Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Βίκτωρ Κ. Κοντονάτσιος

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΑΧΑΪΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ
(ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΛΜΥΡΟΥ)
ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Διαβάστε περισσότερα

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΑΧΑΪΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΕΣ

 

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

 

  1. Ο αργοναύτης Αιθαλίδης

Στην Αχαΐα Φθιώτιδα, εκτός από την Οθρηίδα, ζούσαν και πολλές άλλες νύμφες. Μία από αυτές ήταν η Ευπολέμεια. Κάποιοι στην περιοχή έλεγαν ότι η Ευπολέμεια ή Ευπολεμίη δεν ήταν νύμφη αλλά απλά ήταν μία από τις κόρες του τοπικού ήρωα Μυρμιδόνα, του επώνυμου ήρωα των Μυρμιδόνων και γιου του Δία και της Ευρυμέδουσας. Άλλοι πάλι μύθοι ήθελαν τον Μυρμιδόνα να είναι γιος του Διολήθη και εγγονός του Περιήρη.

Η σύγχυση αυτή για το αν η  Ευπολέμεια ήταν βασιλοπούλα ή νύμφη παρατηρείται και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Δεν πρέπει να προξενεί εντυπώσεις. Στην εποχή της δημιουργίας των μύθων οι βασιλοπούλες, οι νύμφες και οι κατώτερες θεές, όπως και οι ήρωες, οι βασιλιάδες και οι κατώτεροι θεοί, συχνά μπερδεύονταν και ταυτίζονταν μεταξύ τους. Η προσπάθεια των βασιλιάδων και των αρχόντων για την κατοχύρωση και την ενίσχυση των μοναρχικών τους δικαιωμάτων μπορούσε να είχε καλύτερα αποτελέσματα εάν, μαζί με άλλες προϋποθέσεις, συνυπήρχε και η βεβαιότητα της θεϊκής τους καταγωγής. Έτσι κατασκεύαζαν μύθους που μπέρδευαν ανθρώπους και θεούς, νύμφες και βασιλοπούλες.

Ό,τι όμως κι αν πίστευαν για την Ευπολέμεια, όσες διαφορές κι αν είχαν, σ’ ένα συμφωνούσαν όλοι στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, στο ότι η Ευπολέμεια περνούσε τις ώρες της παίζοντας στις όχθες και στα γάργαρα νερά του περίφημου στην αρχαιότητα Άμφρυσου ποταμού, αυτού που σήμερα είναι γνωστός με το όνομα Κεφάλωση. Στις πανέμορφες όχθες του Άμφρυσου ποταμού ζούσαν και έπαιζαν μαζί, αρμονικά δεμένες στη λαϊκή αντίληψη, βασιλοπούλες και νύμφες. Εκεί κοντά, όπως ήταν φυσικό, σεργιάνιζαν και βασιλόπουλα και θεοί. Έτσι μπερδεμένους και με πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ τους αναφέρουν οι παραδόσεις της τοπικής μυθολογίας.

Στις όχθες του Άμφρυσου ποταμού όπου τριγύριζε, όπως έλεγαν οι παλαιοί μύθοι της περιοχής, είδε κάποια μέρα  ο θεός Ερμής την Ευπολέμεια, λιμπίστηκε την ομορφάδα της και την έκανε δική του. Και, επειδή τα αγκαλιάσματα των θεών ποτέ δε μένουν χωρίς αποτέλεσμα, – «οὐκ ἀποφώλιαι εὐναὶ ἀθανάτων», όπως λέει ο Όμηρος – ύστερα από καιρό η Ευπολέμεια έγινε μητέρα. Γέννησε τον Αιθαλίδη, σύμφωνα με όσα μαθαίνουμε από τα «Ορφικά» και τον Απολλώνιο. Ο Αιθαλίδης γεννήθηκε κοντά στην πόλη Άλο, δίπλα δηλαδή στον Άμφρυσο ποταμό. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι η Ευπολέμεια πήγε και τον γέννησε κοντά σε μια άλλη πόλη, λίγο πιο πέρα, την Αλόπη, αυτή η οποία, κατά τον Στράβωνα[1]  λεγόταν από μερικούς συγγραφείς και Αλιούς. Τόσο η Άλος όσο και η Αλόπη  ήταν πόλεις της Αχαΐας Φθιώτιδας Και οι δύο  πόλεις βρίσκονταν στους πρόποδες της ΌΘρης: «Αἰθαλίδην, ὅν ἔτικτε περικλυτὴ Εὑπολέμεια, Μυρμιδόνος θυγάτηρ, Ἀλόπῃ ἐνί πετρηέσσῃ»,[2] μας λέει ο Ορφέας στα «Αργοναυτικά» του: Δηλαδή: «Τον Αιθαλίδη, τον οποίο γέννησε η δοξασμένη Ευπολέμεια, η θυγατέρα του Μυρμιδόνα στην πετρώδη Αλόπη.»

Είναι αξιοσημείωτο να τονισθεί εδώ, γι’ αυτή τη σύγχυση ως προς το ποια από τις δύο πόλεις, η Άλος ή η Αλόπη, είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Αιθαλίδης, ότι και οι δύο αυτές πόλεις φέρονται να χτίστηκαν, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, από τον Αθάμαντα. Έχουν και οι δύο μία παράλληλη ιστορία: και οι δύο πήραν τα ονόματά  τους – που  εξάλλου  δε  πρέπει να διαφέρουν  και  πολύ από ετυμολογική άποψη – από ομώνυμες και πιστές υπηρέτριες του Αθάμαντα. Οι δύο υπηρέτριες που ακολούθησαν τον Αθάμαντα, μετά το διωγμό του, η Άλος και η Αλόπη, τιμήθηκαν από αυτόν με το δίνοντας τ’ όνομά τους στις αντίστοιχες πόλεις, λένε οι σχετικές μυθολογικές αναφορές.

Η διπλή αυτή εκδοχή του ενός και ίδιου στην πραγματικότητα μύθου, κατά την οποία δύο πόλεις με ονομασίες ετυμολογικά ομόρριζες (Άλος – Αλόπη) και πολύ γειτονικές, οφείλουν τα ονόματά τους στην ίδια διαδικασία, στα ονόματα δηλαδή πιστών υπηρετριών που ακολούθησαν τον ίδιο βασιλιά, τον Αθάμαντα, είναι ενισχυτική του κύρους του μύθου.

Ο Αιθαλίδης λοιπόν αυτός, ο γιος του Ερμή και της Ευπολέμειας, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία που έγινε με αρχηγό τον Ιάσονα. Ήταν μάλιστα ο επίσημος κήρυκας πάνω στην Αργώ.  Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού ο Αιθαλίδης ήταν γιος του θεού Ερμή. Οι μύθοι μάλιστα της Αχαΐας Φθιώτιδας έλεγαν ότι τόσο πολύ είχε αγαπήσει ο Ερμής τον γιο της αγαπημένης του Ευπολέμειας, της νύμφης του Άμφρυσου, ώστε, για χάρη του, σ’ όλη την διάρκεια της Αργοναυτικής Εκστρατείας, δέχτηκε να στερηθεί ο ίδιος το «κηρύκειό» του και να το παραδώσει στον Αιθαλίδη να το έχει μαζί του στο δοξασμένο ταξίδι.

Ο ίδιος θεός Ερμής χάρισε ακόμη στον γιο του μια πολύ καταπληκτική μνήμη από την οποία δεν ξέφευγε τίποτε. Του χάρισε ακόμη και μία ιδιότυπη αθανασία, επειδή δεν μπορούσε να τον κάνει οριστικά αθάνατο.  Μετά το θάνατό του δηλαδή, ο Αιθαλίδης είχε από τον πατέρα του το χάρισμα να μπορεί να ζει μία μέρα στον Κάτω Κόσμο και μία στον Επάνω. Γι’ αυτό και ο Αιθαλίδης ονομαζόταν «κῆρυξ ἑτερήμερος.»

Όταν οι Αργοναύτες έφτασαν στη Λήμνο, οι Λήμνιες γυναίκες δεν τους επέτρεπαν να αποβιβαστούν στο νησί τους. Ο Αιθαλίδης τότε ήταν εκείνος που μεσολάβησε και έγινε δεκτό το αίτημα των Αργοναυτών και οι Αργοναύτες αποβιβάστηκαν στο νησί.

Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι το νησί Λήμνος ήταν εκείνο στο οποίο είχε εγκαταστήσει το εργαστήριο του ο θεός της φωτιάς και της αιθάλης (καπνού), ο Ήφαιστος. Το νησί αυτό, εκτός από το όνομα Λήμνος, είχε και το όνομα Αιθάλη (καπνιά). Έτσι φαίνεται να μην είναι άσχετο το ότι ο Αιθαλίδης, που το όνομά του σημαίνει «γιος της Αιθάλης» (γιος της καπνιάς), ήταν εκείνος που μπορούσε να μεσολαβήσει στο νησί της Αιθάλης, της οποίας το όνομα φαίνεται να έχει σχέση εξάρτησης από τον ήρωά μας. Αιθαλία ήταν επίσης μία άλλη ονομασία τόσο της Λέσβου όσο και της Χίου.[3]

Θα πρέπει – και ίσως μάλιστα με έμφαση – να επισημάνουμε κάτι άλλο πολύ βασικό για την σημαντικότητα, με την οποία περιβαλλόταν στην αρχαιότητα, το όνομα του ήρωα Αιθαλίδη, του αργοναύτη από την Άλο. Όπως μας λέει ο Διογένης  Λαέρτιος[4], ο σοφός Πυθαγόρας, ο οποίος ήταν θερμός υποστηρικτής της θεωρίας της μετενσάρκωσης, πίστευε ότι σε μία από τις προηγούμενες ζωές του είχε ζήσει με τη μορφή του Αιθαλίδη. Το ισχυρίζονταν αυτό και οι μαθητές του Πυθαγόρα. Αυτοί μάλιστα απαριθμούσαν όλα τα πρόσωπα στα οποία είχε κατοικήσει η ψυχή του Αιθαλίδη πριν φτάσει στον Πυθαγόρα. Πρώτα μπήκε στο σώμα του Εύφορβου, ύστερα στου Ερμότιμου, που καταγόταν από τις Κλαζομενές,[5] ύστερα στου Πύρρου, ενός ταπεινού βοσκού του νησιού Δήλος, και τέλος στου Πυθαγόρα.

Όλες αυτές οι αλλεπάλληλες μετεμψυχώσεις του Αιθαλίδη εξηγούνταν από την ιδιότυπη εκείνη αθανασία που του χάρισε ο πατέρας του να μπορεί να ζει πότε στον Επάνω και πότε στον Κάτω Κόσμο. Εκτός από αυτό, ο Αιθαλίδης, χάρη στην τεράστια μνήμη που είχε – πολύτιμο χάρισμα κι αυτό του θεϊκού πατέρα του – μπορούσε, σε κάθε μία από αυτές τις αλλεπάλληλες ζωές που έζησε, να θυμάται τις προηγούμενες. Και αυτός ακριβώς  ήταν  ο  λόγος που δικαιολογούσε πώς ο Πυθαγόρας μπορούσε και  γνώριζε όλα όσα   είχε ζήσει ως Αιθαλίδης. Θυμόταν την ζωή του ως Αιθαλίδης, ως Εύφορβος, ως Ερμότιμος και ως Πύρρος. Ζώντας ο Πυθαγόρας με την ψυχή του Αιθαλίδη μέσα του, θυμόταν, χάρη στην καταπληκτική μνήμη που είχε αυτή η ψυχή, το ότι σε μία από τις προηγούμενες ζωές του είχε ζήσει την ζωή του ήρωα Αιθαλίδη σ’ όλες της τις λεπτομέρειες.

 

          

  1. Οι αργοναύτες Εχίονας, Εύρυτος και Ίδμονας

Μια άλλη, ξακουστή επίσης, νύμφη που ζούσε στην ίδια περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, ήταν η Αντιάνειρα. Ο θεός Ερμής τίμησε με τον έρωτά του και την Αντιάνειρα και την έκανε μητέρα δυο αγοριών, του Εχίονα και του Εύρυτου ή Έρυτου. Και τα δυο αυτά παιδιά του Ερμή έλαβαν μέρος ως αργοναύτες στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ως παιδιά δε του Ερμή, όπως αναφέρουν οι σχετικοί μύθοι, ήταν και αυτά κήρυκες.

Οι δυο γιοι του Ερμή και της νύμφης Αντιάνειρας, ο Εύρυτος και ο Εχίονας, αναφέρονται ακόμα ανάμεσα σ’ εκείνους τους ήρωες που έλαβαν μέρος και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Για τον Εύρυτο έλεγαν ακόμα ότι έλαβε μέρος και στους αγώνες που διοργάνωσε ο Άκαστος για να τιμήσει τη μνήμη του Πελία και μάλιστα ότι βγήκε νικητής.

Κάποιος άλλος μύθος, που μας τον παρουσιάζει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην «Ωγυγία» του, τα έλεγε διαφορετικά. Ναι, πατέρας των δυο Αργοναυτών, του Εύρυτου και του Εχίονα, ήταν μεν ο Ερμής, αλλά μητέρα τους δεν ήταν η Αντιάνειρα. Ήταν η νύμφη Λαοθόη, μία άλλη ξακουστή νύμφη, πάλι από την ίδια περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας.

Η Αντιάνειρα, στα «Ορφικά», στα οποία παρουσιάζεται ως κόρη του Φέρητα, του ιδρυτή των Φερών, φέρεται να είναι μητέρα ενός ακόμη ήρωα της Αργοναυτικής Εκστρατείας, του Ίδμονα. Αυτός όμως ήταν γιος, όχι του Ερμή αλλά ενός άλλου θεού, του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας, που εκείνο τον καιρό, τιμωρημένος από τον Δία, υπηρετούσε ως τσοπάνος στο βασιλιά των Φερών Άδμητο, ξελόγιασε την Αντιάνειρα και πλάγιασε μαζί της στις δροσερές όχθες του ιερού ποταμού Άμφρυσου. Εκεί έβοσκε ο Απόλλωνας τα κοπάδια του Άδμητου, εκεί πήγαινε να παίξει και η Φερητιάδα Αντιάνειρα και εκεί οι δυο νέοι αντάμωσαν και αγαπήθηκαν:

«δὴ τότ’ Ἄβαντος παῖς [6] νόθος ἤλυθε καρτες Ἴδμων,

τόν ῥ’ ὑποκυσσαμένη τέκεν Ἀπόλλωνι ἄνακτι

Ἀμφρύσου παρᾶ χεῦμα Φερετιάς Ἀντιάνειρα.

τῷ καὶ μαντοσύνην ἔπορεν καὶ θέςφατον ὀμφὴν

Φοῖβος, ἵν᾿  ἀνθρώποισιν ἀρηρότα μυθίζοιτο.»[7]

Δηλ. : «τότε λοιπόν ήρθε ο νόθος γιος του Άβαντα ο ισχυρός Ίδμονας        τον οποίο, αφού έμεινε έγκυος από τον άνακτα Απόλλωνα, τον γέννησε        δίπλα στο ρείθρο του Άμφρυσου η Φερητιάδα Αντιάνειρα,  σ’ αυτόν (Ίδμονα) και μαντευτικότητα έδωσε και φωνή για τα πεπρωμένα ο Φοίβος (Απόλλωνας) για να λέει στους ανθρώπους τα αρμόζοντα.»

Θνητός και θετός πατέρας του Ίδμονα ήταν ο Άβαντας. Αθάνατος και φυσικός πατέρας του ήταν ο Απόλλωνας. Έτσι γίνονταν τότε με τα βασιλόπουλα. Γεννιόνταν αφού πλάγιαζε με τη μάνα τους κάποιος θεός και ύστερα, παίρνοντας θεϊκή εντολή, τα υιοθετούσαν και τα προστάτευαν, μέχρι να μεγαλώσουν, οι θνητοί γονείς τους. Τέτοια παραγγελία έπαιρναν από το θεό. Και τέτοιες θεϊκές παραγγελίες όλοι τις εκτελούν χωρίς αντιρρήσεις.

Ο Ίδμονας, ο γιος του Απόλλωνα και της Αντιάνειρας, ήταν ένας σπουδαίος μάντης. Ο πατέρας του, ο μεγάλος Απόλλωνας, του χάρισε την ικανότητα να μαντεύει και να λέει στους ανθρώπους εκείνα που έπρεπε να κάνουν. Έλαβε κι αυτός μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και κατά την διάρκειά της ο Ίδμονας ήταν εκείνος που ερμήνευε τους διάφορους οιωνούς.

Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, όχι ευρύτερα γνωστή, ο Αιήτης δεν ζήτησε αποκλειστικά και μόνο από τον Ιάσονα να κάνει τα μεγάλα κατορθώματα και να  ζέψει τους δυο ταύρους και να σπείρει τα δόντια των δράκων. Αρκούσε να κάνει τα κατορθώματα αυτά ένας οποιοσδήποτε από τους αργοναύτες. Όλοι οι αργοναύτες φάνηκαν πρόθυμοι ν’ αναλάβουν ο καθένας τους να πραγματοποιήσουν μόνος του τα μεγάλα αυτά κατορθώματα. Ο Ίδμονας όμως, που είχε την σοφία δοσμένη από τον πατέρα του να λέει πάντοτε το σωστό, είπε ότι αυτό πρέπει να το αναλάβει ο Ιάσονας.[8] Έτσι μόνο θα τιμούνταν όσο έπρεπε ως αρχηγός τους και έτσι μόνο θα του αναγνωριζόταν το κατόρθωμα ως δικό του για να μπορέσει να διεκδικήσει τον θρόνο της Ιωλκού, όταν θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους.

Θνητός πατέρας του Ίδμονα, όπως είδαμε και όπως ισχυρίζονται ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αλλά και ο Ηρόδοτος, ήταν ο Άβαντας. Ο Άβαντας ήταν γιος του Μελάμποδα. Ήταν λοιπόν ο Ίδμονας εγγονός του μάντη Μελάμποδα και γι’ αυτό ήταν μάντης, αφού ανήκε στη μεγάλη γενιά των ξακουστών μάντηδων, των Μελαμποδιδών. Πώς λοιπόν να μην ήταν σπουδαίος μάντης αφού τόσο ο φυσικός πατέρας του, ο θεός Απόλλωνας, όσο και ο θετός του, ο Άβαντας, αλλά και ο παππούς του, ο Μελάμποδας, ήταν μάντηδες; Γι’ αυτό, όπως θα δούμε πιο κάτω, ο Ίδμονας, φέρεται να είναι ο παππούς του ξακουστού μεγάλου μάντη Κάλχα.

Ως μάντης ο Ίδμονας γνώριζε πολύ καλά, γιατί το είχε καταλάβει από το πέταγμα των πουλιών πριν ακόμα ξεκινήσουν, ότι στην Αργοναυτική Εκστρατεία θα σκοτωνόταν και ο ίδιος[9]. Παρ” όλα αυτά όμως, έλαβε μέρος σ’ αυτήν και πραγματικά, όπως είχε μαντέψει, σκοτώθηκε από το χτύπημα ενός κάπρου στη χώρα των Μαριανδυνών.

Δεν συμφωνούσαν όλοι όμως μ’ αυτή την εκδοχή. Ακούγονταν και άλλοι διαφορετικοί μύθοι. Σύμφωνα με τον Σενέκα[10] ο Ίδμονας πέθανε από δάγκωμα φιδιού, ενώ σύμφωνα με τον Βαλέριο Φλάκκο[11] αιτία του θανάτου του ήταν κάποια αρρώστια που του παρουσιάστηκε.[12]

Οι αργοναύτες έστησαν πάνω στο τάφο του Ίδμονα ένα κομμάτι ξύλο από την Αργώ, γιατί έτσι τους συμβούλεψε ο Ορφέας. Το ξύλο αυτό της Αργώς, αργότερα έβγαλε ρίζες και βλάστησε και έγινε μια μεγάλη αγριελιά, που φανέρωνε έτσι σ’ όλους τον τάφο του μεγάλου μάντη.

Ο Ίδμονας ταυτίστηκε από τους Μαριανδυνούς, στη χώρα των οποίων βρισκόταν ο τάφος του, με τον δικό τους τοπικό ήρωα τον Αγαμήστορα. Αργότερα, όταν πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η λησμονιά να σκεπάσει τις διαφορές και να μπερδέψει τις διαφορετικές απόψεις, πολλοί μπέρδευαν τα ονόματα. Άλλοι έλεγαν ότι ο τάφος που βρισκόταν στη χώρα των Μαριανδυνών ήταν του Αγαμήστορα και άλλοι ότι ήταν του Ίδμονα.

Στην Ηράκλεια του Πόντου υπήρχε ο τάφος ενός ήρωα με το όνομα Αγαμήστορας. Αργότερα έλεγαν ότι ο ήρωας, που ήταν θαμμένος εκεί, ήταν ο προφήτης της Αργώς Ίδμονας.[13] Είναι και αυτή μία ακόμη περίπτωση σύγχυσης και ταύτισης ηρώων που οφείλεται στις προσπάθειες οικειοποίησης ξένων μύθων. Οι Μεγαρείς και οι Βοιωτοί, οι οποίοι πολύ αργότερα θέλησαν να χτίσουν εκεί μια πόλη, όταν ρώτησαν το μαντείο των Δελφών σχετικά, πήραν την απάντηση ότι έπρεπε να λατρεύουν τον θαμμένο εκεί ήρωα ως προστάτη τους.

Σύμφωνα όμως με τα «Ναυπάκτια Έπη»[14]  ο Ίδμονας δεν σκοτώθηκε στη χώρα των Μαριανδυνών αλλά έφτασε κι αυτός ζωντανός  στην Κολχίδα μαζί με τους άλλους Αργοναύτες και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαφυγή των Αργοναυτών από το παλάτι του Αιήτη. Αυτός ήταν εκείνος που, μόνος απ’ όλους, έμεινε ξάγρυπνος, το βράδυ της παραμονής της ημέρας που επρόκειτο να φύγουν οι Αργοναύτες από τη χώρα του Αιήτη με το χρυσόμαλλο δέρας,  ενώ όλοι οι άλλοι μεθυσμένοι, σύμφωνα με το σχέδιο εξόντωσής τους που είχε καταστρώσει ο Αιήτης, έπεσαν σε βαθύ ύπνο.

Έτσι, όταν η Αφροδίτη που ήθελε να βοηθήσει τους Αργοναύτες άναψε ερωτικό πόθο στον Αιήτη για την γυναίκα του, προκειμένου να δώσει την ευκαιρία στους Αργοναύτες να ξεφύγουν, ο Ίδμονας φρόντισε και τους ξύπνησε όλους και έφυγαν. Έτσι έλεγαν και καμάρωναν για την προσφορά του δικού τους Αργοναύτη, του Ίδμονα, οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά στον Άμφρυσο ποταμό, τη σημερινή Κεφάλωση, έξω από τον Πλάτανο του Αλμυρού, όπου είχε γεννηθεί ο μεγάλος αυτός ήρωας και μάντης.

 

 

  1. Η κόρη του Ίδμονα Αράχνη

Πολλά άλλα ενδιαφέροντα έλεγαν ακόμη τα παραμύθια της Αχαΐας Φθιώτιδας για τον ξακουστό αργοναύτη και μάντη Ίδμονα.

Μερικοί έλεγαν ότι ναι μεν πατέρας του ήταν ο Απόλλωνας, αλλά μητέρα του δεν ήταν η Αντιάνειρα. Ήταν η νύμφη Κυρήνη, η οποία ήταν μητέρα και του Αρισταίου. Επομένως, κατά την εκδοχή αυτή, ο Ίδμονας και Αρισταίος ήταν αδελφοί.

Άλλοι πάλι έλεγαν ότι μητέρα του Ίδμονα ήταν η Αστερία, η κόρη του Λαπίθη Κόρωνου ή Κορωνού. Άλλοι μύθοι ήθελαν μητέρα του Ίδμονα να είναι η Αγλαΐα, που κι αυτή, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, ήταν θυγατέρα του Φέρητα. Έτσι ισχυρίζεται ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην «Ωγυγία» του. Σ’ όλες όμως τις μυθολογικές εκδοχές φυσικός πατέρας του φερόταν, χωρίς καμία εξαίρεση, πάντοτε, ο Απόλλωνας.

Κόρη του μάντη Ίδμονα ήταν η Αράχνη, μια πανέμορφη κοπέλα που ήταν μεγάλη τεχνίτισσα στον αργαλειό και περηφανευόταν για τα θαυμαστά χειροτεχνήματά της. Τόσο πολύ περήφανη ήταν γι’ αυτή της την τέχνη, ώστε ισχυριζόταν ότι ξεπερνούσε στην υφαντική και αυτή ακόμα την θεά Αθηνά. Τολμούσε ακόμη στα υφαντά της να παριστάνει τους έρωτες των θεών.

Μάλιστα κάποια φορά δεν δίστασε να καλέσει την ίδια την Αθηνά σε αγώνα υφαντικής. Ο διαγωνισμός έγινε. Της Αθηνάς το έργο ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα. Αριστούργημα όμως ήταν και της Αράχνης. Η θεά Αθηνά οργίστηκε γι’ αυτή την αυθάδεια της Αράχνης, οργίστηκε τόσο πολύ τους κομπασμούς της Αράχνης ώστε, για να την τιμωρήσει, την μεταμόρφωσε στο έντομο αράχνη.

Βεβαίως για την Αράχνη και το σχετικό επεισόδιο του διαγωνισμού της με την Αθηνά υπάρχουν και άλλες μυθολογικές εκδοχές, οι οποίες μάλιστα είναι οι επικρατέστερες και οι πλέον γνωστές. Οι εκδοχές αυτές μεταθέτουν τον μύθο της Αράχνης στη Μικρά Ασία. Εμείς ωστόσο αναφέρουμε αυτή που συνδέεται με την Αχαΐα Φθιώτιδα. Είναι μία μυθολογική εκδοχή, η οποία σχεδόν δεν είναι καθόλου γνωστή. Ωστόσο αυτή για μας φαίνεται να είναι η εγκυρότερη και η αυθεντικότερη.

Είναι κι ο μύθος της Αράχνης ένας μύθος, που όπως και πολλοί άλλοι, μεταφέρθηκε από τούτα τα μέρη στη Μικρά Ασία μαζί με τους μετανάστες  οι οποίοι από την Αχαΐα Φθιώτιδα πήγαν σ’ εκείνα τα μέρη. Αφού όλες οι υπάρχουσες μυθολογικές εκδοχές, χωρίς εξαίρεση, παρουσιάζουν τον Ίδμονα να γεννιέται στις όχθες του Άμφρυσου ποταμού της Αχαΐας Φθιώτιδας πώς μπορούσε ο αρχικός και ο γνήσιος μύθος για την κόρη του Αράχνη να αναφέρεται στη Μικρά Ασία;

 

  1. Ο αργοναύτης Θέστορας

Γιος του μάντη Ίδμονα ήταν ο Θέστορας, μάντης σπουδαίος κι αυτός. Ο μάντης Θέστορας έλαβε κι αυτός μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ο Θέστορας ήταν ο πατέρας του περίφημου μάντη Κάλχα. Ο Όμηρος ονομάζει Θεστορίδη τον μεγάλο μάντη του Τρωικού Πολέμου Κάλχα, δηλαδή γιο του Θέστορα.[15] Ο ονομαστός λοιπόν μάντης Κάλχας ήταν εγγονός του Ίδμονα, του γιου του Απόλλωνα, αυτού που γεννήθηκε στις όχθες του Άμφρυσου ποταμού από μητέρα την Αντιάνειρα, κόρη του Φέρητα και πατέρα τον Απόλλωνα.

Ο αργοναύτης λοιπόν Θέστορας, ο γιος του Ίδμονα και πατέρας του μεγάλου μάντη Κάλχα,  καταγόταν και αυτός από τούτα τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας.

Υπάρχουν μάλιστα και αρχαιολογικά δεδομένα και ευρήματα τα οποία, κοιταγμένα και ερμηνευμένα με το δικό μας «ερασιτεχνικό» κοίταγμα και σύμφωνα με την προσωπική μας,  τολμηρή ίσως, εκτίμηση, ενισχύουν αυτή μας την εκδοχή.

Ας δούμε πού στηρίζουμε αυτή μας την άποψη.

Σε κομμάτια πήλινου σκύφου, που βρέθηκε σε αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών, απεικονίζεται ο γνωστός ομηρικός μύθος κατά τον οποίο η Κίρκη μεταμορφώνει τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια. Σ’ ένα από τα κομμάτια αυτά, ανάμεσα σ’ άλλα ονόματα συντρόφων του Οδυσσέα, αναφέρεται και το εντελώς άγνωστο από άλλες πηγές Θέστωρ,  μαζί με τα ονόματα Θεόφρων και Μάντιχος.

Έχουμε τη γνώμη ότι πρόκειται για τον τοπικό αργοναύτη Θέστορα, το γιο του Ίδμονα και πατέρα του Κάλχα. Ο λαϊκός κατασκευαστής του σκύφου των Φθιωτίδων Θηβών, κάτω από την ισχυρή επιρροή, που ασφαλώς ασκούσε στην περιοχή του αφενός μεν το πολύ γνωστό όνομα του Θέστορα, ως πατέρα του ξακουστού Κάλχα και αφετέρου η ελκυστική ιστορία που ακουγόταν για τον ίδιο τον Θέστορα και την οποία αναφέρουμε αμέσως πιο κάτω, έχοντας στη μνήμη του συγκεχυμένες τις ιστορίες των δύο εκστρατειών, του Τρωικού Πολέμου και της Αργοναυτικής Εκστρατείας, δεν δυσκολεύτηκε να παραστήσει τον τοπικό αργοναύτη Θέστορα ως σύντροφο του Οδυσσέα.

Η γοητευτική ιστορία – μύθος που ακουγόταν για τον μάντη Θέστορα,  είναι  η εξής:

«Ο Θέστορας, εκτός από τον ξακουστό και πασίγνωστο γιο του, τον μεγάλο μάντη Κάλχα, είχε και δυο κόρες, την Λευκίππη και την Θεονόη.

Πειρατές κάποτε άρπαξαν την Θεονόη και την πούλησαν στον βασιλιά της Καρίας Ίκαρο. Ύστερα από αυτό ο Θέστορας μπήκε σ’ ένα καράβι και ξεκίνησε να ψάξει παντού να βρει την κόρη του, χωρίς βεβαίως να ξέρει που βρισκόταν αυτή. Το πλοίο όμως του Θέστορα ναυάγησε και κατά τύχη αυτός βγήκε ναυαγός στην Καρία, όπου τον έπιασαν και τον έκλεισαν στις φυλακές του βασιλιά  Ίκαρου. Έτσι κλεισμένος στη φυλακή του βασιλιά της Καρίας, δίπλα, χωρίς να το γνωρίζει, στην κόρη του Θεονόη, ο Θέστορας έζησε εκεί πολύ καιρό.

Η Λευκίππη, που είχε μείνει μόνη στο σπίτι της για πάρα πολύ καιρό, δεν μάθαινε νέα ούτε για την αδελφή της ούτε για τον πατέρα της.

Απελπισμένη έπειτα από τον διπλό αυτό χαμό των δικών της ξεκίνησε κι αυτή μ’ ένα καράβι να ψάξει να τους βρει. Προηγουμένως όμως ζήτησε την συμβουλή του Μαντείου των Δελφών. Το Μαντείο την συμβούλεψε να μεταμορφωθεί σε ιερέα του Απόλλωνα και έτσι μεταμορφωμένη ν’ αρχίσει να ψάχνει για τους δικούς της.

Ντυμένη, λοιπόν, ως ιερέας του Απόλλωνα η Λευκίππη άρχισε να ψάχνει ταξιδεύοντας από τόπο σε τόπο. Κάποτε έφτασε και στην Καρία και πήγε στο παλάτι του βασιλιά Ίκαρου. Η Λευκίππη με την αμφίεση που είχε φαινόταν ως ένας πραγματικός πανέμορφος ιερέας. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι ο όμορφος αυτός ιερέας του Απόλλωνα ήταν μία γυναίκα. Η Θεονόη, δηλαδή η αδελφή της, που ζούσε στο παλάτι του βασιλιά της Καρίας, βλέποντας μπροστά της ένα πανέμορφο ιερέα ένιωσε μια ακατανίκητη έλξη γι’ αυτόν κι αμέσως του πρότεινε να συνάψουν ερωτικές σχέσεις. Η Λευκίππη (ως ιερέας), χωρίς να έχει γνωρίσει την αδελφή της Θεονόη,  αρνήθηκε φυσικά τις προτάσεις της. Η Θεονόη για εκδίκηση έδωσε διαταγή και φυλάκισαν τον ιερέα. Τον οδήγησε μάλιστα η ίδια στο κελί του Θέστορα. Έτσι ο Θέστορας και οι δύο κόρες του, όλοι μαζί, βρέθηκαν και οι τρεις τους στο ίδιο κελί της φυλακής, στη μακρινή Καρία, χωρίς ν’ αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο.

Η Θεονόη, χωρίς να ξέρει ότι μπροστά της βρισκόταν ο πατέρας της και η αδελφή της,  έδωσε ένα σπαθί στον Θέστορα και τον διέταξε να σκοτώσει τον ιερέα, να σκοτώσει δηλαδή την κόρη του Λευκίππη.

Ο Θέστορας κρατώντας το σπαθί στο χέρι του, απελπισμένος από την συμφορά που τον βρήκε, ετοιμάστηκε να καρφώσει το ξίφος στο δικό του στήθος ενώ συγχρόνως φώναξε: Έχω χάσει  τα δυο κορίτσια μου, ας μην γίνω τώρα και φονιάς.

Η Λευκίππη (ντυμένη πάντοτε ως ιερέας του Απόλλωνα), ακούγοντας τα παράξενα αυτά τα λόγια, πρόσεξε καλύτερα κι αμέσως γνώρισε τον πατέρα της. Φωνάζοντάς τον δυνατά τον σταμάτησε από την αυτοκτονία την τελευταία στιγμή.

Σε λίγες στιγμές όλοι είχαν γνωριστεί και, πατέρας και κόρες, είχαν πέσει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο Ίκαρος όταν έμαθε την τόσο συγκινητική ιστορία τους ελευθέρωσε όλους και τους έστειλε πίσω στην πατρίδα τους.»[16]

 

Η περίεργη και τόσο ωραία αυτή ιστορία του Θέστορα, του πατέρα του μάντη Κάλχα, και των δυο κοριτσιών του, δεν ήταν δυνατόν παρά να ήταν πολύ διαδεδομένη και να μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα. Έτσι, νομίζω, δεν ήταν καθόλου δύσκολο στον λαϊκό κατασκευαστή του σκύφου των Φθιωτίδων Θηβών, έχοντας στη μνήμη του ζωντανό το όνομα Θέστορας και την ιστορία του, και ο οποίος ασφαλώς γνώριζε ή και δεν γνώριζε ότι ο Θέστορας ήταν αργοναύτης, να τον κάνει και σύντροφο του Οδυσσέα που μετείχε στις περιπέτειές του. Ασφαλώς στον απλό λαό, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα, οι ήρωες και οι περιπέτειές τους σε διάφορα επεισόδια που απέχουν χρονικά μεταξύ τους πολύ συχνά συγχέονται.

 

  1. Ο αργοναύτης Ίφικλος

Από την ίδια ακόμη περιοχή, την περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και ο Ίφικλος, γιος του Φύλακου, ο γνωστός για τα ξακουστά κοπάδια των βοδιών του, από τη Φυλάκη. Ο Ίφικλος ήταν εκείνος που μαζί με τον Τελαμώνα, όταν οι Αργοναύτες, κατά την επιστροφή τους από την Κολχίδα, αποβιβάστηκαν στην παραλία της Τροίας, πήγαν στο βασιλιά Λαομέδοντα να του ζητήσουν όσα τους είχε κάποια άλλη φορά υποσχεθεί,

Τι είχε γίνει; Πηγαίνοντας για την Κολχίδα οι Αργοναύτες αποβιβάστηκαν για να ξεκουραστούν στο Σίγειο της Τροίας. Εκεί βρήκαν τους κατοίκους πολύ αναστατωμένους. Ένα θηρίο που έβγαινε από τη θάλασσα κατάστρεφε τις καλλιέργειες και έτρωγε όποιον συναντούσε μπροστά του, είτε  άνθρωπος ήταν αυτός είτε ζώο.

Ο βασιλιάς της Τροίας Λαομέδοντας, απελπισμένος από το μεγάλο κακό που βρήκε το λαό του, και μην γνωρίζοντας τι να κάνει, για να τον απαλλάξει από το φοβερό κακό, ρώτησε το Μαντείο των Δελφών. Το Μαντείο του απάντησε ότι έπρεπε να δώσουν στο θηρίο, ύστερα από κλήρωση που θα έκαναν, ένα κορίτσι. Ο κλήρος έπεσε στην κόρη του ίδιου του βασιλιά Λαομέδοντα, την Ησιόνη. Όταν λοιπόν έφτασαν εκεί οι Αργοναύτες ήταν ακριβώς η ώρα που έπρεπε να παραδώσουν την κόρη στο θηρίο.

Ο Ηρακλής με τους άλλους Αργοναύτες, όταν τα έμαθε αυτά, αποφάσισε να σκοτώσει το θηρίο και να ελευθερώσει την Ησιόνη.

Σ’ αντάλλαγμα για την ευεργεσία του  αυτή προς τον Λαομέδοντα, θα έπαιρνε τ’ ανίκητα άλογα του βασιλιά της Τροίας. Έτσι και έγινε. Η Ησιόνη, η οποία γλίτωσε τη ζωή της χάρη στον Ηρακλή, αποφάσισε, από ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη της, να τον ακολουθήσει. Ο Ηρακλής δέχτηκε αλλά την άφησε προσωρινά να μείνει κοντά στον πατέρα της όπως και τ’ ανίκητα άλογα, μεχρισότου θα γύριζε από την εκστρατεία.

Στην επιστροφή από την Αργοναυτική Εκστρατεία ο Ηρακλής έστειλε τον Ίφικλο και τον Τελαμώνα στον Λαομέδοντα να πάρουν την Ησιόνη και τ’ άλογα, όπως του είχαν υποσχεθεί. Ο Λαομέδοντας όμως αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Έπιασε μάλιστα και φυλάκισε τους δυο απεσταλμένους του Ηρακλή: «Ἐνταῦθα δ᾿  Ἡρακλέους πέμψαντος εἰς τὴν πόλιν Ἰφικλόν τε τὸν ἀδελφὸν καὶ Τελαμῶνα τοὺς τε ἵππους καὶ τὴν Ἡσιόνην ἀπαιτήσοντας, λέγεται τὸν Λαομέδοντα τοὺς μὲν πρεσβευτάς  εἰς φυλακὴν  ἀποθέσθαι,  τοῖς  δὲ  ἄλλοις Ἀργοναύταις δι᾿  ἐνέδρας βουλεῦσαι θάνατον».[17]

Την απόφαση του Λαομέδοντα να μην παραδώσει την Ησιόνη και τα περίφημα άλογά του την υποστήριζαν και όλα τα παιδιά του εκτός από ένα, τον Πρίαμο. Αυτός μάλιστα, στην προσπάθειά του να φανεί δίκαιος και να βοηθήσει τον Ίφικλο και τον Τελαμώνα, κατόρθωσε κι εφοδίασε τους δυο φυλακισμένους με ξίφη.

Ο Λαομέδοντας δεν αρκέστηκε μόνο στην άρνησή του. Ξεκίνησε για την παραλία, όπου είχαν αράξει οι υπόλοιποι Αργοναύτες περιμένοντας τον Ίφικλο και τον Τελαμώνα, σκοπεύοντας να καταστρέψει την Αργώ. Έφτασε εκεί και έγινε μεγάλη μάχη μεταξύ των Τρώων και των Αργοναυτών. Ο Λαομέδοντας νικήθηκε.  Οι Αργοναύτες, για να ευχαριστήσουν τον Πρίαμο για την βοήθεια που τους έδωσε αλλά και για να βραβεύσουν την τιμιότητά του, τον έκαναν βασιλιά στην Τροία και έκλεισαν ειρήνη μαζί του. Έτσι έγινε βασιλιάς στην Τροία ο Πρίαμος. Είναι αυτός που τον συναντάμε εκεί αργότερα,  κατά τον Τρωικό Πόλεμο.

Μερικοί τα έλεγαν διαφορετικά. Όταν νικήθηκε και σκοτώθηκε ο Λαομέδοντας, ο Ηρακλής έδωσε την Ησιόνη, ως βραβείο, στον Τελαμώνα και συγχρόνως της έδωσε το δικαίωμα να εξαγοράσει ένα από τα αδέλφια της που όλα είχαν καταδικαστεί σε θάνατο. Αυτή προτίμησε τον πιο μικρό απ’ όλους, τον Ποδάρκη. Ο Ηρακλής πράγματι, όπως είχε υποσχεθεί στην Ησιόνη, χάρισε την ζωή στον Ποδάρκη και από τότε ήταν που ο Ποδάρκης ονομάστηκε Πρίαμος, που θα πει εξαγορασμένος, γιατί η λέξη Πρίαμος παράγεται από το ρήμα πρίαμαι που σημαίνει αγοράζω.[18]

  

[1]    9,  432.

[2] Ορφέας, Αργοναυτικά, στ. 134 -135,  Lipsiae  1905.

[3] Πολύβιος, στον Στέφανο Βυζάντιο.

[4]   8,  4.

[5] Ο Ερμότιμος είχε τη δύναμη να κάνει την ψυχή του να εγκαταλείπει το σώμα του για πολύ καιρό. Στα διαστήματα αυτά, κι ενώ το σώμα του κειτόταν σαν νεκρό, περιπλανιόταν σε χώρες μακρινές και πειραματιζόταν σε πράγματα απόκρυφα. Σε μια τέτοια κατάσταση βρήκαν οι εχθροί το σώμα του και το έκαψαν. Οι δυνατότητες αυτές του Ερμότιμου είναι μια άλλη μορφή της ιδιότυπης αθανασίας που χάρισε ο Απόλλωνας στον Αιθαλίδη.

[6] Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, 1, 139 κ. εξ.

[7]  Orphica, Procli Hymni, Musaei, Carmen de Hero et Leandro, Callimachi Hymni et Epigrammata, Ορφέας Αργοναυτικά, στίχ. 188 -192,  Lipsiae 1905. σελ 11 – 12..

[8] Σχόλια στον Απολλώνιο τον Ρόδιο 3, 515-521 και 523-524.

[9]  Απολλόδωρος  2,  815 κ. εξ.

[10]  Μήδεια 651 κ.εξ.

[11] Ο Βαλέριος Φλάκκος έζησε στο β΄ μισό του 1ου μ.Χ. αιώνα.

[12]  5, 2 κ. εξ.

[13]  Ηρόδωρος FGrHist 31 F51, Προμαθίδας FGrHist 430 F3, Απολλώνιος Ρόδιος 2, 849 κ.ε.  και Σχόλια 2, 844 – 847a και 2, 848 – 850. Πρβ. και Κόιντο Σμυρναίο 6, 464 (Βιβλιογραφία αναφερόμενη στην Ελληνική Μυθολογία, Εκδοτικής Αθηνών, τόμ. 4ος, σελ. 156.)

[14]  EGF σ. 200 απόσπ. 6 και 7.8, πρβ. και Εύμηλο, Κορινθιακά, EGF σ. 191, απόσπ. 9, Ηρόδωρος FGrHist 31 F53 (: Βιβλιογραφία αναφερόμενη στην Ελληνική Μυθολογία κλπ. ό. π.)

[15] «Κάλχας Θεστορίδης, οιωνοπόλων οχ’    άριστος» ( Ιλ. Α. 69)

[16] Στεφάνου Κομμητά, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδ. ΕΚΑΤΗ, 1996, σελ. 219.

[17]  Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Τετάρτη, 49. 3.

[18]  Διόδωρος , Βιβλιοθήκη, 2, 6, 4, 4 – 5

ΑΡΧΑΙΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΛΜΥΡΟΤ

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

ΑΡΧΑΙΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΧΑΪΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑ
(ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΛΜΥΡΟΥ)

Ασφαλώς σε μια περιοχή με τόσους μύθους και παραδόσεις, όπως είναι η ευρύτερη επαρχία Αλμυρού, στην έκταση που αυτή στην αρχαιότητα καλυπτόταν κάτω από το όνομα Αχαΐα Φθιώτιδα, είναι αναμενόμενο ότι θα υπήρχαν πολλά ιερά και βωμοί θεών. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εξάλλου, αφού σύμφωνα με το μύθο του κατακλυσμού, όταν ο Δευκαλίωνας βγήκε από την κιβωτό έχτισε δώδεκα βωμούς αφιερωμένους στους Δώδεκα Θεούς. («Ὁ Δευκαλίων) πρῶτος ἐποίησε πόλεις καὶ ἐδείματο νηοὺς ἀθανάτοις, πρῶτος δἐ καὶ ἀνθρώπων ἐβασίλευσεν». Είναι δε γνωστό ότι, σύμφωνα με την αρχαιότερη και αυθεντικόπτερη εκδοχή του μύθου, ο Δευκαλίωνα και η Πύρρα, μετά το τέλος του κατακλυσμού, αποβιβάστηκαν στην Όθρη.
Σύμφωνα με κάποιον άλλο μύθο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, μόλις βγήκαν από την κιβωτό, θυσίασαν στον Φύξιο Δία, τον Δία που βοηθάει όσους ανθρώπους αγαπάει να (απο)«φύγουν» κάποιο κίνδυνο. Στον ίδιο Δία, τον «Φύξιο» θυσίασε και ο Φρίξος, που ήταν από τούτα τα μέρη, για να τον ευχαριστήσει που (δι)«έφυγε» τον κίνδυνο καταφεύγοντας στην Κολχίδα. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην Ακρόπολη των Αθηνών υπήρχε εικόνα η οποία παρίστανε τους μηρούς του κριού που θυσιάστηκε στον Λαφύστιο Δία.
Στην Αχαΐα Φθιώτιδα υπήρχαν και λατρεύονταν πολλές προολυμπιακές θεότητες. Όλες, λοιπόν, αυτές οι προολυμπιακές θεότητες, όλοι «οι πρότεροι Θεοί», όπως συνήθιζαν οι Έλληνες να ονομάζουν τους θεούς που λάτρευαν πριν ακόμα επικρατήσουν σε πανελλήνια κλίμακα οι θεοί του Ολύμπου, όλοι οι θεοί που λατρεύτηκαν στην περιοχή αυτή της Αχαΐας Φθιώτιδας δεν είναι δυνατό παρά να είχαν ιερά και βωμούς, έστω και σε πρωτόγονη μορφή. Βεβαίως είναι πολύ δύσκολο να επισημανθούν ίχνη τους. Εκτός από το ιερό της Ασπαλίδας Άρτεμης, ίχνη, τέτοια που να αναγνωρίζονται ως σαφή υπολείμματα λατρευτικών βωμών προολυμπιακών θεοτήτων δεν έχουν επισημανθεί.
«Ο μελετητής της θρησκείας πρέπει να μη λησμονεί πως προϊστορικές κοινότητες με χαμηλής στάθμης θρησκευτική ζωή δεν είχαν τις γνωστές από τα ιστορικά χρόνια λατρευτικές ανάγκες και δεν χρειάζονταν όχι μόνο ναούς και ιερατεία, αλλ’ ούτε καν υπαίθρια ιερά ή άλλου είδους χώρους λατρείας. Οι «θρησκευτικές» ανάγκες (που δεν ήταν και λίγες) καλύπτονταν με πλήθος τελετών ή με επωδές και με στοιχειώδεις μαγικές ιερουργίες ασκούμενες μέσα στις οικογένειες και από τα ίδια τα μέλη των οικογενειών.
»Αυτονόητο είναι πως το είδος αυτό της ευλάβειας, αν και οι καταβολές του δεν είναι θρησκευτικές, αλλά γνήσιες μαγικές, πρέπει να μελετάται ως θρησκεία, γιατί ήταν η μόνη για την εποχή γνωστή μορφή θρησκευτικότητας.
». . . .Η μεγαλύτερη δυσκολία για τη μελέτη της νεολιθικής θρησκείας (πάντα με βάση ανασκαφικά δεδομένα) είναι πως οι μαγικές ιερουργίες δεν άφησαν ίχνη».
Επιγραφές όμως που βρέθηκαν αφιερωμένες σ’ όλους σχεδόν του Ολύμπιους θεούς επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πολλών λατρευτικών χώρων τους στην περιοχή,
Θα σταθούμε σε μερικά μόνο από αυτά τα ιερά, τα οποία έγιναν ευρύτερα πολύ γνωστά και για τα οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες.

1. Το ιερό του Λαφύστιου Δία
Το πιο γνωστό και ξακουστό ιερό στην ευρύτερη περιοχή του Αλμυρού, οποιαδήποτε μορφή κι αν είχε αυτό και για την οποία προς το παρόν δεν έχουμε πληροφορίες, ήταν το ιερό το αφιερωμένο στο Λαφύστιο Δία. Είναι το ιερό που στάθηκε το υπόδειγμα σύμφωνα με το οποίο χτίστηκε το ομώνυμο Λαφύστιο ιερό στη Βοιωτία.
Αν και ακούγεται και η άποψη ότι το Λαφύστιο ιερό οφείλει το όνομά του στο βουνό της Βοιωτίας που ονομαζόταν Λαφύστιο και πάνω στο οποίο υπήρχε το ομώνυμο ιερό του «Λαφύστιου Δία», είναι βέβαιο ότι η λατρεία του Λαφύστιου Δία ανήκει στην Άλο της Αχαΐας Φθιώτιδας και από αυτή μεταφέρθηκε στη Βοιωτία. Αυτό μας το βεβαιώνει και ο Σουηδός θρησκειολόγος Martin Nilsson στο βιβλίο του «Ελληνική Λαϊκή Θρησκεία».
Η άποψη ότι το ιερό ονομάστηκε Λαφύστιο επειδή αυτό βρισκόταν πάνω στο βουνό που λεγόταν Λαφύστιο είναι εντελώς εσφαλμένη και απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη μας προϋπήρχε το ιερό του Λαφύστιου Δία στην Άλο και αργότερα χτίστηκε το ομώνυμο ιερό στη Βοιωτία, όταν έφυγαν οι Βοιωτοί από την Αχαΐα Φθιώτιδα και πήγαν εκεί. Από αυτό το δεύτερο Λαφύστιο ιερό στη Βοιωτία ονομάστηκε Λαφύστιο και το βουνό πάνω στο οποίο βρισκόταν το ιερό. «Λαφύστιος» σημαίνει λαίμαργος, αχόρταγος. Το επίθετο λαφύστιος (λαίμαργος, αχόρταγος) ταιριάζει ασφαλώς και μπορεί να έχει θέση ως προσδιοριστικό για ένα καταχθόνιο θεό, ένα θεό, που, πάντοτε αχόρταγος όπως ο Άδης, απαιτεί ανθρώπινες θυσίες και καταπίνει ασταμάτητα και λαίμαργα τους ανθρώπους. Δεν έχουν καμία θέση τέτοια επίθετα για ένα βουνό. Εάν σήμερα ένας λόφος λέγεται «Αϊ – Λιας» λέγεται έτσι επειδή εκεί υπάρχει (ή υπήρχε) εκκλησία του προφήτη Ηλία. Το βουνό λοιπόν πήρε το όνομά του από το ιερό και όχι αντιστρόφως.
Η άποψή μας αυτή, ότι ο Αθάμαντας, παρά την επικρατούσα και ευρύτερα γνωστή αντίθετη μυθολογική εκδοχή, βασίλευε πρώτα στην Άλο και μετά πήγε στη Βοιωτία, επιβεβαιώνεται από το παρακάτω χαρακτηριστικό, σαφές και πολύ αποκαλυπτικό, κείμενο του Παυσανία. Είναι αξιοπερίεργο γιατί στο σαφέστατο αυτό απόσπασμα δεν δόθηκε από τους μελετητές η προσοχή που έπρεπε:
«Περὶ δὲ τῶν ἀρχαίων τοιαῦτ’ ἦν ὁπόσα καὶ μνημονεύουσιν. Ἀνδρέα πρῶτον ἐνταῦθα Πηνειοῦ παῖδα τοῦ ποταμοῦ λέγουσιν ἐποικῆσαι, καὶ ἀπὸ τούτου τὴν γῆν Ἀνδρηίδα ὀνομασθῆναι. Παραγενομένου δὲ ἐς αὐτὸν Ἀθάμαντος, ἀπένειμε τῆς αὐτοῦ τῷ Ἀθάμαντι τήν τε περὶ τὸ Λαφύστιον χώραν καὶ τὴν νῦν Κορώνειαν καἰ Ἀλιαρτίαν. Ἀθάμας δὲ ἅτε οὐδένα οἱ παίδων τῶν ἀρσένων λελεῖφθαι νομίζων, τὰ μἐν γἀρ ἐς Λέαρχόν τε καἰ Μελικέρτην ἐτόλμησεν αὐτός, Λεύκωνι δἐ ὑπὀ νόσου τελευτῆσαι συνέβη, Φρῖξον δὲ ἄρα οὐκ ἠπίστατο ἤ αὐτὸν παριόντα ἢ γένος ὑπολειπόμενον Φρίξου, τούτων ἕνεκα ἐποιήσατο Ἀλίαρτον καὶ Κόρωνον τοὺς Θερσάνδρου τοῦ Σισύφου. Σισύφου γὰρ ἀδελφὸς ἦν Ἀθάμας. Ὕστερον δὲ ἀναστραφέντος ἐκ Κόλχων οἱ μὲν αὐτοῦ Φρίξου φασίν, οἱ δὲ Πρέσβωνος, γεγονέναι δὲ Φρίξῳ τὸν Πρέσβωνα ἐκ τῆς Αἰήτου θυγατρός, οὕτω συγχωροῦσιν οἱ Θερσάνδρου παῖδες οἶκον μὲν τὸν Ἀθάμαντος Ἀθάμαντι καὶ τοῖς ἀπὸ ἐκείνου προσήκειν, αὐτοὶ δέ, μοῖραν γὰρ δίδωσί σφίσιν Ἀθάμας τῆς γῆς, Ἀλιάρτου και Κορωνείας ἐγένοντο οἰκισταί.»
Το απόσπασμα αυτό σε απλή γλώσσα λέει τα εξής: «Για την αρχαία ιστορία της πόλης (Ορχομενός) λένε ότι στο μέρος αυτό πρώτος ήρθε ο Ανδρέας, ο γιος του Πηνειού ποταμού, και από αυτόν η χώρα ονομάστηκε Ανδρηίδα. Όταν δε ήρθε προς αυτόν ο Αθάμαντας, ο Ανδρέας του έδωσε την χώρα γύρω από το Λαφύστιο, και τη σημερινή Κορώνεια και τη χώρα της Αλιάρτου. Ο Αθάμαντας, επειδή νόμιζε ότι δεν του είχε μείνει κανένα από τα αρσενικά παιδιά, διότι τον Λέαρχο μεν και τον Μελικέρτη είχε σκοτώσει ο ίδιος, ο δε Λεύκωνας συνέβη να πεθάνει από αρρώστια, και για το Φρίξο, κατά πως φαίνεται, δεν ήξερε αν αυτός σώθηκε ή αν υπολείπονταν απόγονοί του, για τους λόγους αυτούς υιοθέτησε τον Αλίαρτο και τον Κόρωνο, τα παιδιά του Θέρσανδρου, του γιου του Σίσυφου. Διότι ο Αθάμαντας ήταν αδελφός του Σίσυφου. Ύστερα, όταν γύρισε από την Κολχίδα, άλλοι μεν λένε ο ίδιος ο Φρίξος άλλοι δε ο Πρέσβωνας – γεννήθηκε δε ο Πρέσβωνας στον Φρίξο από την κόρη του Αιήτη – τότε τα παιδιά του Θέρσανδρου παραδέχτηκαν ότι ο οίκος του Αθάμαντα ανήκε στον Αθάμαντα και στους απόγονους του, αυτοί δε, επειδή ο Αθάμαντας τους είχε δώσει μέρος της χώρας, έγιναν οικιστές της Αλιάρτου και της Κορωνείας».
Από το παραπάνω απόσπασμα διαφαίνονται σαφέστατα τα εξής: Όταν έφτασε ο Αθάμαντας στον Ορχομενό και του έδωσε ο Ανδρέας την περιοχή γύρω από το Λαφύστιο, είχε προηγηθεί τόσο η θυσία του Φρίξου και της Έλλης όσο και ο φόνος του Λέαρχου και του Μελικέρτη. Αυτό σημαίνει πως και τα δύο αυτά γεγονότα είχαν συμβεί πριν ακόμα ο Αθάμαντας έρθει στον Ορχομενό. Προηγουμένως πρέπει να βρισκόταν στην Άλο. Γι αυτό λέει ο Παυσανίας ότι όταν βρέθηκε στον Ορχομενό ο Αθάμαντας, νομίζοντας ότι πια δεν είχε διάδοχο, αφού τα παιδιά του τα θεωρούσε χαμένα ή πεθαμένα, έδωσε την Αλίαρτο και την Κορώνεια στα δυο ανήψια του, τον Αλίαρτο και τον Κορωνό, τα παιδιά του αδελφού του Σίσυφου, που τα υιοθέτησε. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο μύθος της θυσίας του Φρίξου και της Έλλης δεν είναι μύθος του Ορχομενού, όπως γενικώς πιστεύεται, αλλά της Άλου. Για άλλη μια φορά ένας μύθος της «ασήμαντης» και ανήμπορης να υπερασπιστεί τον εαυτό της Αχαΐας Φθιώτιδας μεταφέρθηκε και υιοθετήθηκε από άλλους σημαντικούς τόπους που μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.
Ύστερα από χρόνια ο Αθάμαντας, που δεν είχε πάψει ποτέ του να επιθυμεί την επιστροφή του στο παλιό του βασίλειο φεύγει από τον Ορχομενό και επιστρέφει στην Άλο. Εκεί προσπαθεί να μπει και πάλι στο πρυτανείο της παλιάς του πατρίδας, δηλαδή προσπαθεί να ξαναπάρει την εξουσία. Αποτυγχάνει όμως η προσπάθειά του αυτή, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο θάνατος του επιβλήθηκε γιατί ήταν, λέει ο μύθος, μιασμένος από τον φόνο των γιων του. Τον φόνο των παιδιών του τον γνώριζαν οι κάτοικοι της Άλου και γι’ αυτό τον θεωρούσαν μιασμένο. Γνώριζαν τον φόνο γιατί προφανώς είχε πραγματοποιηθεί στον τόπο τους. Αντίθετα στην Βοιωτία, επειδή προφανώς τους ήταν άγνωστος ο φόνος των παιδιών του, όχι μόνο δεν τον διώχνουν αλλά του παραχωρούν και τόπο γύρω από το Λαφύστιο. Αλλά και αν ακόμη γνώριζαν όλη αυτή την ιστορία δεν θα τους ήταν εμπόδιο στο να τον δεχτούν και να τον υποστηρίξουν. Είναι συχνό το φαινόμενο στην ελληνική μυθολογία ένας φονιάς να διώχνεται ως μιασμένος από την πατρίδα του και να πηγαίνει σ’ άλλο μέρος όπου εξαγνίζεται και του παραχωρούν άσυλο και μέρος για να ζήσει. Ίσως στη φιλοξενία αυτού του είδους πρέπει να θεωρούμε ως βέβαιο ότι υποκρύπτονται βασιλικές συμμαχίες και υποστηρικτικές φιλίες για την διεκδίκηση εξουσίας.
Την τελευταία όμως στιγμή και ενώ οι κάτοικοι της Άλου ετοιμάζονταν να θυσιάσουν τον Αθάμαντα στο Λαφύστιο ιερό, έρχεται από την Κολχίδα ο εγγονός του Αθάμαντα, ο Κυτίσσωρος – άλλος ταξιδεμένος σε ξένη χώρα αυτός – και τον σώζει από τον θάνατο. Φαίνεται ότι και ο Κυτίσσωρος βρισκόταν στην Κολχίδα ύστερα από μία δική του αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του θρόνου ή βρισκόταν γεννημένος εκεί από τα χρόνια που ο πατέρας του Φρίξος εξορίστηκε ή κατάφυγε στην Κολχίδα. Ολόκληρη δηλαδή η πρώην βασιλική δυναστεία της Άλου, ο παππούς και πρώτος ιδρυτής της Άλου Αθάμαντας, ο γιος του Αθάμαντα και φυσικός διάδοχός του Φρίξος και ο εγγονός του Αθάμαντα Κυτίσσωρος, (που, σύμφωνα με το παραπάνω απόσπασμα μπορεί να λεγόταν και Πρέσβωνας) αποτυχημένοι όλοι πραξικοπηματίες, εκπρόσωποι του ίδιου, βασιλικού οίκου συνεργάζονται τώρα για την ανακατάληψη της χαμένης εξουσίας της Άλου. Θέλουν με κάθε τρόπο να μπουν στο «Λήιτον», στο πρυτανείο της πόλης, να ανακαταλάβουν δηλαδή την εξουσία, που τους την είχαν πάρει. Οι τωρινοί άρχοντες όμως της Άλου, αυτοί που είχαν διώξει τους Αθαμαντίδες και είχαν τώρα την εξουσία, είχαν φροντίσει ώστε και από τους νόμους της πολιτείας ακόμη, προβλεπόταν θάνατος για όποιον έκανε τέτοια απόπειρα. Και για να έχουν οι νόμοι αυτοί της Άλου και «θεϊκή κάλυψη», για να έχουν αυξημένο και με «άνωθεν δοσμένη εντολή» αναμφισβήτητο κύρος, οι νέοι κάτοχοι της εξουσίας είχαν προνοήσει να συνενώσουν την πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία κάτω από τα ίδια πρόσωπα που στεγάζονταν στον ίδιο χώρο, το «λήιτον», ένα χώρο ιερό και απαραβίαστο, ένα χώρο στον οποίο η είσοδος σε άλλους, εκτός από την υπάρχουσα εξουσία, δηλαδή η κατάληψη της εξουσίας από άλλα πρόσωπα, θεωρούνταν ιεροσυλία και τιμωρούνταν με θάνατο.
Αυτές οι διαρκείς προσπάθειες κάποιων φιλόδοξων να θέλουν να καταλάβουν την εξουσία και οι κοινωνικές αναταραχές που έφερναν αυτές οι προσπάθειες προβλημάτιζαν συνεχώς τους κατοίκους της Άλου. Το τελευταίο γεγονός, λοιπόν, αυτό της συνεργασίας των Αθαμαντιδών και της διαρκούς επιμονής αυτών – αλλά και άλλων πιθανώς προηγούμενων βασιλικών δυναστειών – να πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, εξόργισε τους κατοίκους της Άλου και οδηγήθηκαν έτσι στην απόφαση – για να γλιτώσουν μια για πάντα απ’ όλους τους επίμονους διεκδικητές του θρόνου – να ψηφίσουν σχετικό νόμο που, για να του προσδώσουν περισσότερο κύρος, τον περιβάλλουν και με θεϊκή εντολή. Θεσμοθετούν δηλαδή, κάτω πιθανώς και από την επήρεια και επιβολή του βασιλικού οίκου ο οποίος στο μεταξύ είχε διαδεχτεί τους Αθαμαντίδες, ότι είναι επιβεβλημένη από τους θεούς υποχρέωσή τους να θυσιάζουν – δηλαδή να σκοτώνουν αλλά με τη δικαιολογία του νόμου και την ευλογία ή την εντολή του θεού – κάθε άνθρωπο που βεβήλωνε τον τόπο τους με το να μπαίνει στο ιερό τους. Αποφάσισαν να καταδικάζεται δηλαδή σε θάνατο καθένας που θα προσπαθήσει να καταλύσει την νόμιμη εξουσία. Η εξουσία είχε την έδρα της στο Πρυτανείο, στο «Λήιτον». Με άλλα λόγια θεωρούσαν θέλημα των θεών να καταδικάζουν σε θάνατο καθένα επίδοξο (καινούργιο) «δικτάτορα». Έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να εξιλεωθούν από την οργή των θεών που έπεσε επάνω τους, καταδικάζουν τον Κυτίσσωρο και κάθε πρεσβύτερο από τους απόγονους του, δηλαδή κάθε διάδοχο, να μην έχουν δικαίωμα να μπουν στο πρυτανείο, δηλαδή να μην έχουν δικαίωμα ανόδου στο θρόνο.
Η εξουσία όμως είναι πάντοτε γλυκιά και η απόκτησή της επιτρέπει και δικαιολογεί κάθε ριψοκίνδυνη απόπειρα, κάθε απόπειρα εισόδου στο πρυτανείο της πόλης της Άλου, που ταυτόχρονα είναι και το ιερό του Λαφύστιου Δία, του Δία δηλαδή του αχόρταγου για θυσίες. Έτσι οι ταξιδεμένοι σε άλλους τόπους άρχοντες, δηλαδή οι εξόριστοι αποτυχημένοι πραξικοπηματίες που, μετά την αποτυχία του πραξικοπήματός τους για την κατάληψη της εξουσίας, κατέφευγαν στο εξωτερικό για να γλιτώσουν, αφού ετοίμαζαν εκεί τη νέα απόπειρά τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν το «Λήιτον» της Άλου, έστω κι αν κινδύνευαν με τον τρόπο αυτό να χάσουν τη ζωή τους.
Θα πρέπει ακόμα να παρατηρήσουμε ότι όλα αυτά τα γεγονότα διεκδίκησης εξουσίας μεταξύ κυρίαρχων πατεράδων, επαναστατημένων γιων και εξοργισμένων εγγονών που γυρίζουν αποφασισμένοι να πάρουν την εξουσία την οποία διεκδικούν, είναι συνηθισμένα γεγονότα στην ελληνική αρχαία ιστορία, τουλάχιστον σε τούτη την περιοχή. Το ίδιο ακριβώς, σε γενικές γραμμές, έγινε και με τον Ιάσονα, που γύρισε γεμάτος δόξα από την Κολχίδα, για να διεκδικήσει το θρόνο της Ιωλκού. Το ίδιο περίπου έγινε και με τον Νεοπτόλεμο, το γιο του Αχιλλέα που γύρισε από την Τροία – ουσιαστικά από τα ίδια μέρη δηλαδή – και προσπάθησε ν’ αποκαταστήσει στο θρόνο τον δικό του παππού, τον γέροντα Πηλέα.
Πρέπει για άλλη μια φορά να επισημανθεί το γεγονός ότι το Λαφύστιο ιερό της Άλου και το Πρυτανείο (Λήιτον) της πόλης, δηλαδή το «Ιερόν» και το «Διοικητήριο» της πόλης ταυτίζονται. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή ιερείς και κυβερνήτες είναι τα ίδια πρόσωπα. Και το είδος αυτό της διακυβέρνησης ενός τόπου, κατά την οποία την εξουσία την ασκούν οι εκπρόσωποι της θρησκείας, ασφαλώς είναι μία από τις πολύ παλιότερες μορφές εξουσίας. Ο ίδιος συνδυασμός εξουσιών παρατηρείται και στον γειτονικό βασιλικό οίκο των Φερών.
Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι τόσο στην εκστρατεία του Φρίξου όσο και στην εκστρατεία του Ιάσονα, που ονομάστηκε Αργοναυτική και που και οι δυο τους ξεκίνησαν από τούτα τα μέρη προς τις ακτές της Μικράς Ασίας αλλά και στην τρίτη ναυτική – πολεμική εκστρατεία των Ελλήνων προς τα ίδια μέρη, που είναι γνωστή ως Τρωικός Πόλεμος, παρουσιάζονται πολύ ενδιαφέροντα κοινά σημεία.
Και στις τρεις εκστρατείες (Φρίξου, Αργοναυτική, Τρωικός Πόλεμος) παρουσιάζεται πάντοτε ένα παλικάρι (Κυτίσσωρος, Ιάσονας, Νεοπτόλεμος) που ξεκινάει πάντοτε από τούτα τα μέρη, τα παράλια Παγασητικού κόλπου της Αχαΐας Φθιώτιδας, προς την ίδια πάντοτε ξενιτιά, προς την ίδια πηγή πλούτου και μεγάλου εμπορικού ενδιαφέροντος, άρα μεγάλων συμφερόντων, τις βορειοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας και τα παράλια του Εύξεινου πόντου. Από εκεί, αφού το παλικάρι αυτό, επίδοξος διάδοχος πάντοτε του βασιλικού θρόνου, πραγματοποιήσει διάφορα ένδοξα κατορθώματα τα οποία τον γεμίζουν από δόξα αλλά ταυτόχρονα αποκτά και πολλά πλούτη, που σημαίνουν και πολλή δύναμη και επομένως τον κάνουν άξιο να διεκδικήσει αξιώματα και αποκατάσταση, γυρίζει και πάλι πίσω στην πατρίδα του στην οποία βρίσκει ένα δικό του άνθρωπο (Αθάμαντας, Αίσονας, Πηλέας ), πάντοτε συγγενή του (παππούς, πατέρας, παππούς) ο οποίος κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του ή να του έχουν πάρει το βασίλειό του ή να κινδυνεύει να του το πάρουν ή και να περιφρονείται και να απειλείται, τον οποίο δικό του άνθρωπο, τον σώζει και τον αποκαθιστά στα κυριαρχικά του δικαιώματα και στην παλιά του δόξα τιμωρώντας εκείνους που στη διάρκεια της απουσίας του εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και αδίκησαν.

