸν «Κουκλιᾶ» καὶ γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση τῆς ἐκεῖ μοναστηριακῆς περιουσίας καὶ γιὰ τὴν συντήρηση τῶν κτιρίων τῆς «Παλιοξενιᾶς».

Μετὰ τὸ 1833 ἡ περιοχὴ τοῦ Κουκλιᾶ  καί, κατὰ συνέπεια, καὶ ἡ ἐκεῖ σημαντικὴ σὲ ἔκταση κτηματικὴ περιουσία τοῦ μοναστηριοῦ τῆς «Παλιοξενιᾶς», περιῆλθαν στὴ δικαιοδοσία τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους. Στοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας», ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχε πάρει καὶ τὴν ὀνομασία «Παναγίας Ξενιᾶς», ἀπαγορευόταν νὰ ἐπισκεφθοῦν καὶ νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὴν ἐκεῖ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ τους, ὅπως καὶ ὅλη τὴν ἄλλη τεράστια περιουσία ποὺ εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ περιλήφθηκε στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Αὐτὸ συνετέλεσε στὴν πλήρη κατάρρευση κάποιων κτιριακῶν ὑπολειμμάτων ποὺ ἐξακολουθοῦσαν μέχρι τότε νὰ δηλώνουν μὲ σαφήνεια τὴν ὕπαρξη τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Κουκλιᾶ. Οἱ προσπάθειες τῶν καλογέρων  γιὰ τὴν διεκδίκηση τῆς κτηματικῆς αὐτῆς περιουσίας τοῦ «Κουκλιᾶ», ὅπως καὶ ὅλης τῆς ἄλλης μοναστηριακῆς περιουσίας ποὺ εἶχε δεσμευθεῖ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος, περιγράφονται σὲ ἄλλες σελίδες τοῦτης τῆς ἐργασίας μας.

Ἡ «Ξενιὰ» τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» εἶχε διαγραφεῖ ἀπὸ τὴ μνήμη ὅλων. Περιουσία ἰδιαίτερη τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε. Ὅλη ἀνῆκε πλέον στὴν «Ξενιὰ τοῦ Κουκλιᾶ».  Ἔτσι,  γιὰ διάκριση, μόνο ἡ «Ξενιὰ τοῦ Κουκλιᾶ» λεγόταν  καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ λέγεται «Παλιοξενιά». Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὰ ἐρείπια τῆς ἀκόμη παλιότερης «Ξενιᾶς», τῆς «Ξενιᾶς τῆς Λάκα Παναγιᾶς», νὰ διατηρήσουν  γιὰ τοὺς ντόπιους κατοίκους ἀπείραχτο, ἀλλὰ λησμονημένο ἀπό ὅλους,«αὐθεντικὸ» τὸ ὄνομά τους: «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἔτσι στὰ 1900 περίπου ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ποὺ ἐπισκέφθηκε καὶ τὰ δύο αὐτὰ μοναστηριακὰ ἐρείπια, ἄκουσε τὰ μὲν ἀρχαιότερα ἐρείπια, αὐτὰ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», νὰ λέγονται «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», τὰ δὲ νεότερα, αὐτὰ τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς Κουκλιᾶ» νὰ λέγονται «Παλιοξενιά». Λέγονταν «Παλιοξενιὰ» σὲ σχέση μὲ τὴν νεότερη «Ξενιά», αὐτὴ ποὺ, ἔχοντας τὸ ὄνομα «Παναγία Κισσιώτισσα», μετονομάστηκε σὲ «Παναγία Ξενιὰ» καὶ ἀργότερα σὲ «Ἄνω Παναγία Ξενιά».

Τὸ Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» εἶναι αὐτὸ ποὺ γιὰ χάρη τῆς εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς», τῆς εἰκόνας ποὺ μὲ τὰ κύματα τῆς θάλασσας ἔφτασε ὡς αὐτό, «ἀρνήθηκε» τὸ ἀρχικὸ πρῶτο δικό του, ὅπως οἱ μοναχοὶ πού, μετὰ τὴν κουρά τους, παίρνουν τὸ νέο τους ὄνομα καὶ ἐγκαταλείπουν τὸ κοσμικό τους. Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ διαγράψει τὴν πιθανότητα αὐτὸ ποὺ ἦταν πρὶν στὴ «Λάκα Παναγιὰ» νὰ ἔγινε «μοναστήρι» πραγματικό, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ σήμερα δίνουμε στὴ λέξη αὐτή, νὰ ἔγινε «Μονὴ Ξενιᾶς», μόνο μετὰ τὴν εὐλογημένη στιγμὴ τοῦ ἐρχομοῦ ἐκεῖ τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς»;

Μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων καὶ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν καλογέρων του ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Κουκλιᾶ ἄρχισε καὶ αὐτό νὰ ἐρημώνεται καὶ νὰ γκρεμίζεται.

Τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι οἱ κτιριακές ἐγκαταστάσεις τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ, τῆς «Παλιοξενιᾶς» τοῦ Κουκλιᾶ, δὲν εἶχαν τὴν ἔκταση, τὴν σταθερότητα  καὶ τὴν «μονιμότητα» τῆς κτιριακῆς δομῆς τοῦ πρώτου μοναστηριοῦ στὴ θέση «Λάκα Παναγιά». Τὰ σημερινὰ κατάλοιπά του, κάποιοι σωροὶ ἀπὸ πέτρες χωμένοι καὶ πνιγμένοι μέσα στοὺς θάμνους, αὐτὸ μποροῦν νὰ μαρτυρήσουν καὶ νὰ δείξουν, αὐτὸ ὑποδεικνύουν σὲ μία πρόχειρη ἐπιφανειακὴ ἔρευνα τῆς περιοχῆς, τῆς γνωστῆς ὡς σήμερα μὲ τὸ ὄνομα «Παλιοξενιά»

Ὡς καὶ τὴν σύγχρονη ἐποχή μας ἀκόμα οἱ σημερινοὶ ἰδιοκτῆτες τῆς ἔκτασης τῆς «Παλιοξενιᾶς», τοῦ «Παλιομονάστηρου τοῦ Κουκλιᾶ», καλλιεργῶντας τὴ γῆ, ξεθάβουν ὀστᾶ νεκρῶν καλογέρων. Σήμερα ἀκόμη στὴν θέση τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ ἐντοπίζονται κάποια χαλάσματα χωμένα μέσα σὲ θάμνους καὶ μερικοὶ σωροὶ ἀπὸ πέτρες. Ἡ θέση ὡς σήμερα λέγεται καὶ εἶναι γνωστὴ στοὺς ντόπιους ὡς «Παλιομονάστηρο» ἤ «Παλιοξενιά». Εἶναι μία ἔνδειξη ὅτι στὴ θέση αὐτὴ ἔζησαν μοναχοὶ γιὰ πολλὰ χρόνια.

Στὴν ἴδια τοποθεσία, καὶ στὴ σημερινὴ ἐποχή, ὅσο κι ἄν τὸ γύρω ἀπομονωμένο τοπίο τρομάζει, μὲ τὴν ἀγριότητά του καὶ τὴν ἀπόκοσμη  σιωπή του, ὅποιον περαστικὸ βρεθεῖ ἐκεῖ, τὸ καντῆλι ἑνὸς προχειροφτιαγμένου εἰκονοστασίου μὲ χοντροπελεκημένες πέτρες τῆς γύρω περιοχῆς, συχνὰ πυκνὰ βρίσκεται ἀναμμένο.  Κάποιοι ξωμάχοι, ἀκολουθῶντας ἀταβιστικὰ παμπάλαιες προγονικὲς συνήθειες καὶ τάσεις, ἀδυνατῶντας ἴσως παντελῶς νὰ ἐξηγήσουν ἤ νὰ δικαιολογήσουν τὴν πράξη τους, σέρνουν ὡς ἐκεῖ τὰ βήματά τους, ἀνάβουν τὸ καντῆλι, κάνουν τὸ σταυρό τους καὶ νιώθουν νὰ πλημμυρίζει τὴν ψυχή τους μιὰ ἱερὴ ἀτμόσφαιρα, μιὰ σιωπὴ εὐλάβειας.

Πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔζησε γιὰ χρόνια ἡ «Παναγία Ξενιά» σκορπῶντας ἁπλόχερα τριγύρω τὴν εὐλογία της. Οἱ ἁγνὲς καὶ εὐαίσθητες ψυχές, ἐκεῖνες ποὺ καὶ στὴν ἐποχή μας ἀκόμα μποροῦν νὰ αἰσθάνονται τριγύρω τους τὴν θεϊκὴ παρουσία, ἰδίως ἄν γνωρίζουν τὸ παρελθὸν αὐτοῦ τοῦ τόπου, νιώθουν νὰ τοὺς τριγυρίζει μιὰ ἀνακουφιστικὴ καὶ ἀνάλαφρη γαλήνη, ὅταν βρίσκονται στὸν «Κουκλιᾶ».

 

 

 

[1] Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, περίπου 1900-1905, δὲν εἶχε χτισθεῖ ἐκεῖ τὸ σημερινὸ χωριὸ Ἀχίλλειο καὶ ἔτσι ἡ περιοχὴ χαρακτηρίζεται ὡς περιοχὴ Πτελεοῦ.

[2] Νικόλαος Ι. Γιαννόπουλος, Ἡ Μεσαιωνικὴ Φθιῶτις καὶ τὰ ἐν αὐτῇ μνημεία, στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας, τόμος 8ος , ἐν Ἀθήναις 1922, σελ. 29.

[3] Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὸ θέμα αὐτό στὰ βιβλία 1) Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος, Ὁ Πτελεὸς τῆς Θεσσαλίας, 3.000 χρόνια ἱστορίας, Ἔκδοση Δῆμος Πτελεοῦ 2009, σελ. 147-198 καὶ 2) Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος, Τὸ Ἀχίλλειο Ἁλμυρού, ἱστορικὴ ἀναδρομή, (ἔκδοση) Πολιτιστικὸς Σύλλογος Ἀχιλλείου 1999, σελ. 47-54, 270-271.

[4] Βλ. Βιβλιοθήκη Μαρασλῆ, Ἱστορία τῆς πόλεως Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς μέσους αἰῶνας, ὑπὸ Φερδινάνδου Γρηγοροβίου, τόμ. Β΄, Ἐν Ἀθήναις 1904, σελ. 20, ὑποσ. 2  ὅπου, ὡς λέγεται, ὁ Hopf  τὸ Cyrona τὸ θεωρεῖ Gytona καὶ τὸ ἐκλαμβάνει ὡς Ζητούνι (Λαμία).

[5] Τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ ἔγγραφο περιλαμβάνεται στὴν συλλογὴ τῶν  Miklosich καὶ Muller, Acta Patriarchatus, τόμος A΄, σελ. 474.

[6] Ὅταν ἔγραφε τὸ βιβλίο του ὁ Κωνσταντῖνος Γιαννακόπουλος. Στὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται  τὸ ἔτος ἤ ἄλλα στοιχεῖα τῆς ἔκδοσης.

[7] Κων. Γιαννακόπουλος, Ἡ Παναγία Ξενιὰ καὶ οἱ δυὸ ἱερὲς μονές της, σελ. 49.

[8] Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν Nicopolita στὸ Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος, Ὁ Πτελεὸς τῆς Θεσσαλίας, 3000 χρόνια ἱστορίας, Ἔκδοση Δῆμος Πτελεοῦ 2009, σελ. 163 -178.

[9] Κυκλοφοροῦσε περίπου κατὰ μῆνα στὸν Ἁλμυρὸ ἀπὸ τὸ 1894 μέχρι (τοὐλάχιστον) τὸ 1935.

[10] Στὴν ἐποχή μας ἡ «Καλογήρου βρύσις» σώζεται μόνο ὡς τοποθεσία στὴν περιοχὴ τοῦ Κουκλιᾶ μὲ τὸ ὄνομα «Ἡ βρύση τοῦ καλόγερου».

[11] «Ἀχιλληίς», τεῦχος Ἀπριλίου 1927, στὸ ἄρθρο «Κουκλιὰ Ξενιᾶς».

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δεύτερο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Δύο παράλληλες ἱστορίες

Διευκρινιστικὴ σημείωση: Ἡ παροῦσα ἐργασία εἶναι ἡ συνέχεια της προηγούμενης ἐργασίας με τίτλο «Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας».

                                                          Β.Κ..

 

Εἰσαγωγικὰ

Ὅπως ἀναφέρουμε καὶ σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς εἶναι πολὺ δύσκολη, σχεδὸν ἀδύνατη, ἡ ταυτόχρονη παρακολούθηση  τῶν διαφόρων παράλληλων πορειῶν ἑνὸς μοναστηριοῦ καὶ μάλιστα ἑνὸς μοναστηριοῦ μὲ μία ὑπερχιλιόχρονη ὕπαρξη καὶ δραστηριότητα, ὅπως εἶναι τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ποὺ ἀργότερα πῆρε καὶ τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Στὴν ἱστορία τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ἤ τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», πέραν ἀπὸ τὶς ἄλλες παράλληλες πορεῖες, τὶς πολλές, δηλαδή, καὶ ποικίλες ἐκφάνσεις τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Μοναστηριοῦ, ὁ ἐρευνητὴς διαπιστώνει ὅτι συνυπάρχουν καὶ συνυφαίνονται δύο ξεχωριστές, διαφορετικὲς καὶ ἀνεξάρτητες μεταξύ τους,  ἱστορίες ἤ προϊστορίες. Οἱ δύο αὐτὲς προϊστορίες ἀπὸ ἕνα χρονικὸ σημεῖο καὶ μετὰ ἑνώνονται, συμπλέκονται, ἑνοποιοῦνται  καὶ συμπορεύονται, γιὰ νὰ διαχωρισθοῦν κάποτε καὶ πάλι καὶ νὰ συνεχίσουν ἡ κάθε μία τὴ δική της ἰδιαίτερη πορεία.

Πρόκειται ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος γιὰ τὴν ἰδιαίτερη ἱστορία τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος γιὰ τὴν ἐπίσης ἰδιαίτερη ἱστορία τῆς ὀνοματοδότρας εἰκόνας τοῦ Μοναστηριοῦ, τῆς «Εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἡ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο ξεχωριστὲς ἱστορίες ἔχει ἕνα ἰδιαίτερο δικό της παρελθόν πρίν, στὴν πορεία τοῦ χρόνου, συναντηθοῦν, συνενωθοῦν  καὶ συμπορευθοῦν.

Ἄν καὶ πρόκειται γιὰ δύο διαφορετικὲς ἱστορίες,  στὴν κοινὴ λαϊκὴ ἀντίληψη τουλάχιστον, συνταυτίζονται γιατὶ σὲ κάποιο σημεῖο τοῦ χρόνου, ἑνώνονται καὶ συγχωνεύονται. Εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ χρόνου κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ «Εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» γίνεται κτῆμα τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας».

Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ μετὰ  οἱ δύο χωριστὲς μέχρι τότε ἱστορίες ἑνώνονται καὶ συμπορεύονται ἀποτελῶντας μία κοινὴ ἱστορία. Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ πέρα ἀρχίζει  ἡ ἱστορία τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» ἀφοῦ ἡ ἄφιξη στὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» τῆς «Εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» εἶχε τελικὸ ἀποτέλεσμα τὴν σταδιακὴ ἀντικατάσταση τοῦ μέχρι τότε ὀνόματος τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» σὲ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν πλέον δύο χωριστὰ καὶ ἀνεξάρτητα μεταξύ τους μοναστήρια, τὸ «Μοναστήρι τῆς Ἄνω Ξενιᾶς» καὶ τὸ «Μοναστήρι τῆς Κάτω Ξενιᾶς», τὰ ὁποῖα προῆλθαν ἀπὸ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ Μοναστήρι, ἡ μία ἑνιαία ἱστορία διαχωρίζεται καὶ πάλι σὲ δύο, ἡ κάθε μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀρχίζει καὶ διανύει τὴ δική της ἰδιαίτερη πορεία.

Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τῶν δύο καὶ πάλι ξεχωριστῶν ἱστοριῶν εἶναι συγκεχυμένη καὶ ἀσαφής. Ἄν καὶ ἔχει περάσει ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τὸν οὐσιαστικὸ διαχωρισμό τους δύσκολα ἀκόμη διαπιστώνεται ὅτι ἄρχισαν  καὶ πάλι δύο ξεχωριστὲς πορεῖες μοναστηριῶν. Ἡ βασικὴ αἰτία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εἶναι τὸ ὅτι καὶ τὰ δύο ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα πλέον μοναστήρια ἐξακολουθοῦν νὰ διατηροῦν κατ’ οὐσίαν τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ ἔτσι ταυτεπωνυμοῦνται. Λέγονται καὶ τὰ δύο «Μοναστήρια Παναγίας Ξενιᾶς».

Γιὰ τὴν ἰδιαίτερη ταυτοποίηση τοῦ καθενὸς ἀπὸ αὐτὰ καθίσταται ἀναγκαία ἡ προσθήκη, στὸ κοινὸ αὐτὸ τμῆμα τῆς ὀνομασίας τους, τῶν διευκρινιστικῶν προσδιορισμῶν, «Ἄνω» καὶ «Κάτω». Ἀκόμη καὶ οἱ ἀντικειμενικὰ ὀρθότερες καὶ προσδιοριστικὰ σαφέστερες ὀνομασίες τους «Ἀνδρώα Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Γυναικεία Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», δὲν δικαιολογοῦνται ἀφοῦ δὲν ἀποδίδουν καὶ δὲν προσδιορίζουν τὴν ὑπάρχουσα νέα πραγματικότητα.

Οἱ ὀνομασίες αὐτὲς ὀφείλονται στὴν ὀνοματοδότρα «Εἰκόνα» τῆς Παναγίας ποὺ ὀνομάζεται «Παναγία Ξενιὰ» Ἡ εἰκόνα αὐτή, ὡστόσο, ποὺ χρησίμευσε καὶ χρησιμεύει ὡς ὀνοματοδότρα εἰκόνα καὶ τῶν δύο Μοναστηριῶν, ἡ «Εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», εἶναι μία καὶ μόνη. Βρίσκεται σήμερα στὸ «Κάτω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», στὴ «Γυναικεία Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Ὡς ἕνα εἶδος ἀναπλήρωσης τῆς ἀπουσίας τῆς ὀνοματοδότρας αὐτῆς εἰκόνας καὶ ὡς ἕνα εἶδος κάλυψης τοῦ «κενοῦ» στὸ «Πάνω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», στὴν  «Ἀνδρώα Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς»,  ὑπάρχει ἀντίγραφο τῆς «Εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Καὶ αὐτὸ παρόλο ποὺ στὸ Μοναστήρι αὐτὸ ὑπάρχει ἡ δική του ἰδιαίτερη ἐφέστια εἰκόνα, ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας», ἡ ὁποία ἦταν καὶ ἡ πρώτη καὶ ἀρχικὴ ὀνοματοδότρα εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐξακολουθήσει νὰ εἶναι. Καὶ εἶναι καὶ αὐτὴ μία εἰκόνα ἡ ὁποία μὲ θαυμαστὸ ἐπίσης τρόπο παρουσιάστηκε στὸ Μοναστήρι.

Κατὰ τὴν ἄποψή μας οἱ, οὕτως ἤ ἄλλως, δύο ξεχωριστὲς ἱστορίες ποὺ ἄρχισαν πλέον νὰ δημιουργοῦνται πρέπει καὶ δικαιοῦνται νὰ ἔχει ἡ κάθε μία τὸ ἰδιαίτερό της ὄνομα. Τὴν ἄποψή μας αὐτὴ θὰ ἀκολουθήσουμε.

Ἡ μία ἱστορία εἶναι ἡ «Ἱστορία τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας». Στὴν πραγματικότητα ἡ ἱστορία αὐτὴ εἶναι ἡ συνέχιση τῆς ἱστορίας τοῦ πρώτου καὶ ἀρχικοῦ Μοναστηριοῦ, ἐκείνου ποὺ ὑπῆρχε στὴν ἴδια θέση πρὶν ἀκόμα ἔρθει σ’ αὐτὸ ἡ «Εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἡ ἄλλη ἱστορία εἶναι ἡ «Ἱστορία τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Στὴν πραγματικότητα, καὶ πάλι, ἡ ἱστορία αὐτὴ εἶναι ἡ συνέχιση τῆς ἱστορίας τοῦ δεύτερου συστατικοῦ στοιχείου τοῦ κοινοῦ μέρους τῆς ἱστορίας ποὺ προαναφέραμε, ἡ συνέχιση τῆς «Ἱστορίας τῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

 

Α΄. Ἡ ἱστορία

τῆς Μονῆς τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας»

 

Ἡ ἵδρυση

καὶ ἡ πρώτη ὕπαρξη τοῦ Μοναστηριοῦ

Εἰσαγωγικὰ

Γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς ἀρχικῆς ὕπαρξης, τῆς πρώτης ἀρχῆς, τῆς ἵδρυσης τοῦ «Mοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας»,[1] δὲν ἔχουμε στὴ διάθεσή μας, σήμερα τουλάχιστον, σαφεῖς, ἐπιβεβαιωμένες, ἀκριβεῖς καὶ ἀδιάσειστες πληροφορίες οὔτε καὶ δεδομένα καὶ ἀναμφισβήτητα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα τῆς ὅποιας, μιᾶς καὶ μόνης, ὑπάρχουσας ἀλήθειας.

Μὴν ἔχοντας, λοιπόν, στὴ διάθεσή μας ἐπίσημα καὶ ἀναμφισβήτητου κύρους ἐπίσημα ἔγγραφα ἤ ἄλλα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, θὰ στηριχθοῦμε σὲ ἄλλες σχετικὲς πηγὲς καὶ πληροφορίες, προσπαθῶντας μέσα ἀπὸ αὐτὲς νὰ δώσουμε μία ἀπάντηση στὸ θέμα ἵδρυσης τοῦ «Mοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ἐπειδή ἐκτιμοῦμε ὅτι ἕνα βασικὸ ἀρχικὸ κεφάλαιο στὴν ἐργασία μας αὐτὴ πρέπει, ὅσο λίγα στοιχεῖα καὶ ἄν διαθέτουμε,  νὰ εἶναι ἡ χρονολογία ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ.

Ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἵδρυσή του ἀσφαλῶς κάποτε ὑπῆρχαν ἀλλὰ ἔχουν χαθεῖ καὶ πλέον δὲν διαθέτουμε. Μία ἔνδειξη ὅτι ἔχουν χαθεῖ – καὶ φοβοῦμαι,  ἄν καὶ συναισθηματικὰ παρορμώμενος δὲν θέλω νὰ τὸ πιστέψω – ὁριστικὰ  πολύτιμα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶναι καὶ τὸ παρακάτω γεγονός.

Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, σὲ παλιότερες ἐποχές, ἀλλὰ καὶ οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀργότερα, προσπαθοῦσαν μὲ δικούς τους τρόπους καὶ μεθόδους νὰ ἀντιμετωπίσουν καὶ τὸ πρόβλημα τῆς συντήρησης καὶ τῆς ἀσφαλοῦς καὶ μακροχρόνιας διατήρησης τῶν ἐκκλησιαστικῶν τους καὶ μοναστηριακῶν βιβλίων, αὐτῶν ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὶς συνήθεις καθημερινὲς δικές τους ἐσωτερικὲς λατρευτικὲς ἀνάγκες ἀλλὰ καὶ στὶς πανηγυρικὲς καὶ ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις τοῦ Μοναστηριοῦ.

Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἔδεναν μόνοι τους τὰ ἄδετα βιβλία τῆς  βιβλιοθήκης τοῦ Μοναστηριοῦ τους ἀλλὰ καὶ τὰ λειτουργικὰ τῆς καθημερινῆς χρήσης βιβλία τους, προσθέτοντας σ’ αὐτὰ χοντρὰ ἐξώφυλλα ἤ ἐνίσχυαν τὰ ὑπάρχοντα ἐξώφυλλα τῶν δεμένων βιβλίων κολλῶντας πάνω τους, κυρίως ἐσωτερικά, διάφορα χαρτιὰ ποὺ τὰ θεωροῦσαν ἄχρηστα.

Τὰ χαρτιὰ αὐτὰ μερικὲς φορὲς ἦταν δυνατὸν νὰ εἶναι πολὺ παλαιά, ἀκόμη καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα ἀλληλογραφίας, ἤ καὶ ὁποιοδήποτε ἄλλο χαρτὶ πού, κατὰ τὴν ἀντίληψη τῶν μοναχῶν, δὲν ἦταν ἀπαραίτητο στὴν κύρια καὶ οὐσιαστικὴ καθημερινότητά τους, στὴ δική τους κύρια καὶ βασικὴ  ἀποστολὴ ὡς μοναχῶν, δηλαδὴ στὶς λατρευτικές τους ὑποχρεώσεις καὶ ἀνάγκες.

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες, σὲ λειτουργικὰ καὶ λοιπὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία τοῦ Μοναστηριοῦ, εἶχαν ἐπικολληθεῖ καὶ πολύτιμα ἐπίσημα ἔγγραφα ἤ χειρόγραφα μὲ ἱστορικὰ στοιχεῖα τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἐρευνῶντας, γιὰ τοὺς δικούς του σκοπούς, κάποια βιβλία τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» («Παναγίας Ξενιᾶς»), στὶς 3 Ἰουνίου τοῦ 1896, ὁ  «ὁσιολογιώτατος ἐν μοναχοῖς ἀββᾶς Χαρίτων», παρατήρησε ἕνα χειρόγραφο σημείωμα σ’ ἕνα χαρτί, τὸ ὁποῖο ἦταν  ἐπικολλημένο στὴν ἐσωτερικὴ πλευρᾶ τοῦ ἐξώφυλλου ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ   βιβλίου τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ὁ μοναχὸς Χαρίτων συνεργαζόταν στενὰ καὶ βοηθοῦσε τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο γενικὰ στὶς ἱστορικὲς ἔρευνὲς του καὶ εἰδικότερα κυρίως στὶς ἐρευνές του γιὰ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ὁ μοναχὸς Χαρίτων, «ὅς οὐκ ὀλίγα συνετέλεσεν εἰς τὰς κατὰ τὴν Μονὴν Ξενιᾶς ἀναδιφήσεις ἡμῶν», ὅπως γράφει γι’ αὐτόν ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, θεωρῶντας ἐνδιαφέρον τὸ περιεχόμενο τοῦ σημειώματος αὐτοῦ καὶ γνωρίζοντας τὸ μεγάλο ἐνδιαφέρον τοῦ Γιαννόπουλου γιὰ τέτοια σημειώματα, τὸ ἀποκόλλησε, μὲ ὅση προσοχὴ μποροῦσε, ὥστε νὰ μὴν τὸ καταστρέψει, καὶ τὸ ἔστειλε στὸν Γιαννόπουλο, πιθανολογῶντας ὅτι μπορεῖ τὸ περιεχόμενό του νὰ εἶναι πολύτιμο στὸν μεγάλο ἐκεῖνο ἐρευνητή.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἀντέγραψε τὸ περιεχόμενο τοῦ σημειώματος, ὅπως καὶ ὅσο τοῦ ἐπέτρεπε ἡ κακὴ κατάσταση τοῦ ἀποκολλημένου χαρτιοῦ, καί, κάνοντας ἐπὶ τοῦ κειμένου αὐτοῦ τὰ σχετικὰ δικά του σχόλια, τὸ δημοσίευσε μὲ τίτλο «ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΞΕΝΙΑΣ» στὸ «Δελτίο τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος».[2]

Τὸ σημείωμα αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντιγραφὴ ποὺ παρουσίασε ὁ Γιαννόπουλος, ἔγραφε:[3]

«Σημειώνου τὸ ἀρχαῖον ἔτος τοῦ Μοναστηρίου Ξενιᾶς. Ἰδοὺ τὸ ἀρχαῖον ἔτος ὁποῦ ἐκτίσθη τὸ ἱερὸν μοναστήριον.  Ἐκτίσθη ἐν ἔτει ΧΛΖ΄. Λοιπὸν ἕως τὰ χίλια λείπουν ΤΞΖ΄ καὶ πάλιν  τὰ ΤΞΖ΄ καὶ τὰ ΩΝΣΤ΄ ὁποῦ εἴμεθα τώρα, δηλαδὴ ὁποῦ ἀνακοινοῦμεν τὴν χρονολογίαν, εἶναι λοιπὸν τὸ ἱερὸν μοναστήριον τῆς κυρίας ἡμῶν Ξενίας Θεοτόκου ἀπετότε ἕως τοῦ νῦν ἔτη ΑCΙΘ΄, κτισμένον, εἶναι τὰ ἀρχαῖα αὐτοῦ θέμελα, ἔχον μεγάλην ἔκτασιν, παρὰ ἐν καιρῷ ὁ ἐν ἀποστάταις τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν θρησκείας ὀνομαζόμενοι παπισταὶ καὶ κοινῶς ῥωμαῖοι πολέμους φρικτοὺς ἐνεργοῦσι κατὰ τῶν εὐσεβῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἐρημώνει πόλεις, κώμας, χώρας καὶ τὰ ἱερὰ μοναστήρια, ὡς φαίνεται εἰς τὰ ἀρχαῖα τοῦ ἁγιωνύμου ὄρους.

Στρατοπεδεύσας διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔφθασαν οἱ στόλοι καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς Δημητριάδος  ὁστὶ σήμερον Βῶλος κατάκτησαν ἐκεῖ τὸ περίφημον φρούριον τὸ κτισθὲν ὑπὸ τοῦ βασιλέως Δημητρίου καὶ ὀνομασθεῖσα Δημητριάς. Ἔσυραν λοιπὸν οἱ στόλοι τὰς ἀγκύρας των καὶ κατέπλεον κατὰ τὰ δυτικὰ μέρη. Ἦν [φρούρ]ιον περίφημον ὀνομαζόμενον Κεφάλαιον  ἦν δὲ καὶ πόλις [Κεφάλαι]ον, τώρα δὲ ὀνομάζεται (βαρβαρισθεῖσα) Κεφάλωσης, ὁστὶ …….ηεργεια, πυρπολυθείσης δὲ οἱ πόλεις καὶ τὸ φρούριον  …… ὁ στρατὸς εἰς ὅλα τὰ μέρη κατὰ τὸ ἀρκτικὸν μέρος ….. ἕως δύο ὥρας εἶναι τὸ ἱερὸν μοναστήριον.»