2. Ο Λαφύστιος Δίας ως θεός της βροχής
Ο Λαφύστιος της Άλου της Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν ο πιο αυστηρός και ο πιο δυσεξιλέωτος θεός του Κάτω Κόσμου. Ήταν ο θεός που κατάπινε λαίμαργα, χωρίς ποτέ του να χορταίνει, τους ανθρώπους. Το ιερό του εξακολουθούσε να υπάρχει στην Άλο μέχρι και στον 5ο π. Χ. αιώνα ακόμη, ενέπνεε τον φόβο σ’ όσους πλησίαζαν εκεί και ήταν άβατο στους κοινούς ανθρώπους
Στο Λαφύστιο ιερό γίνονταν ανθρωποθυσίες, όπως διαφαίνεται από τον σχετικό μύθο της θυσίας του Φρίξου για την αποφυγή των συνεπειών της ξηρασίας και της συνακόλουθης ακαρπίας της γης. Και ο Πλάτωνας αναφέρει ότι και κατά την εποχή του γίνονταν ανθρωποθυσίες στην Άλο.
Ατμοσφαιρικά φαινόμενα που προμηνούσαν μελλοντική βροχή, παρατηρούνταν και ερμηνεύονταν από τους αρχαίους, ιδίως σε τόπους όπου υπήρχαν ιερά μέσα στα οποία επικαλούνταν την βοήθεια για τον ερχομό της πολυπόθητης βροχής από τους εκεί θεούς. Ο Θεόφραστος λέει: «Ἐὰν ἐν Αἰγίνῃ ἐπὶ τοῦ Διὸς τοῦ Ἑλλανίου νεφέλη καθίζηται, ὡς τὰ πολλὰ ὕδωρ γίνεται.»
Ωστόσο στο σημείο αυτό θα πρέπει να δούμε κάποια στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι μαγικές τελετουργίες για την πρόκληση της βροχής που εντοπίζονται στην Αίγινα παρατηρούνται και στο χώρο της Αχαΐας Φθιώτιδας, από όπου μεταφέρθηκαν εκεί.
Ο Αιακός, που φέρεται να βασιλεύει στην Αίγινα, μεταφέρθηκε εκεί από την Αχαΐα Φθιώτιδα. Ενδείξεις μπορούν να θεωρηθούν το ότι ο γιος του Πηλέας ζει στην Αχαΐα Φθιώτιδα και το ότι οι Μυρμιδόνες, τους οποίους οι υπάρχουσες και γνωστές μυθολογικές εκδοχές τους θέλουν κατοίκους της Αίγινας, είναι ντόπιοι κάτοικοι της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Ο Νικόλαος Παπαχατζής λέει για το θέμα αυτό:
«Πατέρας του Πηλέα ήταν ένας επίσης τοπικός θεός του Κάτω Κόσμου, ο Αιακός. Το όνομά του σημαίνει ύπαρξη μελαγχολική που στέλνει στους ανθρώπους τα «αἰακτὰ πήματα» (κατά την έκφραση του Αισχύλου), δηλαδή το θάνατο και παρόμοιες μεγάλες συμφορές που προκαλούν οιμωγές ή οδυρμούς (από το ρήμα αἰάζειν που σημαίνει θρηνεῖν). Ο Αιακός αυτός δεν είχε μεγάλη φήμη έξω από τη Μαγνησία και τη Φθιώτιδα Αχαΐα. Οι ποιητές και οι μυθογράφοι έκαναν πανελλήνια γνωστόν τον Αιακό της Αίγινας που ήταν η ίδια μυθική μορφή, μεταφερμένη στην Αίγινα από μετανάστες Αχαιούς από τη Θεσσαλία, μαζί με τον «πατέρα Δία ἑλλάνιον» δηλ. τον καταγόμενο από την Ελλάδα του Αχιλλέα. Η μεταφορά έγινε σε μια εποχή, οπότε είχε ήδη εγκατασταθεί ο Ζευς ακραίος στην κορυφή του Πηλίου. Στην κορυφή του ψηλότερου βουνού της Αίγινας ίδρυσαν πρώτοι «βωμόν Ζηνός ἑλλανίου» (του γνωστού στα ιστορικά χρόνια «πανελληνίου Διός») οι μετανάστες από την Φθιώτιδα Αχαΐα. Στο μεταξύ ο Αιακός της Μαγνησίας, ο πατέρας του Πηλέα, επισκιάστηκε, και ο Πηλέας έγινε γιος του Αιακού της Αίγινας.»
Παραδόσεις για μαγικές ιερουργίες στις οποίες χρησιμοποιούσαν τομάρια κριαριών με σκοπό να προκαλέσουν βροχή αναφέρεται ότι γίνονταν και στο Πήλιο, στην κορυφή του οποίου υπήρχε ιερό του Ακραίου Δία.
«Η Paula Philippson σχετίζει με τις παραδιδόμενες ανθρωποθυσίες για τον Πηλέα και μια πληροφορία του Ηρακλείδη, αποδιδόμενη στο γεωγράφο Δικαίαρχο του 4ου π. Χ. αι. Η πληροφορία αναφέρει στην κορυφή του Πηλίου «σπήλαιον Χαιρώνειον καὶ ἱερὸν Διὸς ἀκραίου». Ο ιερέας του ακραίου Δία, που είχε την έδρα του στη Δημητριάδα, οργάνωνε μια πομπή από τη Δημητριάδα προς την κορυφή του βουνού (ίσως κάθε καλοκαίρι), την εποχή του μεγάλου καύσωνα («κατὰ τὸ ἀκμαιότατον καῦμα»). Στην πομπή μετείχαν «οἱ ἐπιφανέστατοι τῶν πολιτῶν καὶ ταῖς ἡλικίαις ἀκμάζοντες, ἐπιλεχθέντες ὑπὸ τοῦ ἱερέως, ἐνεζωσμένοι κῴδια τρίποκα καινά». Επειδή δηλ. η ανάβαση στην κορυφή του βουνού ήταν κοπιαστική (απαιτούνταν μισής μέρας συνεχής ανηφορική πορεία), ο ιερέας διάλεγε νέους στην ακμή της ηλικίας τους, οι οποίοι ανέβαιναν προς το ιερό ζωσμένοι με δορές κριών πρόσφατα θυσιασμένων. Η Philippson πιστεύει πως ο ιερέας διάλεγε νέους επιφανών οικογενειών για να θυσιαστούν στο Δία ακραίο, και επομένως παλαιότερα στον Πηλέα, τον αρχικό κύριο του ιερού».
Κοντά στη θέση όπου πρέπει να βρισκόταν το Λαφύστιο ιερό της Άλου, στο οποίο έγινε η θυσία ή η απόπειρα θυσίας του Φρίξου για την πρόκληση της βροχής, βρίσκεται σήμερα το βουνό Χλωμός ή Χλιμός, παρακλάδι των ανατολικών εσχατιών της Όθρης. Για τα βουνό αυτό ακούγεται μέχρι και σήμερα η προμηνυτήρια φράση για την πρόβλεψη του τοπικού καιρού: «Αντάρα στο Χλιμό, βροχή στον Αλμυρό». Κατά τη γνώμη μας δεν είναι πολύ ριψοκινδυνευμένο εάν υποθέσουμε ότι η φράση αυτή δεν είναι πολύ άσχετη με την παραπάνω φράση «Ἐὰν ἐν Αἰγίνῃ ἐπὶ τοῦ Διὸς τοῦ Ἑλλανίου νεφέλη καθίζηται, ὡς τὰ πολλὰ ὕδωρ γίνεται» και με το θέμα που εξετάζουμε και την αναζήτηση εκεί κοντά του Λαφύστιου ιερού.

3. Το πέρασμα του Ξέρξη από το Λαφύστιο ιερό
Η φήμη του Λαφύστιου ιερού και ο μεγάλος σεβασμός και φόβος που ενέπνεε στους ανθρώπους κατά τους αρχαίους χρόνους, όπως και το αυστηρά απαραβίαστο του ιερού του, το άβατό του, εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να είναι σεβαστά και κατά την εποχή των περσικών πολέμων.
Ο Ξέρξης, περνώντας από την Θεσσαλία προς τις Θερμοπύλες, έφθασε στην Άλο, έμαθε για το Λαφύστιο ιερό και τα όσα πίστευαν γι’ αυτό οι περίοικοι και έδωσε διαταγή σ’ όλους να σεβαστούν πιστά τα όσα ίσχυαν και να μην παραβιάσει κανένας το ιερό. Ο Ηρόδοτος, περιγράφοντας την εκστρατεία του Ξέρξη και τη διέλευση του στρατού του και του στόλου του από τη Θεσσαλία στο σχετικό απόσπασμα, λέει τα παρακάτω χαρακτηριστικά, αλλά και εντυπωσιακά, που δημιουργούν ερμηνευτικά προβλήματα:
«Ἐς Ἄλον δὲ τῆς Ἀχαιΐης ἀπικομένῳ Ξέρξῃ οἱ κατηγεμόνες τῆς ὁδοῦ βουλόμενοι τὸ πᾶν ἐξηγέεσθαι ἔλεγόν οἱ ἐπιχώριον λόγον, τὰ περὶ ἱρὸν τοῦ Λαφυστίου Διός, ὡς Ἀθάμας ὁ Αἰόλου ἐμηχανήσατο Φρίξῳ μόρον σὺν Ἰνοῖ βουλεύσας, μετέπειτα δὲ ὡς ἐκ θεοπροπίου ᾿Αχαιοὶ προτιθεῖσι τοῖσι ἐκείνου ἀπογόνοισι ἀέθλους τοιούσδε, ὅς ἄν ᾖ τοῦ γένεος τούτου πρεσβύτατος, τούτῳ ἐπιτάξαντες ἔργεσθαι τοῦ ληίτου αὐτοὶ φυλακὰς ἔχουσι (λήιτον δὲ καλέουσι τὸ πρυτανήιον οἱ Ἀχαιοὶ), ἤν δὲ ἐσέλθῃ, οὐκ ἔστι ὅκως ἔξεισι πρὶν ἤ θύσεσθαι μέλλῃ. ὥς τ᾿ ἔτι πρὸς τούτοισι πολλοὶ ἤδη [τούτων] τῶν μελλόντων τούτων θύσεσθαι δείσαντες οἴχοντο ἀποδράντες ἐς ἄλλην χώρην, χρόνου δὲ προϊόντος ὀπίσω κατελθόντες ἤν ἁλίσκωνται ἐσελθόντες ἐς τὸ πρυτανήιον, … ὡς θύεταί τε εξήγοντο στέμμασι πᾶς πυκασθεὶς καὶ ὡς σὺν πομπῇ ἐξαχθείς. Ταῦτα δὲ πάσχουσι οἱ Κυτισσώρου τοῦ Φρίξου παιδὸς ἀπόγονοι, διότι καθαρμὸν τῆς χώρης ποιευμένων Ἀχαιῶν ἐκ θεοπροπίου Ἀθάμαντα τὸν Αἰόλου καὶ μελλόντων μιν θύειν ἀπικόμενος οὗτος ὁ Κυτίσσωρος ἐξ Αἴης τῆς Κολχίδος ἐρρύσατο, ποιήσας δὲ τοῦτο τοῖσι ἐπιγενομένοισι ἐξ ἑωυτοῦ μῆνιν τοῦ θεοῦ ἐνέβαλε. Ξέρξης δὲ ταῦτα ἀκούσας ὡς κατὰ τὸ ἄλσος ἐγένετο, αὐτὸς τε ἔργετο αὐτοῦ καὶ τῇ στρατιῇ πάσῃ παρήγγειλε, τῶν τε Ἀθάμαντος ἀπογόνων τὴν οἰκίην ὁμοίως καὶ τὸ τέμενος ἐσέβετο.»
Δηλαδή: «Όταν ο Ξέρξης έφθασε στην Άλο της Αχαΐας, οι οδηγοί, οι οποίοι του έδειχναν το δρόμο, θέλοντας να εξηγήσουν σ’ αυτόν τα πάντα, του διηγήθηκαν μία ιστορία του τόπου σχετική με το ιερό του Λαφύστιου Δία. Ότι δηλαδή ο Αθάμαντας, ο γιος του Αίολου, αφού συμφώνησε με την Ινώ, μηχανεύτηκε να θανατώσει τον Φρίξο και ότι ύστερα κατά θεία προσταγή οι Αχαιοί (κάτοικοι της Άλου) έβαλαν στους απόγονους εκείνου (Αθάμαντα) τους εξής άθλους (δοκιμασίες) : Στον πιο ηλικιωμένο της οικογένειας απαγορεύουν να μπει στο πρυτανείο, του οποίου την είσοδο φύλαγαν προσεκτικά (ονομάζουν δε οι Αχαιοί το πρυτανείο λήιτον) και εάν μπει δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα να βγει πριν θανατωθεί. Πρόσθεταν ακόμη ότι πολλοί κινδυνεύοντας ήδη να θυσιαστούν, είχαν καταληφθεί από φόβο και είχαν καταφύγει σ’ άλλη χώρα, με τον καιρό όμως όταν επιστρέψουν πίσω, αν συλληφθούν ότι μπήκαν στο πρυτανείο (πάλι ο νόμος τηρείται). Επιπλέον περιέγραψαν πώς εκείνος, τον οποίον θυσίαζαν, οδηγούνταν στο βωμό, σκεπασμένος ολόκληρος με ταινίες και με μεγάλη πομπή. Σ’ αυτή την ποινή καταδικάστηκαν οι απόγονοι του Κυτίσσωρου, του γιου του Φρίξου, διότι όταν οι Αχαιοί, σύμφωνα με ένα χρησμό, έκαναν καθαρμό της πόλης και έμελλαν να θυσιάσουν τον Αθάμαντα, έφθασε ο Κυτίσσωρος από την Αία της Κολχίδας και τον έσωσε. Κάνοντας όμως τούτο έκανε να πέσει η οργή των θεών σ’ αυτόν και τους απόγονους του. Ο Ξέρξης που άκουσε αυτά, όταν πλησίασε στο άλσος και ο ίδιος απόφυγε να μπει σ’ αυτό και σ’ όλο το στρατό παράγγειλε τα ίδια και σεβάστηκε επίσης το ιερό και την οικία των απογόνων του Αθάμαντα».
Το παραπάνω σχετικό με το Λαφύστιο ιερό και το πρυτανείο (Λήιτον) της Άλου απόσπασμα του Ηρόδοτου δημιουργεί, σε όσους ασχολούνται με τη μελέτη των αρχαίων κειμένων και την ερμηνεία τους, πολλά ερωτηματικά για την πλήρη κατανόησή του.
Γιατί οι απόγονοι του Αθάμαντα επίμεναν να μπουν στο πρυτανείο, αφού γνώριζαν ότι οπωσδήποτε θα θανατωθούν; Τι ήταν εκείνο που τους ωθούσε σε κάτι που είχε ως συνέπεια το θάνατό τους; Και, αφού μπορούσαν να είναι ασφαλείς αποφεύγοντας απλά και μόνο να μπαίνουν στο απαγορευμένο γι’ αυτούς ιερό, γιατί κάποιοι επίμεναν σ’ αυτή την προσπάθεια να μπουν με κάθε τρόπο στο ιερό; Και πάλι οι άλλοι αφού, όταν αποφάσιζαν να ξενιτευτούν, ακριβώς για να αποφύγουν αυτό τον κίνδυνο, και είχαν εξασφαλίσει στην ξενιτιά την ησυχία τους και την ασφάλειά τους, τι ήταν εκείνο που τους έσπρωχνε, να θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, και να θέλουν σώνει και καλά ν’ αποπειραθούν να μπουν στο πρυτανείο διακινδυνεύοντας να συλληφθούν και να θανατωθούν;
Μήπως κάτω από την επιμονή τους αυτή να μπουν οπωσδήποτε στο πρυτανείο κρύβεται απλά κάποια προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας της πόλης; Εάν υποθέσουμε ότι μετά το φόνο ή την απόπειρα φόνου του Φρίξου από τον Αθάμαντα, ο Αθάμαντας θεωρήθηκε μιασμένος και γι’ αυτό του απαγορεύτηκε στο εξής η ανάληψη εκ μέρους του της εξουσίας, μήπως, με το παραπάνω σκεπτικό, μπορεί να δικαιολογηθεί τόσο η επιμονή των Αθαμαντιδών να μπουν με κάθε τρόπο στο πρυτανείο, δηλαδή να καταλάβουν την εξουσία, όσο και η αντίσταση σ’ αυτήν την προσπάθεια, αντίσταση που την πρόβαλλε κάποια άλλη αρχοντική δυναστεία που τους πήρε την εξουσία; Μήπως λοιπόν υποκρύπτεται στην όλη υπόθεση, απλά και μόνο, μια διαμάχη για την εξουσία της πόλης μεταξύ δυο αντίπαλων οικογενειακών δυναστειών; Η θετική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα νομίζουμε ότι έχει δοθεί πιο πάνω.
Αν δεχτούμε, λοιπόν, ως ορθές τις καταφατικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα – που κατά την εκτίμησή μας, πρέπει να τις δεχτούμε – εξηγούνται και άλλα ερωτηματικά που υπάρχουν στην όλη υπόθεση για τον Αθάμαντα, τον Ορχομενό, την Άλο και για το ακριβές μέρος όπου έγινε η θυσία του Φρίξου και της Έλλης.
Έτσι τα γεγονότα, αν προσπαθήσουμε, μέσα από τον ασαφή και προβληματικό αυτόν μύθο, να δώσουμε κάποια εξήγηση και να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, είναι δυνατό να εξελίχθηκαν ως εξής:
Ο Αθάμαντας ήταν ο άρχοντας που ίδρυσε την Άλο και στην οποία βασίλευε ο ίδιος μέχρι την ώρα που αποπειράθηκε να εξοντώσει το Φρίξο. Βεβαίως η απόπειρα εξόντωσης του γιου του Φρίξου μπορεί να εξηγηθεί άνετα εάν υποθέσουμε ότι ο Φρίξος, με συνεργάτη την μητριά του Ινώ, αποπειράθηκε να πάρει το θρόνο από τον πατέρα του Αθάμαντα. Αποτυγχάνει λοιπόν ο Φρίξος στην απόπειρά του να πάρει τον θρόνο της Άλου και καταφεύγει στην Κολχίδα. Ωστόσο ο Αθάμαντας έφυγε κι αυτός από την Άλο – ή μάλλον διώχτηκε – γιατί σκότωσε τ’ άλλα παιδιά του, τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη, και θεωρήθηκε μιασμένος. Έτσι ολόκληρη η οικογενειακή δυναστεία του Αθάμαντα βρέθηκε εκτός εξουσίας. Ο Φρίξος έφυγε στην Κολχίδα, ο Λέαρχος και ο Μελικέρτης σκοτώθηκαν, ο ίδιος ο Αθάμαντας ζήτησε καταφύγιο στην Βοιωτία όπου του έδωσαν ένα μέρος να μείνει και εκεί αυτός ίδρυσε άλλο ιερό στο Λαφύστιο Δία, ομώνυμο με το αχαϊκό, το βοιωτικό Λαφύστιο ιερό από το οποίο δεύτερο αυτό ιερό ονομάστηκε και το βουνό της Βοιωτίας, Λαφύστιο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.
Τι πιο φυσικό λοιπόν για μια βασιλική δυναστεία ξεριζωμένη ολοκληρωτικά από την εξουσία να προσπαθεί να επανέλθει με κάθε τρόπο σ’ αυτήν διακινδυνεύοντας φυσικά και την ζωή τους, να προσπαθεί δηλαδή να ξαναμπεί στο πρυτανείο της Άλου, το «Λήιτον» και τι πιο φυσικό από τους άρχοντες που τους είχαν αντικαταστήσει να τους εμποδίζουν και να αντιστέκονται σε κάτι τέτοιο, ψηφίζοντας νόμο που προέβλεπε τον θάνατο για όποιον προσπαθούσε να μπει στο «Λήιτον», δηλαδή για όποιον προσπαθεί να καταλάβει την εξουσία;
Οι σκέψεις αυτές, αν δεν λύνουν ίσως ικανοποιητικά όλα τα ερμηνευτικά προβλήματα που παρουσιάζει το απόσπασμα του Ηρόδοτου, παρέχουν μια διαφορετική άποψη, αρκετά ικανοποιητική, χωρίς να αφήνουν, πολύ σοβαρά τουλάχιστον, ερμηνευτικά κενά.

4. Ο χρυσόμαλλος . . . .θησαυρός του Αθάμαντα
Σύμφωνα με μία άλλη μυθολογική εκδοχή ο Φρίξος ταξίδεψε στην Κολχίδα όχι καβάλα στο φτερωτό κριάρι (κριός) αλλά συνοδευόμενος από τον παιδαγωγό του και συμβουλάτορά του στην εναντίον του πατέρα του συνωμοσία, που τον έλεγαν Κριό. Στην Κολχίδα ο βασιλιάς της Αιήτης σκότωσε τον συνοδό παιδαγωγό του Φρίξου Κριό, γιατί προσπαθούσε να διαφυλάξει τον μαθητή και προστατευόμενό του Φρίξο του από τις ερωτικές διαθέσεις του Αιήτη.
Υπάρχουν όμως και άλλες πιο ενδιαφέρουσες και πιο σοβαρές και αληθοφανείς εκδοχές για τον μύθο αυτό.
Ο Κριός ήταν ο θησαυροφύλακας και ο ταμίας του Αθάμαντα, λέει μία άλλη εκδοχή. Ο θησαυροφύλακας Κριός, λοιπόν, δηλαδή ο «υπουργός των Οικονομικών» μαζί με τον Φρίξο πήραν τον θησαυρό του Αθάμαντα και έφυγαν μακριά. Το «χρυσόμαλλο κριάρι» που μετέφερε τον Φρίξο στην Κολχίδα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο βασιλικός θησαυρός που έκανε «χρυσό-μαλλο» τον βοηθό και συνεργάτη του Φρίξου, τον Κριό. Τον φυγαδευμένο αυτόν θησαυρό του Αθάμαντα θα μπορούσε να είχε στόχο, σε κάποια μυθολογική κάλυψη ιστορικών γεγονότων, η κατοπινή Αργοναυτική Εκστρατεία του Ιάσονα.
Ο θησαυροφύλακας (ας πούμε υπουργός οικονομικών, ας πούμε ταμίας) και ταυτόχρονα συμβουλάτορας (ας πούμε παιδαγωγός) του Φρίξου Κριός δεν πήγε μόνος αυτός μαζί με τον Φρίξο και τον βασιλικό θησαυρό του Αθάμαντα στην Κολχίδα, λέει μία άλλη παράδοση. Μαζί τους είχαν ταξιδέψει και αρκετοί Αχαιοί Φθιώτες που συνόδευαν τους «φυγάδες» ή τους επαναστάτες ή πραξικοπηματίες, με άλλα πλοία. «᾿ Αργώ» ονομαζόταν η ναυαρχίδα του Φρίξου και με τη λέξη «᾿ Αργώ» υπονοείται όλος ο στόλος των Αχαιών Φθιωτών στην πρώτη αυτή μεγάλη ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων προς τα μικρασιατικά παράλια.
Φαίνεται δε ότι στην πρώτη αυτή ναυτική εκστρατεία με αρχηγό τον Φρίξο, εκτός από τους Φθιώτες, έλαβαν μέρος και άνθρωποι από την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, στην «Ωγυγία» του ισχυρίζεται ότι έλαβαν μέρος και πλοία Λακώνων και ότι κατά την εκστρατεία αυτή οι Αχαιοί Φθιώτες έμειναν εκεί και έχτισαν πόλη που την ονόμασαν Φθία.
Η ναυτική εκστρατεία με αρχηγό τον Φρίξο είναι η πρώτη μεγάλη ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων προς τις ακτές του Εύξεινου Πόντου. Ήταν η πρώτη, θα λέγαμε, – αν δεν ήταν πολύ ενοχλητική μία τέτοια αναταραχή στάσιμων νερών – «αργοναυτική εκστρατεία», αφού η ναυαρχίδα του Φρίξου λεγόταν Αργώ. Στα αποσπάσματα, εξάλλου, των Ηοιών του Ησιόδου διαβάζουμε ότι οι Μυρμιδόνες ήταν εκείνοι που πρώτοι συναρμολόγησαν καράβια και χρησιμοποίησαν για τα ναυτικά τους ταξίδια πανιά.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο σημείο αυτό μας λέει και άλλα ενδιαφέροντα. Γαμπρός του Αιήτη, του βασιλιά της Κολχίδας, ήταν ο γειτονικός βασιλιάς των Σκυθών. Τον καιρό που ο Φρίξος με τον παιδαγωγό του Κριό έφτασε στην αυλή του Αιήτη, του βασιλιά των Κόλχων, βρισκόταν εκεί και ο γαμπρός του. Ο βασιλιάς των Σκυθών ερωτεύθηκε τον Φρίξο και ο Αιήτης τού τον παρέδωσε. Ο γαμπρός του Αιήτη αγάπησε σαν πραγματικό του παιδί τον Φρίξο και για το λόγο αυτό του παρέδωσε την βασιλεία. Τον παιδαγωγό όμως του Φρίξου, τον Κριό, ο βασιλιάς των Σκυθών, τον θυσίασε στους θεούς και, αφού τον έγδαρε, έβαλε αρχικά το δέρμα του στο καράβι, όπως συνηθιζόταν στη χώρα εκείνη, κατά το έθιμο της «ξενοφονίας» που επικρατούσε. Μετά από αυτά δόθηκε χρησμός στον Αιήτη που του έλεγε ότι θα πεθάνει όταν ξένοι που θα καταπλεύσουν στη χώρα του πάρουν το δέρμα του Κριού. Ο Αιήτης, για ν’ αποφύγει την εκπλήρωση του χρησμού έβαλε το δέρμα του Κριού σ’ ένα τέμενος, περιτοίχισε το τέμενος μέσα στο οποίο είχε τοποθετήσει τον δέρμα του Κριού και εγκατέστησε φρουρά. Για ν’ αναγκάσει δε τους φρουρούς να φροντίζουν με μεγάλη επιμέλεια τη φύλαξη, επιχρύσωσε το δέρμα ώστε να φαίνεται πολύτιμο:
«Ἔνιοι δέ φασι τὸν βασιλέα τῶν Σκυθῶν, ὄντα γαμβρόν Αἰήτου, παρὰ τοῖς Κόλχοις ἐπιδημῆσαι καθ’ ὃν καιρὸν ἁλῶναι συνέβη τὸν Φρῖξον μετὰ τοῦ παιδαγωγοῦ, ἐρωτικῶς δὲ σχόντα τοῦ παιδὸς λαβεῖν αὐτὸν ἐν δωρεᾷ παρ’ Αἰήτου, καὶ καθάπερ υἱὸν γνήσιον ἀγαπήσαντα καταλιπεῖν αὐτῷ τὴν βασιλείαν. Τον δὲ παιδαγωγὸν ὀνομαζόμενον Κριὸν τυθῆναι τοῖς θεοῖς, καὶ τοῦ σώματος ἐκδαρέντος προσηλωθῆναι τῷ νεῷ τὸ δέρμα κατὰ τι νόμιμον, μετὰ δὲ ταῦτα Αἰήτῃ γενομένου χρησμοῦ, καθ᾿ ὃν ἐσημαίνετο τελευτήσειν ὅταν ξένοι καταπλεύσαντες τὸ τοῦ κριοῦ δέρας ἀπενέγκωσι, τὸν βασιλέα φασὶ τειχίσαι τὸ τέμενος καὶ φρουρὰν ἐγκαταστῆσαι, πρὸς τούτοις δὲ χρυσῶσαι τὸ δέρας, ἵνα διὰ τὴν ἐπιφάνειαν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ἐπιμελεστάτης ἀξιωθῇ φυλακῆς.»
Ο Αθάμαντας αντιδρώντας στις προσπάθειες του Φρίξου να πάρει το θρόνο προσπάθησε να τον σκοτώσει, αλλά απότυχε. Μετά την αποτυχημένη αυτή απόπειρά του, ο Αθάμαντας φεύγει σε ξένη χώρα – τη Βοιωτία – για να γλιτώσει. Εκεί, θέλοντας ν’ ανασυστήσει κάποιο όμοιο με το πρώτο του βασίλειο, ιδρύει νέο Λαφύστιο ιερό, ομώνυμο με αυτό της Άλου. Με τον τρόπο αυτό με την ταυτόχρονη εγκατάσταση του Αθάμαντα στη Βοιωτία μεταφέρεται εκεί και η σχετική παράδοση της θυσίας του Φρίξου και της Έλλης. Έγινε δηλαδή μετατόπιση του μύθου και έτσι επικράτησε η άποψη ότι η θυσία του Φρίξου και της Έλλης έγινε στον Ορχομενό. Έχουμε και στην περίπτωση αυτή πάλι μεταφορά μύθου.
Μεταξύ της Αργοναυτικής Εκστρατείας του Ιάσονα και του ταξιδιού – στην πραγματικότητα μεγάλης επίσης ναυτικής εκστρατείας – του Φρίξου υπάρχει, εκτός από το κοινό σημείο του περίφημου χρυσόμαλλου δέρατος, και ένα άλλο συνδετικό σημείο: κατασκευαστής της «Αργώς» (του Ιάσονα) ήταν ο γιος του Φρίξου Άργος.
Είναι γνωστό ότι ο μάντης Φινέας ήταν εκείνος που έδειξε τον δρόμο στους Αργοναύτες και ότι αυτός ήταν τυφλός. Ποια ήταν η αιτία όμως της τύφλωσής του; Τυφλώθηκε, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, γιατί είχε δείξει τον δρόμο προς την Κολχίδα, τον ίδιο πάντοτε δρόμο που έδειξε και στους Αργοναύτες αργότερα, και στον Φρίξο όταν και αυτός ταξίδευε προς εκείνα τα μέρη: «πεπηρῶσθαι δὲ Φινέα φησὶν Ἡσίοδος ἐν μεγάλαις Ἠοίαις, ὅτι Φρίξῳ τὴν ὁδὸν ἐμήνυσεν.»
Άλλοι πάλι έλεγαν ότι ο Φινέας τυφλώθηκε όχι επειδή με τις οδηγίες ή τις προφητείες του βοήθησε τον ίδιο τον Φρίξο να φτάσει στην Κολχίδα αλλά επειδή έδειξε το δρόμο στους γιους του Φρίξου για να διαφύγουν από εκεί και να σωθούν επιστρέφοντας στην πατρίδα τους.

5. Κι άλλα παραμύθια για τον Αθάμαντα
Τον Αθάμαντα και όλη του την οικογένεια, όπως έλεγαν άλλοι μύθοι, τους μισούσε πολύ η θεά Ήρα και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους κάνει κακό. Το μίσος αυτό της Ήρας οφειλόταν στο ότι ο Αθάμαντας και η γυναίκα του είχαν δεχτεί ν’ αναθρέψουν αυτοί τον θεό Διόνυσο, τον οποίο αυτή μισούσε πολύ, γιατί ήταν νόθος γιος του άντρα της, του Δία. Για να μη γίνεται μάλιστα αντιληπτός ο Διόνυσος στο παλάτι του Αθάμαντα, τον ανάτρεφαν ντυμένο, λέει η σχετική μυθολογική εκδοχή, σαν να ήταν κορίτσι.
Η Ήρα, ως θεά που προστάτευε το γάμο, μισούσε τον Αθάμαντα, έλεγαν άλλοι μύθοι, γιατί αυτός είχε παρατήσει την κανονική γυναίκα του, τη Νεφέλη, και παντρεύτηκε την Ινώ. Έβαλε λοιπόν «μανία» στο μυαλό του Αθάμαντα και της Ινώς και αυτοί, «ένθεοι» πλέον, κάτω από την επιρροή της «θεϊκής μανίας», του «θεϊκού οίστρου», μην έχοντας επίγνωση των πράξεών τους, σκότωσαν τα παιδιά τους Λέαρχο και Μελικέρτη.
Στον Απολλόδωρο διαβάζουμε σχετικά: «ὃ δὲ κομίζει πρὸς Ἰνὼ καὶ Ἀθάμαντα, καὶ πείθει τρέφειν ὡς κόρην, ἀγανακτήσασα δὲ Ἥρα μανίαν αὐτοῖς ἐνέβαλε, καὶ Ἀθάμας μὲν τὸν πρεσβύτερον παῖδα Λέαρχον ὡς ἔλαφον θηρεύσας ἀπέκτεινεν, Ἰνὼ δὲ τὸν Μελικέρτην εἰς πεπυρωμένον λέβητα ῥίψασα, εἶτα βαστάσασα μετὰ νεκροῦ τοῦ παιδὸς ἥλατο κατὰ βυθῶν.»
Ακούγονταν ακόμη και άλλες εκδοχές στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας για τον Αθάμαντα.
Σύμφωνα με τον περίφημο γραμματικό Αρίσταρχο, ο Σοφοκλής, στο δεύτερο έργο του με τίτλο «Αθάμας», το οποίο δε διασώθηκε ως τις μέρες μας, έλεγε ότι αιτία της ακαρπίας της γης δεν ήταν το καβούρδισμα του σπόρου από τις γυναίκες της Άλου. Η Νεφέλη, η οποία ήταν θεά των βροχών (νέφος – Νεφέλη) έπιασε τον άντρα της Αθάμαντα ν’ απιστεί και γι’ αυτό θύμωσε και για τιμωρία του κράτησε τα σύννεφα και δεν επέτρεπε να πέσει βροχή. Έτσι πλέον η γη δεν κάρπιζε και η πείνα άρχισε να βασανίζει τους κατοίκους της περιοχής. Οι άνθρωποι και τα παιδιά τους πεινούσαν και πέθαιναν. Για να εκδικηθούν την Νεφέλη οι κάτοικοι της Άλου για το κακό που τους έκανε, έπιασαν να θυσιάσουν τα παιδιά της. Έτσι μόνο θα καταλάβαινε η Νεφέλη τι σημαίνει να βλέπεις τα παιδιά σου να πεθαίνουν. Θα έπρεπε να δει και τα δικά της παιδιά να πεθαίνουν.
Άλλοι τα έλεγαν διαφορετικά. Όταν ο Αθάμαντας έμαθε από την πιστή του υπηρέτρια, την Άλο, τη συνομωσία της Ινώς, την έπιασε και την παρέδωσε στον Φρίξο να την τιμωρήσει αυτός όπως έπρεπε. Ο Φρίξος έπιασε την Ινώ και ετοιμαζόταν να την σκοτώσει. Ο Διόνυσος όμως, από ευγνωμοσύνη προς την Ινώ, τη γυναίκα η οποία τον είχε αναθρέψει, επενέβη την τελευταία στιγμή και την γλίτωσε από το κακό που την περίμενε. Ύστερα ο Διόνυσος ήταν εκείνος που καταδίωξε τον Φρίξο και την Έλλη. να τους πιάσει και να τους τιμωρήσει όπως τους ταίριαζε. Σύμφωνα, λοιπόν με τη μυθολογική αυτή εκδοχή, κυνηγημένοι από τον Διόνυσο, και για ν’ αποφύγουν την εκδίκησή του, κατέφυγαν στην Κολχίδα ο Φρίξος και η αδελφή του και όχι για άλλο λόγο.
Ακουγόταν όμως και άλλη εκδοχή του μύθου.
Δεύτερη γυναίκα του Αθάμαντα, και επομένως μητριά του Φρίξου, δεν ήταν η Ινώ, αλλά η Δημοδίκη. Αυτή ερωτεύθηκε τον Φρίξο και, επειδή αυτός αρνήθηκε να υποκύψει στις άνομες και ανήθικες προτάσεις της μητριάς του, αυτή τον κατηγόρησε στον Αθάμαντα ότι τάχα ο γιος του την παρενοχλούσε σεξουαλικά και έτσι ο Αθάμαντας φρόντισε να απομακρύνει τον Φρίξο. Πρόκειται ακριβώς για το ίδιο περίπου μοτίβο του γνωστού μύθου του Ιωσήφ και της γυναίκας του Πετεφρή.
Μία άλλη παραλλαγή αυτού του μύθου θέλει η Δημοδίκη να είναι γυναίκα όχι του Αθάμαντα αλλά του Κρηθέα, του αδελφού του Αθάμαντα και θείου του Φρίξου. Η Δημοδίκη, θεία του Φρίξου, ερωτεύθηκε τον ανεψιό της Φρίξο και του ζήτησε να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως και στην περίπτωση αυτή αρνήθηκε να υποκύψει στις ανήθικες προτάσεις της και η Δημοδίκη αντιστρέφοντας τα γεγονότα, για να προλάβει, κατηγόρησε στον άντρα της ότι ο ανεψιός του Φρίξος την παρενοχλούσε. Ο Κρηθέας θυμωμένος πολύ με τον ανεψιό του ζήτησε από τον Αθάμαντα και το πέτυχε ν’ απομακρύνει τον Φρίξο. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Φρίξος έφυγε για την Κολχίδα.
Όλοι αυτοί οι μύθοι ακούγονταν στην περιοχή Αλμυρού και την ευρύτερη περιοχή της τότε Αχαΐας Φθιώτιδας. Ακούγονταν όμως και άλλα πολλά, αυτά που είναι και τα περισσότερο και ευρύτερα γνωστά.

6. Ο Αθάμαντας σύζυγος και πατέρας θεών
Η Ινώ, η γυναίκα του Αθάμαντα, και ο Μελικέρτης, ο γιος του, λατρεύονταν στην περιοχή τούτη αλλά και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας ως θεοί με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμονας. Αυτοί ήταν θαλάσσιες θεότητες οι οποίες προστάτευαν τους ναυτικούς που κινδύνευαν. Πρόχειρο παράδειγμα της θεϊκής αυτής υπόστασης είναι ο Οδυσσέας ο οποίος, κινδυνεύοντας να πνιγεί όταν έφτανε στην Ιθάκη, σώθηκε από τη Λευκοθέα. Στον Απολλόδωρο υπάρχει ένα σχετικό απόσπασμα για την Ινώ και τον Μελικέρτη που έγιναν Λευκοθέα και Παλαίμονας: «καὶ Λευκοθέα μὲν αὐτὴ καλεῖται, Παλαίμων δὲ ὁ παῖς, οὕτως ὀνομασθέντες ὑπὸ τῶν πλεόντων’ τοῖς χειμαζομένοις γὰρ βοηθοῦσι.» Για τη λατρεία της Λευκοθέας και του Παλαίμονα στην περιοχή τούτη υπάρχουν πολλές σχετικές ενδείξεις.
Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό από τους ειδικούς μυθολόγους επιστήμονες ότι όλες αυτές οι γνωστές θαλάσσιες θεϊκές οντότητες, Νηρέας, Παλαίμονας, Θέτιδα, Λευκοθέα είναι προολυμπιακές θεότητες, οι οποίες όπως και τόσες άλλες παρόμοιες θεότητες, όπως όλοι οι «πρότεροι θεοί», υποκύπτοντας στην πανελλήνια ακτινοβολία και επικράτηση των καινούργιων θεών, των Ολύμπιων, υποβιβάστηκαν σε ήρωες ή έγιναν κατώτερες θεϊκές υποστάσεις. Η συρροή της λατρείας τόσων προολυμπιακών, χθόνιων και υποχθόνιων θεοτήτων στην ευρύτερη σημερινή περιοχή του Αλμυρού, στην περιοχή της αρχαίας Αχαΐας Φθιώτιδας, δείχνει ασφαλώς την παλαιότητα των μυθολογικών και λατρευτικών καταβολών της

7. Και άλλα για το Λαφύστιο ιερό
Στο ιερό του Λαφύστιου Δία της Άλου γίνονταν ανθρωποθυσίες. Εξάλλου και το επίθετο «λαφύστιος», όπως έχει ήδη αναφερθεί, σημαίνει λαίμαργος, αχόρταγος., αυτός που καταβροχθίζει. Από κάποια τέτοια ανθρωποθυσία στο Λαφύστιο Δία ξέφυγε ο Φρίξος και η Έλλη, καταφεύγοντας στην Κολχίδα, όπου από ευχαρίστηση για τη σωτηρία του «δια της φυγής» θυσίασε στον Φύξιο Δία.
Το περίεργο και άξιο προσοχής και ερευνητικής εξέτασης στην περίπτωση αυτή είναι ότι κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη ανθρωποθυσίες γίνονταν και στην Κολχίδα, εκεί δηλαδή όπου κατέφυγε ο Φρίξος. Γι’ αυτό και ο Αιήτης σκότωσε θυσιάζοντας στους θεούς τον Κριό, δηλαδή, κατά μία εκδοχή, τον παιδαγωγό του Φρίξου, ο οποίος έφερε τον Φρίξο στην Κολχίδα.
Αλλά και στη δεύτερη ναυτική εκστρατεία προς τα ίδια μέρη, την Αργοναυτική, έγιναν απόπειρες ανθρωποθυσίας. Οι άνθρωποι του Αιήτη έπιασαν τον Ιάσονα και τον έφεραν να τον θυσιάσει η Μήδεια.
Το γεγονός της διατήρησης του καθεστώτος των ανθρωποθυσιών σε ιερά θεών παραπέμπει με ασφάλεια σε πολύ παλιές εποχές. Το στάδιο εκείνο στην πορεία της εξέλιξης της ανθρώπινης διανόησης στην Ελλάδα, σύμφωνα με το οποίο οι ανθρωποθυσίες έπρεπε να αντικατασταθούν με θυσίες ζώων και το οποίο εκδηλώνεται με τους μύθους της αντικατάστασης, ύστερα από θεϊκή πρωτοβουλία, της Ιφιγένειας και της Ασπαλίδας με κάποιο ζώο, ασφαλώς είναι μεταγενέστερο του σταδίου των ανθρωποθυσιών στο Λαφύστιο ιερό. Κάποια τέτοια αντικατάσταση ανθρωποθυσίας με ζωοθυσία, που σημαίνει εξέλιξη των «λαφύστιων», των «ανίλεων» θεών σε «μειλίχιους», όπως έγινε στην Αυλίδα με την αντικατάσταση της Ιφιγένειας με κριάρι ή ελάφι, δεν μνημονεύεται για το Λαφύστιο ιερό. Εδώ ο θεός παρέμεινε ως το τέλος του δυσεξελέωτος, «λαφύστιος», «ανίλεως», «ανέλεος», ζητώντας πάντοτε ανθρώπινες θυσίες.
Στο Μουσείο του Αλμυρού υπήρχε χάλκινο αγαλματίδιο ύψους 0,125 μ. το οποίο πιστεύεται ότι παριστάνει τον Λαφύστιο Δία. Βρέθηκε στα ερείπια της Άλου από κάποιο γεωργό που καλλιεργούσε τα χωράφια του στη θέση εκείνη. Παριστάνει γενειοφόρο άντρα του οποίου η κεφαλή ομοιάζει καταπληκτικά με αυτή του Λαφύστιου Δία των νομισμάτων της Άλου. Η όλη στάση του κορμού και η θέση των δύο χεριών δείχνει ότι στο δεξιό του χέρι κρατούσε κεραυνό και στο αριστερό κάτι άλλο που μπορούσε να ήταν σκήπτρο ή αετός. Η χρονολογία κατασκευής του, κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, πρέπει να είναι το 700 π. Χ.
Η Άλος των κλασικών χρόνων, σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες και τις απόψεις του Ολλανδού αρχαιολόγου Reinder Reinders, πρέπει να βρισκόταν στη θέση «Πλατανιώτικη Μαγούλα», ανατολικά της Νέας Άλου των ελληνιστικών χρόνων. Η Άλος της «Πλατανιώτικης Μαγούλας» είναι εκείνη που, σύμφωνα με την παράδοση, έχτισε ο Αθάμαντας Αυτό σημαίνει ότι και το Λαφύστιο ιερό κάπου εκεί κοντά πρέπει ν’ αναζητηθεί. Υπάρχει η άποψη ότι το Λαφύστιο ιερό πρέπει να βρισκόταν πάνω στο λόφο «Καστράκι», δίπλα στο σημερινό νέο κτίριο του κάτω μοναστηριού της Παναγίας Ξενιάς Τα τελευταία ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών ενισχύουν, κατά την προσωπική γνώμη μας, την άποψη αυτή, που έχει διατυπωθεί πριν από πολλά χρόνια και από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο. Προφορικές παραδόσεις γερόντων που ακούγονταν πριν από χρόνια στο γειτονικό χωριό Βρύναινα όχι μόνο βεβαίωναν κάτι τέτοιο αλλά έδειχναν και το ακριβές σημείο των ανθρωποθυσιών στον λαίμαργο Λαφύστιο.

8. Το χρυσόμαλλο κριάρι
Μια άλλη πολύ όμορφη ιστορία ακουγόταν στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας και της Φθίας – και όχι φυσικά μόνο – εκείνα τα χρόνια για το χρυσόμαλλο κριάρι που έσωσε τον Φρίξο και την Έλλη.
Ζούσε, έλεγαν, ένα πανέμορφο κορίτσι που το έλεγαν Θεοφάνη. Ήταν κόρη του Βισάλτη. Ο Βισάλτης ήταν γιος του Ήλιου και της Γαίας. Πολλοί ήταν εκείνοι που λαχταρούσαν να σμίξουν με την πανέμορφη Θεοφάνη και την πολιορκούσαν με κάθε τρόπο. Την ερωτεύθηκε όμως και ο Ποσειδώνας. Και, άμα ερωτεύονται οι θεοί κάποια κοινή θνητή, δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσουν μέχρι που να πετύχουν το σκοπό τους. Έκλεψε λοιπόν ο Ποσειδώνας τη Θεοφάνη και την πήγε, για να χαρεί τον έρωτα μαζί της, στο νησί Κρομμυούσα. Αλλά κι εκεί δεν μπορούσε να βρει την ησυχία που ήθελε ο ερωτευμένος θεός. Τον ακολούθησαν και όλοι οι άλλοι νέοι που ήταν ερωτευμένοι με την Θεοφάνη. Και δεν ήταν μόνο οι αντεραστές που προβλημάτιζαν τον ερωτευμένο Ποσειδώνα. Ήταν και οι κάτοικοι του νησιού που στέκονταν εμπόδιο και του δημιουργούσαν προβλήματα.
Ο Ποσειδώνας, όπως ήταν επόμενο, δεν κάθισε άπρακτος. Μεταμόρφωσε, σαν παντοδύναμος θεός που ήταν, όλους τους κατοίκους του νησιού σε πρόβατα. Μεταμόρφωσε και όλους τους άλλους υποψήφιους μνηστήρες και αντεραστές του σε λύκους. Να φάνε οι λύκοι τα πρόβατα και να ησυχάσει ο ίδιος. Μεταμόρφωσε όμως, για να μην γνωρίζεται ανάμεσα στα άλλα πρόβατα και την καλή του Θεοφάνη, σε προβατίνα. Μεταμορφώθηκε και ο ίδιος σε κριάρι. Έτσι το κριάρι Ποσειδώνας ενώθηκε με την αγαπημένη του προβατίνα Θεοφάνη. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ένα αρσενικό αρνί. Ήταν το «λάγιο αρνί» που είχε το «χρυσό μαλλί». Όταν μεγάλωσε έγινε ένα πολύ όμορφο και δυνατό χρυσόμαλλο κριάρι. Όταν κινδύνευαν ο Φρίξος και η Έλλη να θυσιαστούν η μητέρα τους Νεφέλη έστειλε τον αρχικλέφτη Ερμή να κλέψει κανένα άλογο να φυγαδέψει τα βασιλόπουλα. «Δεν βρήκε όμως άλογα» κι «έκλεψε το λάγιο αρνί πούχε το χρυσό μαλλί». «Βγήκαν κλέφτες στα βουνά για να κλέψουν άλογα. Κι άλογα δεν βρήκανε τον τσοπάνο δείρανε, κλέψανε το «λάγιο αρνί» που χε το «χρυσό μαλλί». Πήρε λοιπόν το χρυσόμαλλο κριάρι ο Ερμής και το πήγε στα παιδιά της Νεφέλης. Πήρε στη ράχη του τα δυο κυνηγημένα βασιλόπουλα και το χρυσόμαλλο κριάρι πέταξε μακριά και γλίτωσαν ο Φρίξος και η Έλλη.

9. Πνίγηκε η Έλλη στον Ελλήσποντο;
Πολύ γνωστός, αγαπητός και διαδεδομένος στην Άλο και την περιοχή της πρέπει να ήταν ο μύθος για την απόπειρα θυσίας του Φρίξου και της Έλλης και την φυγή τους προς την Κολχίδα πάνω στο κριάρι. Πολλοί μύθοι της περιοχής πρέπει να συνδέονταν με το γεγονός της πρώτης αυτής, πριν από την Αργοναυτική, ναυτικής εκστρατείας των Ελλήνων προς τα μέρη του Ευξείνου Πόντου. Αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει το γεγονός ότι όλες οι σειρές νομισμάτων της κλασικής και της ελληνιστικης Άλου έχουν στη μία όψη το κεφάλι του Λαφύστιου Δία και στην άλλη τον Φρίξο ή την Έλλη πάνω στο κριάρι που πετάει πάνω από τη θάλασσα. Κανένα άλλο περιστατικό της ιστορίας τους και της μυθολογίας τους δεν θεώρησαν οι Αλείς άξιο να τιμήσουν απεικονίζοντάς το στα νομίσματά τους.
Τα νομίσματα της Άλου με την παράσταση του Φρίξου ή της Έλλης δημιουργούν ωστόσο κάποιο ερμηνευτικό πρόβλημα το οποίο έχει σχέση με το θέμα που πραγματεύεται αυτή η εργασία, τις μυθολογικές δηλαδή επινοήσεις και δημιουργίες των πρώτων εκείνων ανθρώπων της ευρύτερης σημερινής περιοχής του Αλμυρού, της αρχαίας Αχαΐας Φθιώτιδας. Το ερμηνευτικό αυτό πρόβλημα, απ’ όσο γνωρίζω, δεν αντιμετωπίζεται από κάποιον ερευνητή. Ίσως δεν δημιούργησε σ’ άλλους παρόμοιους προβληματισμούς. Ίσως γιατί δεν προσέχθηκε από την άποψη που εμείς εξετάζουμε το θέμα.
Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με την πολύ και ευρύτερα γνωστή, συνηθισμένη και αποδεκτή από όλους, εκδοχή του σχετικού μυθολογικού επινοήματος, τα δυο αδέλφια, ο Φρίξος και η Έλλη, φωτισμένα ή καθοδηγούμενα από το πνεύμα της μητέρας τους Νεφέλης, για να γλιτώσουν από τον βέβαιο θάνατο που τους περίμενε, ανέβηκαν και τα δύο στη ράχη του χρυσόμαλλου κριαριού και πετώντας μ’ αυτό πάνω από τη θάλασσα, ξεκίνησαν για την Κολχίδα. Όταν, στο ταξίδι τους αυτό, βρέθηκαν πάνω από το στενό του Ελλήσποντου, ζαλίστηκε η Έλλη και έπεσε στη θάλασσα. Από τότε το στενό αυτό θαλάσσιο πέρασμα προς την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο πήρε το όνομά της. Ο Φρίξος, μόνος του πια, μετά την πτώση στη θάλασσα και τον πνιγμό της Έλλης, συνέχισε το ταξίδι μέχρι που έφτασε στον προορισμό του.
Επομένως, σύμφωνα με την ευρύτερα αυτή γνωστή και από τους περισσότερους αποδεκτή μορφή του μύθου, αρχικά και για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή Από την Άλο μέχρι τον Ελλήσποντο, πάνω στο κριάρι βρίσκονταν τα δυο αδέλφια μαζί. Για ένα άλλο χρονικό διάστημα, το υπόλοιπο του ταξιδιού, από τον Ελλήσποντο και πέρα, μέχρι την Κολχίδα, πάνω στο κριάρι ταξίδευε μόνος του ο Φρίξος. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά, ποτέ δεν βρέθηκε η Έλλη μόνη της πάνω στο κριάρι. Αυτός ήταν ο μύθος που γνώριζαν όλοι. Αυτό ζωγράφιζαν στις διάφορες παραστάσεις τους. Εικόνιζαν ή τα δύο αδέλφια μαζί πάνω στο κριάρι ή μόνο του τον Φρίξο ή κυρίως, ως κάτι το κυρίως ενδιάμεσο ενδιαφέρον, τον Φρίξο ν’ απλώνει το χέρι του και να προσπαθεί να πιάσει την Έλλη την στιγμή που αυτή γλιστρούσε και έπεφτε στη θάλασσα.
Παρόλο όμως που μόνο τα παραπάνω ήταν γνωστά σε όλους οι κάτοικοι της Άλου επέμεναν να εικονίζουν στα νομίσματά τους την Έλλη μόνη πάνω στο κριάρι να ταξιδεύει. Και είναι οι κάτοικοι της Άλου μόνοι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα που διατηρούσαν την εικονογράφηση αυτή.
Είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία αυτό το γεγονός; Γιατί οι κάτοικοι της Άλου, μόνοι αυτοί σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, δεν παρίσταναν στα νομίσματά τους τα δυο αδέλφια να ταξιδεύουν μαζί, ώστε να συμφωνούν με την γνωστή και από όλους παραδεκτή εκδοχή του μύθου; Και αυτήν την επιμονή στην ιδιαιτερότητά τους δεν την παρουσίαζαν κάποιοι τυχαίοι, κάποιοι που ζούσαν μακριά από τον χώρο των γεγονότων, κάποιοι άσχετοι με τον μύθο. Την παρουσίαζαν αυτοί ακριβώς που γνώριζαν πολύ καλά όσα είχαν συμβεί, αφού τα σχετικά με το μύθο γεγονότα έλαβαν χώρα στον τόπο τους και ήταν οι ίδιοι άμεσοι γνώστες ή εκείνοι που είχαν τις πιο άμεσες αναμνήσεις ή – ακόμα καλύτερα – ήταν οι πρώτοι κατασκευαστές του μύθου.
Και αν ακόμα υποθέσουμε ότι η απεικόνιση μιας παράστασης με δυο ανθρώπους και ένα κριάρι στη μία όψη ενός μικρού σε διαστάσεις νομίσματος, όπως ήταν τα νομίσματα της Άλου, παρουσίαζε κατασκευαστικές δυσκολίες εξαιτίας της πολυπλοκότητας της παράστασης, γεγονός που δεν είναι δυνατόν να γίνει εύκολα αποδεκτό, πάλι δε δικαιολογείται η παραποίηση του μύθου. Θα εικόνιζαν απλά μόνο του τον Φρίξο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Αλλά τόσο οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες όσο και η τελειότητα της παράστασης που παρουσιάζει η νομισματοκοπή της Άλου δεν επιτρέπουν μία τέτοια υπόθεση.
Μήπως λοιπόν στην επιμονή αυτή των κατοίκων της Άλου, σε πείσμα της ευρύτερα γνωστής και κοινά αποδεκτής μορφής του μύθου, να παριστάνουν μόνη της την Έλλη πάνω στο κριάρι κρύβεται μια άλλη, άγνωστη μέχρι τώρα στους πολλούς, εκδοχή του μύθου, που την γνώριζαν μόνο αυτοί και η οποία λησμονήθηκε, όπως τόσοι άλλοι μύθοι της ίδιας περιοχής; Προσωπικά έχουμε την γνώμη ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να αποκλειστεί και ίσως να είναι και η μόνη δυνατή και συγχρόνως λογική ερμηνεία της νομισματοκοπικής αυτής ιδιοτυπίας των κατοίκων της Άλου.
Ενισχυτικό της παραπάνω υπόνοιας πρέπει να θεωρηθεί και το εξής γεγονός, που δεν προσέχθηκε πολύ από τους ερευνητές.
Από τις ανασκαφές που ενεργεί επί είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια τόσο στην αρχαία Άλο, την Άλο δηλαδή των κλασικών χρόνων, όσο και στη νέα Άλο, την Άλο των ελληνιστικών χρόνων, ο Ολλανδός αρχαιολόγος Reinder Reinders, αλλά και η ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Βόλου), ήρθαν στο φως πολλά νομίσματα της πόλης αυτής. Νομίσματα της Άλου υπάρχουν σε διάφορες νομισματολογικές συλλογές και σε διάφορα Μουσεία του κόσμου. Όλα αυτά τα νομίσματα, της αρχαίας και της νέας Άλου, όσα βρέθηκαν στις τελευταίες ανασκαφές στο χώρο της Άλου αλλά και όσα υπάρχουν στις νομισματικές συλλογές των διαφόρων ανά τον κόσμο αρχαιολογικών μουσείων και στις γνωστές ιδιωτικές συλλογές, έχουν μερικά χαρακτηριστικά.
Στη μια τους όψη όλα ανεξαιρέτως παριστάνουν το Λαφύστιο Δία. Είναι ο θεός που λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή και στο ιερό του οποίου γίνονταν ανθρωποθυσίες. Ο Λαφύστιος ήταν, όπως είδαμε παραπάνω, αρχαιότατος χθόνιος θεός, προολυμπιακής προέλευσης, ένας «πρότερος θεός». Ο Λαφύστιος, όταν πλέον η λατρεία του Δία και των άλλων ολύμπιων θών, κυριάρχησε σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, αποδυναμώθηκε ως ιδιαίτερη αυτοδύναμη θεότητα. Και επειδή στη λαϊκή θρησκεία καμιά λατρεία δεν λησμονιέται και δεν εξαφανίζεται ολοκληρωτικά. ο Λαφύστιος ενσωματώθηκε στο καινούργιο θεό Δία. Στην επιβεβλημένη θεοκρασία του παλιού θεού Λαφύστιου και του καινούργιου θεού Δία, που ήταν επόμενο ν’ ακολουθήσει, όπως σ’ όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, ο παλιός Λαφύστιος έγινε απλά ένα συνοδευτικό λατρευτικό επίθετο κοντά στο νέο θεό Δία και έτσι δημιουργήθηκε ο Λαφύστιος Δίας.
Τα νομίσματα της Άλου, σύμφωνα με τον Reinder Reinders ο οποίος έχει κάνει ειδική μελέτη πάνω σ’ αυτά, χωρίζονται, ανάλογα με τα ιοδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, σε 21 σειρές. Ενώ λοιπόν η μία όψη όλων ανεξαιρέτως των νομισμάτων των 21 αυτών σειρών, και ανεξάρτηρα από τις μικροδιαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους, παραμένει πάντοτε η ίδια, παριστάνοντας τον Λαφύστιο Δία, είτε πρόκειται για τα νομίσματα της αρχαίας Άλου, της Άλου δηλαδή των κλασικών χρόνων, είτε για τα νομίσματα της νέας Άλου, των ελληνιστικών χρόνων, η άλλη όψη διαφοροποιείται. Στην άλλη όψη όλων των νομισμάτων παριστάνεται ή ο Φρίξος μόνος του πάνω στο κριάρι ή μόνη της η Έλλη.
Παρατηρείται όμως το εξής πολύ αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό, το οποίο και θεωρούμε ότι ενισχύει σημαντικά την υποστηριζόμενη άποψή μας.
Τα νομίσματα εκείνα που παριστάνουν την Έλλη να κάθεται μόνη της στη ράχη του κριαριού είναι όλα νομίσματα της αρχαίας Άλου. Είναι δηλαδή τα πιο παλαιά. Ανήκουν στον 4ο αιώνα π. Χ. Δεν βρέθηκε ακόμη κάποιο νόμισμα της πόλης αυτής που να παριστάνει είτε τον Φρίξο μόνο του, είτε τα δυο αδέλφια μαζί πάνω στη ράχη του κριαριού. Αντιθέτως τα νομίσματα εκείνα που παριστάνουν μόνον του τον Φρίξο είναι όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, νομίσματα της νέας Άλου, της Άλου δηλαδή των χρόνων της ελληνιστικής εποχής. Είναι δηλαδή αυτά τα νομίσματα, νεότερα κατά έναν περίπου αιώνα, και κατατάσσονται στον 3ο αιώνα π.Χ.
Ο Reinder Reindres, που εξέτασε όλα τα γνωστά ανά τον κόσμο νομίσματα της Άλου, τα κατατάσσει, όπως αναφέραμε, σε 21 σειρές. Από αυτές οι πέντε πρώτες σειρές περιλαμβάνουν νομίσματα της αρχαίας Άλου και υπόλοιπες δεκαέξι της νέας Άλου. Στις τέσσερις από τις πέντε σειρές των νομισμάτων της αρχαίας Αλου παρατηρείται ακόμη και κάτι άλλο. Ο Δίας παριστάνεται σ’ αυτές να κρατάει υψωμένο κεραυνό έτοιμος να τον εκσφενδονίσει. Είναι ο τιμωρός Δίας, ο λαφύστιος. Στις υπόλοιπες σειρές ο Δίας παριστάνεται χωρίς τον κεραυνό. Φαίνεται ως να μην είναι αυτό το κύριο χαρακτηριστικό του. Ο «πρότερος θεός», ο τιμωρός λαφύστιος Δίας της αρχαίας Άλου, της Άλου του Αθάμαντα και των ανθρωποθυσιών, παίρνει ηπιότερες και γλυκύτερες μορφές, στις κατοπινότερες εποχές, στα χρόνια της νέας, δηλαδή της ελληνιστικής Άλου. Στα χρόνια αυτά στα οποία η ανθρώπινη σκέψη, στην εξελικτική της πορεία προς κάποια ανώτερη σύλληψη του Θείου, αποσπάται από τις παλιότερες ιδέες του τιμωρού θεού, του χθόνιου και λαφύστιου Δία, οι θεοί γίνονται όχι πλέον τιμωροί αλλά «μειλίχιοι».
Το γεγονός αυτό δημιουργεί τις εξής σκέψεις., που τις καταθέτουμε όχι με σκοπό να πείσουμε να γίνουν οπωσδήποτε αποδεκτές, έστω κι αν προσωπικά τις υιοθετούμε, αλλά μόνο και μόνο για δημιουργία κάποιου προβληματισμού και κάποιων σκέψεων. Προβληματισμό απλά θέλουμε να δημιουργήσουμε. Εξάλλου στην εργασία μας αυτή αναφερόμαστε στη λατρευτική μυθολογία, όπως αυτή ακουγόταν σε τούτη την περιοχή. Αυτήν προσπαθούμε να καταγράψουμε και τίποτε περισσότερο.
Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι οι κάτοικοι της αρχαίας τουλάχιστον Άλου, της Άλου των κλασικών χρόνων, είχαν κάποια μορφή μύθου που ήθελε την Έλλη να διασώζεται ή τουλάχιστο να ταξιδεύει μόνη της πάνω σε κριάρι. Αυτήν την εκδοχή του μύθου, η οποία για τους άλλους είχε πια λησμονηθεί ή τους ήταν άγνωστη ή, ίσως, δεν την έκαναν αποδεκτή, δεν την υιοθετούσαν, οι Αλείς εξακολουθούσαν να την εικονίζουν στα νομίσματά τους, ασφαλώς επειδή την πίστευαν.
Εξάλλου, η κοινή, αναμφισβήτητα, ρίζα της λέξης Έλλη με τις λέξεις Ελλάδα και Έλληνες θα πρέπει να μην επέτρεπε την παραδοχή ενός μύθου που θα παρουσίαζε θάνατο της Έλλης – Ελλάδας. Η γέννηση του Έλληνα, του γιου του Δευκαλίωνα, στην περιοχή της δικής τους Αχαΐας Φθιώτιδας, εξάλλου, ίσως τους δυνάμωνε αυτή τους την ιδιαίτερη παραδοχή και παράδοση.
Στα νεότερα χρόνια όμως, τα ελληνιστικά, στα χρόνια της Νέας Άλου, όταν πλέον παντού, κάτω από το βάρος και την ευρύτερη διάδοση των εντυπωσιακών δημιουργιών των τραγικών ποιητών και άλλων κλασικών συγγραφέων, έγινε καθολικά αποδεκτή η μορφή του μύθου που ήθελε η Έλλη να πέφτει και να πνίγεται στον Ελλήσποντο και μόνο ο Φρίξος να σώζεται και να εξακολουθεί το τξίδι του προς την Κολχίδα, οι ανίσχυροι, λόγω του μειωμένου κύρους τους και της ανυπαρξίας τοπικών δημιουργών τραγωδιών και μύθων, κάτοικοι της μικρής και ασήμαντης Άλου, εγκατέλειψαν και αυτοί την δική τους εκδοχή και «υποτάχθηκαν» στη κοινά αποδεκτή μυθολογική εκδοχή. Δεν αποκλείεται να την είχαν ίσως και οι ίδιοι λησμονήσει αφού μετά την καταστροφή της πόλης τους από τον Φίλιππο, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και τα ιερά τους και σκορπίστηκαν σ’ άλλα μέρη. Όταν ύστερα από χρόνια, διαλυμένοι και ρημαγμένοι, αναγκάστηκαν να συνοικισθούν μαζί με πολλούς άλλους ξένους σ’ ένα μάλλον στρατιωτικής οργάνωσης οικιστικό σύνολο, την Ελληνιστική Άλο, ασφαλώς είχαν χάσει κάθε αίσθηση ιδιαίτερης ταυτότητας και αυτόνομου συνόλου ώστε να έχουν κάποια συνείδηση που να ζητά την απεικόνιση της. Οι απόγονοι των κατοίκων της κλασικής Άλου, μέσα στο σύνολο των κατοίκων της νέας, της ελληνιστικής Άλου, θα πρέπει να αποτελούσαν μικρή μειοψηφία. Όσοι από τους απογόνους των κατοίκων της κλασικής Άλου, της Άλου της «Πλατανιώτικης Μαγούλας», που καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Μακεδόνες, οδηγήθηκαν να κατοικήσουν εντός των τειχών της ελληνιστικής Άλου, της νέας Άλου των 8.000 κατοίκων, ήταν αδύνατο να επιβάλλουν στο νέο καθεεστώς μία δική τους ιδιόρρυθμη παραδοχή.
Εξάλλου δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο, αλλά να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, το γεγονός ότι η Νέα Άλος (Ελληνιστική) έζησε για πάρα πολύ λίγα χρόνια και επί πλέον ήταν μια πόλη η οποία δε χτίστηκε οικειοθελώς από τους κατοίκους της αλλά συνοικίσθηκε, μάλλον με βίαιο τρόπο, κάτω από την επιβολή του Κάσσανδρου ή ίσως του Δημητρίου του Πολιορκητή ή άλλου Μακεδόνα στρατηγού, για στρατηγικούς κυρίως σκοπούς.
Οι 8.000 περίπου κάτοικοι της Νέας (Ελληνιστικής) Άλου πολύ λίγη σχέση πρέπει να είχαν με τους κατοίκους της αρχαίας Άλου και οπωσδήποτε ελάχιστη κοινωνική συνοχή και αίσθηση κοινής κοινωνικής ταυτότητας. Δεν είχαν τις ίδιες παραδόσεις, τις ίδιες αναμνήσεις. Εξάλλου τα τριάντα περίπου χρόνια που έζησαν στην πόλη αυτή, αφού μετά πάλι σκορπίστηκαν, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να επαρκέσουν για τη δημιουργία μιας και ενιαίας κοινωνικής ταυτότητας. Ακόμη είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Νέα Άλος δεν ήταν μία πόλη με την συνηθισμένη οργάνωση των πόλεων. Ήταν μία στρατιωτικά οργανωμένη συνοίκηση για εξυπηρέτηση πολεμικών σχεδίων. Ήταν κοινωνικά «ανεμοσκορπίσματα» που υποχρεώθηκαν να συνοικίσουν.
Ο τρόπος αυτός της συνοίκησης της πόλης ασφαλώς δεν άφηνε στους κατοίκους της την δυνατότητα ν’ αποφασίζουν ελεύθερα την μορφή της νομισματοκοπίας τους. Αυτοί που τους κυβερνούσαν και που επομένως αποφάσιζαν για τα πάντα στην πόλη ήταν ξένοι προς τις τοπικές παραδόσεις. Εκείνοι από τους κατοίκους της Νέας Άλου που ήταν απόγονοι ων κατοίκων της αρχαίας Άλου πρέπει να ήταν μία μικρή μειοψηφία. Ο Φίλιππος εξάλλου είχε καταστρέψει την αρχαία Άλο, γιατί βρισκόταν υπό την επιρροή των εχθρών του Αθηναίων, και την είχε υποτάξει παραδίνοντάς την στους φίλους του Φαρσάλιους. Καθόλου απίθανο να τους απαγόρεψε το παλιό είδος νομισματοκοπής. Έτσι στη Νέα Άλο, την Άλο της ελληνιστικής εποχής, δεν βρίσκουμε πια νομίσματα με την Έλλη, αλλά μόνο με το Φρίξο, σύμφωνα με τη μορφή του μύθου που όλοι οι άλλοι γνώριζαν και υιοθετούσαν. Μαζί με την καταστροφή της Αρχαίας Άλου χάθηκαν και οι παραδόσεις της ή ίσως προσπάθησαν κάποιοι να τις εξαφανίσουν.
Ακόμη οι κάτοικοι της Νέας Άλου δεν ήταν εκείνοι της παλαιάς Άλου, της Άλου των μύθων, των θρύλων, των παραδόσεων. Στη Νέα Άλο αναγκάστηκαν να συνοικήσουν διαφορετικοί άνθρωποι από διάφορα γειτονικά μέρη χωρίς κοινές παραδόσεις και αναμνήσεις. Στα οικήματα της Νέας Άλου μπορούσαν να ήταν εγκαταστημένοι οχτώ χιλιάδες περίπου άνθρωποι, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από τους κατοίκους της αρχαίας Άλου. Οι απόγονοι των κατοίκων της Αρχαίας Άλου, της Άλου δηλαδή της Πλατανιώτικης Μαγούλας, που θα εγκαταστάθηκαν στη νέα πόλη, μέσα σ’ αυτό το πολυποίκιλο συνονθύλευμα των οχτώ χιλιάδων στρατιωτικά οργανωμένων ανθρώπων, θα ήταν οπωσδήποτε μια πολύ ασήμαντη και κυρίως μια ταπεινωμένη, μια νικημένη μειοψηφία.
Όπως ο Λαφύστιος υποτάχθηκε στο Δία, ο Ίτωνος ή η Ιτωνία στην Αθηνά, η Ασπαλίδα στην Άρτεμη, ο Αρισταίος στον Απόλλωνα, ο Κέραμβος στον Πάνα, διότι η «ακαλλιέργητη», άσημη, φτωχή, σκοτεινή και παραγκωνισμένη περιοχή της Όθρης και της Αχαΐας Φθιώτιδας δεν μπορούσε ν’ αντιπαλέψει στο ανατέλλον Ολύμπιο φως και στην προβολή που μπορούσαν να κάνουν οι κλασικοί συγγραφείς της Αθήνας με τις εκδοχές των μύθων που αυτοί επέλεγαν ή δημιουργούσαν οι ίδιοι, έτσι κάπως πρέπει, και οι Αλείς να πείστηκαν να εγκαταλείψουν τη δική τους «τρελή» εκδοχή του μύθου που ήθελε να διασώζεται η Έλλη και δέχτηκαν και αυτοί και πίστεψαν ή – γιατί όχι – αναγκάστηκαν να πιστέψουν ότι σώθηκε μόνο ο Φρίξος. Θα τους ρώτησαν τάχα οι στρατοκράτορες που έχτισαν την πόλη και τους ανάγκασαν να συγκεντρωθούν εκεί και να συνοικήσουν, με πολλούς άλλους, τι θέλουν να εικονίζεται στα νομίσματά τους; Πολύ θα τους πήγαινε. Μήπως εξάλλου στην πόλη ζούσαν μόνο οι κάτοικοι της παλιάς Άλου;
Κάπως έτσι πρέπει να πίστεψαν και οι ίδιοι ότι ο μεγάλος Αχιλλέας τους δε σκότωσε τον Κύκνο εκεί κοντά στην πατρίδα τους γιατί βασάνιζε την περιοχή τους και αυτούς τους ίδιους αλλά . . . στην Τροία. Κάπως έτσι μπορεί να τους «έφυγε» και η πριγκίπισσά τους η Ανδρομάχη από τις δικές τους Φθιώτιδες Θήβες και να ταξίδεψε ως τις . . . ανύπαρκτες Υποπλάκιες Θήβες, γιατί έτσι το θέλησε, γιατί έτσι του άρεσε να διανθίσει ο Όμηρος το έπος του. Ας λάβουμε υπόψη μας και την άποψη ότι ο Όμηρος ίσως συνέδεσε σε ενιαία μορφή πολλά προϋπάρχοντα τραγούδια προκειμένου να συνθέσει τα έπη του. Άντε τώρα να ψάχνουν οι φτωχοί κάτοικοι των Φθιωτίδων Θηβών να βρουν που την ταξίδεψαν την χαμένη πριγκίπισσά τους οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές και μυθοπλάστες! Ποιος από αυτούς μπορούσε και είχε τη διάθεση και το χρόνο ν’ αντιπαλέψει με όσα έλεγαν οι μεγάλοι σοφοί;
Για να ολοκληρώσουμε τη θέση αυτή πρέπει να πούμε ότι στη μυθολογία υπάρχει και μία εκδοχή που ακουγόταν κυρίως στα μέρη της Μακεδονίας και της Θράκης και η οποία δέχεται ότι η Έλλη δεν πνίγηκε, διότι σώθηκε από τον Ποσειδώνα ο οποίος ενώθηκε μαζί της και μάλιστα την έκανε μητέρα τριών παιδιών, του Παίονα, του Ηδωνού και του Άλμωπα ή Αλμωπού, που και οι τρεις τους έγιναν επώνυμοι ήρωες των αντίστοιχων λαών και χωρών.
Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, διασώζοντας μία άλλη εκδοχή του μύθου, λέει ότι πέφτοντας η Έλλη αρπάχτηκε από το ένα κέρατο του κριού που έσπασε και έτσι έπεσε μαζί με αυτό.
Σύμφωνα εξάλλου με όσα υποστηρίζει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης ούτε χρυσόμαλλο κριάρι υπήρχε ούτε σ’ αυτό ανέβηκε ο Φρίξος με την Έλλη. Τα δυο παιδιά του Αθάμαντα ταξίδεψαν πάνω σε ένα καράβι που είχε στην πρώρα του σκαλισμένο ένα κριάρι. Συνηθιζόταν η πρώρα των καραβιών να στολίζεται με κάποιο κεφάλι ζώου. Ο Κριός λοιπόν ήταν απλά το καράβι που μπροστά του είχε σκαλισμένο ένα κριάρι. Η Έλλη που υπόφερε από ναυτία είχε σκύψει από το καράβι, ζαλίστηκε και έπεσε και πνίγηκε. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μην μπορώντας να κάνει διαφορετικά, αφού όλοι ήθελαν να πνίγεται το κορίτσι, έβαλε την Έλλη να ζαλίζεται και να πέφτει στη θάλασσα: «Διαπλεῦσαι γὰρ αὐτόν φασι οἱ μὲν ἐπὶ νεὼς προτομὴν ἐπὶ τῆς πρώρας ἐχούσης κριοῦ, καὶ τὴν Ἕλλην δυσφοροῦσαν ἐπὶ τῇ ναυτίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ τοίχου τῆς νεὼς ἐκκύπτουσαν, εἰς τὴν θάλασσαν προσπεσεῖν.»
Ας δεχτούμε λοιπόν κι εμείς μαζί με τους απλοϊκούς εκείνους ανθρώπους της ταπεινής αρχαίας Άλου, της μόνης αυθεντικής Άλου, της Άλου των γνήσιων Αλέων, ότι η αγαπημένη τους Έλλη δεν πνίγηκε αλλά γλίτωσε και ξέφυγε από το αδηφάγο στόμα του λαίμαργου Λαφύστιου. Εξάλλου ήταν η μόνη που δεν είχε ποτέ της μπερδευτεί ούτε με συνωμοσίες ούτε με δολοπλοκίες, ούτε με αρπαγές θησαυρών, ούτε θρόνους διεκδικούσε. Ήταν η μόνη που ίσως δεν έπρεπε και δεν θα ήθελαν οι Αλείς να την ιδούν να χάνεται άδικα και αδικαιολόγητα. Κι αν η Έλλη δεν ήταν μέσα σ’ όλους αυτούς τους τόσο πολύπλοκους και δαιδαλώδεις μύθους τίποτε άλλο παρά η ιδέα της Ελλάδας, μια απεικόνιση του μεγάλου τους πρόγονου Έλληνα;

10. Από την αρχαία Άλο στον σύγχρονο Αλμυρό
Πολλοί και διαφορετικοί ήταν οι μύθοι που ακούγονταν στους νεότερους κατοίκους της Άλου και της περιοχής τους για την πρώτη ίδρυση της πόλης τους και τον οικιστή της Αθάμαντα.
Σύμφωνα με έναν από αυτούς ο Αθάμαντας είχε ρωτήσει το μαντείο των Δελφών πού έπρεπε να σταματήσει και να χτίσει την πόλη που σχεδίαζε. «Εκεί που θα σε φιλοξενήσουν ζώα», ήταν η απάντηση του Μαντείου του Λοξία Απόλλωνα, που πάντοτε δημιουργούσε ερμηνευτικά προβλήματα. Ξεκίνησε λοιπόν ο Αθάμαντας, λέει ο μύθος, να προχωρεί και συνεχώς σκεφτόταν τι να σήμαινε άραγε ο χρησμός αυτός της Πυθίας. Βαδίζοντας, λοιπόν, άσκοπα και προσπαθώντας να βρει κάποια εξήγηση του χρησμού, έφτασε σ’ ένα μέρος όπου έγινε κάτι που ξαφνικά φώτισε το νου του και τον βοήθησε να καταλάβει ξεκάθαρα το μήνυμα του Θεού. Μερικοί λύκοι κατασπάραζαν ένα πρόβατο. Οι λύκοι, όταν είδαν τον Αθάμαντα να πλησιάζει, φοβήθηκαν κι έφυγαν αφήνοντας εκεί τα υπολείμματα της τροφής που μοιράζονταν: «ἐπυνθάνετο τοῦ θεοῦ ποῦ κατοικήσῃ. Χρησθέντος δὲ αὐτῷ κατοικεὶν ἐν ᾧπερ ἄν τόπῳ ὑπὸ ζώων ἀγρίων ξενισθῇ, πολλὴν χώραν διελθὼν ἐνέτυχε λύκοις προβάτων μοίρας νεμομένοις. Οἳ δὲ θεωρήσαντες αὐτόν, ἅ διῃροῦντο ἀπολιπόντες ἔφυγον.» Δηλαδή: «Ζητούσε να μάθει από το θεό πού να κατοικήσει. Όταν δε πήρε το χρησμό να κατοικήσει σ’ όποιο μέρος φιλοξενηθεί από άγρια ζώα, αφού διέσχισε πολλά μέρη έπεσε πάνω σε λύκους που έτρωγαν κομμάτια από πρόβατα. Οι λύκοι μόλις τον είδαν άφησαν εκείνα που μοίραζαν κι έφυγαν», μας λέει ο Διόδωρος Σικελιώτης.
Ο Αθάμαντας, καθώς ήταν πολύ κουρασμένος από την πορεία και πεινασμένος, σταμάτησε, έφαγε από τα υπολείμματα του κρέατος που είχαν αφήσει οι λύκοι και χόρτασε. Τότε ήταν που ξαφνικά φωτίστηκε ο νους του. Ήταν ολοφάνερο. Το φαγητό τού το είχαν προσφέρει ζώα. Τον είχαν φιλοξενήσει λοιπόν ζώα. Εκεί έπρεπε να μείνει επομένως. Και έμεινε. Ήταν εκεί που σήμερα είναι η Πλατανιώτικη Μαγούλα νοτιοανατολικά του χωριού Πλάτανος της επαρχίας Αλμυρού. Στο μέρος λοιπόν αυτό που του το υπέδειξε ολοφάνερα ο θεός σταμάτησε. Εκεί έχτισε τη δική του καινούργια πόλη, την οποία ονόμασε Άλο και έγινε ο πρώτος οικιστής και βασιλιάς της.
Γιατί όμως η πόλη που χτίστηκε εκεί ονομάστηκε από τον Αθάμαντα Άλος; Τρεις διαφορετικές μυθολογικές εκδοχές υπάρχουν ως απαντήσεις στο ερώτημα αυτό στους κατοίκους της.
Άλος ονομάστηκε, έλεγαν κάποιοι, διότι ο Αθάμαντας με τον τρόπο αυτό θέλησε να τιμήσει μία υπηρέτριά του που την έλεγαν Άλο. Αυτή ήταν η υπηρέτρια που αφού του αποκάλυψε τα πονηρά σχέδια της γυναίκας του της Ινώς να σκοτώσει τα δυο του παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη, τον ακολούθησε πιστά στην καινούργια του περιπέτεια.
Άλλοι όμως ήθελαν διαφορετική ερμηνεία και γι’ αυτό τα έλεγαν διαφορετικά. Το Άλος δεν αναφέρεται στο όνομα της υπηρέτριας. Δεν θα έδινε ο Αθάμαντας, έλεγαν αυτοί, στην πρωτεύουσά του ποτέ το όνομα μιας υπηρέτριας, όσο καλό κι αν του είχε κάνει. Ο Αθάμαντας ονόμασε την πρωτεύουσά του Άλος, για να θυμάται το ξεγέλασμά του από τη γυναίκα του με το οποίο λίγο έλειψε να σφάξει τα ίδια του τα παιδιά. Το Άλος παράγεται από τη λέξη «άλη», που σημαίνει άσκοπη περιπλάνηση, εξαπάτηση, περιπλάνηση χωρίς ελπίδα, χωρίς να έχει εστία, ξεγέλασμα, απάτη. Και ο Αθάμαντας ονόμασε την πόλη Άλο για να θυμάται, έλεγαν, την περιπλάνησή του την άσκοπη και ότι τον ξεγέλασαν και με απάτη τον οδήγησαν στην απόφαση να θυσιάσει τα δυο παιδιά του.
Τέλος άλλοι κάτοικοι της Άλου, που προσπαθούσαν να δώσουν κάποια διαφορετική ερμηνεία στο όνομα της πόλης τους, είχαν εντελώς διαφορετική άποψη. Ούτε στη υπηρέτρια, ούτε στην εξαπάτηση χρωστούσε το όνομά της η πόλη τους. Μια πόλη δεν μπορεί να δέχεται ότι τ’ όνομά της οφείλεται σε μια υπηρέτρια ή σε μια απάτη. Η Άλος ονομάστηκε έτσι γιατί απλούστατα η πηγή που ήταν δίπλα στην πόλη και έτρεχε τα γάργαρα νερά της, ο ποταμός Άμφρυσος δηλαδή, είχε νερό που ήταν σχεδόν υφάλμυρο. Ήταν το ιερό ποτάμι στις όχθες του οποίου ο Απόλλωνας έβοσκε τα κοπάδια του Άδμητου και στις όχθες του οποίου έπαιζαν οι νύμφες Αντιάνειρα και Πολυμήλα που τις πλάνεψαν οι θεοί και κοιμήθηκαν μαζί τους κάνοντάς τις έτσι μητέρες ένδοξων ηρώων. Το Ἃλος λοιπόν, κατά την άποψη αυτή, έγινε απλά από τη λέξη ἃλας ( αλάτι) της πηγής αυτής ή το πολύ πολύ να έγινε από τη λέξη ἃλς (γεν. ἁλός) (θάλασσα), επειδή η Άλος ήταν χτισμένη δίπλα στη θάλασσα.
Οι τρεις αυτές διαφορετικές ετυμολογικές απόψεις για την προέλευση της ονομασίας της Άλου είχαν τις επιπτώσεις και στη γραφή της λέξης. Οι οπαδοί των δύο πρώτων απόψεων έγραφαν τη λέξη Άλος τοποθετώντας επάνω το πνεύμα της ψιλής: (῎Αλος) ενώ οι οπαδοί της τρίτης άποψης έγραφαν τη λέξη με δασεία (῝Αλος). Η λέξη αναφερόταν και με αρσενικό άρθρο (ὁ ῎Αλος ή ὁ ῝Αλος) και με θηλυκό (ἡ ῎Αλος ή ἡ ῝Αλος).
Η διαφωνία αυτή των ειδικών ως προς την ετυμολογία της λέξης Άλος έφτασε μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Γεννήθηκε το ερώτημα πώς έπρεπε να γράφεται η λέξη Αλμυρός, την οποία όλοι θεωρούσαν, όπως και πράγματι συμβαίνει, ότι παράγεται από τη λέξη ῞ Αλος ή τουλάχιστον ήθελαν η Άλος να είναι η μητέρα πόλη του σημερινού Αλμυρού και να συνδέσουν τ’ όνομα της πατρίδας τους με την Άλο. Έτσι άλλοι έγραφαν «᾿ Αλμυρός», βάζοντας στο αρχικό άλφα το πνεύμα της ψιλής και άλλοι «῾ Αλμυρός» και έβαζαν το πνεύμα της δασείας.
Τελικά βέβαια έγινε δεκτή από όλους η δεύτερη άποψη και η λέξη Αλμυρός έπαιρνε δασεία, γιατί όσο και αν επέμεναν κάποιοι να την θέλουν με ψιλή, ακολουθώντας ρομαντικούς δρόμους, δεν μπορούσε στην συνείδηση του παντοδύναμου και εφοδιασμένου με πρακτικό μυαλό λαού, αλλά και με ανόθευτο και ορθό γλωσσοπλαστικό κριτήριο, να συνδεθεί τόσο με τις ρομαντικές απόψεις για κάποια τάχα υπηρέτρια Άλο ή με τη λέξη ἄλη (απάτη) όσο με τις λέξεις αλάτι και αλμύρα που τους θύμιζαν την αλμυρή θάλασσα και τους δυο μεσαιωνικούς Αλμυρούς δίπλα στη θάλασσα.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, όπως μπορεί ν’ αποδειχτεί από μια προσεκτική εξέταση των κατάλοιπων των χειρογράφων του, η οποία και έγινε από τον υπογράφοντα, αλλά και την εξέταση των έντυπων εργασιών του που κυκλοφόρησαν, στις πρώτες του εργασίες έγραφε την λέξη Αλμυρός θέτοντας το πνεύμα της ψιλής. Σε κατοπινές του όμως εργασίες, ακολουθώντας και αυτός την επικρατήσασα άποψη, έγραφε τη λέξη με δασεία.
Εξάλλου ήταν οικείες στην περιοχή και άλλες σχετικές τοπωνυμικές λέξεις με την ίδια ρίζα. Λίγο πιο κάτω, ακριβώς έξω από την οικιστική περιοχή των δυο Μεσαιωνικών Αλμυρών (Halmyros) υπήρχε η γνωστή μέχρι και τις μέρες μας ακόμη σ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής Αλμυρού, και κυρίως σ’ όσους έχουν κτήματα στην περιφέρεια «Καράγκιορη» και «Τσιγκέλι», Αλατόστρατα. Και η παλιότερη λέξη που βρέθηκε σε κάποια επιγραφή «Αλμυρά» αποδιδόταν, από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, σε πόλη πρόγονο του Αλμυρού, αλλά και οι Δύο Ἁλμυροί ή Ἁρμυροί, και τα ξενόγλωσσα Duo Armiri, Armiro, Golfo de Armiro καθώς και τα Αλατόπυργος, Αλία κ.τ.λ. απηχούν την ίδια ρίζα.
Στα τελευταία βέβαια χρόνια με την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος και των πνευμάτων η λέξη Αλμυρός δεν παίρνει πνεύμα, ούτε δασεία ούτε ψιλή. Ο Αλμυρός δυστυχώς. . . «έχασε το πνεύμα του», και όλοι ησύχασαν. Το θέμα, που θεωρείται τόσο επουσιώδες αν όχι ενοχλητικό για το πρακτικό πνεύμα της εποχής μας, έμεινε μόνο για ν’ απασχολεί κάποιους αμετανόητους ακόμα ρομαντικούς ανιχνευτές του παρελθόντος αυτού του τόπου.

11. Ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς
Μία άλλη σημαντική τοπική θεότητα στην ευρύτερη περιοχή του Αλμυρού, στην αρχαία Αχαΐα Φθιώτιδα, αλλά και σε άλλα μέρη, ήταν η Ιτωνία Αθηνά. Το ιερό της βρισκόταν στην πόλη Ίτωνο, εξήντα στάδια μακριά από την Άλο: «Ἀπέχει δὲ Ἰτώνου περὶ ἑξήκοντα σταδίους ὁ Ἄλος ή ἡ Ἄλος». Η Άλος βρισκόταν «περὶ ἑκατὸν σταδίους» μακριά από τις Φθιώτιδς Θήβες. Η πόλη Ίτων ή Ιτών ή Ίτωνος ή Σιτών ήταν ονομαστή στην αρχαιότητα για τα πρόβατα που έτρεφε. «Μητέρα μήλων» (προβάτων) την ονομάζει ο Όμηρος.
Πού βρισκόταν η Ίτων; Ο Παυσανίας λέει ότι βρισκόταν Φερών και (Κρεμαστής) Λάρισας.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό, δημοσίευεσε ένα άρθρο με τίτλο «Η φθιωτική πόλις Ίτωνος» το οποίο αντιγράφουμε ολόκληρο στη συνέχεια, ως ένδειξη τιμής προς τον πρώτο ιδρυτή και βασικό συντελεστή του έργου της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς» αλλά και για διευκόλυνση κείνων των αναγνωστών μας στους οποίους δεν είναι εύκολη η πρόσβαση σε τέτοια παλαιά κείμενα:
«Ὁ Στράβων λέγει ὅτι ἡ ῎Αλος ἀπέχει τοῦ ᾿Ιτώνου περὶ ἑξήκοντα σταδίους, παρακατιὼν δὲ συγκρίνων ὁ αὐτὸς γωγράφος τὰς ἀποστάσεις μεταξύ Φθιωτίδων Θηβῶν καὶ Ἄλου λέγει ὅτι ἡ τελευταία διέχει Θηβῶν περὶ ἑκατὸν σταδίους. Λαμβάνοντες δὲ ὡς κέντρον τὰ ἐρείπια τῆς Ἄλου καὶ συγκρίνοντες τὴν ἀπόστασιν αὐτῶν πρὸς τὴν τῶν Θηβῶν καὶ τῆς Ἰτώνου, ὀφείλομεν ἀναζητῆσαι τὴν θέσιν τῆς τελευταίας εἰς θέσιν πλησιεστέραν τῶν Θηβῶν. Τὰ μὲν ἐρείπια τῶν Θηβῶν ἀπέχουσι τῆς Ἄλου περὶ τὰ 18 ½ χιλιόμετρα περίπου, ἤτοι περὶ τὰς 4 ½ ὥρας, τὰ δὲ τοῦ χωρίου Γεντσελί, ὡς Leake καὶ Γεωργιάδης θέλουσι, περὶ τὰ 15 χιλιόμετρα, ἤτοι περὶ τὰς 3 ½ ὥρας περίπου, ἤτοι ἀπόστασις ὑπερβαίνουσα τὴν ὑπὸ τοῦ Στράβωνος ὁριζομένην. ῾Ο δὲ κ. Μ. Χρυσοχόος ἐν τῷ χάρτη αὑτοῦ ἐν ἀμφιβόλω τίθησι τὴν Ἴτωνον παρὰ τὸ χωρίον Καρατζαταγλί, λίαν δὲ ἀτόπως τὸ μὲν χωρίον Καρατζαταγλὶ τίθησιν ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ νῦν Ξηριᾶ ποταμοῦ, τὸ δὲ χωρίον Γεντζελὶ ἑπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ νῦν Χολορρεύματος, τοῦ ὡς Κουαρίου σημειουμένου ἐν τῷ μνησθέντι χάρτῃ αὑτοῦ. Ἐκ δὲ τῆς ἐν τῷ χάρτῃ αὐτοῦ ἀλλαγῆς τῶν θέσεων τῶν δύο τούτων τῆς βορείου Φθιώτιδος ποταμίων, καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων συγγραφέων, ἀναφερόντων ὡς Κουάριον τὸ νῦν Χολόρρευμα, παραπεισθέντες ἐγράψαμεν ἀλλαχοῦ ὅτι τὰ ἐρείπια τῆς Ἰτώνου εὕρηνται παρὰ τὴν νῦν θέσιν Τσουρνάτη βρύσις, ὄπισθεν τοῦ χωρίου Κιόλελερ, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ χάρτῃ αὑτοῦ ὁ κ. Χρυσοχόος. Ἀλλὰ χωρίον Κιοϊλὲρ, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ μνησθέντι χάρτῃ οὐδαμοῦ εὓρηται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀλμυρού. Ἡ δὲ φυσικὴ διαγραφὴ τῶν δύο τούτων ποταμίων, τὰ μέγιστα συμβάλλουσα πρὸς τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τῆς Ἰτώνου, ἔδει νὰ ἔχῃ οὕτω: Ὁ μὲν Ξηριᾶς, κατερχόμενος ἐκ τῆς Ὄθρυος καὶ καταλίπων ἀριστερὰ τὸ χωρίον Γενιτζέκ, στρέφεται πρὸς Α. καὶ παραρρέων τὰ ἐν τῇ δεξιᾷ αὑτοῦ ὄχθῃ κείμενα χωρία Γκερικλί, Γενιτζελί, Καρατζαταγλί, Μπακλαλί καὶ τὴν ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης αὑτοῦ κειμένην πόλιν τοῦ Ἀλμυροῦ ἐκβάλλει εἰς τὸν Παγασητικὸν κόλπον. Τοῦ δὲ Χολορρεύματος ἡ ἐν τῇ πεδιάδι στροφὴ ἄρχεται ἐκ τοῦ χωρίου Κασουμπλί. Κεῖνται δὲ παρὰ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ ὄχθην τὰ χωρία Τουρκομουσλὶ καὶ Γενισλὲρ καὶ παρὰ τὴν ἀριστερὰν τὰ χωρία Δαουτζά, Καραδαναλὶ καὶ Ἀϊδίνιον. Καὶ ταῦτα μὲν κατὰ τὸν χάρτην τοῦ κ. Χρυσοχόου.
Ποῦ δ’ ἔκειτο ἡ Ἴτωνος; Παρὰ τὸ χωρίον Καρατζαταγλί εἰς ἀπόστασιν εἴκοσι λεπτῶν πρὸς Β. ὑψοῦται γήλοφος τεχνητὸς σχηματίζων ἐν τῇ κορυφῂ στρογγύλον καὶ ὁμαλὸν ὀροπέδιον, τόπον ἱερορεπῆ. Ὑπὸ δὲ τοὺς πρόποδας αὐτοῦ ἐκτείνονται δύο ἕλη ἀρκούντως εὐρέα, Ζερέλια ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων καλούμενα. ᾿Εν αὐτῷ δὲ καὶ τοῖς πέριξ ἀγροῖς εἰσιν ἐγκατεσπαρμένα συντρίμματα διαφόρων κεράμων, πλίνθων καὶ ἄλλων ἀγγείων ἐξ ὀπτῆς γῆς καὶ ἐνίοτε ἀνευρίσκονται νομίσματα ὑπὸ τῶν χωρικῶν. Ἐν δὲ τῷ ναῷ τοῦ μνημονευθέντος χωρίου εἰσὶν ἐντετειχισμένοι 9 κίονες μονόλιθοι ἐκ λευκοῦ μαρμάρου, ὀρθογώνιοί τινες λίθοι λευκοὶ καὶ μέλανες καὶ κίων μετὰ κιονοκράνου ὑποβαστάζων τὴν ἁγίαν Τράπεζαν. Ὄπισθεν δὲ ἐπὶ τῆς ἀνατολικῆς προσόψεως τοῦ ναοῦ εἰσὶν ἐντετειχισμένοι δύο κίονες ῥαβδωτοὶ, ὧν αἱ ῥαβδώσεις εἰσὶν ἑλικοειδεῖς. Πέριξ δὲ τοῦ ναοῦ σπόνδυλοί τινες κιόνων κεῖνται. Ἀνήκουσι τὰ λείψανα ταῦτα τῇ ἀρχαίᾳ Ἰτώνῳ; Ὁ Στράβων λέγει «τούτου δὲ (Κροκίου πεδίου) ὑπέρκειται ὁ Ἴτωνος, ὅπου τὸ τῆς ἸΙτωνίας ἱερὸν, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ ἐν τῇ Βοιωτίᾳ, καὶ ὁ Κουάριος ποταμός», ἐν δὲ τοῖς Βοιωτιακοῖς «…κατελάβοντο αὐτὴν (τὴν Κορώνειαν) ἐπανιόντες ἐκ τῆς Θετταλικῆς Ἄρνης οἱ Βοιωτοὶ μετὰ τὰ Τρωικὰ, ὅτε περ καὶ τὸν Ὀρχομενὸν ἔσχον. Κρατήσαντες δὲ τῆς Κορωνείας (τῆς ἐν Βοιωτίᾳ) ἐν τῷ πρὸ αὐτῆς πεδίῳ τὸ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἱερὸν ἱδρύσαντο, ὁμώνυμον τῷ Θετταλικῷ καὶ τὸν παραρρέοντα ποταμὸν Κουάριον προσηγόρευσαν, ὁμοφώνως τῷ ἐκεῖ». Κατὰ τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ Στράβωνος τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἔκειτο παρά τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ Κουαρίου, ἐξ οὗ τὴν ἐπωνυμίαν ἔσχε καὶ ὁ Βοιωτικός. Ὁ λόφος τῶν Ζερελίων ἀφίσταται 10 λεπτὰ τῆς ὣρας τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ νῦν Ξηριᾶ ποταμοῦ. Ἐν τῷ λόφῳ τούτῳ πρέπει να τοποθετήσωμεν τὸ διάσημον κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς, τόπῳ ἱεροπρεπεῖ καὶ καταλλήλῳ διὰ τὴν τοποθεσίαν τοιούτου ἱεροῦ. Ἡ δὲ θέσις αὓτη συμφωνεῖ πληρέστατα τῇ τε καλαισθησίᾳ, ἣν οἱ Ἕλληνες πάντοτε ἔδειξαν ἐν τῇ ἐκλογῇ τῆς τοποθεσίας τῶν ἱερῶν αὑτῶν ναῶν, καὶ τῇ ὀξυδερκείᾳ ἐκείνῃ τῶν ἱερέων τοῦ νὰ ὠφελῶνται ἀπὸ παντὸς συντείνοντος εἰς ἀνύψωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος. Ἄν δὲ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἤδη σῳζόμενα ἐρείπια τῶν ἀρχαίων ναῶν καὶ πόλεων, εὑρίσκομεν ταῦτα πληρέστατα συμφωνοῦντα τοῖς τοῦ Ξενοφῶντος «ναοῖς γε μὴν καὶ βωμοῖς χώραν εἶναι πρεπωδεστάτην, ἥτις ἐμφανεστάτη οὖσα ἀστιβεστάτη εἴη, ἡδὺ μὲν γὰρ ἰδόντας προσεύξασθαι, ἡδὺ δὲ ἁγνῶς ἔχοντας προσιέναι». Ἡ δὲ μυθολογία ἐδόξαζεν ὅτι οἱ θεοὶ ἔχαιρον ἐπὶ χωρίοις ἐπιφανέσι διὰ τὰς φυσικὰς αὐτῶν ἀρετάς. Οὐδαμοῦ δὲ τοιαύτη θέσις ἰεροπρεπὴς κεῖται ἐκτὸς τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων. Ἐν ταύτῃ τῇ θέσει καὶ ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς Ἰτώνου μέχρι τῆς Ἅλου συμφωνεῖ πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Στράβωνος ὁριζομένην, ἀπέχουσα ἑξήκοντα περίπου σταδίους τῶν ἐρειπίων τῆς Ἁλου, ἤτοι περί τὰ 8 χιλιόμετρα περίπου (1 ὣρα καὶ 3/4) καὶ ὁ Ξηριᾶς ποταμὸς δὲν ἀφίσταται πολὺ (10 λεπτὰ τῆς ὣρας), καὶ ὄντως ὁ λόφος οὗτος ὑπέρκειταί πως τοῦ Κροκίου πεδίου.
Κατὰ ταῦτα ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἔκειτο ἐπὶ τοῦ μνημονευθέντος λόφου ἡ Ἴτωνος ποῦ ἔκειτο; Ἐὰν τὰ ἐρείπια τοῦ χωρίου Γεντζελί ἀποδώσωμεν, ὡς ὁ Leake καὶ ἄλλοι, τῇ Ἰτώνῳ, ἡ ἀπόστασις αὐτῆς ἀπὸ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων εἶνε μιᾶς ὣρας περίπου. Ὁ Leake διέκρινε καὶ τὸ κρηπίδωμα τοῦ ἱεροῦ ἐν τῇ θέσει Μάρμαρα τοῦ χωρίου Γεντζελί. Ἀλλ’ ἡ θέσις ἔνθα τὸ ἔτι καὶ νῦν σῳζόμενον κρηπίδωμα κεῖται, δηλ. στενὴ βραχώδης καὶ ἀπότομος, λίαν ἀκατάλληλός ἐστι διὰ τὴν θέσιν τοῦ διασημοτάτου ἐκείνου ἱεροῦ. Λείψανα δὲ τῶν τειχῶν τῆς ἀρχαίας ἀκροπόλεως ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὑπερκειμένου τοῦ χωρίου λόφου κεῖνται ἄσημα καὶ κεκαλυμμένα ὑπὸ θάμνων. Ὀλίγα δὲ συντρίμματα κεράμων καὶ πηλίνων ἀγγείων ἐν τῇ κατωφερείᾳ τοῦ λόφου ἀνευρίσκονται καὶ κίων μονόλιθος πρασίνου χρώματος ἔν τινι βρύσει παρὰ τὸ χωρίον κεῖται. Ἐν δὲ τῷ ναῷ τοῦ χωρίου δύο λίθοι ὀρθογώνιοι ἐκ λευκοῦ καὶ μέλανος μαρμάρου ἐντετειχισμένοι εἰσίν. Ἄγνωστον ἐὰν ἐνταῦθα ἀνευρέθησαν ἤ ἀλλαχόθεν μετηνέχθησαν πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ ναοῦ. Ἄλλως τε ἡ ἀπόστασις ὑπερβαίνει τὴν ὑπὸ τοῦ Στράβωνος ὁριζομένην. Τοὐναντίον δὲ πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ πόλις ἔκειτο πέριξ τοῦ χωρίου Καρατζαταγλί. Ἴσως δὲ, ὡς ἱερὰ τῆς Ἀθηνᾶς, ἦν ἀτείχιστος, διὸ καὶ οὐδὲν λείψανον τῶν τειχῶν αὐτῆς ἀνευρίσκεται νῦν. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν ὁτι ἡ πόλις εὕρηται νῦν ἐν τῷ χωρίῳ Γεντζελί, ἡ τοιαύτη παραδοχὴ οὐδόλως ἀποκρούει τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὅτι τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων, διότι οὐδεμία θέσις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ, ὡς ἤδη ἐρρήθη, κέκτηται τοσαῦτα πλεονεκτήματα, ὡς ἡ θέσις αὕτη. Γνωστόν δ΄ ἐστιν, ὅτι πολλὰ ἱερὰ κατά τε τὴν Ἀσίαν καὶ ἐν Ἑλλάδι δὲν περικλείοντο ἐντὸς τῶν ὀχυρωμάτων τῶν γειτνιαζουσῶν πόλεων, ἀλλ’ ἦσαν ὑπὸ τὴν φυλακὴν τῆς ἰδίας αὑτῶν ἱερότητος. ᾿Ενταῦθα λοιπὸν ἄς ζητηθῇἡ θέσις καὶ τὸ διάγραμμα τοῦ ἱεροῦ.
Ἑν ὑφ’ ἡμῶν δημοσιευθησόμενον νόμισμα τῆς Ἰτώνου ἐν τῇ θέσει ταύτῃ εὑρέθη, καθ’ ἃ μὲ διεβεβαίωσεν ὁ κάτοχος αὐτοῦ. Καὶ αἱ ὑφ’ ἡμῶν δὲ ἐν τῷ Bulletin de Correspondance Hellenique (τόμ.. XV, σελ.. 568, ἀρ. 12 καὶ 13) δημοσιευθεῖσαι ἐπιγραφαὶ αὐτόθι ἀνευρέθησαν. Οὐδόλως δ’ ἀμφίβολον τυγχάνει, ὅτι καὶ πλεῖστοι ἀρχαῖοι λίθοι, ἐνεπίγραφοι ἤ μή, ἐντεῦθεν μετηνέχθησαν ἐν τῇ 3/4 τῆς ὣρας ἀπεχούσῃ πόλει τοῦ Ἀλμυροῦ, ὡς καὶ τὰ ἐν τῷ χωρίῳ Καρατζαταγλί ἐντετεισμένα λείψανα ἀρχιτεκτονικῆς.
᾿Εκ τῶν ἀνωτέρω ὅθεν συνάγεται, ὅτι:
1) ἡ Ἴτωνος ἤ ἔκειτο παρὰ τὸ χωρίον Καρατζαταγλὶ ἐν τῇ νῦν θέσει, τοῖς Ζερελίοις, ἤ ἐν τῷ χωρίῳ Γεντσελί, ὡς ὁ Leake, καὶ ἄλλοι.
2) Τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων.
3) Κουάριος ποταμὸς τῶν ἀρχαίων ἐστὶν ὁ νῦν Ξηριᾶς καὶ οὐχὶ τὸ νῦν Χολόρρευμα, ὡς μέχρι τοῦδε παραδεχόμεθα.
Πάντες δὲ οἱ νεώτεροι γενικῶς παραδέχονται, ὡς ἀνωτέρω εἴρηται, ὡς Κουάριον τῶν ἀρχαίων τὸ νῦν Χολόρρευμα, ὅπερ πόρρω ἀφίσταται τῶν χωρίων Γεντσελὶ καὶ Καρατζαταγλί. ῾Ο δὲ Bursian ἀπατηθεὶς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης διορθώσεως τῆς παρὰ Στράβωνι ἀπαντώσης συγκεκομμένης λέξεως …αιας εἰς [Ἰτων]ίας, ὅτι δηλ. ἕτερος ποταμὸς Κουράλιος ἐν τῇ Ἑστιαιώτιδι ῥέων παρὰ τὴν Φαρκαδόνα καὶ τὸ …αιας Ἀθηνᾶς ἱερὸν εἰς τὸν Πηνειὸν ἐξίησι, παρεδέχθη τὴν ὕπαρξιν καὶ ἑτέρου ἱεροῦ διαφόρου τοῦ παρὰ τὴν Ἴτωνον ἐν τῇ Φθιώτιδι κειμένου διασημοτάτου ἱεροῦ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς. Ὁ δὲ Mueller ἀνήγειρε διὰ τῆς φαντασίας καὶ τρίτον ὁμώνυμον ἱερὸν ἐν τῇ Θεσσαλιώτιδι παρὰ τὸ Κιέριον, παρεξηγήσας δὲ χωρίον τι τοῦ Παυσανίου ἵδρυσε καὶ τέταρτον ὁμώνυμον ἱερὸν μεταξὺ Φερῶν καὶ Λαρίσης τῆς ἐν τῇ Πελασγιώτιδι μητροπόλεως τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ Λάρισα ἐνταῦθα ἐννοητέα ἡ Κρεμαστή, μεταξὺ τῆς ὁποίας καὶ τῶν Φερῶν ἔκειτο ἡ Ἴτωνος καὶ τὸ παρ’ αὐτὴν ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς καὶ οὐχὶ ἡ ἐν τῇ Πελασγιώτιδι. Καὶ ὄντως ἡ θέσις αὕτη τῆς Ἰτώνου παρὰ τὸ Καρατζαταγλὶ ἀντιστοιχεῖ πληρέστατα πρὸς τὴν σαφῆ μαρτυρίαν τοῦ Παυσανίου. Οἱ δὲ παρὰ τὴν Φαρκαδόνα (Bursian) καὶ τὸ Κιέριον (Mueller) ναοὶ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς εἰσὶν ὅλως ἀνύπαρκτοι καὶ φαντασιώδεις. Ἡ ἀντίφασις αὕτη αἵρεται, ἐὰν, κατὰ τὴν λίαν ὀρθὴν διόρθωσιν ὑπὸ τοῦ κ. Γεωργιάδου τῆς ἐν τῷ μνημονευθέντι χωρίω τοῦ Στράβωνος ἀπαντώσης συγκεκομμένης λέξεως …αιας εἰς [Πελινν]αίας καὶ οὐχὶ [Ἰτων]ίας, ἐννοήσωμεν ἕτερον ναὸν τῆς Πελινναίας Ἀθηνᾶς παρὰ τὴν Πελίννην ἐν τῇ Ἑστιαιώτιδι, παρὰ τὸν ὁποῖον ναὸν ἔρρεεν ὁ Κουράλιος. Ὅτι δὲ ὁ παρὰ τὴν Ἴτωνον ῥέων Κουάριος, ἐξ οὗ, ὡς εἴπομεν, ἐκλήθη ὁμωνύμως καὶ ὁ Κουάριος τῆς Βοιωτίας, ἐκαλεῖτο καὶ Κουράλιος, ἐπίσης κἀκεῖνος, βεβαιοῦται ἐκ δύο ἐπιγραφῶν ἀνευρεθεισῶν, τῆς μὲν μιᾶς παρὰ τὸ χωρίον Καραμπὰς, τῆς δὲ ἑτέρας ἐν τῷ χωρίῳ Κωφοῖς, καὶ ὑφ’ ἡμῶν δημοσιευθεισῶν ἐν τῷ Bulletin de Correspondance Hellenique (τόμ.. XV, σελ. 563 καὶ ἑ., 568 καὶ ἑ., ἀριθ. 2 καὶ 14), ἐν αἷς ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ μηνὸς Κουραλίου, ὠνομασμένου πιθανώτατα ἐκ τοῦ ποταμοῦ εἰς τιμὴν τοῦ ὁποίου ἦν καθιερωμένος, καθάπερ καὶ ὁ Ἰτώνιος μὴν ἦν καθιερωμένος εἰς τιμὴν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς. Ἀνάλογον δέ τι συνέβαινε καὶ ἐν τῷ Κουαρίῳ τῆς Βοιωτίας, ὡς ἔφθημεν εἰπόντες, ὃν ὁ Ἀλκαῖος, παρὰ Στράβωνι, Κουράλιον καλεῖ, καὶ τῷ τῆς Ἑστιαιώτιδος.»
Αυτά έγραφε για τη θέση της πόλης Ιτώνου και του ιερού της Ιτωνίας Αθηνάς το 1892 ο Νικόλαος Γιαννόπουλος χωρίς να έχει κάνει ανασκαφές αλλά με βάση τις επιφανειακές παρατηρήσεις μόνο και τις υπάρχουσες γραπτές πηγές.
Το καλοκαίρι του 1908 πραγματοποίησε ανασκαφές στα Ζερέλια η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή με τους Wace, Droop και Thomson. Η έκθεση για τα αποτελέσματα των αανασκαφών αυτών δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Annual of the British School at Athens». Μικρή περίληση δημοσίευσε η Φιλάρχαιος Εταιρεία Αλμυρού «Όθρυς» στο «Δελτίον» της, την οποία προυσιάζουμε και εδώ:
«᾿Εν ὀνόματι τῆς ᾿Αγγλικῆς ᾿Αρχαιολογικῆς Σχολῆς καὶ μὲ πίστωσιν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Cambridge ἐνηργήσαμεν ἀνασκαφὰς ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας εἰς τὸν προϊστορικὸν συνοικισμὸν τῶν Ζερελίων μηνὶ ᾿Ιουνίῳ 1908. ῾Η λεγομένη μαγοῦλα ἀποτελεῖται ὑπὸ σωροῦ χώματος ὀφειλομένου εἰς τὰ ἐρείπια τῶν καλυβῶν τῶν κατοίκων καὶ ἔχει ὕψος ἀπὸ 6 – 8 μέτρων. Τὰ χώματα διαιροῦνται εὐκόλως εἰς 8 διάφορα στρώματα, τὰ ὁποῖα ἀποχωρίζονται τὸ ἓν τοῦ ἄλλου διὰ ζωνῶν κειμένων πλίνθων, ξύλων, στάκτης κ.τ.λ. Καὶ ἀπὸ τὰ ἀγγεῖα τὰ εὑρεθέντα εἰς τὰ διάφορα στρώματα βλέπομεν εὐκόλως τὴν πρόοδον ἤ τὴν κατάπτωσιν τῆς τέχνης.
Εἰς τὸ πρῶτον, ἤτοι εἰς τὸ κατώτερον στρῶμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει περίπου εἰς τὸ ἔτος 2500 π.Χ., ἀνεκαλύφθησαν ἁπλᾶ κόκκινα ἀγγεῖα ἀπὸ πηλὸν λεπτὸν καὶ κάλλιστα ἐψημένον, καὶ ἐπίσης ὄχι πολλὰ ἀποσπάσματα ἀγγείων μετ’ ἐρυθρῶν κοσμημάτων ἐπὶ λευκοῦ ἐδάφους. Εἰς τὸ δεύτερον στρῶμα τοὐναντίον κυριεύει, δηλαδὴ τὰ χρωματιστὰ ἀγγεῖα πλεονάζουν ἀπὸ τὰ ἁπλᾶ ἐρυθρᾶ. Εἰς τὸ τρίτον, τέταρτον, πέμπτον στρώματα βαθμηδὸν ἐκλείπουσι τὰ δύο ταῦτα εἴδη ἀγγείων. ᾿Εν δὲ τῇ θέσει των ἀρχίζουν νὰ ἦναι ἐν χρήσει ἔγχροα ἀγγεῖα χονδρᾶς κατασκευῆς καὶ εἰς ταύτην τὴν ἐποχὴν εὑρίσκονται ἐν Ζερελίοις ἐζωγραφημένα ἀγγεῖα τοῦ γνωστοῦ ῥυθμοῦ του Διμινίου μετὰ παραστάσεων ἑλικοειδῶν καὶ γεωμετρικῶν. Εἰς δὲ τὰ τελευταῖα τρία στρώματα, τὸ ἓκτον, τὸ ἓβδομον καὶ ὄγδοον, ἐλλείπουσι περίπου ἐντελῶς ἔγχροα ἀγγεῖα, καὶ εὑρίσκονται ἄχροα ἀγγεῖα, τῶν ὁποίων ὁ πηλὸς εἶναι ὁτὲ μὲν ἐρυθρὸς, ὁτὲ δὲ μέλας. Εἰς δὲ τὸ ὄγδοον στρῶμα εὑρέθησαν δεκαπέντε τεμάχια μυκηναϊκῶν ἀγγείων τῆς τελευταίας μυκηναϊκῆς περιόδου καὶ τεμάχια βιδωτῶν ἀγγείων τῆς ᾿Ορχομενοῦ. ᾿Εκ τούτων δὲ βλέπομεν ῾ὅτι ἡ χρονολογία τοῦ τελευταίου ἤ ὀγδόου (ἐπάνω) στρώματος εἶναι περίπου τὸ 1200 π.Χ. ἔτος.
Εἰς ὅλα δὲ τὰ στρώματα εὑρέθησαν τεμάχια πηλίνων ἀγαλματίων, τὰ ὁποῖα δεικνύουσιν ὅτι κατέπεσεν ἡ τέχνη τῶν ἀγαλματίων συγχρόνως τῇ τέχνῃ τῶν ἀγγείων. Τὸ ἐναντίον δὲ παρατηρεῖται εἰς τοὺς λιθίνους πελέκεις, ὧν οἱ παλαιότεροι εἶναι ἀτρύπητοι καὶ οἱ τοῦ ὀγδόου στρώματος εἶναι τρυπημένοι, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ὄγδοον καὶ ῎ίσως καὶ τὸ ἕβδομον στρῶμα ἁνήκουσιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ χαλκοῦ αἰῶνος.
Αὕτη ἡ ἰδέα Ἴσως βεβαιοῦται ἀπὸ εὓρεσιν ὀκτὼ τάφων τοῦ χαλκοῦ αἰῶνος εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ ὀγδόου στρώματος. Οἱ τάφοι εἶνε κατεσκευασμένοι μὲ πλάκας ὀρθίας καὶ περιεῖχον ὀλίγα κτερίσματα. ῾Ο καλλίτερος τάφος εἶχε τὰ ὀστᾶ ἡλικιωμένου ἀνδρὸς καὶ ἕνα πέλεκυν διάτρητον, ἓν χαλκοῦν ἐγχειρίδιον (μαχαῖρι) καὶ μίαν αἰχμὴν βέλους ἐκ πυρίτου λίθου. Εἰς ἄλλον τάφον παιδίου μικροῦ τὰ ὀστᾶ ἦσαν κεκαλυμμένα μὲ τὸ ἤμισυ ἑνὸς πίθου καὶ εὑρέθησαν ὁμοῦ μερικαὶ χάνδραι ὑάλιναι καὶ μία χαλκῆ. ᾿ Εν ἑτέρῳ δὲ τάφῳ εὑρέθη ἓν μικρὸν ἄχρουν ἀγγεῖον.
Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀνασκαφῶν δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν ὡς ἑξῆς. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 2500 π.Χ. μέχρι περίπου 2000 πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζεν ὁ νεολιθικὸς πολιτισμός, ἔκτοτε δὲ βαθμηδὸν ἤρξατο καταπίπτων. Εἰς τὸ ἔτος 1200 περίπου πρὸ Χριστοῦ ὁ μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς ἐξετάθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ διώξῃ τοὺς παλαιοὺς κατοίκους. Δηλαδὴ ἕως ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ βόρειος Ἑλλὰς ἐχωρίσθη ἀπὸ τὴν νότιον. Καὶ ἄλλο σημεῖον ὅτι οἱ λαοὶ τῆς βορείου καὶ τῆς νοτίου Ἑλλάδος δὲν ἦσαν ὅμοιοι ἔχομεν ἐν τῷ καλῷ ἀγαλματίῳ τοῦ ἑβδόμου στρώματος. Τοῦτο παριστάνει ἄνδρα γυμνὸν καθήμενον και στηρίζοντα τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν γονάτων, ἔχοντα δὲ τὸν φαλλὸν ὄρθιον.
Τοῦτο τὸ ἄσεμνον ἀγαλμάτιον διαφέρει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἀγαλμάτια τῶν Μυκηνῶν καὶ τῆς Κρήτης. Ἀπὸ ἀνασκαφῶν καὶ ἀπὸ τοπογραφικῶν μελετῶν γνωρίζομν ὅτι ὁ αὐτὸς λαὸς κατὰ τὸν νεολιθικὸν αἰῶνα κατῴκει τήν τε Θεσσαλίαν καὶ τὴν κοιλάδα τοῦ Σπερχειοῦ καὶ τὴν Φωκίδα μέχρι τοῦ Ὀρχομενοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὴν Φωκίδα καὶ τὴν κοιλάδα τοῦ Σπερχειοῦ ἐξετάθη ὁ μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς πολὺ πρότερον πρὶν ἤ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. ῾Η δὲ λύσις τούτων καὶ ἄλλων ζητημάτων ἀναμένεται ἀπὸ τὰ ἀποτελ΄σματα τῶν ἄλλων ἀνασκαφῶν.
A.T. WACE, T.P. DROOP, M.S.THOMSON