 

  1. Ἐνδείξεις γιὰ τὴν πρώτη ἀρχὴ τοῦ «Μοναστηριοῦ»

Ἐξετάζοντας προσεκτικὰ τὸ παραπάνω κείμενο γίνεται φανερὸ  ὅτι, γιὰ τὴν σαφέστερη κατανόηση καὶ τὴν ἐξαγωγὴ κάποιων χρήσιμων συμπερασμάτων, αὐτὸ πρέπει νὰ χωρισθεῖ σὲ δύο βασικὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸ ἐντελῶς διαφορετικὸ περιεχόμενό του τὸ καθένα.

Τὸ πρῶτο τμῆμα, τὸ ὁποῖο ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στὸ σημεῖο αὐτό, τὴ χρονολογία ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ, εἶναι τὸ ἑξῆς:  «Σημειώνου τὸ ἀρχαῖον ἔτος τοῦ Μοναστηρίου Ξενιᾶς. Ἰδοὺ τὸ ἀρχαῖον ἔτος ὁποῦ ἐκτίσθη τὸ ἱερὸν μοναστήριον.  Ἐκτίσθη ἔν ἔτει ΧΛΖ΄. Λοιπὸν ἕως τὰ χίλια λείπουν ΤΞΓ΄[4] καὶ πάλιν  τὰ ΤΞΓ΄[5] καὶ τὰ ΩΝΣΤ΄ ὁποῦ εἴμεθα τώρα, δηλαδὴ ὁποῦ ἀνακοινοῦμεν τὴν χρονολογίαν, εἶναι λοιπὸν τὸ ἱερὸν μοναστήριον τῆς κυρίας ἡμῶν Ξενίας Θεοτόκου ἀπετότε ἕως τοῦ νῦν ἔτη ΑCΙΘ΄, κτισμένον εἶναι τὰ ἀρχαῖα αὐτοῦ θέμελα, ἔχον μεγάλην ἔκτασιν…».

Αὐτὸς ποὺ  ἔγραψε τὸ σημείωμα, προφανῶς κάποιος καλόγερος τοῦ Μοναστηριοῦ, καὶ τὸ ἔγραψε, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του, στὰ  1856 ((Α)ΩΝΣΤ΄),  λέει τὰ ἑξῆς μὲ ἁπλούστερα λόγια: «Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς χτίστηκε  στὰ 637 μ. Χ. (ΧΛΖ΄). Ἑπομένως μέχρι τὸ 1000  εἶναι 363 χρόνια (1000 – 637 = 363). Τὰ 363 μέχρι τὸ 1000 καὶ τὰ 856 ἀπὸ τὸ 1000 μέχρι σήμερα (1856), ποὺ γράφομε τὸ παρὸν σημείωμα, γίνονται 1219 (ΑCΙΘ΄) χρόνια (363 + 856 =1219)».

Στὰ 1856, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ γραφέως τοῦ σημειώματος αὐτοῦ καὶ τὰ ὅσα στοιχεῖα εἶχε ὑπόψη του καὶ στὰ ὁποῖα στηριζόταν καὶ ἔγραφε ὅσα ἔγραφε,  τὸ Μοναστήρι τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» εἶχε ζωὴ 1219 χρόνων.

Στὸ δεύτερο τμῆμα τοῦ χειρόγραφου αὐτοῦ σημειώματος: «παρὰ ἐν καιρῷ ὁ ἐν ἀποστάταις τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν θρησκείας ὀνομαζόμενοι παπισταὶ καὶ κοινῶς ῥωμαῖοι πολέμους φρικτοὺς ἐνεργοῦσι κατὰ τῶν εὐσεβῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἐρημώνει πόλεις, κώμας, χώρας καὶ τὰ ἱερὰ μοναστήρια, ὡς φαίνεται εἰς τὰ ἀρχαῖα[6] τοῦ ἁγιωνύμου ὄρους. Στρατοπεδεύσας διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔφθασαν οἱ στόλοι καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς Δημητριάδος, ὁστὶ σήμερον Βῶλος κατάκτησαν ἐκεῖ τὸ περίφημον φρούριον τὸ κτισθὲν ὑπὸ τοῦ βασιλέως Δημητρίου καὶ ὀνομασθεῖσα Δημητριάς. Ἔσυραν λοιπὸν οἱ στόλοι τὰς ἀγκύρας των καὶ κατέπλεον κατὰ τὰ δυτικὰ μέρη. Ἦν [φρούρ]ιον περίφημον ὀνομαζόμενον Κεφάλαιον, ἦν δὲ καὶ πόλις [Κεφάλαι]ον, τώρα δὲ ὀνομάζεται (βαρβαρισθεῖσα) Κεφάλωσης, ὁστὶ …….ηεργεια, πυρπολυθείσης δὲ οἱ πόλεις καὶ τὸ φρούριον …… ὁ στρατὸς εἰς ὅλα τὰ μέρη κατὰ τὸ ἀρκτικὸν μέρος ….. ἕως δύο ὥρας εἶναι τὸ ἱερὸν μοναστήριον», ὁ σημειωματογράφος μᾶς παραθέτει κάποιες πολὺ ἀσαφεῖς καὶ συγκεχυμένες πληροφορίες γιὰ γεγονότα, ποὺ συνέβησαν πολὺ μετὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Μοναστηριοῦ, καὶ ἐντελῶς ἄσχετα μὲ τὸ ἀναφερόμενο ἔτος ἵδρυσης τοῦ μοναστηριοῦ, θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στὸ σημεῖο αὐτό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ δὲν τὸ σχολιάζουμε στὴ θέση αὐτή.

Ἡ παραπάνω ἄποψη, ὡστόσο, τοῦ ἄγνωστου καταγραφέα καλόγερου τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γιὰ μιὰ τόσο πολὺ παλιὰ χρονολογία γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ μοναστηριοῦ τους, 637 μ.Χ., τὴν ὁποία ὁ ἄγνωστός μας μοναχὸς σημειωματογράφος, ἀποθανάτισε στὸ χειρόγραφό του, φαίνεται ὅτι ἦταν καὶ ἡ ἐπισήμως ἀποδεκτὴ χρονολογία τῆς ἵδρυσής του ἤ τῆς πρώτης ἀρχῆς τοῦ Μοναστηριοῦ, καὶ ἀπὸ τὴν διοίκηση τοῦ Μοναστηριοῦ.

Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο γεγονός. Ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι – καὶ ἀναφερόμαστε πάντοτε στὸ «Πάνω» «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», τὸ Μοναστήρι τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας», ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴ βόρεια θύρα του, ἡ ὁποία, ὅπως καὶ σήμερα, ἀποτελοῦσε καὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὴν κύρια εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπως μᾶς βεβαιώνει καὶ πάλι ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ὑπῆρχε χαραγμένη σὲ μάρμαρο ἡ χρονολογία 647 μ. Χ.[7]

Παρατηροῦμε ὅτι μεταξὺ τῆς χρονολογίας ποὺ ἀναφέρει ὁ καλόγερος στὸ σημείωμά του (637) καὶ τῆς χαραγμένης στὸ μαρμάρινο ὑπέρθυρο τοῦ Μοναστηριοῦ (647) ὑπάρχει μία διαφορά  δέκα ἐτῶν.  Ἡ διαφορὰ αὐτὴ δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσει στὸ σημεῖο αὐτό, θεωρῶντας ὅτι οἱ δύο αὐτὲς χρονολογίες, ποὺ φαίνεται νὰ διαφέρουν κατὰ δέκα ἔτη, στὴν πραγματικότητα ταυτίζονται καὶ φανερώνουν μία καὶ τὴν αὐτὴ χρονολογία, ὅπως θὰ ἰδοῦμε στὴ συνέχεια.[8]

Δὲν γνωρίζουμε καὶ δὲν μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ ὑποστηρίξουμε καὶ νὰ ἀποδείξουμε ἐὰν ἡ μία πληροφορία (χρονολογία) – καὶ ποιὰ –  εἶναι «κακὴ» ἀντιγραφὴ τῆς ἄλλης ἤ λανθασμένη παραποίηση. Ἐκεῖνο ποὺ προσωπικὰ θεωροῦμε βέβαιο, ὡστόσο, εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἡ μία ἀντιγραφὴ τῆς ἄλλης καὶ ὅτι καὶ οἱ δύο χρονολογίες στηρίζονται σὲ κάποια ἄλλη, ἄγνωστη σὲ μᾶς, ἀρχαιότερη πηγή. Ἐκεῖνο ποὺ διαφαίνεται ἐπίσης καθαρὰ εἶναι ὅτι καὶ οἱ δύο πληροφοριοδότες μας, ὁ σημειωματογράφος καλόγερος  καὶ ὁ ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἀναγραφὴ (τὴν χάραξη στὸ μάρμαρο τῆς εἰσόδου)  τῆς χρονολογίας στὴν κυρία εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ, δὲν φαίνεται νὰ ἔχουν κάποια ἀμφιβολία  γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς πληροφορίας ποὺ μᾶς παρέχουν, ἐὰν ἔγινε σωστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ περιεχομένου τοῦ σημειώματος ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὅτι καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἀναγραφὲς δίνουν μία χρονολογία στὰ μέσα τοῦ ἕβδομου αἰῶνα μ. Χ, γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας».

Ὁ σημειωματογράφος θεωρεῖ δεδομένη τὴν χρονολογία ποὺ ἀναφέρει. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιχειρηματολογεῖ νὰ πείσει τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς παρεχόμενης πληροφορίας του. Δὲν θεωρεῖ σκόπιμο καὶ ἀπαραίτητο νὰ ἀναγράψει τὶς πηγὲς στὶς ὁποῖες στηρίχτηκε γιατὶ ὅταν ἔγραφε ὅσα ἔγραφε δὲν ἐνδιαφερόταν νὰ πείσει τοὺς ἀναγνῶστες του. Κύριος σκοπὸς τοῦ σημειώματός του, ἐξ ἄλλου, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὸ ὅλο περιεχόμενό του καὶ τὴ δομὴ τῆς γραφῆς,  δὲν ἦταν νὰ μᾶς πληροφορήσει τὸ πότε ἱδρύθηκε τὸ Μοναστήρι. Ἄν ἀναφέρει τὴν πληροφορία αὐτὴ τὴν ἀναφέρει ὡς μία παράλληλη, ἔνθετη, δευτερεύουσα καὶ ἔμμεση πληροφορία, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν τελικὴ πληροφορία ποὺ ἔθελε νἀ δώσει. Ὁ καταγραφέας θεωροῦσε ὅτι ἡ χρονολογία ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν δεδομένη. Ἦταν βέβαιος ὅτι τὸ γνώριζαν ὅλοι καὶ δὲν ὑπῆρχε καμία ἀμφιβολία γιὰ τὸ ἔτος ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἕναν ἄλλο ἁπλὸ λογαριασμὸ ἤθελε κάνει μὲ τὸ σημειώμά του αὐτὸ προκειμένου νὰ ἐξηγήσει στὸν ἀναγνώστη του πόσων ἐτῶν ζωὴ εἶχε τὸ Μοναστήρι κατὰ τὸ 1856, ὅταν ἔγραφε τὸ σημείωμά του. Αὐτὴ ἦταν ἡ βασικὴ καὶ κύρια πληροφορία ποὺ ἤθελε νὰ δώσει. Γιὰ τὸν ὑπολογισμὸ αὐτὸν τοῦ χρειάζονταν δύο μόνο στοιχεῖα, τὸ ἔτος ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἡ χρονολογία στὴν ὁποία ὁποία ζοῦσε ὁ ἴδιος καὶ κατὰ τὴν ὁποία ἔγραφε τὸ σημείωμα. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα ποὺ τοῦ χρειάζονταν ἦταν ἐξ ἴσου γνωστὰ καὶ δὲν ἐπιδέχονταν καμία ἀμφιβολία. Ἄν ὁ σημειωματογράφος καλόγερος ἦταν λακωνικὸς στὴν ἔκφραση θὰ ἔγραφε: «Τὸ Μοναστήρι ἱδρύθηκε τὸ 637. Σήμερα ἔχομε 1856. Ἄρα τὸ Μοναστήρι εἶναι σήμερα 1856 – 637 = 1219 χρόνων».

Βέβαιος, ἀσφαλῶς, γιὰ τὴν χρονολογία ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ πρέπει νὰ ἦταν καὶ ὁ ὑπεύθυνος γιὰ τὴν χάραξή της στὴν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τοῦ ἀνέθεσαν νὰ χαράξει τὴν χρονολογία αὐτὴ στὸ μάρμαρο τοῦ ὑπέρθυρου τῆς κεντρικῆς εἰσόδου τοῦ Μοναστηριοῦ.

Βέβαιοι προσωπικὰ καὶ οἱ δύο γιὰ τὴν ἄποψή τους μᾶς λένε ὅτι ἡ ἵδρυση τοῦ μοναστηριοῦ τους ἔγινε τὸ 647 ὁ ἕνας καὶ τὸ 637 ὁ ἄλλος.

Ἄν καὶ ἡ διαφορὰ τῶν δέκα ἐτῶν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν χρονολογιῶν, τῆς χαραγμένης στὸ μάρμαρο τῆς εἰσόδου 647 καὶ τῆς γραμμένης στὸ σημείωμα 637 (ΧΛΖ΄), δὲν ἔχει κάποια ἰδιαίτερη σημασία ὡς πρὸς τὴν δηλούμενη ἀρχαιότητα τοῦ Μοναστηριοῦ, θὰ τὴν σχολιάσουμε γιὰ νὰ βγοῦν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα, ἐνισχυτικὰ τῆς ἀληθινότητας καὶ τῆς αὐθεντικότητάς τους, παρ’ ὅλη τὴ «φαινομενικὴ» μεταξύ τους διαφορά.

Γνωρίζουμε ὅτι ἡ χαραγμένη στὸ μάρμαρο τοῦ ὑπέρθυρου τῆς κεντρικῆς εἰσόδου τοῦ Μοναστηριοῦ χρονολογία, 647 (μ.Χ.), βρισκόταν χαραγμένη ἐκεῖ πρὶν ὁ σημειωματογράφος μᾶς ἀφήσει τὴν δική του πληροφορία, πρὶν δηλαδὴ τὸ 1856. Ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ στὸ χειρόγραφο σημείωμα τοῦ καλόγερου εἶναι νεότερη καὶ εἶναι πιθανόν νὰ στηρίζεται μὲν ἁπλὰ καὶ μόνο στὴν γενικὴ παραδοχὴ ὅλων, ὅπως αὐτὴ ἦταν ἀπεικονιζόταν χαραγμένη στὸ μάρμαρο τοῦ ὑπέρθυρου τῆς κύριας εἰσόδου τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ νὰ ὑπάρχει κάποια λανθασμένη ἀντιγραφή.

Τὸ ὅτι ἡ χάραξη τῆς χρονολογίας ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ ὑπῆρχε πρὶν γράψει ὁ σημειωματογράφος καλόγερος τὸ σημείωμά του ἐξάγεται ἀπὸ τὰ παρακάτω.

Στὸν Φάκελο «Μοναστηριακὰ, Φ-626» τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους,[9] τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου φακέλου ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ σὲ ζητήματα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ τὸ ὁποῖο παρουσιάζουμε σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐργασίας μας, ὑπάρχει μεταξὺ ἄλλων ἐγγράφων, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 ἔγγραφο, μὲ ἡμερομηνία 28 Αὐγούστου 1835, εἴκοσι ἕνα (21), δηλαδή, χρόνια πρὶν γραφεῖ τὸ παραπάνω καλογερικὸ σημείωμα.

Τὸ ἔγγραφο αὐτὸ εἶναι μία βεβαίωση τὴν ὁποία ὑπογράφουν οἱ δημογέροντες καὶ οἱ πρόκριτοι τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ, στὴν ὁποία βεβαίωση, μεταξὺ ἄλλων,  βεβαιώνουν, πάλι ἔμμεσα, γιὰ τὴν χαραγμένη στὸ μάρμαρο τοῦ ὑπέρθυρου τῆς εἰσόδου τοῦ Μοναστηριοῦ χρονολογία ἵδρυσής του: 647 μ. Χ.

Τὸ ἔγγραφο θεωρεῖται ἐπίσημο καὶ μὴ ἀμφισβητήσιμου κύρους ἀφοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς προκρίτους καὶ δημογέροντες τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, ποὺ τὸ ὑπογράφουν, τὸ περιεχόμενό του ἐπικυρώνεται μὲ ἕξι ὑπογραφὲς καὶ σφραγίδες τουρκικῶν ἀρχῶν τοῦ Ἁλμυροῦ. Βεβαιώνεται ἡ ἀλήθειά του «ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν καὶ μεχκεμὲν[10] τῆς πόλεως Ἁρμυροῦ»  καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνει ὑπογράφοντας καὶ σφραγίζοντάς το καὶ «ὁ Βόϊβοδας  ἁρμυροῦ δερβίς σελέμης».

Γράφει τὸ ἔγγραφο αὐτό, μεταξὺ τῶν ἄλλων, γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα: «Οἱ ὑποφαινόμενοι δημογέροντες καὶ πρόκριτοι τῆς πόλεως Ἁρμυροῦ καὶ Πλατάνου, τῶν κωμοπόλεων Κοκοτῆς,[11] Κωφῶν καὶ Βρύνινας[12] πιστοποιοῦμεν ἐν συνειδείσει καὶ διαβεβαιοῦμεν ὅτι τὸ Μοναστήριον τῆς Παναγίας Κισσιότισας τὸ καὶ Ξενιᾶς καλούμενον εἶναι Ἀρχαῖον κατὰ τὸ 647 ἤτοι ἑξακοσιοστὸν τεσσαρακοστὸν ἕβδομον ἔτος ἀπὸ Χριστοῦ γεννήσεως κτισμένον ὡς τὸ μάρμαρον δηλοῖ, σταυροπηγιακὸν καὶ κατὰ τοῦτον ἀμέσως ἐξήρτηται τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως…».

Ἡ συνέχεια τοῦ περιεχομένου τοῦ παραπάνω ἐγγράφου, ἄσχετη μὲ τὸ συγκεκριμένο θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στὴ θέση αὐτή, παρουσιάζεται σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐργασίας μας.

Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ παραπάνω ἐγγράφου κατὰ τὸ 1835 προϋποθέτει, βεβαίως, ὅτι ἡ χρονολογία τοῦ ὑπέρθυρου εἶχε χαραχθεῖ ἐκεῖ κάποια χρόνια πρὶν. Ἡ χαραγμένη στὸ ἀνώφλι τῆς εἰσόδου τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς χρονολογία, 647, ἐξακολουθοῦσε νὰ βρίσκεται ἐκεῖ καὶ ἀργότερα, κατὰ τὸ 1910, τοὐλάχιστον. Μᾶς τὸ βεβαιώνει αὐτὸ ἕνα δημοσίευμα τοῦ τότε δικαστικοῦ κλητῆρα τοῦ Ἁλμυροῦ Εὐσταθίου Παπακωνσταντίνου Καλτσέτα στὴν ἐφημερίδα «ΠΡΩΙΑ» τῆς 8ης Ἰουνίου 1910. Στὸ δημοσίευμα αὐτό, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ἀναφέρεται καὶ τὸ ἑξῆς:

«….Ἄνωθεν τῆς  ἀρκτικῆς θύρας τοῦ κτηρίου τῆς Μονῆς σημειοῦται δι’  ἀκίδος ὡς ἔτος οἰκοδομήσεως αὐτοῦ τὸ 647 μ. Χ.».

 

Πρὶν ἀσχοληθοῦμε ἐκτενέστερα μὲ τὸ θέμα τῆς ἀρχικῆς χρονολογίας ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (Παναγίας Ξενιᾶς), θεωροῦμε σκόπιμο νὰ ἐπισημάνουμε καὶ πάλι ὅτι, κατὰ τὴν ἄποψή μας, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν δύο χρονολογιῶν, 637, τοῦ καλογερικοῦ σημειώματος, καὶ τῆς χαραγμένης στὴν βόρεια εἴσοδο    τοῦ Μοναστηριοῦ 647,  δὲν ὑπάρχει ἰδιαίτερο πρόβλημα.

Ἡ διαφορὰ μπορεῖ, κατὰ τὴν ἄποψή μας, νὰ ὀφείλεται καὶ νὰ μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ ἀπὸ τὸ ὅτι  ἡ μὲν χρονολογία τοῦ χρονικοῦ σημειώματος εἶναι γραμμένη μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες, δηλαδὴ μὲ γράμματα τῆς ἑλληνικῆς ἀλφαβήτου, ΧΛΖ (=637), ἡ δὲ ἐγχάρακτη σὲ μάρμαρο, στὸ ἀνώφλι τῆς κυρίας εἰσόδου τοῦ Μοναστηριοῦ, μὲ ἀραβικοὺς ἀριθμούς,  μὲ ἀριθμητικὰ σύμβολα: 647.

Ἐὰν τὸ καλογερικὸ χρονικὸ σημείωμα ἀντὶ ΧΛΖ (637), ἔγραφε ΧΜΖ (647), δὲν θὰ ὑπῆρχε οὐσιαστικὰ καὶ τυπικὰ κανένα πρόβλημα. Ἐξάλλου τὸ ὅτι τὸ χειρόγραφο σημείωμα ἀφαιρέθηκε ἀπὸ ἐξώφυλλο βιβλίου, στὸ ὁποῖο ἦταν κολλημένο, μπορεῖ νὰ συνετέλεσε ὥστε ἡ κάποια φθορὰ ποὺ ὁπωσδήποτε αὐτὸ ὑπέστη κατὰ τὴν ἀποκόλλησή του νὰ ἀλλοίωσε τὸ ὑπάρχον Μ σὲ μία μορφὴ ποὺ νὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ὡς Λ. Ἔτσι μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ  μία (ἴσως) ἐσφαλμένη ἀντιγραφή τοῦ  Μ ὡς Λ. Ἀλλὰ καὶ μία ἄγνοια καὶ σύγχυση ἐκ μέρους τοῦ καταγραφέα μοναχοῦ τῆς πραγματικῆς ἀριθμητικῆς ἀντιστοιχίας τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων Λ (=30) καὶ Μ (=40) θεωρεῖται πιθανή.

Μὲ τὶς σκέψεις αὐτὲς ὁδηγημένοι θεωροῦμε ὡς σωστὴ καὶ πιστευτὴ τὴν καθολικὰ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ μοναστηριοῦ, τὴν χρονολογία 647 μ.Χ., ἡ ὁποία ἦταν χαραγμένη στὸ ἀνώφλι τῆς βόρειας θύρας, δηλαδὴ τῆς κυρίας εἰσόδου τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Ἄνω Ξενιᾶς, πρόσθετη ἐπιβεβαίωση τῆς ὁποίας θεωροῦμε καὶ τὴ μαρτυρία τῆς  παραποιημένης ἤ λανθασμένης καλογερικῆς «ἐνθύμησης».

Ὡστόσο, παρὰ τὴν κατηγορηματικότητα τῆς γραπτῆς αὐτῆς μαρτυρίας καὶ τὴν σαφέστατα διαφαινόμενη βεβαιότητα τῶν μοναχῶν γιὰ τὴν ἀλήθειά της, ὅλοι σχεδὸν οἱ μέχρι τώρα συγγραφεῖς καὶ ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀπορρίπτουν ὡς  χρονολογία ἵδρυσής του τὸ ἔτος 637 μ. Χ. ἤ 647 μ. Χ., υἱοθετῶντας, χωρὶς ἰδιαίτερη καὶ σχολαστικὴ κριτικὴ προσωπικὴ καὶ σοβαρὴ ἐνασχόληση μὲ τὸ θέμα, τὴν εὔκολη ἄποψη καὶ ἐπικρατοῦσα ἀντίληψη ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, τὸ 647 μ. Χ., στὰ μέσα δηλαδὴ τοῦ ἑβδόμου αἰῶνα μ.Χ.,  «δὲν ὑπῆρχαν μοναστήρια στὴ Θεσσαλία».

Κανένας ὅμως ἀπὸ ὅσους ἀπορρίπτουν τὴν σαφῆ παραπάνω χρονολογία δὲν ἀσχολήθηκε καὶ δὲν ἐρεύνησε ποιοὶ ἦταν ἐκεῖνοι οἱ λόγοι ποὺ ὁδήγησαν στὸν τόσο ἀκριβῆ ἀριθμητικὸ καθορισμό της καὶ τὴν ἀναγραφή της; Ἔτσι αὐθαίρετα κάποιος ἤ κάποιοι ἀποφάσισαν καὶ καθόρισαν μία τόσο σαφῶς καὶ ἀκριβῶς καθορισμένη χρονολογία; Ἔτσι πρόχειρα ἀπορρίπτεται μιὰ τόσο σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ πληροφορία, μὶα σαφῶς καθορισμένη χρονολογία, ἐπειδὴ διατυπώθηκε ἡ γενικόλογη καὶ δογματικῶς αὐθεντίζουσα ἄποψη ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχαν μοναστήρια  στὴν Ἑλλάδα ἤ στὴν Θεσσαλία;  Κατὰ τὴν ἄποψή μας δὲν εἶναι εὔκολο νὰ γίνει δεκτὸ κάτι τέτοιο.

Γράφει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος γιὰ τὸ θέμα τῆς παραπάνω χρονολογίας ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, δογματικὰ καὶ κατηγορηματικά:

«Ἡ χρονολογία αὔτη εἶναι ἐσφαλμένη καθ’ ἡμᾶς. Ἀνάγομεν δὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ δεκάτου ἤ ἑνδεκάτου αἰῶνος μ. Χ. Πρὸ τῆς ἐποχῆς δὲ ταύτης οὐδὲν μοναστήριον ὑπῆρχεν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐὰν ἡ περίπυστος διὰ τὴν ἐν αὐτῇ βυζαντιακὴν καλλιτεχνίαν, τὰ σῳζόμενα μουσεῖα καὶ τὴν πολιὰν αὑτῆς ἀρχαιότηττα Μονὴ τοῦ Δαφνίου δὲν ἀνέρχεται πέραν τοῦ Ι΄ αἰῶνος, πῶς ἡ Μονὴ τῆς Ξενιᾶς θὰ ἦτο ἀρχαιοτέρα ταύτης;».[13]

Προσωπικὰ βρίσκω ἐντελῶς ἀνίσχυρο, ὡς ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου ὅτι ἐπειδὴ «ἡ περίπυστος διὰ τὴν ἐν αὐτῇ βυζαντιακὴν καλλιτεχνίαν, τὰ σῳζόμενα μουσεῖα καὶ τὴν πολιὰν αὑτῆς ἀρχαιότηττα Μονὴ τοῦ Δαφνίου δὲν ἀνέρχεται πέραν τοῦ Ι΄ αἰῶνος» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπῆρχε ἕνα ἄλλο «μοναστήρι», ποὺ νὰ εἶχε δημιουργηθεῖ σὲ παλιότερη ἀπὸ αὐτὸ ἐποχή, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἦταν τόσο «περίπυστο» ὅσο ἡ «Μονὴ τοῦ Δαφνίου», ἀλλὰ ἦταν ἄσημο καὶ ταπεινό.

Ὡστόσο ὁ ἴδιος ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, σὲ ἄλλο, κατοπινό, δημοσίευμά του, ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸν ἑαυτό του ὡς πρὸς τὴν παραπάνω ἄποψή του. Στὸ περιοδικὸ «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ»,[14] σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ἡ Μονὴ Ξενιᾶς», γράφει, μεταξὺ ἄλλων, γιὰ τὸ ἴδιο θέμα τῆς χρονολογίας τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ:

«Ἡ μονὴ αὔτη[15] εἶναι κτίσμα βυζαντινόν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς βορείου πλευρᾶς  τοῦ ναοῦ, σῳζομένης εἰς ὕψος 1 – 2 μέτρων διὰ λιθοδομίας ἐναλλὰξ λίθων ὀρθογωνίων καὶ πλίνθων ὀπτῶν μετὰ συμβολικῶν γραμμάτων διὰ πλίνθων καὶ ἄλλων κεραμικῶν κοσμημάτων, ἅτινα ἀπαντῶνται ὁμοίως καὶ ἐν ἄλλοις ναοῖς βυζαντιακῶν μονῶν (καὶ ἅτινα) ὁ μὲν μακαρίτης Γ. Λαμπάκης ἐξέλαβεν ὡς μονογράμματα, ὁ δὲ κ. Ἀνδρέας Ξυγγόπουλος ἐσχάτως ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἐφημερίδι ἀπέδειξεν ὡς κοσμήματα εἰλημμένα ἐκ κουφικῶν ἐπιγραφῶν.[16]

Πλὴν τοῦ τμήματος τούτου τῆς βορείου πλευρᾶς τοῦ ναοῦ καὶ τεμάχιά τινα γλυπτῶν θωρακίων μετὰ διπλῶν σταυρῶν ὑπὸ ἁψιδώματα μαρτυροῦσιν ὅτι τὸ κτίσμα τοῦτο ἦτο βυζαντινόν, σῳζόμενον κατὰ τὸν Ι΄ μέχρι τοῦ ΙΒ΄αἰῶνος.

Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι τεμάχιά τινα θωρακίων μετὰ σταυρῶν διπλῶν ὑπὸ ἁψιδώματα μαρτυροῦσι τὴν ὕπαρξιν τῆς μονῆς ἀπὸ τοῦ Ι΄ μέχρι τοῦ ΙΒ’ αἰῶνος. Ἀλλ’ ἕτερα τεμάχια ἐντετειχισμένα ἐν τῷ τοίχῳ τοῦ ναοῦ, μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ πρώτου, ἀρχομένου τοῦ  ΙΣΤ΄ αἰῶνος, ὡς καὶ τὸ θύρωμα τοῦ ναοῦ, ἡ βάσις τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ ἕν κιονόκρανον Θεοδοσιακὸν, ἐρριμένον ἔν τινι κελλίῳ, ὡς καὶ οἱ μονόλιθοι μέγιστοι κίονες οἱ ὑποστηρίζοντες ἄλλοτε τὸν θόλον τοῦ ναοῦ, νῦν δὲ τὴν στέγην, ταῦτα  τἀρχιτεκτονικὰ μέλη ἀνήκουσι προφανῶς εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ἀπὸ τοῦ Ζ΄- Ι΄ αἰῶνος, ὅτε ἡ μονὴ θὰ ὑπῆρχε προφανῶς».

Τὸ παραπάνω «ἡ χρονολογία αὔτη (Δηλαδή, 647 μ. Χ., μέσα ἑβδόμου αἰῶνος) εἶναι ἐσφαλμένη καθ’ ἡμᾶς. Ἀνάγομεν δὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ δεκάτου ἤ ἑνδεκάτου αἰῶνος μ. Χ. Πρὸ τῆς ἐποχῆς δὲ ταύτης οὐδὲν μοναστήριον ὑπῆρχεν ἐν Θεσσαλίᾳ», τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, γραμμένο στὰ 1892 καὶ τὸ «ταῦτα  τἀρχιτεκτονικὰ μέλη ἀνήκουσι προφανῶς εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ἀπὸ τοῦ Ζ΄- Ι΄ αἰῶνος, ὅτε ἡ μονὴ θὰ ὑπῆρχε προφανῶς», γραμμένο στὰ 1916, εἴκοσι τέσσερα χρόνια ἀργότερα, πάλι ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, ἔρχονται σαφῶς σὲ πλήρη ἀντίθεση μεταξύ τους. Θεωροῦμε δὲ βέβαιο ὄτι ἠ κατοπινότερη ἄποψη τοῦ Γιαννόπουλου (Ζ’-Ι΄ αἰῶνος) εἶναι διόρθωση τῆς ἀρχικῆς του ἄποψης, ἔστω κι ἄν αὐτὸ δὲν δηλώνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο.

Θεωρῶ, ὡστόσο, χρήσιμο νὰ σημειώσω ὅτι ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος δὲν ἔλαβε ποτέ του γνώση τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ παραπάνω ἀναφερόμενου ἐγγράφου τοῦ φακέλου «Μοναστηριακὰ, Φ-626» τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους.

Ὁ Κωνσταντῖνος Θ. Γιαννακόπουλος, ἐκπαιδευτικὸς καταγόμενος ἀπὸ τὴ Βρύναινα, υἱοθετῶντας καὶ αὐτὸς καί, μᾶλλον, ἀκολουθῶντας τὴν παραπάνω πρώτη ἀρχικὴ ἄποψη τοῦ Γιαννόπουλου, τοῦ ὁποίου οἱ ἀπόψεις γιὰ τέτοια θέματα πολὺ δύσκολα ἀπορρίπτονταν στὴν ἐποχή του, ἀποκλείει τὴν  δυνατότητα νὰ εἶναι ὀρθὴ ἡ χρονολογία 647 μ.Χ., ποὺ ἦταν χαραγμένη στὴ βόρεια θύρα τοῦ «πάνω» Μοναστηριοῦ, ἡ ὁποία ἦταν καὶ ἡ κύρια εἴσοδός του. Ἔτσι γράφει:

«Τὸ ἔτος 647 ἀποκλείεται νὰ ἱδρύθηκε ἡ Μονὴ (βασιλεία τοῦ Ἡρακλείου), γιατὶ εἶναι διαπιστωμένο, πὼς στὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ πολὺ ἀργότερα δὲν ὑπῆρχε κανένα μοναστήρι στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο».

 Ὡστόσο, θέλοντας ὁ ἴδιος νὰ δώσει κάποια ἐξήγηση στὴν ὑπάρχουσα χαραγμένη στὸ ὑπέρθυρο χρονολογία 647, γράφει στὴ συνέχεια: 

«Τὸ πιθανώτερο εἶναι νὰ ὑπῆρχε τότε ἐκεῖ (τὸ 647),  σύμφωνα μὲ κάποια παράδοση, χτισμένος στὴ θέση ἀρχαιοελληνικοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος ἕνας ναΐσκος χριστιανικός, ποὺ τὴν θέση του τὴν πῆρε ἀργότερα ἡ Μονή.»[17]

Ὁ ἀρχιμανδρίτης, Χερουβεὶμ Βελέτζας, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ὡς μοναχὸς στὴν Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς, γράφει γιὰ τὸ ἔτος ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ, 647 μ. Χ., χωρὶς ἰδιαίτερη προσωπικὴ κριτικὴ ἐνασχόληση καὶ αὐτὸς μὲ τὸ θέμα, καταφεύγοντας στὶς ἐπικρατοῦσες γενικὲς ἀπόψεις «ἱστορικῶν καὶ εἰδικῶν μελετητῶν»:

«Κατὰ κανόνα οἱ ἱστορικοὶ καὶ οἱ εἰδικοὶ μελετητὲς δὲν τοποθετοῦν  ἵδρυση μοναστηριῶν στὸν ἑλληνικὸ χῶρο πρὶν  ἀπὸ τὸν 10ο αἰ. Ἀπὸ αὐτὴ τη σκέψη ὁδηγούμενος ὁ Γιαννόπουλος τοποθετεῖ τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς στὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου ἤ 11ου αἰ.»[18]

Ὁ Εὐστάθιος Παπακωνσταντίνου Καλτσέτας στὸ παραπάνω δημοσίευμά του στὴν ἐφημερίδα «ΠΡΩΙΑ», στὶς 8 Ἰουνίου 1910, γράφει γιὰ τὴ χρονολογία 647 μ.Χ., υἱοθετῶντας μὶα ἄλλη πρακτικὴ καὶ πολὺ αὐθαίρετη ἄποψη, δίνοντας μιὰ πολὺ εὔκολη -μᾶλλον ἀπρόσεκτη καὶ ἐπιπόλαια – λύση τοῦ προβλήματος:

« …ἀλλὰ εἶναι ἀπίθανον ἡ χρονολογία αὔτη νὰ μὴν εἶναι ἐσφαλμένη ἀφοῦ εἶναι γνωστὸ ὅτι πρὸ  τοῦ 10ου αἰῶνος οὐδὲν μοναστήριον ἀναφαίνεται ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην – τὴν ὁποίαν ἐπιφέρω ἐν παρόδῳ ἀφοῦ παρενέπεσε πρὸ τῆς  γραφίδος μου τὸ ξένον τοῦτο πρὸς τὰς ἀσχολίας μου θέμα καὶ ἡ ὁποία ὁμολογῶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ κύρος τοῦ προέδρου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυρού περὶ οὗ ἐσχάτως καὶ  Γερμανοὶ ἀρχαιολόγοι ἠσχολήθησαν – ἐκ τῆς χρονολογίας 647 ἐλλείπει μία χιλιὰς καὶ ἡ πιθανωτέρα ἐποχὴ τῆς κτίσεως τῆς Μονῆς ἐστὶ  1647 μ. Χ. Καθόλου εἶναι ἱστορικῶς βεβαιωμένον ὅτι ἐπὶ τῆς βασιλείας Σουλτὰν Σελὴμ τοῦ Α΄, πατριαρχεύοντος ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἱερεμίου τοῦ Α΄, περὶ τὰ  1517 – 1520 μ. Χ., ἐξεδόθη φιρμάνιον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ναοὶ  μετεποιοῦντο εἰς τζαμία καὶ ἐκηρύττετο ἐπισήμως ὁ διωγμὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκτοτε ἡ χριστιανικὴ λατρεία τοῦ Θείου ὑπεχώρει ἐκ τῶν  δουλευουσῶν ὑπὸ τὸ φακιόλιον τοῦ Μωάμεθ πόλεων καὶ κωμῶν καὶ χωρίων εἰς τὰ φυσικῶς ἀπρόσιτα καὶ ἀδούλωτα ὄρη, ἔνθα ἀνεγείροντο εὐκτήριοι οἶκοι μικροὶ καὶ  βαθμηδὸν μεγάλοι μεμονωμένοι ἤ μετὰ κελλίων προσλαμβάνοντες τὸν τύπον μοναστηρίων. Πιθανῶς λοιπὸν κατὰ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τῆς ἰσχύος τοῦ φιρμανίου τούτου τοῦ ἀντιστρατευομένου ὅμως πρὸς τὸν Ἀχτιναμών τοῦ Ὤμαρ χάτταπ καὶ πρὸς τὸ χάττι τοῦ πορθητοῦ Μωάμεθ, ἐν ᾧ ρητῶς ἀναγράφεται ἡ προνομία «νὰ μὴ μεταβάλλωνται οἱ ναοὶ εἰς τζαμία», εὐσεβεῖς ἄνδρες κληρικοὶ ἤ λαϊκοὶ προσέφυγον ἐκ χαμηλοτέρου εὐκτηρίου οἴκου εἰς τὰς βήσσας ταύτας τῆς Ὄθρυος, τὰς ὁποίας, διατηρουμένων τότε παρθένων τῶν δασῶν τῆς ὑλομανοῦς Ὄθρυος, οὔτε ποῦς οὔτε ὀφθαλμὸς βέβηλος ἠδύνατο νὰ μιάνῃ, καὶ  ᾧδε ἵδρυσαν τὴν μονὴν καὶ ἐναπέθηκαν κειμήλια τῆς χριστιανικῆς λατρείας».

Ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας ἔγραψε τὰ παραπάνω μὴν ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του οὔτε τὸ καλογερικὸ σημείωμα οὔτε τὸ σχετικὸ δημοσίευμα τοῦ Γιαννόπουλου στὸν «ΙΕΡΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ» οὔτε τὸ παραπάνω σχετικὸ ἔγγραφο τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους. Εἶναι, ὡστόσο, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητη καὶ δημιουργεῖ προβληματισμοὺς γιὰ ὅσους γνωρίζουν τὴν σοβαρότητα τῶν διατυπούμενων ἀπόψεων του Εὐσταθίου Καλτσέτα ἡ τοποθέτησή του αὐτή, ἀφοῦ εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἴδιος γνώριζε πολύ καλὰ ὅτι ὑπῆρχε ἡ προσφορά, κατὰ τὸ 1522, στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Παναγίας. Ἐκτὸς ἐὰν ἐννοοῦσε ὅτι στὰ 1647 χτίστηκε τὸ κτίριο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἄν καὶ ἡ φράση του «πρὸ  τοῦ 10ου αἰῶνος οὐδὲν μοναστήριον ἀναφαίνεται ἐν Θεσσαλίᾳ» ἀναιρεῖ μία τέτοια ὑπόθεση.

Ὡστόσο, παρ’ ὅλο τὴν τόσο σαφῶς διατυπούμενη ἄποψή του, ὁ ἴδιος ἐρευνητὴς  Εὐστάθιος Καλτσέτας σὲ ἄλλο κατοπινότερο δημοσίευμά του, διατυπώνει πολὺ διαφορετικὴ ἄποψη ἀνατρεπτικὴ τῆς πρώτης:  «Τούτων οὕτως ἐχόντων, ρίπτω ᾧδε τὴν ὑποψίαν μου μήπως τὸ Μοναστήριον τοῦτο «Κισσιώτισσα» προϋπῆρχε τοῦ Η΄ αἰῶνος πρὸ τοῦ Σχίσματος; Μήπως τὸ ἔτος 647 μ.Χ., τῆς ἐντοιχίστου προπυλαίας πλακός, εἶναι ἀκριβῶς χρόνος οἰκοδομήσεως τῆς Μονῆς; Ἤ μᾶλλον μήπως κατὰ τὸ 647 μ.Χ., ἔτος ἀνευρεθείσης Εἰκόνος Κοίμησις, ᾠκοδομήθη ᾧδε προσκυνητάριον ἤ Ναΐσκος ὑπὸ τῶν περιοίκων ἤ ὑπὸ τοῦ εὑρέτου; Μήπως ἔκτοτε ὁ εὑρέτης ἤ ἄλλος τις ἤ ὁμάς τις ὡς ἀναχωρηταὶ ἐγκαθίδρυσαν ἐνθάδε περὶ τὸ Ναΐδριον στεγασθὲν ἐν καλύβαις, σπηλαίοις, οἰκίσκοις, κελλίοις; Βαθμιαίως δὲ προσερχομένων καὶ ἄλλων κατηρτίσθη τὸ περικαλλὲς Μοναστήριον τῆς Παναγίας Κισσιωτίσσης;».

Βρίσκω πολὺ ἐνδιαφέρουσα τὴν ἄποψη αὐτὴ του Καλτσέτα ὅτι τὸ 647 εἶναι τὸ ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖο βρέθηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας. Πολὺ δικαιολογημένα, σὲ μία τέτοια περίπτωση, οἱ Μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ θὰ θεωροῦσαν τὸ ἔτος αὐτὸ ὡς ἔτος ἵδρυσής του.

Ἡ Δέσποινα Δ. Κωστούλα, κάνοντας ἔμμεση ἀναφορὰ γιὰ τὸ ἴδιο θέμα, γράφει: «Ἡ ἀξιολόγηση τῶν γλυπτῶν αὐτῶν καὶ ἄλλων, ποὺ δὲν θεωρήθηκε σκόπιμο νὰ ἀναφερθοῦν ἐδῶ, ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ναὸς καὶ κατὰ συνέπεια ἡ μονὴ[19] θὰ πρέπει νὰ ἱδρύθηκαν τὸ 12ο -13ο αἰ. (1100-1200) στὴ θέση ἴσως κάποιου παλαιοχριστιανικοῦ ναοῦ (συγκροτημένες μονὲς δὲν ὑπῆρχαν στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο νωρίτερα), ἀπὸ τὸν ὁποῖο χρησιμοποιήθηκαν ἀρχιτεκτονικὰ μέλη».[20]

Κατὰ τὴν προσωπική μας, ὡστόσο, ἐκτίμηση δὲν πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς αὐθαίρετη ἡ καταγραφὴ μιᾶς τέτοιας τόσο σαφῶς καθορισμένης χρονολογίας. Ὁ καταγραφέας τοῦ σημειώματος εἶναι κατηγορηματικός: «ἐκτίσθη ἐν ἔτει ΧΛΖ΄».

Πρέπει νὰ ἐκτιμηθεῖ σοβαρὰ τὸ ὅτι ὁ σημειωματογράφος καλόγερος δὲν γράφει κάτι γενικόλογο, κάτι στὸ περίπου. Δὲν λέει κατὰ τὸν ἕβδομο, π.χ., αἰῶνα ἤ στὰ μέσα περίπου τοῦ ἑβδόμου αἰῶνα. Ἡ ἀναφορά στὸ σημείωμα ἀλλὰ καὶ ἡ χάραξη στὴν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ μιᾶς τόσο σαφῶς διατυπωμένης συγκεκριμένης χρονολογίας, αὐτὴ καθ’ αὑτὴ ἡ λεπτομερὴς ἀναγραφή, ὑποδηλώνει κατὰ τὴν ἄποψή μου, τὴν βεβαιότητα τοῦ καταγραφέα. Ὁ κύριος σκοπὸς, ἐξάλλου, τοῦ σημειωματογράφου, ὅπως ἀναφέραμε, δὲν ἦταν νὰ φανερώσει ἤ νὰ δηλώσει τὸ ἔτος ἵδρυσης τοῦ μοναστηριοῦ, ἀλλὰ νὰ ὑπολογίσει πόσων ἐτῶν ἦταν τὸ μοναστήρι στὸ ὁποῖο ἐγκαταβιοῦσε  αὐτὸς κατὰ τὸ ἔτος 1856 μ.Χ. Εἶναι βέβαιο ὅτι σ’ αὐτὸ ἀποβλέπουν ὅλοι οἱ λίγο ἁπλοϊκοὶ καὶ πρακτικοὶ λογαριασμοί του: «τόσα χρόνια ἀπὸ τὴν ἵδρυση μέχρι τὸ 1000 καὶ τόσα ἀπὸ τὸ χίλια μέχρι σήμερα μᾶς κάνουν τόσα». Γιὰ τὴν πρώτη ἀρχή του, γιὰ τὸ ἔτος ἵδρυσής του, δὲν ἀμφιβάλλει, τὴ θεωρεῖ δεδομένη καὶ ἀδιαπραγμάτευτο γεγονός.

Αὐτὴ ἡ βεβαιότητά γιὰ τὴν χρονολογία ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ τόσο τοῦ σημειωματογράφου ὅσο καὶ ἐκείνων ποὺ χάραξαν τὴν χρονολογία στὴν εἴσοδο τοῦ μοναστηριοῦ, ὑποδηλώνει, κατὰ τὴν ἄποψή μας, ὅτι εἶχαν κάποιες σαφεῖς καὶ συγκεκριμένες ἀποδείξεις στὶς ὁποῖες στήριζαν ὅσα ἔλεγαν. Ὑπῆρχαν κάποια ἔγγραφα ἤ κάποια χρονικὰ σημειώματα, κάποια, μὲ ἄλλα λόγια, ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα ἀπὸ παλιότερες ἐποχὲς κατὰ τὶς ὁποῖες ἐποχὲς αὐτὰ τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα ὑπῆρχαν καὶ τὰ ὁποῖα μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου  χάθηκαν.

Δὲν εἶναι, ἐξάλλου, ἡ πρώτη ἔνδειξη αὐτὴ τοῦ σημειωματογράφου καλόγερου γραμμένη στὰ  1856. Στὰ 1835, εἴκοσι ἕνα χρόνια πρίν, ἡ χρονολογία ἦταν χαραγμένη σὲ μάρμαρο. Μᾶς τὸ βεβαίωσαν ἐνυπογράφως, ὅπως εἴδαμε παραπάνω, οἱ δημογέροντες τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ καὶ τὸ ἐπικύρωσαν καὶ ὅλες οἱ τοπικὲς τουρκικὲς ἀρχὲς μὲ σφραγίδες καὶ ὑπογραφές.  Μᾶς εἶναι ἄγνωστο πόσα χρόνια νωρίτερα εἶχε γίνει ἡ χάραξη τῆς χρονολογίας αὐτῆς.

Κατὰ τὴν προσωπική μου ἄποψη, προκειμένου νὰ δώσουμε κάποια ἀπάντηση γιὰ τὸν χρόνο ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀλλά καὶ γιὰ τὴν σημασία τοῦ σημειώματος αὐτοῦ, γιὰ τὴν χαραγμένη χρονολογία καὶ τὴν ἑρμηνεία ὅσων ἀναφέρονται στὴν καλογερικὴ «ἐνθύμηση», πρέπει νὰ ἑστιάσουμε τὴν προσοχή μας στὴ φράση τοῦ σημειώματος «κτισμένον εἶναι τὰ ἀρχαῖα αὐτοῦ θέμελα, ἔχον μεγάλην ἔκτασιν». Εἶναι τὸ κλειδί καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ προβλήματος.

Στὰ παλιὰ θεμέλια, λοιπόν, στὰ παλιὰ ὑπολείμματα κάποιων κτισμάτων, τὰ ὁποῖα βρέθηκαν κατὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ «Πάνω» Μοναστηριοῦ καὶ πάνω στὰ ὁποῖα χτίστηκε αὐτὸ τὸ «Πάνω Μοναστήρι», ἀναφέρεται ὁ σημειωματογράφος θεωρῶντας ὡς πρώτη ἀρχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τὸ ἔτος 647 μ. Χ. Ἀναφέροντας ὡς ἔτος ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ  τὸ 647  ἐννοεῖ σαφῶς κατὰ τὸ 647 «κτισμένον εἶναι τὰ ἀρχαῖα αὐτοῦ θέμελα».

Ὁ καταγραφέας τοῦ σημειώματος, μνημονεύοντας τὸ ἔτος 637 μ. Χ. (ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα 647 μ.Χ.) ἀναφέρεται σὲ κάποια κτίσματα, κάποια ὑπόλοιπα παλαιῶν θεμελίων ἄλλου ἤ ἄλλων κτιρίων («ἔχον μεγάλην ἔκτασιν»), ποὺ βρέθηκαν κατὰ τὴν ἀνασκαφὴ τῶν θεμελίων τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἔτσι ἴσως πρέπει νὰ θεωρήσουμε σωστὴ καὶ ἀρκετὰ διαισθητικὴ τῆς ὑποκρυπτόμενης στὸ καλογερικὸ σημείωμα ἀλήθειας, τὴν ὑπόθεση τοῦ Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου: «τὸ πιθανώτερο εἶναι νὰ ὑπῆρχε τότε ἐκεῖ (τὸ 647),  σύμφωνα μὲ κάποια παράδοση, χτισμένος στὴ θέση ἀρχαιοελληνικοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος, ἕνας ναΐσκος χριστιανικὸς, ποὺ τὴν θέση του τὴν πῆρε ἀργότερα ἡ Μονή». Πολὺ πιστευτὴ φαίνεται καὶ ἡ ἄποψη τοῦ Καλτσέτα ὅτι τὸ  647 βρέθηκε ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας καὶ γιὰ τὴ στέγασή της χτίστηκε μικρὸς ναός, ποὺ εἶναι καὶ ἡ πρώτη ἀρχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ.

Σαφέστερος, ὡς πρὸς τὸ σημεῖο αὐτὸ, εἶναι καὶ πάλι ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, στὸ παραπάνω του ἄρθρο «Ἡ Μονὴ Ξενιᾶς», στὸ περιοδικὸ «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ» . Γράφει σχετικὰ:

«Ἐν τῇ μονογραφίᾳ ἡμῶν περὶ τῆς μονῆς ταύτης[21] ἐξηνέγκαμεν τὴν ὑπόθεσιν ὅτι ἐπὶ τῆς θέσεως ταύτης θὰ ὑπῆρχεν ἀρχαῖος ἑλληνικὸς ναός, δεδομένου ὅτι οἱ μονόλιθοι κίονες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κομισθῶσι κατὰ τοὺς βυζαντιακοὺς χρόνους ἀλλαχόθεν ἕνεκα τοῦ δυσβάτου τοῦ μέρους τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐγγὺς τῆς μονῆς πρὸς ἀνατολὰς καὶ εἰς ἀπόστασιν ἡμισείας τὸ πολὺ ὥρας κεῖνται ἐρείπια ἀδήλου ἑλληνικῆς πόλεως, ἥν ὁ Stächlin ἐθεώρησεν ὡς τὸ Φθιωτικὸν Δίον, ἤ τὸν Φθιωτικὸν Ὀρχομενὸν, πόλεις, ἅς συνῲκισεν ὁ Κάσσανδρος εἰς τὰς Φθιώτιδας Θήβας», μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Φιλίππου τοῦ Ε΄ τῷ 217  π. Χ. καταστροφὴν αὐτῶν».

Κλείνοντας τὸ μέρος αὐτὸ καταλήγουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ὅλες οἱ ἀντιρρήσεις ποὺ διατυπώθηκαν ἀπὸ τοὺς προηγούμενους ἐρευνητὲς καὶ ἀναφέρθηκαν παραπάνω δικαιολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι ἐξέλαβαν τὴν χρονολογία 647 ὡς χρονολογία ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ, ἐκλαμβάνοντας ὅμως τὴν ἔννοια «μοναστήρι», ὅπως τὴν ἐννοοῦμε σήμερα, δηλαδή μία ἱεραρχικὰ ὀργανωμένη, πειθαρχημένη σὲ ἐσωτερικοὺς κανονισμούς, μοναστικὴ κοινότητα.

Ἔτσι μπορεῖ ὅλοι νὰ ἔχουν δίκαιο. Οἱ καταγραφεῖς τῆς σαφῶς καθορισμένης αὐτῆς χρονολογίας μπορεῖ νὰ μὴν ἀναφέρονταν σὲ ἕνα κανονικὸ μοναστήρι, ὅπως τὸ ἐννοοῦμε σήμερα, ἀλλὰ ἁπλά στὴν πρώτη ἀρχὴ αὐτοῦ ποὺ ἀργότερα διαμορφώθηκε καὶ ὀργανώθηκε σὲ Μοναστήρι, ὅπως ἐννοοῦμε τὴ λέξη αὐτὴ στὴν ἐποχή μας λέγοντας «Μοναστήρι».

 

  1. Ἀπώλειες ἀποδεικτικῶν στοιχείων

Σὲ παλαιότερες ἐποχὲς ἀκούγονταν πολλοὶ θρύλοι καὶ παραδόσεις γιὰ μυστικὲς κρύπτες τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὶς ὁποῖες οἱ καλόγεροι ἔκρυβαν πολύτιμα ἀντικείμενα ἀλλὰ καὶ κιβώτια μὲ ἔγγραφα τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενο δὲν ἔπρεπε νὰ γίνεται γνωστὸ παρὰ μόνο σὲ λίγους μυημένους, ἤ ἴσως ἦταν πολὺ μεγάλης ἀξίας, μοναδικὰ κειμήλια καὶ ἀποκαλυπτικὰ ἔγγραφα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἤ ἱερὰ κειμήλια  στὴν ἐποχή μας ἔχουν χαθεῖ ὁριστικά. Τίποτε ὅμως δὲν ἀποκλείει ἀνάμεσα στὰ στοιχεῖα αὐτὰ νὰ ὑπῆρχε καὶ κάποια ἀπόδειξη γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς πρώτης ἀρχῆς τοῦ Μοναστηριοῦ.

Στὴ θέση αὐτὴ θεωροῦμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε ἕνα δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας τοῦ Βόλου «Θεσσαλία» τῆς 18ης  Ἰουλίου 1901, σχετικὸ μὲ τὸ θέμα αὐτό μὲ τίτλο  «Ἀνακάλυψις ἀρχαίων κειμηλίων ἐν τῇ Μονῇ Ξενιᾶς. Ποῦ ἦσαν κρυμμένα. Πῶς ἀνεκαλύφθησαν» :

«Ἐγράψαμεν ἤδη πρό τινος χρόνου ὅτι ἐγένετο ἐκλογὴ νέου ἡγουμένου ἐν τῇ Μονῇ Ξενιᾶς. Κατὰ νόμον, μετὰ τὴν ἐκλογήν, μετέβη ἐκεῖ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ παρουσίᾳ τῆς ὁποίας ὁ τέως ἡγούμενος θὰ παρέδιδε τὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς εἰς τὸν νέον τοιοῦτον.

Ἡ παράδοσις ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ ὅταν προσεκλήθησαν οἱ καλόγηροι νὰ ὑπογράψουν τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως ἠρωτήθησαν ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἄν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πράγματα ἐν τῇ μονῇ ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἀναφερομένων.

Οὗτοι κατ’ ἀρχὰς ἀπέφυγον νὰ δώσουν σαφῆ ἀπάντησιν καὶ τέλος κατέθεσαν ὅτι ὑπάρχουσιν ἔν τινι κρύπτῃ τῆς μονῆς δύο κιβώτια ἐσφραγισμένα ἅτινα περιεῖχον ἀρχαῖα κειμήλια.

Οἱ ὑπάλληλοι ἐρευνήσαντες ἀνεῦρον πράγματι τὰ κιβώτια ἐσφραγισμένα, ὅτε δὲ τὰ ἤνοιξαν εὗρον ἐντὸς αὐτῶν χειρόγραφα εὐαγγέλια ἐπὶ μεμβράνης, σταυροὺς πολυτίμους καὶ μὲ τίμιον ξῦλον, ἄμφια, ἅγια λείψανα καὶ ἄλλα διάφορα ἅτινα λεπτομερῶς κατεγράφησαν.

Σημειωτέον ὅμως ὅτι εἰς τὸ ἕτερον τῶν κιβωτίων ἀνευρέθη σημείωσις ἀναγράφουσα τὰ ἐν αὐτῷ εἴδη καὶ χρονολογημένη ἀπὸ τὰ 1863 ἐνῶ εἰς τὸ ἄλλο δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἀπὸ τόσων ἐτῶν τώρα ὁσάκις ἐγίνετο ἡ παράδοσις ἑνὸς ἡγουμένου εἰς ἕτερον, τὰ κιβώτια ταῦτα δὲν παρεδίδοντο δι’ ἐπισήμου πράξεως ἀλλὰ κρυφίως, διότι κατὰ παράδοσιν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῇ Μονῇ, δὲν ἔπρεπε νὰ παραδοθοῦν ταῦτα εἰς τὰς Ἀρχάς» .

Ἄν καὶ τὸ δημοσίευμα αὐτὸ δὲν εἶναι πλήρως ἀποκαλυπτικὸ τοῦ περιεχομένου τῶν δύο κιβωτίων ἀφήνεται ὅμως νὰ ὑφέρπει ἡ ὑποψία ὅτι στὸ ἀπομονωμένο Πάνω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, ὑπῆρχαν πολλὰ πολύτιμα ἱστορικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα, μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν κιβωτίων αὐτῶν, χάθηκαν καὶ αὐτὰ ὁριστικά. Μεταξὺ αὐτῶν τίποτε δὲν ἀποκλείει νὰ ὑπῆρχε καὶ κάποιο ποὺ θὰ ἀποσαφήνιζε τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ.  Γεγονὸς ἐπίσης εἶναι ὅτι οὔτε ἡ σημείωσις ἡ «ἀναγράφουσα τὰ ἐν αὐτῷ εἴδη καὶ χρονολογημένη ἀπὸ τὰ 1863» οὔτε ἡ κατάσταση στὴν ὁποία «κατεγράφησαν λεπτομερῶς» ὅσα βρέθηκαν στὰ «ἐσφραγισμένα κιβώτια» ὑπάρχουν σήμερα.

 

  1. Σχετικὲς χρονολογικὲς ἐνδείξεις γλυπτῶν μνημείων

Στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ σημερινοῦ κτίσματος τῆς «Ἄνω Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς» βρίσκονται μέχρι καὶ σήμερα πολλὰ γλυπτὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ ἄλλα ἀρχαιότερα κτίσματα ποὺ ὑπῆρχαν στὸν ἴδιο χῶρο σὲ προηγούμενες ἐποχές. Σὲ παλιότερα χρόνια ὑπῆρχαν στὸν ἴδιο χῶρο περισσότερα τέτοια γλυπτά. Θεωροῦμε βέβαιο ὅτι ἄν γινόταν κάποτε μία συστηματικὴ ἀνασκαφὴ τοῦ χώρου θὰ βρίσκονταν καὶ ἄλλα παρόμοια γλυπτά.

Ἀπὸ τὴν ἐξέταση τῶν εὑρεθέντων αὐτῶν γλυπτῶν γίνεται εὔκολα κατανοητὸ καὶ σὲ ἐκείνους ἀκόμη ποὺ ἁπλῶς ἔχουν μόνο κάποιες σχετικὲς γνώσεις, ὅτι τὰ γλυπτὰ αὐτὰ ἀνήκουν χρονολογικὰ σὲ ἄλλες ἐποχές, διαφορετικὲς ἀπὸ αὐτὴν τοῦ ὅλου  σημερινοῦ κτίσματος τοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς.

Ἔχουν ὅμως διατυπωθεῖ καὶ ἀπὸ κάποιους εἰδικοὺς σχετικὲς ἀπόψεις τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ γνωρίσουμε.

Ἡ ἀρχαιολόγος κ. Αἰκατερίνη Σμπυράκη – Καλαντζῆ μελέτησε ἰδιαίτερα τὰ γλυπτὰ αὐτὰ μνημεῖα. Ἡ σχετικὴ ἐργασία ποὺ συνέταξε γιὰ τὰ γλυπτὰ αὐτὰ καὶ τὰ σχετικὰ συμπεράσματα καὶ πορίσματά της παρουσιάστηκαν στὸ «Διεθνὲς Συνέδριο γιὰ τὴν ἀρχαία Θεσσαλία», τὸ ὁποῖο πραγματοποιήθηκε γιὰ νὰ τιμηθεῖ ἡ μνήμη τοῦ Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη, στὸ Βόλο τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1987, καὶ δημοσιεύθηκε στὰ Πρακτικὰ τοῦ Συνεδρίου αὐτοῦ[22]  μὲ τὸν ἰδιαίτερο τίτλο «Συλλογὴ γλυπτῶν τῆς Ἄνω Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς», στὶς σελίδες  464 – 472 τοῦ τόμου τῶν Πρακτικῶν τοῦ Συνεδρίου.

Ἀπὸ τὴν ἐργασία αὐτὴ θὰ παρουσιάσουμε στὴ συνέχεια μερικὰ χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ κάποια χρήσιμα συμπεράσματα γιὰ τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στὸ σημεῖο αὐτό.

Ἕνα ἀπὸ τὰ γλυπτὰ αὐτὰ ἦταν ἕνα κιονόκρανο, ποὺ ἀνῆκε στὴν κατηγορία «Κορινθιακὰ τύπου V ἤ λύρας» (στὰ Πρακτικά, πίνακας 103α). Ἦταν ἕνα κιονόκρανο, κατὰ τὴν περιγραφὴ τῆς κ. Σμπυράκη – Καλαντζῆ,  «μὲ φύλλα μαλακῆς ἄκανθας πού, καθὼς ἐκφύονται ἀπὸ τὴ βάση του, πλαταίνουν καὶ ἁπλώνονται γιὰ νὰ καλύψουν τὸν κάλαθο. Ἡ δεύτερη καὶ τρίτη ζώνη φύλλων λείπουν, οἱ ἕλικες ἔχουν ἁπλοποιηθεῖ σὲ δύο λεπτὲς ταινίες ποὺ ἑλίσσονται κάτω ἀπὸ τὶς γωνίες τοῦ ἄβακα, ποὺ στηρίζεται στὰ φύλλα τῆς ἄνω στεφάνης…».

Παραλείποντας τὸ ὑπόλοιπο κείμενο τῆς περιγραφῆς τοῦ κιονόκρανου αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ ὅσα θεμελιώνουν καὶ τεκμηριώνουν θεωρητικὰ τὴν ἄποψη τῆς ἐρευνήτριας, παρουσιάζουμε τὸ σχετικὸ συμπέρασμά της, ποὺ τὸ θεωροῦμε χρήσιμο γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς ἐργασίας μας στὸ κεφάλαιο αὐτό:

«Ὁ τύπος αὐτὸς ἦταν πολὺ διαδεδομένος στὸ θέμα τοῦ Ἰλλυρικοῦ κατὰ τὸ α΄ μισὸ τοῦ 6ου αἰῶνα. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν πληθώρα τῶν συγγενῶν ἤ παράλληλων μνημείων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ξεχωρίζουμε τὰ δύο κιονόκρανα   ἀπὸ τὴν βασιλικὴ Α΄ Νέας Ἀγχιάλου (Φθιωτίδων Θηβῶν), καὶ τὸ κιονόκρανο ἀπὸ τὴν βασιλικὴ τοῦ Ἀρχιερέως Πέτρου, ἐπίσης στὴ Νέα Ἀγχίαλο, μὲ πολύβολα φύλλα,  στοιχεῖα ποὺ συναντοῦμε καὶ στὸ κιονόκρανο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ μᾶς πείθουν γιὰ τὴν κοινὴ προέλευση τῶν γλυπτῶν αὐτῶν ἀπὸ τὸ ἴδιο ἐργαστήριο γλυπτικῆς, πιθανότατα τῆς Νέας Ἀγχιάλου».

Στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ ἴδιου Μοναστηριοῦ βρισκόταν καὶ ἕνα ἄλλο κιονόκρανο (Πρακτικά, πίνακας 103, β). Ἦταν ἕνα «δίζωνο κιονόκρανο μὲ πλεκτὸ διάτρητο κάνιστρο…».

«Ὁ τύπος αὐτός», σημειώνει ἡ κ. Αἰκατερίνη Σμπυράκη – Καλαντζῆ, «ἦταν πολὺ διαδεδομένος στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὶς χῶρες τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἀναφέρονται τρία μόνο γνωστὰ παραδείγματα. Σ’ αὐτὰ προστίθεται τώρα τὸ κιονόκρανο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, τοῦ ὁποίου ἡ ἀδρὴ ἐπεξεργασία νομίζουμε ὅτι συνηγορεῖ σὲ μιὰ χρονολόγησή του στὸν 7ο – 8ο αἰῶνα».

Δύο ἄλλα κιονόκρανα τοῦ τύπου «κολουροπυραμιδοειδῆ τεκτονικὰ κιονόκρανα» παρουσιάζονται στὴν ἴδια ἐργασία, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 21.  Τὸ ὑπ’ ἀριθ.  4  «(σὲ δεύτερη χρήση στὸ νοτιοδυτικὸ κίονα τοῦ κυρίως ναοῦ) ἀνήκει στὴν κατηγορία τῶν «ἀκατέργαστων» ἀρχιτεκτονικῶν μελῶν». Χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰῶνα. Τὸ  ὑπ’ ἀριθ.  21, τοῦ ὁποίου «ἔχει διασωθεῖ μόνο ἡ βάση καὶ τὰ 2/3 τοῦ κορμοῦ του, ἐνῶ λείπει τὸ ἄνω τμῆμα τοῦ κορμοῦ καὶ ὁ ἄβακας», χρονολογεῖται στὸν 10ο αἰῶνα.

«Τὸ κιονόκρανο ὑπ’ ἀριθ. 5», τὸ ὁποῖο ἀνήκει στὴν κατηγορία «καλαθοειδῆ κιονόκρανα», χρονολογεῖται ἐπίσης στὸν 10ο αἰῶνα.

Τὸ ὑπ’ ἀριθ.  6 κιονόκρανο, ποὺ ἦταν ἕνα «δίζωνο κιονόκρανο μὲ πτηνὰ» καὶ ἦταν «διακοσμημένο στὶς δύο γωνίες μὲ ἀετὸ ποὺ ἔχει ἁπλωμένες τὶς φτεροῦγες του μέχρι τὸ μέσον τῆς κάθε πλευρᾶς καὶ στὶς διαγωνίως ἀπέναντι γωνίες μὲ φύλλα ἄκανθας», «μπορεῖ νὰ χρονολογηθεῖ», κατὰ τὴν κ. Σμπυράκη – Καλαντζῆ, «στὸ β΄ μισὸ τοῦ 8ου καὶ στὸ α΄ μισὸ τοῦ 9ου αἰῶνα.»

Σ’ ἕνα ζεῦγος μικρῶν «κιονοκράνων τραπεζῶν, ἀριθ. 7», τὸ ὁποῖο «συνδέεται στὸ ἄνω μέρος του μὲ τμῆμα γείσου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώζονται μόνον οἱ χονδροειδεῖς ὀδόντες ποὺ κοσμοῦνται μὲ πεντάφυλλα ἀνθέμια … ἡ τεχνικὴ ποὺ χρησιμοποιήθηκε εἶναι ἡ ἡμιδιάτρητη, ποὺ θεωρεῖται ἐκφυλλισμένη τῆς παλαιοχριστιανικῆς διάτρητης τεχνικῆς, ἡ ὁποία γνώρισε τεράστια διάδοση κατὰ τὴν Θεοδοσιανὴ καὶ Ἰουστινιάνεια ἐποχή». Ἐπειδὴ «ἕνα παρόμοιο γλυπτὸ, τὸ γεῖσο ἀπὸ τὴ βασιλικὴ Γ΄ Νέας  Ἀγχιάλου, χρονολογήθηκε στὸν 7ο αἰῶνα, μποροῦμε, ἴσως, ν’ ἀποδώσουμε καὶ τὸ γλυπτὸ αὐτὸ στὴν ἴδια χρονολογία. »

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παραπάνω κιονόκρανα, στὸ χῶρο τῆς Ἄνω Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἐντοπίστηκαν καὶ τρία «ἐπιθήματα», τὰ ὑπ’ ἀριθ. 9, 10 καὶ 11. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 9 καὶ 10  χρονολογοῦνται στὸν 6ο αἰῶνα, ἐνῶ γιὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11, μὲ βάση τὸ ὅτι αὐτὸ «ἔχει διακόσμηση ἀπὸ περιελισσόμενες ταινίες ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ κόμβο καὶ ἀναπτύσσονται ἐλεύθερα, γεμίζοντας ὅλη τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἀναγλύφου» καὶ τὸ ὅτι «ἡ τεχνικὴ ποὺ χρησιμοποιήθηκε εἶναι ἡ ἐπιπεδόγλυφη (champlevé)» «ὁδηγούμαστε σὲ μιὰ χρονολόγηση τοῦ γλυπτοῦ στὸν 11ο αἰῶνα».

Μεταξὺ τῶν γλυπτῶν ὑπολειμμάτων κτισμάτων παλαιότερων ἐποχῶν στὴν Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς περιλαμβάνεται καὶ ἕνας «κοσμήτης (ἀριθ. 8), ποὺ διακοσμεῖται μὲ σειρὰ φύλλων ἄκανθας». Στὸν κοσμήτη αὐτὸν «ὑπάρχει ἔντονη κίνηση καὶ ζωὴ ποὺ φέρνει στὸ νοῦ ἀνάλογα ἔργα πολὺ καλῶν ἐργαστηρίων, ὅπως τῆς Νέας Ἀγχιάλου καὶ τῆς Κορίνθου, χρονολογούμενα στὸν 6ο αἰῶνα. Ἡ ἔντονη φωτοσκίαση σ’ αὐτὸ τὸ γλυπτὸ εἶναι ἀξιοσημείωτη καὶ εἶναι στοιχεῖο ἐνισχυτικὸ τῆς χρονολόγησής του στὸν 6ο αἰῶνα».

Ἡ κ. Σμπυράκη – Καλαντζῆ, στὴν ἐργασία της «Συλλογὴ γλυπτῶν τῆς Ἄνω Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς», ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παραπάνω, μεταξύ τῶν ἄλλων γλυπτῶν, παρουσιάζει καὶ τέσσερα ἐπιστύλια (ἀριθ. 22, 23, 24 καὶ 25), ποὺ ὅλα «χρονολογοῦνται στὸν 11ο αἰῶνα».

Ἕνα ἄλλο ἀκόμη γλυπτὸ ἀπομεινάρι, στὸ Πάνω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, εἶναι ἕνα «σωζόμενο τμῆμα γείσου» (ἀριθ. 26), τὸ ὁποῖο  «φέρει φυτικὸ διάκοσμο (κληματίδα μὲ σχηματοποιημένα φύλλα ἀμπέλου, μὲ ἑπτὰ γλωσσίδια τὸ καθένα καὶ καρδιόσχημο βλαστό), ἀποδοσμένο μὲ τὴν ἐπιπεδόγλυφη τεχνικὴ».  «Ἀπὸ τὰ τεχνοτροπικὰ στοιχεῖα του καὶ τὴ χρήση τῆς συγκεκριμένης τεχνικῆς», καταλήγει ἡ κ. Καλαντζῆ: «νομίζω ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ἀποδώσουμε στὰ τέλη τοῦ 11ου – ἀρχές 12ου αἰῶνα».

Στὴ συλλογὴ αὐτὴ τῶν γλυπτῶν τῆς Μονῆς Ξενιᾶς περιλαμβάνονται καὶ τρία «θωράκια (ἀριθ. 12, 13 καὶ 27)», «τὸ καθένα μοναδικὸ καὶ χαρακτηριστικὸ γιὰ τὸ εἶδος του», τὰ ὁποῖα «σώζονται ἀκέραια, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀριθ. 27, ἀπὸ  τὸ ὁποῖο λείπει μόνο τὸ κάτω τμῆμα του, χωρίς ὅμως αὐτὸ νὰ ἀφαιρεῖ κάτι ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀξία του» καὶ «ἀντιπροσωπεύουν τρεῖς διαφορετικοὺς τύπους καὶ τρεῖς διαφορετικὲς ἐποχές».

Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12, «σὲ ἄριστη διατήρηση», «ἔχει διακοσμητικὸ θέμα ποὺ ἦταν δημοφιλέστατο: παραλληλόγραμμο πλαίσιο ἀπὸ τριπλῆ ταινία ποὺ περιβάλλει ἕναν κεντρικὸ κύκλο μὲ τὸ μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ (Χριστόγραμμα) καὶ δύο τόξα, ἑκατέρωθεν τοῦ κύκλου, ποὺ ὑπερκαλύπτονται ἀπὸ ἕνα μακρὺ (λατινικό) σταυρό μὲ διαπλατυσμένα τὰ ἄκρα τῶν κεραιῶν του….». Συμπληρώνοντας ἡ κ. Καλαντζῆ – Σμπυράκη τὴν περιγραφὴ τοῦ θωράκιου καταλήγει: «τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν χρονολόγησή του κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα».

Τὸ ὑπ’  ἀριθ. 13 θωράκιο «ἀνήκει στὴ μεγάλη σειρὰ τῶν θωρακίων μὲ ρόμβο ἐγγεγραμμένο σὲ ὀρθογώνιο πλαίσιο, καὶ μάλιστα στὴν παραλλαγὴ μὲ αὔλακες καὶ ἐξέχουσες ταινίες ἐπιπεδικές. Σώζεται κι αὐτὸ σὲ ἄριστη κατάσταση καὶ ἡ τεχνική του εἶναι ὅμοια μὲ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12».

«Παρ’ ὅλο ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι κοινὸ στὴ βυζαντινὴ τέχνη τοῦ 6ου αἰώνα, νομίζουμε ὅτι ἡ χρονολόγησή του στὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰῶνα δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια».

«Τὸ τρίτο θωράκιο, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 27, διακοσμεῖται μὲ ἀνάγλυφες ταινίες ποὺ καθὼς περιελίσσονται σπειροειδῶς, σχηματίζουν ποικίλα γεωμετρικὰ σχήματα: ὀρθογώνια, ρόμβους, κόμβους καὶ ἕναν κεντρικὸ κύκλο ποὺ περικλείει ρόδακα. Ὁ συνδυασμὸς αὐτῶν τῶν γεωμετρικῶν καὶ φυτικῶν μοτίβων, ἡ θέληση νὰ καλυφθοῦν τὰ διαθέσιμα κενὰ μεταξὺ τῶν μοτίβων καὶ οἱ σπειροειδεῖς περιελίξεις, τυπικὲς γιὰ τὰ τέμπλα τοῦ 11ου καὶ 12ου αἰῶνα, μᾶς ὁδηγοῦν σὲ μιὰ χρονολόγησή του στὸν 11ο αἰῶνα».

Μεταξὺ τῶν γλυπτῶν ποὺ ἐντοπίστηκαν στὸν αὔλειο χῶρο τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, ἀπὸ τὴν  κ. Καλαντζῆ – Σμπυράκη, ἦταν καὶ «δύο τμήματα ἀράβδωτων κιονίσκων τέμπλων ἀπὸ  λευκὸ μάρμαρο καὶ ἕνα κιονόκρανο κιονίσκου ἐπίσης ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο». Ἡ χρονολόγησή τους ὁρίζεται «στὰ τέλη τοῦ 9ου ἤ στὸν 10ο αἰῶνα».

Ἕνας «πεσσίσκος» ποὺ «φέρει τὴν πολὺ διαδεδομένη διακόσμηση μὲ τὶς κάθετες ἔγγλυφες καὶ ἀνάγλυφες παράλληλες αὔλακες» «μπορεῖ νὰ χρονολογηθεῖ στὸν 6ο αἰῶνα».

Ὅλα τὰ παραπάνω γλυπτὰ μνημεῖα  ἐντοπίστηκαν στὸ χῶρο τοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, μελετήθηκαν καὶ χρονολογήθηκαν, ὅπως σημειώνεται παραπάνω. Λογικὸ εἶναι νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἀπομεινάρια παλαιότερων κτιριακῶν ἐγκαταστάσεων στὸν χῶρο αὐτὸν καὶ ὅτι θὰ ὑπῆρχαν ἤ καὶ ὑπάρχουν θαμμένα ἀκόμα και ἄλλα παρόμοια, χωρὶς νὰ ἔχουν μέχρι τώρα ἀνακαλυφθεῖ.

Θεωροῦμε ἐπίσης δεδομένο ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν κουβαλήθηκαν στὸ χῶρο τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπὸ κάπου ἀλλοῦ ἀποσπασματικὰ ὡς τεμάχια ξεχωριστὰ γιὰ νὰ ἐνσωματωθοῦν στὸ κτίριό του ὡς σπόλια. Ἡ περιοχὴ εἶναι πολὺ δυσπρόσιτη καὶ ἀπομακρυσμένη γιὰ νὰ εἶναι εὔκολη ἡ μεταφορά τους ἀπὸ μακριὰ στὸ χῶρο αὐτό. Ἐξάλλου, πέραν ἀπὸ τὰ ἀναφερόμενα παραπάνω γλυπτὰ στὸ ναὸ ὑπάρχουν τέσσερις μονόλιθοι κίονες, τῶν ὁποίων ἡ μεταφορὰ ἐκεῖ καὶ μάλιστα ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἦταν ὁπωσδήποτε ἀκατόρθωτη.

Εἶναι, λοιπόν, γλυπτὰ ποὺ ἀνῆκαν σὲ κτίρια τὰ ὁποῖα κάποτε βρίσκονταν ἐκεῖ. Τὰ ἀρχαιότερα ἀπὸ αὐτὰ χρονολογήθηκαν στὸν 6ο αἰῶνα, δηλαδὴ στὴν ἐποχὴ ποὺ εἶναι ἀρχαιότερη ἤ συμπίπτει μὲ τὴ χρονολογία ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ, αὐτὴ ποὺ ἀναφέρεται τὸ χρονικὸ σημείωμα τοῦ καλόγερου καὶ τὴ χρονολογία  τὴ χαραγμένη στὸ ὑπέρθυρο τῆς βόρειας εἰσόδου τοῦ Μοναστηριοῦ.

Τὸ ὅτι, τοὐλάχιστον μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ γλυπτὰ φαίνεται νὰ ἀνήκουν στὸ ἴδιο ἐργαστήριο γλυπτικῆς, πιθανότατα αὐτὸ τῆς γειτονικῆς Νέας Ἀγχιάλου, εἶναι ἕνα ἀκόμη ἐνισχυτικὸ στοιχεῖο τῆς ἄποψής μας ὅτι τὰ παραπάνω γλυπτὰ κατασκευάστηκαν στὸν χῶρο ὅπου βρέθηκαν καὶ ὅπου βρίσκονται ἀκόμη, ἀπὸ τεχνίτες τοῦ  ἴδιου ἐργαστηρίου.

Ἑπομένως στὸ χῶρο τοῦ σημερινοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας»,  ὑπῆρχε κατὰ τὸν 6ο αἰῶνα κάποιο κτίσμα χριστιανικῆς λατρείας, ἕνας χριστιανικὸς ναός, μερικὰ ὑπολείμματα τοῦ ὁποίου βρίσκονται ἀκόμα στὸν ἴδιο χῶρο. Ἡ ὕπαρξη ναοῦ, καὶ μάλιστα πολυτελοῦς καὶ μαρμαρόκτιστου ὑποδηλώνει ἀσφαλῶς ὕπαρξη ἐκεῖ ἱερέων καὶ γενικῶς κληρικῶν, ὑπεύθυνων γιὰ τὴ διοίκησή του καὶ τὴ λειτουργικὴ διακονία.

Ὅλα αὐτὰ θεωροῦνται ἡ πρώτη ἀρχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας. Τὰ ἐλάχιστα, ὡστόσο, μαρμάρινα καλλιτεχνικὰ ὑπολείμματα τῆς πρώτης αὐτῆς «ἀρχῆς» τὰ ὁποῖα  διασώθηκαν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὴ ἡ  «πρώτη ἀρχὴ», τοῦ 647 μ. Χ. μπορεῖ νὰ ἦταν καὶ «περίπυστος διὰ τὴν ἐν αὐτῇ βυζαντιακὴν καλλιτεχνίαν … καὶ τὴν πολιὰν αὑτῆς ἀρχαιότηττα».

Ἐξάλλου  στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ μάλιστα στὴν ἴδια περίπου περιοχὴ τῆς Ὄρθρης ἔχουν ἐντοπισθεῖ καὶ σὲ ἄλλα μέρη γλυπτὰ μαρμάρινα ὑπολείμματα ποὺ μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἐνδείξεις ὕπαρξης χριστιανικῶν ναῶν ἤ χριστιανικῶν λατρευτικῶν κτιρίων κατὰ τὴν ἴδια περίπου ἐποχή.

Στὸ βιβλίο  μας «Τὸ Χρονικὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἁλμυροῦ» καὶ στὸ κεφάλαιο «Ναοὶ καὶ ἐκκλησιαστικὰ μνημεῖα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ πρὶν ἀπὸ Ἅγιο Νικόλαο», παρουσιάζουμε  ἀρκετὰ σχετικὰ στοιχεῖα  μὲ τὸ θέμα ποὺ ἐξετάζουμε στὴ θέση αὐτή. Ἐκτιμῶντας ὅτι ἕνα τμῆμα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ πρέπει νὰ παρουσιασθεῖ καὶ στὴ θέση αὐτὴ τὸ παραθέτουμε αὐτολεξεί:[23]

«Στὴν περιοχὴ τοῦ ἀκατοίκητου σήμερα χωριοῦ τοῦ Ἁλμυροῦ Καραντζάνταλι[24]  βρέθηκε  ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» καὶ ἀποτέθηκε στὸ Μουσεῖο τοῦ Ἁλμυροῦ μιὰ πολὺ ἐνδιαφέρουσα χριστιανικὴ ἐπιγραφὴ: «Ζι η πίστης των χριστιανων» (Δηλαδὴ ὀρθογραφημένα: Ζῆ ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν). Ἡ ἐπιγραφὴ ἦταν χαραγμένη  μὲ κεφαλαῖα γράμματα σὲ μάρμαρο, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, ὁ ὁποῖος τὸ περισυνέλεξε καὶ τὸ ἐξέτασε, ἀνῆκε σὲ «ἡμικιόνιο μεσοθυρίου χριστιανικοῦ ναοῦ».

Τὸ μάρμαρο εἶχε διαστάσεις 0,45 Χ 0,25 Χ 0,17 μ. Βρέθηκε στὴν περιοχὴ στὴν ὁποία, σύμφωνα μὲ ἀρκετοὺς ἐρευνητές, πρέπει νὰ βρισκόταν ὁ περίφημος κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἀρχαιοελληνικὸς ναὸς τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς. Στὴν περιοχὴ αὐτὴ βρέθηκαν καὶ ἄλλα χριστιανικὰ γλυπτὰ ποὺ μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη βυζαντινοῦ χριστιανικοῦ ναοῦ. Φαίνεται ὅτι στὴ θέση τοῦ ἀρχαίου ἀρχαιοελληνικοῦ ναοῦ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς χτίστηκε ἀργότερα χριστιανικὸς ναός.[25]

Ὁ Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, ἑλληνοδιδάσκαλος στὸν Ἁλμυρὸ καὶ ἱδρυτικὸ μέλος τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», σχολιάζοντας καὶ ἑρμηνεύοντας τὸ οὐσιαστικὸ μήνυμα τῆς ἐπιγραφῆς «Ζῆ ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν» τοποθετεῖ χρονολογικὰ τὴν ἐπιγραφὴ γύρω στὸ 842 μ. Χ.. Διαβλέπει στὸ μήνυμα τῆς ἐπιγραφῆς ἕναν ἐνθουσιασμὸ καὶ πανηγυρισμὸ νίκης. Ἔτσι ἐκτιμᾶ ὅτι χρονολογεῖται στὴν ἐποχὴ τῆς  ἀναστήλωσης τῶν εἰκόνων ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα. Τότε θριάμβευσε, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ ἐπικρατοῦσα ἔκτοτε ὀρθόδοξη ἄποψη τοῦ Χριστιανισμοῦ γιὰ τὸ ζήτημα τῶν εἰκόνων. Αὐτὸ ἤθελαν νὰ ἐπισημάνουν, πίστευε ὁ Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, ἐκεῖνοι ποὺ χάραξαν τὸ «Ζῆ ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν».

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ὡστόσο, διαφωνῶντας μὲ τὸν Ἀθανάσιο Σπυριδάκη, τοποθετεῖ τὴν ἐπιγραφὴ σὲ παλιότερη ἐποχή, κάπου στὸν 6ο -7ο αἰῶνα μ. Χ. Ὁ Γιαννόπουλος, σχολιάζοντας καὶ προσπαθῶντας νὰ μαντεύσει τὸ οὐσιαστικὸ μήνυμα ποὺ ἤθελε νὰ ἐκφράσει  ἡ ἐπιγραφή, δὲν διαβλέπει σ’ αὐτὴ τὸν πανηγυρισμὸ  τῶν εἰκονολατρῶν χριστιανῶν ἐναντίον  τῶν εἰκονομάχων χριστιανῶν, τὸν ὁποῖο διαβλέπει ὁ Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, ἀλλὰ τὴν γενικότερη ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐπὶ τῆς Εἰδωλολατρείας. Πίστευε, δηλαδὴ, ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ τῆς περιοχῆς τοῦ Καραντζάνταγλι τοῦ Ἁλμυροῦ γκρεμίζοντας τὸν ἀρχαιοελληνικὸ ναὸ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἤ κάποιον ἄλλον τέτοιο ναό, καὶ χτίζοντας στὴ θέση του χριστιανικὸ ναό, γιόρτασαν τὴ νίκη τους αὐτὴ ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρῶν ἐπιβεβαιώνοντάς την μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Ζῆ ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν». Ἄν ἴσχυε, ἰσχυρίζεται ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ἡ γνώμη τοῦ Ἀθανασίου Σπυριδάκη, θὰ ἔπρεπε ἡ ἐπιγραφὴ νὰ λέει κάτι σὰν τὸ «ζῆ ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων», ἀφοῦ καὶ σήμερα τὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων τὴν ἑορτάζουμε ὡς «Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας».

Δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ καταθέσουμε στὴ θέση αὐτὴ δικά μας ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς μίας ἤ τῆς ἄλλης ἄποψης. Βρίσκουμε ὅμως περισσότερο λογικὴ τὴν ἄποψη τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, ἀφοῦ τὴν ταυτότητα τοῦ χριστιανοῦ τὴν εἶχαν καὶ οἱ «εἰκονολάτρες» καὶ οἱ «εἰκονομάχοι» καὶ ἑπομένως τὸ «Ζῆ ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν» στὴν κυριολεξία του δὲν μποροῦσε νὰ ἐκφράζει οὔτε τὴ μία οὔτε τὴν ἄλλη ὁμάδα.

Ἐνισχύεται, λοιπόν, καὶ ἀπὸ τὸ παραπάνω ἡ ἄποψη, ὅτι δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑπῆρχε κατὰ τὸν 6ο ἤ 7ο αἰῶνα χριστιανικὸς ναὸς στὴ θέση τοῦ σημερινοῦ πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ὡστόσο, καὶ ἐὰν ἀκόμα ἡ ἄποψη τοῦ Ἀθανασίου Σπυριδάκη εἶναι ἡ πιὸ ἀποδεκτή, δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη  χριστιανικοῦ ναοῦ στὴν ἴδια θέση κατὰ τὸν 6ο ἤ 7ο  αἰῶνα.».