Την ίδια γνώμη με τον Γιαννόπουλο ότι ο ναός της Ιτωνιας Αθηνάς βρισκόταν στο λόφο των Ζερελίων είχε και ο Staehlin. Αυτή τη γνώμη όμως δεν την δέχτηκε ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος, ο οποίος με βάση τα ευρήματα των ανασκαφών που ενήργησαν στο λόφο «Ζερέλια» οι Wace, Droop και Thomson γράφει:
«Ἐκ τῶν ἀνασκαφῶν τούτων ἀπεδείχθη ὅτι ὁ ναὸς τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς δὲν ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τούτου, ὠς εἶχόν ποτε νομίσι φιλάαρχαιοί τινες καὶ ὁ κ. Staehlin, πιοθανῶς δὲ οὐδὲ ἡ ἀρχαϊκὴ καὶ ἱστορικὴ πόλις ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τούτου.
Διότι ἐπὶ τῆς ἀνωτάτης ἀτειχίστου ἐπιφανίας αὐτοῦ εὑρέθησαν ἐλάχιστα ἴχνη ἀρχαιοτήτων βυζαντιακῶν καὶ ἱστορικῶν ἑλληνικῶν χρόνων, ἀναμεμειγμένων μετ’ ὀλίγων ἐπίσης θραυσμάτων ἀγγείων τῆς μυκηναίας περιόδου. Κατὰ δὲ τὸ λοιπὸν κατείχετο ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας ὁ λόφος ὑπὸ προϊστορικῶν, καὶ δὴ προμυκηναίων συνοικισμῶν, ὧν εὑρέθησαν οκτὼ ἀλλεπάλληλα στρώματα, διήκοντα εἰς μέγα βάθος καὶ διὰ τῶν ἀμοιβαίων καταστροφῶν σχηματίσαντα τὸν λόφον τοῦτον, ὡς ᾔκασεν ὀρθῶς ὁ κ. Τσούντας περὶ τῶν πλείστων ἐκ τῶν ὁμοίων λόφων ἐν εἴδει κολούρου κώνου..
Τὰ ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν Ζερελίων εὑρήματα εἶναι τὰ συνήθη προϊστορικὰ ἀγγεῖα, ὧν τινὲς μορφαὶ εἶναι καὶ τρόποι κοσμήσεως διὰ πρώτην φορὰν, κατὰ τὸν κ. Wace, ἐμφανίζονται ἐνταῦθα, καὶ δὴ τὰ φέροντα ἐπὶ λευκοῦ ἐπιχρίσματος γραμμὰς δι’ ἐρυθρᾶς βαφῆς κ.τ.τ….»
Έχοντας, λοιπόν την άποψη ότι ο ναός της Ιτωνίας Αθηνάς δεν μπορούσε να βρισκόταν στο λόφο των Ζερελίων, όπως πίστευαν ο Γιαννόπουλος και Staehlin, αλλά βέβαιος βρισκόταν αλλού, εκεί κάπου πλησίον, ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος έκανε ανασκαφές στη γειτονική θέση «Παλιοκκλήσι»
Παραθέτουμε το σχετικό κείμενο του δημοσιεύματός του :
«Κατὰ μῆνα Μάιον ἀνεσκάψαμεν καὶ ἡμεῖς δαπάναις τοῦ Δήμου ῾Αλμυροῦ ἐρείπιά τινα, εὑρισκόμενα παρὰ τὸν λόφον «Ζερέλια» δεξιὰ τῆς εἰς τὸ χωρίον Καραντζάνταγλη ὁδοῦ ὑπὲρ τὸ φρέαρ, ἐξ οὗ ὑδευόνται οἰ χωρικοί, ἐπὶ ὑψώματος καλουμένου «Παλαιοκκλήσι».
Ἐνταῦθα εἶχεν εὕρει τῷ 1905 – 1906 ὁ ἰδιοκτήτης Ἀργύριος Βασιλάκος ἴχνη τετραγώνου οἰκοδομήματος, ὅπερ ἀνέσκαψεν αὐτὸς ἐν μέρει τὸ πρῶτον, ἀνατρέψας καὶ σχεδὸν ἐξαφανίσας τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν αὐτοῦ.
Μετ’ οὐ πολύ, μαθὼν τὴν ὔπαρξιν τῶν ἐρειπίων τούτων ὁ κ. Vollgraff, ἀνέσκαψεν ἐκεῖ ἐπ’ ὀλίγον καὶ λίαν ἐσπευσμένως, εὑρών, ὡς λέγει ὁ ἐν Ἁλμυρῷ φιλάρχαιος κ. Ν. Γιαννόπουλος, ἓν νόμισμα, συντρίμματα πίθων καὶ μικρὸν μολύβδινον ἀγγεῖον, ἅτινα, ὡς λέγεται, κατετέθησαν ἐν τῷ ῾Ελληνικῷ Σχολείῳ Ἁλμυροῦ.
Ἐξακολουθήσαντες καὶ ἡμεῖς τὴν ἀνασκαφὴν, ἐκαθαρίσαμεν καὶ ἀπεκαλύψμεν τὸ ὅλον οἰκοδόμημα, οὖτινος πρόχειρον ἀλλ’ ἀκριβὲς διάγραμμα δεικνύει ἡ εἰκὼν:
Τὸ οἰκοδόμημα, ὡς βλέπει τις, ἔχει ἔμφασιν ναοῦ. Ἐκτίσθη δ’ ἐπὶ ευθυντηρίας ἐκ κοινῶν λίθων τοῖχος ἐκ μεγάλων λαξευτῶν τὰ ἔξω λίθων, ἔσω δὲ διὰ μικροτέρων, καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐν Φεραῖς ἡρῷον , ἀλλὰ πολὺ ἀμελέστερον ἐκείνου.
῾Η εὐθυντηρία ἔχει ὕψος 0,12 – 0,25 μ., ὁ δὲ τοῖχος ὕψος μὲν 0,85 μ. εἰς τρεῖς δόμους ἰσοδομικῶς, πάχος δὲ 0,88 μ. Τὸ λοιπὸν τοῦ ὕψους, ὡς καὶ τὰ ἔσω διαμερίσματα ἐκτίσθησαν δι’ ὠμῶν πλίνθων, ὧν πολλὰς εὕρομεν καὶ ἐντὸς τοῦ κτίσματος καὶ περὶ αὐτό. Εὑρέθησαν ἐπίσης καὶ ἴχνη ξύλων ἀπηνρακωμένων, δι’ ὧν κατεσκευάσθησαν τὰ ἔσω καὶ ἡ στέγη, ἔτι δὲ εὐτελεῖς κέραμοι αὐτῆς.
Τὸ κτίσμα τοῦτο ἐποιήθη πιθανῶς κατὰ τὴν Δ΄- Γ΄ π.Χ. ἑκατονταετηρίδα, διότι εὕρομεν ὀλίγα τμήματα μελανομόρφων ἀγγείων τῆς περιόδου ταύτης, ἔτι δὲ τμῆμα χαλκοῦ ἀγγείου, θραύσματα δύο ὀξέων πίθων ἀσημάντων, κατακεχωσμένων καὶ ὄντων πλήρων τέφρας καὶ ὀστῶν σφαγίων. Οὗτοι εὑρέθησαν βαθύτατα ἔσω τῆς δυτικῆς πλευρᾶς, καὶ ἴσως ἐτέθησαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς οἰκοδομίας μετὰ τέλεσμά τι διὰ τὴν ἐπ’ αἰσίοις κατασκυὴν τοῦ κτίσματος. Ἐπίσης εὑρέθησαν καί τινα ἐκχύσματα μολύβδου, οὗ χρῆσις φαίνεται ὅτι ἐγένετο κατὰ τὰς γομφώσις τῶν σιδήρων μετὰ ξύλων, λίθων κ.τ.τ.
Σημαντικόν εὕρημα ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν τμῆμα κεφαλῆς πηλίνου ἀγαλματίου, 1/4 περίπου τοῦ φυσικοῦ μεγέθους, καλῆς τέχνης τῆς Δ΄- Γ΄ π.Χ. ἑκατονταετηρίδος. Σώζεται ὁ δεξιὸς ὀφθαλμὸς μετὰ τῆς παρειᾶς, μέρους τῆς ῥινὸς καὶ τῆς ἀτάκτως ἐπικειμένης κόμης, κατὰ τὸν γνωστὸν φυσικὸν Λυσίππειον τρόπον ἀποδοθείσης.
Τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο ἐκτίσθη ἐπὶ ἀρχαιοτέρου κτίσματος καὶ δὴ προϊστορικοῦ: διότι εὕρομεν ὑπὸ τὴν εὐθυντηρίαν πολλαχοῦ πολλὰ ἴχνη ἀνθράκων καὶ ἀφθόνου τέφρας, λιθίνην κοπίδα τῆς νεολιθικῆς περιόδου, πήλινον πεσσὸν σφενδόνης καί τινα θραύσματα ἀβαφῶν χειροποιήτων ἀγγείων.
Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑψώματος τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ πάντων τῶν περὶ τὸν λόφον Ζερέλια ὁμοίων ὑψωμάτων, κατῴκουν κατὰ τὴν προϊστορικὴν περίοδον ἄνθρωποι ἐντὸς καλυβῶν, μεμονωμένων κατὰ μίαν ἤ πλείονας, οἵτινες ἐν καιρῷ κινδύνου προσέτρεχον εἰς τὸ ἀστυ, ἤτοι εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ζερελίων μέγαν σχετικῶς συνοικισμὸν. Τοῦτο βεβαιοῦσι προϊστορικὰ ἀγγεῖα, ἅτινα εὕρομεν πολλαχοῦ ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ὑψωμάτων.
Τὸ δὲ εὑρεθὲν κτίσμα δύναται βεβαίως νὰ ὀνομασθῇ ἱερόν τι, ἤ οἴκημα ἱερέως, ἤ ἁπλῶς οἴκημα. Τὸ σχῆμα αὐτοῦ εὐνοεῖ τὴν πρώτην ἐκδοχήν. ῞Οτι ὃμως δὲν ἦτό τι σημαντικὸν ἱερόν, πολὺ δὲ μᾶλλον ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ ναὸς τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς, φαίνεται ἐκ τῶν ἤδη ἐκτεθέντν βέβαιον.»
«Ὅτι ἡ πόλις Ἴτωνος ἔκειτο περὶ τὰς ἀνωτέρω θέσεις βεβαιοῖ τὸ χωρίον τοῦ Στράβωνος Θ΄ 433, 19 «ἀπέχει δὲ Ἰτώνου περὶ ἑξήκοντα σταδίους ὁ Ἁλος ἤ ἡ Ἁλος» καὶ 435, 19 «τούτου (ἐνν. Κροκίου πεδίου) δ’ ὑπέρκειται ὁ Ἴτωνος, ὅπου τὸ τῆς Ἰτωνίας ἱερόν», βεβαίας οὔσης τῆς θέσεως τῆς Ἅλου. Οὕτως ὁ μὲν Hern (JGIX 2 σελ. 35) ἐσφαλμένως θέτει αὐτὴν καίπερ ἀμφιβάλλων εἰς τὴν «Τσουρνάη Βρύσι», ὁ δὲ κ. Staehlin ἐ. ἀν. σελ. 15 ὀρθῶς καίπερ ἀορίστως περὶ τὰς θέσεις ταύτας.
Καὶ τὸν μὲν συνοικισμὸν τῶν Ζερελίων καὶ τῶν πέριξ ὑψωμάτων δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν προϊστορικὴν ῎ Ιτωνον, ἡ ὲ ὁμηρικὴ ῎ Ιτωνος τοῦ Καταλόγου Β 696
«….. Ἴτωνά τε μητέρα μήλων»,
πόλις τότε τοῦ βασιλείου τοῦ Πρωτεσιλάου, φαίνεται ὅτι φὲν κεῖται πλέον ἐπὶ τοῦ ἱδίου λόφου, διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, αἱ ἀνασκαφαὶ τῶν Ἄγγλων ἐλάχιστα ἴχνη μυκηναίας περόδου, σχεδὸν δὲ οὐδὲν ἀρχαϊκῆς ἀπέδοσαν. Ὁ λόφος λοιπὸν κατὰ τὰς περιόδους ταύτας θὰ κατείχετο ὑπ’ ὀλίγων κατοίκων.
᾿Αλλ’ ὑπάρχουσι τρία φρούρια «Παλαιόκαστρα» λεγόμενα, νοτίως τοῦ λόφου ἐπὶ τῶν προπόδων τῆς ῎Οθρυος, ἓν μὲν παρ’ αὐτὸ τὸ χωρίον Καραντζάνταγλη, ἕτερον δ’ ὑπερ αὐτὸ ΝΔ ἐπ’ απυτοῦ τοῦ ὄρους εἰς ἀπόστασιν ½ ὥρας ἐντεῦθεν, τρίτον δὲ ΝΑ εἰς ἀπόστασιν 1 ὥρας ἀπὸ τοῦ χωρίου. Τούτων ἠρευνήσαμεν τὸ πρῶτον καὶ τὸ τρίτον, περὶ ὧν καὶ ὁ κ. Staehlin γράφει.
Ταῦτα περιβάλλονται ὑπὸ τειχῶν πολυγωνικῶν πρὸς τὸ ἰσοδομικὸν κλινόντων, λίαν ἐπιμελῶς πεποιημένων καὶ ἰσχυροτάτων, ἐνιαχοῦ μέχρι 1,50 μ. ὕψους σῳζομένων, καὶ αἱ θέσεις δὲ καθ’ ἑαυτὰς εἶναι φύσει ὀχυραὶ καὶ λίαν ἀπότομοι, μάλιστα ἡ τοῦ τρίτου φρουρίου.
Φαίνονται δὲ τὰ τείχη ποιηθέντα κατὰ τὴν Ζ΄-ΣΤ΄ π. Χ. ἑκατονταετηρίδα. Τοῦτο ἦτο φυσικὸν νὰ γίνῃ, τῶν κατοίκων μὴ ἐχόντων ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων ἀσφαλὲς καταφύγιον, μετοικησάντων δὲ τὴν πόλιν εἰς τὰς θέσεις ταύτας.
Κατὰ ταῦτα ἡ ὁμηρικὴ καὶ ἱστορικὴ ῎Ιτωνος εἶναι τὰ τρία ταῦτα, σύγχρονα ἀλλήλοις, φρούρια. Οὐδὲ θὰ φανῇ παράδοξον τὸ ὅτι κατενεμήθη οὕτως ἡ πόλις: διότι καὶ σήμερον περὶ τὰ σημεῖα ταῦτα κατανέμνται οἱ σταθμοί, ἤ, ὡς νῦν λέγονται, «κοπάδια» τῶν προβάτων, ἄλλα μὲν συναθροιζόμενα περὶ αὐτὸ τὸ Καραντζάνταγλη, ἄλλα κατὰ τὸ δεύτερον φρούριον, ὠς ἐμάθομεν, καὶ ἀλλα κατὰ τὸ τρίτον, ὡς εἴδομεν, βόσκοντα κατὰ τὰς ἐκεῖσε θέσεις «Τσατάλι, Προσήλια, Τσουκνίδα, βουνό Σαμαρσίκι κ.τ.λ.»…
Οὕτως αἱ θέσεις αὗται εὐνοοῦσι τὰ μάλιστα τὴν ἐπωνυμίαν τῆς ᾿Ιτώνου ὡς «μητρὸς μήλων», βεβαιοῦσι δὲ καὶ τὰ τείχη ὅτι ἐνταῦθα κεῖται ἡ ὁμηρικὴ, ἀρχαϊκὴ καὶ ἱστορικὴ Ἴτωνος, τὰ δὲ Ζερέλια ἡ προϊστορική……
Ποῦ ὅμως ἔκειτο ὁ ναὸς τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς; τὸ προμνημονευθὲν χωρίον τοῦ Στράβωνος εἶναί πως ἀόριστον («ὅπου τὸ τῆς ᾿Ιτωνίας ἱερόν»), ἔτι δὲ μᾶλλον τὸ τοῦ Παυσανίου, δι’ οὗ μανθάνομεν ὅτι ὁ ναὸς ἔκειτο «Φερῶν μεταξὺ καὶ Λαρίσης (Κρεμαστῆς».
Τὸ πιθανώτατον εἶναι ὅτι δέον νὰ ζητηθῇ ὁ ναὸς οὖτος ἐγγὺς τῶν εἰρημένων θέσεων, ὅπερ καὶ ὁ Στράβων λέγει. Πράγματι δὲ πολλοὶ λίθοι, ἐν ναοῦ ἐμφανῶς προερχόμενοι, ἐλήφθησαν ἐντεῦθεν μετακομισθέντες εἰς ῾Αλμυρὸν πρὸς κτίσιν κρηνῶν, τζαμίων, ἐκκλησιῶν, οἰκιῶν, ὧν πολλοὺς βλέπει τις ἐν τῇ κωμοπόλει ταύτῃ καὶ σήμερον. Τούτων τὴν ἐξ ᾿Ιτώνου ἐκφόρησιν ἐβεβαιώσαμεν δι’ ἀξιοπίστων πληροφοριῶν.
Καὶ εἰς τὰ φρέατα τοῦ Καραντζάνταγλη ὑπάρχουσί τινες ὅμοιοι λίθοι καὶ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ χωρίου, τιμωμένῃ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ῾Αγίου Νικολάου καὶ κτισθείσῃ (ἤ ἐπισκευασθείσῃ) κατ’ ἐπιγραφὴν σῳζομένην τῷ 1818, εὕρομεν πολλοὺς κυβολίθους ἐκ μεγάλου οἰκοδομήματος, καὶ δὴ εἰς τὸ ὑπέρθυρον τῆς ὀπισθίου θύρας μέγαν μελανόλιθον μετὰ τόρμων ἀρχαϊκῆς ἐργασίας, μαρμαρίνους λίθους ἐπιμελῶς εἰργασμένους μετὰ γεισωμάτων, κίονας μονολίθους ῥωμαϊκῶν καὶ βυζαντιακῶν χρόνων, ὧν εἷς φέρει βάθυσμα πρὸς ὑποδοχὴν ἀναθήματος, κιονίσκους μετὰ στρεπτῶν αὐλάκων βυζαντιαακοὺς κ.τ.τ.
Πρὸς τούτοις ἐκ τῶν θέσεων τούτων ἐκόμισεν ὁ Βελῆ Πασᾶς, ὡς ἐμάθομεν παρὰ τῶν γερόντων, εἰς τὴν παραλίαν Τσιγγέλι πλείστους ἀρχαίους λίθους κατειργασμένους, ἔτι δὲ καὶ οἱ μοναχοὶ καὶ φιλόθρησκοι κάτοικοι μετήνεγκαν ἐντεῦθεν ὁμοίους εἰς τὴν μονὴν τοῦ ῾Αγίου Νικολάου, μεταξὺ Μπακλαλῆ καὶ Καραντζάνταγλη κειμένην ἐπὶ μέσου που τοῦ βουνοῦ.
Ταῦτα πάντα μαρτυροῦσι τὴν ἐνταῦθά που ὕπαρξιν μεγάλου ἀρχαίου ναοῦ, οἷον ἀναμένομεν τὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς, ὑφ’ ἁπάντων τῶν Θεσσαλῶν τιμωμένης καὶ ἐκ τοῦ ἀναθήματος τοῦ Πύρρου ὑποτιθεμένης ὡς ἐχούσης σπουδαῖον ναόν. Διότι ἐκεῖ ἀνέθηκεν τὰ ἐκ τῆς μεγάλης αὑτοῦ νίκης κατὰ τοῦ Ἀντιγόνου καὶ τῶν Γαλατῶν αὐτοῦ λάφυρα……
Τὸ δὲ σπουδαιότατον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν θέσεων τούτων προέρχονται πολλαὶ καὶ σημαντικώταται ἐπιγραφαί, νῦν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Σχολείῳ Ἁλμυροῦ φυλασσόμεναι, μία δ’ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μουσείῳ Ἀθηνῶν, ὧν τρεῖς εἶναι βάθρα ἀγαλμάτων μεγάλων, ὑπογεηγραμμένων ὑπὸ σημαντικῶν πως καλλιτεχνῶν, ὧν τινες καὶ ἄλλοθεν εἶναι γνώριμοι, ὡς ὁ Ἀγασίας Δωσιθέου Ἐφέσιος, τινὲς δ’ ἀνήκουσιν εἰς ψηφίσματα. Ταύτας πάσας ἐσφαλμένως κατηρίθμησεν ἐν ταῖς ἐπιγραφαῖς τῆς Ἅλου ὁ κ. Kern.
Οὕτως, ἐρευνήσαντες τὰ πέριξ, εὕρομεν τρεῖς θέσεις, ἐφ’ ὧν μάλιστα δέον νὰ ζητηθῇ ὁ περίφηξμος ναὸς τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς:
1) Ὀλίγον ὑπὲρ τὰ Ζερέλια ΝΑ αὐτῶν ἐπὶ τῆς εἰς Καταντζάνταγλη ἀτραποῦ ὑπάρχει θέσις καλουμένη Μνήματα, λίαν ἐπίπεδος ἐπὶ πολύ, πλήρης πρίνων καὶ θάμνων. Ἐκεῖ εἴδομεν ἐμπεμπηγμένους πολυαρίθμους λίθους ἐξ ἀρχαίου οἰκοδομήματος, ὧν τινες φέρουσιν ἀναγεγλυμμένα ἀρχιτεκτονικὰ γεῖσα.
Ἐνταῦθα θὰ ὑπῆρχε τουρκικόν τι νεκροταφεῖον, εἰς ὃ καὶ ἄλλοθεν ἠδύνατο νὰ μετακομισθῶσιν οἱ ἀρχαῖοι οὗτοι λίθοι, ἐν οἷς καὶ τμήματα μεγάλων μονολίθων κιόνων. Φαίνεται ὅμως ὅτι, ἕνεκα τοῦ βάρους μάλιστα, οὐχὶ μακρόθεν ἐκομίσθησαν. Διεκρίναμεν δ’ ἐνταῦθα καὶ ἴχνη θεμελίων οἰκημάτων ἑλληνικῶν χρόνων.
2) ῾Υπὲρ τὴν θέσιν ταύτην ΝΑ ἐπίσης, ἀριστερὰ τῆς ἰδίας ἀτραποῦ, ὑπάρχει ἑτέρα καλουμένη Σπηλιά πλήρης βόθρων ἐκ λίθων ἐξαχθέντων. ᾿Ενταῦθα διακρίνεται περίβολός τις τετράγωνος τὸ σχῆμα, ἐκ μεγάλων λίθων ἀρουραίων κατειργασμένων ποιηθείς, ἔχων ἀρκούντως μέγα πάχος.
Ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου διακρίνονται σωροί μικρῶν λίθων καί τινες μεγάλοι κατειργασμένοι, λέγεται δ’ ὅτι εὑρέθησαν ἐνταῦθα ἀγαλμάτια πήλινα, ὧν ἓν τῆς Γ’ π.Χ. ἑκατονταετηρίδος εἴδομεν καὶ ἡμεῖς παρά τινι χωρικῷ. ῾Η θέσις φαίνεται ἁρμόζουσα πρὸς ὑποδοχὴν μεγάλου ναοῦ.
3) Παρὰ τὸ χωρίον Μπακλαλῆ, ἀνατολικῶς τῆς προηγουμένης θέσεως, εἰς ἀπόστασιν 1/4 περίπου τῆς ὥρας ἐντεῦθεν ὑπάρχει θέσις τις λοφώδης πλήρης κυβολίθων, ὡς λέγεται, διότι ἡμεῖς δὲν μετέβημεν εἰσέτι ἐκεῖσε.
Ἐνταῦθα εὑρέθη, ὡς ἐξηκριβώσαμεν, ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ Ἀγασίου, πιθανῶς δὲ καὶ ἄλλαι τῶν ἀνωτέρω μνημονευθεισῶν.
Κατὰ τὰς θέσεις ταύτας ἐλπίζομεν ἐν καιρῷ νὰ ἀνασκάψωμεν πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ περιφήμου ἐκείνου ναοῦ.»
Ο λόγιος Στέφανος Κομμητάς, που καταγόταν από το χωριό του Αλμυρού Κωφοί, σχολιάζοντας τον στίχο αυτό της Ιλιάδας λέει «Τὴν δὲ Ἴτωνα προπαροξύνεσθαι φασὶν οἱ παλαιοὶ, ὡς Μήκωνα. Τινὲς δὲ ὀξύνουσι, λέγοντες, ὅτι ὀνομάζεται καὶ Σιτών, διά τὸ σιτοφόρον. Λέγεται δὲ, φασὶ καὶ Ἰτώνη τρισυλλάβως, ἔτι δὲ καὶ Ἴτωνος ἀπὸ Ἰτώνου ἣρωος καὶ Ἀθηνᾶ δὲ ἐξ αὐτῆς Ἰτωνία.»
Ο Στράβωνας, μιλώντας για το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς στην Αχαΐα Φθιώτιδα, λέει: «Ὑπέρκεινται δὲ Πυράσου μὲν αἱ Θῆβαι, τῶν Θηβῶν δὲ ἐν τῇ μεσογαίᾳ τὸ Κρόκιον πεδίον πρὸς τῷ καταλήγοντι τῆς Ὄθρυος, δι᾿ οὗ ὁ Ἀμφρυσὸς ρεῖ. Τούτου δὲ ὑπέρκειται ὁ Ἴτωνος, ὅπου τὸ τῆς Ἰτωνίας ἱερὸν, ἀφ᾿ οὗ καὶ τὸ ἐν τῇ Βοιωτίᾳ, καὶ ὁ Κουάριος ποταμός.» Δηλαδή: «Πάνω από την Πύρασο βρίσκονται οι Θήβες και στα μεσόγεια των Θηβών υπέρκειται το Κρόκιο πεδίο που φτάνει μέχρι την Όθρη, μέσα από το οποίο κυλάει ο Άμφρυσος ποταμός. Πάνω από αυτό βρίσκεται η πόλη Ίτωνος, όπου βρίσκεται το ιερό της Ιτωνίας από το οποίο πήρε το όνομά του και το (ομώνυμο) ιερό της Βοιωτίας και ο Κουάριος ποταμός»
Ιδρυτής και επώνυμος ήρωας της πόλης Ίτωνος ήταν ο Ίτωνος. Ο Ίτωνος ήταν και αυτός από τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας. Ήταν γιος του Αμφικτύονα, του γιου του Δευκαλίωνα. Μητέρα του Ίτωνου ήταν η Χθονοπάτρα. Ο Ίτωνος έχτισε την πόλη Ίτωνο και το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς. Αργότερα παντρεύτηκε την Μελανίππη κι έγινε πατέρας του Βοιωτού, του επώνυμου ήρωα των Βοιωτών. Το τελευταίο αυτό μπορεί να εκληφθεί ότι ενισχύει και υποδηλώνει την αποίκιση της Βοιωτίας από κατοίκους της Αχαΐας Φθιώτιδας. Ήταν επόμενο ο γιος του Ίτωνου να εποικίσει πόλη νεότερη της πόλης που ίδρυσε ο πατέρας του. Έτσι έχτισε και εκεί, ομώνυμο με της πατρίδας του ιερό, το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς.
Κόρη του Ίτωνου, και εγγονή του Αμφικτύονα, ήταν η Ιοδάμα. Αυτή ήταν ιέρεια στο ναό της Ιτωνίας Αθηνάς. Μια νύχτα, έλεγαν διάφορες μυθολογικές εκδοχές, η Ιοδάμα μπήκε στον ναό της θεάς και είδε την Αθηνά να έχει στον χιτώνα της το κεφάλι της Μέδουσας. Στο φοβερό αυτό αντίκρισμα η Ιοδάμα απολιθώθηκε στη στιγμή. Στο μέρος όπου απολιθώθηκε η Ιοδάμα οι κάτοικοι της Ιτώνου έχτισαν ιδιαίτερο βωμό γι’ αυτήν. Μπροστά στο βωμό αυτό της Ιοδάμας μια γυναίκα άναβε κάθε μέρα φωτιά και έλεγε : «Η Ιοδάμα ζει και ζητάει φωτιά.»
Σύμφωνα με άλλο μύθο, η Ιτωνία Αθηνά και η Ιοδάμα ήταν αδερφές, κόρες και οι δύο του Ίτωνου. Σε κάποιο τους παιχνίδι η Αθηνά, χτύπησε και σκότωσε την Ιοδάμα. Σύμφωνα με ένα άλλο μύθο η Ιοδάμα ήταν μητέρα, από τον Δία, της Θήβης.
Ο επώνυμος της πόλης ήρωας Ίτωνος παρουσιάζεται σε ορισμένους μύθους ως παιδαγωγός της Ιτωνίας Αθηνάς και σε άλλους ως πατέρας της. Ως παιδαγωγοί της Αθηνάς αναφέρονται ακόμη η Αφέλεια και η Αιδώς. Θα πρέπει ίσως να ήταν και αυτές προολυμπιακές θεές ή προσωποποιήσεις της αθωότητας, της σεμνότητας και της ευκοσμίας.
Ανεξάρτητα πάντως από το αν ο Ίτωνος ήταν πατέρας της Αθηνάς ή παιδαγωγός της, όλοι συμφωνούσαν ότι η Ιτωνία Αθηνά πήρε το όνομά της από αυτόν. Σίγουρα και ο Ίτωνος ήταν κάποιος τοπικός προολυμπιακός, «πρότερος» θεός, που μετά την επικράτηση της Αθηνάς ενσωματώθηκε σ’ αυτήν και έγινε λατρευτικό της επίθετο. Είναι και αυτό ένα ακόμη παράδειγμα από τα πολλά παραδείγματα θεοκρασιών κατά τις οποίες ο παλιός προολυμπιακός τοπικός θεός υποτάχθηκε σε κάποιον καινούργιο πανελλήνιας ακτινοβολίας.
Οι κάτοικοι της περιοχής αλλά και ολόκληρης της Θεσσαλίας τιμούσαν ιδιαίτερα την Ιτωνία Αθηνά από τα πολύ παλιά ακόμα χρόνια. Φαίνεται να ήταν προθεσσαλική θεότητα και να είχε στενή σχέση με τις χθόνιες θεότητες. «Η σημαντικότερη προθεσσαλική θεά, που ήταν αρχικά πάρεδρος του θεού του κάτω κόσμου και εξελίχθηκε στα ιστορικά χρόνια σε πολεμική θεά, ήταν η Ιτωνία». Οι Θεσσαλοί είχαν αφιερώσει και ένα μήνα του ημερολογίου τους σ’ αυτήν (ή στον προκάτοχό της ίσως θεό Ίτωνο), που τον ονόμαζαν Ιτώνιο. Ο μήνας Ιτώνιος υπήρχε βεβαιωμένα τουλάχιστον στις πόλεις Λάρισα, Γόννοι, Φαλάννα, Φθιώτιδες Θήβες, Θαυμακοί, Μελιταία, Πύρασος, Κιέριον, Μητρόπολη. Μία απόδειξη των μεγάλων τιμών που απέδιδαν οι Θεσσαλοί στην Ιτωνία Αθηνά ήταν η απεικόνισή της στα νομίσματα των Θεσσαλών.
Στη Θεσσαλία ακόμη γίνονταν αγώνες για να τιμήσουν την Ιτωνία Αθηνά ή ίσως και τον «πρότερό» της θεό, τον Ίτωνο, τους οποίους ονόμαζαν Ιτώνια. Στην Κραννώνα τουλάχιστον έχουμε μαρτυρία για την τέλεση αγώνων. Στη γιορτή αυτή, όπως πληροφορούμαστε από την αρχαιοελληνική γραμματεία, στέλνονταν για συμμετοχή στους αγώνες, θεωροί και από άλλες ελληνικές πόλεις. Όπως δε μας βεβαιώνει και ο Καλλίμαχος, αγώνες για να τιμούν την Ιτωνία ή Ιτωνίδα Αθηνά γίνονταν και στο Δώτιον Πεδίον:
«αἰδόμενοι γονέες’ προχανὰ δ᾿ εὑρίσκετο πᾶσα,
ἦνθον ᾿Ιτωνιάδος μιν ᾿Αθαναίας ἐπ᾿ ἄεθλα
᾿Ορμενίδαι καλέοντες’ ἀπ᾿ ὧν ἠρνήσατο μάτηρ.»
Δηλαδή: «Επειδή ντρέπονταν οι γονείς, πρόβαλλαν προφάσεις. Ήρθαν οι Ορμενίδες, για να τον προσκαλέσουν στους αγώνες της Ιτωνιάδας Αθηνάς, αλλά η μητέρα του αρνήθηκε».
Η πρόσκληση στους αγώνες, που μνημονεύεται στο παραπάνω απόσπασμα, απευθυνόταν από τους Ορμενίδες, στον Ερυσίχθονα, τον γιο του Τριόπα, που οι γονείς του τον έκρυβαν από ντροπή, γιατί, όπως αναφέρουμε σ’ άλλες σελίδες, ήταν υπερβολικά αχόρταγος.
Ο Πύρρος, ο γιος του Δημητρίου Πολιορκητή, για να τιμήσει την Ιτωνία Αθηνά, όπως μας λέει ο Παυσανίας, αφιέρωσε στο ιερό της λαμπρά λάφυρα, «Τὰ κάλλιστα καὶ λαμπρότατα τῶν λαφύρων ἀνέθηκεν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς ᾿Ιτωνίδος Ἀθηνᾶς». Το ιερό αυτό της Ιτωνίας Αθηνάς, στο οποίο ο Πύρρος αφιέρωσε τα λάφυρα της νίκης του, κατά μεγάλη πιθανότητα, βρισκόταν κάπου κοντά στο σημερινό χωριό Καραντζάνταλι του Αλμυρού. Ο Πύρρος, αφού νίκησε τον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γονατά, στα 274 π. Χ., αποφάσισε ν’ αναρτήσει τις ασπίδες και άλλα όπλα των Γαλατών που ήταν σύμμαχοι του Αντίγονου στο ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς: «῾Ο δὲ Πύρρος ἐν εὐτυχήμασι τοσούτοις μέγιστον αὐτῷ πρὸς δόξαν οἰόμενος διαπεπρᾶχθαι τὸ περὶ τοὺς Γαλάτας τὰ κάλλιστα καὶ λαμπρότατα τῶν λαφύρων ἀνέθηκεν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς ᾿Ιτωνίδος ᾿Αθηνᾶς, τόδε τὸ ἐλεγεῖον ἐπιγράψας:
«Τοὺς θυρεοὺς ὁ Μολοσσὸς ᾿Ιτωνίδι δῶρον ᾿ θάνᾳ
Πύρρος ἀπὸ θρασέων ἐκρέμασε Γαλατὰν,
πάντα τὸν ᾿ Αντιγόνου καθελὼν στρατόν’ οὐ μέγα θαῦμα
αἰχμηταὶ καὶ νῦν καὶ πάρος Αἰακίδαι.»
Δηλαδή: Ο Πύρρος, μέσα στις τόσο μεγάλες επιτυχίες του, κρίνοντας πως από αυτόν έχει διαπραχθεί το μέγιστο κατόρθωμα για δόξα του στη σχετική με τους Γαλάτες νίκη του, τα πιο ωραία και πιο λαμπρά από τα γαλατικά λάφυρα αφιέρωσε στο ναό της Ιτωνίδας Αθηνάς και επέγραψε τούτο το ελεγειακό ποίημα :
«Τους θυρεούς ο Μολοσσός Πύρρος στην Ιτωνίδα Αθηνά
δώρο κρέμασε, λάφυρα απ’ τους γενναίους Γαλάτες,
σαρώνοντας όλο το στρατό του Αντιγόνου. Μα ν’ απορείς δεν είναι
πολεμιστές και τώρα και παλιά τα τέκνα του Αιακού.»
Αντίθετα προς την ευσεβή συμπεριφορά του Πύρρου, ο Φίλιππος Γ΄ σύλησε το ιερό της Ιτωνίας σύμφωνα με όσα μας λέει ο Πολύβιος
Ένα δείγμα του πλούτου που είχε συγκεντρωθεί στο ναό της Ιτωνίας Αθηνάς ήταν και ένα περίφημο σύμπλεγμα δώδεκα χάλκινων αγελάδων, έργο του καλλιτέχνη Φράδμονα, αφιερωμένο, μαζί με άλλα σπουδαία αφιερώματα, στη θεά.
« Θεσσαλαὶ αἱ βόες αἵδε’ παρὰ προθύροισι δ᾿ ᾿ Αθήνης
ἑστᾶσιν καλὸν δῶρον ᾿ Ιτωνιάδος,
πᾶσαι χάλκειαι δυοκαίδεκα, Φράδμονος ἔργον,
καὶ πᾶσαι γυμνῶν σκῦλον ἀπ᾿ ᾿ Ιλλυριῶν ».
Δηλαδή:
«Τούτες οι γελάδες Θεσσαλικές’ και στα πρόθυρα στέκουν
της Ιτωνιάδας Αθηνάς όμορφο δώρο’
δώδεκα, όλες χαλκές, έργο του Φράδμονα
κι όλες τους λάφυρα από σκυλεμένους Ιλλυριούς.»
Στο θεσσαλικό ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς έστησε μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα των φυγάδων και εξόριστων Μακεδόνων και ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας. Με τα ονόματα και το κείμενο, που αναγραφόταν στις πλάκες αυτές, καλούσε τους εξόριστους και φυγάδες να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και τους βεβαίωνε ότι όχι μόνο θα είναι ασφαλείς αλλά και θα τους ξαναδινόταν η περιουσία τους που είχε δημευθεί:
«῞Οτι Περσεὺς ἀνανεωσάμενος τὴν φιλίαν τὴν πρὸς Ρωμαίους εὐθέως ἑλληνοκοπεῖν ἐπεβάλλετο, κατακαλὼν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τοὺς τὰ χρέα φεύγοντας καὶ τοὺς πρὸς καταδίκας ἐκπεπτβκότας καὶ τοὺς ἐπὶ βασιλικοῖς ἐγκλήμασι παρακεχωρηκότας. Καὶ τούτων ἐξετίθει προγραφὰς εἰς τε Δῆλον καὶ Δελφοὺς καὶ τὸ τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς ἱερόν, διδοὺς οὐ μόνον τὴν ἀσφάλειαν τοῖς καταπορευομένοις, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπαρχόντων κομιδὴν, ἀφ᾿ ὧν ἕκαστος ἔφυγε.»
Η επιλογή του ιερού της Ιτωνίας Αθηνάς για το στήσιμο του μηνύματος πρόσκλησης του Περσέα δείχνει ασφαλώς ότι το ιερό ήταν πολύ γνωστό και σεβαστό. Ασφαλώς θα ήταν πολυσύχναστο κέντρο αφού διαλέχτηκε, μεταξύ πολλών άλλων δυνατών επιλογών που είχε ο Περσέας, μαζί με το ιερό της Δήλου και των Δελφών. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι πρόκειται για το ιερό της Αχαΐας Φθιώτιδας και όχι το ομώνυμο ιερό της Βοιωτίας. Το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς της Βοιωτίας βρισκόταν τόσο κοντά στους Δελφούς, όπου είχε στηθεί επίσης η πρόσκληση του Περσέα, ώστε να μη χρειαζόταν δεύτερη εκεί ανάρτηση, τόσο πλησίον.
Στα νομίσματα του Θεσσαλικού Συνδέσμου παριστανόταν επίσης η Ιτωνία Αθηνά να διασκελίζει με το κοντάρι σηκωμένο. Είναι μία ακόμη απόδειξη της λατρείας της θεάς Αθηνάς με την προσωνυμία Ιτωνία.
Η Ιτωνία Αθηνά λατρευόταν σ’ όλη τη Θεσσαλία, αλλά και σε άλλες πόλεις, όπως π. χ. στην Αθήνα, όπου υπήρχε ναός αφιερωμένος σ’ αυτήν και δίπλα στο ναό βρισκόταν, για τον ίδιο σκοπό, κτίσμα με σπουδαίο θησαυρό. Γνωστές εξάλλου ήταν οι Ιτώνιες πύλες στην Αθήνα. Ναός της Ιτωνίας Αθηνάς βρισκόταν και στην Ήπειρο αλλά και στην Ιταλία, όπως και στην Αρκεσινή της Αμοργού. Στο ιερό της βοιωτικής Ιτωνίας Αθηνάς υπήρχαν αφιερωμένα πολλά ψηφίσματα. Σήμερα πολλά από αυτά είναι εντοιχισμένα στους ναούς του γειτονικού χωριού Αλαλκομενές.
Η Ιτωνία, και πολύ πριν ταυτισθεί με την Αθηνά, λατρευόταν σ’ όλη τη Θεσσαλία, από ό,τι φαίνεται, ως πολεμική θεά. Από τα αρχαϊκά ως τα ελληνιστικά χρόνια η Ιτωνία ήταν η εθνική «πρόμαχος θεά» όλων των Θεσσαλών. Το όνομά της το χρησιμοποιούσαν ως σύνθημα οι Θεσσαλοί μαχητές στα πολεμικά τους συνθήματα πριν από τους περσικούς πολέμους που τα έδιναν οι «στρατηγούντες» των Θεσσαλών.
Ωστόσο, όπως πολλές άλλες θεότητες της Αχαΐας Φθιώτιδας, έτσι και η Ιτωνία, φαίνεται ότι σε παλιότερες εποχές είχε και αυτή υποχθόνια υπόσταση. Πολύ πριν πάρει την πολεμική της ταυτότητα φερόταν ως κόρη του Άδη, του θεού του Κάτω Κόσμου. Εξάλλου οι υποχθόνιες θεότητες εύκολα εξελίσσονταν σε πολεμικές θεότητες αφού αυτές με τις δραστηριότητές τους στους πολέμους γίνονταν αφορμή να πλουτίζει συνεχώς με νέους κατοίκους ο Άδης. Σ’ ένα φλωρεντιανό δακτυλιόλιθο εικονιζόταν η Ιτωνία Αθηνά να κάθεται αντικριστά στον Άδη και ανάμεσά τους να βρίσκεται ένας βωμός και ο Κέρβερος. Πολλές ενδείξεις υπάρχουν ότι η λατρεία της Αθηνάς στη Θεσσαλία είναι αρχαιότερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Το επίθετο Ιτωνία φαίνεται να είναι ταυτόσημο με το πρόμαχος. Παράγεται από τη ρίζα ιτ- του ρήματος εἶμι, που σημαίνει προχωρώ, ορμώ. Της ίδιας ρίζας παράγωγα είναι το ἴτε (παίδες Ελλήνων) και το ἰταμὸς ή ἴτης (παράτολμος). Ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος λέει ότι το όνομα της πόλης «Ίτων» και η «Ιτωνία Αθηνά» έχουν μεταξύ τους την ίδια σχέση που έχουν οι λέξεις «Αθήναι» και «Αθηναία» και δεν έχει σχέση με τις παρετυμολογίες του Ευσταθίου και του Στεφάνου του Βυζαντίου «Σιτών, Σιτώ κττ»

12. Το Πρωτεσιλάειο ιερό
Περίφημο στην περιοχή ήταν και το ιερό που είχαν ιδρύσει στη Φυλάκη για να τιμούν τον Πρωτεσίλαο, το Πρωτεσιλάειο ιερό. Εκεί, για να τιμούν το μεγάλο τοπικό τους ήρωα, οργάνωναν γυμνικούς αγώνες. Οι αθλητές, πριν λάβουν μέρος στους αγώνες, προσκυνούσαν στο Πρωτεσιλάειο ιερό και ζητούσαν τη βοήθεια του μεγάλου ήρωα βασιλιά και προστάτη τους. Στην πατρίδα του Πρωτεσίλαου και πρωτεύουσα του κράτους του, τη Φυλάκη, οι κάτοικοι πίστευαν ότι ο Πρωτεσίλαος είχε τη δύναμη να γιατρεύει τις αρρώστιες, αλλά και να βοηθάει τους αθλητές στ’ αγωνίσματα.
Τον Πρωτεσίλαο τον τιμούσαν και στον Ελαιούντα της Θράκης. Εκεί, όπως πίστευαν, βρισκόταν ο τάφος του Πρωτεσίλαου και εκεί είχαν χτίσει άλλο Πρωτεσιλάειο ιερό. Στον Ελαιούντα θεωρούσαν τον Πρωτεσίλαο προστάτη της δεντροκομίας, της μελισσοκομίας και της αμπελουργίας και ως τέτοιο θεό τον λάτρευααν. Στον τάφο του πρόσφεραν σταφύλια και άλλους καρπούς και την άνοιξη πρόσφεραν γάλα.
Το μνήμα του Πρωτεσίλαου στον Ελαιούντα βρισκόταν σ’ ένα ψηλό λόφο από τον οποίο το βλέμμα έφτανε και έβλεπε την Τροία. Το Πρωτεσιλάειο του Ελαιούντα συλήθηκε από τον Πέρση Αρταΰκτη το 480 π.Χ. Δυο χρόνια αργότερα, το 478 π.Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Ξάνθιππος τιμώρησε αυστηρά τον Αρταΰκτη γι’ αυτή του την πράξη. Ο Αρταΰκτης καταδικάστηκε να σταυρωθεί ζωντανός αφού προηγουμένως είδε μπροστά του τον γιο του να πεθαίνει από ανελέητο λιθοβολισμό.
Για τον Πρωτεσίλαο είχε γραφεί από τον Αντίφιλο τον Βυζάντιο το παρακάτω επίγραμμα:
«Θεσσαλὲ Πρωτεσίλαε, σὲ μὲν πολὺς ἄδεται αἰὼν
Τροίᾳ ὀφειλομένου πτώματος ἀρξάμενον
σῶμα δέ τοι πτελέῃσι συνηρεφές ἀμφικομεῦσι
Νύμφαι ἀπεχθομένης ᾿Ιλίου ἀντιπέρας
δένδρεα δυσμήνιτα καί, ἤνποτε τεῖχος ἴδωσι
Τρώιον, αὐαλέαν φυλλοχοοῦντι κόμην
ὅσος ἐν ἡρώεσσι τοτ’ ἦν χόλος, οὗ μέρος ἀκμήν
ἐχθρόν ἐν ἀψύχοις σώζεται ἀκρεμόσιν.»
Δηλαδή: «Ω Πρωτεσίλαε Θεσσαλέ, θα σ’ ανυμνούν οι αιώνες, πρόμαχε, πρώτο θύμα εσύ του πολέμου της Τροίας. Το μνήμα σου ισκιώνουν οι φτελιές και το ζώνουν οι νύμφες, απέναντι στις μισητές ακτές του Ιλίου. Βαρύθυμα τα δέντρα της Τροίας θροούν βλέποντας τα τείχη και ρίχνουν τα χλωμά τους φύλλα με οδύνη. Μεγάλος θυμός συντάραξε τους ήρωες αφού ακόμα δεν έλειψε από τα ακρόκλαδα των δέντρων».
Στο εσωτερικό του Πρωτασιλάειου ιερού του Ελαιούντα τιμούσαν τον ήρωα . Οι κάτοικοι της περιοχής πίστευαν ότι οι φτελιές που βρίσκονταν γύρω από αυτό το ηρώον μεγάλωναν τόσο πολύ ώστε κάποτε έφταναν στο σημείο οι κορυφές τους να μπορούσαν να αντικρίζουν το εχθρικό φρούριο της Τροίας. Όταν έφταναν σ’ αυτό το ύψος ξεραίνονταν μεν αλλά και πάλι μπορούσαν και μεγάλωναν. Λεγόταν ακόμη ότι ο Πρωτεσίλαος ήταν εκείνος που χάρισε στην Τροία την πρώτη ιερουργία.
Για τον Πρωτεσίλαο και τη λατρεία του στην πατρίδα του τη Φυλάκη συντέθηκε και το παρακάτω επίγραμμα του Πίνδαρου :
«Πρωτεσίλα, τὸ τεὸν δ’ ἀνδρῶν ᾿Αχαιῶν
ἐν Φυλάκᾳ τέμενος συμβάλλομαι.»
Οι ειδικοί μυθολόγοι πιστεύουν ότι ο Πρωτεσίλαος ήταν μία αρχαία θεσσαλική θεότητα, η οποία, μετά τα Ομηρικά έπη ή εξαιτίας των Ομηρικών επών, υποβιβάστηκε σε ήρωα. Απήχηση της πανάρχαιας λατρείας του Πρωτεσίλαου στη περιοχή της Φυλάκης μπορεί να θεωρηθεί και η απεικόνιση του ήρωα σε νομίσματα της περιοχής αυτής. Είναι και αυτή μία κλασική περίπτωση θεοκρασίας κατά την οποία μία τοπική θεότητα ενός ασήμαντου τόπου λησμονήθηκε και απορροφήθηκε από μία ισχυρότερη.

13. Ναός Πολιάδας Αθηνάς και Παναχαίας Άρτεμης
Αλλά και πολλά άλλα ιερά βρίσκονταν στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας στα οποία οι άνθρωποι τιμούσαν άλλους τοπικούς θεούς και ήρωες. Αυτό μαρτυρείται από επιγραφές, αναθηματικές στήλες, νομίσματα, και αναφορές αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που υπάρχουν στο Μουσείο Αλμυρού, συγκεντρωμένα εκεί κυρίως από τη γύρω περιοχή, από τα μέλη της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς».
Στις Φθιώτιδες Θήβες (κοντά στις σημερινές Μικροθήβες του Αλμυρού) βρέθηκε αναθηματική επιγραφή στην «Πολιάδα Αθηνά». Την είχαν αφιερώσει στην πολιούχο θεά του χωριού τους έξι άτομα που είχαν, όπως αναγράφεται σ’ αυτήν, τον τίτλο «Αρχέσκοποι», που μάλλον πρέπει να ήταν κάποιο αξίωμα που θα σήμαινε επιθεωρητές των αρχών της πόλης.
Η αναθηματική αυτή επιγραφή έλεγε τα εξής:
Ο Ι ΑΡΧΕΣΚΟΠΟ Ι
ΑΘΗΝΑ ΠΟΛΙΑΔΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ΘΙΒΡΩΝΟΣ
ΠΟΛΥΜΗΔΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥ
ΚΛΕΑΝΔΡΟΣ ΛΥΣΙΚΡΑΤΟΥ
ΠΑΡΜΕΝΙΣΚΟΣ ΞΕΝΟΦΑΝΤΟΥ
ΜΕΛΩΝ ΜΥΣΤΡΩΝΟΣ
ΦΑΛΑ ΙΚΟΣ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ
Η επιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε στο Bulletin de Correspondance Hellenique της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών από τον Ολλανδό αρχαιολόγο A. Rundgers van der Loeff αλλά και στο «Δελτίο» της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού.
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι πανομοιότυπη αφιερωτική επιγραφή πάλι σε ναό της Πολιάδας Αθηνάς βρέθηκε και στον γειτονικό Τύρναβο. Αξιοπρόσεκτη διαφορά είναι ότι, ενώ στις Φθιώτιδες Θήβες στην επιγραφή φέρονται ως αφιερωτές οι «αρχέσκοποι» της πόλης, στον Τίρναβο την αφιέρωση κάνουν οι «πολίαρχοι» και ο «αρχιπολίαρχος». Πιστεύω ότι «αρχέσκοπος» και «πολίαρχος» ήταν περίπου ταυτόσημα αξιώματα:
᾿Αθάνα Πολιάδι οἱ πολίαρχοι ὀνέθεικαν ἀρχιπολιαρχέοντος
᾿Ασκλαπιοδούροι Αἰσχυναίοι
Πολίγνουτος Σιμμίωνος
᾿Ασκλαπιόδουρος Ξενολάοι
Εὐβίοτος ᾿Επιγόνοι
᾿Επίνικος Παυσανίαιος.
Από την παραπάνω επιγραφή των Φθιωτίδων Θηβών αλλά και από μία άλλη που φυλάσσεται στο Μουσείο των Δελφών και η οποία καθορίζει τα όρια της Άλου και των Φθιωτίδων Θηβών, γίνεται φανερό ότι και στις Φθιώτιδες Θήβες υπήρχε ιερό της Αθηνάς με τον επωνυμία Πολιάδα.
Η επιγραφή του Μουσείου των Δελφών μεταξύ πολλών άλλων πληροφοριών που αναφέρει στους πενήντα στίχους της που σώθηκαν, γράφει τα εξής: (αντιγράφουμε εννέα μόνο στίχους της στήλης)
20. . . . . . .. .ταύτα αναγράψαντες εις κίονας δύο αναθέτωσαν εκάτερα
21αι πόλεις ταμ μεν εν Θήβαις εν τω ιερώ τας Αθανάς τας Πολιάδος, ταν ᾿δε εν Άλω῾
22 τα Αχαϊκά εν τω ιερώ τας Αρτέμιδος τας Παναχαίας. . . . . . . .
45 .. . . . . . . . . . . το δε κρίμα τὀύτο εκάτε῾
46 ροι αναγραψάτωσαν εις κίονας λιθίνας τέσσαρας και αναθέτωσαν μίαν μεν εν῾
47 Δελφοίς, μίαν δε εν Λαρίση εν τω ιερώ του Απόλλωνος του Κερδώου μίαν δε εν Θή
48 βαις εν τω ιερώ της Αθηνάς της Πολιάδος, μίαν δε εν Άλω εν τω ιερώ της Ἀρτέ
49 μιδος της Παναχαίας και τούτο ποιησάτωσαν εν τω έτει τω μετά στρατη
50 γόν Διότιμον το δε ανάλωμα εις ταύτα δότωσαν εκάτεραι αι πόλεις

Από την επιγραφή αυτή μαρτυρείται και η λατρεία στην περιοχή της θεάς Άρτεμης με την προσωνυμία Παναχαία. Υπήρχε στην Άλο, όπως γίνεται ολοφάνερο από την παραπάνω επιγραφή, ιερό αφιερωμένο στην Παναχαία Άρτεμη, και μάλιστα σημαντικό, αφού σ’ αυτό το ιερό έκριναν ότι έπρεπε να τοποθετηθεί για φύλαξη το ψήφισμα οι κάτοικοι των Θηβών και της Άλου.
Βεβαίως η διαμάχη μεταξύ των δύο πόλεων, των Φθιωτίδων Θηβών και της Άλου, και η προσφυγή τους σε διαμεσολαβητές για τον καθορισμό των συνόρων τους, αποδεικνύει από το ένα μέρος την ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο πόλεων και από το άλλο με την αναφορά των ονομάτων των κριτών και των άλλων σχετικών στοιχείων δημιουργεί αποδείξεις, οι οποίες μπορούν ν’ αξιοποιηθούν για την ιστορική μελέτη της περιοχής. Αυτό όμως είναι πέρα από τα όρια αυτής της εργασίας, η οποία μπορεί να θεωρηθεί μία πρώτη αναφορά και εισαγωγή σε κάτι τέτοιο.

14. Η λατρεία της Άρτεμης
Τη λατρεία της Άρτεμης – χωρίς την προσωνυμία Παναχαία – την μαρτυρεί και μία άλλη επιγραφή του Μουσείου Αλμυρού, η οποία μεταφέρθηκε σ’ αυτό μάλλον από τις Φθιώτιδες Θήβες. Την αφιερώνει, για να τιμήσει και να ευχαριστήσει ίσως την θεά του χωριού του Άρτεμη για κάτι καλό που του έκανε, ο Θέρσανδρος ο γιος του Τιμασιθέου:
ΘΕΡΣΑΝΔΡΟΣ
ΤΙΜΑΣΙΘΕΟΥ
ΑΡΤΕΜΙΔΙ
Στις αρχές του αιώνα μας στα θεμέλια του σπιτιού του Αλμυριώτη Α. Περιστερά βρέθηκε μια παρόμοια επιγραφή αφιερωμένη στη θεά Άρτεμη. Είναι μία ακόμη απόδειξη της λατρείας των Αλμυριωτών προς τη θεά αυτή. Λέει η επιγραφή:
ΕΠΙΔΟΣΙΣ
ΕΥΚΡΑΤΕΙΔΑ
ΑΡΤΕΜΙΔΙ
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν τους θεούς τους για τις διάφορες ιδιότητες τις οποίες τους απόδιδαν. Ήταν αυτή η πίστη τους κάτι ανάλογο μ’ αυτό που κι εμείς σήμερα πιστεύουμε για τους αγίους μας και την Παναγία. Η θεά Άρτεμη λοιπόν λατρευόταν στην περιοχή μας και ως θεά που προστάτευε τον τοκετό και βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν εύκολα.
Σήμερα κάτι τέτοιο πιστεύεται για τον άγιο Ελευθέριο, που «ελευθερώνει» εύκολα και γρήγορα τις έγκυες γυναίκες. Γι’ αυτό και η ευχή σε τέτοιες περιπτώσεις είναι «καλή λευτεριά» ή «καλή ξελευτεριά».
Λατρευόταν λοιπόν η Άρτεμη με την προσωνυμία «Άρτεμις Λοχεία». Σε μία επιγραφή της περιοχής Αλμυρού, την οποία πήρε μαζί του στην Αγγλία από τις Φθιώτιδες Θήβες ο άγγλος περιηγητής Ληκ, όπως μας πληροφορεί ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, και την οποία ο Ληκ μνημονεύει στο σύγγραμμά του «Travels in Walpool……» αναφερόταν:
ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΙΑ. . .ΤΤΑΡΔΙΕ ΙΑ ΑΡΤΕΜΙΔΙ ΛΟΧΕ ΙΑ ΤΑ ΕΥΕΡΓΕΤΙΔΙ
Η Αριστοκράτεια λοιπόν, από τις Φθιώτιδες Θήβες, όπως μας βεβαιώνει το παραπάνω κείμενο, αφιέρωσε την επιγραφή αυτή στο ναό της θεάς Άρτεμης του χωριού της, της «Λοχείας Αρτέμιδος», την οποία θεά αποκαλεί «ευεργέτιδα», ασφαλώς γιατί η θεά την ευεργέτησε βοηθώντας την να φέρει στον κόσμο το παιδί της εύκολα ή γιατί ίσως την βοήθησε ν’ αποκτήσει παιδί που πολύ επιθυμούσε.
Η Άρτεμη, όπως και όλες οι θεές που προστάτευαν τις γεννήσεις, είχε και την σχετική προσωνυμία «γεννετυλλίδα θεά».
Μία επιγραφή του Μουσείου Αλμυρού , φερμένη σ’ αυτό κατά πάσα πιθανότητα από τα ερείπια των Φθιωτίδων Θηβών, αναφέρει την θεά Άρτεμη με το επίθετο «Αγροτέρα», που δηλώνει την κυνηγητική ιδιότητα της θεάς και την παραμονή της και τη λατρεία της στους αγρούς.
Σαφέστατο όμως δείγμα της λατρείας της θεάς Άρτεμης στην περιφέρεια Αλμυρού, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, αποτελούν κυρίως τα τέσσερα αγάλματα της θεάς που βρίσκονται στο Μουσείο του Αλμυρού ή , έστω, ανήκαν κάποτε στην συλλογή του Μουσείου του Αλμυρού.
Στην εκκλησία «Άγιος Γεώργιος» του σημερινού χωριού των Μικροθηβών βρέθηκε εντοιχισμένη τετράπλευρη στήλη με διαστάσεις ύψος 1,50 μ. πλάτος 0,35 και πάχος 0,20, αφιερωμένη και πάλι στη θεά Άρτεμη, όπου αναγράφονταν τα παρακάτω :
« Δ Ι Κ Α Ι Ρ Ε : « Δικαιρέ-
Τ Α Ε Υ Ρ Υ τα Ευρυ-
Φ Α Τ Ο Υ φάτου
Υ Π Ε Ρ Α υπέρ Α-
Φ Θ Ο Ν Η Τ Ο φθονήτο-
Υ Α Ρ Τ Ε υ Αρτέ-
Μ Ι Δ Ι ». μιδι.»
Σύμφωνα με την επιγραφή κάποια γυναίκα, προφανώς της περιοχής Αλμυρού, η Δικαιρέτα, σύζυγος ή κόρη του Ευρυφάτη, αφιέρωσε τη στήλη αυτή στη θεά Άρτεμη για κάποια ευεργεσία που έκανε η θεά στον δικό της άνθρωπο, τον Αφθόνητο.
Η επιγραφή αυτή, η οποία μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αλμυρού, δημοσιεύθηκε από τον Leake στο Travels in Nothern Greece, και είναι ακόμη μία απόδειξη για τη λατρεία της θεάς Άρτεμης στην περιοχή Αλμυρού.
Τη λατρεία της Άρτεμης στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας την φανερώνει και μια άλλη ακόμη επιγραφή που επίσης βρέθηκε στα μέρη της επαρχίας Αλμυρού. Η επιγραφή αυτή λέει τα εξής:
«ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΤΗΝ ΕΑΥΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΙΚΑΝΔΡΟΥ ΙΕΡΑΤΕΥΣΑΣΑΝ ΑΡΤΕΜΙΔΙ».
Εδώ πρόκειται για κάποια γυναίκα η οποία ήταν ιέρεια στο ναό της Άρτεμης. Αυτό μας βεβαιώνει το «ἱερατεύσασαν ᾿ Αρτέμιδι».
Σύμφωνα με μία επιγραφή που βρίσκεται στο Μουσείο των Δελφών, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στην πόλη της Άλου υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά Άρτεμη με την επωνυμία Παναχαία.
Χωρίς να έχουμε υπόψη μας κάποια άλλη επιβεβαιωτική μαρτυρία που να αφορά σε συγκεκριμένη τοποθεσία της στενότερης περιοχής του Αλμυρού, υποθέτουμε ότι η Άρτεμη λατρευόταν και εδώ και με την επωνυμία «Σκιᾶτις» ή «ἐν Σκιᾷ». Επιβεβαιωτική θεωρούμε την επιγραφή που βρέθηκε στις Φερές και κατά την οποία η Κυθερία προσέφερε το αφιέρωμά της ως «τροφεία» στην Άρτεμη την «ἐν Σκιᾷ» ευχαριστώντας την και εκ μέρους των παιδιών της:
«Κυθερία ἀνέθεικε τ᾿ ᾿Αρτέμιδι τᾷ ἐν Σκιᾷ
δῶρόν τε ματρὸς καὶ τροφεῖα τῶν τέκνων.»
Στην περιοχή Αλμυρού ακόμη, σύμφωνα με τις πληροφορίες και τις ενδείξεις που υπάρχουν, λατρευόταν η Άρτεμη και με την προσωνυμία Άρτεμις Φωσφόρος, όπως στις Φερές.
Η θεά Άρτεμη στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας λατρευόταν και με την προσωνυμία Άρτεμη Βενδίδα, Στην αριστερή πλευρά της εισόδου του Μουσείου Αλμυρού υπάρχει κορμός αγάλματος της Βενδίδας Αθηνάς, του 4ου π. Χ. αιώνος που βρέθηκε σε ανασκαφή στις Φθιώτιδες Θήβες.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, όπως μας βεβαιώνει στα κατάλοιπά του, είδε ακόμη μία επιγραφή με την προσωνυμία Άρτεμις Θροσία.

15. Η λατρεία του Απόλλωνα
Ο θεός Απόλλωνας επίσης λατρευόταν εδώ. Πέρα απ’ όσα αποδεικτικά στοιχεία για τη λατρεία του θεού αυτού αναφέρθηκαν σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής, μας το μαρτυρεί και μία επιγραφή του Μουσείου Αλμυρού, σε τετράγωνη βάση. Η επιγραφή βρέθηκε σε τάφο οθωμανικού νεκροταφείου στη θέση «Κοτζιά Λάκα» της περιφέρειας Αλμυρού και είχε το εξής κείμενο:
«ΜΕΘΙΣΤΑΣ ΠΙΘΟΥΝΕΙΟΣ ΑΠΛΟΥΝΙ ».
Το «ΑΠΛΟΥΝΙ » σημαίνει «᾿Απόλλωνι» και είναι δοτική πτώση της λέξης «Άπλους». «Άπλους» λεγόταν στη θεσσαλική διάλεκτο ο Απόλλωνας, όπως μας το βεβαιώνει ρητά ο Πλάτωνας: «῎ Απλουν γὰρ φασι πάντες Θετταλοὶ τοῦτον τὸν θεόν» .
Στον θεό Απόλλωνα επίσης αναφερόταν μια άλλη επιγραφή. Την είχε αφιερώσει κάποιος ιερέας που λεγόταν Απολλώνιος. Ήταν μια μαρμάρινη πλάκα που βρέθηκε εντοιχισμένη στο τζαμί του «Μεμέτ εφέντη» στον Αλμυρό, παρμένη ασφαλώς από κάποιο μνημείο εκεί κοντά, ίσως και από χριστιανικό ναό, στον οποίο είχε τοποθετηθεί, παρμένη με τη σειρά της, από κάποιον αρχαίο ειδωλολατρικό, αφού είναι γνωστό ότι για οικοδομές χρησιμοποιήθηκαν τμήματα παρμένα από ναούς.
Στον Αλμυρό υπήρχαν δέκα τουρκικά τζαμιά και τεμένη. Για το χτίσιμό τους χρησιμοποιήθηκαν πολλά υλικά από ελληνικούς ειδωλολατρικούς και χριστιανικούς ναούς της περιοχής. Ανάμεσα στα υλικά αυτά ήταν και πολλές τέτοιες επιγραφές και αναθηματικές στήλες. Μετά την απελευθέρωση της περιοχής του Αλμυρού από τον τουρκικό ζυγό τα περισσότερα από τα τζαμιά αυτά πουλήθηκαν από τους Τούρκους που έφευγαν στους Έλληνες και στη συνέχεια γκρεμίστηκαν και οι πλάκες με τις επιγρασφές που βρέθηκαν πάνω τους, αφού μάλιστα αποξέστηκαν τα γράμματα, χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδόμηση σπιτιών και χριστιανικών ναών. Έτσι χάθηκαν πολύτιμα ιστορικά στοιχεία.
Η επιγραφή του τζαμιού του «Μεμέτ εφέντη» σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Αλμυρού και γράφει τα εξής:
« ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΙΕΡΕΥΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙ »
Σύμφωνα εξάλλου μ’ όσα μας είναι γνωστά από την ιστορία ο βασιλιάς των Φερών Άδμητος έχτισε στην Ερέτρια για τιμήσει τον θεό Απόλλωνα ναό αφιερωμένο σ΄ αυτόν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά έπειτα από τόσα καλά που του είχε κάνει και τόση αγάπη που του είχε δείξει ο θεός!
Θα πρέπει ν’ αναφερθεί εδώ ότι ο μύθος για το κατόρθωμα του Άδμητου να ζέψει στο άρμα του το λιοντάρι και το αγριογούρουνο, με τη βοήθεια του Απόλλωνα ερμηνεύεται ως ένωση και υποταγή κάτω από τις διαταγές του Άδμητου με την βοήθεια του ιερατείου (Απόλλωνας) δύο εχθρικών βασιλικών δυναστειών ή ίσως δύο διεκδικητών του θρόνου των Φερών που τον πολεμούσαν, όπως αναφέρεται λεπτομερέστερα σε άλλες σελίδες. Γι’ αυτό και γίνεται αποδεκτή από όλους η άποψη ότι ο πυρήνας του μύθου του Άδμητου προέρχεται από πανάρχαια παραμύθια.
Σύμφωνα με το μύθο, που αναφέρει την γέννηση του Απόλλωνα και της Άρτεμης από τη Λητώ στο νησί της Δήλου, πρώτα γεννήθηκε η Άρτεμη, η οποία μεγάλωσε αμέσως και βοήθησε τη μητέρα της στη γέννηση του αδερφού της Απόλλωνα. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η Άρτεμη θεωρείται παλιότερη θεότητα από τον Απόλλωνα. Γι’ αυτό όταν ο Άδμητος παραμέλησε να τιμήσει την Άρτεμη στους γάμους του με την Άλκηστη – που σημαίνει ότι στη συνείδηση των ανθρώπων άρχισαν να κυριαρχούν οι νέες αντιλήψεις περί θεότητας με τη λατρεία των ολύμπιων θεών και να εγκαταλείπεται η λατρεία των «προτέρων θεών» – η «προτέρα θεά» Άρτεμη, ως χθόνια θεϊκή ύπαρξη τιμώρησε τον υβριστή στέλνοντάς του πολλά φίδια που γέμισαν τον νυφικό θάλαμο. Τα φίδια είναι κατεξοχήν σύμβολα χθόνιας λατρείας και ιδιαίτερο σύμβολο της παλιότερης θεϊκής υπόστασης της Άρτεμης με τη μορφή της Εκάτης.

5. Γιορτές και πανηγύρια για τον Απόλλωνα
Για να τιμούν τον Απόλλωνα, σ’ ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και ειδικά σε τούτα τα μέρη, γινόταν ανάμεσα σε πολλές άλλες γιορτές και η γιορτή που λεγόταν «Σεπτήρια» ή «Στεπτήρια». Αυτή γινόταν κάθε εννέα χρόνια, δηλαδή κάθε ένα «μεγάλο ενιαυτό», όσο κράτησε και η «θητεία» τού θεού κοντά στον Άδμητο. Ήταν μια μεγάλη τελετή που άρχιζε με πανηγυρική πομπή από το μαντείο των Δελφών. Εκεί γινόταν αναπαράσταση του φόνου του Πύθωνα. Κατασκεύαζαν μία καλύβα που παρίστανε την φωλιά τού Πύθωνα και μετά την έκαιγαν παρακολουθώντας όλοι το θέαμα σιωπηλοί. Η πομπή ξεκινούσε από τους Δελφούς και περνώντας από όλα τα ενδιάμεσα μέρη, κατέληγε στα Τέμπη όπου γινόταν μία τελετή αναπαράστασης του εξαγνισμού του Απόλλωνα από τον φόνο και την σφαγή του Πύθωνα. Από τους Δελφούς στέλνονταν στην κοιλάδα των Τεμπών κάθε ένατο χρόνο ευγενείς νέοι οι οποίοι αφού πραγματοποιούσαν μεγαλοπρεπείς θυσίες για εξαγνισμό, έπλεκαν στεφάνια από την ιερή δάφνη του Απόλλωνα: «Καὶ ἔτι καὶ νῦν ἔτους ἐννάτου οἱ Δελφοὶ παῖδας εὐγενεῖς πέμπουσι καὶ ἀρχιθέωρον ἕνα σφῶν αὐτῶν. Οἱ δὲ, παραγενόμενοι καὶ μεγαλοπρεπῶς θύσαντες ἐν τοῖς Τέμπεσιν, ἀπίασι πάντες στεφάνους μὲν ἀπὸ τῆς δάφνης διαπλέξαντες, ἀφ᾿ ἧς περ οὖν καὶ τότε ὁ Θεὸς ἐστεφανώσατο»
Μετά την τελετή του εξαγνισμού άρχιζε η θριαμβευτική πομπή της επιστροφής του εξαγνισμένου και λυτρωμένου πια από τα κρίματά του θεού, ακολουθώντας την ιερά οδό που ονομαζόταν «Πυθιάς».
Η γιορτή λεγόταν και «Σεπτήριον» ή «Στεπτήριον» ή «Στεπήριον» και περιλάμβανε πολλές μικρότερες μιμικές τελετές. Υπάρχει και η άποψη ότι η γιορτή γινόταν όχι κάθε εννέα αλλά κάθε οχτώ χρόνια.
Οι κάτοικοι της περιοχής Αλμυρού, και κυρίως εκείνοι γύρω από τον ιερό Άμφρυσο ποταμό, ζούσαν ασφαλώς έντονες στιγμές θρησκευτικού δέους κάθε εννέα ή κάθε οκτώ χρόνια, όπως λέει μια άλλη άποψη, καθώς η πομπή, ακολουθώντας την «Πυθιάδα» περνούσε και από το δικό τους ιερό ποτάμι της σημερινής Κεφάλωσης, στο οποίο ο θεός Απόλλωνας βοσκούσε κάποτε τα κοπάδια του Άδμητου και στις όχθες του οποίου κατέβαιναν και κάθονταν ημερωμένα δίπλα στα θεϊκά πόδια και τα λιοντάρια από την Όθρη. Εξάλλου τα εννέα χρόνια της θητείας για τον εξαγνισμό του Απόλλωνα για τα οποία γίνονταν τα «Στεπτήρια», ο θεός τα υπηρέτησε σε τούτα τα μέρη, και μάλιστα δουλεύοντας σκληρά ως τσοπάνος. Τι ακριβώς γινόταν όταν η πομπή περνούσε από τον Άμφρυσο ποταμό (την Κεφάλωση του Αλμυρού) δεν είναι γνωστό. Οπωσδήποτε όμως θα σχετιζόταν με τις εργασίες βοσκής των κοπαδιών του Άδμητου από τον Απόλλωνα.
Σύμφωνα μ’ όσα υποστηρίζουν μερικοί «Πυθιάς» δεν λεγόταν μόνο η διαδρομή από τα Τέμπη ως τους Δελφούς αλλά και η ειδική γιορτή που γινόταν για να τιμήσουν την νύμφη Δάφνη, την οποία ερωτεύθηκε ο Απόλλωνας και η οποία, για ν’ αποφύγει τον έρωτα του θεού, μεταμορφώθηκε από τον Δία στο ομώνυμο φυτό δάφνη. Στη γιορτή αυτή, που συνεορταζόταν με τα Στεπτήρια, την πομπή ακολουθούσε μια ομάδα νέων που κρατούσαν δάφνες στα χέρια τους. Ήταν οι λεγόμενοι «Δαφνηφόροι». Τα «Σεπτήρια» γίνονταν κατά τον μήνα Θαργηλιώνα (μέσα Μαΐου – μέσα Ιουνίου).
Το αξίωμα του «δαφνηφόρου» ήταν πολύ τιμητικό για εκείνους που επιλέγονταν κάθε φορά από τους υπεύθυνους της τελετής. Σύμφωνα με τον Παυσανία επιλέγονταν για την τιμή αυτή οι πλουσιότεροι νέοι. Γι’ αυτό και οι «δαφνηφόροι» ή «δαυχναφόροι», όπως λέγονταν σύμφωνα με το θεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να ευχαριστήσουν τον Απόλλωνα για την ιδιαίτερη τιμή που τους έγινε. Τις ευχαριστίες τους αυτές προς τον Απόλλωνα τις εκδήλωναν με προσφορές και αφιερωτήριες επιγραφές. Βρέθηκαν τέτοιες αφιερωτήριες επιγραφές ανθρώπων που «εδαυχνάρευσαν» στις εορταστικές εκδηλώσεις. Συνήθως αφιέρωναν στον Απόλλωνα ένα χάλκινο τρίποδα.
Ο Αριστίωνας ήταν ένας «δαυχναφόρος». Μαζί του ήταν και άλλοι «συνδαυχναφόροι». Όλοι μαζί μετά το πέρας της τελετής θεώρησαν υποχρέωσή τους για την τιμή που τους έγινε ν’ αφιερώσουν κάτι στον Λεσχαίο Απόλλωνα. Δεν γνωρίζουμε τι ήταν αυτό που αφιέρωσαν. Μέχρι σε μας σώθηκε μόνο η αφιερωτήρια επιγραφή «῎ Απλουνι Λεσχαῖοι ᾿ Αριστίον ἐνέθηκε καὶ συνδαυχναφόροι. Πρόνος ἐργάξατο». : Στον Λεσχαίο Απόλλωνα το αφιερώνει ο Αριστίωνας και οι συνδαφνηφόροι του.
Ο Θεσσαλός Αριστίωνας και οι συνδαφνηφόροι του το αφιέρωσαν στον Λεσχαίο Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας λεγόταν «Λεσχαίος» και «Λεσχηνόριος» επειδή ήταν αφιερωμένες σ’ αυτόν όλες οι λέσχες. Αυτές οι λέσχες ήταν οικήματα στα οποία, εκείνοι οι οποίοι αποτελούσαν μία λέσχη συναθροίζονταν και συζητούσαν. Ο Αριστίωνας λοιπόν και οι φίλοι του, που ασφαλώς θα ανήκαν σε μία τέτοια ομάδα και όλοι μαζί ήταν «δαυχναφόροι», μετά την τελετή, τίμησαν με κάποια αφιέρωση τον Λεσχαίο Απόλλωνα. Μαρτυρίες βεβαιώνουν ότι ο Λεσχαίος Απόλλωνας λατρευόταν και στη Λάρισα. Ίσως μάλιστα το «λεσχαίος» να είναι καθαρά θεσσαλική επίκληση του Απόλλωνα.
Ο Σωσίπατρις ήταν ένας άλλος Θεσσαλός νέος ο οποίος αξιώθηκε να διατελέσει ταυτόχρονα και ιερομνήμων και αρχιδαφνηφόρος. Το μαρτυράει το αφιέρωμά του στον Κερδώο Απόλλωνα, αυτή τη φορά:
« ῎Απλουνι Κερδοίου Σουσίπατρις
Πολεμαρχίδαιος ὁ θύτας
ὀνέθεικε ἱεραμναμονεύσας
καὶ ἀρχιδαυχναρείσας».
Δηλαδή : «Στον Κερδώο Απόλλωνα ο Σωσίπατρις,
ο γιος του Πολεμαρχίδα ο θύτης
το αφιέρωσε γιατί έγινε ιερομνήμονας
και αρχιδαφνηφόρος».
Τι ήταν αυτό που ο γιος του Πολεμαρχίδα Σωσίπατρις, από ευγνωμοσύνη γιατί αξιώθηκε να γίνει ιερομνήμονας και αρχηγός ομάδας δαφνηφόρων, αφιέρωσε στον Κερδώο Απόλλωνα δεν το γνωρίζουμε. Ο πανδαμάτορας χρόνος το εξαφάνισε. Μας έμεινε μόνο η αφιερωτήρια επιγραφή που η ευγνωμοσύνη του στο θεό τον ενέπνευσε για την χάρη που του έγινε.
Δαφνηφορίες γίνονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Αναφέρεται ότι δαφνηφόρος χρημάτισε και ο ίδιος ο Ηρακλής.
Υπάρχουν μαρτυρίες που βεβαιώνουν ότι η γιορτή της Πυθιάδας γινόταν στα μέρη τούτα μέχρι και την επικράτηση του Χριστιανισμού. Η γιορτή συνεχιζόταν και στους Δελφούς, όπου γίνονταν αγώνες. Υπάρχει μαρτυρία ότι τα Πύθια, που πρώτα γίνονταν κάθε εννέα χρόνια και γι’ αυτό λέγονταν «εννεαετηρικοί αγώνες», αργότερα γίνονταν ανά πενταετία.