 

  1. Οἱ ἀπόψεις τοῦ Ν. Γιαννοπούλου

γιὰ τὴ χρονολόγηση τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

Σημαντικὴ ἦταν ἡ συμβολὴ στὴν προσπάθεια χρονολόγησης τῶν κτισμάτων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἐκ μέρους τοῦ Νικολάου Γιαννοπούλου. Θεωρῶντας χρήσιμη τὴ συμβολή του αὐτὴ θὰ συμπληρώσουμε τὸ μέρος τοῦτο μὲ κάποιες πληροφορίες ποὺ δίνει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος γιὰ τὸ θέμα στὸ κεφάλαιο «Βυζαντινὰ γλυπτά» τῆς ἐργασίας του «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ», ἔστω καὶ ἄν αὐτὲς οἱ πληροφορίες ἀναφέρονται κυρίως στὴν Κάτω Μονὴ. Ἐξ ἄλλου, ὡς νεότερα δημοσιεύματα, ἀνατρέπουν καὶ ἀποκαθιστοῦν παλαιότερες ἀντίθετες ἀπόψεις του. Νομίζουμε ὅτι οἱ νεότερες αὐτὲς ἀπόψεις τοῦ Γιαννόπουλου βοηθοῦν στὴ δημιουργία τῶν κατάλληλων ὑποδομῶν γιὰ τὴν κατανόηση τῆς συλλογιστικῆς ποὺ ἀκολουθοῦμε.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἐξέτασε προσεκτικὰ ὅλα τὰ ἐνσωματωμένα κομμάτια ἀρχιτεκτονικῶν γλυπτῶν στοὺς τοίχους τῶν δύο ναῶν, τῆς «Ἄνω» καὶ «Κάτω» Μονῆς. Ἦταν κομμάτια παλαιότερων κτισμάτων τὰ ὁποῖα ἐντοιχίστηκαν στὰ νεότερα κτίσματα. Τὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ ἐξέταζε ἀντιμετώπιζε πολλὲς δυσκολίες γιὰ τὴν σωστὴ καὶ ἀντικειμενικὴ περιγραφή τους. Δὲν μποροῦσε νὰ εἶχε πάντοτε φωτογράφο μαζί του καὶ ἔτσι δὲν διευκολυνόταν γιὰ μιὰ καλύτερη ἐξέταση. Ἀναγκαζόταν νὰ σχεδιάζει ὅσα ἔβλεπε ἤ καὶ ἁπλῶς νὰ τὰ περιγράφει.

Στὴν παραπάνω ἐργασία του γράφει γιὰ τὰ γλυπτὰ ποὺ εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στοὺς ναοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ:[26]

«Ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω εἰς ἀμφοτέρας τὰς Μονὰς Ξενιᾶς[27] εἶναι ἐντετοιχισμένα τεμάχια θωρακίων καὶ ἄλλων ἀρχιτεκτονικῶν γλυπτῶν Βυζαντινῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατό τις νὰ χρονολογήσῃ τὴν πρώτην οἰκοδομὴν τῶν μνημείων τούτων.

Ἰδίως ἐν τῇ Ἄνω Μονῇ ἄξιον λόγου, πλὴν τῶν ἄλλων γλυπτῶν, εἶναι τὸ μαρμάρινον θύρωμα τῆς μεσαίας πύλης τοῦ ἔσω νάρθηκος τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς ταύτης, ἔχον μεγίστην ὁμοιότητα μὲ τὸ θύρωμα τῆς μεσαίας πύλης τοῦ νάρθηκος τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ μὲ τὸ θύρωμα τῆς μεσαίας πύλης τοῦ νάρθηκος τοῦ ἐν Ἐφέσῳ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅν ἀνέσκαψεν ὁ κ. Σωτηρίου, καὶ ὡς ἀποκαταστάθη αὕτη ὑπ’ αὐτοῦ (Γ. Σωτηρίου, Ἀνασκαφαὶ τοῦ Βυζαντινοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἐν Ἐφέσῳ, Ἀρχαιολογικὸν Δελτίον, τόμ. 7ος , 1921-22, σελ. 94-95, εἰκ. 5-6). Ἀλλ’ ἐλλείψει φωτογράφου δὲν ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν φωτογραφίας τῶν ἀρχιτεκτονικῶν γλυπτῶν τῆς Ἄνω Μονῆς».

Γιὰ τὴν Ἄνω Μονὴ δὲν ἀναφέρει τίποτε περισσότερο ὁ Γιαννόπουλος. Ἔχει γράψει ὅμως ἄλλοτε ὅτι ὁ ναὸς τῆς Ἄνω Μονῆς εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ ναοῦ τῆς Κάτω Μονῆς. Τοῦ ἀρκοῦν φαίνεται γιὰ τὴν χρονολόγηση τῆς Ἄνω Μονῆς, προκειμένου νὰ συνεχίσει μὲ τὴν παρουσίαση τῶν «ἐντετοιχισμένων ἀρχιτεκτονικῶν γλυπτῶν» τοῦ ναοῦ τῆς Κάτω Μονῆς, ὅτι τὸ «ἄξιον λόγου μαρμάρινον θύρωμα τῆς μεσαίας πύλης τοῦ ἔσω νάρθηκος τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς ταύτης» παρουσιάζει «μεγίστην ὁμοιότητα μὲ τὸ θύρωμα τῆς μεσαίας πύλης τοῦ νάρθηκος τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ μὲ τὸ θύρωμα τῆς μεσαίας πύλης τοῦ νάρθηκος τοῦ ἐν Ἐφέσῳ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου». Ἔτσι, παραλείποντας ὅλα τὰ ἄλλα, «πλὴν τῶν ἄλλων γλυπτῶν», ἀρχίζει τὴν περιγραφὴ τῶν γλυπτῶν τῆς Κάτω Μονῆς:

«Ὡς πρὸς τὴν Κάτω Μονὴν Ξενιᾶς καὶ ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἔξωθεν εἶναι ἐκτισμένα διάφορα ἀρχιτεκτονικὰ γλυπτά. Ταῦτα πρὸ πολλῶν ἐτῶν (τῷ 1905)  εἴχομεν σχεδιάσει, ἀλλὰ δὲν παραθέσαμεν εἰς τὴν ἐν τῷ Δελτίῳ τῆς Ἱστορικῆς Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας (τόμ. Δ΄, 1905, σελ. 653-692) δημοσιευθεῖσαν  πραγματείαν ἡμῶν περὶ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Πρὸς χρονολόγησιν λοιπὸν τοῦ ἀρχικοῦ Βυζαντινοῦ ναοῦ καὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου παραθέτομεν ἐνταῦθα τὰ σχεδιάσματα μερικῶν γλυπτῶν.

Α΄. Εἰκ. 1. Ἐπιπεδόγλυφον θωράκιον ἐπίμηκες λίθου κυανοφαίου, ἐντετοιχισμένον ὄπισθεν τῆς μεσαίας κόγχης (ἀψῖδος) τοῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου, μετὰ διπλοῦ σταυροῦ  καὶ ἀγκυροειδοῦς συμπλέγματος ἑλικοειδῶς ἐκ φυλλωμάτων.

Β΄. Εἰκ. 2. Τὸ ἄνω μέρος τεμαχίου ὁμοίου θωρακίου μετὰ διπλοῦ σταυροῦ καὶ κάτωθι ἀγκυροειδῶν φυλλωμάτων. Ὡς γνωστὸν οἱ διπλοῖ σταυροὶ ἀναφαίνονται ἐν τῇ Βυζαντινῇ τέχνῃ ἀπὸ τοῦ Θ΄ μ. Χ. αἰῶνος (800-900 μ.Χ.) καὶ φθάνουσι μέχρι τοῦ ΙΓ΄ αἰῶνος (1200 -1300 μ. Χ.). Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς κατὰ τὸν ΙΑ΄ ἤ ΙΒ΄ αἰῶνα. Ὅμοια θωράκια μετὰ διπλῶν σταυρῶν ἔχομεν καὶ ἐν Ἐπισκοπῇ τοῦ Ἄνω Βόλου (N.J. Giannopoulos, Les Constructions Byzantines de Démétrias, ἐν τῷ  Bulletin de Corespondanshe XLIV, 1920, 202, A, B, fig.11 καὶ σ. 196, fig. 8).

Γ΄. Εἰκ. 3. Θωράκιον ὀρθογώνιον λίθου κυανοφαίου ἐντετοιχισμένον ὄπισθεν τῆς μεσαίας κόγχης τοῦ ναοῦ κοσμούμενον ἄνω ἐκ δύο ζωνῶν γεωμετρικῶν τριγώνων ἐφαπτομένων καὶ κάτω ἐκ συριακῶν τροχῶν μετὰ κόμβων. Ἕτερα τεμάχια κοσμούμενα ἐκ συριακῶν τροχῶν εἶναι ἐντετοιχισμένα εἰς τὸ ἄνω μέρος τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐσχεδιαγραφήσαμεν  διὰ τὸ ὕψος. Ἤδη δὲ, ὑψωθέντος τοῦ ἐξωτερικοῦ νάρθηκος κατὰ τὰς νεωτάτας ἐπισκευάς, ἐκαλύφθησαν ταῦτα ὑπὸ τῆς στέγης αὐτοῦ. Οἱ συριακοὶ τροχοὶ συνδεδεμένοι μετὰ κόμβων εἶναι προσφιλὲς θὲμα τῆς παλαιοχριστιανικῆς καὶ Βυζαντινῆς γλυπτικῆς τέχνης καὶ φθάνουσι μέχρι τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος. Ἀπαντῶσι δὲ πολλαχοῦ ἐν τοῖς Βυζαντινοῖς ναοῖς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Δ΄. Εἰκ. 4. Χώρισμα διλόβου παραθύρου μετὰ κόμβων λευκοῦ μαρμάρου ἀποκεκρουμένου δεξιὰ καὶ κάτω, εὑρεθὲν πρὸ ἐτῶν εἰς ἀνασκαφὰς θεμελίων τῆς δυτικῆς θύρας τῆς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου. Τὸ χώρισμα τοῦ διλόβου παραθύρου δύναται νὰ χρονολογηθῇ κατὰ τὸν ΙΒ΄- ΙΓ΄ αἰῶνα. Κατὰ τὰς τελευταίας δὲ ὑπὸ τοῦ Σεβσμιωτάτου Δημητριάδος Γερμανοῦ γενομένας ἀνακαινίσεις, ἀνευρέθη μεταξὺ δύο ἄλλων τεμαχίων καὶ ἡ μία πλευρὰ μαρμαρίνου θυρώματος τῆς πύλης τοῦ ναοῦ μετὰ κόμβων ἐν τῷ μέσῳ, ἥτις ἐνταῦθα δὲν ἀπεικονίζεται.

Ε΄. Εἰκ. 5. Ἐπίθημα κιονοκράνου χωρίσματος διλόβου παραθύρου εἰς δύο τεμάχια. Τὸ τεμάχιον Α΄ εἶναι προσθίας ὄψεως μετὰ σταυροῦ. Τὸ δὲ τεμάχιον Β΄ εἶναι τῆς ὀπισθίας ὄψεως, ἔχον ἔγγλυφον λογχοειδὲς κόσμημα.

ΣΤ΄. Εἰκ. 6. Τρία τεμάχια γλυπτῶν εὑρεθέντα κατὰ τὰς τελευταίας ἐπισκευὰς ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Δημητριάδος Γερμανοῦ, Α΄, Β΄, Γ΄. Τὸ μὲν Α΄ (ἄνω) εἶναι ἐπίθημα κιονοκράνου κιονίσκου ἤ χωρίσματος διλόβου παραθύρου, ἀποκεκρουμένου ὄπισθεν. Φέρει ἐπὶ τῆς στενῆς πλευρᾶς τῆς ἐκκρεμάσεως (λοξοτμήτου) διακόσμησιν ἐκ σπειρῶν ἑλικοειδῶν συνδεδεμένων διὰ κόμβου. Τὸ Β΄ (μέσον)  εἶναι τεμάχιον διαζώματος μετὰ φύλλων ἀκάνθου, ὧν συνάπτονται τὰ ὀξέα ἄκρα. Τὸ Γ΄ (κάτω) εἶναι τεμάχιον ἐπιστυλίου μετὰ τριῶν κομβίων ἐν ἀναγλύφῳ φερόντων διακοσμήσεις . Ὡς πρὸς τὸ τρίτον τεμάχιον (Γ΄) μετὰ τριῶν κομβίων ἐπιστυλίου ἔχομεν ὅμοιον τοῦ ἐγκαρσίου θυρώματος τῆς πύλης τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ μαρμαρίνου Βυζαντινοῦ εἰκονοστασίου ἐντετοιχισμένου ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πλευρᾶς τοῦ μύακος (κόγχης) ἠρειπωμένου παρεκκλησίου παρὰ τὴν Ἐπισκοπὴν Ἄνω Βόλου μετὰ δύο κομβίων κεκοσμημένων κατὰ τὰς δύο γωνίας.

Δεξιὰ τῆς δυτικῆς θύρας τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἐπὶ τῆς δυτικῆς πλευρᾶς εἶναι ἐντετοιχισμένον ἐπιστύλιον μαρμάρινον μετὰ λοξοτμήτου μακρᾶς πλευρᾶς ἐχούσης πλούσιον γλυπτὸν φυτικὸν διάκοσμον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο πιθανῶς ἄνωθεν τοῦ μαρμαρίνου θυρώματος τῆς πύλης τοῦ ναοῦ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ὡς καὶ πάντα τὰ ἐντετοιχισμένα (ἐκαλύφθησαν) διὰ παχέος στρώματος ἀσβέστου διαλελυμένης, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φωτογραφηθῶσι, οὔτε νὰ ἰχνογραφηθῶσιν

Κλείνοντας ἐδῶ τὴν περιγραφὴ τῶν ἐνσωματωμένων ἀρχιτεκτονικῶν γλυπτῶν στοὺς τοίχους τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Κάτω Μονῆς ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, καταλήγει λέγοντας γιὰ τὴν Κάτω Μονὴ καὶ τὸν καθεδρικὸ ναό της, τοῦ Ἁγίου Νικολάου:

«Ἐκ τῶν ἀνωτέρω παρατεθέντων τεμαχίων γλυπτῶν συνάγομεν τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ναὸς καὶ ἡ Μονὴ ἀρχικῶς θὰ ἱδρύθησαν κατὰ τὸν ΙΒ΄-ΙΓ΄ αἰῶνα, καὶ ὅτι ὁ ναὸς εἶχε πλούσιον γλυπτικὸν καὶ ἀρχιτεκτονικὸν διάκοσμον καλλίστης Βυζαντινῆς τέχνης».

Γίνεται ὅμως εὔκολα φανερὸ ὅτι καταλήγοντας στὸ συμπέρασμα αὐτὸ ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος δὲν ἀξιολόγησε ὅλες τὶς πιθανὲς χρονολογικὲς δυνατότητες στὶς ὁποῖες μποροῦσαν νὰ ὁδηγήσουν τὰ «ἐντετοιχισμένα» στοὺς τοίχους τοῦ ναοῦ «ἀρχιτεκτονικὰ γλυπτά».

Ἔτσι, ἐνῶ, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος, «οἱ διπλοῖ σταυροὶ ἀναφαίνονται ἐν τῇ Βυζαντινῇ τέχνῃ ἀπὸ τοῦ Θ΄ μ. Χ. αἰῶνος (800 – 900 μ.Χ.) καὶ φθάνουσι μέχρι τοῦ ΙΓ΄ αἰῶνος (1200 – 1300 μ. Χ.)», καὶ ἑπομένως τὰ χρονικὰ περιθώρια στὰ ὁποῖα παραπέμπουν τὰ γλυπτὰ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς ἐκτείνονται ἀπὸ τὸ 800 μέχρι τὸ 1300 μ.Χ., ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ χρονικὸ διάστημα τῶν πεντακοσίων ἐτῶν ἐπιλέγει τὰ ἔσχατα μόνο ὅρια τῶν δύο αἰώνων αὐτοῦ: «Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς κατὰ τὸν ΙΑ΄ ἤ ΙΒ΄ αἰῶνα».

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ παλαιοχριστιανικὴ ἐποχὴ ἀρχίζει ἀπὸ 300 μ.Χ. περίπου καὶ τελειώνει στὸν ἕβδομο αἰῶνα. Ἐνῶ ὅμως, ὅπως λέει πάλι ὁ ἴδιος ὁ Γιαννόπουλος, «οἱ συριακοὶ τροχοὶ συνδεδεμένοι μετὰ κόμβων εἶναι προσφιλὲς θὲμα τῆς παλαιοχριστιανικῆς καὶ Βυζαντινῆς γλυπτικῆς τέχνης καὶ φθάνουσι μέχρι τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος», καταλήγοντας στὸ παραπάνω συμπέρασμά του, ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ τεράστιο χρονικὸ διάστημα τῶν δώδεκα περίπου αἰώνων ἐπιλέγει καὶ πάλι τὰ τελευταῖα του μόνο ὅρια. Καὶ αὐτὸ παρόλο ὅτι  οἱ συριακοὶ τροχοὶ «ἀπαντῶσι πολλαχοῦ ἐν τοῖς Βυζαντινοῖς ναοῖς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας».

Ἔτσι, γιὰ νὰ ἀναφέρουμε ἕνα μόνο παράδειγμα, συριακοὶ τροχοὶ παρατηροῦνται καὶ στὸν ἐξωτερικὸ διάκοσμο τῆς «Παναγίας Βλαχέρνας» τοῦ χωριοῦ Βλαχέρνα τοῦ Νομοῦ Ἄρτας. Ὁ ναὸς αὐτὸς ἱδρύθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰῶνα καὶ πιθανὸν οἱ συριακοὶ τροχοὶ νὰ προέρχονται καὶ ἀπό ἀκόμα παλαιότερο ναό.

Εἶναι, λοιπόν, φανερὸ ὅτι τὰ «ἐντετοιχισμένα ἀρχιτεκτονικὰ γλυπτὰ» στοὺς τοίχους τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς φανερώνουν ὅτι αὐτὰ ἀνήκουν σὲ πολὺ παλαιότερο χριστιανικὸ ναὸ ποὺ ὑπῆρχε στὴ θέση τοῦ σημερινοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως χτίστηκε τὸν ΙΑ΄ ἤ ΙΒ΄ αἰῶνα.

 

  1. Συμπέρασμα

Μὴν ἐπιθυμῶντας προσωπικὰ νὰ ἐπιμείνουμε περισσότερο στὸ θέμα αὐτὸ καταλήγουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι στὴ θέση τοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς βρισκόταν κατὰ τὸν 6ο ἤ τὸν 7ο αἰῶνα κάποιος χριστιανικὸς ναὸς, ἀρχιτεκτονικὰ λείψανα τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν ἀκόμη ἐκεῖ καὶ πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα χωμένα στὸ ἐκεῖ ὑπέδαφος.

Αὐτὸν τὸν ναὸ οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἀρχικά, καὶ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀργότερα, θεωροῦσαν ὡς τὴν πρώτη ἀρχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τους.

Ἑπομένως θεωροῦμε  βέβαιο ὅτι ἡ χαραγμένη στὸ ὑπέρθυρο τῆς βόρειας εἰσόδου τοῦ (Πάνω) Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς (Παναγίας Κισσιώτισσας) χρονολογία 647 (μ.Χ.) δὲν ἦταν μιὰ αὐθαίρετη ἄποψη. Στὴν ἐποχὴ τοὐλάχιστον στὴν ὁποία παραπέμπει ἡ ἐπιγραφὴ ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπῆρχε ἐκεῖ χριστιανικὸς ναὸς καὶ μάλιστα ἀξιόλογος, ἀφοῦ ἡ ὕπαρξη σημαντικῶν σκαλιστῶν μαρμάρινων ἀρχιτεκτονικῶν στοιχείων σ’ αὐτὸν τὸν ναὸ ἀποκλείει ὁ ναὸς αὐτὸς νὰ ἦταν ἕνα φτωχικὸ κατασκεύασμα.

Ἀπομένει κάποια ἀπάντηση, ἤ κάποια ἄποψή μας, ὡς πρὸς τὴν μὲ τόση σαφήνεια καὶ μὲ τόση ἀκρίβεια διατυπωμένη πολὺ συγκεκριμένη χρονολογία: 647 μ.Χ.. Τὸ 637, ὡστόσο,  τοῦ καλογερικοῦ σημειώματος προσωπικὰ τὸ θεωροῦμε ὡς λανθασμένη ἀντιγραφὴ ἤ ἐσφαλμένη ἀντίληψη τῆς χαραγμένης χρονολογίας 647.

Δὲν γνωρίζουμε τίποτε γιὰ τὸ ποῦ στηρίζονταν καὶ ἔγραψαν τὸ τόσο συγκεκριμένο 647. Εἴμαστε ὅμως βέβαιοι ὅτι, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι μὲ τόση ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια διατυπωμένο, τὸ στήριζαν κάπου συγκεκριμένα, σὲ κάποια πηγή, ἄγνωστη σήμερα, τὴν ὁποία οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχαν ἀσφαλῶς ὑπ’ ὄψη τους.  Πιθανόν, ἐὰν τὸ 647 ἦταν τὸ ἔτος εὕρεσης τῆς εἰκόνας τῆς  Παναγίας Κισσιώτισσας, αὐτὸ νὰ δηλωνόταν μὲ ἄλλο σχετικὸ τρόπο, ὅπως μὲ κάποιο χρονικὸ σημείωμα.

Παραλείποντας, λοιπόν, ἄλλες παρεμβλητέες λεπτομέρειες καὶ περισσότερες ἐξηγήσεις καὶ ὑποθέσεις, ἐπειδὴ τὶς θεωροῦμε ἀνώφελες, μένουμε στὸ γεγονός ὅτι οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας εἶχαν μία βέβαιη πληροφορία γιὰ τὴν ἀκριβῆ χρονολογία ἵδρυσης τοῦ μοναστηριοῦ τους, τὸ ἔτος 647 μ. Χ., τὴν ὁποία βέβαιη πληροφορία ἐμεῖς σήμερα ἀγνοοῦμε.

Τίποτε πρόσθετο δὲν διαθέτουμε σήμερα γιὰ νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσουμε ἤ νὰ τὴν τροποποιήσουμε. Ἔχουμε ὅμως τὴν ἄποψη ὅτι δὲν χάραξαν ἀνεύθυνα τὴν χρονολογία αὐτὴ στὴν εἴσοδο τοῦ μοναστηριοῦ τους. Εἶχαν κάποια πληροφορία. Αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἦταν κάποιο πατριαρχικὸ σιγγίλιο ἤ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα ἤ καὶ ἔγγραφο κάποιου ἄλλου ἄρχοντα. Μόνο ἕνα τέτοιο ἔγγραφο ἦταν δυνατὸν νὰ ἔχει ἀκριβὴ καὶ σαφῶς δηλωμένη χρονολογία, ὅπως τὸ 647 μ. Χ. Πιθανὸν αὐτὸ νὰ ἦταν κάποια ἐπιγραφὴ ἤ κάτι ἄλλο. Ἔτσι τὸ ἔτος 647 ὡς ἔτος ἵδρυσης τοῦ Μοναστηριοῦ τὸ θεωροῦμε δεδομένο καὶ τὸ δεχόμαστε ἀναντίρρητα.

Ἀπομένει ἀκόμη, πρὶν καταθέσουμε τὴ  δική μας ἄποψη, καὶ ἡ γενικόλογη ἀρνητικὴ τοποθέτηση ὅτι στὴν Ἑλλάδα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχαν μοναστήρια καὶ ἑπομένως ἀποκλείεται νὰ ὑπῆρχε μοναστήρι στὴ θέση αὐτὴ κατὰ τὸ 647 μ. Χ..

Χωρὶς προσωπικὰ νὰ νιώθω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ ὡς ἀπολύτως ὀρθὴ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ διστάζω μήπως κατηγορηθῶ ἀπὸ κάποιους «εἰδικούς» καὶ «ἁρμόδιους» ποὺ διεκδικοῦν ἤ καὶ τοὺς τὸν χαρίζουν μερικοὶ τὸν τίτλο τῆς «αὐθεντίας» στὸ θέμα, διατυπώνω τὸ ἐρώτημα: ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καθορίσει μὲ σαφήνεια ἀπὸ τὴν πρώτη ἀκόμη στιγμὴ τὶ ἀκριβῶς ἐννοοῦμε ὅταν λέμε «μοναστήρι» ἤ ἐννοούσαμε κάποτε ὅταν λέγαμε τὴ λέξη αὐτὴ ἤ ἐννοοῦσαν οἱ καλόγεροι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας;

Ὑπάρχει ἄραγε κάποιος θεσμὸς μὲ σαφῆ,  σταθερὴ καὶ ἀναλλοίωτη στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἔννοια τῆς ὀνομασίας του; Ποιὸς ἐμποδίζει ἤ ποιὸς θὰ ἐμπόδιζε στὰ 647 μ. Χ. κάποιους χριστιανοὺς μὲ κάποιους ἱερεῖς ἐπὶ κεφαλῆς τους νὰ διαλέξουν νὰ ζήσουν σ’  ἕνα χῶρο γύρω ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία; Ποιὸς θὰ ἐμπόδιζε στὰ 647 μ. Χ. κάποιους ἀφοσιωμένους  χριστιανοὺς κληρικοὺς νὰ καταλάβουν κάποιον ἀρχαιοελληνικὸ ναό, νὰ τὸν μετατρέψουν σὲ χριστιανικὸ καὶ ζῶντας γύρω ἀπὸ αὐτὸν νὰ λατρεύουν ἐκεῖ τὸν δικό τους Θεό;

Καὶ ποιὸς θὰ ἐμπόδιζε τοὺς συνεχιστὲς ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων αὐτῆς τῆς πρώτης ἐπιλογῆς, ἄν ἀποφάσιζαν, τιμῶντας αὐτοὺς τοὺς πρώτους ἱδρυτὲς τοῦ κοινοβίου τους, καὶ ζῶντας πιὸ ὀργανωμένα νὰ θεωρήσουν καὶ νὰ ἀναγράψουν στὴν πόρτα τοῦ «μοναστηριοῦ» τους, ὡς ἔτος ἵδρυσής του, τὸ ἔτος 647;

Θὰ ἐνδιαφέρονταν ἄραγε καὶ θὰ ζητοῦσουν τὴν ἄδεια κάποιων ποὺ «ἀποφάσισαν» ὅτι στὴν Ἑλλάδα τὴν  ἐποχὴ ἐκείνη  δὲν ὑπῆρχαν μοναστήρια νὰ ὀνομάσουν αὐτὴ τὴν πρώτη τους «ἀρχὴ» «Μοναστήρι»;

Ἡ πρώτη ἀρχὴ, λοιπόν, τοῦ «Μοναστηριοῦ» αὐτοῦ, ἡ ὁποία διαμορφώθηκε ὅπως διαγράφηκε παραπάνω, καὶ τὸ ὁποῖο  ἀργότερα ὀνομάστηκε «Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» καὶ  ἔγινε γνωστὸ ὡς  «Παναγία Κισσώτισσα», ἀργότερα μετονομάστηκε σὲ «Παναγία Ξενιὰ» καὶ ἀκόμη ἀργότερα, πολὺ πρόσφατα, τοῦ προσδόθηκε ἀναγκαστικὰ ὁ διευκρινιστικὸς προσδιορισμός «Ἄνω» γιὰ νὰ πάρει τὴν ὀνομασία «Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ γιὰ περισσότερη σαφήνεια «Ἱερὰ Ἀνδρώα Κοινοβιακὴ Μονὴ Ἄνω Ξενιᾶς», ἀνάγεται στὰ 647 μ. Χ.

 

 

[1] Πρόκειται γιὰ τὸ γνωστὸ στοὺς περισσότερους ὡς «Μοναστήρι τῆς Ἄνω Ξενιᾶς».

[2] Δ΄ τόμος, σελ. 690 -691, Ἀθήνησιν 1896.

[3] Σύμφωνα μὲ τὴ μορφὴ ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ «Δελτίο τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος».

[4] Στὸ κείμενο ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ «Δελτίο τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς
Ἑλλάδος
», ἀναγράφεται, ἀπό λάθος προφανῶς τῶν τυπογράφων,  ΤΞΖ (=367), ὅπως τὸ παρουσιάζουμε πιὸ πάνω. Στὰ αὐτόγραφα χειρόγραφα κατάλοιπα ὅμως τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, τὰ ὁποῖα  ἔχω στὴ διάθεσή μου, ὑπάρχει ἡ σωστὴ γραφὴ  ΤΞΓ (=363), τὴν ὁποία  καὶ χρησιμοποιοῦμε ἐδῶ γιὰ τὴ σωστότερη ἀπόδοση τοῦ κειμένου καὶ τὸν ἀντικειμενικότερο σχολιασμό του.

[5] Βλ. προηγούμενη ὑποσημείωση. Τὸ ΤΞΖ΄ (367), ἐξ ἄλλου, τοῦ τυπωμένου κειμένου δὲν ἀνταποκρίνεται στοὺς ἀριθμητικοὺς λογαριασμοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν.

[6] Προφανῶς ὁ ἐνθυμησιογράφος ἐννοοῦσε «ἀρχεῖα».

[7] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίο τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 655.

[8] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὴ διαφορὰ αὐτὴ τῶν  δέκα ἐτῶν μᾶλλον γιατὶ πίστευε ὅτι καμία ἀπὸ αὐτὲς τὶς χρονολογίες δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα.

[9] Στοιχεῖα Φακέλου (Διαδίκτυο): Ἀρχεῖο Μοναστηριακῶν (1833-1886) [1691-1939· Φάκελος #626 [1835-1851]. Μονὲς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ. Θεοτόκου (Κοίμησις) ἤ Παναγία Κισσιώτισσα ἠ μονὴ Ξενιᾶς – Δῆμος Πλατάνου.

[10] Μεχκεμές = δικαστήριο, δικαστικὴ ἀρχή.

[11] Κοκκωτῶν.

[12] Βρύναινας.

[13] Δελτίον Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, Ἀθῆναι 1892, Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ Ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, σελ. 655.

[14] «Ἐκκλησιαστικὸν  Περιοδικὸν τοῦ Ὁμωνύμου Συλλόγου, προεδρευομένου ὑπὸ τῆς Α. Σ. τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν καὶ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ»,  Ἔτος ΙΒ (Κ) Περιόδου Β΄, Ἐν Ἀθῆναις 1 Δεκεμβρίου 1916, άριθ. 278, σελ. 10 -12.

[15] Λέγοντας αὐτὰ ἀναφέρεται πάντοτε στὴν Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς μὲ τὴν ὁποία ἀκριβῶς σχετίζεται ἡ ἀμφισβητούμενη χρονολογία.