16. Η λατρεία του Δία
Φυσικά στην περιοχή λατρευόταν και ο βασιλιάς θεών και ανθρώπων, ο μεγάλος Δίας. Εκτός από την ύπαρξη του ξακουστού Λαφύστιου ιερού και πολλές επιγραφές που βρέθηκαν σε διάφορα μέρη της περιοχής Αλμυρού, παρά τη λεηλασία και την καταστροφή τους από Τούρκους και Έλληνες, αποδεικνύουν τη λατρεία του θεού. Όπως όλους τους άλλους θεούς έτσι και τον Δία τον τιμούσαν και με διάφορα λατρευτικά επίθετα: Μειλίχιος, Μέγιστος, Ύψιστος, Λαφύστιος, Θαύλιος κ. ά. Κοντά στη βρύση στο Τσουρνάτι, νοτιοδυτικά του σημερινού χωριού Νεράιδα του Αλμυρού, βρέθηκε μία επιτάφια πλάκα με της εξής επιγραφή:
« ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΤΩ ΤΑΦΩ ΟΥΚ ΕΞΕΣΤΙΝ ΤΑΦΗΝΑΙ ΕΤΕΡΟΝ. ΕΙ ΔΕ ΤΙΣ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΑΝΟΙΞΑΙ ΤΟΔΕ ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΑΣΕΒΗΣΕΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΑΣ ΘΕΑΣ ΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΠΑΣΑΣ ΚΑΙ ΗΡΩΑΣ ΠΑΝΤΑΣ ΕΞΕΙ ΔΕ ΚΑΙ ΟΡΓΗΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΙΟΣ »
Δηλαδή: «Σ’ αυτό το μνήμα δεν επιτρέπεται να θαφτεί άλλος. Εάν δε κάποιος τολμήσει να ανοίξει τον τάφο αυτό θα δείξει ασέβεια σε όλους τους θεούς, τις θεές και τους ήρωες και θα έχει επάνω του την οργή του μεγάλου Δία.»
Συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, όπως φαίνεται από το κείμενο της επιγραφής, να χρησιμοποιούν για την ταφή των νεκρών παλιούς τάφους. Είναι οι διπλές ταφές. Κάποιοι, προκειμένου να θάψουν τους δικούς τους, ίσως όταν για λόγους οικονομικής ανεπάρκειας δεν ήταν σε θέση να ανοίξουν δικό τους μνήμα, χρησιμοποιούσαν άλλο μνήμα από το οποίο αφαιρούσαν τα υπάρχοντα τυχόν λείψανα ή, αρκετές φορές, τα παραμέριζαν απλώς σε μια γωνία του τάφου. Οι ανασκαφές των αρχαιολόγων πολύ συχνά βεβαιώνουν τέτοιες συνήθειες.
Για ν’ αποφύγουν λοιπόν κάτι τέτοιο οι συγγενείς του ανθρώπου από το Τσουρνάτι, και επειδή ήθελαν να φοβίσουν και ν’ αποτρέψουν εκείνους που θα σκέφτονταν ν’ ανοίξουν το μνήμα, επικαλούνταν συνολικά όλες τις θεές και του θεούς αλλά και τους ήρωες και προειδοποιούσαν ότι σ’ αυτόν τον τάφο δεν μπορεί να θαφτεί άλλος και ότι όποιος τολμήσει να ανοίξει αυτό το μνήμα θα τραβήξει επάνω του «οργήν μεγάλην του Μεγάλου Διός».
Μια άλλη επιγραφή που μεταφέρθηκε στο Μουσείο Αλμυρού από την περιοχή της Νέας Αγχιάλου ήταν επίσης αφιερωμένη στο Δία, αλλά τούτη φορά με την επωνυμία «Ύψιστος». Λέει η επιγραφή:
ΑΓΕΑΡΧΟΣ ΤΕΙΜΩΝΟΣ ΔΙΙ ΥΨΙΣΤΩ ΕΥΞΑΜΕΝΟΣ.
Την αφιέρωσε μαζί με τις προσευχές του και τη λατρεία του στον Ύψιστο Δία ο Αγέαρχος ο γιος του Τείμωνα. Κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο το «Τείμωνος» «εγράφη δι’ ΕΙ αντί Ι κατά το έθος των Ρωμαϊκών χρόνων».
Αλλά και στον «Θαύλιο Δία» βρέθηκε αφιερωμένη επιγραφή. «Θαύλιος» είναι μια άλλη γνωστή στην περιοχή λατρευτική προσωνυμία του Δία.
ΔΙ ΘΑΥΛΙΩ ΑΝΧΙΣΤΩΝ ΟΙ ΠΕΡΙ ΠΑΡΜΕΝΙΣΚΟΝ.
Εδώ το «Δι» είναι συνηρημένος τύπος του Διί (Δοτική πτώση του Ζευς). Την επιγραφή την αφιερώνουν οι γύρω από τον «Παρμενίσκον». Ποιοι είναι αυτοί οι γνωστοί του Παρμενίσκου δεν γνωρίζουμε. Θα πρέπει πάντως ο Παρμενίσκος να ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο. Ίσως ο Παρμενίσκος αυτός , αφού είχε τόσους γύρω του, που όλοι μαζί ανωνύμως αφιερώνουν επιγραφή στον Θαύλιο Δία, χωρίς να διεκδικούν την αναγραφή και των δικών τους ονομάτων, να ήταν ο «αρχέσκοπος» Παρμενίσκος του Ξενοφάντη που μαζί με τους άλλους «αρχέσκοπους» της πόλης των Φθιωτίδων Θηβών, που είδαμε παραπάνω, αφιέρωσαν στην πολιούχο θεά της πόλης τους , την «Πολιάδα Αθηνά ».
Στο Μουσείο του Αλμυρού φυλασσόταν και μία ακόμη επιγραφή στο Θαύλιο Δία. Δημοσιεύθηκε στο 7ο τεύχος του Δελτίου της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς» και έλεγε «ΔΙΟΣ ΘΑΥΛΙΟΥ»
Η προσωνυμία «Θαύλιος» είναι μία δυσκολοερμήνευτη ελληνική λέξη. Η ερμηνεία της έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν θέση στην εργασία αυτή. Στο 7ο τεύχος του Δελτίου της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς» δημοσιεύθηκε, σε μετάφραση του Μιχαήλ Κρίσπη εμπεριστατωμένο άρθρο του Γερμανού φιλολόγου ελληνιστή βαρόνου Χίλλερ Γκαίρτρινγκεν για τη λέξη «Θαύλιος», με την ευκαιρία της εύρεσης μιας άλλης επιγραφής, στην ίδια πάντοτε περιοχή (Κολοκλόμπας Φαρσάλων) με την ίδια προσωνυμία «Διός Θαυλίου».
Από το άρθρο αυτό αναφέρουμε εδώ λίγες μόνο φράσεις σε δική μας μεταγραφή.
Η λέξη «Θαύλιος» δεν απαντάται πουθενά αλλού παρά μόνο στους Έλληνες λεξικογράφους και ιδιαιτέρως στον Ησύχιο. Οι Δωριείς είχαν γιορτή με την επωνυμία «Θαύλια». «Θαύλων» σημαίνει «βουφόνος» και «Θαύλια» σημαίνει «Βουφόνια». Έτσι «Ζευς Θαύλιος» σημαίνει θεός στον οποίο προσφέρονταν «Βουφόνια». Το ότι ήδη έχει εκλείψει η λέξη (Θαύλιος) από την ελληνική γλώσσα μπορεί να οφείλεται στο ότι η γιορτή αυτή των «Θαυλίων» και το σχετικό έθιμο των «βουφονίων» ήταν αρχαιότατα.
Στην περιοχή του Βελεστίνου, εξάλλου, είναι βεβαιωμένη η ύπαρξη ναού του Θαύλιου Δία, που τον βρίσκουμε και με την προσωνυμία Άφριος.
Και στην περιοχή Αλμυρού πρέπει να λατρευόταν ο Δίας με την προσωνυμία Άφριος. Ωστόσο σε μία επιγραφή από τον Αλμυρό υπάρχει η ασυνήθιστη και για πρώτη φορά απαντώμενη προσωνυμία ΑΥΡΙΟΣ. Αυτό βεβαιώνεται από μία στήλη του Μουσείου Αλμυρού στην οποία αναγράφεται ΖΕΥΣ ΑΥΡΙΟΣ.
Θα πρέπει, νομίζω, να υποθέσουμε πως το αύριος αυτό διαβάζεται άφριος επειδή ο επιγραφογράφος θα μπέρδεψε τις δυο προφορές του αυ : αβ και αφ. Έτσι έγραψε ΑΥΡΙΟΣ και νόμιζε ότι έγραψε ΑΦΡΙΟΣ. Δεν νομίζω ότι υπήρχε ΑΥΡΙΟΣ ΖΕΥΣ.
Αλλά και μια παράδοση που σώθηκε μέχρι και τα πρόσφατα χρόνια φανερώνει τη λατρεία του Δία στην περιοχή μας. Οι δυο λίμνες στα Ζερέλια του Αλμυρού ονομάζονταν «οφθαλμοί Διός». Στη θέση αυτή των δύο μικρών λιμνών, βρίσκονταν δυο πόλεις, λέει η παράδοση, πολύ αμαρτωλές και ο Δίας για τιμωρία τις βούλιαξε και στη θέση τους έγιναν οι δυο λίμνες. Είναι τα δυο μάτια του Δία που είδαν από ψηλά τις δυο αμαρτωλές πόλεις.
Υπάρχει και μια διαφορετική παράδοση. Ένας ιερέας του Δία παντρεύτηκε την ίδια την κόρη του. Οι κάτοικοι των δύο πόλεων όχι μόνο δεν αντέδρασαν στο φοβερό ανοσιούργημα αλλά γλεντούσαν για το γεγονός και χόρευαν σε δυο κύκλους. Είδαν κι απόειδαν τα μάτια του Δία και από την οργή του για το φοβερό αμάρτημα έκανε ν’ ανοίξει η γη και να χαθούν μέσα της οι δυο χοροί. Στις θέσεις των χορών έγιναν οι δυο πανέμορφες λιμνούλες των Ζερελίων, που από τότε ονομάστηκαν και έμειναν γνωστές με το όνομα «Οφθαλμοί Διός».
Ο μύθος αυτός επέζησε ως τα πολύ νεότερα χρόνια, αλλά προσαρμοσμένος στα σύγχρονα δεδομένα. Σήμερα είναι πολύ γνωστό στην περιοχή το παραμύθι ότι ένας χριστιανός παπάς παντρεύτηκε την κόρη του και μάλιστα κάλεσε όλο το χωριό να γλεντήσει στο γάμο του. Έγιναν δυο κύκλοι για το χορό, ένας για τους άντρες και ένας για τις γυναίκες. Είδε ο θεός τις αμαρτίες όλων και τους βούλιαξε μέσα στα νερά των λιμνών που σχηματίστηκαν στη θέση των δύο χορών. Οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν τον ανόσιο χορό, καθισμένοι τριγύρω από τους χορευτές, μεταμορφώθηκαν στα καλάμια που φυτρώνουν στις όχθες των λιμνών.
Η παραπάνω νεότερη μορφή του ίδιου στην πραγματικότητα αρχαίου μύθου είναι μία ένδειξη ότι ακόμα και σήμερα μπορούν να ανιχνευθούν κάποιες ατμίδες της πλούσιας μυθολογίας της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι στην περιοχή έχουν γίνει ανασκαφές από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες και διαπιστώθηκε η ύπαρξη νεολιθικών οικισμών.
Στη βάση ενός μικρού αγάλματος του Μουσείου του Αλμυρού, που βρέθηκε στο χωριό Μικροθήβες του Αλμυρού (κοντά στις Φθιώτιδες Θήβες), υπήρχε επιγραφή αφιερωμένη στον «Μειλίχιο Δία», το Δία τον γλυκό, τον μαλακό, τον πράο. Την είχε αφιερώσει η Κρινώ και έλεγε χρησιμοποιώντας πάλι τον συνηρημένο τύπο της δοτικής «Δι » ( Διί ) «Μειλιχίῳ»
ΔΙ ΜΕΙΛΙΧΙΩ ΚΡΙΝΩ ΑΡΣΙΑ ΑΝΕΘΗΚΕΝ
Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της περιοχής Αλμυρού σε κάποια εποχή άρχισαν να μην μπορούν να συμβιβαστούν μ’ ένα Λαφύστιο (λαίμαργο, αχόρταγο, αδηφάγο) Δία. Δεν ήθελαν πλέον τον βασιλιά των θεών άγριο. Τον ήθελαν ήρεμο, πράο, μειλίχιο. Έτσι η γλυκιά Αλμυριώτισσα εκείνης της εποχής Κρινιώ αφιέρωσε το άγαλμα στον Μειλίχιο Δία.
Ο Μειλίχιος Δίας συχνά παριστανόταν με τη μορφή φιδιού, ίσως του «οικουρού όφεως». Υπάρχουν και παραστάσεις, εξάλλου, του Μειλίχιου Δία, με μορφή φιδιού. Ο Μειλίχιος Δίας, στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, μια περιοχή καθαρά γεωργοκτηνοτροφική, λατρευόταν και ως σύζυγος της θεάς της γεωργίας, της Δήμητρας.
Η έννοια του «οικουρού όφεως» ήταν αποδεκτή, τουλάχιστον στην περιφέρεια Αλμυρού, μέχρι και πρόσφατα. Μερικοί κάτοικοι των χωριών της περιοχής συνήθιζαν, σε παλιότερες εποχές, όταν τυχόν βρισκόταν στο σπίτι τους κάποια δεντρογαλιά να μην την σκοτώνουν ούτε να την διώχνουν αλλά αντίθετα να την θεωρούν προστάτη τους και να την περιποιούνται βάζοντας π.χ. συχνά στο μέρος όπου είχε τη φωλιά της γάλα για να πίνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συνήθεια αυτή απηχεί την παράδοση του «οικουρού όφεως» ή και του «Μειλιχίου Διός».
«Μειλίχιους», δηλαδή πράους, γλυκούς και ευεργετικούς μαζί του αλλά και με όλους τους ανθρώπους ήθελε όλους τους θεούς και κάποιος άλλος κάτοικος της περιοχής Αλμυρού εκείνης της εποχής. Είναι ο Λυσίμαχος από τις Μικροθήβες. Γι’ αυτό και αφιέρωσε σ’ αυτούς μια πλάκα γράφοντας απλά «ΛΥΣΙΜΑΧΟΣ ΜΕΙΛΙΧΙΟΙΣ ΘΕΟΙΣ». Η ανθρώπινη ανάγκη μας για ένα θεό αγάπης και συμπόνιας, ένα θεό πράο και ευεργετικό προς τους ανθρώπους, ήταν πάντοτε μεγάλη. Εξάλλου συχνά βρίσκουμε, σε επιγραφές, το επίθετο «μειλίχιος» να συνοδεύει ονόματα και άλλων θεών.
Η εσωτερική ανάγκη να κάνουν τους θεούς τους μειλίχιους δημιουργούνταν κυρίως στους ανθρώπους που λάτρευαν χθόνιες θεότητες, οι οποίες ήταν αυστηρές και μοχθηρές, όπως ο Λαφύστιος Δίας.
Αλλά και ο Ποσειδώνας στην Αχαΐα Φθιώτιδα, στην αρχή, λατρεύτηκε ως χθόνια θεότητα. Το ίδιο και η Δήμητρα. Γίνονταν λοιπόν ειδικές τελετές που αποσκοπούσαν στον εξευμενισμό αυτών των θεοτήτων και στην μετατροπή τους σε μειλίχιες. Γι’ αυτό και στο Λαφύστιο ιερό της Βοιωτίας συλλατρευόταν μαζί με τον Λαφύστιο Δία και ο «Χάροψ Ηρακλής», δηλαδή ο χαροποιός Ηρακλής. Εκεί βρισκόταν και το «Χαροπείον σπήλαιον», ένα χάσμα αφιερωμένο στον Ηρακλή και από το οποίο, όπως πιστευόταν, βγήκε από τον Άδη στη γη ο Ηρακλής κουβαλώντας μαζί του τον Κέρβερο.
Ο Χάροψ Ηρακλής ωστόσο δεν λατρευόταν στο Λαφύστιο ιερό της Άλου. Εδώ ο Δίας εξακολουθούσε να είναι «Λαφύστιος», σκληρός και ανελέητος, λαίμαργος αχόρταγος και αμείλιχος. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι μία ακόμη ένδειξη ότι ήταν ιερό αρχαιότερο του ομωνύμου ιερού της Βοιωτίας. όπου η συλλατρεία του Χάροπος Ηρακλή δείχνει μία τάση μετατροπής του αυστηρού θεού σε ολυμπιακής , μειλίχιας υπόστασης θεότητα.
Λαφύστιος επίσης ήταν και επωνυμία του θεού Διόνυσου στη Βοιωτία με την οποία ο Διόνυσος λατρευόταν στο βουνό Λαφύστιο. Ο Λυκόφρονας ονόμαζε τις Βάκχες «Λαφύστιες γυναίκες.»

17. Η λατρεία του Ασκληπιού, του Ποσειδώνα
και της Ενυώς
Στις πρόσφατες ανασκαφές του χώρου των Φθιωτίδων Θηβών και του αρχαίου θεάτρου της πόλης βεβαιώθηκε ακόμη η παρουσία ναού ενός άλλου θεού, του Ασκληπιού, για τον οποίο δεν υπήρχαν από προηγούμενες αρχαιολογικές έρευνες σαφείς αποδείξεις και μαρτυρίες. Αποδεικνύεται έτσι η λατρεία και του θεού αυτού από τους κατοίκους της περιοχής αυτής.
Αλλά και ο Ποσειδώνας δεν ήταν δυνατό να μη λατρεύεται σε μια περιοχή από την οποία ξεκίνησε η πρώτη ελληνική ναυτική εκστρατεία, πολύ πριν από την Αργοναυτική, αναμνήσεις της οποίας ασφαλώς απηχούν οι τοπικοί μύθοι του Φρίξου και της Έλλης. Ο άγγλος περιηγητής Ληκ, όπως μας βεβαιώνει ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, κουβάλησε από το χώρο των Φθιωτίδων Θηβών στην μακρινή πατρίδα του, και την εναπόθεσε στο Μουσείο του Λονδίνου, μια επιγραφή αφιερωμένη στον θεό της θάλασσας:
ΦΙΛΟΜΒΡΟΤΟΣ ΑΦΘΟΝΗΤΟΣ ΔΕΙΝΟΜΑΧΟΥ, ΠΟΣΕΙΔΩΝΙ
Ήταν μία σηκόμορφος στήλη, τετράγωνη, χωρίς αέτωμα. Στο μέσο της στήλης παριστάνονταν δύο γυναικείες πλεξούδες μαλλιών. Βρέθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα και δημοσιεύθηκε από τον Millingen και τον Όθωνα Kern στο Inscriptiones Graecae, τόμ. IX, Berlin 1908. Eίναι του Δ΄- Γ΄ αιώνα.
Είναι άγνωστο γιατί δύο άντρες, ο Φιλόμβροτος και ο Αφθόνητος, αφιέρωσαν στον Ποσειδώνα, ένα καθαρά γυναικείο αφιέρωμα, δύο γυναικείες πλεξούδες.
Την λατρεία του θεού Ποσειδώνα στην ίδια περιοχή αποδεικνύει και η ονομασία του ακρωτηρίου «Ποσείδαιον» στην ανατολική πλευρά του μικρού κολπίσκου του Πτελεού στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου. Σε μία «αρχαιολογική εκδρομή», όπως ονόμαζαν τα μέλη της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού την εποχή εκείνη αυτό που σήμερα οι αρχαιολόγοι ονομάζουν «αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα», στο χώρο του «Ποσειδαίου» ακρωτηρίου, διαπιστώθηκαν από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, μέσα σε μία σπηλιά, ίχνη αρχαιοελληνικής λατρείας.
Το ακρωτήριο Ποσείδαιον, σύμφωνα με τον Στέφανο Κομμητά, είχε και το όνομα Αφέται γιατί απ’ εκεί ξεκίνησαν οι Αργοναύτες: «᾿ Ακρωτήρια (της Φθιώτιδας): Αἱ ᾿ Αφέται ἤ τὸ Ποσείδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι κοινὸν καὶ εἰς τοὺς δύο κόλπους, τον τε Μαλιέα, καὶ τὸν Παγασητικὸν΄ ὠνομάσθη δὲ ᾿ Αφέται, ἐπειδή ἐντεῦθεν ἀπέπλευσαν οἱ ᾿ Αργοναῦται.»
Η πληροφορία αυτή του Κομμητά, σύμφωνα με την οποία ο απόπλους των Αργοναυτών ήταν το ακρωτήριον Ποσείδαιον, από όσα προσωπικά γνωρίζω, δεν έχει ερευνηθεί. Ο ίδιος συγγραφέας ωστόσο στο βιβλίο του Ελληνική Μυθολογία γράφει για το θέμα αυτό «῎ Αραντες οὖν ἐκ τῆς ᾿ Ιωλκοῦ τοῦ νῦν Βώλου, ἦλθον εἰς τὰς ᾿ Αφέτας. Καὶ ἐντεῦθεν ἦλθον εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ Χείρωνος, ὃςτις τότε ἀνέτρεφε τὸν ᾿ Αχιλλέα.» Επιμένει όμως ότι οι Αφέτες είναι ακρωτήριο της Θεσσαλίας.
Ο Ηρόδοτος περιγράφοντας την εκστρατεία του Ξέρξη λέει στο σημείο όπου παρουσιάζει το στρατό του Ξέρξη να παρακάμπτει το Αρτεμήσιο: «κάμψαντες δὲ τὴν ἄκρην τῆς Μαγνησίης ἰθέαν ἔπλωον ἐς τὸν κόλπον. . . ἐντεῦθεν γὰρ ἔμελλον ὑδρευσάμενοι ἐς τὸ πέλαγος ἀπήσειν, ἐπὶ τούτῳ δὲ τῷ χώρῳ οὔνομα γέγονε Ἀφεταί.»
Στην περιοχή Αλμυρού λατρευόταν ακόμη η πολεμική θεά Ενυώ. Ήταν μία πολύ παλαιά θεά του πολέμου, αφού αναφέρεται άλλοτε ως μητέρα και άλλοτε ως τροφός του θεού Άρη. Οι γονείς εξάλλου των Ολυμπίων θεοτήτων χαρακτηρίζονται συνήθως «πρότεροι θεοί». Σε μία στήλη των Παγασών βρέθηκε ένα θαυμάσιο επιτάφιο ποίημα σε δακτυλικούς πενταμέτρους και εξαμέτρους. Είναι αφιερωμένο σε κάποιον που έπεσε ηρωικά στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών. Είναι ο Αντιγένης, γιος του Σωτίμου και της Σωσώς, τον οποίο, όπως λέει το επίγραμμα, η θεά Ενυώ του γέμισε την ψυχή με ορμή:
«᾿Αντιγένης Σωτίμου
Εἰς Μακάρων Νήσους με κατήγαγεν ἀγχόθι Μίνως,
θερμὰ κατ’ ἐνκεφάλου τραύματα δεξάμενον
καὶ δέμας ἐκ καμάκων πεπαλαγμένον, ἁνίκ’ ᾿Ενυώ
πεζὸν ἀπ᾿ Αἰτωλῶν ἀμφορόθυνεν ῎ Αρη
᾿Αντιγένη’ Μάγνης δὲ δόμος καὶ πατρὸς ἔπολβος
ἡ Δημητριέων οὔ με κατῳκτίσατο,
υἱὸν Σωτίμου τὸν γνήσιον’ οὐδὲ με Σωσὼ
μήτηρ’ οὐ γὰρ ἔβην θῆλυς ἐπ᾿ ἀντιπάλους’
ἀλλὰ τὸν ἡβητὴν σῴζων λόχον – ἳστορα τῶνδε – ,
Ζῆνα καὶ ὁπλίτην αὐλὸν ᾿ Ενυαλίου,
καὶ τὸν ᾿Αλεξάνδρου χθόνιον τάφον, οὗ μέγα θάρσος,
ῥυόμενος, Θήβης ἀμφεκάλυψα κόνιν.»
Δηλαδή: «(Ενθάδε κείται) ο Αντιγένης, γιος του Σωτίμου. Στα Νησιά των Μακάρων μ’ έστειλε προ ολίγου ο Μίνωας, αφού πήρα στο κεφάλι μου θανατηφόρα τραύματα, και όλο το σώμα μου είχα τρυπημένο από τα βέλη τη στιγμή εκείνη που η θεά του πολέμου Ενυώ στη πεζομαχία κατά των Αιτωλών με γέμισε από ορμή εμένα τον φιλοπόλεμο Αντιγένη. Η δε οικογένειά μου, η παλαιά μεταξύ των Μαγνήτων, και η ευτυχισμένη πατρίδα μου, η πόλη της Δημητριάδας, δεν με έκλαψε εκεί, μένα τον γνήσιο γιο του Σωτίμου’ ούτε η μητέρα μου η Σωσώ με περιποιήθηκε ως νεκρό σε ειρήνη’ διότι πήγα στον πόλεμο όχι με γυναικεία ψυχή, για να σώσω τη ζωή μου αλλά ενώ έσωζα τον λόχο των συνομιλήκων μου – αυτός ξέρει καλά όσα λέω εδώ – , και ενώ μαχόμουν για το πατρικό μου ιερό του Ακραίου Δία, για την πολεμική σάλπιγγα του οπλίτη, και ενώ υπεράσπιζα τη μακαρία μνήμη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που είχε μεγάλο θάρρος, όπως ξέρουμε, σκέπασα με το σώμα μου το χώμα της Θήβας». (δηλ. των Φθιωτίδων Θηβών)
Ωστόσο, αφού αναφερόμαστε συνεχώς στο χώρο όπου λατρεύτηκαν οι «πρότεροι θεοί» για πολύ περισσότερα χρόνια από όσα σε άλλες περιοχές, θα πρέπει να θυμίσουμε ότι Ενυώ λεγόταν και μία από τις «Γραίες» που γέννησε η Κητώ με τον Φόρκυ:
«Φόρκυϊ δ᾿ αὖ Κητὼ γραίας τέκε καλλιπαρῄους
ἐκ γενετῆς πολιάς, τὰς δὴ Γραίας καλέουσι
ἀθάνατοί τε θεοὶ χαμαὶ ἐρχόμενοί τ᾿ ἄνθρωποι,
Πεμφρηδώ τ᾿ ἐύπεπλον Ἐνυώ τε κροκόπεπλον.»
Στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών θα μπορούσαν ασφαλώς να είχαν ευρεθεί και άλλα πολλά σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της περιοχής, αν οι ανασκαφές είχαν γίνει πολύ νωρίτερα. Έχουν χαθεί πολλά μνημεία.
Η Φιλάρχαιος Εταιρεία Αλμυρού «Όθρυς» από πολύ νωρίς, λίγο πριν και μετά το 1896, είχε επισημάνει την σημαντικότητα από αρχαιολογική άποψη της περιοχής αλλά δυστυχώς, την εποχή εκείνη, η ίδια δεν είχε την δυνατότητα συστηματικών ανασκαφών και αρχαιολογικών ερευνών. Οι (Φθιωτικές) Θήβες ήταν μια πολύ σημαντική πόλη. Ήταν σύμφωνα με μία επιγραφή, η οποία πρόσφατα βρέθηκε, έστω και αν αναφέρεται σε νεότερα χρόνια, «Η λαμπροτάτη Θηβαίων πόλις».

18. Η λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης
Η Δήμητρα ήταν θεά της γεωργίας. Οι αρχαίοι Έλληνες μάλιστα ταύτιζαν τη θεά Δήμητρα με τη γη, τη Γαία. Μας το βεβαιώνει ο Διόδωρος Σικελιώτης : «διὰ τὸ τοὺς ἀνθρώπους τὴν γῆν Δήμητραν νομίζειν. . .καθόλου γὰρ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ποιητῶν καὶ μυθογράφων τὴν Δήμητραν γῆν μητέρα προσαγορεύεσθαι».
Φυσικό ήταν σε μια περιοχή πάντοτε γεωργική, όπως ήταν η Αχαΐα Φθιώτιδα, η Δήμητρα να λατρευόταν με ιδιαίτερες τιμές. Μια επιγραφή, που βρέθηκε στο Καραμπάσι, το ερημωμένο σήμερα χωριό μεταξύ Νέας Αγχιάλου και του Αεροδρομίου της, και μεταφέρθηκε στο Μουσείο Αλμυρού, φανερώνει την λατρεία της θεάς Δήμητρας, με την απλή και ανώνυμη αφιέρωση:
ΔΑΜΑΤΡΙ ΚΑΙ ΚΟΡΑ.
Είναι αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα και στην Περσεφόνη, την κόρη της.
Εξάλλου είναι γνωστό ότι στην Πύρασο, πόλη που έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με τον Πρωτεσίλαο, υπήρχε και το ξακουστό ιερό της θεάς το «Δημήτριον». Μας το μαρτυρούν οι αρχαίοι συγγραφείς: «ἦν παράλιος καὶ εὐλίμενος, ἔχουσα Δήμητρος ἄλσος καὶ ἱερὸν ἅγιον Δημήτριον καλούμενον.»
Αλλά και η παράσταση της θεάς Δήμητρας στην μία όψη των νομισμάτων των Φθιωτίδων Θηβών – ενώ στην άλλη παριστάνεται ο Πρωτεσίλαος ξεκινώντας για τον Τρωικό Πόλεμο κρατώντας την πρώρα του πλοίου – αποδεικνύει τη λατρεία της θεάς Δήμητρας.
Και ένα θαυμάσιο ανάγλυφο του Μουσείου Αλμυρού, προερχόμενο από τα μέρη της αρχαίας Πυράσου, φυλαγμένο σ’ αυτό με τη φροντίδα της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς», παρίστανε γυναίκα που στο κεφάλι της είχε στεφάνι από στάχυα και στο δεξιό χέρι κρατούσε δρεπάνι. Ασφαλώς πρόκειται για απεικόνιση της θεάς Δήμητρας, της θεάς της γεωργίας.
Για την θεά Περσεφόνη, ως γυναίκα του θεού του Άδη Πλούτωνα και επομένως ως θεά και αυτή του Κάτω Κόσμου, γίνεται αναφορά σε μία επιτύμβια επιγραφή που βρέθηκε στις Φερές. Η θεά μνημονεύεται ως Φερσεφόνη, που είναι μια άλλη μορφή του ονόματός της.
Ο Πύρρος, ο γιος του Αγασικλή, πέθανε πολύ μικρός. Ήταν παιδί ακόμα. Ήταν πολύ αγαθός επομένως. Αν ήταν δυνατόν οι αγαθοί να επανέρχονται στη ζωή, ο Πύρρος σίγουρα θα ερχόταν και πάλι στο φως. Έτσι λέει ένα πολύ όμορφο επίγραμμα:
«Σωφροσύνης ἀρετῆς μνημεῖον τοῦτ᾿ ἀνάκειται.
Πύρρῳ ᾿Αγασικλεῖος, παιδὶ καταφθιμένῳ.
εἰ δ᾿ ἦν τοὺς ἀγαθοὺς ἀνάγειν, πάλιν ἦλθεν ἄν εἰς φῶς
ἐκπρολιπὼν ἀδύτους Φερσεφόνης θαλάμους.»
Δηλαδή: «Αυτό το μνημείο για την αρετή της σωφροσύνης αφιερώνεται στον Πύρρο τού Αγασικλή, στο παιδί που καταφθάρθηκε. Αν όμως ήταν δυνατό το ξανανέβασμα στους εναρέτους, πάλι θα είχε έρθει στο φως εγκαταλείποντας τους απρόσιτους θαλάμους της Περσεφόνης.»

Ας δούμε όμως μερικές ακόμη επιτάφιες επιγραφές.
Οι επιγραφές αυτές δεν μνημονεύουν ονόματα θεών. Εκφράζουν μόνο τον βαθύ πόνο των ανθρώπων που μένουν πίσω για εκείνους που αφήνουν αυτόν τον κόσμο. Εκφράζεται έτσι η αγάπη, ο πόνος και η λατρεία των ανθρώπων για τους νεκρούς τους.
Η Πωτάλα ήταν μια πολύ νεαρή γυναίκα. Πέθανε πάνω στον τοκετό με φρικτούς πόνους, χωρίς να φέρει στον κόσμο το παιδί της. Έτσι, σύμφωνα με τον επιγραφοποιό, πέθανε χωρίς να είναι ούτε γυναίκα – με την έννοια της μητέρας – ούτε κόρη και άφησε μεγάλη λύπη στον πατέρα της και τη μητέρα της:
« ῎Ωλεο δὴ στυγερῷ θανάτῳ προλιποῦσα τοκῆας
Πωτάλα ἐγ γαστρὸς κυμοτόκοις ὀδύναις’
οὔτε γυνὴ πάμπαν κεκλημένη οὔτε τι κούρη
πένθος πατρὶ λίπες μητρὶ τε τῇ μελέᾳ.»
Σε μετάφραση το θαυμάσιο αυτό κείμενο λέει:
«Χάθηκες λοιπόν από φρικτό θάνατο εγκαταλείποντας τους γονείς σου,
Πωτάλα, μες στους σπαραχτικούς πόνους της γαστέρας σου’
χωρίς ούτε σε όλα γυναίκα να λέγεσαι ακόμα ούτε πια κόρη
πένθος στον πατέρα σου άφησες και στη μητέρα σου την αξιολύπητη.»
Πολύ νέος ήταν επίσης και ο Διογένης, ο γιος του Ηρακλείδη. Δεν είχε κλείσει ακόμη τα είκοσί του χρόνια. Του έλειπαν έξι μήνες. Ήταν Μακεδόνας και άγνωστο για ποιο λόγο βρέθηκε, πέθανε και θάφτηκε στα μέρη ετούτα αφήνοντας μεγάλη και αβάστακτη λύπη στους γονείς του που βασανίζονταν από τα γεράματα. Αλλά – τι να γίνει – δεν είναι μπορετό στους θνητούς να αποφύγουν την τύχη τους και το θέλημα των θεών, γράφει, δεχόμενος, την ανθρώπινη μοίρα ο επιγραφοποιός:
« Διογένης ῾Ηρακλείδου, Μακεδών.
῏ Η ρα ποθεινὸς πᾶσιν ἔβης, δόμον ῎Αϊδος οὔπω
εἴκοσ᾿ ἐτῶν μῆνας δ᾿ ἕξ ἔτι λειπόμενος
Διόγενες, πένθος δὲ λιγρὸν στύγιόν τε γονεῦσιν
κάλλιπες, ἀϊδιον γήραϊ τειρομένοις.
᾿ Αλλ᾿ οὐκ ἔστι τύχην προσφυγεῖν καὶ δαίμονα θνητοῖς
οὐδὲ παρώσασθαι μόρσιμον ἦν τὸ χρεών.»
Ας χαρούμε σε μια ωραία μετάφραση το όμορφο αυτό επίγραμμα:
«Ο Διογένης τού Ηρακλείδη, Μακεδόνας.
Αληθινά αγαπητός σε όλους πήγες, στο σπίτι τού Άδη όχι ακόμα
είκοσι χρονών, αφού σου λείπουν έξι μήνες,
Διογένη, και πένθος φοβερό και φρικτό στους γονείς σου
άφησες, παντοτινό στα γερατειά τους τα βασανισμένα.
Αλλά δεν είναι δυνατό στους θνητούς την τύχη να διαφύγουν
και τον κακό τους δαίμονα
κι ούτε είναι πεπρωμένο να παραμερίσουν την αφεύγατη ανάγκη »
Ένα άλλο επίγραμμα, που βρέθηκε σε τάφο της περιοχής Αλμυρού έγραφε:
«Τὸν μετ᾿ εὐλαβείας ζήσαντα καλῶς ᾿Αγέλαον
τύμβος ἔχει κατὰ γῆς τέρμα λαχόντα βίου
μνήμης δ᾿ ἡ λίθος εἰμὶ φέρουσα τὰ γράμματα ταῦτα
σπουδῆς τ᾿ εὐνοίας κ῀ῦδος ἐνεγκαμένῳ.»
Από την περιοχή των Φαρσάλων προέρχεται μία άλλη επιγραφή, γεμάτη οδύνη για την απώλεια αγαπημένων προσώπων :
«Μνᾶμα τό῾δ᾿΄ ἁ μάτερ Διοκλέᾳ ἔστασ᾿ ᾿ Εχαναϊς
᾿πολλὰ γο῾όσα ὅτ᾿ ἀνδρὸς ὄλετο ὤν ἀγαθός.
– -ὁλεα τεὸς ἀδελφεός ἔσστα Γελόὀ;῾ς
πᾶς δὲ κἁτοικτίρας ἄνδρα ἀγαθὸν παρίτο»
Κοντά στο μοναστήρι της Αντινίτσας είχε βρεθεί από τα μέλη της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού τάφος με μία πολύ ωραία επιτάφια επιγραφή. Ήταν ο τάφος κάποιου νέου, του Δερξία από τη Σπάρτη, που τον λήστεψαν και τον σκότωσαν ληστές. Ο πατέρας του νέου είχε στήσει στον τόπο του φόνου, κάπου στο δρόμο μεταξύ Μελιταίας και Λαμίας μνημείο με τούτο το υπέροχο επίγραμμα
«Εἰπὲ, ποτὲ Φθίαν εὐάμπελον ἣν ποθ᾿ ἵκηαι
καὶ πόλιν ἀρχαίαν, ὦ ξένε, Θαυμακίαν,
ὡς δρυμὸν Μαλεαῖον ἀναστείβων ποτ᾿ ἔρημον
εἶδες Λάμπωνος τόνδ᾿ ἐπὶ παιδὶ τάφον
Δερξία, ὃν ποτε μοῦνον ἔλον δόλῳ οὐδ᾿ ἀναφανδὸν
κλῶπές ἐπὶ Σπάρτην δίαν ἐπειγόμενον.»
Δηλ.: Κατά τη Φθία με τα ωραία αμπέλια αν ίσως πας,
και στη Θαυμακία, την αρχαία πολιτεία, να πεις, ω ξένε,
ότι περνώντας κάποτε το έρημο δάσος του Μαλέα
είδες τούτο το μνήμα που έστησε ο Λάμπωνας για το παιδί του
τον Δερξία, που το σκότωσαν με πονηριά κι όχι παλικαρίσια
ληστές καθώς μοναχός του βιαζόταν να φτάσει στη θεϊκιά τη Σπάρτη.
Στον αυχένα του βουνού από τον οποίο περνά ο δρόμος από τη Σούρπη προς το επίνειο του χωριού, τις Νηές, βρίσκονται μέχρι σήμερα ερείπια του ναού της Αγίας Τριάδας. Εκεί βρέθηκαν και λείψανα κιόνων αρχαίου ναού, που μάλλον ανήκε στη θεά Δήμητρα. Κατά μία άποψη ίσως δεν πρέπει να θεωρηθεί άσχετο το γεγονός ότι ο σημερινός χριστιανικός ναός της Αγίας Τριάδας, που χτίστηκε στη θέση του αρχαίου ελληνικού ναού γιορτάζει στην περίοδο της συγκομιδής των δημητριακών, των προϊόντων δηλαδή εκείνων ακριβώς που προστάτευε η θεά Δήμητρα.
Εξάλλου η παλαιότερη μαρτυρία που υπάρχει για τη λατρεία της Δήμητρας στη Θεσσαλία είναι αυτή που περιέχεται στο Β΄ της Ιλιάδας όπου γίνεται αναφορά στο βασίλειο του Πρωτεσίλαου του βασιλιά της Φυλάκης.
Στην αρχαία Άλο η θεά Δήμητρα λατρευόταν και με την προσωνυμία «Μεγάλαρτος» Ήταν η θεά που βοηθούσε τους ανθρώπους να έχουν καλές σοδειές κι έτσι να μπορούν να κάνουν μεγάλους άρτους. Μία επιγραφή των Φερών αναφέρει επίσης τη Δήμητρα με την προσωνυμία «Μεγάλαρτος». Στην Άλο και στην Πύρασο είχαν αφιερώσει ένα μήνα του ημερολογίου τους, τον Μεγαλάρτιο, στη Μεγάλαρτο Δήμητρα. Πρέπει δε να γινόταν και ειδική γιορτή, τα Μεγαλάρτια, στο μήνα αυτό.

19. Η λατρεία του Διόνυσου
Στη Φυλάκη της Αχαΐας Φθιώτιδας, λίγο έξω από το σημερινό ομώνυμο χωριό της επαρχίας Αλμυρού, γινόταν ειδική γιορτή για την λατρεία της θεάς Δήμητρας με το τοπικό συνοδευτικό λατρευτικό της επίθετο «Φυλάκα». Σύμφωνα μάλιστα με μία άποψη η πόλη Φυλάκη οφείλει το όνομά της σ’ αυτήν ακριβώς τη θεά, την «Δήμητρα Φυλάκα».
Υπήρχε λοιπόν στη Φυλάκη λατρεία της «Δήμητρας Φυλάκας» Οι ιέρειες μάλιστα της τοπικής αυτής Δήμητρας, υπηρετούσαν παράλληλα και το θεό Διόνυσο με την ιδιαίτερη λατρευτική επωνυμία «Κάρπιος». Μία επιγραφή βεβαιώνει τα παραπάνω :
«Δήμητρι Φυλάκᾳ καὶ Διονύσῳ καρπίῳ ᾿Ολυμπία Μένωνος κατὰ θυγατροποιίαν δ’ ᾿Ολυμπίχου καὶ Μενίππου Σεβαστήα ἱηρατεύσασα. ».
Το γεγονός αυτό της συλλατρείας και της προσφοράς της απαραίτητης για τη λατρεία υπηρεσίας, σε δύο διαφορετικές θεότητες, της Δήμητρας και του Διόνυσου, πρέπει να συναντάται, από όσο γνωρίζω, και σε άλλα μέρη της Ελλάδας εκτός της Θεσσαλίας. Στη Λάρισα βρέθηκαν επίσης τέτοιες επιγραφές που μαρτυρούν τη λατρεία της Φυλάκας Δήμητρας και του Κάρπιου Διόνυσου. Ωστόσο στον Ύμνο του Ορφέα στην Ελευσίνια Δήμητρα αναφέρεται συλλατρεία της Δήμητρας και του Βρομίου (Διόνυσου).
Υπάρχουν βεβαίως συλλατρείες και άλλων θεών σε ιερά. Μαζί με τον κυρίως θεό στον οποίο ήταν αφιερωμένο το ιερό λατρεύονταν και άλλοι θεοί. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι πάρεδροι θεοί. Έτσι στο ναό της Ενοδίας θεάς στις Φερές συλλατρευόταν ως πάρεδρος θεός και ο Θαύλιος Ζεύς, παρ” όλο που υπήρχε και διαίτερος ναός αφιερωμένος στον ίδιο. Αυτοί οι ναοί ή τα ιερά ήταν αυτό που σήμερα ονομάζουμε δισυπόστατους (ή και τρισυπόστατους) ναούς
Μία εξήγηση που θα μπορούσε ίσως να δοθεί στη συλλατρεία της Δήμητρας και του Διόνυσου είναι το ότι, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, ο Διόνυσος ήταν γιος της Δήμητρας. Ίσως ο μύθος αυτός να ήταν τοπικός της Αχαΐας Φθιώτιδας. Έτσι μητέρα και γιος συλλατρεύονταν και συνυπηρετούνταν από τις ίδιες ιέρειες και πιθανότατα στον ίδιο ναό.
Μία άλλη πιθανή ερμηνεία του φαινομένου αυτού ίσως θα μπορούσε ν’ αναζητηθεί στο γεγονός ότι η συλλατρεία αυτή της Δήμητρας γινόταν με τον «Κάρπιο Διόνυσο», επειδή ειδικά ο Διόνυσος ο Κάρπιος θεωρούνταν προστάτης του αμπελιού, θεός που κατ’ επέκταση προστάτευε τη βλάστηση και την ανάπτυξη, όπως και η Δήμητρα.
Μία άλλη ερμηνεία του γεγονότος, ίσως περισσότερο πιθανή από την προηγούμενη, μπορεί ν’ αναζητηθεί σε τοπικές λατρευτικές ιδιαιτερότητες της Φυλάκης. Στη Φυλάκη λατρευόταν ιδιαίτερα, όπως αναφέρθηκε, ο Πρωτεσίλαος, που θεωρούνταν μάλιστα και προστάτης της αμπελοκαλλιέργειας.
Κατά τον «Ηρωικό» του Φιλόστρατου, της σχολής της «Δεύτερης Σοφιστικής», η οποία άκμασε στα λεγόμενα αυτοκρατορικά χρόνια, ο Πρωτεσίλαος, σύμφωνα με κάποιο θέλημα των θεών, είχε ανέβει, παρά το θάνατό του που έγινε στην Τροία, και πάλι στον Επάνω Κόσμο. Τρεις με τέσσερις φορές το μήνα παρουσιαζόταν και κουβέντιαζε με έναν αμπελουργό, ο οποίος είχε το αμπέλι του κοντά στον τάφο του ήρωα της Φυλάκης, στη Θρακική χερσόνησο, και του έδινε συμβουλές.
Ο Διόνυσος ο Κάρπιος είναι δυνατό να είναι και μία άλλη μορφή, προγενέστερη ή μεταγενέστερη, του «θεού» Πρωτεσίλαου. Μπορεί και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε τόσες άλλες που είδαμε να συμβαίνουν με άλλες τοπικές θεότητες, να έχει γίνει απορρόφηση της μιας θεότητας από την άλλη. Είναι δυνατόν δηλαδή ο Πρωτεσίλαος, ως μία άλλη προολυμπιακή θεότητα, ν’ απορροφήθηκε εντελώς από τον Διόνυσο και στη θεοκρασία αυτή να εξαφανίστηκε και αυτό ακόμη το όνομά του, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί εντελώς να έχει συμβεί και το αντίθετο, ο Διόνυσος ο Κάρπιος να χάθηκε μέσα στον Πρωτεσίλαο. Πρέπει να θεωρηθεί και αυτό ένα φαινόμενο θεοκρασίας του οποίου οι λεπτομέρειες δύσκολα γίνονται αντιληπτές και κατανοητές στην σημερινή εποχή. Οι λόγοι αυτής της λησμονιάς σε τόσους και τόσους τοπικούς μύθους έπαιξαν και στην περίπτωση αυτή το ρόλο τους.
Σύμφωνα ακόμη με τον ομηρικό ύμνο τον αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα, η θεά λατρευόταν και στην πόλη Αντρώνα της Αχαΐας Φθιώτιδας, που ανήκε και αυτή στο βασίλειο του Πρωτεσίλαου και βρισκόταν στη θέση «Φανός» της κοινότητας Γλύφας του Νομού Φθιώτιδας. Στην Αντρώνα η θεά Δήμητρα πιθανόν να λατρευόταν και στα σπήλαια που ακόμη και σήμερα βρίσκονται στη βραχώδη ακτή κάτω από τη θέση της πόλης Αντρώνας της οποίας το νεκροταφείο ανασκάφηκε πρόσφατα από την αρχαιολόγο της ΙΔ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κ. Μαρία – Φωτεινή Παπακωνσταντίνου.
Στην ίδια περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας λατρευόταν από πολύ παλιά ο Διόνυσος, χωρίς να είναι γνωστή κάποια ιδιαίτερη προσωνυμία του. Απόδειξη είναι ότι στην Άλο, για να τιμούν το θεό Διόνυσο, είχαν δώσει το όνομά του σ’ ένα μήνα του ημερολογίου τους. Είχαν μήνα που είχε το όνομα Διονύσιος.
Όπως είναι γνωστό ακόμη, σύμφωνα με μια εκδοχή για το θεό Διόνυσο, που ακουγόταν και γινόταν πιστευτή στη Θεσσαλία, ο Διόνυσος είχε ανατραφεί από τους βασιλείς της Άλου, τον Αθάμαντα και την δεύτερη γυναίκα του την Ινώ, την αδερφή της Σεμέλης. Ήταν ένας σπουδαίος λόγος να τον θεωρούν δικό τους θεό και να τον λατρεύουν με ιδιαίτερες τιμές.
Σε μία επιγραφή που βρέθηκε στο Καραμπάσι, κοντά στη Νέα Αγχίαλο, αναφέρεται αφιέρωμα του Αρίστωνα, γιου του Πρωταγόρα, στο θεό Διόνυσο . Την εντοπίσαμε καταχωρημένη μαζί με άλλες τρεις επιγραφές στα χειρόγραφα κατάλοιπα του Νικολάου Γιαννόπουλου με τίτλο Inscriptions De Thessalie (Magnesie):
ΑΡΙΣΤΩΝ
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ
ΔΙΟΝΥΣΩ
ΔΩΡΟΝ
Όταν η Ήρα, χολωμένη εναντίον του Αθάμαντα και της γυναίκας του Ινώς, γιατί δέχτηκαν ν’ αναθρέψουν τον Διόνυσο, τον νόθο γιο του συζύγου της, τους έριξε τη μανία να ριχτούν στη θάλασσα, ο Δίας έσπευσε και γλίτωσε το γιο του Διόνυσο μεταμορφώνοντάς τον σε κατσίκι και μεταφέροντάς με τη βοήθεια του Ερμή στο βουνό Νύσσα. Η πολύ αγαπητή στον απλό λαό λατρεία του Διόνυσου οδήγησε πολλούς να διεκδικήσουν την ύπαρξη της Νύσσας στη χώρα τους. Έτσι βουνό με το όνομα Νύσσα αναφερόταν σε πολλά μέρη: Μικρά Ασία, Βοιωτία, Θεσσαλία, Παρνασό, Μακεδονία, Θράκη, Εύβοια, Νάξο, Λιβύη, Αίγυπτο, Αιθιοπία, Καρία, Λυδία, Κιλικία, Αραβία, Σκυθία και Ινδία.
Ο θεός Διόνυσος, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, μην αντέχοντας να βρίσκεται η μητέρα του, η Σεμέλη, στον Άδη κατέβηκε, σ’ αυτόν και την έφερε πάλι στον Επάνω Κόσμο. Έτσι η Σεμέλη έζησε και πάλι αλλά με νέο τώρα όνομα. Τώρα λεγόταν Θυώνη.
Στη Μυθολογία υπάρχουν και άλλες αναφορές για την παρουσία και τις δραστηριότητες του θεού Διόνυσου στη Θεσσαλία.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Διόδωρο Σικελιώτη ο Βούτης και ο Λυκούργος ήταν γιοι του Βορέα. Ο Βούτης, που ήταν νεότερος, αλλά όχι ομομήτριος, αδερφός του Λυκούργου, ήρθε σε προστριβές μαζί του και αναγκάστηκε, λέει ο μύθος (επομένως και η σε όποιο βαθμό κρυμμένη σ’ αυτόν τον μύθο ιστορία), να φύγει μαζί με τους οπαδούς του και, έπειτα από ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες, να έρθει στο νησί Στρογγύλη, που δεν είναι άλλο παρά το νησί Νάξος σε μία παλαιότατη ονομασία της. «Αὕτη γὰρ ἡ νῆσος τὸ μὲν πρῶτον προσηγορεύετο Στρογγύλη» λέγεται για την Νάξο.
Ο Βούτης κατάκτησε την Στρογγύλη και εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν. Από τη Στρογγύλη ο Βούτης ξεκινούσε και λήστευε όσους περνούσαν από εκεί. Επειδή όμως στη Στρογγύλη δεν υπήρχαν αρκετές γυναίκες για όλους τους εποίκους και επειδή όλα τα γειτονικά νησιά ήταν σχεδόν ακατοίκητα, ο Βούτης και όσοι τον συνόδευαν σ’ αυτές του τις αποστολές, έφτασαν, προκειμένου να βρουν γυναίκες, μέχρι την Εύβοια. Αποκρούστηκαν όμως από τους κατοίκους του νησιού και έτσι έφτασαν, με τον ίδιο πάντοτε σκοπό και αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλία. Εξάλλου η Θεσσαλία ήταν «καλλιγύναικα». Έφτασαν, λέει ο μύθος, και αποβιβάστηκαν στο όρος Δρίος της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Εμείς, ερμηνεύοντας τον μύθο και αξιολογώντας τα γεωγραφικά δεδομένα, λέμε ότι αποβιβάστηκαν στην ευρύτερη περιοχή Αλμυρού, δηλαδή στην περιοχή όπου κυριαρχεί το βουνό Όθρη. Και το ισχυριζόμαστε αυτό επειδή ο Διόδωρος Σικελιώτης μιλάει σαφώς για κάποιο βουνό Δρίος της Αχαΐας Φθιώτιδας. Επειδή όμως στην Αχαΐα Φθιώτιδα το μοναδικό βουνό είναι η Όθρη, εύκολα συμπεραίνεται ότι το βουνό Δρίος είναι ασφαλώς η Όθρη ή μάλλον κάποια κορυφή ή κάποια παραφυάδα της Όθρης.
Κατά την εκτίμησή μας το παρακλάδι αυτό της Όθρης, το όρος Δρίος δηλαδή της Αχαΐας Φθιώτιδας, που αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης, πρέπει να αναζητηθεί στο Τραγοβούνι ή Τραχοβούνι, την παραφυάδα της Όθρης που αποτελεί το σύνορο των νομών Μαγνησίας και Φθιώτιδας, που καταλήγει στο ακρωτήριο Ποσείδαιο, στο σημερινό ακρωτήριο Σταυρός. Είναι ακριβώς απέναντι από την Εύβοια, στη νότια πλευρά του οποίου βρισκόταν η πόλη του βασιλείου του Πρωτεσίλαου Αντρώνα.
Στις πλαγιές του ακρόβουνου αυτού της Όθρης βρέθηκε με πρόσφατες ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν Νυμφαίο ιερό όπου λατρεύονταν οι νύμφες και δεν αποκλείεται να αποτελούσε κέντρο όπου «οργίαζαν» όσες γυναίκες ακολουθούσαν τις επιταγές της Διονυσιακής λατρείας. Το μέρος όπου αποκαλύφθηκε το Νυμφαίο και οι πανέμορφες ηλιόλουστες ομαλές πλαγιές γύρω από αυτό, απομονωμένες και προφυλαγμένες από περίεργα και βέβηλα βλέμματα, συνηγορούν και ενισχύουν πολύ τη σκέψη αυτή.
Λέει ο Διόδωρος Σικελιώτης σχετικά:
«Τον Βούτην. . .ἐκπλεύσαντα, καὶ διὰ τῶν Κυκλάδων νήσων κομιζόμενον, κατασχεῖν τὴν Στογγύλην νῆσον, καὶ ἐν ταύτῃ κατοικοῦντα λῄζεσθαι πολλοὺς τῶν παραπλεόντων, σπανίζοντας δὲ γυναικῶν περιπλέοντας ἁρπάζειν ἀπὸ τῆς χώρας γυναῖκας, τῶν μὲν οὖν Κυκλάδων νήσων αἳ μὲν ὁλοσχερῶς ἔρημοι ὑπῆρχον, αἳ δ’ ὀλίγοις οἰκούμενα. Διόπερ πορρωτέρω πλευσάντων αὐτῶν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς Εὐβοίας ἀποκρουσθέντων τῇ δὲ Θετταλίᾳ προσενεχθέντων, οἱ περὶ τὸν Βούτην ἀποβάντες ἐπὶ τὴν χώραν περιέτυχον ταῖς Διονύσου τροφοῖς περὶ τὸ καλούμενον Δρίος τῷ θεῷ ὀργιαζούσαις ἐν τῇ Φθιώτιδι ᾿ Αχαΐα, ὁρμησάντων δὲ τῶν περὶ τὸν Βούτην, αἱ μὲν ῥίψασαι τὰ ἱερεῖα εἰς θάλατταν ἔφυγον, αἳ δ᾿ εἰς ὅρος τὸ καλούμενον Δρίος. . .Οἱ δ᾿ ἄλλοι Θρᾷκες ἑτέρας τινὰς γυναῖκας ἥρπασαν, ἐπιφανεστάτας δὲ τήν τε ᾿ Αλωέως γυναῖκα ᾿ Ιφιμέδειαν καὶ τὴν θυγατέρα αυτῆς Παγκράτιν».
Πάνω, λοιπόν στο βουνό έτυχε και έπεσαν σε μια μεγάλη ομάδα γυναικών. Ήταν όλες ακόλουθοι του θεού Διόνυσου, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν εκείνες που ο βασιλιάς Αθάμαντας τις χρησιμοποιούσε ως τροφούς του Διόνυσου όταν ο θεός αυτός, ύστερα από παραγγελία του πατέρα του Δία, μεγάλωνε στην αυλή του. Εκείνες τις ημέρες γιόρταζαν τα Διονυσιακά όργια. Ρίχτηκαν λοιπόν πάνω τους οι οπαδοί του Βούτη. Οι «οργιάζουσες» Μαινάδες, μπροστά στον κίνδυνο να πιαστούν αιχμάλωτες, άλλες πετώντας τα ιερά σύμβολα που κρατούσαν, έτρεξαν προς τα κάτω, προς τη θάλασσα, και άλλες προς τα πάνω, προς την κορφή του βουνού Δρίος.
Πιάστηκαν όμως αρκετές. Πιάστηκε και αναγκάστηκε να γίνει γυναίκα του Βούτη και η Κορωνίδα. Αυτή έφερε πολύ βαριά το πάθημά της αυτό και επικαλέστηκε την τιμωρία του βιαστή της από τον Διόνυσο ή από τον Απόλλωνα που ήταν και επίσημος ερωμένος της. Ο θεός άκουσε την προσευχή της και έβαλε μανία στον Βούτη. Έτσι ο Βούτης, έχοντας χάσει τα λογικά του, έπεσε σε ένα πηγάδι και πνίγηκε. Πιάστηκαν ακόμη και πολλές αρχόντισσες. Δυο τέτοιες γυναίκες, απ’ αυτές που άρπαξαν οι οπαδοί του Βούτη, ξακουστές αρχόντισσες, ήταν η Ιφιμέδεια, η γυναίκα του Αλωέα, και η Παγκράτιδα η κόρη της.
Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η απόβαση από τη θάλασσα των πειρατών του Βούτη για αρπαγή γυναικών δεν μπορεί να έγινε σε πολύ απομακρυσμένο από τη θάλασσα μέρος. Επομένως το βουνό Δρίος θα ήταν ένα παρακλάδι της Όθρης παραθαλάσσιο. Παραθαλάσσια παρακλάδια της Όθρης βρίσκονται όμως μόνο στην επαρχία Αλμυρού ή στον Μαλιακό κόλπο, δηλαδή στην κατεξοχή περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Οι οπαδοί του Βούτη, με όσες γυναίκες άρπαξαν, μπήκαν στα καράβια τους και γύρισαν στο νησί τους. Εκεί, επειδή ο βασιλιάς τους είχε χαθεί, έκαναν αρχηγό του νησιού τον Αγασσαμενό και του έδωσαν γυναίκα την πανέμορφη Παγκράτιδα.
Για να πάρουν λοιπόν πίσω τη μητέρα τους Ιφιμέδεια και την Παγκράτιδα στάλθηκαν από τον Αλωέα οι γιοι του, Ώτος και Εφιάλτης, στο νησί Στρογγύλη, αυτό που αργότερα ονομάστηκε Δία και αργότερα ακόμη Νάξος, όπως αναφέρουμε πιο πάνω: «῾Ο δ᾿ ᾿Αλωεὺς ἐπὶ ζήτησιν τῆς τε γυναικὸς καὶ τῆς θυγατρὸς ἐξέπεμψε τοὺς υἱοὺς ῏Ωτον καὶ ᾿Εφιάλτην οἳ πλεύσαντες εἰς τὴν Στρογγύλην μάχῃ τε ἐνίκησαν τοὺς Θρᾷκας καὶ τὴν πόλιν ἐξεπολιόρκησαν. Εἶτα ἡ μὲν Παγκράτις ἐτελεύτησεν, οἱ δὲ περὶ τὸν ῏Ωτον καὶ ᾿Εφιάλτην ἐπεβάλοντο κατοικεῖν ἐν τῇ νήσῳ καὶ ἄρχειν τῶν Θρᾳκῶν. Μετωνόμασαν δὲ καὶ τὴν νῆσον Δίαν. ῞Υστερον δὲ στασιάσαντες πρὸς ἀλλήλους καὶ μάχην συνάψαντες τῶν τε ἄλλων πολλοὺς ἀπέκτειναν καὶ ἀλλήλους ἀνεῖλον, καὶ ὑπὸ τῶν εγχωρίων εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ὡς ἥρωες ἐτιμήθησαν».
Λατρευόταν λοιπόν, όπως φαίνεται από τα παραπάνω ο Διόνυσος στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας και μάλιστα πάνω στην Όθρη γίνονταν και διονυσιακά όργια. Μία επιγραφή που βρέθηκε στις Φθιώτιδες Θήβες επιβεβαιώνει το γεγονός αφού είναι αφιερωμένη στον «Βάκχιο Διόνυσο»
Αλλά και το ότι ένας μήνας του μηνολογίου της Άλου λεγόταν Διονύσιος είναι ασφαλώς απόδειξη όχι μόνο της λατρείας του θεού στην πόλη αλλά και της σημαντικόπτητας της θέσης του στις λατρευτικές συνήθειες της Άλου.
Εξάλλου και μόνο το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον σχετικό μύθο, ο Διόνυσος ανατράφηκε στη πόλη Νύσσα της Αχαΐας Φθιώτιδας θα αρκούσε η λατρεία του να είναι πολύ διαδεδομένη στην περιοχή. Ένα μαρμάρινο σύμπλεγμα των ελληνιστικών χρόνων, το οποίο παριστάνει τον Διόνυσο αγκαλιασμένο με ένα Σάτυρο, που βρέθηκε στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών, είναι μία ακόμη ένδειξη της λατρείας του θεού στην Αχαΐα Φθιώτιδα.

20. Η λατρεία της Ενοδίας και της Εκάτης
Στην περιοχή Αλμυρού λατρευόταν και η θεά Ενοδία. Στις Φερές εντοπίστηκαν ίχνη ναού της Ενοδίας. Αλλά και στις Φθιώτιδες Θήβες βρέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία της λατρείας της. Τρεις αναθηματικές στήλες των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, οι οποίες βρέθηκαν στο νότιο νεκροταφείο της πόλης, επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω. Οι δύο είναι δημοσιευμένες και η μία αδημοσίευτη, από όσο γνωρίζω. Η Ενοδία ήταν προστάτιδα των δρόμων και των οδοιπόρων.
Οι λέξεις ενόδιος και ενοδία συχνά συναντώνται και ως λατρευτικά επίθετα άλλων θεών, όπως του Ερμή (Ενόδιος Ερμής), της Άρτεμης (Ενοδία Άρτεμη) αλλά και της Δήμητρας, της οποίας μερικές φορές συνοδευτικό λατρευτικό επίθετο είναι το οδία. Στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας η Ενοδία, ως αυθύπαρκτη θεϊκή οντότητα ίσως συλλατρευόταν με τον Θαύλιο Δία, που θεωρούνταν πάρεδρος θεός στο ναό της.
Ο Ησίοδος λέει ότι η Άρτεμη άρπαξε την Ιφιγένεια, πριν την θυσιάσουν στην Αυλίδα, και από τότε ήταν η Ιφιγένεια πλέον εκείνη που λατρευόταν ως Άρτεμη Ενοδία.
Πανάρχαια θεά ήταν και η Εκάτη. Αυτή, κατά μία μυθολογική εκδοχή, ήταν κόρη της Φεραίας και του Δία. Η Εκάτη, ωστόσο, θεωρείται, από πολλούς, θεά πολύ αρχαιότερη του Δία. Στη Γιγαντομαχία πολέμησε εναντίον των Γιγάντων στο πλευρό του Δία. Αυτή ήταν που σκότωσε τον γίγαντα Κλυτίο. Ήταν η θεά που προστάτευε τους άταφους νεκρούς. Είχε τριπλή εξουσία στον ουρανό, στη γη και στον Άδη. Της την είχε δώσει ο Δίας για να την τιμήσει. Στον ουρανό ταυτιζόταν με τη Σελήνη, στον άδη με την Περσεφόνη και στη γή με την Άρτεμη.
Η Εκάτη θεωρούνταν, σύμφωνα με άλλη άποψη, αδερφή της Περσεφόνης. Η Δήμητρα, η μητέρα της, την έστειλε να βρει την αδελφή της Περσεφόνη στον άδη. Η Εκάτη όμως προτίμησε να μείνει κι αυτή εκεί. Λατρευόταν με πολλά επίθετα που δείχνουν τις πολλαπλές ιδιότητές της και την απήχηση που είχε ιδίως στις λαϊκές μάζες : Φύλακας, Δαδούχος, Φωσφόρος, Χθονία, Αγριόμορφος, Βριμώ, Εινοδία, Ειναλία, Κουροτρόφος, Νυχία, Πατρώα, Περσηίς, Σκυλακίτις, Σταθμία. Με το όνομα Περσηίς ή Περσώ, η Εκάτη, ταυτίζεται με την τρίτη Γραία, η οποία είχε το ίδιο όνομα.
Οι παραστάσεις της Εκάτης την παρουσιάζουν τρικέφαλη. Το ένα κεφάλι ήταν σκυλίσιο, το άλλο αλογίσιο και το τρίτο αγριογουρουνίσιο. Το σκυλίσιο, που γαβγίζοντας τις νύχτες κοιτάζει στον ουρανό, εκφράζει την πρώτη εξουσία, την εξουσία στον ουρανό, το αλογίσιο, που κοιτάζει πάντα προς τη γη, εκφράζει τη δεύτερη εξουσία, την εξουσία στη γη και το αγριογουρουνίσιο που σκάβει μέσα στη γη, εκφράζει την τρίτη εξουσία, την εξουσία στον άδη,
Οι θεσσαλές μάγισσες ήταν ξακουστές στην αρχαία Ελλάδα γιατί ισχυρίζονταν ότι με τα μάγια τους μπορούσαν να κατεβάσουν τη Σελήνη, δηλαδή την Εκάτη, την δική τους θεά, από τον ουρανό στη γη.
Σε κάθε νέα Σελήνη οι γυναίκες, που έκαναν την καθαριότητα του σπιτιού, έβγαζαν στα σταυροδρόμια τα απομεινάρια των τροφών. Πίστευαν ότι κατέβαινε εκεί και τα έτρωγε η Εκάτη και γι’αυτό τα ονόμαζαν: «῾ Εκάτης δεῖπνον» ή «῾ Εκαταῖα» ή «῾ Εκάτανα» ή «῾ Εκατήσια». Ο λόγιος Στέφανος Κομμητάς λέει ότι στην Εκάτη πρόσφεραν «Βρωτά άττα, οίον και τα τοιαύτα καθάρσια καλούμενα»
Κόρη της Εκάτης θεωρούνταν μια άλλη πανάρχαια θεά, η θεά Κραταίιδα. Κόρη της Κραταίιδας ήταν η Σκύλλα, το αγριόμορφο θηρίο που αναφέρεται στις περιπέτειες του Οδυσσέα.
Η Σκύλλα αρχικά όμως ήταν μία πανέμορφη κόρη. Την πανέμορφη αυτή Σκύλλα αγαπούσε πολύ ο θαλάσσιος θεός Γλαύκος. Η Σκύλλα όμως, βλέποντάς τον τόσο άσχημο να έχει ψαρίσια ουρά, τον απέφευγε αηδιασμένη. Τότε ο Γλαύκος πήγε στην Κίρκη να την παρακαλέσει να κάνει με τα μάγια της να τον αγαπήσει η Σκύλλα. Η μεγάλη μάγισσα Κίρκη, που θεωρούνταν αδερφή της Εκάτης, αγαπούσε πολύ και ήθελε η ίδια τον Γλαύκο. Έτσι, όταν άκουσε ότι αυτός αγαπάει τη Σκύλλα, θύμωσε πολύ και μεταμόρφωσε τη Σκύλλα από πανέμορφη κοπέλα στο γνωστό αγριόμορφο θαλάσσιο τέρας που κατάπινε όσους θαλασσινούς περνούσαν από το στενό της όπως έφαγε και τους συντρόφους του Οδυσσέα.
Η Εκάτη ωστόσο, παρ” όλη την παραπάνω διαφαινόμενη αποτρόπαια εικόνα της, θεωρούνταν προστάτης των μικρών παιδιών όπως και οι άλλες χθόνιες θεότητες. Μία επιγραφή που βρέθηκε στη Λάρισα έλεγε τα εξής: «᾿Αργεία μ᾿ ἀνέθεκε ὑπὲρ παιδὸς τόδ᾿ ἄγαλμα εὔξατο δ᾿ ᾿Αγέτὁρ Fαστικᾷ ᾿Ενοδίᾳ».

21. Η λατρεία της Ινώς – Λευκοθέας
και του Μελικέρτη – Παλαίμονα
Στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας λατρευόταν και η θεά Λευκοθέα, που δεν είναι άλλη από την Ινώ, τη γυναίκα του βασιλιά της Άλου Αθάμαντα. Επομένως, για τους κατοίκους της Αχαΐας Φθιώτιδας, ήταν μια «δική» τους θεά και ήταν φυσικό γι’ αυτούς να την λατρεύουν.
Η Ήρα, η γυναίκα του Δία, οργίστηκε, έλεγαν οι τοπικοί μύθοι της Αχαΐας Φθιώτιδας, με τον Αθάμαντα και την Ινώ, επειδή δέχτηκαν να μεγαλώσουν το νόθο γιο του Δία, δηλαδή το θεό Διόνυσο. Για να τους τιμωρήσει λοιπόν τους έκανε να τρελαθούν και οι δύο. Πάνω στην παράκρουσή της η Ινώ, μη ξέροντας τι κάνει, έτρεχε σαν τρελή και έπεσε στη θάλασσα μαζί με το γιο της Μελικέρτη. Στη θάλασσα μεταμορφώθηκε και έγινε η θεά Λευκοθέα και ο γιος της έγινε ο θεός Παλαίμονας.
Οι πανελλήνιοι αγώνες Ίσθμια καθιερώθηκαν από το βασιλιά της Κορίνθου και αδερφό του Αθάμαντα, του πατέρα του Μελικέρτη, ακριβώς για να τιμηθεί ο Μελικέρτης μετά τον θάνατό του. Διηγούνταν ότι όταν ξεβράστηκε στη θάλασσα της Κορίνθου το σώμα του Μελικέρτη και παρέμεινε άθαφτο έπεσε μεγάλη πείνα στην περιοχή. Η γη δεν έδινε καρπούς και οι άνθρωποι υπόφεραν πολύ. Το Μαντείο των Δελφών απάντησε ότι για να σταματήσει το κακό έπρεπε να θάψουν το σώμα του Μελικέρτη και να τιμήσουν με αγώνες τον Παλαίμονα.
Στην Κορινθία υπήρχε ιερό μέσα στο οποίο βρισκόταν ναός του Παλαίμονα (Μελικέρτη) μέσα στον οποίο ήταν τοποθετημένα αγάλματα του Ποσειδώνα, του Παλαίμονα και της Λευκοθέας. Έτσι καθιερώθηκαν οι αγώνες με το όνομα Ίσθμια που λέγονταν έτσι επειδή γίνονταν στον ισθμό της Κορίνθου. Συνέβαινε όμως, όταν καμιά φορά παραμελούσαν την τέλεση των αγώνων αυτών, να ξαναέρχεται φοβερός λιμός και αναγκάζονταν να τους επαναφέρουν.
Στην Κορινθία έδειχναν το σημείο όπου υπήρχε ένα πεύκο κοντά στο οποίο ένα δελφίνι είχε φέρει το πτώμα του Μελικέρτη, προς τιμήν του οποίου ο Σίσυφος είχε καθιερώσει τους αγώνες ΄Ισθμια. Αλλά και στη Μεσσηνία πίστευαν ότι εκεί είχε βγει από τη θάλασσα η Ινώ και την λάτρευαν ως θεά.
Ο Μελικέρτης και οι άλλοι θαλάσσιοι θεοί, Γλαύκος, Νηρέας, Ινώ λατρεύονταν φυσικά σ’ όλη την Ελλάδα. Ένα θαυμάσιο επίγραμμα, δείγμα της λατρείας αυτής, λέει:
«Γλαύκῳ καὶ Νηρῆϊ καὶ ᾿ Ινώῳ Μελικέρτῃ
καὶ βυθίῳ Κρονίδῃ, καὶ Σαμόθραξι θεοῖς,
σωθεὶς ἐκ πελάγους Λουκίλλιος ὧδε κέκαρμαι
τὰς τρίχας ἐκ κεφαλῆς’ ἄλλο γὰρ οὐδὲν ἔχω.»
Δηλαδή : «Στο Γλαύκο και το Νηρέα και το γιο της Ινώς Μελικέρτη
και στον αφέντη των βυθών Ποσειδώνα και στους Σαμοθράκες θεούς
εγώ, ο Λουκίλλιος που απ’ το πέλαγος σώθηκα, αυτά τα κομμένα
μαλλιά μου προσφέρω. Τίποτε άλλο δεν μούμεινε».
Η Ινώ, λοιπόν, λατρευόταν στην Αχαΐα Φθιώτιδα ως Λευκοθέα, αλλά με το όνομά της στο θεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα: Λευκαθέα. Στην ακρόπολη των Φθιωτίδων Θηβών, λίγο, πιο πάνω από το σημερινό χωριό του Αλμυρού Μικροθήβες, βρέθηκε μία μαρμάρινη στήλη αφιερωμένη στη θεά Λευκαθέα από κάποιον Σωσίπολη, γιο του Σιμμίου . Η λατρεία της Λευκοθέας (Λευκαθέας) θα πρέπει ίσως να συνδυασθεί και με την τέλεση της σχετικής με τη θεά γιορτής «Λευκάθεα».
Η γιορτή «Λευκάθεα» θεωρείται ότι είχε σχέση με την ανατροφή και την ενηλικίωση των εφήβων στην περιοχή της Φθιώτιδας Αχαΐας. Τα «Λευκάθεα» λοιπόν ήταν γιορτή σχετική με το θεό Διόνυσο που είχε ανατραφεί και ενηλικιωθεί εδώ , από τους τοπικούς άρχοντες Αθάμαντα και Ινώ. Μαζί με τη γιορτή αυτή (θα πρέπει να) συνεορταζόταν και να γινόταν η τελετή της ενηλικίωσης και της εισόδου στην κοινωνία και στις δραστηριότητές της των εφήβων της περιοχής.
Ωστόσο πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι, όπως ισχυρίσθηκε ο Sam. Wide, φαίνεται ότι η Λευκαθέα που λατρευόταν στη Θεσσαλία, ήταν άλλη θεότητα και όχι η γνωστή μας θαλάσσια θεά Λευκοθέα.

22. Η λατρεία του Ερμή
Ο θεός Ερμής λατρευόταν ιδιαίτερα στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας. Τον θεωρούσαν μάλιστα δικό τους, αφού οι τοπικοί μύθοι τον ήθελαν να τριγυρνά και να παίζει στα γάργαρα νερά της Κεφάλωσης. Στις όχθες του τοπικού αυτού ποταμού ξελόγιασε την Ευπολέμεια και την Αντιάνειρα και τις έκανε μητέρες ηρώων.
Ο Αιθαλίδης, το αγαπημένο παιδί του Ερμή, είχε γεννηθεί στην Άλο, στις όχθες του ιερού Άμφρυσου ποταμού. Είχε φτάσει μάλιστα ο Ερμής στο σημείο να στερηθεί ο ίδιος το κηρύκειό του και να το χαρίσει στον Αιθαλίδη. Τόσο πολύ αγαπούσε τον γιο που του χάρισε η αγαπημένη του Ευπολέμεια.
Κορμοί και κεφαλές αγαλμάτων που βρίσκονταν στο Μουσείο Αλμυρού, συγκεντρωμένα εκεί με τις φροντίδες των μελών της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού, τα οποία μπορούν ν’ αποδοθούν στον Απόλλωνα ή στον Ερμή, μπορεί να είναι ενδείξεις μιας τέτοιας λατρείας.
Εξάλλου και μόνο το γεγονός ότι ο Ερμής, σύμφωνα με τους μύθους της περιοχής, περπατούσε στις όχθες του Άμφρυσου, όπου ξεμονάχιαζε και ξελόγιαζε τις τοπικές «νεράιδες» και έκανε παιδιά μαζί τους, ήρωες όλοι τους της Αργοναυτικής Εκστρατείας, έκανε επιβεβλημένη την ξεχωριστή λατρεία του και την απόδοση τιμών στο Ερμή, τον ξακουστό τοπικό «γαμπρό».
Εδώ τριγύριζε ακόμη ο Ερμής παρακολουθώντας πότε ο Απόλλωνας ήταν απασχολημένος με τους έρωτές του για να του κλέψει τα βόδια και να τα οδηγήσει στην Πελοπόννησο μέσα από την Αχαΐα Φθιώτιδα.

23. Η λατρεία της Θέμιδας
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι στην περιοχή, λατρευόταν, σύμφωνα με ενδείξεις που υπάρχουν, και η θεά Θέμιδα και μάλιστα με την ιδιαίτερη προσωνυμία «Ιχναία». Ήταν η «᾿ Ιχναία Θέμις». Το γεγονός αυτό μαρτυρείται από το ότι στον κάμπο της Σούρπης βρέθηκε, πριν από χρόνια, λίθινη πλάκα αφιερωμένη στην «Ιχναία Θέμιδα». Με όσα αναφέρονταν στην πλάκα αυτή, από όσες πληροφορίες γνωρίζουμε, γιατί το κείμενό της δεν το είδαμε , ούτε το περιεχόμενό της το είδαμε δημοσιευμένο κάπου, κάτοικοι της τριγύρω περιοχής ευχαριστούσαν τη θεά, την «Ιχναία Θέμιδα», για τη βοήθειά της στην επίλυση των διαφορών που είχαν μεταξύ τους για τα όρια των πόλεών τους.
Η Θέμιδα ήταν Τιτανίδα, μία δηλαδή προολυμπιακή θεότητα με έδρα την Όθρη και μητέρα, κατά μία εκδοχή, του Προμηθέα, αυτού που προσπάθησε να συμβουλέψει τους Τιτάνες στον αγώνα τους κατά των Ολυμπίων θεών. Είναι βέβαια γνωστό ότι η Θέμιδα εκπροσωπούσε τη δικαιοσύνη και ήταν μητέρα της Δίκης, της Ευνομίας και της Ειρήνης. Η Θέμιδα πήρε το Μαντείο των Δελφών, το οποίο έτσι ανήκε σ’ αυτήν, πολύ πριν από τον Απόλλωνα. Το Μαντείο των Δελφών ανήκε πιο πριν στη Γαία, η οποία για το λόγο αυτό λεγόταν πρωτόμαντις:
«πρῶτον μὲν εὐχὴν τῇδε πρεσβεύω θεῶν
τὴν πρωτόμαντιν Γαῖαν’ ἐκ δὲ τῆς, Θέμιν,
ἢ δὴ τὸ μητρὸς δευτέρα τόδ᾿ ἕζετο
μαντεῖον, ὡς λόγος τις. »
Δηλ. : «Πρώτα απ’ τους θεούς στην προσευχή μου αυτή, δοξάζω
την πρωτομάντιδα Γαία και μετά απ’ αυτή τη Θέμιδα
που, δεύτερη σ’ αυτό το μητρικό κάθισε,
μαντείο όπως ακούγεται»
Μετά τον Δία το Μαντείο περιήλθε στη Θέμιδα, η οποία με τη σειρά της το έδωσε στην αδελφή της, την Φοίβη και μετά το μαντείο περιήλθε στον Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας πήρε μαντείο δώρο από τη Φοίβη στα γενέθλιά του, και γι’ αυτό λεγόταν Φοίβος Απόλλωνας.
Δικαιολογημένη λοιπόν απόλυτα η επίκληση της θεάς αυτής και οι ευχαριστίες των κατοίκων της περιοχής της Σούρπης για τη βοήθειά της στην επίλυση των διαφορών τους. Πρέπει δε να θεωρείται μάλλον βέβαιο ότι η προσωνυμία της θεάς «Ιχναία» συνδέεται με τη λέξη «ίχνος», σημάδι, άρα όριο, που ίσως επειδή δύσκολα εντοπιζόταν (γι’ αυτό και λεγόταν ίχνος) είχε ανάγκη από τη βοήθεια της θεάς. Η ίδια προσωνυμία εξάλλου «Ιχναία» απονεμόταν και στην άλλη θεά της δικαιοσύνης, τη Νέμεση.
Δυστυχώς η πλάκα αυτή, με την αφιερωτήρια επιγραφή στην Ιχναία Θέμιδα, η οποία σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, μεταφέρθηκε στη Σούρπη, φαίνεται να έχει χαθεί οριστικά.
Πρέπει εδώ ν’ αναφερθεί ότι η Ιχναία Θέμιδα λατρευόταν, όπως αναφέρει ο Στράβωνας, και στην πόλη Ίχναι της Θεσσαλιώτιδας, όπου υπήρχε και ιερό της:
«Ταῦτα δ᾿ ἐστὶ τῆς Θετταλιώτιδος μιᾶς τῶν τεττάρων μερίδων τῆς συμπάσης Θετταλίας, ἧς καὶ τὰ ὑπ᾿ Εὐρυπύλῳ καὶ ὁ Φύλλος, ὅπου ᾿ Απόλλωνος τοῦ Φυλλίου ἱερόν, καὶ ῎Ιχναι, ὅπου ἡ Θέμις ᾿Ιχναία τιμᾶται».
Μία επιγραφή που, κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, βρέθηκε στο «Λυφόκαστρο Αργαλαστής», αναφέρεται στη Θέμιδα Αγοραία.

24. Η λατρεία άλλων θεών
Ασφαλώς, στην ευρεία περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, λατρεύονταν και όλοι οι υπόλοιποι ολύμπιοι θεοί, έστω και αν δεν βρέθηκαν κάποιες ενδείξεις για όλους. Έτσι π.χ. η λατρεία της Αφροδίτης αποδεικνύεται από την εύρεση στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών ενός γυμνού γυναικείου ακέφαλου αγαλματιδίου που παριστάνει την Αφροδίτη να κρατά τα μαλλιά της.
Αλλά και άλλες κατώτερες θεότητες λατρεύονταν στην περιοχή, όπως οι Διόσκουροι, προς τιμήν των οποίων υπήρχε ναός κάπου έξω από το σημερινό Βελεστίνο. Στο Μουσείο του Αλμυρού βρίσκονται δύο επιγραφές, δημοσιευμένες και οι δύο από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, που μαρτυρούν το γεγονός της λατρείας των Διοσκούρων.
Η μία έχει ως εξής:
ΚΟΤΤΥΦΑ ΠΕΤΑΛΙΑΙΑ Κοττύφα Πεταλιαία
ΠΕΡΣΙΜΟΥΝΟΣΕΥΞΑ περ Σίμουνος ευξα-
ΜΕΝΑΔΙΟΣΣΚΟΥΡΟΙΣ μένα Διοσσκούροις.
Η δεύτερη επιγραφή λέει:
ΖΩΠΥΡΟΣ Ζώπυρος
ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ Παρμενίωνος
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙΣ Διοσκούροις.
Εξάλλου είναι γνωστό ότι έξω από το σημερινό Βελεστίνο υπήρχε ναός αφιερωμένος στους Διόσκουρους. Όταν ο Φίλιππος Β΄ ερχόταν παντοδύναμος να υποτάξει τη Θεσσαλία, οι Αθηναίοι πρέσβεις τον ακολουθούσαν προσπαθώντας να τον πείσουν να συμπεριλάβει στην συνθήκη ειρήνης που θα υπέγραφε με τους Αθηναίους και την Άλο. Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν έξω από το Βελεστίνο και εκεί κοντά ήταν ένας ναός, ο ναός των Διοσκούρων, όπου έπρεπε κατά τις τότε συνήθειες να υπογράψουν τη συνθήκη, ο Φίλιππος υπόγραψε τελικά την ειρήνη μέσα σ’ ένα χάνι που βρισκόταν εκεί κοντά, από την οποία μάλιστα διέγραψε την Άλο.
Οι Διόσκουροι λατρεύονταν ως θεοί. Ο Δίας για να τους τιμήσει τους έκανε αστερισμό. Είναι ο αστερισμός των Διδύμων. Οι Διόσκουροι ήταν πάντοτε σωτήρες και παραστάτες σ’ όσους ζητούσαν τη βοήθειά τους σε οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση.
Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι στην περιφέρεια Αλμυρού σίγουρα θα λατρευόταν ως θεά και η Ελένη, η γυναίκα του Μενέλαου, αφενός μεν γιατί, όπως γίνεται δεκτό, όπου λατρεύονταν οι Διόσκουροι, λατρευόταν και η Ελένη και αφετέρου γιατί η Ελένη είχε ιδιαίτερους δεσμούς με τούτο τον τόπο, αφού εδώ ήταν παντρεμένη η κόρη της Ερμιόνη.
Αλλά και ο Αχιλλέας λατρευόταν, όπως ήταν επόμενο και όπως αναφέρει και ο Φιλόστρατος, σε τούτα τα μέρη. Πιστευόταν μάλιστα ότι ως αθάνατη η Ελένη ήταν γυναίκα του επίσης αθάνατου Αχιλλέα. Από πολλούς ερευνητές πιστεύεται ότι από τα μέρη ετούτα η λατρεία του θεού Αχιλλέα μεταδόθηκε και στη Μικρά Ασία με τις μετακινήσεις ανθρώπων από εδώ προς τα μέρη εκείνα. Γι’ αυτό, όπως είναι γνωστό, από τούτα τα μέρη κάθε χρόνο στέλνονταν αντιπρόσωποι στη Μικρά Ασία, για να τελέσουν θυσίες και αγώνες πάνω στον τάφο του μεγάλου δικού τους ήρωα, του Αχιλλέα.
Μαζί με όλα όσα από εδώ μεταδόθηκαν στο χώρο της Μικράς Ασίας θα πρέπει ασφαλώς να εντάξουμε και το μύθο του Ηετίωνα του βασιλιά των Υποπλακίων Θηβών της Μικράς Ασίας. Οι Υποπλάκιες Θήβες, οι οποίες, κατά τον Όμηρο, βρίσκονταν στην Κιλικία, σύμφωνα με απόψεις μερικών επιστημόνων, δεν είναι άλλες από τις Φθιωτικές Θήβες, που έχασαν ίσως το πρώτο τους αυτό όνομα και έμειναν εδώ γνωστές ως (Φθιώτιδες) Θήβες και που εκεί – στην Κιλικία όπου μετατοπίστηκε ο σχετικός μύθος – το διατήρησαν, χάρη στον Όμηρο, αν και, όπως μας βεβαιώνει ο Στράβωνας ούτε πόλη Θήβες ούτε όρος Πλάκον βρήκε στη Κιλικία της Μικράς Ασίας. Σε άλλες σελίδες της εργασίας αυτής αναφέρουμε πολύ περισσότερα για το θέμα αυτό.
Κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, όπως φαίνεται από μία σειρά άθρων που δημοσιεύτηκαν με γενικό τίτλο «Η Θεσσαλία διά των αιώνων» που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «ΘΕΣΣΑΛΙΑ» του Βόλου το φθινόπωρο του 1910, πέρα από τις γνώμες που διατυπώνει στο περιοδικό «Επτανησιακή Επιθεώρησις» και οι οποίες δημοσιεύονται σ’ άλλες σελίδες αυτής της εργασίας, ενισχυτικό της άποψης ότι ο Ηετίωνας και η Ανδρομάχη είναι δυνατόν να συνδέονται με τις Φθιώτιδες Θήβες μπορεί να θεωρηθεί και η ύπαρξη κυκλώπειων τειχών στην ακρόπολη του χωριού, τα οποία στην εποχή του υψώνονταν σε τόσο μεγάλο ύψος ώστε να είναι ορατά από μία απόσταση, σε ευθεία γραμμή, δέκα χιλιομέτρων περίπου.
Στα ερείπια των Φθιωτίδων Θηβών βρέθηκαν ακόμη επιγραφές που αποδεικνύουν την λατρεία του θεού Σάραπη και της θεάς Ίσιδας. Ο θεός Σάραπης εξάλλου λατρευόταν και στη Δημητριάδα, όπου σύμφωνα με μία επιγραφή έχουμε και το όνομα του ιερέα του θεού, τον οποίον αγαπούσαν ιδιαίτερα οι κάτοικοι της πόλης για την αρετή του:
«῾ Η πόλις ἡ Δημητριέων Κρίτωνα
Κρίτωνος ἱερατεύσαντα Σαράπιδος
ἀρετῆς ἕνεκεν καὶ εὐνοίας τῆς εἰς ἑαυτούς.»
Κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας υπήρχαν, εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, και τα εξής ακόμα ιερά ή ναοί :
1. Στο Δώτιο πεδίο του Απόλλωνα Γαδηνού, 2. Στην Κρεμαστή Λάρισα της Θέτιδας, του Αχιλλέα και του Διόνυσου, 3. Στη Μελιταία του Σωτήρα Δία και της νύμφης Μελίτης, 4. Στην Άλο της Παναχαίας Άρτεμης 5. Στις Φθιώτιδες Θήβες της Πολιάδας Αθηνάς, της Λοχείας Άρτεμης, του Ποσειδώνα και του Διόνυσου, 6. Στις Φερές της Ευκλείας Άρτεμης, του Αφρίου Δία, του Ηρακλή και της Μεγαλάρτου Δήμητρας, 7. Στα Φάρσαλα του Σωτήρα Δία, του Θαυλίου Δία, της Αθηνάς, της Αφροδίτης και της Ενοδίας Άρτεμης 8. Στη Δημητριάδα του Ασκληπιού, της Ιωλκίας Άρτεμης, της Νηλείας Αφροδίτης, του Σάραπη, της Ίσιδας και του Ανούβιδος.
Τέλος, δεν μπορούμε να μη μνημονεύσουμε, και στη θέση αυτή – και μάλιστα με έμφαση – ότι σημαντική ήταν και η λατρεία των νυμφών. Εξάλλου για την περίπτωση αυτή τρανή απόδειξη είναι το μόνο αναμφισβήτητα υπαρκτό ακόμη και σήμερα ιερό. Είναι το «Νυμφαίο» που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στη θέση Κρούνια, στο βουνό Τραγοβούνι, παρακλάδι της Όθρης, ανάμεσα στα χωριά Αχίλλειο του Αλμυρού και Γλύφα του νομού Φθιώτιδας.

25. Η λατρεία των νυμφών.
Νυμφαίο στα «Κρούνια» του Τραγόβουνου
Η αναφορά των ονομάτων τόσων νυμφών, που είδαμε να αναφέρονται σε μυθολογικές αναφορές σε προηγούμενες σελίδες της εργασίας αυτής, είναι ασφαλώς απόδειξη της σημαντικής θέσης που πρέπει να είχε η λατρεία τους στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Αλλά, κυρίως, η αποκάλυψη, ύστερα από πολύ προσεγμένες εργασίες των αρχαιολόγων της ΙΓ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Βόλου) και της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας (Αθήνα), του Νυμφαίου στη θέση «Κρούνια» στο Τραγοβούνι, το ακραίο ακρόβουνο της Όθρης, είναι ένα σημαντικότατο αρχαιολογικό επίτευγμα για την ανάδειξη της εικόνας που είχε η λατρεία των νυμφών στην περιοχή αυτή.
Αποκαλύφθηκε μια υπέροχη φυσική και εν μέρει λαξευτή, σε συμπαγή βράχο, σπηλιά. Ο εσωτερικός χώρος της σπηλιάς, που ήταν και ο κύριος λατρευτικός χώρος του Νυμφαίου, είναι ένα φυσικό άνοιγμα σε μια εντελώς κάθετη πλευρά του βράχου. Διατηρείται στην απλή του φυσική κατάσταση μέχρι σήμερα. Το εσωτερικό του ιερού είναι ένας χώρος που δημιουργήθηκε αφού αυξήθηκε το φυσικό άνοιγμα που υπήρχε και με λάξευση. Η καπνισμένη οροφή του ιερού είναι μία σαφής και ορατή ένδειξη της χρησιμοποίησής του από ανθρώπους. Μέσα και έξω από την σπηλιά βρέθηκαν άφθονα όστρακα, απομεινάρια ασφαλώς των λατρευτικών αντικειμένων και αφιερωμάτων που χρησιμοποιήθηκαν από τους προσκυνητές του ιερού και βάσεις κιόνων. Το ιερό ήταν οικτρά και βίαια λεηλατημένο από λαθρανασκαφείς και αρχαιοκάπηλους.
Στα πάνω μέρος του βράχου, που αποτελεί και την οροφή της σπηλιάς, είναι ορατές, και σε πολύ καλή κατάσταση ακόμα και σήμερα, σκαλισμένες με επιμέλεια μία σειρά διαμερισμάτων δεξαμενών που επικοινωνούν μεταξύ τους με ελεγχόμενο σύστημα της ροής του νερού από τη μία δεξαμενή σε άλλη. Οι δεξαμενές του νερού έχουν βάθος περίπου μισό μέτρο ή και περισσότερο. Μία τρύπα στον πυθμένα του ακραίου διαμερίσματος της δεξαμενής, εκείνου που βρίσκεται στο χείλος της κάθετης πλευράς της εισόδου της σπηλιάς, οδηγούσε τελικά τα νερό μέσα από ένα σκαλιστό αυλάκι σε κάθετη πτώση, ώστε να σχηματίζεται ένας μικρός καταρράκτης στην πλευρά της εισόδου λίγα μέτρα δεξιά της.
Μπροστά από την είσοδο του ιερού απλώνεται ένα ηλιόλουστο χλοερό επίπεδο μέρος, κατάλληλο για να συγκεντρώνονται οι προσκυνητές και να μπαίνουν, για τις λατρευτικές τους ανάγκες, στη σπηλιά. Στο δεξιό μέρος αυτού του επιπέδου, που ήταν ένα είδος προαύλιου του ιερού, βρίσκεται σκαλισμένο σε βράχο ένα πηγάδι βάθους περίπου τριών μέτρων. Φαίνεται να ήταν ο τελικός αποδέκτης των νερών του μικρού τεχνητού καταρράκτη.
Η περιοχή γύρω από το ιερό είναι γαλήνια και ηλιόλουστη. Μικρά επίπεδα μέρη και απαλοί λόφοι δημιουργούν ένα πολύ ευχάριστο περιβάλλον. Μοιάζει ακριβώς με τα περιβάλλοντα των μικρών εξωκλησιών των χωριών της ελληνικής υπαίθρου, όπου οι κάτοικοι της γύρω περιοχής συγκεντρώνονται για τα πανηγύρια και τους χορούς τους. Είναι μια υποβλητική και γαλήνια τοποθεσία κατάλληλη για θρησκευτικές και λατρευτικές συναθροίσεις, μακριά από την τύρβη των πόλεων. Η θέα από τη θέση του ιερού, όπως εύκολα διαπιστώνεται ακόμη και σήμερα, είναι εξαιρετική. Όσοι συγκεντρώνονταν εκεί, για να λατρεύσουν και να ζητήσουν τη βοήθεια των θεών, βοηθούνταν ασφαλώς, από τη σύνολη υποβλητική ατμόσφαιρα του φυσικού περιβάλλοντος και των πολύ εμπνευσμένων κατασκευαστικών συμπληρωμάτων, να νιώσουν την ανακουφιστική και ευεργετική παρουσία του θείου.
Το υπέροχο ειδυλλιακό αυτό τοπίο, γύρω από το «Νυμφαίο», μπορεί κάλλιστα να ήταν ο τόπος όπου οργίαζαν οι διονυσιάζουσες γυναίκες, όταν ο Βούτης από τη Νάξο αποβιβάστηκε στο όρος Δρίος με όσους τον ακολουθούσαν άρπαξε μαζί με άλλες γυναίκες και την Ιφιμέδεια με την Παγκράτιδα.
Λίγο πιο πάνω, στην κορυφή του βουνού, υπήρχε, κατά την τοπική προφορική παράδοση λίμνη. Την προφορική αυτή παράδοση πρέπει να τη δεχτούμε ως αληθινή. Διαφορετικά δεν μπορούμε να βρούμε λύση στο πρόβλημα από πού διοχετευόταν το νερό στις δεξαμενές που βρίσκονται πάνω στην οροφή του Νυμφαίου. Πουθενά εκεί τριγύρω δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια πηγή νερού. Δίπλα επίσης σε μια άλλη κορυφή του βουνού, πιο ψηλότερα από το ιερό, υπήρχε ηφαίστειο. Ο κρατήρας του είναι ακόμη και σήμερα ορατός. Το όνομά του ηφαιστείου αυτού είναι «Υπερίων». Το όνομα θυμίζει τον μεγάλο ομώνυμο Τιτάνα που απ’ εδώ πάνω πολεμούσε τον Δία και τους άλλους ολύμπιους θεούς. Εξάλλου το όνομα της τοποθεσίας «Κρούνια» ή «Κρόνια» θυμίζει έντονα τον αρχηγό των Τιτάνων, τον Κρόνο. Η αποξεραμένη λάβα του Υπερίωνα, για πάρα πολλά χρόνια, έδινε στους κατοίκους των γειτονικών χωριών πολύτιμο και ανεκτίμητο λαξευτό οικοδομικό υλικό, ειδικό κυρίως για αγκωνάρια.
Οι πρώτες ενδείξεις τοποθετούν χρονολογικά το «Νυμφαίο» αυτό στα ελληνιστικά χρόνια. Σε ποιο θεό άραγε ήταν αφιερωμένο το ιερό αυτό; Ίσως στη θεά Δήμητρα. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν η Αντρώνα, όπου επίσης λατρευόταν η Δήμητρα. Μπορεί όμως να ήταν αφιερωμένο στον Διόνυσο. Πολλά μυθολογικά δεδομένα οδηγούν στην εκδοχή αυτή. Ποιες άλλες ανάγκες των ανθρώπων της εποχής εκείνης εξυπηρετούσε; Να λάτρευαν εδώ την Οθρηίδα, την Πολυμήλα, την Αντιάνειρα, την Ευπολέμεια, την Διοπάτρη, τη Φθία, τη Μελίτη; Όλες είναι νύμφες που κάπου εκεί κοντά τριγύριζαν και αποσπούσαν με την ομορφάδα τους την προσοχή και αυτών ακόμα των θεών του Ολύμπου. Μαζί τους οργίαζαν και ο άλλες γυναίκες αλλά και οι βασίλισσες και οι βασιλοπούλες.
Αν και οι ανασκαφικές εργασίες δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί φαίνεται πως το «Νυμφαίον» πάνω στο «Κρούνια» δεν έχει να μας δείξει άλλα σπουδαία ευρήματα. Οι λαθρανασκαφείς έχουν κάνει πολύ καλά τη δουλειά τους, δίνοντας οριστικό τέλος στις εργασίες των αρχαιολόγων, που ήρθαν πολύ αργά. Απομένει όμως, γιατί αυτή δεν μπορεί να χαλάσει, η συνολική εικόνα ενός θαυμάσιου ιερού, μοναδικού στην περιοχή αυτή.
Στο Νυμφαίο δεν βρέθηκε κάποια επιγραφή. Ίσως όμως και στο ιερό αυτό η ευλάβεια και η αγάπη των προσκυνητών να είχε χαράξει κάποιο επίγραμμα σαν αυτό που ανακάλυψε ο Νικόλαος Γιαννόπουλος σ’ ένα παρόμοιο ιερό στα Φάρσαλα :
θεός
χαίρετε τοὶ παριόντες, ἅπας θῆλυς τε καὶ ἄρσην
ἄνδρες τε ἠδὲ γυναῖκες ὁμῶς παῖδες τε κόραι τε
χῶρον δ᾿ εἰς ἱερὸν Νύμφαις καὶ Πανὶ καὶ ῾ Ερμῇ
᾿ Απόλλονι ἄνακτι, ῾ Ηρακλεῖ καὶ ἑτέροις 5
Χίρωνος τἆντρον καὶ ᾿ Ασκαλαπιοῦ ἠδ᾿ ῾ Υγιείας’
τούτων ἐστὶ τόδ᾿ ὦνα Πάν, ἱερωτά τ῾ ἐν αυτῷ
ἔμφυτα καὶ πίνακες καὶ ἀγάλματα δῶρά τε πολλά’
ἄνδρα ἐποιήσατα ἀγαθὸν Παντάλκεα Νύμφαι
τῶνδ᾿ ἐπιβαινέμεναι χώρων καὶ ἐπίσσκοπον εἶναι, 10
ὅσπερ ταῦτ᾿ ἐφύτευσε καὶ ἐξεπονήσατο χερσσίν.
ἀντίδοσαν δ᾿ αὐτῷ βίον ἄφθονον ἤματα πάντα’
῾ Ηρακλέης μὲν ἔδοκ᾿ ἰσχὺν ἀρετήν τε κράτος τε,
ᾧπερ τούσδε λίθους τύπτων ἐπόησ᾿ ἀναβαίνεν,
᾿ Απόλλων δὲ δίδωσι καὶ υἱὸς τοῦδε καὶ ῾ Ερμῆς 15
αιῶν᾿ εἰς τὸν ἅπαντα ὑγίειαν καὶ βίον ἐσθλόν.
Πὰν δὲ γέλωτα καὶ εὐφροσύνην ὕβριν τε δικαίαν,
Χίρων δ᾿ αὐτῷ δῶκε σοφόν τ᾿ ἔμεναι. . . καὶ ἀοιδόν.
ἀλλὰ τύχαις ἀγαθαῖς ἀναβαίνετε . . . θύετε Πανί.
εὔχεσθε, εὐφραίνεσθε’ κακῶν δ᾿ ἔξαρσις ἁπάντων 20
ἐνθάδ᾿ ἔνεστ᾿ ἀγαθῶν δὲ ᾿λάχὁς πολέμοιό τε λ᾿άξις.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗ ΓΟΥΡΑ

Ἔκθεσις ἀρχαιολογικῆς ἐκδρομῆς ὑποβληθεῖσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος».

Α΄ Δῆμος Ὄθρυος
Κύριε Πρόεδρε,
Τῇ 12ῃ Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἐξέδραμον εἰς Γούραν. Αὕτη ἔχει τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ ΙΒ΄ αἰῶνος μ. Χ. καθ’ ὅσον ὁ Βενιαμίν Τουδέλλας, Ἰουδαῖος γεωγράφος, περιηγηθεὶς τότε τὴν Ἀνατολήν, πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἰουδαϊκοῦ πληθυσμοῦ, λέγει: «βορειότερον τῆς Λαμίας οἰκοῦσιν οἱ Βλάχοι, [φυλὴ ληστρικὴ καὶ ἀγρία] ἐθνικὴ τὸ θρήσκευμα καὶ λαλοῦσα γλῶσσαν παρεμφερῆ τῇ ἱσπανικῇ».
Οὗτοι κατοικοῦντες περὶ τὴν πηγὴν (γούρα βλαχιστὶ) ὠνόμασαν καὶ τὸ χωρίον αὑτῶν Γούραν. Βραδύτερον δὲ κατὰ τὴν κατάκτησιν ὑπὸ τῶν Τούρκων οἱ περίοικοι Ἕλληνες συνῳκίσθησαν αὐτόθι διὰ τὸ ὀχυρὸν τῆς θέσεως καὶ βαθμηδὸν ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ηὔξανεν, ἀνελθὼν μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος εις 1800 οικογενείας.
Ἡ μεγίστη, λοιπόν, ἀκμὴ τῆς Γούρας συμπίπτει ἀπὸ τοῦ 1600 – 1800 έτους. Τὸ ἐμπόριον τῆς Γούρας ἦν πανελλήνιον καὶ ἡ βιομηχανία αὐτῆς, ἰδίως τῆς βυρσοδεψίας καὶ τῆς ὑφαντουργικῆς, ἀνῆλθεν εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, καὶ ὅπως τὰ Ἀμπελάκια, οὕτω καὶ ἡ Γούρα ἦν ἐφάμιλλος αὐτῶν.
Ἐνταῦθα, ἀπὸ τῆς κατακτήσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι τοῦ 1650, ἥδρευον οἱ ἐπίσκοποι Θαυμακοῦ. Μέχρι δὲ πρὸ 15 ἐτῶν ἐσώζετο ἐν Γούρᾳ ἡ Ἐπισκοπὴ ὑπεράνω τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἐπίσης τὰ σχολεῖα τῆς Γούρας ἦσαν διάσημα.
Ἐν αὐτοῖς ἐδίδασκον λόγιοι ἄνδρες, ἐν οἷς τὰ πρῶτα ἔτη καὶ ὁ ἐκ Κωφῶν Στέφανος Κομμητᾶς, κατὰ τὴν παράδοσιν. Πολλοὶ Γουριῶται διεκρίθησαν ἐπὶ πλούτῳ καὶ ἐφιλοτιμήθησαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μένοντες νὰ προικίσωσι τό τε Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον καὶ τὰ σχολεῖα αὐτῶν διὰ σεβαστῶν χρηματικῶν ποσῶν, ὡς οἱ Πλατυγέναι, οἱ Καρυάδαι, οἱ Μεταξάδες κλπ.
Οἱ ναοὶ τῆς Γούρας εἶναι κτίσματα τοῦ 1600 μ. Χ. ἐπιμήκεις, πηλόκτιστοι καὶ ὅλως ἄκομψοι, ἔξωθεν οὐδεμίαν ἐντύπωσιν προξενοῦσι τῷ ἐπισκέπτῃ, ἀλλ’ ἅμα τις εἰσέλθη εἰς αὐτοὺς ἐκπλήσσεται ἐπὶ τῷ κάλλει καὶ πλούτῳ αὐτῶν. Τὰ τέμπλα, κατάχρυσα καὶ ὁλόγλυφα ἐπὶ ξύλου καρύας, θαμβοῦσι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, ἁγιογραφίαι ἐπὶ τῶν τοίχων τῶν ναῶν ἐξαίρετοι καὶ ἡ πληθὺς τῶν καταχρύσων ἱερῶν ἀμφίων καὶ τῶν χρυῶν καὶ ἀργοροτεύκτων ἱερῶν σκευῶν, τελειοτάτων κατὰ τὴν καλλιτεχνίαν, ἀνατεθειμένων ὑπὸ τῶν πλουσίων καὶ εὐλαβῶν τέκνων αὐτῆς, μαρτυροῦσι ὁποῖον πλοῦτον διέθετον τότε οἱ Γουριῶται.
Ὁ κεντρικώτερος ναὸς τῆς Γούρας εἶναι ὁ πρὶν περικαλλής, νῦν δὲ ἄκομψος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἱδρυθεὶς τῷ 1602. Οὗτός ἐστιν ἐπιμήκης. Καθεδρικὸς δὲ ναὸς ὤν τοῦ κατὰ καιροὺς ἐπισκόπου Θαυμακοῦ ἦν πλουσιώτατος ἐν ἀναθήμασιν χρυσοῖς καὶ ἀργυροῖς καὶ καλλιτεχικώτατα ἐζωγραφημένος.
Δυστυχῶς ὅμως, οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, λησταί, ἐπιδραμόντες καὶ πυροβληθέντες ὑπὸ τῶν ἐν τῷ κωδωναστασίῳ αὐτοῦ ἐγκλεισθέντων Ἀλβανῶν, ἐνέπρησαν τὸν ναὸν ἀφελόντες πᾶν ὅ,τι πολύτιμον ἐν αὐτῷ εὗρον. Ἐν τῷ Ἁγίῳ Βήματι τοῦ ναοῦ ἐσώθησαν ἁγιογραφίαι τινὲς ἐπὶ τῶν τοίχων.
Ἐπί τινος δὲ ἐκκλησιαστικοῦ βιβλίου αὐτόθι ἀποκειμένου ἀναγινώσκομεν τάδε:
«+ 1814 Αὐγούστου 29. Τὸν καιρὸν ὅπου ἐκίνησαν οἱ ραγιάδες καὶ ὁ Γιαννάκης μαζύ καὶ πᾶνε στὸν Πασιὰ στὸν Τύρναβον, τὸν Βαλὴ πασιάν, διὰ μουρχαμέδες (=δοσήματα βασιλικά), διατὶ τοὺς ἔρριξαν πουγγιὰ 208 νὰ δώσουν τὸν χρόνον ὀνόματα 200 καὶ τὰ γράφω δι’ ἐνθύμησιν ἐγὼ ὁ Ἀναγνώστης πατρὸς Ἰωάννου Ζαχαρία, ὁ γράψας ἀπὸ τὸ χωρίον Γούρα, καὶ μοῦ ἔρριξαν τὸ ἑξάμηνον γρόσια 320, τὸν χρόνον 640».
«Ἐγὼ ὁ Ἀναγνώστης υἱὸς τοῦ Ἀργύρη Κομπορέλη γράφω δι’ ἐνθύμησιν καὶ μοῦ ἔρριξαν τὸ ἑξάμηνο γρόσια 250, τὸν χρόνον 500. Ἐπάγη ὁ Χατζῆ Δῆμος καὶ τὰ ἔκαμεν αὐτά.»
Μικρόν τι παρεκκλήσιον κεῖται δεξιὰ τοῦ ναοῦ ἐν ᾧ εὑρίσκονται πεπαλαιωμένα τῇδε κἀκεῖσε ἱερὰ σκεύη καὶ ὀστᾶ τῶν τεθνεώτων. Τὸ δὲ πυργοειδὲς κωδωνοστάσιον ἀνηγέρθη τῷ 1821.
Πρὸς ἀνατολὰς τοῦ χωρίου κεῖται ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὁ πλουσιώτερος καὶ εὐπρεπέστερος τῶν ἄλλων. Εἶναι ὅλος ἐζωγραφημένος καὶ σκοτεινὸς κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν παρὰ τοῖς Βυζαντινοῖς σύστημα. Τὸ τέμπλον αὐτοῦ εἶναι ὁλόγλυφον ἐκ ξύλου καρύας, λεπτῆς καὶ ἐξαισίας τέχνης καὶ ἐπίχρυσον.
Ἐπίσης ὁ ἀρχιερατικὸς θρόνος καὶ τὸ κουβούκλιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Ἡ καλλιτεχνικὴ ἐργασία τοῦ τέμπλου τοῦ ναοῦ τούτου ὑπερτερεῖ πάντων τῶν ἄλλων ναῶν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ καὶ αὐτῆς τῆς ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, ἧς μόνον ὁ θρόνος τῆς Παναγίας εἶναι ἐφάμιλλος τοῦ τέμπλου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
Ἡ ἁγιογραφία τῶν τοίχων τοῦ ναοῦ εἶναι ἀπομίμησις ἀρχαίας βυζαντινῆς τέχνης. Τὸ διάγραμμα τῶν τοιχογραφιών τῶν ναῶν Ἁγίου Γεωργίου καὶ Ἁγίας Παρασκευῆς ἐν Γούρᾳ εἶναι καλόν, μαρτυροῦν χειρὸς δεξιότητα, αἱ τοῦ σώματος ἀναλογίαι, πλὴν τῆς ρινὸς καὶ τῶν δακτύλων, ἅτινα μακρότερα καὶ ἰσχνότερα τοῦ φυσικοῦ γράφονται, εἶναι ἐπιτυχεῖς, αἱ συνθέσεις ἰσχυραί, ἡ τῶν πτυχῶν τῶν ἀμφιέσεων διάθεσις σπουδῆς ἀξία.
Τοιαῦτα, οὐχὶ εὐκαταφρονητέα, εἶναι λαμπρὰ ἀπόκτησις τῆς Γούρας διὰ τὴν σπουδὴν τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς καὶ τῶν ἁγιογραφικῶν τύπων, οὕς δυστυχῶς τόσον κακῶς παριστᾶσιν οἱ νεώτεροι ζωγράφοι. Ἡ μελέτη τοῦ γυμνοῦ καὶ ἐνταῦθα εἶναι ἄγνωστος, ἰδίως εἰς τὰ γυμνὰ σώματα. Τοῦτο συμβαίνει οὐχὶ διὰ φαυλότητα, νομίζομεν, τέχνης, ἀλλὰ διότι οἱ βυζαντινοὶ ἁγιογράφοι, ὄχι μόνον δὲν ἐσπούδαζον τὰ γυμνὰ σώματα ἐκ τοῦ φυσικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ παντὸς τρόπου ἀπέφευγον ὅπως λαμβάνουσι ὑπόδειγμα θνητοῦ ἀνθρώπου τὸ γυμνὸν σῶμα, καὶ διὰ σπουδῆς τούτου ἀνάγονται εἰς παράστασιν τοῦ παναχράντου σώματος τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἁγίων αὑτοῦ, καθ’ ἅ ὀ κ. Γ. Λαμπάκης φρονεῖ.
Ἐν τῷ μύακι εἰκονίζεται συνήθως ἡ Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, μεθ’ ἥν ἡ λειτουργία τελουμένη ὑπὸ τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἀγγέλων προσκομιζόντων τὰ ἅγια δῶρα, ὑπὸ ταύτην δὲ οἱ μεγάλοι ἱεράρχαι τῆς Ἐκκλησίας, κύκλῳ δὲ οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἱεράρχαι, Ἀχίλλειος, Βησσαρίων, Σεραφείμ, κλπ.
Ἐν τῇ Προθέσει εἰκονίζεται ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ τάφῳ (Ἄκρα Ταπείνωσις), ἔνθεν δὲ καὶ ἔνθεν ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου λιτανεύοντες.
Ἡ ἁγιογραφία τῆς νεὼς διαιρεῖται εἰς τρεῖς τάξεις. Ἄνωθεν εἰκονίζονται συνθέσεις εκ τοῦ βίου καὶ τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος, ἐν τῷ μέσῳ διάφοροι ἅγιοι, ἐν κύκλῳ (στηθᾶτα) καὶ κάτωθεν ἐπίσης, ἐν ὁλοκλήρῳ στάσει ὀρθίᾳ, διάφοροι άγιοι. Παρὰ τὴν εἴσοδον δὲ εἰς ὅλας τὰς ἐκκλησίας ὁ Ἅγιος Βάρβαρος ὁ Αἰθίωψ. Ἐν δὲ τῷ γυναικωνίτῃ ἡ Δευτέρα Παρουσία ἡμιεφθαρμένη.
Τοιαύτη ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ σπουδῆς ἀξία ἁγιογραφία τῶν ναῶν τῆς Γούρας.

Οἱ ναοὶ τῆς Γούρας εἶναι τέσσαρες, ὁ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, περὶ οὗ ἀνωτέρω διελάβομεν, ὁ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὡσαύτως, ὁ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, συγχρόνως τῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀνιστορηθείς (1701), διὸ αἱ ἁγιογραφίαι αὐτοῦ ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν, ἥν καὶ αἱ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καὶ ὁ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οὗτινος αἱ ἁγιογραφίαι εἶναι λαμπρὰ ἔργα, ἀρχομένου τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος (1802), ἀποβάλλοντα πλέον τὸν αὐστηρὸν βυζαντινὸν τύπον.
Παρ’ αὐτοῖς δεξιὰ ὑπάρχει ἀνὰ ἕν παρεκκλήσιον θεσσαλοῦ ἁγίου, τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλείου μὲν ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος δὲ ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ὡς καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τοῦ Ἁγίου Συμεὼν δὲ ἱερομονάχου, ἱδρυτοῦ τῆς Μονῆς Φλαμπουρίου, ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ, ἀρχιεπισκόπου Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου ἐν τῷ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τούτων τῶν τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν ἐφέτος ἀφελόντες τὰς στέγας οἱ ἐπίτροποι παρέδωκαν τῇ καταστροφῇ. Προσέτι δὲ σώζεται καὶ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ ἐν Βουνένῃ τῆς Θεσσαλίας ἀθλήσαντος.
Ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιγραφῶν τῆς Γούρας ἀνευρίσκομεν τὰ ὀνόματα δύο ἐπισκόπων τέως ἀγνώστων Θαυμακοῦ, τοῦ Ἀρσενίου (1701) καὶ Ἰακώβου (1796 – 1802).
Ἐκ τῶν ἐν αὐταῖς δ’ ἀναφερομένων προεστώτων καὶ δημάρχων, ἡ οἰκογένεια τῶν Πλατυγενῶν ἔδρασεν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος ἧς ὁ τελευταῖος αὐτῆς γόνος Δημ. Πλατυγένης κατέλιπεν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου 300.000 δρχ., ὑπὲρ δὲ τῆς γενετείρας αὐτοῦ πατρίδος 4.000 φιορίνια. (Ἴδε Ἀν. Γούδα, Βίοι παράλληλοι νεωτέρων Ἑλλήνων, τόμ. Γ΄, σ. 109). Ἡ δὲ τῶν Καρυωτῶν, διὰ τοῦ Ἰ. Καρυώτου προικοδότησε τὴν Γούραν διὰ 25.000 δρχ. ὑπὲρ τῶν Σχολείων αὐτῆς.
1. Ἄνωθεν δὲ τῆς θύρας τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀναγινώσκηται ἡ ἐπιγραφὴ αὕτη ἐφ’ ὑγροῖς (Fresco):
«+Ἀνεστορίθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος ναὸς οὗτος τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ τροπαιοφόρου διὰ συνδρομῆς κόπου καὶ ἐξόδου τῶν εὐλαβεστάτων ἱερέων καὶ τιμιωτάτων ἀρχόντων ἀρχιερατεύοντος τοῦ ἐπισκόπου ἡμῶν Ἀρσενίου Θαυμακοῦ καὶ ἐφημερεύοντος Πούλου ἱερέως, Δημήτρη ἱερέως, Θεοδοσίου ἱερεώς καὶ τιμίων ἀρχόντων Πλατυγενάτες Θεόδωρε, Ἀργύρη, Νίκο καὶ ἐπιτροπεύοντος Ἰωάννη Καριότη. Ἐτελειώθη Μαΐου εἰς πέντε ἔτος 1701, χεὶρ εὐτελοῦς Δημητρίου».
2. Ἄνωθεν τῆς Ὡραίας Πύλης ἐπὶ τοῦ τέμπλου γεγλυμμένα ἀναγινώσκονται τὰ ἑξῆς γράμματα:
«1701. Ἀνεστορήθη ὁ τέμπλεος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπεχρυσώθη Δημητρίου Κωνσταντίνου, ἐπιτροπεύοντος Χατζῆ Νίκου … .Πλατυγεννάδες Ἀναστασίου … Δημητρίου Ἰωάννου, Παρζο … (Τὰ λοιπὰ εἶναι δυσυμπλήρωτα).
3. Ἐπὶ τοῦ νάρθηκος δεξιὰ τῷ εἰσιόντι:
+ ΑΝΕΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ
ΟΥΤΟΣ ΔΙΑ ΣυΝΔΡΟΜΗΣ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ
ΔΗΜΟ ΓΛΗΚΟΙ ΙΨΙ απροιλήο 29.
ίε. εφημερεύοντος διμιτρίου, θεοδοσίου ιερέος (πούλου ιερέως) Γεωργίου ιερέος και επιτροπεύοντος Ιωάνι Καριώτι».»
Ἔξωθεν τοῦ ναοῦ ἐν τῷ νάρθηκι εἰκονίζονται οἱ Ἅγιοι Κύριλλος, Παῦλος ὁ ὁμολογητής, Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων, Σπυρίδων, Στέφανος, Ἱερόθεος, Μεθόδιος, Ἐπιφάνιος Κύπρου, Γρηγόριος Νύσσης, Ἁγία Τριὰς (Φιλοξενία Ἀβραὰμ ἐν τῷ μύακι), Σίλβεστρος, Ἰωάννης ὁ ἐλεήμων, Ἀθανάσιος, Παρασκευή, Πρόδρομος (στηθᾶτος) ΙC – Χ C ΜΡ ΘΟΥ ἐν τῷ μύακι Ἅγιος Γεώργιος.
Τῷ ναῷ συνέχεται παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος, ἀρχιεπισκόπου Λαρίσης, καταγράφους ἔχον τοὺς τοίχους αὐτοῦ. Τούτῳ δὲ συνέχεται παρεκκλήσιον ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
4. Ἄνωθεν τῆς θύρας ἀναγινώσκεται ἡ ἑξῆς ἐπὶ λίθου ἐπιγραφὴ κεφαλαίοις βυζαντιακοῖς γράμμασι γεγραμμένη:
«+Ἡ Κοίμησις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ ἀρχιερατεύοντος κυρίου Ἰακώβου, καὶ πρωτεύοντος Οἰκονόμου Παναγιώτου, ἱερέως, καὶ ἐφημερεύοντος Σακελλίου Π. Πάπουλας, Ἰωάννου ἱερέως καὶ διὰ συνδρομῆς, κόπου καὶ ἐξόδων Χατζῆ Γιαννάκη καὶ Δημητρίου Καριώτη καὶ Δημητρίου Παπά- Κυρίτση καὶ Ρίζου Θεοδοσάκη, Θεόδωρος Τρύβα καὶ ἐπιτροπεύοντος Ἀναγνώστου Ἀναστασίου Θεοδοσίου ἐν ἔτει ΑΨϟΣΤ (=1796).
5. Αὐτόθι. Ἐν τῷ προαυλίῳ τοῦ αὐτοῦ ναοῦ, ἐπὶ λίθου λευκοῦ στρογύλου, ἀναγινώσκονται τάδε :
+ ώντ’ εφκιά-
στη ἔτους ζρι΄ (=7110 ἀπὸ Ἀδάμ, 1602 ἀπὸ Χριστοῦ).
Δῆλα δὴ ὠκοδομήθη ὁ ναὸς τῷ 1602.
6. Ναὸς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ὁ ναὸς οὗτος κεῖται πρὸς Δυσμὰς τοῦ χωρίου. Οἱ τοῖχοι αὐτοῦ εἶναι κατάγραφοι δι’ ἐξόχου τέχνης ἁγιογραφιῶν τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος. Τὸ τέμπλον εἶναι ἐπίχρυσον μέν, ἥσσονος δὲ ἀξίας τοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἄνωθεν τῆς δυτικῆς θύρας αύτοῦ αὐτοῦ ἀναγινώσκεται ἡ ἑξῆς ἐφ’ ὑγροῖς (Fresco) ἐπιγραφὴ κεφαλαίοις βυζαντιακοῖς γράμμασι γεγραμμένη:
«+ Ἀνεκαινίσθη καὶ ἀνεστορήθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος ναὸς οὗτος τῆς Ἁγίας ὁσιοπαρθένου μάρτυρος καὶ ἀθληφόρου τοῦ Χριστοῦ Παρασκευῆς διὰ συνδρομῆς τῶν τιμιωτάτων ἀρχόντων Θεοδώρου καὶ Ἀργύρη Πλατυγιαννάδες καὶ Στάθη Συκᾶ καὶ ὑπάρχει ἐπίτροπος διὰ ἐξόδων τῶν εὑρεθέντων χριστιανῶν τῆς αὐτῆς χώρας, ἀρχιερατεύοντος τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου κυροῦ κὺρ Ἀρσενίου, ἱερατεύοντος δὲ τῶν εὐλαβεστάτων ἱερέων Ρίζου ἱερέως, Εὐσταθίου ἱερέως, Μιχαὴλ ἱερέως ἐπὶ ἔτους ΑΨ1 (= 1701), εἰς ἀΐδιον μνήμην».
Ἡ λειτουργία τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ μύακι εἰκονίζεται κύκλῳ τῆς Πλατυτέρας τῶν Οὐρανῶν καὶ μετὰ περισσῆς καλλιτεχνίας. Ἐν τῷ νιπτῆρι δὲ εἰκονίζεται ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Πέτρος ἐνδεδυμένος τὸ πολυσταύριον φελώνιον καὶ ἐρωτῶν τὸν ἐν κουβουκλίῳ ἱστάμενον γυμνὸν Ἰησοῦν, «Τίς σου τὸν χιτῶνα διεῖλε, Σῶτερ;» Ὁ δὲ Ἰησοῦς δεικνύων κάτω τὸν Ἄρειον «Οὗτος ὁ παγκάκιστος Ἄρειος, Πέτρε», ἀποκρίνεται.
Δεξιόθεν συνέχεται τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Συμεὼν ἱερομονάχου, ἱδρυτοῦ τῆς Μονῆς Φλαμπουρίου ἐπὶ τοῦ Πηλίου. Ἀφαιρεθείσης τῆς στέγης αὐτοῦ κατερρύησαν ἅπασαι αἱ τῶν τριῶν πλευρῶν εὑρεῖαι τοιχογραφίαι καὶ μόνον αἱ τῆς βορείου πλευρᾶς ἐσώθησαν.
Ἄνωθεν τοῦ Ἁγίου εἰκονίζονται συνθέσεις ἐκ τοῦ βίου τοῦ ὁσίου.
7. Ναὸς Ἁγίου Ἀθανασίου. Οὗτος κεῖται πρὸς ἀνατολὰς παρὰ τὴν πηγήν. Εἶναι ρυθμοῦ βασιλικῆς καὶ κοσμεῖται δι’ ὡραίων τοιχογραφιῶν.
Ἄνωθεν τῆς θύρας αὐτοῦ ἀναγινώσκεται αὕτη ἡ ἐπιγραφὴ κεφαλαίοις βυζαντιακοῖς γράμμασι γεγραμμένη:
«+ Ἀνιστορήθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος ναὸς οὗτος τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου διὰ συνδρομῆς τοῦ ἐντιμιωτάτου λογοθέτου κῦρ Θεοδώρου Ντρύβα, τοῦ νῦν προεστεύοντος, ἐπιτροπεύοντος τοῦ κῦρ Δημουλᾶ Γεωργούση, Γέρω – Δήμου Πλατυγένη, ἀρχιερατεύοντος τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου κυρίου κυρίου Ἰακώβου, ἐφημερευόντων τῶν εὐλαβεστάτων ἱερέων Ἰωάννου ἱερέως, Θεοδώρου, Γεωργίου, Ἀθανασίου τῶν προσκυνητῶν Εύσταθίου καὶ Μιχαήλ. Ἔτος ΑΩΒ΄ (1802) Ἰουνίου 15»
Ἡ ἀναίμακτος ἐν οὐρανοῖς λειτουργία καὶ ἐνταῦθα τελεῖται ὑπ’ ἀγγέλων φερόντων ἐπὶ συνδόνης αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, ἐν ᾧ οὗτος ἐν Κουβουκλίῳ ἐνδεδυμένος τὴν ἀρχιερατικὴν στολὴν δέχεται τὰ ἅγια δῶρα.
8. Τῷ ναῷ συνέχεται παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ ἀρχιεπισκόπου Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου. Ἄνωθεν δὲ τῆς θύρας αὐτοῦ ἀναγινώσκεται ἡ ἑξῆς ἐπιγραφή:
«+ Ἱστορήθη ὁ θεῖος καὶ ἱερὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Σεραφεὶμ διὰ συνδρομῆς τοῦ ἐντιμιωτάτου Λογοθέτου κῦρ Θεοδώρου. Ἐπιτροπεύοντος τοῦ κῦρ Δημουλᾶ καὶ δι’ ἐξόδων Δημητρίου υἱοῦ τοῦ Εὐσταθίου Λογγιτζιώτου. Ἔτος 1802 Ἰουλίου α΄».
Οἱ τοῖχοι τοῦ παρεκκλησίου τούτου κοσμοῦνται ὑπὸ ὡραίων τοιχογραφιῶν.
9. Δυτικῶς τοῦ χωρίου κεῖται τὸ ναΐδριον τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ ἐν Βουνένῃ τῆς Θεσσαλίας ἀθλήσαντος.
Παρατηρήσεως ἄξιον ὅτι οἱ Γουριῶται σεβόμενοι τοὺς ἐκ Θεσσαλίας ἁγίους ἀφιέρωσαν ἑνὶ ἑκάστῳ ἐξ αὐτῶν ἀνὰ ἕν παρεκκλήσιον. Τὸ δὲ τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος ἀφιερώθη διὰ τὴν ἑξῆς αἰτίαν, ἥν ἀνεύρομεν ἐν χειρογράφῳ σημειώσει ἐκκλησιαστικοῦ τινὸς βιβλίου καὶ ἐδημοσιεύσαμεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ «Περιγραφῇ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» σελ. 686.
«+ Ὄντας ἦρθε ὁ Ἅγιος Βισάριος στὴ Γοῦρα καὶ ευγικαν ης τα χορια και τον επηραν η αρβανίτες και εγιριβαν διου σακούλις έτος 1759 και έφευγι και επίγε ης το μνήμα του και δεν τους έδουσαν τους αρβανίιτες τίποτα» – «κοστάντης ϋως του παπά ρίζου από χορίον γούρα ετος 1759 σεπτεμβρίου 9. Αναστάσιος του παπαρίζου μορφήτζι από χωρίον Γούρα ο γράψας».
Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων, ἀρχιεπίσκοπος Λαρίσης καὶ ἱδρυτὴς τῆς Μονῆς Δουσίκου (Μεγάλων Πυλῶν) ἐπὶ τῆς Πίνδου συγχέεται ὑπό τε τῶν γραψάντων τὴν ἀσματικὴν ἀκολουθίαν αὐτοῦ καὶ βιογραφίαν καὶ τῶν ζωγράφων, ζωγραφούντων αὐτὸν μαυρογένειον, ἐν ᾧ τοὐναντίον ἦν ὑπέργηρως κοιμηθεὶς ἐν τῇ αὑτοῦ μονῇ τῷ 1541 Σεπτεμβρίου 15. Ἄλλος δὲ εἶναι ὁ Βησσαρίων ὁ ἀπὸ Ἐλασςῶνος καὶ Δομινίκου ἀναρρηθεὶς εἰς τὸν μητροπολιτικὸν θρόνον Λαρίσης προαχθεὶς ἀπὸ Σταγῶν ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τῷ 1541 καὶ ἀντὶ τοῦ ἁγίου ἐκλαμβανόμενος. (Ἴδε ἀσματικὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος σελ. 34, ὑπὸ Ἱεροθέου, ἡγουμένου τῆς Μονῆς Δουσίκου, Ἀθῆναι 1856. – Δελτίον Ἱστορικής καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος, τόμ. Β΄, σελ. 16 – 20. – Προμηθεύς, Ζωσιμᾶ Ἐσφιγμενίτου, τόμ. Γ΄, σελ. 216 κ.τ.λ..
10. Ἐπὶ εἰκόνος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ζακυνθίου: «+ Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου 1775 Ἰουλίου 20».
11. Ἐπὶ ἱεροῦ ἀντιμηνσίου, ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ἀποκειμένου: «+Δι’ αὐτοῦ τὰς θείας ἱερουργίας καθιερωθὲν παρᾶ τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ζητουνίου κῦρ Ἰωακεὶμ ἐν ἔτει σωτηρίῳ αωμγ΄ (=1843) μηνὶ Ἰουλίῳ ίνδ. α΄ καὶ δίδοται ὅπου ἄν ἡ χρεία θυσιαστήριον θεῖον καὶ ἱερουργηθὲν τοῦ τελεσθῆναι».
12. Ὄπισθεν εἰκόνος ἀρχαίας ἐν τῷ ναῷ Ἁγίας Παρασκευῆς:
IC XC
A Π Μ ΣΤ
Φ Χ Φ Π
Τ Κ Π Γ ; Ε
Ε Ε Θ Θ Θ Θ Τ Τ
Ξ Δ ; Ο
13. Αὐτόθι. – Ἔν τινι μονυδρίῳ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἄνωθεν τῆς δυτικῆς θύρας τοῦ ναοῦ, ἐπὶ πλακὸς ἐντετειχισμένης, ἀναγινώσκεται ἡ ἐπιγραφή:
«Ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος οὗτος ναὸς τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων τῶν ιβ΄ ἀνιδρύθη συνδρομῇ καὶ δαπάνῃ Ἰωάννου Ρίζου Καββάδη μετὰ τοῦ Κώστα Ι. Καββάδη ἐκ κώμης Γούρας εἰς μνημόσυνον αἰώνων καὶ ψυχικὴν αὐτῶν σωτηρίαν ἐν ἔτει 1882 Ἀπριλίου 4».
’Εν ταῖς ἀνωτέρω ἐκκλησιαστικαῖς ἐπιγραφαῖς Γούρας ἀνευρίσκομεν τὰ ὀνόματα δύο ἐπισκόπων Θαυμακοῦ, τοῦ Ἀρσενίου κατὰ τὸ 1701 καὶ τοῦ Ἰακώβου 1796 – 1802.
Οἱ ἄρχοντες καὶ προεστοὶ Γούρας Θεόδωρος καὶ Ἀργύριος Πλατυγιαννάδαι ἀναφερόμενοι ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τῆς ἐκκλησίας Ἁγίας Παρασκευῆς, ἀναφέρονται καὶ ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, σὺν τῷ τρίτῳ ἀδελφῷ αὐτῶν Νίκῳ, ὡς καὶ ὁ Στάθης Συκᾶς, οὗτινος ἡ οἰκογένεια σώζεται ἔτι καὶ νῦν. Ἕτερον δὲ μέλος τῆς οἰκογενείας Πλατυγιανναίων εἶναι ὁ ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου μετά 100 ἔτη ἀναφερόμενος Γέρω Δῆμος Πλατυγένης. Ἡ ἀρχαία αὕτη οἰκογένεια τῶν Πλατυγιανναίων ἤ Πλατυγενῶν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐξέλαμψεν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἰωάννου Γουριώτου ἤ Πλατυγένη καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Δημητρίου Πλατυγένη, διαμενόντων ἐν Προταριᾷ καὶ γνωριζομένων ὑπὸ τὸ ὄνομα Γουριωτῶν ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος αὐτῶν Γούρας.
Ὁ Ἀναστάσιος Γούδας ἐν τοῖς Παραλλήλοις αὑτοῦ Βίοις τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων (τόμ. γ, σελ. 109), βιογραφῶν τὸν Δημήτριον Πλατυγένην, λέγει ὅτι «ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐκαλεῖτο πρότερον Ἰωάννης Γουριώτης, ὅστις ὑπῆρξε, κατὰ Φίλιππον Ἰωάννου, ἀνὴρ εὐφυής, εὔγλωττος, προσηνής, μεγαλοπράγμων, ἱκανὸς μὲν τῆς ἑλληνικῆς παιδείας κάτοχος, φίλος δὲ ἔνθερμος τῶν Μουσῶν, ἐτίμα τοὺς μετέχοντας παιδείας καὶ ἐδείκνυε πατρικὴν στοργὴν πρὸς τοὺς ἐφιεμένους νὰ ἐκπαιδευθῶσι νέους, οὕς ἐσυνείθιζε νὰ ἀποκαλῇ καὶ τέκνα του». Τοιοῦτος δ’ ὤν ἐφρόντισε νὰ δώσῃ χρηστὴν ἀνατροφὴν τῷ υἱῷ αὑτοῦ Δημητρίῳ.
Κατὰ δὲ τὴν στρατείαν τοῦ Μαχμοὺτ Πασσιᾶ Δράμαλη εἰς τὴν Θετταλομαγνησίαν, ἥν καθυπέταξε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, ἠναγκάσθη καὶ ὁ Ἰωάννης Πλατυγένης, ὡς πλεῖσται ἄλλαι οἰκογένειαι, νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πατρίδα καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν παρακειμένην νῆσον Σκιάθον μὴ λείπων νὰ φροντίζῃ πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἀγῶνος.
Μεθ’ ὅ ἐπιβιβασθεὶς πλοίου μετ’ ἄλλων προσφύγων ὅπως καταφύγῃ εἰς Ψαρὰ διὰ τὸ ἀσφαλὲς διεφθάρη κατὰ τὸν πλοῦν ὑπὸ τουρκικοῦ στόλου αὔτανδρον τὸ πλοίον, διασωθέντος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Δημητρίου Πλατυγένους εἰς Σύρον καὶ ἐκεῖθεν μεταβάντος εἰς Τεργέστην.
Οὗτος ἐπιδοθεὶς εἰς τὸ ἐμπόριον κατέστη ὑπέρπλουτος καταλιπὼν 300.000 φράγκα εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον καὶ 4.000 φιορίνια κατὰ τοὺς μὲν εἰς τὴν Σχολὴν Πορταριᾶς, κατὰ τοὺς δὲ Γούρας, καὶ εἰς ἄλλα ἐν Τεργέστῃ ἀγαθοεργὰ ὑποκαταστήματα, κατὰ τὸν θάνατόν του συμβάντα τῷ 1849.
Ἐπίσης ἐν ταῖς ἐπιγραφαῖς ἀναφέρεται ἡ οἰκογένεια Ἰωάννου Καρυώτη. Τούτων ὁ τελευταῖος ἀπόγονος, ὁ Δημήτριος Καρυάδης, κατέλιπεν εἰς Γούραν ὑπὲρ τῶν σχολείων 21.000 δραχμὰς κατατεθειμένας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ταύτας διὰ τῆς δραστηρίας ἐνεργείας τοῦ νῦν ρέκτου δημάρχου Ὄθρυος κ. Κ. Καραγεώργου θὰ χρησιμοποιήσωσι πρὸς συντήρησιν Ἑλληνικοῦ Σχολείου καὶ Παρθεναγωγείου.
Ὁ τίτλος τοῦ Λογοθέτου εἶναι πολιτικός. Ὁ δὲ προεστεύων τῷ 1802 Θεόδωρος Ντρύβας ἀναφέρεται καὶ ἐν ἄλλαις ἐκκλησιαστικαῖς ἐπιγραφαῖς.
Πρὶν περατώσω τὴν περὶ τῆς Γούρας ἔκθεσίν μου, καθῆκον ἀπαραίτητον νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀναφέρω ὅτι αἱ λαμπραὶ ἁγιογραφίαι τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Γούρας ὁσημέραι καταρρέουσαι ὑπὸ ἀκηδείας κινδυνεύουσιν εἰς ἀφανισμὸν περιστῆναι. Κρῖμα ὅτι ἡ λαμπρὰ ἐν τῷ ἁγίῳ βήματι αὐτῶν μυστικὴ συνένωσις τῆς ἄνω καὶ κάτω Ἱεραρχίας, ἔνθα ὁ εὐλαβὴς ἱερεὺς ἱστάμενος, ἐνδυόμενος ἤ ἐκδυόμενος, εἰσερχόμενος ἤ ἐξερχόμενος πλήρης ἐνθουσιασμοῦ ἠδύνατο νὰ λέγῃ τὴν περικοπὴν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν ἀναφέρων αὐτὴν «Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ. Χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπείγια συγχορεύει οὐρανοῖς», κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ.