[16] Κουφικὲς ἐπιγραφὲς εἶναι οἱ ἐπιγραφὲς γραμμένες μὲ γωνιώδη καλλιγραφικὰ γράμματα ὅπως αὐτὰ ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ἀπὸ τοὺς πρώτους μουσουλμάνους ἀντιγραφεῖς τοῦ Κορανίου.

[17] Κωνσταντῖνος Θ. Γιαννακόπουλος, «Ἡ Παναγία Ξενιὰ καὶ οἱ δύο ἱερὲς μονὲς της», σελ. 6.

[18] Ἀρχιμ. Χερβουβεὶμ Βελέτζας, «Τὸ Μοναστήρι τῆς Ἄνω Ξενιᾶς», Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Ἄνω Ξενιᾶς, σελ. 70

[19] Ἀναφέρεται στὸ Κάτω Μοναστήρι.

[20] «Ἔκφραση Ἱερᾶς Μονῆς Κάτω Ξενιᾶς», ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Κάτω Ξενιᾶς, αϡπΓ΄, σελ. 19-20.

[21] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἐννοεῖ τὴν ἐργασία του «Περιγραφὴ  τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ Ἁλμυροῦ διακειμένης  Ἱερᾶς καὶ Ἱστορικῆς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ὑπὸ τοπογραφικήν, ἱστορικὴν καὶ διοικητικὴν ἔποψιν», στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος», Δ’ τόμος, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 653 -724.

[22] Ἀθήνα 1992.

[23] Ἔκδοση Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου Ἁγίου Νικολάου Ἁλμυροῦ, Ἁλμυρὸς 2005, σελ. 22-32.

[24] Τὸ Καραντζάνταλι ἤ Καραντζάνταγλι, ἀκατοίκητο σήμερα χωριὸ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς).

[25] Ἀρκετὰ μαρμάρινα ὑπολείμματα, παλαιοχριστιανικοῦ ναοῦ κατὰ μεγάλη πιθανότητα, βρίσκονται ἀκόμα καὶ σήμερα, ἐνσωματωμένα ὡς σπόλια, στὸ ἐρειπωμένο ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου (τοῦ Βουνένης) στὸ Καραντζάνταγλι τοῦ Ἁλμυροῦ. Ἐνδιαφέρουσες σχετικὲς πληροφορίες ὑπάρχουν στὸ Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», Β΄ Ἐκδοτικὴ Περίοδος, τεῦχος 15, Ἀλμυρὸς 2011, σελ. 181 -231: Reinder Reinders, Christina Williamson, Wob Jansen, Paulien de Roever, Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου (Βουνένης) στὸ Καραντζάνταγλι τοῦ Ἁλμυροῦ.

[26] «Θεσσαλικὰ Χρονικά», τόμος 4ος, Ἀθῆναι 1934, σελ. 70-74.

[27] Ὁ Γιαννόπουλος ἐδῶ χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «Μονὴ» συμβατικὰ ἐννοῶντας ὡς «δύο μονάς» τὸ πάνω καὶ τὸ κάτω κτιριακὸ συγκρότημα τοῦ ἴδιου Μοναστηριοῦ.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος πρώτο)

 

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

 

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας

 

Διευκρινιστικὴ σημείωση: Ἡ παροῦσα ἐργασία ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἀνέκδοτου βιβλίου μου μὲ τίτλο «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισας» καὶ ὑπότιτλο «Μάνα Μοναστηριῶν», τὸ ὁποῖο ἀποφασίσαμε νὰ παρουσιάσουμε, μὲ διαδοχικὲς συνεχόμενες ἀναρτήσεις, ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», στὴν προσπάθειά μας ν’ ἀναπληρώσουμε, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατόν, τὴν ἀδυναμία μας, ἐξαἰτίας τῶν περιοριστικῶν μέτρων ποὺ ἐπιβάλλει ἡ ἐπικρατοῦσα πανδημία τοῦ COVID–19, νὰ ὀργανώσουμε διαφορετικῆς μορφῆς ἐκδηλώσεις καὶ δραστηριότητες.

 

Εἰσαγωγικὰ

Στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἱδρύθηκαν καὶ ὑπῆρξαν κατὰ καιροὺς ἀρκετὰ μοναστήρια. Σήμερα ἐλάχιστα κτιριακὰ κατάλοιπα, ἀπομεινάρια αὐτῶν τῶν μοναστηριῶν, μπορεῖ νὰ ἐντοπίσει καὶ ὁ πιὸ προσεκτικὸς καὶ ἐνημερωμένος ἀκόμα παρατηρητής. Πρέπει νὰ εἶναι  ἐπίμονος καὶ ἐρευνητικὸς μελετητὴς τῆς τοπικῆς ἱστορίας καὶ καλὸς γνώστης τῶν ἐλάχιστων παρένθετων ἀναφορῶν κάποιων ἀσαφῶν γραπτῶν πηγῶν, ποὺ ἀναφέρονται σ’ αὐτά, γιὰ νὰ μπορέσει, ἀνιχνεύοντας πολὺ προσεκτικὰ τὸ οἰκεῖο περιβάλλον, νὰ ἐπισημάνει κάποια ἴχνη τους.

Ἀπὸ ὅλα  αὐτὰ τὰ μοναστήρια τὸ μόνο ποὺ ἄντεξε διαχρονικὰ στὴ φθορὰ τοῦ χρόνου καὶ ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του μέχρι σήμερα εἶναι τὸ Μοναστήρι, τὴν ἱστορία τοῦ ὁποίου ἐπιχειροῦμε νὰ καταγράψουμε σ’ αὐτὴ τὴν ἐργασία μας. Εἶναι τὸ «Μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ποὺ παράλληλα εἶχε καὶ τὴν  προσωνυμία «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» καὶ ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἔγινε καὶ παραμένει καὶ σήμερα περισσότερο γνωστὸ μὲ τὴν κατοπινή του ὀνομασία, «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὸ μοναστήρι, τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», εἶναι τὸ μοναστήρι τὸ ὁποῖο ἀπορρόφησε καὶ ἐνσωμάτωσε ὅλη τὴν ὀρθόδοξη μοναστικὴ παράδοση τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ μετὰ τὴ διάλυση τῶν ἄλλων μοναστηριῶν. Εἶναι τὸ μοναστήρι τὸ ὁποῖο, μετὰ τὴ διάλυση τῶν ἄλλων τοπικῶν ὀρθόδοξων μοναστηριῶν καὶ τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς ὕπαρξής τους κατὰ τὰ τέλη τοῦ 14ουαἰῶνα περίπου, μποροῦσε νὰ ἱκανοποιεῖ τὶς μοναστικὲς τάσεις τῶν κατοίκων τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ στὴ διάρκεια  τῆς μακραίωνης Τουρκοκρατίας ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν μετὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους ἐποχή.

Ἔτσι, γιὰ τὴν πληρέστερη κατανόηση τοῦ «φαινομένου» ποὺ λέγεται «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», θεωροῦμε ἀπαραίτητο, στὴ θέση αὐτή, νὰ ἀναφερθοῦμε περιληπτικὰ στὰ ἄλλα αὐτὰ μοναστήρια ὄχι μόνο γιατὶ αὐτὰ συγκροτοῦσαν τὴν εἰδικὴ ἀτμόσφαιρα μέσα στὴν ὁποία ἀναδεικνυόταν συνεχῶς καὶ ἐπιζοῦσε κυριαρχῶντας τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ Παναγίας Ξενιᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐπειδή, μερικὰ τουλάχιστον ἀπὸ αὐτά, μετὰ τὴ διάλυσή τους, φαίνεται ὅτι ἀπορροφήθηκαν καὶ ἐνσωματώθηκαν σ’ αὐτὸ μὲ ὅλα τους τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ ἱερὰ κειμήλιά τους καὶ τοὺς μοναχούς τους.

 

Μοναστήρια περιοχῆς Ἁλμυροῦ

Α΄. Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸν Ἁλμυρό.

Τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἁλμυροῦ δημιουργήθηκε καὶ δραστηριοποιήθηκε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Φραγκοκρατίας, ἀπὸ τὸ 1204 καὶ μετά, στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ. Ἡ δημιουργία, ἡ ὕπαρξή του καὶ οἱ δραστηριότητἐς του στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, συνδέονται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν ἐμπορικὴ ἀνάπτυξη τῶν σημαντικῶν ἐμπορικῶν λιμανιῶν τῶν παραλιακῶν φραγκοκρατούμενων «Δύο Βυζαντινῶν Ἁλμυρῶν». Ἦταν μοναστήρι καθολικῶν καὶ ταυτιζόταν κυρίως μὲ ἐμπορικὲς καὶ ἐπιχειρηματικὲς δραστηριότητες.

Οἱ Βενετοὶ ἔμποροι καὶ οἱ βενετσιάνικοι ναυτικοὶ ἐμπορικοὶ οἶκοι τῶν Δύο Βυζαντινῶν Ἁλμυρῶν ἐκτιμοῦσαν πολὺ τὸ μοναστήρι αὐτὸ καὶ τὸ ἐνίσχυαν ἤ καὶ συνεργάζονταν οἰκονομικὰ μαζί του. Οἱ καλόγεροι καὶ προσωπικὰ ὁ ἡγούμενός του συνδέονταν στενὰ μὲτὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν ἐγκαταστημένων στὸν Ἁλμυρὸ βενετικῶν ἐμπορικῶν οἴκων.

Στὴ μελέτη τῆς Ἄννας Ἀβραμέα «Ἡ Βυζαντινὴ Θεσσαλία μέχρι τοῦ 1204» ἀναφέρονται ἐνδεικτικὲς πληροφορίες, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες παρουσιάζομε στὴ συνέχεια.

Ὁ  Βενετὸς Natalis Betani, ἔμπορος στὸν Ἁλμυρό, π.χ., πρόσφερε τὴν περιουσία του στὸ μοναστήρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου  τοῦ Ἁλμυροῦ.

Ἀπὸ τὴν ἴδια ἐργασίατῆς Ἄννας Ἀβραμέα πληροφορούμαστε ἐπίσης ὅτι «Giovani Giorgio καὶ ὁ Archelao Ziani ἐπιβεβαιώνουν ὅτι διὰ τὴν σύστασιν συνεταιρισμοῦ (colleganza) ὁ Filocaro Calbo κατέθεσεν εἰς τὸν Bosone, ἡγούμενον τοῦ μοναστηρίου Ἁγίου Γεωργίου Ἁλμυροῦ, ποσὸν εὑρισκόμενον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Gervasio Greco».[1]

Ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἀναφερόμενους καὶ ἐμπλεκόμενους στὶς οἰκονομικὲς αὐτὲς συναλλαγές,  τόσο ὁ Ἀρχέλαος Ζιάνης (ArchelaoZiani) ὅσο καὶ ὁ Γερβάσιος Γκρέκος (GervasioGreco), φαίνεται νὰ εἶναι ἑλληνικῆς – ἄν ὄχι ἁλμυριώτικης – καταγωγῆς. Ἐξἄλλου καὶ ἀπὸ ἄλλες μαρτυρίες, ποὺ παρατίθενται στὴν ἐργασία τῆς Ἄννας Ἀβραμέα «Ἡ Βυζαντινὴ Θεσσαλία μέχρι τοῦ 1204», γίνεται φανερὸ ὅτι ὑπῆρξαν συνεργασίες Ἁλμυριωτῶν καὶ Βενετῶν ἐμπόρων γιὰ τὴν συγκρότηση κοινῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων μὲ ἕδρα τὸν Ἁλμυρὸ καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη.

Τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἁλμυροῦ διαλύθηκε καὶ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει, τοὐλάχιστον μὲ τὴν ἀκμὴ τῆς πρώτης του δυναμικῆς παρουσίας, μετὰ τὴν καταστροφικὴ μάχη στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ στὶς 15 Μαρτίου 1311 μεταξὺτῶν Καταλανῶν καὶ τοῦ Δούκα τῶν Ἀθηνῶν Βάλθερου Βρυένιου. Ἡ ὁριστικὴ ἐμπορικὴ παρακμὴ τῶν δύο Βυζαντινῶν Ἁλμυρῶν ποὺ σήμανε καὶ τὴν ὁριστικὴ ἐγκατάλειψη τῶν λιμανιῶν τους, ἡ ὁποία ὁλοκληρώθηκε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ τὴν ἄφιξη καὶ κατάκτηση τῆς περιοχῆς ἀπὸ τοὺς Τούρκους, σημείωσε καὶ τὸ ὁριστικὸ τέλος τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ.

Ἡ δυναμικὴ καὶ κυρίαρχη ὕπαρξη ὅμως τοῦ καθολικοῦ αὐτοῦ μοναστηριοῦ στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ κυρίως ἡ δυναμικὴ οἰκονομικὴ ἐπικυριαρχία του στὴν περιοχὴ σήμαινε καὶ τὴν καταδυνάστευση τοῦ τοπικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πλούτου τῶν Ὀρθοδὀξων Χριστιανῶν. Ἡ δυναμικὴ παρουσία του δημιούργησε μία ἄκρως ἐχθρικὴ ἀτμόσφαιρα γιὰ τὴν τοπικὴ ὀρθόδοξη ἐκκλησία.

Ἕνα ἀπὸ τὰ καταλυτικά ἀποτελέσματα, γιὰ τὴν τοπικὴ ὀρθόδοξοἐκκλησία τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τὴν καλλιέργεια καὶ ἀνάπτυξη τῶν τοπικῶν ὀρθόδοξων λατρευτικῶν συνηθειῶν, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐχθρικῆς αὐτῆς ἀτμόσφαιρας, ἦταν καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ ἐγκατάλειψη καὶ ἡ διάλυση  τῶν πλησιέστερων πρὸς αὐτὸ ὀρθόδοξων μοναστηριῶν.

Δύο τοὐλάχιστον ἀπὸ αὐτά, ἕνα ποὺ βρισκόταν στὴ σημερινὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση» καὶ ἕνα δεύτερο ποὺ βρισκόταν στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου (τοῦΒουνένης), στὸ Μπακλαλί, ὁδηγήθηκαν στὸν μαρασμὸ καὶ τελικὰ στὴ διάλυση καὶ ἐγκατάλειψή τους ἐξαἰτίας ἀκριβῶς τῆς κυρίαρχης δυναμικῆς παρουσίας τοῦ καθολικοῦ αὐτοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς ἐχθρικῆς καὶ πολεμικῆς συμπεριοφορᾶς του πρὸς τὰ δύο αὐτὰ ὀρθόδοξα μοναστήρια τοῦ Ἁλμυροῦ.

Τὰ δύο αὐτὰ βυζαντινὰ ὀρθόδοξα μοναστήρια τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, ὑπῆρξαν καὶ δραστηριοποιοῦνταν ἱκανοποιῶντας τὶς μοναστικὲς ἐπιθυμίες ἀνθρώπων τῆς περιοχῆς ἤ καὶ ἄλλων περιοχῶν καὶ διαδίδοντας καὶ ἐνισχύοντας τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη  μέχρι καὶ περίπου τὸν 13οαἰῶνα. Τὰ ἐρειπιώδη κατάλοιπά τους καὶ οἱ ὑπάρχουσες πληροφορίες καὶ ἐνδείξεις ὑποδηλώνουν ὅτι καὶ τὰ δύο διαλύθηκαν ἤ ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν κατὰ τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶςτῆς μεγάλης ἀκμῆς καὶ τῆς δυναμικῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας καὶ ἀνάπτυξης τοῦ καθολικοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου  Γεωργίου στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ.

 

Β΄. Τὸ Μοναστήρι τοῦ «κυροῦἹλαρίωνος»

Τὸ Μοναστήρι τοῦ «Κυροῦ Ἱλαρίωνος» ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὰ διασωθέντα ἔγγραφα, ὑπῆρχε καὶ ἄκμαζε κυρίως κατὰτὸν 13ο αἰῶνα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ.

Ἡ ἀκριβὴς θέση του δὲν μᾶς εἶναι μὲ βεβαιότητα γνωστή. Θεωροῦμεὅμως βέβαιο ὅτι βρισκόταν κάπου μεταξὺ τῶν σημερινῶν χωριῶν τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ τῶν Μικροθηβῶν καὶ τοῦ Ἀϊδινίου. Εἰδικότεραθεωροῦμε βέβαιο ὅτι βρισκόταν κάπου στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ χειμάρου τοῦ Χολορέματος. Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος πίστευε ὅτι στὴν περιοχὴ αὐτὴ εἶχε ἐντοπίσει ἴχνη τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ, ὅπως βεβαιώνει σὲ ἀπαντητικὴ ἐπιστολή του πρὸςτὸν ἈντώνιοΜηλιαράκη.

Ἔγραφε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος στὶς 23 Ἀπριλίου 1896, στὴνἐπιστολὴαὐτή:

«Τῇ ὑποδείξει τῶν κατοίκων τοῦ Ἁλμυροῦ μετέβην σήμερον τὸ πρωὶ εἰς τὸν ὑδρόμυλον, τοῦ Δημητράκη ὀνομαζόμενον, κείμενον ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθεως τοῦ Χολορρεύματος καὶ ἀπέχοντα τοῦ μὲν Ἁλμυροῦ μιάμιση περίπου ὥρα τοῦ δὲ Ἀϊδινίου 15 – 20 λεπτά. 

Αὐτόθι παρὰ τὴν καμπὴν τοῦ ποταμοῦ κεῖται λίθος ἐκλευκοῦ μαρμάρου τετράγωνος καλῶς ἐπεξεργασμένος καὶ φέρων ἐπὶτῶν δύο αὐτοῦ καθέτων πλευρῶν σταυροὺς ἐνμέσῳ κύκλου καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν του παρατηροῦμεν γεγλυμμένα ἄνθη νῦν ἠκρωτηριασμένα. Ἀπεκυλίσθη δὲ ὁ λίθος οὗτος οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸν ποταμὸν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νῦν αἱ γυναῖκες πλύνουσι ἐνδύματα. Παρ’ αὐτὸν διακρίνονται τὰ θεμέλια οἰκοδομήματος ἀσβεστοκτίστου εἰς τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν καὶ ἀρχαῖοι μελανόφαιοι λίθοι. Δυστυχῶς ὅμως ἐν πλημμύρᾳ τοῦ ποταμοῦ παρεσύρθη τὸ χῶμα τῆς ἀριστερᾶς ὄχθεως αὐτοῦ καὶ οὕτω ἀπειλεῖται ἐξαφάνισις αὐτῶν ἐν μεταγενεστέρᾳ πολυομβρίᾳ. Ἐπίσης δὲ καὶ τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ καλύπτουσι θάμνοι ὑφ’ οὕς διορῶνται λευκὰτινὰ τεμάχια μαρμάρων κατεργασμένα…».

Περιγράφοντας στὴ συνέχεια ἄλλα σχετικὰ εὑρήματα στὴν ἴδια περιοχὴ ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος συμπληρώνει:

«Ταῦτα ἀποδίδω εἰς τὸν τεκὲν ὑπάρξαν τά ποτε ἐνταῦθα ἐξοὗ καὶ τὸ ὄνομα «Τεκὲμπὰς» ἤ καὶ τὸ μονύδριον τοῦ κυροῦ Ἱλαρίωνος μετατραπὲν κατὰ τοὺς ταραχώδεις ἐκείνους χρόνους  τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας εἰς ὀθωμανικὸν μονύδριον κατὰ τὸ ἔθος τῶν ὀθωμανῶν. Τὰ δὲ ἐρείπια τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Δημητρίου (;) ἐπὶ τῆς ἀπέναντι ὄχθης ἴσως ἦσαν εἰς κανὲν παρεκκλήσιον τῆς μονῆς ἐὰν μὴ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ μονὴ ἔκειτο ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης παρὰ τὸν μῦλον…». 

Στὰ Acta et Diplomata τῶν Franciscus Miclosich καὶ Josephus Mϋller γίνεται συχνὰ ἀναφορὰ γιὰ τὸ μοναστήρι αὐτό.

Ἔτσι τὸ Μάιο τοῦ 1272 ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Παλαιολόγος μὲ διάταγμά του πρόσφερε στὴ «Μονὴ Μακρινιτίσσης» στὸ Πήλιο πολλὰ κτήματα καὶ ὑποστατικὰ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ «μετόχιον τὸ ἐπονομαζόμενον τοῦ κυροῦ Ἱλαρίωνος τὸ διακείμενον ἐν τῇ χώρᾳ τοῦ Ἁλμυροῦ μετὰ τῶν ἀμπελώνων καὶ πάντων τῶν δικαίων καὶ προνομίων αὐτοῦ, τὰ περιελθόντα τῇ τοιαύτῃ μονῇ ἐξἀγορασίας ἀμπέλια ἐντῷ τόπῳ τοῦ Μορίβορι, τὰ ἀπὸ προσενέξεώς τινων φιλοχρήστων ἀνδρῶν περιελθόντα τῇ τοιαύτῃ μονῇ ἀμπέλια ἐν τῷ τοιούτῳ τόπῳ τοῦ Ἁλμυροῦ».

Ὑπάρχουν  καὶἄλλες παρόμοιες  ἀναφορές, αὐτοκρατόρων, δουκῶν καὶ πατριαρχῶν γιὰ τὸ «Μοναστήρι τοῦ κυροῦ Ἱλαρίωνος», τὶς ὁποῖες ἐδῶ παραλείπομε.

Μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ «Μοναστήρι τοῦ κυροῦ Ἱλαρίωνος», ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει ὡς μοναστήρι. Μετατράπηκε σὲ ὀθωμανικὸ τεκέ. Μία τοποθεσία τοῦ Χολορέματος γνωστὴ μὲ τὸ τοπωνύμιο «Τεκέ Μπὰς»[2] (= Πρώτη Μονὴ) ἐκτιμᾶται ὅτι ἦταν ἡ τοποθεσία τῆς «Μονῆς τοῦ κυροῦ Ἱλαρίωνος».  Στὰ κατοπινὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας ἡ κτηματική περιουσία τοῦ «Τεκέ Μπὰς» μοιράστηκε μεταξὺ τῶν κατακτητῶν.

 

Γ΄. Τὸ Μοναστήρι τῶνἉγίων Θεοδώρων τῆς Γούρας

Σήμερα εἶναι γνωστὴ μόνο ἡ θέση τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ στὴν περιοχὴ τῆς Γούρας. Τὸ ὄνομα τοῦ μοναστηριοῦ «Ἅγιοι Θεόδωροι», ποὺ ἀποδίδεται ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Γούρας στὴ θέση αὐτὴ ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἐνδεικτικὰ τοπωνύμια τῆςἴδιαςπεριοχῆς, ὅπως «καλόγερος» «κελὶ», «κελιὰ», «βρύση του καλόγερου» κ.τ.λ.,ποὺἐντοπίζονταισὲ κάποιες γειτονικὲς θέσεις, εἶναιοἱ μόνες σημερινὲς μαρτυρίες γι’ αὐτό.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ἔπειτα ἀπὸ ἐπίσκεψή του στὴ Γούρα, ἀνέφερε σχετικά:

«Πέριξ τῆς Γούρας εἰςἀπόστασιν μιᾶς ὥρας πρὸς Β. ἐντῇ θέσει «Μοναστήρι» κεῖνται ἐρείπια ἀρχαίας Βυζαντιακῆς Μονῆς ἀδήλου ὀνόματος. Σώζεται τὸ κρηπίδωμα τοῦ ναοῦ καὶτῶν πέριξ δωματίων, καὶ ἐν τῷ μέσῳ θάλλουσι γηραλέαι δρῦς, μαρτυροῦσαι ὅτι πρὸ αἰώνων κατεστράφη Μονή. Ἐπειδὴ ἐν μὲν Γούρᾳ εἶπον ἡμῖν ὅτι ὑπάρχει ἐνεπίγραφος λίθος ἐν τῷ τόπῳ, ἡμεῖς δε μεταβάντες δὲν εὕρομεν τοιοῦτον, δὲ παράδοσις ἀναφέρει Ἅγιον Θεόδωρον ἐνταῦθα, καίτοι ἐν μεταγενεστέροις χρόνοις ἐτελεῖτο λειτουργία τὴν ἑορτὴν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ἐν ὑπαίθρῳ, παραδεχόμεθα ἀδιστάκτως ὅτι μονή αὕτη ἀνήκει εἰς τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους

Εἶναι ἄγνωστο πότε ἀκριβῶς καὶ γιὰ ποιοὺς λόγους τὸ μοναστήρι αὐτὸ ἔπαψε νὰ ὑπάρχει. Πιθανότερο θεωροῦμε ὅτι διαλύθηκε στὶς ἀρχὲς τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας.

 

Δ΄. Τὸ Μοναστήρι τῶνἉγίωνἈποστόλωντῆς Γούρας

Στὴν περιοχὴ τῆς Γούρας ὑπῆρχε καὶ ἕνα ἀκόμη μοναστήρι. Ἦταν τὸ «Μοναστήρι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων». Καταστράφηκε καὶ αὐτὸ ἐντελῶς καὶ διαλύθηκε. Στὰ κτιριακά του ἐρειπωμένα κατάλοιπα κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας εἶχαν ἐγκατασταθεῖ καὶ ἐγκαταβίωναν μερικοὶ μοναχοί.

Κατὰ τὸ 1895 ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος βρῆκε στὰ ἐρείπια τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τῆς Γούρας  νὰ ἐγκαταβιώνουν δύο μοναχοί. Δυστυχῶς δὲν μᾶς ἄφησε κάποιες πληροφορίες γι’ αὐτὸ παρὰ μόνο μία πρόταση, παρένθετη σὲ μία ἐπιστολή του: «Παρέλειπον νὰ σημειώσω ὅτι παρὰ τὴν Γούραν καὶ ἑτέρα μονὴ θάλλει νῦν κατοικουμένη ἀπὸ δύο μοναχοὺς οἵτινες ἐν ἐρειπίοις πρότερον οὖσαν ἀνήγειραν αὐτὴν εἰς νέαν ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».

Δὲν ἔχομε ὑπ’ ὄψη μας κάποια πρόσθετη πληροφορία γιὰ τὸ μοναστήρι αὐτὸ ἀπὸ ἄλλη πηγή.

 

Ε΄.  Δύο «ἀνώνυμα» μοναστήρια στὴ Γούρα.

Στὸν ὀρεινὸ ὄγκο τῆς Γούρας ὑπῆρχαν καὶ ἄλλα μοναστήρια ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ διάφορα σχετικὰ τοπωνύμια γιὰ τὰ ὁποῖα μοναστήρια ὅμως δὲν μᾶς εἶναι γνωστὲς οἱ όνομασίες τους.

Τὰ ἐρείπια δύο  τέτοιων «ἀνωνύμων» μοναστηριῶν ἐντόπισε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος κατὰ τὴν «ἀρχαιολογικὴ ἐκδρομή», τὴν ὁποία πραγματοποίησε στὰ μέρη ἐκεῖνα κατ’ ἐντολὴ τοῦ προέδρου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Τὴ σχετικὴ μαρτυρία τὴν κατέγραψε στὴσχετικὴ  «ἔκθεση» ποὺ συνέταξε καὶ ὑπέβαλε μετὰ τὴν πραγματοποίησή της.

Παρουσιάζουμε τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα τῆς «ἔκθεσης»:

«Ἐρείπια Μονῶν:

Α) Πέριξ τῆς Γούρας εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας πρὸς Β. ἐν τῇ θέσει «Μοναστήρι» κεῖνται ἐρείπια ἀρχαίας βυζαντινῆς μονῆς ἀδήλου ὀνόματος. Σώζεται τὸ κρηπίδωμα τοῦ ναοῦ καὶ τῶν πέριξ δωματίων, καὶ ἐν τῷ μέσῳ θάλλουσι γηραλέαι δρῦς. Προχείρως διὰ ξηρολίθου περιεφράχθη ὁ ναὸς ἔνθα κατ’ ἔθος οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐτελεῖτο λειτουργία καὶ πανήγυρις τὴν ἑορτὴν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς.  Καί τοι μοί εἶπον ἐν Γούρᾳ ὅτι εἶδον πλάκα ἐνεπίγραφον, μεταβὰς οὐδεμίαν τοιαύτην εὗρον, ἀφαιρεθεῖσαν ἴσως ὑπὸ τῶν ποιμένων!

Β) Πρὸς Ν. τῆς Γούρας, μεταξὺ ταύτης καὶ τοῦ χωρίου Λογγίτσι, εἰς ἀπόστασιν δύο ὡρῶν, κεῖνται τὰ ερείπια ἑτέρας ἀρχαίας Μονῆς ἐν τῇ θέσει «Παλαιό – μοναστήρι» κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἄνω. Καὶ ταῦτα τὰ ἐρείπια ἀγνοοῦμεν εἰς ποίαν μονὴν ἀνήκουν, μὴ σωζομένης οὐδεμιᾶς ἐπιγραφῆς.»

 

ΣΤ΄. Τὸ Μοναστήρι τῆςἉγίας Τριάδας τῆςΣούρπης

Τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδας τῆς Σούρπης διατηροῦνται καὶ στὴνἐποχή μας. Ἐντοπίζονται τρία χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴ Σούρπη στὸ δρόμο πρὸς τὶς Νηές.

Ὁ κεντρικὸς καθεδρικὸς ναὸς τοῦ μοναστηριοῦ διατηρεῖ ἀκόμα ἕνα σημαντικὸ μέρος του ὄρθιο σὲ βαθμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ καθορίζεται σαφῶς ἡ ἀρχικὴ μορφή του. Σὲ μερικὰ μέρη τοῦ ἐσωτερικοῦ σοβᾶ τῶν τοίχων του, πρὶν λίγα χρόνια ἀκόμη, παρατηροῦνταν σημεῖα μὲ ἴχνη χρωμάτων ποὺ δήλωναν τὴν ὕπαρξη κάποτε στὸν ναὸ αὐτὸ εἰκονογραφίας. Ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸ διακρίνονται μέχρι καὶ σήμερα ἀκόμη ἴχνη θεμελίων κελιῶν.