Β΄. Ἐρείπια μονῶν
Α) Πέριξ τῆς Γούρας, εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας πρὸς Β., ἐν τῇ θέσει «Μοναστήρι», κεῖνται ἐρείπια ἀρχαίας βυζαντιακῆς μονῆς ἀδήλου ὀνόματος. Σώζεται τὸ κρηπίδωμα τοῦ ναοῦ καὶ τῶν πέριξ δωματίων, καὶ ἐν τῷ μέσῳ θάλλουσι γηραλέαι δρῦς, μαρτυροῦσαι ὅτι πρὸ αἰώνων κατεστράφη ἡ Μονή.
Ἐπειδὴ ἐν μὲν Γούρᾳ εἶπον ἡμῖν ὅτι ὑπάρχει ἐνεπίγραφος λίθος ἐν τῷ τόπῳ, ἡμεῖς δέ, μεταβάντες δὲν εὕρομεν τοιούτον, ἡ δὲ παράδοσις ἀναφέρει Ἅγιον Θεόδωρον ἐνταῦθα, καίτοι ἐν μεταγενεστέροις χρόνοις ἐτελεῖτο λειτουργία τὴν ἑορτὴν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ἐν ὑπαίθρῳ, παραδεχόμεθα ἀδιστάκτως ὅτι ἡ μονὴ αὕτη ἀνήκει εἰς τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους εἰς Κρομποὺς καὶ ὑπαγομένη εἰς τὴν Ἐπισκοπὴν Θαυμακοῦ, εἰς ἥν ὑπήγετο μέχρις ἐφέτος ἡ Γούρα καί, ἧς τὸ ὄνομα εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν Πρακτικῶν Συνόδου συνελθούσης ἐν Νικαίᾳ τῷ 1220, καθ’ ἅ μοὶ ἔγραφεν ἄλλοτε (τῷ 1875) ὁ κ. Ἀντώνιος Μηλιαράκης.
Β) Πρὸς Ν. τῆς Γούρας, μεταξὺ ταύτης καὶ τοῦ χωρίου Λογγίτσι, εἰς ἀπόστασιν δύο ὡρῶν, κεῖνται τὰ ἐρείπια ἀρχαίας μονῆς ἐν τῆ θέσει «Παλιο – μοναστήρι» κατ’ ἀντίθεσιν πρὸ τὸ ἀνωτέρω. Καὶ ταῦτα τὰ ἐρείπια ἀγνοοῦμεν εἰς ποίαν μονὴν ἀνήκουν, οὐδεμιᾶς σωζομένης ἐπιγραφῆς.

Δῆμος Μελιταίας
Μετὰ ταῦτα μετέβην εἰς Ἀβαρίτσαν κειμένην ἐπὶ τῆς κλιτύος τῆς δυτικῆς ὀροσειρᾶς τῆς Ὄθρυος καἰ ἀπέχουσαν τῆς Γούρας 2,5 ὥρας. Ἡ κώμη αὕτη οἰκουμένη ὑπὸ 100 οἰκογενειῶν καὶ οὖσα ἕδρα τοῦ Δήμου Μελιταίας κατέχει τὴν θέσιν τῆς ἀρχαίας φθιωτικῆς πόλεως Μελιταίας συχνάκις ἀναφερομένης παρὰ τοῖς ἀρχαίοις συγγραφεῦσι.
Τὰ τείχη τῆς πόλεως ταύτης ἀνήκουσιν εἰς τὴν Δ΄ π. Χ. ἑκατονταετηρίδα καὶ σύγκεινται ἐκ μεγάλων ὀρθογωνίων ὀγκολίθων κανονικῶς ἐπ’ ἀλλήλων τεθειμένων. Οἱ περίοικοι τοὺς λίθους τῶν τειχῶν ὡς καὶ τοὺς ἑκάστοτε ἀνευρισκομένους ἐνεπιγράφους ἤ ἀναγλύφους μεταχειρίζονται εἰς τὴν οἰκοδομίαν νεωτέρων οἰκιῶν, καταστρέφοντες τὰ γράμματα ἤ τὰς ἀναγλύφους συνθέσεις. Τὸ τοιοῦτον τὸ ἤκουσα ἀφελῶς ἐκ τοῦ στόματος βουλγάρων κτιστῶν, οἵτινες μετὰ χαιρεκακίας μάλιστα κατέστρεψαν πολλοὺς ἐνεπιγράφους λίθους, διαλαθέντας τὸ ὄμμα συμπαθοῦς τινος φιλαρχαίου καὶ ἑπομένως μὴ ἐκδοθέντας, οὔ μὴν αλλὰ καὶ αἱ ὑπὸ διαφόρων ἀρχαιολόγων δημοσιευθεῖσαι ἐπιγραφαὶ δὲν εὑρίσκονται ἐπὶ τόπου πλὴν τῶν ᾧδε ἀναγραφομένων ἐλαχίστων.
Ἐπὶ τῆς ἀκροπόλεως ἵδρυται νῦν μονύδριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, κατέχον τὴν θέσιν ἀρχαίου ἱεροῦ τοῦ Σωτῆρος Διός, ὡς ἔκ τινος ἐπιγραφῆς δηλοῦται. Ἐν τῷ προαυλίῳ τοῦ ναοῦ ἔκειντο μονόλιθοι κίονες τέσσαρες ἐκ λευκοτάτου μαρμάρου ἀνήκοντες πιθανῶς εἰς τὸν περικαλλῆ τοῦτον ναόν, οἵτινες δυστυχῶς κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν βαρβάρων κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 ὡς καὶ τέσσαρες ἕδραι μαρμάριναι ἀνευρεθεῖσαι ἔν τισιν ἀνασκαφαῖς ἐπὶ τούτου.
Ὁ χρόνος ἐφείσατο τῆς σπουδαιοτάτης ἐπιγραφῆς ἐπὶ βάσεως λευκοῦ λίθου πλαισιουμένης ἀμφοτέρωθεν, ἐν ᾗ ἀναγράφεται ἀπόφασις τοῦ Αἰτωλικοῦ Συνεδρίου ἐπί τινος διαφορᾶς μεταξὺ Μελιταίας καὶ τῆς ἐκ ταύτης τῆς ἐπιγραφῆς τὸ πρῶτον ἤδη γνωριζομένης Πήρας, διακανονίζονται τὰ ὅρια ταῦτα κατὰ τὰς γνωστὰς τότε θέσεις, ὧν τὰ ὀνόματα ἀναγράφονται, κανονίζονται αἱ πολιτικαὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, οἱ φόροι, οὕς ὤφειλον νὰ πληρώνωσι κατ’ ἔτος οἱ Πηρεῖς πρὸς τοὺς Μελιταιεῖς, αἱ ποινικαὶ δίκαι, αἵτινες ὤφειλον νὰ δικάζωνται κατὰ τετραμηνίαν εν Πήρᾳ ὑπὸ τῶν ἐκ Μελιταίας ἀγορανόμων, ἑορτῆς τελουμένης κατ’ ἔτος εἰς τιμὴν τοῦ Σωτρος Διός, οὗ ναὸς ἦν ἐπὶ τῆς ἀκροπόλεως, καὶ διὰ τὸ ἔλαιον τῶν νεανίσκων κατὰ τοὺς γυμνικοὺς ἀγῶνας τῆς ἑορτῆς ταύτης.
Οἱ δικασταὶ διωρίσθησαν ὑπὸ τῶν Αἰτωλῶν ἐκ συμφώνου τῶν δύο διαδίκων πόλεων. Διατάσσεται δ’ ἐν τέλει ν’ ἀναγραφῇ ἡ προκειμένη ἀπόφασις ἐν στήλαις καὶ στηθῇ ἔν τε Μελίταίᾳ, ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἐν Δελφοῖς, ἐν Καλυδῶνι καὶ ἐν Θέρμῳ.
Μάρτυρες ἦσαν τὸ Συνέδριον τῶν Αἰτωλῶν, τὸ ἐπὶ γραμματέως Λύκου ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ τῶν προστατῶν αὐτοῦ …μαίου Σπαττίου, Δυσσώπου Ἀπολλωνιέως καὶ αὐτοῦ τοῦ γραμματέως Λύκου Ἐρυθρέως. Τούτοις προσεπιμαρτυροῦσι ὁ ἵππαρχος τοῦ Συνεδρίου καὶ τρεῖς ἄλλοι πολῖται ἐκ διαφόρων πόλεων.
Οἱ μέχρι τοῦδε ἐκδόντες τὴν ἐπιγραφὴν ἀτελῶς ἐξέδωκαν αύτήν. Καὶ ὁ μὲν Ραγκαβῆς παρέλειψεν ἕνα στίχον ἐκ παραδρομῆς καὶ ἀναλύων αὐτὴν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ διατελῶν ὅλως ἐν ἀγνοίᾳ τῶν περιγραφομένων μερῶν ἀτόπως ἀποδίδει τὰ σπουδαῖα ταῦτα παρὰ τὴν Ἀβαρίτσαν ἐρείπια εἰς τὴν ἀρχαίαν Πήραν, πόλιν ὅμορον καὶ ὑποτελῆ τῆς Μελιταίας, τὴν δὲ Μελίταιαν τίθησι παρὰ τὸ νῦν χωρίον Κισλάρ, πέντε ὥρας ἀπέχον πρὸς Β. τῆς Ἀβαρίτσης. Ὀρθότερον ὁ Ussing ἀποδίδει αὐτὰ εἰς τὴν Μελίταιαν. Πάντες δὲ οἱ νεώτεροι ἀρχαιολόγοι συμφωνοῦσι τῷ Ussing, πλὴν τοῦ Ραγκαβῆ, ἀκολουθήσαντος τὴν γνώμην τοῦ Leake.
Ὡς πρὸς τὴν ἀντίδικον ὅμως τῇ Μελιταίᾳ πόλιν Πήραν, ἥτις ἐστὶ τὸ κύριον ἡμῶν θέμα, πάντες εἰκῇ καὶ ἐπιπολαίως τιθέασιν αὐτὴν ἀορίστως καὶ θεωροῦσιν αὐτὴν κώμην μικρὰν καὶ ἄσημον ἀτείχιστον καὶ τῇ Μελιταίᾳ τελοῦσαν. (Πρβλ. Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, σ. 328, Ν. Γιαννόπουλος, Φθιωτικά, σ. 40).
Ἡ βραχεῖα ἀποστολὴ ἡμῶν ὑπὸ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος», συνετέλεσεν ἵνα καλλίτερον μελετήσωμεν τὰ περὶ τὴν Μελίταιαν μέρη καὶ σπουδάσωμεν τὴν τοπογραφίαν τῆς δυσμικῆς πλευρᾶς τῆς Ὄθρυος, ἔνθα εὕρομεν τεσσάρων πόλεων ἐρείπια οὔπω ἐγνωσμένων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Μελίταια ἤριζε μετὰ τῆς Πήρας περὶ διαμφισβητουμένων ὁρίων καὶ ἀγρῶν, ὤφειλεν ἡ δευτέρα αὕτη νὰ κεῖται πλησιέστατα τῇ πρώτῃ. Τοιαύτη θέσις εἶναι τἀνῦν ἡ ἐν τῇ περιφερείᾳ Γούρας Μόργια λεγομένη, ἔνθα ἐπὶ λόφου ἐπιστεφομένου ὑπὸ ὡραίων ἐρειπίων τείχους παναρχαίου καὶ εἰς ἱκανὸν ὕψος κρεμαμένου, οὗ ἡ κατασκευὴ ἀνήκει εἰς τὴν μεταγενεστέραν πολυγωνικὴν περίοδον ἀποκλίνουσαν πρὸς τὴν κανονικήν.
Οἱ ὑπὸ τῶν Γουριωτῶν ἠρωτριώμενοι ἀγροὶ παρουσιάζουσιν ἴχνη τῆς ἀρχαίας πόλεως καταφανῆ, συντρίμματα κεράμων καὶ ἀγγείων καὶ ἐκθάπτονται διὰ τῆς ὕννιος πολλάκις καὶ τέλεια ἀγγεῖα πήλινα ἤ χαλκᾶ μεθ’ ὡραίων τορευτῶν γλυφῶν καὶ γραφῶν. Ἀνευρέθη τὸ ὑδραγωγεῖον ἐκ σωλήνων πηλίνων, ἑνὸς περίπου μέτρου μήκους καὶ κεῖται ἐρριμένος ἔν τινι παρακειμένω ρύακι μονόλιθος κίων ἐκ λευκοτάτου μαρμάρου.
Κατὰ ταῦτα, τεθείσης τῆς Πήρας ἐν τοῖς ἐρειπίοις τῆς θέσεως Μόρια, βλέπομεν ὅτι αὕτη δὲν ἀφίστατο ἤ 2,5 περίπου ὥρας τῆς Μελιταίας. Εὐκόλως δὲ ἡ περιγραφὴ τῶν ὁρίων μεταξὺ τῶν δύο πόλεων διευκρινίζεται ἤδη, ἐὰν Ἐλιπέα μὲν ἐννοήσωμεν τὸν καὶ νῦν Ἐνιπέα διερχόμενον μεταξὺ Μελιταίας καὶ τοῦ νῦν χωρίου Χιλιαδοῦς, Εὔρωπον δὲ τὸν νῦν κατερχόμενον ἐκ τῆς Ὄθρυος πρὸς δυσμὰς τῆς Γούρας, καὶ ἀρδεύοντα τὰ κηπάρια αὐτῆς, Γαλαίου δὲ πηγὴν πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὴν νῦν πηγὴν τοῦ Γουριωτίκου ποταμοῦ, ἀναβλύζουσαν ἐντὸς του χωρίου Γούρας.
Παρὰ τοὺς νῦν κήπους τῆς Γούρας γίνεται ἡ συμβολὴ τοῦ Γαλαίου καὶ τοῦ Εὐρώπου, ὅστις νῦν ὑπὸ τὸ ὄνομα Γουριώτικος ποταμὸς ἐξακολουθεῖ τὸν πρὸς Β. ὀρεινὸν αὐτοῦ ροῦν καταλείπων ἀριστερὰ τὴν Μόργιαν (Πήραν) καὶ συμβάλλων τῷ Ἐνιπεῖ παρὰ τὸ νῦν χωρίον Ταμπακλί. Οἱ δὲ ρύακες Κερκίνης, Ὕπατος καὶ Μύνις ἐχύνοντο εἰς τὸν Εὔρωπον, τὸν νῦν Γουριώτικον καὶ ζητητέον παρὰ τὰς χαράδρας τῆς δυσμικῆς πλευρᾶς τῆς Ὄθρυος. Ἑρμαῖον δὲ θεωρητέον ἐξοχικόν τι ἱερὸν τοῦ Ἑρμοῦ. Συμβολὴ δὲ τοῦ Εὐρώπου ἐνοητέα ἡ μετὰ τοῦ Ἐνιπέως ἔναντι τοῦ Ταμπακλί, ὅπου ὤφειλον νὰ λήγωσι τὰ ὅρια ἀμφοτέρων τῶν διαμαχομένων πόλεων. Ἡ δὲ ἐν τῇ ἐπιγραφῇ ἀναφερομένη δημοσία χώρα, οἱ Καράνδαι καἱ ἡ Φιλιαδών, σώζονται ἔτι καὶ νῦν παραδόξως ἡ μὲν πρώτη ἐν τῇ νῦν θέσει Καράμπα, ἡ δὲ δευτέρα ἐν τῇ νῦν κώμῃ Χιλιαδοῦ, διότι, καθ’ ἡμᾶς, τὸ Φ ἐξέπεσε κατὰ τοὺς μεταγενεστέρους χρόνους εἰς Χ. Κατὰ ταῦτα καὶ ἡ Φιλιαδὼν μετεβλήθη εἰς Χιλιαδού.
Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι ἡ Πήρα ἔκειτο ἐν τῇ θέσει Μόργια. Μία ἐπιτύμβιος ἐπιγραφὴ δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ζωσιμᾶ Ἐσφιγμενίτη ἐν Βώλῳ ἐν τῷ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδοθέντι ἡμερολογίῳ «τῇ Φήμῃ» τῷ 1888 (σελ. 155) καὶ ἀνευρεθεῖσα ἐν Γενιτζὲκ χωρίῳ τοῦ Ἁλμυροῦ, ὡς ἑξῆς:
ΠΑΡΜΕΝΙΑ ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ ΓΥΝΗ ΠΥΡΡΑΙΑ
καὶ βραδύτερον ὑφ’ ἡμῶν ἐν τῷ Bulletin de Correspondance Hellénique (τόμ. XV, σ. 567, αρ. 10) ἔχουσα δὲ οὕτω :
ΠΑΡΜΕΝΕΙΑ Παρμενεία
ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ Παρμενίωνος
ΓΥΝΗ γυνὴ
ΠΗΡΑΙΑ Πηραία
Βεβαιοῖ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως Πήρας (Πρβλ. Νικ. Γιαννόπουλος, Φθιωτικά, σελ. 37).
Μένει νὰ ἐξηγηθῇ ἤδη ὑπὸ τῶν ἀρχαιολογούντων τὸ ἑξῆς πρόβλημα. Ὁ Στράβων (Θ 432) ἀναφέρει ὅτι οἱ Μελιταιεῖς ἐδείκνυον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ τὴν Ἑλλάδα «ἄπωθεν αὐτῶν δέκα σταδίους ἀπέχουσαν, ἡνίχ’ ἡ σφετέρα πόλις Πύρρα ἐκαλεῖτο, μαρτύριον ἔχοντες τὸν ἐν τῇ σφετέρα άγορᾷ κείμενον τάφον τοῦ Ἕλληνος, υἱοῦ τοῦ Δευκαλίωνος».
Κατὰ ταῦτα Πύρρα ἐκαλεῖτο ἡ πόλις των Μελιταιέων ὁπόταν ἤκμαζεν ἡ Ἑλλὰς (ἡ ὁμηρικὴ πόλις) καὶ ὡς μαρτύριον ἔφερον τὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ αὑτῶν τάφον τοῦ Ἕλληνος, υἱοῦ τοῦ Δευκαλίωνος, εἰς ἀνταπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν Φαρσαλίων, διατεινομένων ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔκειτο ἐν τῇ ἑαυτῶν χώρᾳ εἰς ἀπόστασιν πεντήκοντα σταδίων ἀπὸ τῆς ἑαυτῶν πόλεως. Καθ’ ἡμᾶς δίκαιον εἶχον οἱ Μελιταιεῖς, διότι εἶχον βέβαιον μαρτύριον νὰ ἐπιδείξωσι τὸν κατὰ παράδοσιν τάφον τοῦ Ἕλληνος. Διατὶ ὅμως ἡ πόλις αὐτῶν πρότερον ἐκαλεῖτο Πύρρα; Εἰς τιμὴν τῆς μητρὸς τοῦ Ἕλληνος καὶ συζύγου τοῦ Δευκαλίωνος Πύρρας: ἀλλὰ τότε διατὶ ἐν μεταγενεστέροις χρόνοις μετωνομάσθη Μελίταια, ἀνευρίσκομεν δὲ τὴν Πήραν ἐν ἐπιγραφαῖς διαφιλονεικοῦσαν ὅρια καὶ γῆν μετὰ τῆς Μελιταίας καὶ καταφεύγουσαν εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν Αἰτωλῶν; ἐνῶ ἄν ἦτο ἄσημος, δὲν θὰ εἶχε βεβαίως τοιαύτας ἀξιώσεις νὰ δικασθῇ μετὰ τῆς ἰσχυροτέρας αὐτῆς Μελιταίας; Διατὶ τὸ μὲν κείμενον τοῦ Στράβωνος φέρει Πύρραν τὴν γραφὴν δι’ ΥΡ αἱ δὲ ἐπιγραφαὶ δι’ Η; Ταῦτα νομίζομεν τὰ ἐρωτήματα μόνον δι’ ἀνασκαφῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῶσι.
Μετὰ ταῦτα ἀνεύρομεν ἐν τῷ χωρίῳ σπόνδυλον κίονος ἀρχαίου ναοῦ φέροντα εἰς τὰς πλευράς αὑτοῦ ἐπιγραφὰς περιεχούσας πράξεις ἀπελευθερώσεως δούλων τῶν μακεδονικῶν καὶ ρωμαϊκῶν χρόνων, καθ’ ὅσον οἱ ἀπελεύθεροι ἐπλήρωνον τὸ ἐκ τοῦ νόμου γενόμενον εἰς στατῆρας καὶ δηνάρια ρωμαϊκά, ἀνὰ 15 μὲν στατῆρας, 22½ δηναρίων ἕκαστος.
Ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα τῶν στρατηγῶν Εὐβιότου, Φιλοκράτους τοῦ Ἀρχελαΐδα, Εὐρυδάμαντος, Ἡρακλείδα καί τινων ἄλλων δυσαναγνώστων. Τὰ ὀνόματα διαφόρων ταμιῶν καὶ διαφόρων μηνῶν τῆς πόλεως, ἐν οἷς τῶν Ὁμολωίου, Ἀφρίου καὶ Θυίου γνωστῶν καὶ ἐξ ἄλλων ἐπιγραφῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δύο τέως ἀγνώστων Τραγίου καὶ Βουτραγίου, μηνῶν ποιμενικῶν, ἐπιχωριαζόντων φαίνεται, παρὰ τοῖς κατοίκοις τῶν μερῶν τούτων, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ εὑρέθησαν ἐν Θεσσαλίᾳ τοιοῦτοι μῆνες. Ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ πράξεων ἡ τελευταία συμπίπτει περὶ τὸ 43 ἔτος μ. Χ. καθ’ ὅσον ρητῶς ἀναφέρεται ἐν αὐτῇ «ἔτους Γ΄ Τιβερίου Κλαυδίου Καίσαρος, Γερμανικοῦ».
Ἑτέρα ἐπιγραφὴ ἐπὶ ὀρθογωνίου λίθου κειμένου παρὰ τὴν θύραν τοῦ τείχους τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς στοιχηδὸν γεγραμμένη διαιωνίζει τὸ ὄνομα τοῦ Ἀμυνάνδρου βασιλέως τῶν Ἀθαμάνων δωρησαμένου 10 τάλαντα ἀργυρᾶ πρὸς ἐπισκευὴν τῶν τειχῶν καὶ τῆς πύλης.
Ἑτέρα δὲ ἐπιγραφὴ τεθειμένη ἐγκαρσίως τῆς θύρας τοῦ μονυδρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀναγράφει τὸ ὄνομα ΜΕΛΙΤΑ ΔΑΜΟΦΕΙΔΗΣ, ἐξ ἧς ἐξάγεται ὅτι ἐπὶ τῆς ἀκροπόλεως ὑπῆρχε ναὸς εἰς τιμὴν τῆς Μελίτης νύμφης προστάτιδος τῆς πόλεως ἀνατεθείσης πιθανῶς ὑπὸ τοῦ Δαμοφείδου.
Τοιαύτη διὰ βραχέων ἡ ἀνὰ τὴν Ὄθρυν ἐκδρομή μου, ἥτις, ἄν μὴ ἀπρόοπτον δυστύχημα συνέβαινέν μοι, θὰ ἦτο ἴσως λυσιτελεστέρα ἐν ἐπιγραφαῖς καὶ ἐρεύναις.
Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 10 Σεπτεμβρίου 1900
Ν . Ι .Γιαννόπουλος

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2021

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Την Τετάρτη, στις 22.12.2021, και ώρα 18.00΄, στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Δημητρίου Αλμυρού, εψάλησαν σε μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, ύμνοι για τη Γέννηση του Ιησού Χριστού. Η εκδήλωση, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Χριστός Γεννᾶται Δοξάσατε», διοργανώθηκε από τη Φιλάρχαιο Εταιρεία Αλμυρού, το Ιεραποστολικό Κέντρο του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου Αλμυρού «ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ», τον Βυζαντινό Χορό του Συνδέσμου Ιεροψαλτών Ι. Μ. Δημητριάδος και Αλμυρού «ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗΣ» και με την αμέριστη στήριξη του Δήμου Αλμυρού.
Την εκδήλωση άνοιξε η εκπρόσωπος του Ι.Κ. του Αγ. Δημητρίου κ. Χριστίνα Μπουρλάκη, η οποία καλωσόρισε τους οργανωτές και τους παρευρισκομένους, τονίζοντας τη σπουδαιότητα της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων. Προλογίζοντας η Πρόεδρος του Δ.Σ. της Φιλαρχαίου Εταιρείας, κα Χρυσούλα Κοντογεωργάκη, μεταξύ των άλλων ανέφερε: «Μετά από περίπου 2 χρόνια απομόνωσης, αυτοσυγκέντρωσης και σιωπής, με πολλές επιφυλάξεις και προφυλάξεις από την πανδημία, κάνουμε ένα προσκλητήριο για να ανασυνταχθούμε. Ξανασυναντούμε, σήμερα, πρόσωπα αγαπημένα στον ιερό και φιλόξενο χώρο του Ναού, στοχεύοντας στη δημιουργία αισιόδοξης διάθεσης, εορταστικής ατμόσφαιρας και ψυχικής ανατάσεως. Αφορμή γι΄ αυτό, στάθηκε η ξεχωριστή ημέρα, η μεγαλύτερη ίσως, της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης, η γενέθλιος ημέρα του Θεανθρώπου».
Η εκδήλωση , με την υψηλής ιεροψαλτικής τέχνης εκτέλεση και ερμηνεία των ύμνων, μας προσέφερε μοναδικές στιγμές μυσταγωγίας και αγαλλίασης. Οι ιεροψάλτες, μύστες της απαράμιλλης Βυζαντινής Μουσικής, ερμήνευσαν 8 ύμνους. Σύντομα κείμενα, προλόγισμα κάθε ύμνου, σε γλώσσα κατανοητή, συνέγραψαν και διάβασαν με ιδιαίτερο τρόπο η κάθε μια, οι κες Χρύσα Μαρδάκη και Χρυσούλα Κοντογεωργάκη.
Την εκδήλωση τίμησαν : Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιος, ο Δήμαρχος κ. Ευάγγελος Χατζηκυριάκος, ο οποίος απηύθυνε χαιρετισμό, η Αντιπεριφερειάρχης κα Δωροθέα Κολυνδρίνη, που επίσης απηύθυνε σύντομο χαιρετισμό, οι περιφερειακοί Σύμβουλοι κοι Iωάν. Τέας και Γιώργος Κίτσιος, ο πρώην Δήμαρχος κ. Δημήτριος Εσερίδης και ο Πρόεδρος του Κέντρου πρόληψης Μαγνησίας «Πρόταση Ζωής» κ. Ευθύμιος Ζιγγιρίδης.
Αξίζει να αναφερθεί η μεγάλη προσφορά στην ιεροψαλτική, του Βυζαντινού Χορού των Ιεροψαλτών της Ι.Μ. Δημητριάδος και Αλμυρού, με την παρουσία του σε ανάλογες εκδηλώσεις στην πόλη μας και το σπουδαίο έργο που επιτελεί, με τις σημαντικές του διακρίσεις εντός και εκτός της Ελλάδος. Δραστηριοποιείται επίσης, στο παραδοσιακό τραγούδι, έκφραση λαϊκή των δρόμων της Βυζαντινής Μουσικής. Διευθυντές του υπήρξαν οι αείμνηστοι Πρωτοψάλτες, Εμμανουήλ Χατζημάρκου και ο συντοπίτης μας Ιωάννης Μελέτης. Πλέον, τον διευθύνουν εκ περιτροπής ο Άρχων Μουσικοδιδάσκαλος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, κ. Κυριαζής Νικολέρης και οι Πρωτοψάλτες κ.κ. Ιωάννης Σχώρης, Ευστάθιος Δ. Γραμμένος, Δημήτριος Απ. Κατσικλής και Δημήτριος Ανδρ. Χατζηγεωργίου.
Την εκδήλωση έκλεισε, με τον ζεστό και επίκαιρο καταληκτήριο λόγο του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιος, ο οποίος με ενδιαφέρον και αγάπη αγκαλιάζει και στηρίζει τις πολιτιστικές προσπάθειες στην πόλη μας.
Από το Δ.Σ. της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΣΚΑΦΗΣ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΛΟΥ

 

Ἀρχαιολογικὴ ἐκδρομὴ εἰς Κεφάλωσιν

Εἰς τὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας φθιωτικῆς πόλεως Ἅλου ἡ ἐν Ἁλμυρῷ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία  «Ὄθρυς», εκδραμοῦσα διὰ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, πλὴν τοῦ κ. Γ. Πλάκα, καὶ τῶν ἑταίρων Γ. Ζάχου, Π. Παπανικολάου, Β. Πίνα, Χρ. Μωραΐτου καὶ Σ. Πλάκα, πρὸς ἐξερεύνησιν τῆς πόλεως ταύτης, ἐν τῷ πρὸς Β. αὐτῆς ἐκτεινομένῳ Ἀθαμαντίῳ Πεδίῳ, περιβαλλομένῳ μεταξὺ τοῦ Ματάζη Ποταμοῦ πρὸς Β. καὶ τοῦ Ἀμφρύσσου πρὸς Μ. ἀνεῦρε τὸ ἀρχαῖον νεκροταφεῖον αὐτῆς.

Τοῦτο διακρίνεται εὐκόλως ἐκ τῶν ὑπὲρ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς ὑψουμένων χειροποιήτων γηλόφων, οἵτινες ὑπὸ τῶν νῦν κατοίκων γνωρίζονται ὑπὸ τὸ ὄνομα μαγοῦλαι. Τούτων τριῶν εἰδῶν μεγέθη ἀπαντῶσι: Εἷς πρώτου μεγέθους, ὀκτὼ ὡς δέκα δευτέρου καὶ εἴκοσι περίπου τρίτου μεγέθους μόλις ἐξέχοντες τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς.

Τὸ σύστημα τοῦτο τῶν τάφων δι’ ἐπιχωματώσεως, δίκην κωνοειδῶν λόφων, καλεῖται ὑπὸ τοῦ Ἑρνέστου Κουρτίου λυδικὸν  ἅτε ὑπὸ τῶν Λυδῶν ἐπινοηθὲν καὶ μετενεχθὲν ἐκ τῆς Ἀσίας εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, ἤτοι τὰ τοῦ Αἰγαίου παράλια κατὰ τοὺς χρόνους τῶν παναρχαίων ἐκείνων μεταναστεύσεων τῶν πελασγικῶν φύλων, κατελήφθησαν τὸ πρῶτον ὑπὸ τῶν Ἀχαιῶν, ἐγκαταστάντα ἐν τῇ Φθιώτιδι, οἵτινες ἐκ τῆς οἰκογενείας τῶν ἐν Σιπύλῳ Τανταλιδῶν ἐκ Λυδίας ἕλκοντες τὴν καταγωγὴν ἐκόμισαν ἐνταῦθα τὴν λυδικὴν τέχνην καὶ τὴν λατρείαν τῆς λυδικῆς θεότητος Μεγάλης Μητρὸς (Ἀρτέμιδος).[1]

Μεταξὺ τῶν ἄλλων Εὐρωπαίων περιηγητῶν ὁ Heugey (Mission en Macedoine, appendice) ἀναφέρει ὅτι πέριξ τῶν θεσσαλικῶν πόλεων Ἅλου, Λαρίσης, Φερῶν, Φαρσάλου, Γόμφων καὶ Μητροπόλεως εὕρηνται ἀρχαῖοι κωνοειδεῖς τύμβοι, ἐντὸς τῶν ὁποίων εὕρηνται σκελετοὶ ἀνθρώπων. Τὸν τύπον τοῦτον ὁ Heugey καλεῖ ἑλληνικόν. (Ν. Ι. Γιαννόπουλος, Φθιωτικά, σελ. 28).

Ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ  δύο μόνον προϊστορικῶν τάφων ἐγένετο ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, ἐπὶ τοῦ  τάφου τοῦ Διμηνίου τῷ 1894, καὶ ἐπὶ τοῦ  Πιλὰφ – τεπὲ ἐφέτος ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Σχολῆς. Ἐν δὲ τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ μόνον ἡ σκαπάνη τοῦ ἀμαθοῦς ἀγρότου ἐν μὲν τῇ Γούρᾳ ἀνέτρεψεν ἄρδην προϊστορικόν τινα τάφον μεταβαλοῦσα αὐτὸν εἰς ἀσβεστοκάμηνον[2]  ἐν δὲ τῇ Ἅλῳ τοὺς μὲν ἐσύλησε τερατωδῶς, τοὺς δὲ καὶ ἄρδην ανέτρεψε.

Ἡ Ἑταιρεία εὑροῦσα εἰς τοιαύτην κατάστασιν τοὺς πλείστους ἐξ αὐτῶν καὶ μὴ δυναμένη ἕνεκα ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς ζήλου τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν νὰ περιστείλῃ τὴν συνεχῶς γιγνομένην σύλησιν τῶν ἀρχαίων μνημείων, ἔγνω ὅπως προβῆ εἰς  δοκιμαστικὰς ἀνασκαφὰς ἐπὶ τοῦ ἑνὀς, τοῦ ὑψίστου πάντων. Καὶ δὴ ἀπὸ τῆς 11 – 16 Μαΐου ἀνώρυξε τάφρον 9 μ. μήκους πλέον τῆς ἀκτῖνος τοῦ κέντρου καὶ 4,5 – 5 μ. βάθους. Εἶδε δὲ ὅτι ὁ τύμβος ἐν διαφόροις στρώμασι παρουσίασεν ἴχνη παρεμφερῆ τοῖς τοῦ Πιλὰφ – τεπέ.

Εἰς βάθος 2 μ. εὑρέθησαν ὀστᾶ  θυσιασθέντων ζώων, εἰς βάθος δὲ 2,5 – 3 μ. εὑρέθησαν ἴχνη πυρᾶς καὶ τέφρας τῶν νεκρῶν. Εἰς βάθος δὲ 4,5 μ. εὑρέθησαν μεταξὺ τῶν ποταμίων λίθων ἐμπεφυρμένα ὀστὰ νεκρῶν, ἄνθρακες, ἴχνη πυρᾶς καὶ συντρίμματα ἀγγείων καλλίστης τέχνης, ἐζωγραφημένων. Εἰς βάθος δὲ 5 μ. σὺν τοῖς συντρίμμασιν ἀγγείων ἀνευρέθησαν καὶ ἴχνη πεπυρακτωμένου χαλκοῦ, οὗ  τεμάχια συνελέγησαν, καὶ 2 λόγχαι σιδηραῖ, ὧν ἡ μία εἰς 4 τεμάχια ἀφαρμοζόμενα ἀποτελεῖται ὁλόκληρος, ἡ δὲ ἄλλη ἡμίσεια.

Τεμάχια ἀγγείων ἐζωγραφημένων, μέρος τέφρας τῶν νεκρῶν καὶ αἱ  δύο λόγχαι καὶ τεμάχια χαλκοῦ συλλεγέντα μετηνέχθησαν εἰς τὸ ἐν Ἁλμυρῷ Μουσεῖον τῆς Ἑταιρείας.

Ἐκ τῶν γενομένων δὲ ἀνασκαφῶν ἡ κριτικὴ τῆς σκαπάνης κατέδειξεν, ὅτι ὁ λόφος οὗτος περιέκλειε τὴν τέφραν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ἀνδρείων ὑπερασπιστῶν τῆς πατρίδος Ἁλέων. Οἱ προσφιλεῖς αὐτοῖς οἰκεῖοι καὶ συγγενεῖς κομίσαντες ἐπὶ τοῦ τύμβου τὰς τεφροδόχας καὶ δακρυχόας αύτῶν ἔρριψαν αὐτὰς ἐπὶ τῆς πυρᾶς, ἐφ’ ἧς εἶτα ἐρρίφθησαν κατὰ στρώματα λίθοι ποτάμιοι καὶ χῶμα, καὶ ἀπετελέσθη ἡ σωρός, ἤτοι ὁ τύμβος οὗτος, πολυάνδριον στρατιωτικόν.

Χωρικοί τινες ἐκ Πλατάνου εἶπον ἡμῖν ὅτι οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ τύμβου τούτου ὑπῆρχον μάρμαρα λευκά, ἅτινα ἔκτοτε ἀφηρέθησαν ὑπὸ τῶν κατοίκων. Κατὰ ταῦτα ὑπῆρχε καὶ ἐνταῦθα τὸ  πάλαι, ὡς ἐν Χαιρωνείᾳ, πολυάνδριον τῶν Ἀλέων, ἐφ’ οὗ  λέων εἰστήκει πιθανώτατα ἄνευ τινὸς ἐπιγραφής, ὅ ὁ παναδαμάτωρ χρόνος τελείως ἠφάνισε.[3]

Παρέστησαν δὲ ἐν ταῖς ἀνασκαφαῖς ἐναλλὰξ οἱ κ. κ. Ε. Βαρβαρέζος, πρόεδρος, Ἀθ. Σπυριδάκις καὶ Μιλ. Χ. Σοπανόπουλος, σύμβουλοι, Π. Παπανικολάου, Β. Πίνας καὶ Γ. Ζάχος ἑταῖροι καὶ οἱ κ. Σ. Πλάκας καὶ Χ. Μωραϊτης.[4]

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 18 Μαΐου 1899.

Ν. Ι. Γιαννόπουλος

 

 

 

 

[1] Ἴδε Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν Ἑρνέστου Κουρτίου, τόμ. Α΄. κεφ.Στ΄, Μετάφρασις στὴν Νεολόγου Ἑβδομαδιαία Ἐπιθεώρησιν, τόμ Α΄, σ. 691. Περὶ δὲ Ἀχαιών μεσαζόντων μεταξὺ Πελασγῶν καὶ Ἑλλήνων ἴδε Gehard, Volksstamm der Achaer, ἔτ. 1893, 419 κλπ. Ἐπὶ τῶν αἰγυπτιακῶν ἀγγείων παρίστανται φέροντες κνημίδας ( Ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ στὸν Ὅμηρο) κατὰ τοὺς  Dr. Rounge (Reccue archeol. 1867, II, σ. 44, 96) καὶ Elles (Aegypten, I, σελ. 154 κ. εξ.). Κατὰ δὲ τὸν W. Playte (Z. F. Aegypt. Sprach 1871, σ. 15 – 16) εἶναι σφάλμα. Ἐκ τῶν Ἀχαιῶν ἐκλήθη καὶ τὸ  νότιον τοῦτο μέρος τῆς Θεσσαλίας Θεσσαλικὴ Ἀχαΐα καὶ οἱ  κάτοικοι  Ἀχαιοὶ Φθιῶται  (ἴδε Νικ. Γιαννόπουλος Φθιωτικά, σελ. 11). Ἡ Ἅλος καλεῖται παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἀχαϊκή (Ἡρόδοτος  Ζ΄ 197), ἡ  δὲ  Λάρισα Κρεμμαστὴ καὶ τὸ κυριώτατον αὐτῶν φρούριον. Περὶ δὲ τῆς λατρείας τῆς Ἀρτέμιδος ἐνταῦθα περισταμένης ἐπ’ ἀρχαίων νομισμάτων τῶν Ἀχαιῶν ἴδε Gardner, Cataloque of greek Coins, Thesasly etc. ( νόμ. Ἀχαιῶν pl. II, Ν.Γιαννόπουλος  Φθιωτικά, σελ. 13).

[2] Ἴδε Αὐγή Βώλου, ἀριθ,. 27, 26ης Ἰουλίου 1896

[3] Παυσανίου Περιήγησις, Βοιωτικά, βιβλίον Θ΄, κεφ. 40, 10 «προσιόντων δὲ τῇ πόλει  (Χαιρωνείᾳ)  πολυάνδριον Θηβαίων ἐστὶν ἐν τῷ πρὸς Φίλιππον ἀγῶνι ἀποθανόντων. Ἐπιγέγραπται μὲν δὴ ἐπίγραμμα οὐδέν, ἐπίθημα δ’ ἔπεστιν αὐτῷ λέων· φέροι δ’ ἄν ἐς τῶν ἀνδρῶν μάλιστα τὸν θυμόν· ἐπίγραμμα δ’ ἄπεστιν ἐμοὶ δοκεῖ ὅτι οὐκ ἐοικότα τῇ τόλμῃ σφίσι τὰ ἐκ τοῦ δαίμονος ἠκολούθησε».

[4] Ἰδὲ ἐφημ. Θεσσαλία Βώλου, ἀριθ. 515, τῆς 22ας Μαΐου 1899

ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΛΜΥΡΟΥ

 ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΟΥΣ ΤΥΜΒΟΥΣ ΤΗΣ ΑΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΜΥΡΟΤ
Πολλές αρχαιολογικές έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί και πραγματοποιούνται ακόμη στη θέση της αρχαίας
και της ελληνιστικής Άλου καί πολλές σχετικές εργασίες έχουν δημοσιευθεί από την Φιλάρχαιο Εταιρεία Αλμυρού
στα 24 εκδοθέντα μέχρι τώρα τεύχη του Δελτίου της και στους εννέα τόμους τῶν Πρακτικών των πέντε οργαωθέντων
μέχρι σήμερα Συνεδρίων Αλμυριώτικων Σπουδών.
                 Ωστόσο η παλαιότερη ἔρευνα στον χώρο της Άλου είχε πραγματοποιηθεί από την Φιλάρχαιο Εταιρεία Αλμυρού
πριν 129 χρόνια. Τα αποτελέσματα της έρευνας εκείνης υποβλήθηκαν στο τότε «Σεβαστόν επί των Εκκλησιαστικών
και της Εθνικής Παιδείας Υπουργείον» του Βασιλείου της Ελλάδος με ειδική έκθεση την οποία υπέγραψε ο τότε
πρόεδρος τῆς Φιλαρχαίου Εταιρείας Ευάγγελος Βαρβαρέζος.
                 Το κείμενο της έκθεσης εκείνης, ανέκδοτο μέχρι σήμερα, βρίσκεται στο αρχαίο της Φιλαρχαίου Εταιρείας
Αλμυρού. Στην έκθεση αυτή παρουσιάζονται πολύ ενδιαφέρουσες, ἀγωωστες μέχρι σήμερα, πληροφορίες.
                        Παρουσιάζουμε το κείμενο της έκθεσης αυτής:
             ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
                           «Η ΟΘΡΥΣ» Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 17 Μαΐου 1892
                   ΕΝ ΑΛΜΥΡΩ
Προς τό Σον ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικών καί Ἐθνικῆς Παιδείας Ὑπουργεῖον
                                    (Τμῆμα Ἀρχαιολογικόν)
                                                                                              εἰς Αθήνας

Ἀριθμ. πρωτ. 149
                       Ἔκθεσις δοκιμαστικῶν ἀνασκαφῶν ἐπὶ τοῦ γηλόφου (ἀρχαίου τύμβου) ἐν Ἅλῳ.
               Λαμβάνω τήν τιμήν νά ἀναφέρω ὑμῖν ὅτι τήν 12ην ἱσταμένου ἐκδραμόντα τά μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τῆς ἧς
προΐσταμαι, ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυς», εἰς τά ἐρείπια τῆς ἀρχαίας φθιωτικῆς πόλεως Ἅλου, πρός Β. αὐτῆς,
ἐν τῷ πρό αὐτῆς πεδίῳ Ἀθαμαντίῳ, ἐντεῦθεν τοῦ Ἀμφρύσσου, εὗρον ἑπτά γηλόφους χειροποιήτους, ὧν οἱ πλεῖστοι
κατά διαφόρους καιροὺς εἶχον συληθῇ ὑπὸ τῶν χωρικῶν.
              Ἐπί δέ τοῦ πρώτου πρός Δ. κειμένου καί  ὑπερτεροῦντος τούς λοιπούς τῷ μεγέθει, εὗρον ἴχνη προγενεστέρας
ἀνασκαφῆς. Ἐπειδή, ὡς γνωστόν, οἱ γήλοφοι οὗτοι ἀνά τό θεσσαλικόν πεδίον εἶναι τύμβοι συνήθως ἀρχαιότατοι, ὡς ἐκ
τῶν ἐσχάτως γενομένων ἀνασκαφῶν τοῦ Πιλάφ – τεπὲ ἀπεδείχθη, καί ἐπειδή οἱ χωρικοί ἀνέσκαψαν τούς πλείστους, δύο δὲ
τούς βορειοτάτους ἄρδην ἀνέτρεψαν ἀφαιρέσαντες καί τούς λίθους τῶν θόλων αὐτῶν πρός ἀνέγερσιν ἰδιωτικῶν οἰκιῶν,
ἐκρίναμεν καλόν νά κάμωμεν δοκιμαστικάς ἀνασκαφάς ἐπί τοῦ ὑψηλοτέρου γηλόφου, διαρκεσάσας ἀπό τῆς 12 – 15 Μαΐου ἐ. ἔ.
                  Ἐφ’ ὅσον προεχωροῦμεν ἀνευρίσκομεν συσσωρευμένους ποταμίους λίθους μετά χώματος συσσωρευμένου πρός
ἀνύψωσιν τῆς σωροῦ.
                Εἰς βάθος δύο μέτρων πρός Α. ἀνεύρομεν ἴχνη ὀστέων καί ὀδόντας ζώου θυσιασθέντος ἐπί τοῦ τύμβου.
                  Εἰς βάθος τριῶν μέτρων ἀνεύρομεν ἴχνη πυρᾶς καί τέφρας. Εἰς βάθος 4 – 4,5 μέτρων εὕρομεν ἐν στρώματι
ποταμίων ξηρολίθων ἐμπεφυρμένων μετ’ αὐτῶν τέφραν νεκρῶν καί πληθύν συντριμμάτων ἀγγείων ἐζωγραφημένων διαφόρων

εἰδῶν, μεγεθῶν καὶ ποιοτήτων τοῦ 5 – 4 αἰῶνος π. Χ., εἰς δέ τήν βάσιν τά ἴχνη μεγάλης πυρᾶς καί ἄνθρακας. Εἰς κατώτερον
βάθος εὕρομεν χῶμα στερεόν καί ἔδαφος παρθένον.
             Σύστημα ἐκσκαφῆς ἠκολουθήσαμεν τομὴν ἐπιμήκη μεγαλειτέραν τῆς ἀκτῖνος τοῦ κέντρου κατά μῆκος πρός Α.
               Συμπεραίνομεν δέ ὅτι ὁ γήλοφος οὗτος εἶναι πολυάνδριον μαχητῶν Ἁλέων πεσόντων, ἐπί δέ τῆς πυρᾶς
ριφθέντων διαφόρων ἀγγείων ὑπό τῶν οἰκείων αὐτοῖς, δακρυχοῶν καί τεφροδόχων πηλίνων καλπῶν, καί μετά ταῦτα
ἐπιχωσθέντων διά τῶν λίθων καὶ ἐπιχωματώσεων μέχρις ὕψους 5 περίπου μέτρων ἀπό τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς.
             Ἐκός τῶν διαφόρων συντριμμάτων τῶν ἀγγείων, ἅ παρελάβομεν, εὕρομεν ἴχνη χαλκοῦ ὠξυδωμένου καὶ δύο
λόγχας στρατιωτιάς σιδηρᾶς, ὧν ἡ μία τεθλασμένη εἰς 3-4 τεμάχια καὶ ὠξυδωμένη ἀποτελεῖ τό ἀρχικόν σχῆμα
αὐτῆς, ἡ δὲέτέρα τό ἥμισυ.
                                                        Ταῦτα φέρων εἰς γνῶσιν ὑμῶν διατελῶ
                                                                             Εὐπειθέστατος
                                          Ὁ Πρόεδρος τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυς»
                                                          ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΑΡΒΑΡΕΖΟΖ

ΑΡΧΑΙΡΕΣΙΕΣ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΛΜΥΡΟΥ

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ
ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΜΥΡΟΥ «ΟΘΡΥΣ»
ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ – ΑΡΧΑΙΡΕΣΙΕΣ
Την Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2021, στις 12 το μεσημέρι, πραγματοποιήθηκε η Γενική Εκλογο-απολογιστική Συνέλευση των μελών της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «ΟΘΡΥΣ».
Ανακοινώθηκαν και εγκρίθηκαν ομοφώνως ο απολογισμός των πεπραγμένων, ο οικονομικός απολογισμός του απερχομένου Διοικητικού Συμβουλίου και η έκθεση της Εξελεγκτικής Επιτροπής για τη διετία 2020-2021.
Ακολούθησαν οι αρχαιρεσίες για την ανάδειξη του νέου Δ. Σ.
Για το Διοικητικό Συμβούλιο εξελέγησαν, με αλφαβητική σειρά, ως Τακτικά Μέλη, οι:
Αγγελούδη Χάιδω, Κοντογεωργάκη Χρυσούλα, Κοντονάτσιος Βίκτωρ, Λασκαρίδης Γεώργιος, Μαρδάκη Χρύσα, Τρικαλινός Χρήστος, Φυτιλής Βασίλειος
Αναπληρωματικά Μέλη εξελέγησαν οι: Ούτα Μαρία, Σπανός Τριαντάφυλλος.
Για την Εξελεγκτική Επιτροπή εξελέγησαν οι: Ζωγράφος Χαράλαμπος, Κούργιας Νικόλαος, Σταυροθεόδωρος Δημήτριος.
Το Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2021, στις 5 μμ, συνήλθαν τα νέα εκλεγέντα μέλη και ομοφώνως συγκροτήθηκαν σε σώμα ως εξής:
Επιμελητής του ΔΕΛΤΙΟΥ και όλων των εκδόσεων: Βίκτωρ Κοντονάτσιος
Πρόεδρος : Χρυσούλα Κοντογεωργάκη
Αντιπρόεδρος: Βασίλειος Φυτιλής
Γραμματέας: Βίκτωρ Κοντονάτσιος
Ταμίας: Γεώργιος Λασκαρίδης
Μέλη: Χάιδω Αγγελούδη, Χρύσα Μαρδάκη, Χρήστος Τρικαλινός.
Το νεοσυγκροτηθέν Δ. Σ. προέβη σε προγραμματισμό δράσεων για την επόμενη διετία, αφού ακούστηκαν οι προτάσεις όλων των μελών. Οι αποφάσεις θα ανακοινωθούν σύντομα με νεότερο δημοσίευμα.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (Συνέχεια 18η)

ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΧΑΪΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑ

                   Ασφαλώς σε μια περιοχή με τόσους μύθους και παραδόσεις είναι αναμενόμενο ότι θα υπήρχαν πολλά ιερά και βωμοί θεών. Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά εξάλλου, αφού σύμφωνα με το μύθο του κατακλυσμού, όταν ο Δευκαλίωνας βγήκε από την κιβωτό έχτισε δώδεκα βωμούς αφιερωμένους στους Δώδεκα Θεούς. Ο Απολλώνιος Ρόδιος, (3, 1087 κ. εξ) αναφέρει: («Ὁ Δευκαλίων) πρῶτος ἐποίησε πόλεις καί ἐδείματο νηούς ἀθανάτοις, πρῶτος δέ καί ἀνθρώπων ἐβασίλευσεν».
Σύμφωνα με κάποιον άλλο μύθο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, μόλις βγήκαν από την κιβωτό, θυσίασαν στον Φύξιο Δία, τον Δία που βοηθάει όσους ανθρώπους αγαπάει να (απο)«φύγουν» κάποιο κίνδυνο. Στον ίδιο Δία, τον «Φύξιο» θυσίασε και ο Φρίξος, που ήταν από τούτα τα μέρη, και δι«έφυγε» τον κίνδυνο καταφεύγοντας στην Κολχίδα, γράφει πάλι ο Απολλώνιος Ρόδιος, (2, 1148).
Ο Παυσανίας στα Αττικά (91, 24-2) αναφέρει ότι στην Ακρόπολη των Αθηνών υπήρχε εικόνα η οποία παρίστανε τους μηρούς του κριού που θυσιάστηκε στον Λαφύστιο Δία.
Τόσες προολυμπιακές θεότητες που λατρεύτηκαν στην περιοχή αυτή δεν είναι δυνατό παρά να είχαν ιερά και βωμούς, έστω και σε πρωτόγονη μορφή. Βεβαίως είναι πολύ δύσκολο να επισημανθούν ίχνη τους. Εκτός από το ιερό της Ασπαλίδας Άρτεμης, ίχνη, τέτοια που να αναγνωρίζονται ως σαφή υπολείμματα λατρευτικών βωμών προολυμπιακών θεοτήτων δεν έχουν επισημανθεί.
Ο Νικόλαος Παπαχατζής, στην εργασία του «Η μαγική δύναμη της θρησκείας στα νεολιθικά χρόνια», η οποία δημοσιεύθηκε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα 1983, σελ. 35 -43, αναφέρει: «Ο μελετητής της θρησκείας πρέπει να μη λησμονεί πως προϊστορικές κοινότητες με χαμηλής στάθμης θρησκευτική ζωή δεν είχαν τις γνωστές από τα ιστορικά χρόνια λατρευτικές ανάγκες και δεν χρειάζονταν όχι μόνο ναούς και ιερατεία, αλλ’ ούτε καν υπαίθρια ιερά ή άλλου είδους χώρους λατρείας.

Οι «θρησκευτικές» ανάγκες (που δεν ήταν και λίγες) καλύπτονταν με πλήθος τελετών ή με επωδές και με στοιχειώδεις μαγικές ιερουργίες ασκούμενες μέσα στις οικογένειες και από τα ίδια τα μέλη των οικογενειών.
»Αυτονόητο είναι πως το είδος αυτό της ευλάβειας, αν και οι καταβολές του δεν είναι θρησκευτικές, αλλά γνήσιες μαγικές, πρέπει να μελετάται ως θρησκεία, γιατί ήταν η μόνη για την εποχή γνωστή μορφή θρησκευτικότητας.
»…Η μεγαλύτερη δυσκολία για τη μελέτη της νεολιθικής θρησκείας (πάντα με βάση ανασκαφικά δεδομένα) είναι πως οι μαγικές ιερουργίες δεν άφησαν ίχνη».
Επιγραφές όμως που βρέθηκαν αφιερωμένες σ’ όλους σχεδόν του Ολύμπιους θεούς επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πολλών λατρευτικών χώρων τους στην περιοχή,
Θα σταθούμε σε μερικά μόνο από αυτά τα ιερά, τα οποία έγιναν πολύ γνωστά και για τα οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες.

1. Το ιερό του Λαφύστιου Δία

Το πιο γνωστό και ξακουστό ιερό στην περιοχή, οποιαδήποτε μορφή κι αν είχε αυτό, ήταν το ιερό το αφιερωμένο στο Λαφύστιο Δία. Είναι το ιερό που στάθηκε το υπόδειγμα σύμφωνα με το οποίο χτίστηκε το ομώνυμο Λαφύστιο ιερό στη Βοιωτία.
Αν και ακούγεται και η άποψη ότι το Λαφύστιο ιερό οφείλει το όνομά του στο βουνό Λαφύστιο της Βοιωτίας πάνω στο οποίο υπήρχε ομώνυμο ιερό του Λαφύστιου Δία, είναι βέβαιο ότι η λατρεία του Λαφύστιου Δία ανήκει στην Άλο της Αχαΐας Φθιώτιδας Αυτό μας βεβαιώνει ο Σουηδός θρησκειολόγος Martin Nilsson στο βιβλίο του «Ἑλληνική Λαϊκὴ Θρησκεία» (Αθήνα 1966, Μετάφραση Ι. Θ. Κακριδή, σελ. 5) .
Η άποψη ότι το ιερό ονομάστηκε Λαφύστιο επειδή αυτό βρισκόταν πάνω στο βουνό που λεγόταν Λαφύστιο είναι εντελώς εσφαλμένη και απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη μας προϋπήρχε το ιερό του Λαφύστιου Δία στην Άλο και αργότερα χτίστηκε το ομώνυμο ιερό στη Βοιωτία, όταν έφυγαν οι Βοιωτοί από την Αχαΐα Φθιώτιδα και πήγαν εκεί. Από αυτό το δεύτερο Λαφύστιο ιερό στη Βοιωτία ονομάστηκε Λαφύστιο και το βουνό πάνω στο οποίο βρισκόταν το ιερό. Λαφύστιος σημαίνει λαίμαργος, αχόρταγος.

Το επίθετο λαφύστιος (λαίμαργος, αχόρταγος) ταιριάζει ασφαλώς και έχει θέση ως προσδιοριστικό για ένα καταχθόνιο θεό που, πάντοτε αχόρταγος, απαιτεί ανθρώπινες θυσίες και καταπίνει λαίμαργα τους ανθρώπους. Δεν έχουν καμία θέση τέτοια επίθετα για ένα βουνό. Εάν σήμερα ένας λόφος λέγεται «Αϊ – Λιας» λέγεται έτσι επειδή εκεί υπάρχει (ή υπήρχε) εκκλησία του προφήτη Ηλία. Το βουνό λοιπόν πήρε το όνομά του από το ιερό και όχι αντιστρόφως.
Η άποψή μας αυτή, ότι ο Αθάμαντας, παρά την επικρατούσα και ευρύτερα γνωστή αντίθετη μυθολογική εκδοχή, βασίλευε πρώτα στην Άλο και μετά πήγε στη Βοιωτία, επιβεβαιώνεται από το παρακάτω χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό κείμενο του Παυσανία. Είναι αξιοπερίεργο γιατί στο σαφέστατο αυτό απόσπασμα δεν δόθηκε από τους μελετητές η προσοχή που έπρεπε:
«Περί δέ τῶν ἀρχαίων τοιαῦτ᾿ ἦν ὁπόσα καί μνημονεύουσιν. Ἀνδρέα πρῶτον ἐνταῦθα Πηνειοῦ παῖδα τοῦ ποταμοῦ λέγουσιν ἐποικῆσαι, καί ἀπό τούτου τήν γῆν Ἀνδρηίδα ὀνομασθῆναι. Παραγενομένου δέ ἐς αὐτόν Ἀθάμαντος, ἀπένειμε τῆς αὑτοῦ τῷ Ἀθάμαντι τήν τε περί τό Λαφύστιον χώραν καί τήν νῦν Κορώνειαν καί Ἁλιαρτίαν. Ἀθάμας δὲ ἅτε οὐδένα οἱ παίδων τῶν ἀρσένων λελεῖφθαι νομίζων, τά μέν γάρ ἐς Λέαρχόν τε καί Μελικέρτην ἐτόλμησεν αὐτός, Λεύκωνι δέ ὑπό νόσου τελευτῆσαι συνέβη, Φρῖξον δέ ἄρα οὐκ ἠπίστατο ἤ αὐτόν παριόντα ἤ γένος ὑπολειπόμενον Φρίξου, τούτων ἕνεκα ἐποιήσατο Ἀλίαρτον καί Κόρωνον τούς Θερσάνδρου τοῦ Σισύφου. Σισύφου γάρ ἀδελφός ἦν Ἀθάμας. Ὕστερον δέ ἀναστραφέντος ἐκ Κόλχων οἱ μέν αὐτοῦ Φρίξου φασίν, οἱ δὲ Πρέσβωνος, γεγονέναι δέ Φρίξῳ τόν Πρέσβωνα ἐκ τῆς Αἰήτου θυγατρός, οὕτω συγχωροῦσιν οἱ Θερσάνδρου παῖδες οἶκον μέν τόν Ἀθάμαντος Ἀθάμαντι καί τοῖς ἀπό ἐκείνου προσήκειν, αὐτοί δέ, μοῖραν γάρ δίδωσί σφίσιν Ἀθάμας τῆς γῆς, Ἁλιάρτου καί Κορωνείας ἐγένοντο οἰκισταί», αναφέρει ο Παυσανίας στα Βοιωτικά (34,6-8).
Το απόσπασμα αυτό σε απλή γλώσσα λέει τα εξής:
«Για την αρχαία ιστορία της πόλης (Ορχομενός) λένε ότι στο μέρος αυτό πρώτος ήρθε ο Ανδρέας, ο γιος του Πηνειού ποταμού, και από αυτόν η χώρα ονομάστηκε Ανδρηίδα. Όταν δε ήρθε προς αυτόν ο Αθάμαντας, ο Ανδρέας του έδωσε την χώρα γύρω από το Λαφύστιο, τη σημερινή δηλαδή Κορώνεια και τη χώρα της Αλιάρτου. Ο Αθάμαντας, επειδή νόμιζε ότι δεν του είχε μείνει κανένα από τα αρσενικά παιδιά, διότι τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη είχε σκοτώσει ο ίδιος, ο δε Λεύκωνας συνέβη να πεθάνει από αρρώστια, και για το Φρίξο, κατά πως φαίνεται, δεν ήξερε αν αυτός σώθηκε ή αν υπολείπονταν απόγονοί του, για τους λόγους αυτούς υιοθέτησε τον Αλίαρτο και τον Κόρωνο, τα παιδιά του Θέρσανδρου, του γιου του Σίσυφου. Διότι ο Αθάμαντας ήταν αδελφός του Σίσυφου. Ύστερα, όταν γύρισε από την Κολχίδα, άλλοι μεν λένε ο ίδιος ο Φρίξος άλλοι δε ο Πρέσβωνας – γεννήθηκε δε ο Πρέσβωνας στον Φρίξο από την κόρη του Αιήτη – τότε τα παιδιά του Θέρσανδρου παραδέχτηκαν ότι ο οίκος του Αθάμαντα ανήκε στον Αθάμαντα και στους απόγονους του, αυτοί δε, επειδή ο Αθάμαντας τους είχε δώσει μέρος της χώρας, έγιναν οικιστές της Αλιάρτου και της Κορωνείας».
Από το παραπάνω απόσπασμα διαφαίνονται σαφέστατα τα εξής:
Όταν έφτασε ο Αθάμαντας στον Ορχομενό και του έδωσε ο Ανδρέας την περιοχή γύρω από το Λαφύστιο, είχε προηγηθεί τόσο η θυσία του Φρίξου και της Έλλης όσο και ο φόνος του Λέαρχου και του Μελικέρτη. Αυτό σημαίνει πως και τα δύο αυτά γεγονότα είχαν συμβεί πριν ακόμα ο Αθάμαντας έρθει στον Ορχομενό.

Προηγουμένως πρέπει να βρισκόταν στην Άλο. Γι αυτό λέει ο Παυσανίας ότι όταν βρέθηκε στον Ορχομενό ο Αθάμαντας, νομίζοντας ότι πια δεν είχε διάδοχο, αφού τα παιδιά του τα θεωρούσε χαμένα ή πεθαμένα, έδωσε την Αλίαρτο και την Κορώνεια στα δυο ανήψια του, τον Αλίαρτο και τον Κορωνό, τα παιδιά του αδελφού του Σίσυφου, που τα υιοθέτησε. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο μύθος της θυσίας του Φρίξου και της Έλλης δεν είναι μύθος του Ορχομενού, όπως γενικώς πιστεύεται, αλλά της Άλου. Για άλλη μια φορά ένας μύθος της «ασήμαντης» και ανήμπορης να υπερασπιστεί τον εαυτό της Αχαΐας Φθιώτιδας μεταφέρθηκε και υιοθετήθηκε από άλλους σημαντικούς τόπους που μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.
Ύστερα από χρόνια ο Αθάμαντας, που δεν είχε πάψει ποτέ του να επιθυμεί την επιστροφή του στο παλιό του βασίλειο φεύγει από τον Ορχομενό και επιστρέφει στην Άλο. Εκεί προσπαθεί να μπει και πάλι στο πρυτανείο της παλιάς του πατρίδας, δηλαδή προσπαθεί να ξαναπάρει την εξουσία. Αποτυγχάνει όμως η προσπάθειά του αυτή, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο θάνατος του επιβλήθηκε γιατί ήταν, λέει ο μύθος, μιασμένος από τον φόνο των γιων του. Τον φόνο των παιδιών του τον γνώριζαν οι κάτοικοι της Άλου και γι’ αυτό τον θεωρούσαν μιασμένο. Γνώριζαν τον φόνο γιατί προφανώς είχε λάβει χώρα στον τόπο τους.                                      Αντίθετα στην Βοιωτία, επειδή προφανώς τους ήταν άγνωστος ο φόνος των παιδιών του, όχι μόνο δεν τον διώχνουν αλλά του παραχωρούν και τόπο γύρω από το Λαφύστιο. Είναι συχνό το φαινόμενο στην ελληνική μυθολογία ένας φονιάς να διώχνεται ως μιασμένος από την πατρίδα του και να πηγαίνει σ’ άλλο μέρος όπου εξαγνίζεται και του παραχωρούν άσυλο και μέρος για να ζήσει.
Την τελευταία όμως στιγμή και ενώ οι κάτοικοι της Άλου ετοιμάζονταν να θυσιάσουν τον Αθάμαντα στο Λαφύστιο ιερό, έρχεται από την Κολχίδα ο εγγονός του Αθάμαντα, ο Κυτίσσωρος – άλλος ταξιδεμένος σε ξένη χώρα αυτός – και τον σώζει από τον θάνατο. Φαίνεται ότι και ο Κυτίσσωρος βρισκόταν στην Κολχίδα ύστερα από μία δική του αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του θρόνου ή βρισκόταν γεννημένος εκεί από τα χρόνια που ο πατέρας του Φρίξος εξορίστηκε ή κατάφυγε στην Κολχίδα.

Ολόκληρη δηλαδή η βασιλική δυναστεία, ο παππούς Αθάμαντας, ο γιος Φρίξος και ο εγγονός Κυτίσσωρος, (που, σύμφωνα με το παραπάνω απόσπασμα μπορεί να λεγόταν και Πρέσβωνας) αποτυχημένοι όλοι πραξικοπηματίες, εκπρόσωποι του ίδιου, βασιλικού οίκου συνεργάζονται τώρα για την ανακατάληψη της χαμένης εξουσίας της Άλου. Θέλουν με κάθε τρόπο να μπουν στο «Λήιτον», στο πρυτανείον, να καταλάβουν δηλαδή την εξουσία. Οι τωρινοί άρχοντες όμως της Άλου, αυτοί που είχαν διώξει τους Αθαμαντίδες και είχαν τώρα την εξουσία, είχαν φροντίσει ώστε και από τους νόμους της πολιτείας ακόνη, προβλεπόταν θάνατος για όποιον έκανε τέτοια απόπειρα.
Το γεγονός αυτό της συνεργασίας τους και της διαρκούς επιμονής τους να πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, εξόργισε τους κατοίκους της Άλου και οδηγήθηκαν έτσι στην απόφαση – για να γλιτώσουν μια για πάντα απ’ όλους τους επίμονους διεκδικητές του θρόνο – να ψηφίσουν σχετικό νόμο τον οποίον, για να του προσδώσουν περισσότερο κύρος, τον περιβάλλουν και με θεϊκή εντολή. Θεσμοθετούν δηλαδή, κάτω πιθανώς και από την επήρεια και επιβολή του βασιλικού οίκου ο οποίος στο μεταξύ είχε διαδεχτεί τους Αθαμαντίδες, ότι είναι επιβεβλημένη από τους θεούς υποχρέωσή τους να θυσιάζουν – δηλαδή να σκοτώνουν αλλά με τη δικαιολογία του νόμου και την ευλογία ή την εντολή του θεού – κάθε άνθρωπο που βεβήλωνε τον τόπο τους με το να μπαίνει στο ιερό τους. Αποφάσισαν να καταδικάζεται δηλαδή σε θάνατο καθένας που θα προσπαθήσει να καταλύσει την νόμιμη εξουσία. Η εξουσία είχε την έδρα της στο Πρυτανείο, στο «Λήιτον». Με άλλα λόγια θεωρούσαν θέλημα των θεών να καταδικάζουν σε θάνατο καθένα επίδοξο καινούργιο «δικτάτορα». Έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να εξιλεωθούν από την οργή των θεών που έπεσε επάνω τους, καταδικάζουν τον Κυτίσσωρο και κάθε πρεσβύτερο από τους απόγονους του, δηλαδή κάθε διάδοχο, να μην έχουν δικαίωμα να μπουν στο πρυτανείο, δηλαδή να μην έχουν δικαίωμα ανόδου στο θρόνο.
Η εξουσία όμως είναι πάντοτε γλυκιά και η απόκτησή της επιτρέπει και δικαιολογεί κάθε ριψοκίνδυνη απόπειρα, κάθε απόπειρα εισόδου στο πρυτανείο της πόλης της Άλου, που ταυτόχρονα είναι και το ιερό του Λαφύστιου Δία, του Δία δηλαδή του αχόρταγου για θυσίες. Έτσι οι ταξιδεμένοι άρχοντες σε άλλους τόπους, δηλαδή οι εξόριστοι αποτυχημένοι πραξικοπηματίες που μετά την αποτυχία του πραξικοπήματός τους για την κατάληψη της εξουσίας, κατέφευγαν στο εξωτερικό για να γλιτώσουν, αφού ετοίμαζαν εκεί τη νέα απόπειρά τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν το «Λήιτον» της Άλου, έστω κι αν κινδύνευαν με τον τρόπο αυτό να χάσουν τη ζωή τους.
Θα πρέπει ακόμα να παρατηρήσουμε ότι όλα αυτά τα γεγονότα διεκδίκησης εξουσίας μεταξύ κυρίαρχων πατεράδων, επαναστατημένων γιων και εξοργισμένων εγγονών που γυρίζουν να πάρουν την εξουσία την οποία διεκδικούν, είναι συνηθισμένα γεγονότα στην ελληνική αρχαία ιστορία, τουλάχιστον σε τούτη την περιοχή. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με τον Νεοπτόλεμο που ήρθε από την Τροία -ουσιαστικά από τα ίδια μέρη δηλαδή- και προσπάθησε ν’ αποκαταστήσει στον θρόνο τον δικό του παππού, τον γέροντα Πηλέα.
Επίσης πρέπει ακόμη να επισημανθεί το γεγονός ότι το Λαφύστιο ιερό της Άλου και το Πρυτανείο (Λήιτον) της πόλης, δηλαδή το Ιερόν και το Διοικητήριο ταυτίζονται. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή ιερείς και κυβερνήτες είναι τα αυτά πρόσωπα. Και το είδος αυτό της διακυβέρνησης ενός τόπου, κατά την οποία την εξουσία την ασκούν οι εκπρόσωποι της θρησκείας, ασφαλώς είναι μία από τις πολύ παλιότερες μορφές εξουσίας. Ο ίδιος συνδυασμός εξουσιών παρατηρείται και στον γειτονικό βασιλικό οίκο των Φερών.
Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι τόσο στην εκστρατεία του Φρίξου όσο και στην εκστρατεία του Ιάσονα, που ονομάστηκε Αργοναυτική και που και οι δυο τους ξεκίνησαν από τούτα τα μέρη προς τις ακτές της Μικράς Ασίας αλλά και στην τρίτη ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων προς τα ίδια μέρη, που είναι γνωστή ως Τρωικός Πόλεμος, παρουσιάζονται πολύ ενδιαφέροντα κοινά σημεία.
Και στις τρεις εκστρατείες (Φρίξου, Αργοναυτική, Τρωικός Πόλεμος) παρουσιάζεται πάντοτε ένα παλικάρι (Κυτίσσωρος, Ιάσονας, Νεοπτόλεμος) που ξεκινάει πάντοτε από τούτα τα μέρη, τα παράλια Παγασητικού κόλπου της Αχαΐας Φθιώτιδας, προς την ίδια πάντοτε ξενιτιά, τις βορειοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας και τα παράλια του Εύξεινου πόντου. Από εκεί, αφού πραγματοποιήσει διάφορα ένδοξα κατορθώματα τα οποία τον γεμίζουν από δόξα αλλά ταυτόχρονα αποκτά και πολλά πλούτη, που σημαίνουν και πολλή δύναμη και επομένως τον κάνουν άξιο να διεκδικήσει αξιώματα και αποκατάσταση, γυρίζει και πάλι πίσω στην πατρίδα του στην οποία βρίσκει ένα δικό του άνθρωπο (Αθάμαντας, Αίσονας, Πηλέας), πάντοτε συγγενή του (παππούς, πατέρας, παππούς) ο οποίος κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του ή να του έχουν πάρει το βασίλειό του ή να κινδυνεύει να του το πάρουν ή και να περιφρονείται και να απειλείται, τον οποίο δικό του άνθρωπο, τον σώζει και τον αποκαθιστά στα κυριαρχικά του δικαιώματα και στην παλιά του δόξα τιμωρώντας εκείνους που στη διάρκεια της απουσίας του εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και αδίκησαν.