Ὁ ναὸς τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ ἀνήκει στὴν κατηγορία τῶν ἐγγεγραμμένων σταυροειδῶν δικιόνιων ναῶν. Χρονολογεῖται στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 12ουαἰῶνα. Γιὰ τὸ κτίσιμό του χρησιμοποιήθηκαν καὶ λιθόπλινθοι σὲ δεύτερη χρήση ἀπὸ γειτονικὰ ἀρχαῖα καὶ παλαιοχριστιανικὰ κτίρια. Στὸ χῶρο τοῦ μοναστηριοῦ ἔχουν ἐντοπιστεῖ παλαιοχριστιανικὰ κιονόκρανα ποὺ ἔχουν στενὲς ὁμοιότητες μὲ γλυπτὰ τῆς Νέας Ἀγχιάλου.

Σύμφωνα μὲ παλαιότερη περιγραφή του, στὰ 1922, ὁ ναὸς εἶχε «ἀκέραιους τοὺς τοίχους του» ἀλλὰ ἦταν «ἄνευ στέγης».

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος στὴν ἐργασία του «Ἡ μεσαιωνικὴ Φθιῶτις καὶ τὰ ἐν αὐτῆ μνημεῖα»[3] γράφει γιὰτὸ μοναστήρι αὐτό:

«Ὁ ναὸς εἶναι ᾠκοδομημένος κατὰ τὸ βυζαντινὸν σύστημα, δηλ. ἕκαστον ὀρθογώνιον λίθον περιβάλλουσι πλίνθοι ὀπταί. Ἡ κόγχη ὅμως πρὸς Α. τοῦ ναοῦ ἔπαθε φθορὰν τινὰ ἐκτῆς διαβρώσεως τῶν ὀμβρίων ὑδάτων, ἑπομένως δὲν γνωρίζομεν ἐὰν αὕτη ἐκοσμεῖτο διὰ κεραμοπλαστικῶν κοσμημάτων.

Ὁ ναός, ὀρθογώνιος ὤν, φαίνεται ὅτι εἶχε θόλον μετὰ τρούλλου ὑποβασταζομένου ὑπὸ τεσσάρων μονολίθων κιόνων ἐκ λευκοῦ μαρμάρου, ὧνοἱ δύο εἶναι ἐρριμμένοι ἐντὸς τοῦ ναοῦ. Ἴσως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ δύο εἶναι κεκαλυμμένοι ἐκ τῶν ἐρειπίων τοῦ καταπεσόντος τρούλλου. Τὰ δὲ διαζώματα τῶν ἁψίδων τοῦ ναοῦ φέρουσιν ἐν ἀναγλύφῳ κοσμήματα κληματίδος μετὰ σταφυλῶν καὶ λεσβίου κύματος. Ἐν δὲ τῷ πρὸς μεσημβρίαν κειμένῳ νάρθηκι κεῖται ἐν ἐρειπίοις παρεκκλήσιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὡς ὑπόβαθρον μὲν Ἁγίας Τραπέζης κεῖται σπόνδυλος κίονος λευκοῦ, ὡς Ἁγία Τράπεζα δὲ ἐχρησίμευε κιονόκρανον ἀρχαίου χριστιανικοῦ ναοῦ μετὰ φύλλων ἀκάνθης τοῦ Ε΄ μ. Χ. αἰῶνος λεπτῆς τεχνοτροπίας…».

«Πέριξ δὲ τοῦ ναοῦ κεῖνται ἠρειπωμένα κρηπιδώματα τοῦ περιβόλου τοῦ ναοῦ, ἐν ᾧ  ὑπῆρχοντὰ δωμάτια τῶν μοναχῶν, ὡς ἐκτοῦ διαγράμματος τοῦ ἐμβαδοῦ δηλοῦται. Ἄρα ἐνταῦθα ὑπῆρχεν ἄλλη μονὴ, τιμωμένη ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὡς ἡ παράδοσις λέγει…».

Τὸ τέλος καὶ ἡ διάλυση τοῦ ὀρθόδοξου αὐτοῦ μοναστηριοῦ πρέπει νὰ συνδέεται μὲ τὴν ἀσφυκτικὴ ἀτμόσφαιρα μὲ τὴν ὁποία καταπίεζε κάθε ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ κέντρο ἡ δυναμικὴ καὶ κυρίαρχη οἰκονομικὰ παρουσία τῶν βενετσιάνικωνἐμπορικῶν οἴκων τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ καθολικοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἁλμυροῦ.

Μποροῦμε βάσιμα νὰ ὑποθέσουμε ὅτι οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδας, μετὰ τὴ διάλυσή του, ἐνσωματώθηκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας. Τὴν ἴδια τύχη πρέπει νὰ εἶχε καὶ ἡ κτηματικὴ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ. Παραχωρήθηκε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Σ’ αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διεκδικοῦσε πάντοτε ἰδιοκτησιακὰ δικαιώματα στὴν κτηματικὴ περιφέρεια τῆς Σούρπης ἐρίζοντας μὲ τοὺς Σουρπιῶτες.

Ἡ ἀπροσδόκητα γενναιόδωρη παραχώρηση, ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, πολλῶν κτημάτων στὴν πεδιάδα τῆς Σούρπης κατὰ τὴν διανομὴ τῆς περιοχῆς στοὺς κατοίκους τῆς Ἁγίας Τριάδας μετὰ τὴ χάραξη τῶν ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων τοῦ 1832, πρέπει νὰ ἀπηχεῖ ἀναγνώριση τέτοιων ἰδιοκτησιακῶν δικαιωμάτων.[4]

Ἐπιβεβαιωτικὸ τοῦ ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Σούρπης, μετὰ τὴ διάλυσή του, ἐνσωματώθηκε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς ἀργότερα) ἀποτελεῖ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 103/24-12-1974 ἔγγραφο «Πρὸς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς» τῆς Ἐφορείας Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων Λαρίσης. Σὲ μία παράγραφο τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ δηλώνεται: «…διὰτοῦ συνεργείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας ἐγένοντο ἐργασίαι καθαρισμοῦ εἰς τὸν ἐν Νηὲς Σούρπης ἠρειπωμένον βυζαντινὸν Ναὸν τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μετόχιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς».

 

Ζ΄. Τὸ Μοναστήρι τοῦἉγίου Νικολάου στὸΜπακλαλί

Στὸ ἀκατοίκητο σήμερα χωριὸ τοῦ Ἁλμυροῦ Μπακλαλὶ[5] ὑπάρχει, σὲ μορφὴ νεότερου κτίσματος, ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου, τοῦ ἐπονομαζόμενου «τῆς Βουνένης» ἤ «τοῦ ἐν Βουνένοις».

Παλαιότερα, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, στὴ θέση αὐτὴ ὑπῆρχε ὁμώνυμο βυζαντινὸ μοναστήρι. Οἱ ἔρευνες ποὺ πραγματοποίησε ἐκεῖ ἡ Ὁλλανδικὴ Ἀρχαιολογικὴ Σχολή ἐπικουροῦντὴνἄποψηαὐτή. Ἐκτιμοῦμεὅτιδὲν πρέπει νὰ παραθέσουμε περισσότερα στοιχεῖα, ἀποδεικτικὰ τῆς ἄποψης αὐτῆς.

Ἐρείπα τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοῦ μοναστηριοῦ ἐντόπισαν τὰ μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, Πέτρος  Παπανικολάου καὶ Κωνσταντῖνος Πλάκας, κατὰ τὴν «ἀρχαιολογικὴ ἐκδρομή» ποὺ πραγματοποίησαν ἐκεῖ, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ προέδρου τοῦ Δ.Σ., στὶς 8 Μαΐου 1899.[6]

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος γράφει γιὰ τὰ ὑπολείμματα τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ: «Τὸ δὲ παρὰ τὸ χωρίον Μπακλαλὶ ἁγίασμα εἶναι θολωτὸν καὶ ἐν αὐτῷ λούονται κατὰ τὴν ἐπέτειον τῆς ἑορτῆς αὐτοῦ οἱ ἀσθενεῖς καὶ πάσχοντες, οἳτινες καὶ ἰῶνται κατὰ τὸ λέγειν τῶν κατοίκων. Ὀφείλουσιν ὅμως οἱ ἐν αὐτῷ  λουόμενοι ἀσθενεῖς νὰ ἀναρτῶσιν ἐπὶ τῶν κλάδων τῶν περιβαλλουσῶν αὐτὸ γηραλέων δρυῶν καὶ πρίνων ράκη ἐνδυμάτων καὶ μανδύλια.

Εἰς ὀλίγων δὲ βημάτων ἀπόστασιν πρὸς Α. ἐντὸς τοῦ δάσους φαίνονται ἐρείπια ἀρχαίων κτιρίων καὶ ἐσχάτωςἐν αὐτοῖς ἵδρυται εἰκόνισμα καὶ ναΐσκος τοῦ ἁγίου, κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς τῶν θεμελίων τοῦ ὁποίου ἀνευρέθησαν τὰ θεμἐλια ἀρχαίου χριστιανικοῦ ναοῦ καὶ τάφου.

Παρὰ δὲ τὸ ἱερὸν τοῦτο ἄλσος πρὸς Β. ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὑπερκειμένου τοῦ χωρίου Μπακλαλὶ λόφου σῲζονται ἐρείπια ἀρχαίων ἑλληνικῶν τειχῶν, συγκειμένων ἐκ μεγάλων ὀρθογωνίων λίθων ἑλληνικῆς κατασκευῆς. Τὰ ἐρείπια ταῦτα, καίπερ κεκαλυμμένα ὑπὸ θάμνων, δύναταί τις νὰ παρακολουθήσῃ καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἔκτασιν. Λίθοι δε τινες ἐκ λευκοῦ μαρμάρου μετ’ ἀρχαίων ἀναγλύφων κοσμημάτων κεῖνται παρὰ τὸ ἁγίασμα. Οἱ λίθοι οὗτοι κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, μετηνέχθησαν ὑπὸ τῶν μεταγενεστέρων ἐκ τοῦ παρὰ τὸ χωρίον Καρατζανταγλὶ ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων κειμένου ναοῦ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς. Ἐπὶ δὲ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ τοῦ ἁγιάσματος εἰς τὸ χωρίον Μπακλαλί παρατηρεῖται ὑδραγωγεῖον καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ κρήνη κατεστραμμένη.

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὅθεν συνάγεται  ὅτι τὸ μὲν παρὰ τὸ χωρίον Μπακλαλὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀλμυροῦ ἁγίασμα καὶ τὰ παρ’ αὐτὸ ἐρείπια εἰσὶ λείψανα βυζαντιακῆς μονῆς, ἧς ὁ χρόνος τῃς ἱδρύσεως, ἀκμῆς καὶ παρακμῆς παραμένει ἡμῖν, το γε νῦν ἔχον, ἄγνωστος. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ τοποθετήσωμεν ἐνταῦθα καὶ πόλιν, διότι τὸ μέρος εἶναι τραχὺ καὶ ἀπότομον, ἑπομένως ὁ τόπος ἁρμόζει μᾶλλον μονῇ ἤ πόλει. Ἄλλως τε ἐρείπια κατέχοντα ἱκανὴν ἔκτασιν καὶ ἀναγόμενα εἰς μεσαιωνικὴν ἐποχὴν οὐδαμοῦ παρατηροῦνται».[7]

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ἐρευνῶντας τὰ ἐρείπια τῆς βυζαντινῆς αὐτῆς μονῆς στὸ Μπακλαλί, ἐντόπισε τρεῖς γλυπτοὺς λίθους μὲ ποικίλα σχέδια. Ἀπὸ τὴν ἐξέταση αὐτῶν κατέληξε στὸ συμπέρασμα: «Οἱ τρεῖς οὗτοι γλυπτοὶ καὶ ἐνεπίγραφοι λίθου μηνύουσι τὴν ἀκμὴν τῆς μονῆς παρὰ τὸ Μπακλαλὶ κατὰ τὸν Ι΄ – ΙΓ΄ μ.Χ. αἰῶνα».[8]

Ἄν καὶ δὲν διαθέτουμε σαφεῖς, ρητὲς καὶ βεβαιωμένες πληροφορίες νὰ στηρίξουμε τὴν ἄποψή μας, θεωροῦμε βέβαιο ὅτι τὸ τέλος τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ ἐπῆλθε ἐξαἰτίας τῆς καταλυτικῆς καὶ δυναμικῆς παρουσίας στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ τῶν πολυάνθρωπων παροικιῶν τῶν Βενετῶν, τῶν Γεννουατῶν, τῶν Πισατῶν καὶ τὴν ταυτόχρονη δημιουργία καθολικῶν μοναστηριῶν, ὅπως, κυρίως, αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἁλμυροῦ.

Σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα ὁδηγούμαστε καὶ ἀπὸ τὴ χρονικὴ σύμπτωση τῆς μεγάλης ἀκμῆς τοῦ καθολικοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῆς ταυτόχρονης παρακμῆς καὶ διάλυσης τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου στὸ Μπακλαλί.

Ἐὰν ἡ ὁριστικὴ αὐτὴ διάλυση δὲν ὀφειλόταν στὴν δυναμικὴ παρουσία τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Καθολικῶν, αὐτὴ ὁλοκληρώθηκε ὁπωσδήποτε μὲ τὴν ἄφιξη τῶν Τούρκων, ἀφοῦ λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο αὐτὸ Μοναστήρι ἀνεγέρθηκε τουρκικὸ τζαμὶ.

Οἱ πατέρες τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, ὡστόσο, θεωροῦσαν βέβαιο ὅτι τὸ βυζαντινὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου στὸ Μπακλαλὶ εἶχε ἐνσωματωθεῖ στὸ δικό τους Μοναστήρι, ἀφοῦ τὸ θεωροῦσαν Μετόχι τους. Ἰσχυρίζονταν μάλιστα ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Νέος ὑπῆρξε καὶ μοναχὸς τοῦ Μοναστηριοῦ τους. Ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας, ὁ ὁποῖος περνοῦσε πολλὲς ἡμέρες στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ συζητοῦσε μὲ τοὺς μοναχούς του, ἔγραψε γιὰ τὸ θέμα αὐτό:  «τὸν Ἅγιον Νέον Νικόλαον, οἱ Πατέρες τῆς Ξενιᾶς συγκαταλέγουν ὡς Ξενιώτην Ἀδελφόν. Ἁγιογραφοῦσιν μάλιστα ἐν τοῖς προπυλαίοις τῆς Κάτω Ξενιᾶς, τὸ δὲ Ναΐδριον τοῦ το ἐκλαμβάνουσιν ὡς Μοναστηριακὸν Μετόχιον Ξενιᾶς χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιχειρήσωσι διεκδίκησιν ἰδιοκτησίας».

 

Η΄. Τὸ Μοναστήρι στὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση»

Τὸ μοναστήρι στὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση», στὸ δρόμο ἀπὸ τὸ Νεοχωράκι πρὸς τὴ Γούρα, ὑπῆρχε καὶ δραστηριοποιοῦνταν κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς.

Μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ ποὺ ἐπισκέφθηκαν καὶ ἐρεύνησαν τὴν τοποθεσία «Τσουρνάτη Βρύση» σὲ εἰδικὴ «ἀρχαιολογικὴἐκδρομή», στὰ 1899, περιέγραψαν ὅσα παρατήρησαν γράφοντας στὴ σχετικὴ ἔκθεση ποὺ κατέθεσαν στὸν Πρόεδρό της:

«Εἰς ἀπόστασιν δὲ 45 – 60 βημάτων ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ τούτου τείχους πρὸς δυσμὰς κεῖται ἡ Βρύσις τοῦ Τσουρνάτη ἐκτισμένη ἐκ μεγάλων ὀρθογωνίων λίθων, ἀνηκόντων εἰς ἀρχαῖον ἑλληνικὸν ναόν. Εἰς ἀπόστασιν δὲ 20 βημάτων εἶναι τὰ ἐρείπια Βυζαντιακῆς Μονῆς, ἐν τῷ κέντρῳ τῆς ὁποίας ἔκειτο ὁ ναός».

Τὸν ναὸ αὐτὸν, τὸν εἶχαν ἀνακαλύψει, πρὶν ἐπισκεφθοῦν τὴ θέση τὰ μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, κάποιοι Βλάχοι. Ἔγραψε σχετικὰ ὁ Γιαννόπουλος «Βλάχοι ἀνασκάπτοντες τὸ ἔδαφος πρὸς ἀνεύρεσιν θησαυρῶν ἀνεκάλυψαν παρ’ ἐλπίδα τὰ ἐρείπια βυζαντινοῦ ναοῦ».

Συνεχίζοντας τὴν παραπάνω ἔκθεσή τους τὰ μέλη τῆςΦιλαρχαίουἙταιρείας, γράφουν: «Ἐνταῦθα (ἐντὸς τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοῦ ναοῦ τοῦ μοναστηριοῦ στὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση») ὑπῆρχε καὶ ἐπιγραφή τις ἐπί λίθου κατὰ τὸν ὑπενωματάρχην τῆς Χωροφυλακῆς Ν. Ἀργυρόπουλον ἥτις ἤδη ἤ ἐκαλύφθη αὖθις ὑπὸ τῶν χωμάτων, ἤ ἀφηρέθη ὑπὸ τῶν περιοίκων βλαχοποιμένων.[9]Δυστυχῶς τὸ ὄνομα τῆςμονῆς ταύτης παραμένει ἡμῖν ἄγνωστο».[10]

Τὸ Μοναστήρι στὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση» φαίνεται ὅτι ἐγκαταλείφθηκε καὶ διαλύθηκε καὶ αὐτὸ κάτω ἀπὸ τὴν καταλυτικὴ δυναμικὴ παρουσία τῶν Βενετῶν στοὺς Δύο Μεσαιωνικοὺς Ἁλμυροὺς καὶ τὴν ἀσφυκτικὴ πίεση ποὺ ἀσκοῦσε στὴν περιοχὴ τὸ καθολικὸ μοναστήρι τοῦἉγίου Γεωργίου στον κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ.

 

 

Θ΄. Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ

Βορειοανατολικὰ τοῦ Πτελεοῦ ὑπάρχει σήμερα μία ἐκκλησία ποὺ τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Στὰ χρόνια τῆς Φραγκοκρατίας στὴν ἴδια θέση ὑπῆρχε ὁμώνυμο μοναστήρι, τὸ ὁποῖο, κατὰ τὴ διανομὴ τῶν ἐδαφῶν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, μετὰ τὴν κατάλυσή της ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, πῆραν ὑπὸ τὴν κατοχή τους  οἱ Ἰωαννῖτες Ἱππότες.

Λίγα χρόνια ἀργότερα τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ καὶ ἡ κτηματική περιουσία του παρουσιάζεται,  για κάμποσα χρόνια τῆς ἐποχῆς τῆς Φραγκοκρατίας, νὰ ἀνήκει, ἄγνωστο μὲ ποιὰ διαδικασία, στὸ Μοναστήρι τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὸ νησί τοῦ Παγασητικοῦ Κικύνηθος.

Τὸ 1310 ὁ δούκας τῶν Ἀθηνῶν Βάλθερος Βρυένιος πρόσφερε ὅλα τὰ κτήματα τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ τῆς Κικυνήθου στὸν Ἰωάννη Κουϊρίνη. Ἔτσι τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ καὶ ἡ κτηματική του περιουσία ἔγινε προσωπικὴ ἰδιοκτησία τοῦ Ἰωάννη Κουϊρίνη.

Μετὰ τὸ τέλος τῆς Φραγκοκρατίας στὴν περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ παρουσιάστηκαν πολλοὶ διεκδικητές δικαιωμάτων ἐπὶ τῆς περιουσίας  τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς κτηματικῆς περιουσίας τῶν δύο ἄλλων γειτονικῶν μοναστηριῶν, «τῆς Λάκας Παναγιᾶς» τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου καὶ «τῆς Παναγίας Βάβριανης» τῆς Γλύφας. Γιὰ τὴ λύση τῶν ἰδιοκτησιακῶν προβλημάτων ποὺ δημιουργήθηκαν στάλθηκε εἰδικὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, ὁ μοναχὸς Λουκᾶς.[11]

Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ ἦταν ἕνα «τῶν ἐν τῷ Πτελέῳ εὑρισκομένων πατριαρχικῶν τριῶν μονυδρίων» τῶν ὁποίων «τὴν κτητορικὴν δικαίωσιν καὶ ἐφορείαν καὶ οἰκονομίαν» ἔπρεπε νὰ τακτοποιήσει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μοναχὸς Λουκᾶς, ὅπως ἀναφέρουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς.

 

 

Ι΄. Τὸ Μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης

Στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης λειτούργησε μέχρι καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ  1821 ἕνα Μετόχι τοῦ Μοναστηριοῦτοῦ Παναγίου Τάφου τῶν Ἱεροσολύμων. Οἱ κάτοικοι τῶν χωριῶν τῆς γύρω περιοχῆς, Σούρπης, Πτελεοῦ, Βρύναινας, Πλατάνου, Χαμάκως, κ. ἄ.  εἶχανἀφιερώσει σ’ αὐτὸπολλὰ κτήματά τους, ἐλαιοπερίποβολα, σπίτια, ἀμπέλια καὶ ἄλλα περιουσιακὰ τους στοιχεῖα. Οἱ ἀφιερώσεις καὶ οἱ δωρεὲς αὐτὲς καταγράφονταν σὲ ἕνα εἰδικὸ κώδικα ποὺ τηροῦνταν γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνο μοναχό, ἀποσταλμένο ἀντιπρόσωπο τῆς Μονῆς τοῦ Παναγίου Τάφου.

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀφιερωτὲς καὶ τοὺς δωρητὲς ἀφιερώνονταν καὶ οἱ ἴδιοι στὸ «Μετόχι» καὶ ζοῦσαν καλλιεργῶντας τὰ ἴδια τὰ κτήματά τους γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Μετοχιοῦ.

Στὴ Δημόσια Βιβλιοθήκη τῆς Δημητσάνας βρίσκεται μέχρι σήμερα ὁ παραπάνω χειρόγραφος κώδικας τοῦ Μετοχίου αὐτοῦ μὲ τὶς ἀφιερώσεις αὐτές.

Ὁ φάκελος  «Μοναστηριακὰ Φ-089» τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους μὲ τίτλο «Τάφου (Ἁγίου) Μετόχιον εἰς Σούρπην, Δῆμος Πτελεατῶν» περιέχει 24 ἔγγραφα ποὺ ἀναφέρονται στὰ ἰδιοκτησιακὰ προβλήματα ποὺ προέκυψαν μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ Μετοχίου αὐτοῦ.[12]

 

ΙΑ΄. Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης

Στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Γλύφας, τοῦ παλαιοῦ Δήμου Κρεμαστῆς Λαρίσης, ὑπάρχει μέχρι τὴν ἐποχή μας ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι, γνωστὸ μὲ τὴν ὀνομασία «Παναγία Βάβριανη» ἤ «Παναγία Βαύριανη». Εἶναι τὸ μόνο σωζόμενο κατάλοιπο ἑνός ὁμώνυμου μοναστηριοῦ ποὺ ὑπῆρχε καὶ δραστηριοποιοῦνταν στὴν ἴδια θέση κατὰ τὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία.

Τὸ μοναστήρι ἦταν ἀφιερωμένο στὴν «Κοίμηση τῆς Θεοτόκου». Εἶναι τὸ δεύτερο «τῶν ἐν τῷ Πτελέῳ[13] εὑρισκομένων πατριαρχικῶν τριῶν μονυδρίων», τῶν ὁποίων «τὴν κτητορικὴν δικαίωσιν καὶ ἐφορείαν καὶ οἰκονομίαν» ἔπρεπε νὰ τακτοποιήσει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μοναχὸς Λουκᾶς, ὅπως ἀναφέρουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς.

Ὁ φάκελος «Μοναστηριακὰ Φ-085» τῶν Γενικῶν Ἀρχείωντοῦ Κράτους περιέχει ἔγγραφα ποὺ ἀναφέρονται στὴ διεκδίκηση τῶνπεριουσιακῶν στοιχείων τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ.

 

ΙΒ΄. Τὸ Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς»

Τὸ Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς, στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου, εἶναι τὸ μοναστήρι στὸ ὁποῖο παρουσιάστηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.  Εἶναι τὸ τρίτο «τῶν ἐν τῷ Πτελέῳ εὑρισκομένων πατριαρχικῶν τριῶν μονυδρίων» τῶν ὁποίων «τὴν κτητορικὴν δικαίωσιν καὶ ἐφορείαν καὶ οἰκονομίαν» ἔπρεπε νὰ τακτοποιήσει ὁ ἀντιπρόσωποςτοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μοναχὸς Λουκᾶς.

Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ἡ «εἰκόνα»  «τῆς βρεφοκρατούσας Παναγίας» πῆρε τὸ ὄνομα, μὲ τὸ ὁποῖο ἔγινε καὶ παραμένει πλέον γνωστή, «Παναγία Ξενιά».

Τὸ Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» εἶναι τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ πέντε συνολικὰ μοναστήρια ποὺ πῆραν τὴν ἐπωνυμία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ἀλλὰ καὶ τὸ πρῶτο μοναστήρι ποὺ πῆρε αὐτὴν τὴν ὀνομασία, χάνοντας τὴν ἄγνωστη σήμερα ἀρχικὴ πρώτη δική του ὀνομασία.

Ἦταν χτισμένο σὲ μία μικρή χερσονησίζουσα γλωσσίδα τῆς ἀκτῆς τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ τοῦ Ἁλμυροῦ Ἀχίλλειο, γνωστὴ ὡς σήμερα μὲ τὴν ἐπωνυμία «Λάκα Παναγιά».

Τωρινὸ κατάλοιπο τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ στὴν ἴδια θέση εἶναι ἕνα μικρὸ νεόκτιστο ἐκκλησάκι ποὺ τιμᾶται στὴν «Ἀπόδοση τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» καὶ πανηγυρίζει στὶς 23 Αὐγούστου.

Γύρω ἀπὸτὸἐκκλησάκιαὐτὸἀλλὰκαὶἐνσωματωμέναστοὺς τοίχους του βρίσκονται μαρμάρινα τεμάχια προερχόμενα ἀπὸ     κτίσματα τοῦπαλιοῦαὐτοῦμοναστηριοῦ.

Στὴ δυτικὴ πλευρὰ τῆς μικρῆς αὐτῆς χερσονησίζουσας γλωσσίδας τοῦ Ἀχιλλείου παρατηροῦνται ἀκόμα καὶ σήμερα ἴχνη τῆς παραθαλάσσιας ἀποβάθρας τοῦ μοναστηριοῦ.

 

ΙΓ΄. Τὸ Μοναστήρι τοῦ «Κουκλιᾶ»

Τὸ Μοναστήρι τοῦ «Κουκλιᾶ» εἶναι τὸ μοναστήρι ποὺ ἔχτισαν οἱ καλόγεροι τοῦ παραπάνω Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶςὅταν, γιὰ λόγους προστασίας τους ἀπὸ τὶς συχνὲς πειρατικὲς ἐπιδρομὲς καὶ τὶς πολλὲς ἐχθρικὲς ἐπιθέσειςκαὶ λεηλασίες, ἀναγκάστηκαν νὰ τὸ ἐγκαταλείψουν.

Ἦταν χτισμένο σὲ μία μεγάλη δασοσκέπαστη ἔκταση, ἰδιοκτησίας τοῦ ἰδίου μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς», γνωστὴ μέχρι σήμερα μὲ τὴν ὀνομασία «Κουκλιὰς» ἤ «Βατά».

Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ἐγκαταστάθηκαν καὶ ἐγκαταβίωσαν γιὰ ἀρκετὰ χρόνια πρίν, τελικά, ἐγκατασταθοῦν ὁριστικὰ στὴ «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς».

Ἐλάχιστα κατάλοιπα τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ παρατηρηθοῦν μέχρι καὶ σήμερα στὴν ἴδια περιοχή, χωμένα μέσα σὲ πυκνοὺς θάμνους.

Τὸ Μοναστήρι τοῦ «Κουκλιᾶ» εἶναι τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ πέντε συνολικὰ μοναστήρια ποὺ πῆραν διαδοχικὰ τὴν ἐπωνυμία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ὅμως τὸ Μοναστήρι ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἵδρυσής του πῆρε τὴν ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

 

ΙΔ΄. Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Χαμάκως

Στὸ ἐρειπωμένο στὴν ἐποχή μας χωριὸ Χαμάκω[14] ὑπάρχουν τρεῖς ἐκκλησίες. Ἡ μία τιμᾶται στὸ ὄνομα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Αὐτὴ διατηρεῖται  μέχρι σήμερα στὴν ἀρχικὴ μορφή της. Ἡ δεύτερη ἐκκλησία τιμᾶται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ ἡ τρίτη εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Στὴν ἐποχὴ μας ἡ ἐκκλησία αὐτὴ ξαναχτίστηκε σὲ μιὰ μορφὴ νεότερης κατασκευῆς στὴ θέση παλιότερης ὁμώνυμης ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶχε καταρρεύσει.

Ἡ παλιότερη αὐτὴ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἦταν ἀρχαιότερη τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Οἱ ὑπάρχουσες πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι ἦταν ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία ἑνὸς μικροῦ μοναστηριοῦ, τὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε μετόχι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

 

ΙΕ΄. Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ «Ράχοβο»

Σὲ πολὺ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ παλιὸ κάτω κτιριακὸ συγκρότημα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὑπάρχει ἕνας μικρὸς ναὸς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Σήμερα χρησιμοποιεῖται καὶ ὡς κοιμητηριακὸς ναὸςτῆς Γυναικείας Κάτω Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ σὲ παλιότερες ἐποχές.

Ἡ περιοχὴ τοῦ παλιοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν παλιότερα γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα «Ρουχᾶ ράχη» ἤ «Ρουβᾶ ράχη» ἤ «Ρήχοβο» ἤ «Ράχοβο». Τὴν τελευταία αὐτὴ παραλλαγὴ τῆς ὀνομασίας χρησιμοποιοῦμε ἐδῶ, μὲ δική μας πρωτοβουλία, γιὰ τὸν εὐκολότερο προσδιορισμό τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ γιατὶ τὸ τοπωνύμιο «Ράχοβο» εἶναι ἡ ἐπικρατέστερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες ὀνομασίες γιὰ τὴν περιοχὴ αύτή, σὲ ἱστορικὰ ἔγγραφα.

Ὁ ναὸς αὐτὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ «Ράχοβο» ἦταν σὲ πολὺ παλαιὲς ἐποχὲς  ὁ κεντρικὸς ναὸς ἑνὸς ἄλλου μικροῦ μοναστηριοῦ. Τὴν πληροφορία αὐτὴ τὴν ὀφείλουμε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, ὁ ὁποῖος, ὅπως μᾶς βεβαιώνει στὰ κατάλοιπά του, ἄκουσε τὴν πληροφορία αὐτὴ ἀπὸ τοὺς καλογέρους τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος εἶχε ἐντοπίσει στὴ βιβλιοθήκη τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ ἀρκετὰ ἔγγραφα στὴν τουρκικὴ γλῶσσα ἀμετάφραστα, τῶνὁποίων ποτέ του δὲν πληροφορήθηκε τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενο.

Στὴν πίσω ὄψη ἑνὸς ἀπὸ αὐτὰ ἦταν γραμμένη στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἡ διευκρινιστικὴ τοῦ περιεχομένου του ἔνδειξη: «Τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κοκός – Μουκατασὶ, ταπὶ εἰς χωρίον Κελλέρια: τοῦ ἁγίου Σταγῶν δεφτὲρ νὰ μὴ γίνηται».

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτὸ δὲν εἶναι κατανοητὸ τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου λόγῳ τῆς ἀσάφειας τοῦ ἐνδεικτικοῦ τίτλου. Εἶναι ὅμως βέβαιο  ὅτι ἀναφερόταν στὸ Μοναστήρι αὐτό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Σχολιάζοντας ὁ Γιαννόπουλος κάποιες πληροφορίες ποὺ πῆρε ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς γιὰ τὸ ἔγγραφο αὐτό, ἔγραψε τὰ ἑξῆς:[15]

«Κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν πατέρων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ὁ ναΐσκος τοῦ ἁγίου Γεωργίου ἦν πρὶν μονύδριον, ἔχον πέριξ κελλία τινὰ μοναχῶν ἀσκουμένων εἰς ἐργόχειρα. Πότε ἐξηφανίσθησαν τὰ κελλία; Τοῦτο διδάξει ἡμῖν ἡ μετάφρασιςτοῦ προκειμένου ὀθωμανικοῦ ἐγγράφου. Βραδύτερον ἐπεσκευάσθη ὁ ναΐσκος μετὰ τρούλλου, καιτοι καὶ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον. Τὸ μόνον δὲ τὸ ὁποῖον γινώσκομεν εἶναι ὅτι αἱ εἰκόνες ποὺ ὑπῆρχαν σ’ αὐτὸν τὸν ναὸ ἦταν τοῦ 1802. Ἡ μόνη δὲ δυτικὴ θύρα τοῦ ναοῦ τούτου ἐνέχει ὡς παραστάδας κίονας ἐκ λευκοῦ μαρμάρου μετασχηματισθέντας ὑπὸ τοῦ τέκτονος εἰς ὀρθογωνίους λίθους, ὧν τὰ πρὶν στρογγύλα τεμάχια εἰσὶν ἐρριμμένα πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ προαυλίου. Ὁ νάρθηξ τοῦ ναΐσκου καταπεσὼν πρὸ τριῶν ἐτῶν ἀφῃρέθη ἔκτοτε».

 

 

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας

Σὲ μιὰ ἀπόμερη, ἡλιόλουστη καὶ ἤρεμη βουνοπλαγιὰ τῆς Ὄρθρης, ἀνάμεσα στὰ σημερινὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ Βρύναινα καὶ Κοκκωτοί, ὑπῆρχε, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει μέχρι σήμερα, τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας». Εἶχε ἱδρυθεῖ πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ δεκαπέντε παραπάνω μοναστήρια καὶ στὴ συνέχεια ὑπῆρξε καὶ δραστηριοποιοῦνταν παράλληλα μὲ αὐτὰ γιὰ ἀρκετὰ χρόνια μέχρι καὶ τὴ διάλυσή τους καὶ συνέχισε νὰ ὑπάρχει καὶ κατόπιν.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ὑπῆρξε πρὶν καὶ ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» καὶ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ «Κουκλιᾶ» τὸ ὁποῖο ἦταν ἡ συνέχεια τοῦ πρώτου. Τὸ μοναστήρι εἶχε τὴν ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου».

Οἱ ἐνδείξεις ποὺ ὑπάρχουν ὑποδεικνύουν ὅτι, σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τῆς ἀλληλοδιάδοχης ὕπαρξηςτῶν δύο παραπάνω διαδοχικῶν μοναστηριῶν, τοῦ πρώτου στὴ θέση «Λάκα Παναγιὰ»  καὶ στὴ  συνέχεια δεύτερου, τοῦ «Παλιομονάστηρου τῆς Ξενιᾶς» ἤ τοῦ «Μοναστηριοῦ τοῦ Κουκλιᾶ», τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» διατηροῦσε λόγῳ γειτνίασης ἰδιαίτερες καὶ στενὲς σχέσεις μ’ αὐτά.

Ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἦταν- καὶ παραμένει μέχρι σήμερα – μιὰ εἰκόνα τῆς «Κοίμησης τῆς Θεοτόκου». Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς καὶ οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ πανηγύριζαν, τιμῶντας ἰδιαίτερα τὴν ἐφέστια αὐτὴ εἰκόνα τους, στὶς 15 Αὐγούστου, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς «Κοίμησης τῆς Θεοτόκου». Ἡ ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν γνωστὴ σ’ ὅλους καὶ ὡς «Παναγία Κισσιώτισσα»

Τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀργότερα ἄρχισε νὰ ἔχει παράλληλα καὶ τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ τὸ ὁποῖο γιὰ λόγους διάκρισης ἀπὸ τὸ ἄλλο ὁμώνυμο μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τὸ «Κάτω Μοναστήρι», πῆρε τὴν προσωνυμία «Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» εἶναιτὸ τρίτο ἀπὸ τὰ πέντε συνολικὰ μοναστήρια ποὺ πῆραν τὴν ἐπωνυμία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἐπίσης τὸ δεύτερο μοναστήρι ποὺ πῆρε αὐτὴν τὴν ὀνομασία, χάνοντας ἀνεπίσημα τὴν δική του ὀνομασία, «Παναγία Κισσιώτισσα».

Οἱ καλόγεροι τοῦ μοναστηριοῦ Παναγίας Κισσιώτισσας, λέει μία πολὺ παλιὰ παράδοση,  βρῆκαν τὴν θαυματουργὸ ἐφέστιά τους εἰκόνα, τὴν εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ὕστερα ἀπὸ ἕνα ὅραμα ποὺ τοὺς ὁδήγησε ὡς ἐκεῖ, πάνω στὴ διχάλα ἑνὸς δέντρου τοῦ γειτονικοῦ δάσους, περιτυλιγμένη μέσα σὲ κλαδιὰ κισσοῦ. Τὴν ὀνόμασαν, λοιπόν, «Παναγιὰ Κισσιώτισσα». Τὴν ἔφεραν στὸ Μοναστήρι τους καὶ ἀπὸ τότε ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔγινε ἡ «ἐφέστια» εἰκόνα τους. Ἀπὸ τὴν «Παναγιὰ Κισσιώτισσα» πῆρε καὶ τὸ μοναστήρι τους, παράλληλα μὲ τὴν ἐπίσημη ὀνομασία του «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», καὶ τὴν ὀνομασία  «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας».

Ὁ Εὐστάθιος Παπακωνσταντίνου Καλτσέτας, ὁ ὁποῖος ἔχει δημοσιεύσει πολλὰ σχετικὰ μὲ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἄρθρα σὲ ἐφημερίδες, ἔγραψε γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα: «Ἱδρύτρια τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, τυγχάνει ἡ Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς Θεοτόκου Μαρίας «Κοίμησις», διότι ταύτην τὴν Εἰκόνα ἀνεῦρον εἰς παρωχημένους χρόνους ἐντὸς κορμοῦ δρυὸς περιπεπλεγμένης κισσὸν φεγγοβολοῦσαν καὶ ἐδῶ περὶ τὴν κισσόπλεκτον δρῦν, ἐκτίσθη ὁ πρῶτος ἐξοχικὸς Εὐκτήριος Οἶκος ὁ δὲ κορμὸς τῆς δρυὸς ταύτης ἀντεκατεστάθη ὑπὸ κίονος στηρίζοντος τὸν καὶ νῦν θρόνον τῆς ἀνευρεθείσης Εἰκόνος «Κοίμησιςτῆς Θεοτόκου», περὶ τὸν ὁποῖον ἐκτίσθη ὁ νῦν σήμερον Ἱερὸς Ναὸς κατὰ τὴν ἀφήγησιν τῶν Ἱερῶν Πατέρων. Τούτῳ τῷ λόγῳ δηλαδὴ ἐκ τῆς κισσοπλέκτου δρυὸς ἡ Μονὴ ἐτιτλοφορεῖ το «Ἱερὰ Μονὴ Κισσιωτίσσης» καὶ τοιαύτην σφραγίδα ἐχρησιμοποίει τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον, ἕως ἐσχάτων μετὰ τὴν μετάθεσιν τῆς Καθέδρας εἰςτὴν Κάτω Ξενιὰν…»

Τὸ θαῦμα τῆς εὕρεσης τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» γρήγορα ἔγινε γνωστὸ καὶ ἔκανε τὸ Μοναστήρι της ξακουστὸ στὴ γύρω περιοχὴ καὶ πιὸ μακριὰ ἀκόμα. Πλήθη πιστῶν ἔσπευδαν νὰ προσκυνήσουν τὴν εἰκόνα ποὺ μὲ τόσο θαυμαστὸ τρόπο ἦρθε στὸν τόπο τους, τὴν «Παναγιὰ Κισσιώτισσα». Ἔτσι τὸ μοναστήρι πλούτιζε, μεγάλωνε καὶ ἄκμαζε συνεχῶς καὶ τὰ πλήθη τῶν προσκυνητῶν του συνεχῶς αὐξάνονταν.

Τὸ μοναστήρι ἦταν ἀπομονωμένο καὶ ἔτσι ἦταν κάπως περισσότερο ἀσφαλισμένο ἀπὸ ὅσο τὰ ἄλλα μοναστήρια τῆς περιοχῆς. Δὲν κινδύνευε ἀπὸ  πειρατικές ἐπιδρομές, ὅπως τὰ δυὸγειτονικὰ μοναστήρια στὴ «Λάκα Παναγιὰ» καὶ ἐκεῖνο στὴ συνέχεια στὸν «Κουκλιᾶ», ἤ ὅπωςτὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Πτελεὸ καὶ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Γλύφας, ποὺ ἦτανπαραλιακὰ ἤ ἀρκετὰ κοντὰ στὴ θάλασσα.

Τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ἀφιερωμένο στὴν  Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ἀνάγοντας τὴν πρώτη του ἀρχὴ στὰ 647 μ. Χ., εἶναι τὸ μοναδικὸ μοναστήρι στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ποὺ ἐπέζησε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἵδρυσής του σ’ ὁλόκληρη τὴ διάρκεια τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας καὶ τῆς  Τουρκοκρατίας καὶ ἐπιζεῖ μέχρι σήμερα.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακραίωνης αὐτῆς πορείας του ἀπορρόφησε υἱοθετῶντας καὶ ἐνσωματώνοντάς ὅλα τὰ ἄλλα μοναστήρια ποὺ ἱδρύθηκαν στὴν ἴδια περιοχὴ καὶ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο ἤ αἰτία διαλύθηκαν ἤ καταργήθηκαν. Εἶναι ἡ στοργικὴ μάνα μοναστηριῶν, ἡ ὁποία υἱοθέτησε μοναστήρια ὅπωςτὸ μοναστήρι στὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση», τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου στὸ Μπακλαλί, τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ, τὸ μοναστήρι τῆς νήσου Κικύνηθου, τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης, τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ράχοβου, τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδας τῆς Σούρπης, τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Χαμάκως καὶ τὸ μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς, τὸ ὁποῖο ἔφερε μαζί του, πολύτιμη καὶ ἀνεκτίμητη προίκα, καὶ τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου λησμονήθηκε καὶ τὸ ὄνομά της.

Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀφοῦ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὴν στοργικὴ αὐτὴ μάνα μοναστηριῶν γιὰ ὀκτὼ περίπου ὁλόκληρους αἰῶνες, ἔχει ἤδη δικό της ἰδιαίτερο καὶ ξεχωριστὸ μοναστήρι. Εἶναι τὸ νέο γυναικεῖο μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ποὺ χτίστηκε στὴ θέση «Καστράκι». Αὐτὸ εἶναι τὸ πέμπτο ἀπὸ τὰ πέντε συνολικὰ μοναστήρια ποὺ πῆραν τὴν ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Καὶ εἶναι τὸ μόνο ποὺ δικαιοῦται νὰ διατηρεῖ ὁριστικά, μονίμως καὶ ἀποκλειστικά, τὴν ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἡ στοργικὴ αὐτὴ «μάνα» ὅλων τῶν παραπάνω μοναστηριῶν, ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ξαναπάρει τὸ λησμονημένο πρῶτο δικό της ἱστορικὸ ὄνομα καὶ νὰ συνεχίσει τὴν ἱστορία της ὡς «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» καὶ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας».

 

 

————————-

[1] Ἄννα Ἀβραμέα, Ἡ Βυζαντινὴ Θεσσαλία μέχρι τοῦ 1204, Ἐν Ἀθήναις 1974, σελ. 168-169, ὐποσημείωση 1.

[2] Τεκὲς = Μονὴ. Μπὰς = καλός, πρῶτος, ἀρχοντικός. «Μπὰς ὀντὰς» = καλό δωμάτιο, αἴθουσα ὑποδοχῆς, σάλα. «Μπάς μῦλος» = καλὸς μῦλος.

[3]Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Η΄, Ἀθῆναι 1922, σελ. 5 -93.

[4]Γιὰ τὰ κτήματα αὐτὰ ἀναφέρουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας.

[5] Ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ χωριοῦ εἶναι  Ἁλία.  Μπακλαλὶ (= χωριὸ τοῦ μπακλᾶ) εἶναι τούρκικη λέξη ποὺ σημαίνει «Κυαμοχώρι» (=χωριὸ τῶν κουκιῶν).

[6]Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς  Ὄθρυος, τεῦχος Α΄ , ’Εν Βώλῳ 1899, σελ. 30-31.

[7] Βλ. Νεολόγου Ἑβδομαδιαία Ἐπιθεώρησις, 31 Ἰουλίου 1894, σελ. 738 – 740, Νικόλαος Γιαννόπουλος, Βίος Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου.

[8]Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος τὸ παρενέβαλε μὲ γραπτή του ἐπισημείωση στὴ σελίδα 34 του χειρόγραφου κώδικα ΛΓ΄ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ μαζὶ μὲ σχεδιάσματα τῶν τριῶν αὐτῶν γλυπτῶν.

[9] Ἡ μαρμάρινη πλάκα στὴν ὁποία ἦταν χαραγμένη ἡ ἐπιγραφὴ αὐτή, ποὺ ἴσως μᾶς ἔδινε πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὸ Μοναστήρι στὴ θέση Τσουρνάτη Βρύση, συνετρίβη ἀπὸ τοὺς βλαχοποιμένες ποὺ τὴν βρῆκαν ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ ἀναφερόταν στὰ ὅρια τῆς κυριότητας ἐπὶ τῆς περιοχῆς καὶ ἔτσι θὰ ἀμφισβητοῦνταν τὰ δικά τους δικαιώματα βοσκῆς!.

[10]Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», Περίοδος Β΄, τεῦχος 13, Ἁλμυρὸς 2009, σελ. 141 – 151, Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος, Οἱ ἀρχαιότητες στὴν περιοχὴ τοῦ «Τσουρνάτη» τοῦ Ἁλμυροῦ.

[11]Τὸ σχετικὸ πατριαρχικὸ ἔγγραφο δημοσιεύεται στὰ Acta Patriarchatus, τόμ. 4ος, σελ. 474, τῶν Miklosich καὶ Müller.

[12]Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὸ Μετόχι αὐτὸ στὸ: ΒίκτωρΚοντονάτσιος, Τὸ Μετόχι τοῦ ΠαναγίουΤάφου στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης τοῦ Ἁλμυροῦ, στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»», τεῦχος 6, Ἁλμυρὸς 2002, σελ. 33-106.

[13]ΤὴνἐποχὴτῆςὕπαρξηςτοῦμοναστηριοῦαὐτοῦδὲνεἶχεχτισθεῖτὸσημερινὸχωριὸΓλύφα. Ἡ Γλύφα ὅπως καὶ τὸ Ἀχίλλειο δημιουργήθηκαν γύρω στὰ 1918 μετὰ τὴ διάλυση τοῦ χωριοῦ Χαμάκω. Τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης» ἀνῆκε στὴν περιοχὴ τῆς Χαμάκως, ποὺ ἦταν μέρος τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Πτελεοῦ. Τὸ πατριαρχικὸ ἔγγραφο ἀναφέρει αὐτὴν τὴν εὐρύτερη περιοχή.

[14]Τὸ ἀκατοίκητο σήμερα χωριὸ Χαμάκω τὸ ἐγκατέλειψαν οἱ κάτοικοί του ὁριστικὰ γύρω στὰ 1918 καὶ ἔχτισαν τὰ σημερινὰ χωριὰ Ἀχίλλειο τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας καὶ Γλύφα τοῦ Νομοῦ Φθιώτιδας, ἐνῶ κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς μετοίκησαν στὸ Πτελεό καὶ στοὺς Ἁγίους Θεοδώρους.

[15] Ὁ Γιαννόπουλος δημοσίευσε τὸν κατάλογο τῶν ἀμετάφραστων αὐτῶν ὀθωμανικῶν ἐγγράφων στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Θ΄, Ἀθῆναι 1926, σελ. 138. Ἐκεῖ ὅμως δὲν παρουσίασε τὰ σχόλια ποὺ δημοσιεύουμε ἐδῶ, γιὰ πρώτη φορά, καὶ τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὰ ἀδημοσίευτα χειρόγραφα κατάλοιπά του ἀντίγραφα τῶν ὁποίων ὑπάρχουν στὴ διάθεσή μας,

Ανακοίνωση για αναβολή δράσεων

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Από το Δ. Σ. της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού ΟΘΡΥΣ  ανακοινώνεται  ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού  δεν θα πραγματοποιηθεί η καθιερωμένη εκδρομή στην Επίδαυρο για παρακολούθηση θεατρικής παράστασης,  ούτε άλλες εκδηλώσεις,  για λόγους ασφαλείας και προφύλαξης από τον κορωναϊό.
Για οποιαδήποτε νέα απόφαση θα γίνει ενημέρωση  μέσω του τοπικού τύπου και του διαδικτύου.

21 νέα βιβλία των εκδόσεων του ιδρύματος της Βουλής για τη βιβλιοθήκη της Φιλαρχαίου.

Το ΔΣ ανακοινώνει με μεγάλη χαρά και τιμή ότι πρόσφατα η  βιβλιοθήκη της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού Όθρυς  εμπλουτίστηκε με 21 νέα βιβλία των εκδόσεων της Βουλής των Ελλήνων.

Τα βιβλία αυτά, προσβάσιμα σε όλους από τη δανειστική βιβλιοθήκη της Εταιρείας, ελπίζουμε ότι θα συμβάλουν στην καλλιέργεια και τη διάδοση πολιτιστικών αξιών στους κατοίκους του Αλμυρού.

Το ΔΣ οφείλει θερμές ευχαριστίες προς τον βουλευτή Μαγνησίας κύριο Χρήστο Μπουκώρο για τις πολύτιμες ενέργειές του στη διαδικασία απόκτησης τους.

Το 23ο Δελτίο της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού – Παρουσίαση των ιστορικών του ερευνών

Γράφει ο Τριαντάφυλλος Σπανός –Γραμματέας της Φιλαρχαίου Αλμυρού

Τυπώθηκε ,εκδόθηκε αλλά ,λόγω κορονοιού ,δεν είναι εφικτό να παρουσιασθεί σύντομα, στους φιλίστορες κατοίκους της περιοχής μας το νέο ,23o  Δελτίο της Φιλαρχαίου ,οπότε είναι απαραίτητη μια προδημοσίευση ,με τα ενδιαφέροντα ,πρωτότυπα ,ιστορικά θέματα που περιλαμβάνει στις 177 σελίδες του.

   Η Φιλάρχαιος Αλμυρού συνεχίζει την έκδοση του Δελτίου της ,υπηρετώντας τον ίδιο πάντα σκοπό ,την μελέτη και έρευνα της τοπικής μας ιστορίας .

  Φιλάρχαιος-1

     Στο παρόν Δελτίο,23ο στη σειρά από το 1997 που ξεκίνησε η έκδοσή του , παρουσιάζονται πέντε εργασίες του Νικόλαου Γιαννόπουλου ,του θεμελιωτή και πρωτεργάτη της έρευνας της τοπικής μας ιστορίας, από το 1896 και μετά που ιδρύθηκε η Φιλάρχαιος, μελέτες που οι περισσότερες είναι άγνωστες και δυσεύρετες για τον κοινό αναγνώστη της σύγχρονης εποχής

1. Έγγραφα εκ Γούρας και Λαρίσης δι ών συναλλάσονται Οθωμανοί μετά Χριστιανών κατά τον ΙΗ΄αιώνα και εξής

2.Το χωρίον Καινούργιο του Αλμυρού, τσιφλήκι του Αλή πασά (πρόκειται για το χώρο όπου κτίσθηκε η σημερινή Ν.Αγχίαλος )

3. Η ληστεία εν τη επαρχία Αλμυρού κατά τα τέλη του ΙΗ΄αιώνα μ.Χ.

4.Φθία και Ελλάς

5.Φθιώτιδες Θήβες- Δημητριάς. Ο εμπορικός ανταγωνισμός των δύο πόλεων Αλμυρός και Βόλος.

    Το Δελτίο ωστόσο ξεκινά με δύο έρευνες που αφορούν το αγαπημένο μας μοναστήρι της Παναγίας Ξενιάς, έρευνες του προέδρου της Φιλάρχαιου και επιμελητή του Δελτίου Βίκτωρα Κοντονάτσιου.

    Τίτλοι των ερευνών : Η συνεισφορά του Μοναστηριού της Άνω Ξενιάς- Παναγιάς Κισσιώτισσας στους εθνικούς αγώνες και Το μοναστήρι της Άνω Ξενιάς (Παναγία Κισσιώτισσα ),στήριγμα Χριστιανισμού και Ορθοδοξίας.

    O ερευνητής αναφέρει στα εισαγωγικά μεταξύ των άλλων : Το μοναστήρι της Παναγιάς Κισσιώτισσας ποτέ δεν λειτούργησε μόνο ως απομονωτήριο και ησυχαστήριο ανθρώπων ,αφοσιωμένων στην προσευχή και λατρεία του Θεού. Στην μακραίωνη διαδρομή της ιστορίας του οι κάτοικοι της περιοχής του Αλμυρού αντιμετώπιζαν το μοναστήρι και τους μοναχούς ως ‘’δικούς τους ανθρώπους ‘’,που όχι μόνο δέονταν και προσεύχονταν στη Παναγιά για αυτούς ,αλλά και νοιάζονταν ,ενδιαφέρονταν και ενεργούσαν για όλα τα ζητήματα που τους απασχολούσαν .Σε αυτή τη συνεργασία συντελούσε θετικά και ότι οι μοναχοί κατάγονταν κυρίως από τα γύρω χωριά, όπως δείχνουν τα μοναχολόγια του μοναστηριού που έχουν διασωθεί .Το 1935 η τότε τοπική εφημερίδα Αχιλληίς ανέφερε σε άρθρο της(πρόκειται για απόσπασμα πανηγυρικής ομιλίας σε εορταστική εκδήλωση εκείνης της χρονιάς): Κατά την επταετή Ελληνική επανάσταση 1821-28 περί τις τρεις χιλιάδες γυναικόπαιδα που ζούσαν στους δρυμούς, στα φαράγγια και στα σπήλαια της Όθρυος, ενώ οι άνδρες εμάχοντο , ετροφοδοτούντο από το οψοφυλάκιο της Μονής Ξενιάς.

Αναλυτικά καταγράφεται, με πολλά γεγονότα και περιστατικά ,άγνωστα θεωρώ στο ευρύ κοινό , η προσφορά της Μονής στη τοπική μας κοινωνία στη βυζαντινή εποχή όταν και ιδρύθηκε ,στην τουρκοκρατία ,στην Επανάσταση του Γένους το 1821-1832 ,στα επαναστατικά κινήματα για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας 1854 και 1878 ,στον Ατυχή πόλεμο του 1897 ,στη περίοδο 1912-1941,στα χρόνια της Κατοχής, στη περίοδο μετά τον Πόλεμο και την Αντίσταση . στη νεώτερη – σύγχρονη εποχή .

     Η τρίτη μελέτη του Δελτίου έχει τίτλο : 1906 ,στον Αλμυρό Μαγνησίας ,το Μακεδονικό ,το Βορειοηπειρωτικό, το Θρακικό ζήτημα, την υπογράφει ο συμπατριώτης μας πανεπιστημιακός καθηγητής Αθανάσιος Καραθανάσης.

     Εδώ ο ερευνητής αναφέρεται περιληπτικά σε μια εφημερίδα που κυκλοφόρησε στον Αλμυρό το έτος 1906 σε δώδεκα μόνο φύλλα ,εφημερίδα με τον πρωτότυπο τίτλο: Το Μίκριον του Αλμυρού .Μικροσκοπική εφημερίδα διαστάσεων 11 επί 8 εκατοστά ,με εκδότη έναν φαρμακοποιό της πόλης τον Αλέξανδρο Αστερίου . Ενδιαφέρον γεγονός που καταγράφεται στη μελέτη το συλλαλητήριο υπέρ των προσφύγων που οργανώθηκε στον Αλμυρό στις 13 Ιουλίου 1906 , αλλά και ο έρανος των συμμετεχόντων που ακολούθησε . Το 1906 εξεδιώχθησαν από την Ανατολική Ρωμυλία χιλιάδες Ελλήνων ,πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στη Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας. Διασώζονται και οι έντονες διαφωνίες για την εγκατάσταση των προσφύγων της Αγχιάλου ,άλλοι τους ήθελαν στη περιοχή του Αλμυρού και άλλοι στη Μακεδονία ή στη Θράκη για να ενισχύσουν τον εκεί Ελληνισμό έναντι των ξένων επιδιώξεων.

     Τέταρτη έρευνα η αρχαιολογική μελέτη της Ιωάννας Μαμαλούδη : Οι Άβακες στην αρχαιότητα και οι δύο Άβακες της Γορίτσας .Εδώ η εξαίρετη Βολιώτισσα αρχαιολόγος παρουσιάζει, περιγράφει αναλυτικά τους αρχαίους άβακες του 300 π.Χ περίπου , που βρέθηκαν το 1970 στο λόφο της Γορίτσας Βόλου, κάτω από την Ακρόπολη της .Ο Άβακας ήταν ένα εργαλείο υπολογισμού της αρχαιότητας ,χρησιμοποιούνταν για μαθηματικούς υπολογισμούς ,ακόμη και για επιτραπέζια παιχνίδια.

     Επόμενη μελέτη η λαογραφικού περιεχομένου έρευνα του Βίκτωρα Κοντονάτσιου : Λαικές παραδόσεις περιοχής Αλμυρού και μυθολογικό –ιστορικό τους υπόβαθρο .Παρουσιάζονται οκτώ λαογραφικές παραδόσεις της περιοχής μας ,όπως ο Ερυσίχθονας ,,το Γερακοβούνι ,η Νεροσπηλιά, τα Ζερέλια , η παράδοση του τόπου μου της Σούρπης – Αντάρα στο Χλιμό, βροχή στον Αλμυρό .

    Μπορεί αυτές οι παραδόσεις να θεωρούνται απλά δημιουργήματα λαικής φαντασίας, αλλά πιθανόν να υποκρύπτουν και μια πραγματικότητα ,ένα γεγονός.

    Ακολουθούν οι πέντε μελέτες του Νικολάου Γιαννόπουλου ,που ολοκληρώνουν την θεματολογία του 23ου Δελτίου. Δημοσιεύσεις του στον Αθηναικό Φιλολογικό σύλλογο Παρνασσός 1916 ,1917 – στην Επτανησιακή επιθεώρηση ,1924 – στα Ηπειρωτικά Χρονικά ,1930 και στα Θεσσαλικά Χρονικά ,1927.

   Το 23ο Δελτίο κλείνει με τα Έργα και τις Ημέρες ,την πλούσια δράση δηλαδή της Φιλαρχαίου την διετία 2018 -2019 ,με την Βιβλιοπαρουσίαση 15 νέων ,ιστορικών κυρίως, εκδόσεων στη Μαγνησία και ευρύτερα στη Θεσσαλία ,που αφορούν την τοπική μας ιστορία και τέλος με τα νέα μέλη της Φιλαρχαίου (επιμέλεια Χρυσούλα Κοντογεωργάκη ).Το εξώφυλλο του Δελτίου απεικονίζει εύρημα των ανασκαφών της αρχαίας Άλου ,μια ερυθρόμορφη λεκανίδα, όπου παριστάνεται γυναικωνίτης,ενώ στο οπισθόφυλλο υπάρχει μια πανοραμική άποψη της σύγχρονης Άνω Παναγίας Ξενιάς.