2. Ο Λαφύστιος Δίας ως θεός της βροχής

Ο Λαφύστιος της Άλου της Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν ο πιο αυστηρός και ο πιο δυσεξιλέωτος θεός του Κάτω Κόσμου. Ήταν ο θεός που κατάπινε λαίμαργα, χωρίς ποτέ του να χορταίνει, τους ανθρώπους. Το ιερό του εξακολουθούσε να υπάρχει στην Άλο μέχρι και στον 5ο π. Χ. αιώνα ακόμη, ενέπνεε τον φόβο σ’ όσους πλησίαζαν εκεί και ήταν άβατο στους κοινούς ανθρώπους
Στο Λαφύστιο ιερό γίνονταν ανθρωποθυσίες, όπως διαφαίνεται από τον σχετικό μύθο της θυσίας του Φρίξου για την αποφυγή των συνεπειών της ξηρασίας και της συνακόλουθης ακαρπίας της γης. Και ο Πλάτωνας αναφέρει ότι και κατά την εποχή του γίνονταν ανθρωποθυσίες στην Άλο.
Ατμοσφαιρικά φαινόμενα που προμηνούσαν μελλοντική βροχή, παρατηρούνταν και ερμηνεύονταν από τους αρχαίους, ιδίως σε τόπους όπου υπήρχαν ιερά μέσα στα οποία επικαλούνταν την βοήθεια για τον ερχομό της πολυπόθητης βροχής από τους εκεί θεούς. Ο Θεόφραστος στο «Περί σημείων», (Ι, 24) λέει: «Ἐάν ἐν Αἰγίνῃ ἐπί τοῦ Διὸς τοῦ Ἑλληνίου νεφέλη καθίζηται, ὡς τά πολλά ὕδωρ γίνεται.»
Ωστόσο στο σημείο αυτό θα πρέπει να δούμε κάποια στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι μαγικές τελετουργίες για την πρόκληση της βροχής που εντοπίζονται στην Αίγινα παρατηρούνται και στο χώρο της Αχαΐας Φθιώτιδας, από όπου μεταφέρθηκαν εκεί.
Ο Αιακός, που φέρεται να βασιλεύει στην Αίγινα, μεταφέρθηκε εκεί από την Αχαΐα Φθιώτιδα. Ενδείξεις μπορούν να θεωρηθούν το ότι ο γιος του Πηλέας ζει στην Αχαΐα Φθιώτιδα και το ότι οι Μυρμιδόνες, τους οποίους οι υπάρχουσες γνωστές μυθολογικές εκδοχές τους θέλουν κατοίκους της Αίγινας, όπως αναφέρεται σε άλλες σελίδες της εργασίας αυτής, είναι ντόπιοι κάτοικοι της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Ο Νικόλαος Παπαχατζής στην εργασία του «Μύθοι και αρχαιότερες λατρείες της θεσσαλικής Μαγνησίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1984, σελ. 139, λέει για το θέμα αυτό:
«Πατέρας του Πηλέα ήταν ένας επίσης τοπικός θεός του Κάτω Κόσμου, ο Αιακός. Το όνομά του σημαίνει ύπαρξη μελαγχολική που στέλνει στους ανθρώπους τα «αἰακτὰ πήματα» (κατά την έκφραση του Αισχύλου), δηλαδή το θάνατο και παρόμοιες μεγάλες συμφορές που προκαλούν οιμωγές ή οδυρμούς (από το ρήμα αἰάζειν που σημαίνει θρηνεῖν) Αιακός αυτός δεν είχε μεγάλη φήμη έξω από τη Μαγνησία και τη Φθιώτιδα Αχαΐα. Οι ποιητές και οι μυθογράφοι έκαναν πανελλήνια γνωστόν τον Αιακό της Αίγινας που ήταν η ίδια μυθική μορφή, μεταφερμένη στην Αίγινα από μετανάστες Αχαιούς από τη Θεσσαλία, μαζί με τον «πατέρα Δία ἑλλάνιον» (όπως τον λέει ο Πίνδαρος Νεμ. 5, 10 κπ.), δηλ. τον καταγόμενο από την Ελλάδα του Αχιλλέα ( Ιλ. Ι 395). Η μεταφορά έγινε σε μια εποχή, οπότε είχε ήδη εγκατασταθεί ο Ζευς ακραίος στην κορυφή του Πηλίου. Στην κορυφή του ψηλότερου βουνού της Αίγινας ίδρυσαν πρώτοι «βωμόν Ζηνός ἑλλανίου» (του γνωστού στα ιστορικά χρόνια «πανελληνίου Διός») οι μετανάστες από την Φθιώτιδα Αχαΐα. Στο μεταξύ ο Αιακός της Μαγνησίας, ο πατέρας του Πηλέα, επισκιάστηκε, και ο Πηλέας έγινε γιος του Αιακού της Αίγινας.»
Παραδόσεις για μαγικές ιερουργίες στις οποίες χρησιμοποιούσαν τομάρια κριαριών με σκοπό να προκαλέσουν βροχή αναφέρεται ότι γίνονταν και στο Πήλιο, στην κορυφή του οποίου υπήρχε ιερό του Ακραίου Δία.
«Η Paula Philippson, Thessalische Mythologie, 148 σχετίζει με τις παραδιδόμενες ανθρωποθυσίες για τον Πηλέα και μια πληροφορία του Ηρακλείδη, αποδιδόμενη στο γεωγράφο Δικαίαρχο του 4ου π. Χ. αι. (Geographi minores του Muller, 1, 107).
Η πληροφορία αναφέρει στην κορυφή του Πηλίου «σπήλαιον Χαιρώνειον καί ἱερόν Διός ἀκραίου». Ο ιερέας του ακραίου Δία, που είχε την έδρα του στη Δημητριάδα, οργάνωνε μια πομπή από τη Δημητριάδα προς την κορυφή του βουνού (ίσως κάθε καλοκαίρι), την εποχή του μεγάλου καύσωνα («κατὰ τὸ ἀκμαιότατον καῦμα»). Στην πομπή μετείχαν «οἱ ἐπιφανέστατοι τῶν πολιτῶν καί ταῖς ἡλικίαις ἀκμάζοντες, ἐπιλεχθέντες ὑπό τοῦ ἱερέως, ἐνεζωσμένοι κῴδια τρίποκα καινά».
Επειδή δηλ. η ανάβαση στην κορυφή του βουνού ήταν κοπιαστική (απαιτούνταν μισής μέρας συνεχής ανηφορική πορεία), ο ιερέας διάλεγε νέους στην ακμή της ηλικίας τους, οι οποίοι ανέβαιναν προς το ιερό ζωσμένοι με δορές κριών πρόσφατα θυσιασμένων. Η Philippson πιστεύει πως ο ιερέας διάλεγε νέους επιφανών οικογενειών για να θυσιαστούν στο Δία ακραίο, και επομένως παλαιότερα στον Πηλέα, τον αρχικό κύριο του ιερού».
Κοντά στη θέση όπου πρέπει να βρισκόταν το Λαφύστιο ιερό της Άλου, στο οποίο έγινε η θυσία ή η απόπειρα θυσίας του Φρίξου για την πρόκληση της βροχής, βρίσκεται σήμερα το βουνό Χλωμός ή Χλιμός, παρακλάδι των ανατολικών εσχατιών της Όθρης.
Για τα βουνό αυτό ακούγεται μέχρι και σήμερα η προμηνυτήρια φράση για την πρόβλεψη του τοπικού καιρού: «Αντάρα στο Χλιμό, βροχή στον Αλμυρό». Κατά τη γνώμη μας δεν είναι πολύ ριψοκινδυνευμένο εάν υποθέσουμε ότι η φράση αυτή δεν είναι πολύ άσχετη με την παραπάνω φράση «Ἐάν ἐν Αἰγίνῃ ἐπί τοῦ Διὸς τοῦ Ἑλληνίου νεφέλη καθίζηται, ὡς τά πολλά ὕδωρ γίνεται» και με το θέμα που εξετάζουμε και την αναζήτηση εκεί κοντά του Λαφύστιου ιερού.

3. Το πέρασμα του Ξέρξη από το Λαφύστιο ιερό

Η φήμη του Λαφύστιου ιερού και ο μεγάλος σεβασμός και φόβος που ενέπνεε στους ανθρώπους κατά τους αρχαίους χρόνους, όπως και το αυστηρά απαραβίαστο του ιερού του, το άβατό του, εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να είναι σεβαστά και κατά την εποχή των περσικών πολέμων.
Ο Ξέρξης, περνώντας από την Θεσσαλία προς τις Θερμοπύλες, έφθασε στην Άλο, έμαθε για το Λαφύστιο ιερό και τα όσα πίστευαν γι’ αυτό οι περίοικοι και έδωσε διαταγή σ’ όλους να σεβαστούν πιστά τα όσα ίσχυαν και να μην παραβιάσει κανένας το ιερό. Ο Ηρόδοτος, περιγράφοντας την εκστρατεία του Ξέρξη και τη διέλευση του στρατού του και του στόλου του από τη Θεσσαλία στο σχετικό απόσπασμα, λέει τα παρακάτω χαρακτηριστικά, αλλά και εντυπωσιακά, που δημιουργούν ερμηνευτικά προβλήματα:
«Ἐς Ἄλον δέ τῆς Ἀχαιΐης ἀπικομένῳ Ξέρξῃ οἱ κατηγεμόνες τῆς ὁδοῦ βουλόμενοι τό πᾶν ἐξηγέεσθαι ἒλεγόν οἱ ἐπιχώριον λόγον, τά περί ἱρόν τοῦ Λαφυστίου Διός, ὡς Ἀθάμας ὁ Αἰόλου ἐμηχανήσατο Φρίξῳ μόρον σύν Ἰνοῖ βουλεύσας, μετέπειτα δέ ὡς ἐκ θεοπροπίου Ἀχαιοί προτιθεῖσι τοῖσι ἐκείνου ἀπογόνοισι ἀέθλους τοιούσδε, ὃς ἅν ᾖ τοῦ γένεος τούτου πρεσβύτατος, τούτῳ ἐπιτάξαντες ἔργεσθαι τοῦ ληίτου αὐτοί φυλακάς ἔχουσι (λήιτον δε καλέουσι τό πρυτανήιον οἱ Ἀχαιοὶ), ἤν δέ ἐσέλθῃ, οὐκ ἔστι ὅκως ἔξεισι πρίν ἤ θύσεσθαι μέλλῃ. ὣς τ’ ἔτι πρός τούτοισι πολλοί ἤδη τῶν μελλόντων τούτων θύσεσθαι δείσαντες οἴχοντο ἀποδράντες ἐς ἄλλην χώρην, χρόνου δέ προϊόντος ὀπίσω κατελθόντες ἤν ἁλίσκωνται ἐσελθόντες ἐς τό πρυτανήιον, ὡς θύεταί τε ἐξήγοντο στέμμασι πᾶς πυκασθεὶς καί ὡς σύν πομπῇ ἐξαχθείς. ταῦτα δὲ πάσχουσι οἱ Κυτισσώρου τοῦ Φρίξου παιδός ἀπόγονοι, διότι καθαρμόν τῆς χώρης ποιευμένων Ἀχαιῶν ἐκ θεοπροπίου Ἀθάμαντα τόν Αἰόλου καί μελλόντων μιν θύειν ἀπικόμενος οὗτος ὁ Κυτίσσωρος ἐξ Αἴης τῆς Κολχίδος ἐρρύσατο, ποιήσας δέ τοῦτο τοῖσι ἐπιγενομένοισι ἐξ ἑωυτοῦ μῆνιν τοῦ θεοῦ ἐνέβαλε. Ξέρξης δέ ταῦτα ἀκούσας ὡς κατά τὸ ἄλσος ἐγένετο, αὐτός τε ἔργετο αὐτοῦ καί τῇ στρατιᾷ πάσῃ παρήγγειλε, τῶν τε Ἀθάμαντος ἀπογόνων τήν οἰκίην ὁμοίως καί τό τέμενος ἐσέβετο.», αναφέρει ο Ηρόδοτος ( VII, 197).
                                     Δηλαδή: «Όταν ο Ξέρξης έφθασε στην Άλο της Αχαΐας, οι οδηγοί, οι οποίοι του έδειχναν το δρόμο, θέλοντας να εξηγήσουν σ’ αυτόν τα πάντα, του διηγήθηκαν μία ιστορία του τόπου σχετική με το ιερό του Λαφύστιου Δία. Ότι δηλαδή ο Αθάμαντας, ο γιος του Αίολου, αφού συμφώνησε με την Ινώ, μηχανεύτηκε να θανατώσει τον Φρίξο και ότι ύστερα κατά θεία προσταγή οι Αχαιοί (κάτοικοι της Άλου) έβαλαν στους απόγονους εκείνου (Αθάμαντα) τους εξής άθλους (δοκιμασίες): Στον πιο ηλικιωμένο της οικογένειας απαγορεύουν να μπει στο πρυτανείο, του οποίου την είσοδο φύλαγαν προσεκτικά (ονομάζουν δε οι Αχαιοί το πρυτανείο λήιτον) και εάν μπει δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα να βγει πριν θανατωθεί. Πρόσθεταν ακόμη ότι πολλοί κινδυνεύοντας ήδη να θυσιαστούν, είχαν καταληφθεί από φόβο και είχαν καταφύγει σ’ άλλη χώρα, με τον καιρό όμως όταν επιστρέψουν πίσω, αν συλληφθούν ότι μπήκαν στο πρυτανείο (πάλι ο νόμος τηρείται). Επιπλέον περιέγραψαν πώς εκείνος, τον οποίον θυσίαζαν, οδηγούνταν στο βωμό, σκεπασμένος ολόκληρος με ταινίες και με μεγάλη πομπή. Σ’ αυτή την ποινή καταδικάστηκαν οι απόγονοι του Κυτίσσωρου, του γιου του Φρίξου, διότι όταν οι Αχαιοί, σύμφωνα με ένα χρησμό, έκαναν καθαρμό της πόλης και έμελλαν να θυσιάσουν τον Αθάμαντα, έφθασε ο Κυτίσσωρος από την Αία της Κολχίδας και τον έσωσε. Κάνοντας όμως τούτο έκανε να πέσει η οργή των θεών σ’ αυτόν και τους απόγονους του. Ο Ξέρξης που άκουσε αυτά, όταν πλησίασε στο άλσος και ο ίδιος απόφυγε να μπει σ’ αυτό και σ’ όλο το στρατό παράγγειλε τα ίδια και σεβάστηκε επίσης το ιερό και την οικία των απογόνων του Αθάμαντα».
                     Το παραπάνω σχετικό με το Λαφύστιο ιερό και το πρυτανείο (Λήιτον) της Άλου απόσπασμα του Ηρόδοτου δημιουργεί, σε όσους ασχολούνται με τη μελέτη των αρχαίων κειμένων και την ερμηνεία τους, πολλά ερωτηματικά για την πλήρη κατανόησή του.
                     Γιατί οι απόγονοι του Αθάμαντα επίμεναν να μπουν στο πρυτανείο, αφού γνώριζαν ότι οπωσδήποτε θα θανατωθούν; Τι ήταν εκείνο που τους ωθούσε σε κάτι που είχε ως συνέπεια το θάνατό τους; Και, αφού μπορούσαν να είναι ασφαλείς αποφεύγοντας απλά και μόνο να μπαίνουν στο απαγορευμένο γι’ αυτούς ιερό, γιατί κάποιοι επίμεναν σ’ αυτή την προσπάθεια να μπουν με κάθε τρόπο στο ιερό; Και πάλι οι άλλοι αφού, όταν αποφάσιζαν να ξενιτευτούν, ακριβώς για να αποφύγουν αυτό τον κίνδυνο, είχαν εξασφαλίσει στην ξενιτιά την ησυχία τους και την ασφάλειά τους, τι ήταν εκείνο που τους έσπρωχνε, να θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, και να θέλουν σώνει και καλά ν’ αποπειραθούν να μπουν στο πρυτανείο διακινδυνεύοντας να συλληφθούν και να θανατωθούν;
                                      Μήπως κάτω από την επιμονή τους αυτή να μπουν οπωσδήποτε στο πρυτανείο κρύβεται απλά κάποια προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας της πόλης; Εάν υποθέσουμε ότι μετά το φόνο ή την απόπειρα φόνου του Φρίξου από τον Αθάμαντα, ο Αθάμαντας θεωρήθηκε μιασμένος και γι’ αυτό του απαγορεύτηκε στο εξής η ανάληψη εκ μέρους του της εξουσίας, μήπως, με το παραπάνω σκεπτικό, μπορεί να δικαιολογηθεί τόσο η επιμονή των Αθαμαντιδών να μπουν με κάθε τρόπο στο πρυτανείο, δηλαδή να καταλάβουν την εξουσία, όσο και η αντίσταση σ’ αυτήν την προσπάθεια, αντίσταση που την πρόβαλλε κάποια άλλη αρχοντική δυναστεία που τους πήρε την εξουσία; Μήπως λοιπόν υποκρύπτεται στην όλη υπόθεση, απλά και μόνο, μια διαμάχη για την εξουσία της πόλης μεταξύ δυο αντίπαλων οικογενειακών δυναστειών;
                         Αν δεχτούμε ως ορθές τις καταφατικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα – που κατά την εκτίμησή μας, πρέπει να τις δεχτούμε – εξηγούνται και άλλα ερωτηματικά που υπάρχουν στην όλη υπόθεση για τον Αθάμαντα, τον Ορχομενό, την Άλο και για το ακριβές μέρος όπου έγινε η θυσία του Φρίξου και της Έλλης.
                           Έτσι τα γεγονότα, αν προσπαθήσουμε, μέσα από τον ασαφή και προβληματικό αυτόν μύθο, να δώσουμε κάποια εξήγηση και να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, είναι δυνατό να εξελίχθηκαν ως εξής:
                             Ο Αθάμαντας ήταν ο άρχοντας που ίδρυσε την Άλο και στην οποία βασίλευε ο ίδιος μέχρι την ώρα που αποπειράθηκε να εξοντώσει το Φρίξο. Βεβαίως η απόπειρα εξόντωσης του γιου του Φρίξου μπορεί να εξηγηθεί άνετα εάν υποθέσουμε ότι ο Φρίξος, με συνεργάτη την μητριά του Ινώ, αποπειράθηκε να πάρει το θρόνο από τον πατέρα του Αθάμαντα. Αποτυγχάνει λοιπόν ο Φρίξος στην απόπειρά του να πάρει τον θρόνο της Άλου και καταφεύγει στην Κολχίδα. Ωστόσο ο Αθάμαντας έφυγε κι αυτός από την Άλο – ή μάλλον διώχτηκε – γιατί σκότωσε τ’ άλλα παιδιά του, τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη, και θεωρήθηκε μιασμένος.
                     Έτσι ολόκληρη η οικογενειακή δυναστεία του Αθάμαντα βρέθηκε εκτός εξουσίας. Ο Φρίξος έφυγε στην Κολχίδα, ο Λέαρχος και ο Μελικέρτης σκοτώθηκαν, ο ίδιος ο Αθάμαντας ζήτησε καταφύγιο στην Βοιωτία όπου του έδωσαν ένα μέρος να μείνει και εκεί αυτός ίδρυσε άλλο ιερό στο Λαφύστιο Δία, ομώνυμο με το αχαϊκό, το βοιωτικό Λαφύστιο ιερό από το οποίο δεύτερο αυτό ιερό ονομάστηκε και το βουνό της Βοιωτίας, Λαφύστιο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω (Παυσανίας, Βοιωτικά, 34, 6-8).
                   Τι πιο φυσικό λοιπόν για μια βασιλική δυναστεία ξερριζωμένη ολοκληρωτικά από την εξουσία να προσπαθεί να επανέλθει με κάθε τρόπο σ’ αυτήν διακινδυνεύοντας φυσικά και την ζωή τους, να προσπαθεί δηλαδή να ξαναμπεί στο πρυτανείον της Άλου, το «Λήιτον» και τι πιο φυσικό από τους άρχοντες που τους είχαν αντικαταστήσει να τους εμποδίζουν και να αντιστέκονται σε κάτι τέτοιο, ψηφίζοντας νόμο που προέβλεπε τον θάνατο για όποιον προσπαθούσε να μπει στο «Λήιτον», δηλαδή για όποιον προσπαθεί να καταλάβει την εξουσία;
                              Οι σκέψεις αυτές, αν δεν λύνουν ίσως ικανοποιητικά όλα τα ερμηνευτικά προβλήματα που παρουσιάζει το απόσπασμα του Ηρόδοτου, παρέχουν μια διαφορετική άποψη, αρκετά ικανοποιητική, χωρίς να αφήνουν, πολύ σοβαρά τουλάχιστον, ερμηνευτικά κενά.

4. Ο χρυσόμαλλος . . . .θησαυρός του Αθάμαντα

Σύμφωνα με μία άλλη μυθολογική εκδοχή Διόδωρος, 4, 47, 5.ο Φρίξος ταξίδεψε στην Κολχίδα όχι καβάλα στο κριάρι (κριός) αλλά συνοδευόμενος από τον παιδαγωγό του και συμβουλάτορά του στην εναντίον του πατέρα του συνωμοσία, που τον έλεγαν Κριό.
Στην Κολχίδα ο Αιήτης σκότωσε τον Κριό, γιατί προσπαθούσε να διαφυλάξει τον μαθητή και προστατευόμενό του Φρίξο του από τις ερωτικές διαθέσεις του Αιήτη.
Υπάρχουν και άλλες πιο ενδιαφέρουσες και σοβαρές εκδοχές για τον μύθο αυτό.
Ο Κριός ήταν ο θησαυροφύλακας και ο ταμίας του Αθάμαντα, λέει μία άλλη εκδοχή. Ο Κριός λοιπόν μαζί με τον Φρίξο πήραν τον θησαυρό του Αθάμαντα και έφυγαν μακριά. Το «χρυσόμαλλο κριάρι» που μετέφερε τον Φρίξο στην Κολχίδα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο βασιλικός θησαυρός που έκανε «χρυσόμαλλο» τον βοηθό και συνεργάτη του Φρίξου, τον Κριό. Τον φυγαδευμένο αυτόν θησαυρό του Αθάμαντα είχε στόχο η κατοπινή Αργοναυτική Εκστρατεία του Ιάσονα.
Ο θησαυροφύλακας και συμβουλάτορας του Φρίξου Κριός δεν πήγε μόνος αυτός μαζί με τον Φρίξο και τον βασιλικό θησαυρό του Αθάμαντα στην Κολχίδα. Μαζί τους είχαν πάει και αρκετοί Αχαιοί Φθιώτες με άλλα πλοία.
«Ἀργώ» ονομαζόταν η ναυαρχίδα του Φρίξου και με τη λέξη «Ἀργώ» υπονοείται όλος ο στόλος των Αχαιών Φθιωτών στην πρώτη αυτή μεγάλη ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων προς τα μικρασιατικά παράλια.
Φαίνεται δε ότι στην πρώτη αυτή ναυτική εκστρατεία με αρχηγό τον Φρίξο, εκτός από τους Φθιώτες, έλαβαν μέρος και άνθρωποι από την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, στην «Ωγυγία» του ισχυρίζεται ότι έλαβαν μέρος και πλοία Λακώνων και ότι κατά την εκστρατεία αυτή οι Αχαιοί Φθιώτες έμειναν εκεί και έχτισαν πόλη που την ονόμασαν Φθία.
Η ναυτική εκστρατεία με αρχηγό τον Φρίξο είναι η πρώτη μεγάλη ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων προς τις ακτές του Εύξεινου Πόντου. Ήταν η πρώτη, θα λέγαμε, – αν δεν ήταν πολύ ενοχλητική μία τέτοια αναταραχή στάσιμων νερών – «αργοναυτική εκστρατεία», αφού η ναυαρχίδα του Φρίξου λεγόταν Αργώ. Στα αποσπάσματα, εξάλλου, των Ηοιών του Ησιόδου διαβάζουμε ότι οι Μυρμιδόνες ήταν εκείνοι που πρώτοι συναρμολόγησαν καράβια και χρησιμοποίησαν για τα ναυτικά τους ταξίδια πανιά. «Οι δη τοι πρώτοι ζεύξαν νήας αμφιελίσσας, πρώτοι δ” ιστί” έθεν νηός πτερά ποντοπόροιο». (Πρώτοι λοιπόν αυτοί (οι Μυρμηδόνες) συναρμολόγησαν καράβια γοργοκίνητα και πρώτοι έβαλαν πανιά που μοιάζουν με φτερά στο πελαγίσιο πλοίο) (Ησιόδου, Αποσπάσματα Ηοιών 32 (76), στ. 6 -7.).
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο σημείο αυτό μας λέει και άλλα ενδιαφέροντα.
Γαμπρός του Αιήτη ήταν ο βασιλιάς των Σκυθών. Τον καιρό που ο Φρίξος με τον παιδαγωγό του Κριό έφτασε στην αυλή του Αιήτη, του βασιλιά των Κόλχων, βρισκόταν εκεί και ο γαμπρός του. Ο βασιλιάς των Σκυθών ερωτεύθηκε τον Φρίξο και ο Αιήτης τού τον παρέδωσε. Ο γαμπρός του Αιήτη αγάπησε σαν πραγματικό του παιδί τον Φρίξο και για το λόγο αυτό του παρέδωσε την βασιλεία. Τον παιδαγωγό όμως του Φρίξου τον θυσίασε στους θεούς και, αφού τον έγδαρε, έβαλε αρχικά το δέρμα του στο καράβι, όπως συνηθιζόταν στη χώρα εκείνη, κατά το έθιμο της «ξενοφονίας» που επικρατούσε.
Μετά από αυτά δόθηκε χρησμός στον Αιήτη που του έλεγε ότι θα πεθάνει όταν ξένοι που θα καταπλεύσουν στη χώρα του πάρουν το δέρμα του Κριού. Ο Αιήτης, για ν’ αποφύγει την εκπλήρωση του χρησμού έβαλε το δέρμα του Κριού σ’ ένα τέμενος, περιτοίχισε το τέμενος μέσα στο οποίο είχε τοποθετήσει τον δέρμα του Κριού και εγκατέστησε φρουρά. Για ν’ αναγκάσει δε τους φρουρούς να φροντίζουν με μεγάλη επιμέλεια τη φύλαξη, επιχρύσωσε το δέρμα ώστε να φαίνεται πολύτιμο:
«Ἔνιοι δέ φασι τόν βασιλέα τῶν Σκυθῶν, ὄντα γαμβρόν Αἰήτου, παρά τοῖς Κόλχοις ἐπιδημῆσαι καθ’ ὃν καιρόν ἁλῶναι συνέβη τόν Φρῖξον μετά τοῦ παιδαγωγοῦ, ἐρωτικῶς δέ σχόντα τοῦ παιδός λαβεῖν αὐτόν ἐν δωρεᾷ παρ’ Αἰήτου, καί καθάπερ υἱόν γνήσιον ἀγαπήσαντα καταλιπεῖν αὐτῷ τήν βασιλείαν. Τόν δέ παιδαγωγόν ὀνομαζόμενον Κριὸν τυθῆναι τοῖς θεοῖς, καί τοῦ σώματος ἐκδαρέντος προσηλωθῆναι τῷ νεῷ τό δέρμα κατά τι νόμιμον, μετά δέ ταῦτα Αἰήτῃ γενομένου χρησμοῦ, καθ’ ὃν ἐσημαίνετο τελευτήσειν ὅταν ξένοι καταπλεύσαντες τό τοῦ κριοῦ δέρας ἀπενέγκωσι, τόν βασιλέα φασί τειχίσαι τό τέμενος καί φρουράν ἐγκαταστῆσαι, πρός τούτοις δέ χρυσῶσαι τό δέρας, ἵνα διά τήν ἐπιφάνειαν ὑπό τῶν στρατιωτῶν ἐπιμελεστάτης ἀξιωθῇ φυλακῆς» (Διόδωρος Σικελιώτης, 4, 47, 5).
Ο Αθάμαντας, αντιδρώντας στις προσπάθειες του Φρίξου να πάρει το θρόνο προσπάθησε να τον σκοτώσει, αλλά απότυχε. Μετά την αποτυχημένη αυτή απόπειρά του, ο Αθάμαντας φεύγει σε ξένη χώρα – τη Βοιωτία – για να γλιτώσει. Εκεί, θέλοντας ν’ ανασυστήσει κάποιο όμοιο με το πρώτο του βασίλειο, ιδρύει νέο Λαφύστιο ιερό, ομώνυμο με αυτό της Άλου. Με τον τρόπο αυτό με την ταυτόχρονη εγκατάσταση του Αθάμαντα στη Βοιωτία μεταφέρεται εκεί και η σχετική παράδοση της θυσίας του Φρίξου και της Έλλης. Έγινε δηλαδή μετατόπιση του μύθου και έτσι επικράτησε η άποψη ότι η θυσία του Φρίξου και της Έλλης έγινε στον Ορχομενό. Έχουμε και στην περίπτωση αυτή πάλι μεταφορά μύθου.
Μεταξύ της Αργοναυτικής Εκστρατείας του Ιάσονα και του ταξιδιού – στην πραγματικότητα μεγάλης επίσης ναυτικής εκστρατείας – του Φρίξου υπάρχει, εκτός από το κοινό σημείο του περίφημου χρυσόμαλλου δέρατος, και ένα άλλο συνδετικό σημείο: κατασκευαστής της «Αργώς» (του Ιάσονα) ήταν ο γιος του Φρίξου Άργος.
Είναι γνωστό ότι ο μάντης Φινέας ήταν εκείνος που έδειξε τον δρόμο στους Αργοναύτες και ότι ήταν τυφλός. Ποια ήταν η αιτία όμως της τύφλωσής του; Τυφλώθηκε, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, γιατί είχε δείξει τον δρόμο προς την Κολχίδα, τον ίδιο πάντοτε δρόμο που έδειξε και στους Αργοναύτες αργότερα, και στον Φρίξο όταν και αυτός ταξίδευε προς εκείνα τα μέρη: «πεπηρῶσθαι δέ Φινέα φησίν Ἡσίοδος ἐν μεγάλαις Ἠοίαις, ὅτι Φρίξῳ τήν ὁδόν ἐμήνυσεν» (Hesiodi Carmina, αποσπάσματα, Κατάλογος Ηοίαι 58 (72), έκδοση Lipsiae MCMII (1902). Ησίοδος, Αποσπόσματα , 157).
Άλλοι πάλι έλεγαν ότι ο Φινέας τυφλώθηκε όχι επειδή με τις οδηγίες ή τις προφητείες του βοήθησε τον ίδιο τον Φρίξο να φτάσει στην Κολχίδα αλλά επειδή έδειξε το δρόμο στους γιους του Φρίξου για να διαφύγουν από εκεί και να σωθούν επιστρέφοντας στην πατρίδα τους.

5. Κι άλλα παραμύθια για τον Αθάμαντα

Τον Αθάμαντα και όλη του την οικογένεια, όπως έλεγαν άλλοι μύθοι, τους μισούσε πολύ η θεά Ήρα και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους κάνει κακό. Το μίσος αυτό της Ήρας οφειλόταν στο ότι ο Αθάμαντας και η γυναίκα του είχαν δεχτεί ν’ αναθρέψουν αυτοί τον θεό Διόνυσο, τον οποίο αυτή μισούσε πολύ, γιατί ήταν νόθος γιος του άντρα της, του Δία. Για να μη γίνεται μάλιστα αντιληπτός ο Διόνυσος στο παλάτι του Αθάμαντα, τον ανάτρεφαν ντυμένο, λέει η σχετική μυθολογική εκδοχή, σαν να ήταν κορίτσι.
Η Ήρα, ως θεά που προστάτευε το γάμο, μισούσε τον Αθάμαντα, έλεγαν άλλοι μύθοι, γιατί αυτός είχε παρατήσει την κανονική γυναίκα του, τη Νεφέλη, και παντρεύτηκε την Ινώ. Έβαλε λοιπόν μανία στο μυαλό του Αθάμαντα και της Ινώς και αυτοί, μην ξέροντας τι κάνουν, σκότωσαν τα παιδιά τους Λέαρχο και Μελικέρτη.
Στον Απολλόδωρο διαβάζουμε σχετικά: «ὃ δέ κομίζει πρός Ἰνώ καί Ἀθάμαντα, καί πείθει τρέφειν ὡς κόρην, ἀγανακτήσασα δέ Ἥρα μανίαν αὐτοῖς ἐνέβαλε, καί Ἀθάμας μέν τόν πρεσβύτερον παῖδα Λέαρχον ὡς ἔλαφον θηρεύσας ἀπέκτεινεν, Ἰνώ δέ τόν Μελικέρτην εἰς πεπυρωμένον λέβητα ῥίψασα, εἶτα βαστάσασα μετά νεκροῦ τοῦ παιδὸς ἥλατο κατά βυθῶν» (Διόδωρος Σικελιώτης, 3, 4, 3, 5).
Ακούγονταν ακόμη και άλλες εκδοχές στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας για τον Αθάμαντα.
Σύμφωνα με τον περίφημο γραμματικό Αρίσταρχο, ο Σοφοκλής, στο δεύτερο έργο του με τίτλο «Αθάμας», που δε σώθηκε, έλεγε ότι αιτία της ακαρπίας της γης δεν ήταν το καβούρδισμα του σπόρου από τις γυναίκες της Άλου.
Η Νεφέλη, που ήταν θεά των βροχών (νέφος – Νεφέλη) έπιασε τον άντρα της Αθάμαντα ν’ απιστεί και γι’ αυτό θύμωσε και για τιμωρία κράτησε τα σύννεφα και δεν επέτρεπε να πέσει βροχή. Έτσι πλέον η γη δεν κάρπιζε και η πείνα άρχισε να βασανίζει τους κατοίκους της περιοχής. Οι άνθρωποι και τα παιδιά τους πεινούσαν και πέθαιναν. Για να εκδικηθούν την Νεφέλη οι κάτοικοι της Άλου για το κακό που τους έκανε, έπιασαν να θυσιάσουν τα παιδιά της. Έτσι μόνο θα καταλάβαινε η Νεφέλη τι σημαίνει να βλέπεις τα παιδιά σου να πεθαίνουν. Θα έπρεπε να δει και τα δικά της παιδιά να πεθαίνουν.
Άλλοι τα έλεγαν διαφορετικά

. Όταν ο Αθάμαντας έμαθε από την υπηρέτρια τη συνομωσία της Ινώς, την έπιασε και την παρέδωσε στον Φρίξο να την τιμωρήσει αυτός όπως έπρεπε. Ο Φρίξος έπιασε την Ινώ και ετοιμαζόταν να την σκοτώσει. Ο Διόνυσος όμως, από ευγνωμοσύνη προς την Ινώ, τη γυναίκα η οποία τον είχε αναθρέψει, επενέβη την τελευταία στιγμή και την γλίτωσε από το κακό που την περίμενε. Ύστερα καταδίωξε τον Φρίξο και την Έλλη. να τους πιάσει και να τους τιμωρήσει όπως τους ταίριαζε. Κυνηγημένοι λοιπόν από τον Διόνυσο, για ν’ αποφύγουν την εκδίκησή του, κατέφυγαν στην Κολχίδα ο Φρίξος και η αδελφή του και όχι για άλλο λόγο.
Ακουγόταν όμως και άλλη εκδοχή του μύθου. Δεύτερη γυναίκα του Αθάμαντα, και επομένως μητριά του Φρίξου, ήταν η Δημοδίκη. Αυτή ερωτεύθηκε τον Φρίξο και, επειδή αυτός αρνήθηκε να υποκύψει στις άνομες και ανήθικες προτάσεις της μητριάς του, αυτή τον κατηγόρησε στον Αθάμαντα ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά και έτσι ο Αθάμαντας φρόντισε να τον απομακρύνει. Πρόκειται ακριβώς για το ίδιο μοτίβο του γνωστού μύθου του Ιωσήφ και της γυναίκας του Πετεφρή.
Μία άλλη παραλλαγή αυτού του μύθου θέλει η Δημοδίκη να είναι γυναίκα όχι του Αθάμαντα αλλά του Κρηθέα, του αδελφού του Αθάμαντα και θείου του Φρίξου. Η Δημοδίκη, θεία του Φρίξου, ερωτεύθηκε τον ανεψιό της Φρίξο και του ζήτησε να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως και στην περίπτωση αυτή αρνήθηκε να υποκύψει σε ανήθικες προτάσεις και η Δημοδίκη αντιστρέφοντας τα γεγονότα, για να προλάβει, κατηγόρησε στον άντρα της τον Φρίξο ότι την παρενοχλούσε. Ο Κρηθέας θυμωμένος πολύ με τον ανεψιό του ζήτησε από τον Αθάμαντα και το πέτυχε ν’ απομακρύνει τον Φρίξο. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Φρίξος έφυγε για την Κολχίδα.
Όλοι αυτοί οι μύθοι ακούγονταν στην περιοχή Αλμυρού και την ευρύτερη περιοχή της τότε Αχαΐας Φθιώτιδας. Ακούγονταν όμως και άλλα πολλά, αυτά που είναι και τα περισσότερο και ευρύτερα γνωστά.

6. Ο Αθάμαντας σύζυγος και πατέρας θεών

                Η Ινώ, η γυναίκα του Αθάμαντα, και ο Μελικέρτης, ο γιος του, λατρεύονταν στην περιοχή τούτη αλλά και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας ως θεοί με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμονας. Αυτοί προστάτευαν τους ναυτικούς που κινδύνευαν. Πρόχειρο παράδειγμα είναι ο Οδυσσέας που κινδυνεύοντας να πνιγεί όταν έφτανε στην Ιθάκη, σώθηκε από τη Λευκοθέα. Για τη λατρεία της Λευκοθέας και του Παλαίμονα στην περιοχή τούτη υπάρχουν οι σχετικές ενδείξεις που αναφέρονται σε άλλες σελίδες αυτής της εργασίας.
Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό από τους ειδικούς μυθολόγους επιστήμονες ότι όλοι αυτοί, Νηρέας, Παλαίμονας, Θέτιδα, Λευκοθέα είναι προολυμπιακές θεότητες, οι οποίες όπως και τόσες άλλες θεότητες της περιοχής, υποκύπτοντας στην πανελλήνια ακτινοβολία και επικράτηση των καινούργιων θεών, των Ολύμπιων, υποβιβάστηκαν σε ήρωες ή έγιναν κατώτερες θεϊκές υποστάσεις. Η συρροή της λατρείας τόσων προολυμπιακών, χθόνιων και υποχθόνιων θεοτήτων στην περιοχή αυτή δείχνει ασφαλώς την παλαιότητα των μυθολογικών και λατρευτικών καταβολών της
Στον Απολλόδωρο υπάρχει ένα σχετικό απόσπασμα για την Ινώ και τον Μελικέρτη που έγιναν Λευκοθέα και Παλαίμονας: «καὶ Λευκοθέα μὲν αὐτὴ καλεῖται, Παλαίμων δὲ ὁ παῖς, οὕτως ὀνομασθέντες ὑπὸ τῶν πλεόντων’ τοῖς χειμαζομένοις γὰρ βοηθοῦσι.»

7. Και άλλα για το Λαφύστιο ιερό

                  Στο ιερό του Λαφύστιου Δία της Άλου γίνονταν ανθρωποθυσίες. Εξάλλου και το επίθετο «λαφύστιος» σημαίνει λαίμαργος, αχόρταγος., αυτός που καταβροχθίζει. Από κάποια τέτοια ανθρωποθυσία στο Λαφύστιο Δία ξέφυγε ο Φρίξος και η Έλλη, καταφεύγοντας στην Κολχίδα, όπου από ευχαρίστηση για τη σωτηρία του «δια της φυγής» θυσίασε στον Φύξιο Δία. Το περίεργο και άξιο προσοχής και ερευνητικής εξέτασης στην περίπτωση αυτή είναι ότι κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη4, 47, 5. ανθρωποθυσίες γίνονταν και στην Κολχίδα, εκεί δηλαδή όπου κατέφυγε ο Φρίξος. Γι’ αυτό και ο Αιήτης σκότωσε θυσιάζοντας στους θεούς τον Κριό, δηλαδή, κατά μία εκδοχή, τον παιδαγωγό του Φρίξου, ο οποίος έφερε τον Φρίξο στην Κολχίδα
Αλλά και στη δεύτερη ναυτική εκστρατεία προς τα ίδια μέρη, την Αργοναυτική, έγιναν απόπειρες ανθρωποθυσίας. Οι άνθρωποι του Αιήτη έπιασαν τον Ιάσονα και τον έφεραν να τον θυσιάσει η Μήδεια.
Το γεγονός της διατήρησης του καθεστώτος των ανθρωποθυσιών σε ιερά θεών παραπέμπει με ασφάλεια σε πολύ παλιές εποχές. Το στάδιο εκείνο στην πορεία της εξέλιξης της ανθρώπινης διανόησης στην Ελλάδα, σύμφωνα με το οποίο οι ανθρωποθυσίες έπρεπε να αντικατασταθούν με θυσίες ζώων και το οποίο εκδηλώνεται με τους μύθους της αντικατάστασης, ύστερα από θεϊκή πρωτοβουλία, της Ιφιγένειας και της Ασπαλίδας με κάποιο ζώο, ασφαλώς είναι μεταγενέστερο του σταδίου των ανθρωποθυσιών στο Λαφύστιο ιερό. Αντικατάσταση όμως ανθρωποθυσίας με ζωοθυσία, όπως έγινε στην Αυλίδα με την αντικατάσταση της Ιφιγένειας, δεν μνημονεύεται για το Λαφύστιο ιερό.
Στο Μουσείο του Αλμυρού υπήρχε χάλκινο αγαλματίδιο ύψους 0,125 μ. το οποίο πιστεύεται ότι παριστάνει τον Λαφύστιο Δία. Βρέθηκε στα ερείπια της Άλου από κάποιο γεωργό που καλλιεργούσε τα χωράφια του στη θέση εκείνη. Παριστάνει γενειοφόρο άντρα του οποίου η κεφαλή ομοιάζει καταπληκτικά με αυτή του Λαφύστιου Δία των νομισμάτων της Άλου. Η όλη στάση του κορμού και η θέση των δύο χεριών δείχνει ότι στο δεξιό του χέρι κρατούσε κεραυνό και στο αριστερό κάτι άλλο που μπορούσε να ήταν σκήπτρο ή αετός. Η χρονολογία κατασκευής του, κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, πρέπει να είναι το 700 π. Χ.
Η Άλος των κλασικών χρόνων, σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες και τις απόψεις του Ολλανδού αρχαιολόγου Reinder Reinders, πρέπει να βρισκόταν στη θέση «Πλατανιώτικη Μαγούλα», ανατολικά της Νέας Άλου των ελληνιστικών χρόνων.
Η Άλος της «Πλατανιώτικης Μαγούλας» είναι εκείνη που, σύμφωνα με την παράδοση, έχτισε ο Αθάμαντας Αυτό σημαίνει ότι και το Λαφύστιο ιερό κάπου εκεί κοντά πρέπει ν’ αναζητηθεί. Υπάρχει η άποψη ότι το Λαφύστιο ιερό πρέπει να βρισκόταν πάνω στο λόφο «Καστράκι», δίπλα στο σημερινό νέο κτίριο του κάτω μοναστηριού της Παναγίας Ξενιάς Τα τελευταία ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών ενισχύουν, κατά την προσωπική γνώμη μας, την άποψη αυτή, που έχει διατυπωθεί πριν από πολλά χρόνια και από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο (ΔΕΛΤΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΛΜΥΡΟΥ «ΟΘΡΥΣ», περίοδος Β”, τεύχος 1, Αλμυρός 1997, Ανθή Μπάτζιου – Ευσταθίου, Καστράκι Αλμυρού Στρωματογραφικῄ έρευνα στο λόφο της νέας Μονής Κάτω Ξενιάς, σελ. 69 -85).
Προφορικές παραδόσεις γερόντων που ακούγονταν πριν από χρόνια στο γειτονικό χωριό Βρύναινα όχι μόνο βεβαίωναν κάτι τέτοιο αλλά έδειχναν και το ακριβές σημείο των ανθρωποθυσιών στον λαίμαργο Λαφύστιο.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (17 συνέχεια)

Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
1. Μνηστήρες της Ωραίας Ελένης
από την Αχαΐα Φθιώτιδα
Πολύ σημαντική ήταν η συμμετοχή ηρώων από την περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας και στη μεγάλη εκστρατεία των Ελλήνων προς την Ασία, τον Τρωικό Πόλεμο, πέρα από την μεγαλύτερη και ενδοξότερη συμμετοχή, αυτήν του ένδοξου βασιλιά των Μυρμιδόνων και του μεγαλύτερου ήρωα των Ελλήνων, του Αχιλλέα.
Πώς θα μπορούσε εξάλλου να μην είναι σημαντική η συμμετοχή ενός τόπου, όπως αυτός της Αχαΐας Φθιώτιδας, αφού, πριν από χρόνια, τρεις υποψήφιοι μνηστήρες είχαν ξεκινήσει από τούτα τα μέρη, με δώρα πολλά και πλούσια, να ζητήσουν να πάρουν γυναίκα τους την Ωραία Ελένη. Κι είναι γνωστό ότι όλοι οι υποψήφιοι μνηστήρες της ωραίας Ελένης είχαν δεθεί με όρκο μεταξύ τους ότι, ανεξάρτητα από το ποιον θα διάλεγε η πολυξάκουστη νύφη, όλοι θα βοηθούσαν τον μελλοντικό άντρα της αν ποτέ κινδύνευε. Επομένως και αυτοί που ξεκίνησαν από τούτα τα μέρη να ζητήσουν την Ωραία Ελένη είχαν δεθεί με τον ίδιο όρκο και έπρεπε τώρα να λάβουν μέρος στον πόλεμο.
Και μόνο από την ξακουστή Φυλάκη είχαν ξεκινήσει δυο υποψήφιοι μνηστήρες, ο Πρωτεσίλαος και ο Ποδάρκης.
Ο Ησίοδος, στα «Αποσπάσματα Ηοιών», μας λέει για το θέμα αυτό και μας το βεβαιώνει στο Hesiodi Carmina, Αποσπάσματα 94 , IV, 34 – 39, έκδ. Lipsiae MCMII (1902), σελ. 158:
«Ἐκ Φυλάκης δ᾿ ἐμνῶντο δύ᾿ ἀνέρες ἔξοχ᾿ ἄριστοι, υἱὸς τ᾿ Ἰφίκλοιο Ποδάρκης Φυλακίδαο ἠΰς Ἀκτορίδης ὑπερήνωρ Πρωτεσίλαος• ἄμφω δ᾿ ἀγγελίην Λακεδαιμονάδε προΐαλλον Τυνδαρέου π<ρός> δῶμα δαΐφρονος Οἰβαλίδαο, πολλὰ δ᾿ ἔδνεα δίδον, μέγα γὰρ κλέος ἔσκε γυναικός».
Δηλ. «Τη ζητούσαν κι από τη Φυλάκη δυο άντρες ξεχωριστά παλικάρια, ο Ποδάρκης ο γιος του Ίφικλου του γιου του Φύλακου κι ο δυνατός Πρωτεσίλαος, ο περήφανος γιος του Άκτορα• κι οι δυο τους έστειλαν παραγγελιά στη Σπάρτη, στο ανάκτορο του συνετού Τυνδάρεου, του γιου του Οιβάλου και πρόσφεραν πολλά δώρα, γιατί το άκουσμα της γυναίκας ήταν μεγάλο».
Στο παραπάνω απόσπασμα ο Πρωτεσίλαος και ο Ποδάρκης παρουσιάζονται να είναι παιδιά διαφορετικών πατέρων. Σύμφωνα όμως με άλλες πηγές οι δύο ήρωες ήταν αδέλφια, παιδιά και οι δύο του Ίφικλου. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Όμηρο, στον Τρωικό Πόλεμο, τον Πρωτεσίλαο, μετά τον θάνατό του, τον διαδέχτηκε, ως αρχηγός του στρατού του, ο Ποδάρκης.
Υποψήφιος μνηστήρας της Ωραίας Ελένης από τα ίδια μέρη ήταν και ο Πάτροκλος, ο αδελφικός φίλος του Αχιλλέα. Ο Πάτροκλος ζούσε εκείνη την εποχή στη Φθία, στην αυλή του Πηλέα, μαζί με τον Αχιλλέα. Τον είχε φέρει εδώ ο πατέρας του, ο Μενοίτιος, διότι, όταν ο Πάτροκλος βρισκόταν στην πατρίδα του, είχε σκοτώσει, άθελά του βέβαια, την ώρα που έπαιζαν, ένα φίλο του, τον Κλησώνυμο ή Κλεισώνυμο ή Λύσανδρο ή Αιάνη. Ήρθε λοιπόν στην αυλή του Πηλέα, για να βρει άσυλο και καταφύγιο.
Ο Πηλέας, μάλιστα, όπως συνηθιζόταν στις περιπτώσεις αυτές, τον εξάγνισε από τον φόνο που είχε κάνει. Ενώ λοιπόν βρισκόταν στην αυλή του Πηλέα, και μάλιστα κυνηγημένος, δεν έχασε την ευκαιρία που του παρουσιάστηκε να παντρευτεί την ξακουστή Ελένη κι έστειλε κι αυτός αντιπροσώπους του να την ζητήσουν για χάρη του σε γάμο. Έτσι και αυτός ήταν δεμένος με όρκο να λάβει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο και επομένως έπρεπε να πάει.
Μαζί μ’ αυτούς όλους πήγε στην Τροία και ο δοξασμένος Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα και της θεάς Θέτιδας. Ο Αχιλλέας, όπως από κάποιες μυθολογικές εκδοχές φαίνεται, δεν ήταν υποψήφιος μνηστήρας της ωραίας Ελένης.
Λένε μερικοί ότι ήταν τότε μικρός ακόμα για γάμο. Διαφορετικά – λένε αυτοί – δεν θα ήταν δυνατόν να τον ξεπεράσει κανένας από τους άλλους μνηστήρες. Ποιος σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε να συγκριθεί μαζί του! Ο σχετικός μύθος, σε περίπτωση που υπήρχε συμμετοχή του Αχιλλέα στους μνηστήες της Ωραίας Ελένης, δεν θα έδινε περιθώρια σύγκρισης. Ωστόσο υπάρχει στη μυθολογία και η άποψη που λέει ότι ήταν δυνατόν να ήταν και ο Αχιλλέας, ένας από τους υποψήφιους μνηστήρες. Δεν έχει τόση σημασία το ότι δεν συμπεριλαμβάνεται τ’ όνομά του στον κατάλογο των μνηστήρων:
«καί ὅτι μέν τῶν Ἑλένης μνηστήρων Ἀχιλλεὺς οὐκ ἔστιν ἐν Καταλόγῳ γυναικῶν, μηδέν τοῦτο ἔστω τεκμήριον οὐκ αἰτῆσαι Ἑλένην αὐτόν» βεβαιώνεται στα Hesiodι Carmina, Αποσπάσματα, 96 (119), Pausanias III 24, 10 (7), έκδ. Lipsiae, MCMII (1902), σελ. 1.
Εδώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι υπήρχαν πολλά κατορθώματα του Αχιλλέα που στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα οποία μεταφέρθηκαν από τον Όμηρο στις περιοχές γύρω από την Τροία. Αυτό σημαίνει ότι ήταν δυνατό ο Αχιλλέας να ήταν αρκετά μεγάλος όταν έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Εξάλλου το γεγονός ότι στον ίδιο πόλεμο, διάρκειας μόλις δέκα χρόνων, ο γιος του, ο Νεοπτόλεμος, που ο Αχιλλέας τον άφησε μωρό στη Σκύρο, μεγαλώνει τόσο πολύ ώστε προφταίνει και παίρνει μέρος σ’ αυτόν και μάλιστα παίρνει γυναίκα την ξακουστή Ανδρομάχη, την γυναίκα του Έκτορα κι αργότερα την κόρη του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, την Ερμιόνη δημιουργεί πολλά ερμηνευτικά προβλήματα και αμφιβολίες. Πώς είναι δυνατόν ο νεογέννητος γιος του Αχιλλέα Νεοπτόλεμος να μεγαλώνει μέσα σε δέκα χρόνια τόσο και να πηγαίνει να πάρει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο μετά τον θάνατο του πατέρα του!

2. Λίγα για τον Αχιλλέα
Είναι πολύ γνωστές σ’ όλους οι διάφορες εκδοχές της μυθολογίας για τις προφητείες που υπήρχαν, για την ανάγκη να πάρει οπωσδήποτε μέρος στον πόλεμο αυτό ο Αχιλλέας, γιατί διαφορετικά δεν ήταν δυνατόν να κυριεύσουν οι Έλληνες την Τροία.
Είναι γνωστά ακόμη όσα λέγονταν για την προσπάθεια της μητέρας του να τον κάνει αθάνατο, για το ότι ήταν τρωτός μόνο στη φτέρνα και στη συνέχεια για το κρύψιμό του ανάμεσα στις κόρες του Λυκομήδη, για τον τρόπο με τον οποίο τον ανακάλυψε ο πονηρός Οδυσσέας και για την όλη του δραστηριότητα στον πόλεμο της Τροίας και γι’ αυτό δεν θ’ αναφερθούν εδώ.
Έχουμε τη γνώμη ότι αυτά, και πολλά άλλα που αφορούν τον Αχιλλέα και το ρόλο του στον Τρωικό Πόλεμο, παρ” όλο ότι αναφέρονται στον μεγαλύτερο και ενδοξότερο τοπικό ήρωα ακριβώς της περιοχής της οποίας εξετάζουμε τη μυθολογία, δεν έχουν θέση στην εργασία τούτη. Θα ήταν κοινοτοπίες περιττές γιατί αυτά είναι πολύ γνωστά σ’ όλους. Θα παραλειφθούν λοιπόν, αν και αποτελούν τα σημαντικότερα κεφάλαια της μυθολογίας της περιοχής αυτής.
Αυτοί οι μύθοι είναι πασίγνωστοι και δεν έχουν καλυφθεί, όπως τόσα και τόσα άλλα μυθολογικά δημιουργήματα της περιοχής αυτής που καλύφθηκαν από τη λησμοσύνη, εξαιτίας της ασημαντότητάς της, ακριβώς επειδή τα έκανε ευρύτερα γνωστά η σημαντικότητα του ήρωα και η αναμφισβήτητη μεγάλη προβολή τους από τα διασωθέντα έπη του Ομήρου.
Εκείνη την εποχή το κράτος του Αχιλλέα στην Φθιώτιδα Αχαΐα ήταν ένα από τα σημαντικότερα κράτη. Απόδειξη ότι έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με πενήντα καράβια, έναν από τους μεγαλύτερους στόλους που βρέθηκαν στην Τροία. Και τα πενήντα αυτά καράβια ήταν μόνο του Αχιλλέα. Από την Αχαΐα Φθιώτιδα έλαβαν μέρος και ο Πρωτεσίλαος αλλά και άλλοι αρχηγοί και βασιλιάδες.
Δεν έχουν επομένως οι μυθολογικές αυτές αναφορές ανάγκη ανάσυρσής τους στην επιφάνεια, όπως επιχειρείται μ’ άλλους μύθους στην εργασία αυτή. Εξάλλου η σημαντικότητα του ήρωα Αχιλλέα αποδεικνύεται και μόνο από την προφητεία ότι ήταν αδύνατη η άλωση της Τροίας χωρίς τη συμμετοχή του Αχιλλέα.
Η «προφητεία» αυτή, πέρα από το προσωπικό αναντικατάστατο του ήρωα Αχιλλέα, σημαίνει ότι και το βασίλειό του την εποχή εκείνη ήταν από τα σημαντικότερα ελληνικά κράτη και επομένως η δύναμή και η συμμετοχή του στο εκστρατευτικό ελληνικό σώμα θεωρούνταν απαραίτητη για τη νίκη.
Επιβεβαιώνεται έτσι και η άποψή μας ότι η σημαντικότητα ενός τόπου ήταν εκείνη που έπαιξε τον κύριο λόγο στο να διατηρηθούν στη μνήμη και να γίνουν γνωστοί οι μύθοι του. Οι μύθοι της περιοχής αυτής στον καιρό του Τρωικού Πολέμου, στα χρόνια δηλαδή εκείνα κατά τα οποία η Αχαΐα Φθιώτιδα ήταν μία σημαντική σε δύναμη περιοχή, έγιναν γνωστοί και διαδόθηκαν.
Αντίθετα, στις άλλες εποχές, κατά τις οποίες η δύναμή της εξασθένισε ή και χάθηκε, εξαφανίστηκαν και χάθηκαν και οι μύθοι της. Είναι η εξαίρεση, μέσα στο σύνολο των μύθων της περιοχής, που έρχεται ακριβώς να επιβεβαιώσει την άποψή μας ότι επέζησαν οι μύθοι δυνατών και πλουσίων βασιλείων.
Δεν θα εκθέσουμε ακόμη εδώ τα πολλά προβλήματα που δημιουργούνται και τις πολλές ενδιαφέρουσες αλλά και αντικρουόμενες απόψεις που υπάρχουν για τη σαφή έκταση και τα ακριβή όρια του βασιλείου του Αχιλλέα, ούτε για την πρωτεύουσά του, για τα προβλήματα των ορίων μεταξύ του βασιλείου του Αχιλλέα και των γειτονικών βασιλείων του Πρωτεσίλαου, του Φιλοκτήτη κ.τ.λ., γιατί και αυτά, κατά τη γνώμη μας, ξεφεύγουν από τα όρια και τους σκοπούς τούτης της εργασίας. Είναι θέματα καθαρά ιστορικά και ως τέτοια δεν ανήκουν στους σκοπούς της εργασίας αυτής. Μας αρκεί, για το σκοπό της εργασίας μας αυτής, η αναφορά και η γενική συμφωνία όλων ότι, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορετικές απόψεις υπάρχουν για την πρωτεύουσα του βασιλείου του Αχιλλέα και την έκταση που αυτό καταλάμβανε, οπωσδήποτε ένα μέρος τουλάχιστο της Αχαΐας Φθιώτιδας και του ορεινού όγκου της Όθρης ανήκε στο βασίλειο του Αχιλλέα, του μεγαλύτερου ήρωα του Τρωικού Πολέμου. Μας αρκεί το γεγονός ότι στα μυθολογικά ακούσματα με τα οποία τρέφονταν και διαμόρφωναν την φυλετική τους ταυτότητα οι άνθρωποι τούτης της περιοχής, περιλαμβάνονταν και οι διάφορες μυθολογικές εκδοχές για τον Πηλέα, τον Αχιλλέα και τον Νεοπτόλεμο.
Ωστόσο θεωρούμε σωστό να επισημάνουμε απλώς και μόνο ότι το γεγονός ότι πόλεις της ίδιας περιοχής, όπως ο Πτελεός, ο Αντρώνας, η Πύρασος και κυρίως η Ίτων, ανήκαν στο βασίλειο του Πρωτεσίλαου, ενώ η Άλος, στο μέσον της ίδιας περιοχής, ανήκε στον Αχιλλέα, δημιουργεί πολλά προβλήματα στον καθορισμό των ορίων των δύο κρατών.
Τα προβλήματα που δημιουργούνται στην περίπτωση αυτή από τις συγχεόμενες και αλληλοκαλυπτόμενες επικράτειες των δύο αυτών γειτονικών βασιλείων, και εφόσον η ομηρική Άλος είναι η αυτή με την Άλο των κλασικών χρόνων (στην Πλατανιώτικη Μαγούλα), μπορούσαν ίσως να λυθούν, κατά τη γνώμη μας, με την παραδοχή της ύπαρξης μιας σχέσης ομοσπονδιακής ή συνομοσπονδιακής μεταξύ των δύο γειτονικών αυτών βασιλείων.
Κάτω από μια λογική και ισόρροπη κατανομή των συμφερόντων και αμοιβαίων διευκολύνσεων μεταξύ των δύο αυτών μερών της ομοσπονδιακής ή συνομοσπονδιακής συνύπαρξής τους έπρεπε και τα δύο μέρη να έχουν λιμάνια και τις σχετικές διευκολύνσεις αλλά ταυτόχρονα και εκτεταμένες πεδιάδες για τις καλλιέργειες.
Με αυτή την λογική εξεταζόμενο το πρόβλημα της σύγχυσης και αλληλοκάλυψης των δύο επικρατειών εξηγείται πώς ήταν δυνατό ο μεν Πρωτεσίλαος να βασιλεύει στην Ίτωνα, δυτικά του Αλμυρού, στην Πύρασο βορειοανατολικά του Αλμυρού και να έχει παράλληλα και τα λιμάνια του Πτελεού και του Αντρώνα, νότια του Αλμυρού, ο δε Αχιλλέας να βασιλεύει σε μια περιοχή, από τα Φάρσαλα μέχρι το λιμάνι του Αλμυρού, την τότε Άλο, και να φτάνει μέχρι και τις εκβολές του Σπερχειού. Εκτός και αν η ομηρική Άλος βρισκόταν έξω από την περιοχή Αλμυρού, στην οποία βρισκόταν μόνο η Άλος των κλασικών και των ελληνιστικών χρόνων.
Βεβαίως και οι σχέσεις του Αχιλλέα με τον Σπερχειό ποταμό, όπως φανερώνονται από το γεγονός της προσφοράς των μαλλιών του ήρωα στον ποταμό, και από τις αναφορές που μνημονεύουν τον ποταμό Σπερχειό ως σύζυγο της αδερφής του Αχιλλέα αλλά κι από την ύπαρξη της ονομασίας Ελλάς στην ίδια περιοχή και από άλλα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που μπορεί να βρει κάποιος σε πολλές σχετικές εργασίες, όπως π. χ. «Το πρόβλημα της ομηρικής Φθίας», του Παναγιώτη Μακρυγιάννη – Ματαπά, Εκδόσεις Ρίζες, Αθήνα 1979, οδηγούν ίσως στη σκέψη ότι η πρωτεύουσα των Μυρμιδόνων δεν πρέπει να βρισκόταν πολύ μακριά από τον Σπερχειό ποταμό.
Όλα αυτά τα προβλήματα ασφαλώς δεν ανήκουν στην καθαρή μυθολογία και επομένως δεν μπορούν να εξετασθούν στην εργασία αυτή.

3. Ο στρατός του Αχιλλέα
Ο Αχιλλέας έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με πενήντα καράβια. Ο Όμηρος λέει για τα καράβια και τους πολεμιστές που ακολουθούσαν τον Αχιλλέα:
«Νῦν αὖ τούς, ὅσσοι τό Πελασγικόν Ἄργος ἔναιον, οἵ τ᾿ Ἄλον οἵ τ᾿ Ἀλόπην οἵ τε Τρηχῖνα νέμοντο, οἵ τ᾿ εἶχον Φθίην ἠδ᾿ Ἑλλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δ᾿ ἐκαλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί, τῶν δ᾿ αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχὸς Ἀχιλλεύς» (Ιλιάδα, Β , 681 – 685).
Πέντε τάγματα είχε ο στρατός του Αχιλλέα. Το καθένα είχε τον αρχηγό του.
Στο πρώτο τάγμα αρχηγός ήταν ο Μενέσθιος, που ήταν ανεψιός του Αχιλλέα, αφού ήταν γιος της αδελφής του Πολυδώρας και του ποταμού Σπερχειού. Ο Σπερχειός, κατά μία μυθολογική εκδοχή, ήταν γιος του Περιήρη, του γιου του Αίολου και εγγονού του Έλληνα και της νύμφης Οθρηίδας.
Στο δεύτερο τάγμα αρχηγός ήταν ο Εύδωρος, που ήταν καρπός του έρωτα του θεού Ερμή και της Πολυμήλας ή Πολυμήλης, κόρης του Φύλαντα. Ο Εύδωρος μεγάλωσε, λέει ο μύθος, στην αυλή του παππού του Φύλαντα, ο οποίος ήταν βασιλιάς της θεσπρωτικής – ή για κάποιους άλλους της θεσσαλικής – πόλης Εφύρας.
Αλλά, ενώ για τον ίδιο τον Εύδωρο όλοι συμφωνούσαν ότι ήταν γιος της Πολυμήλας και του Ερμή, για τη μητέρα του, την Πολυμήλα, κυκλοφορούσαν πολλές διαφορετικές απόψεις. Κάποιοι μύθοι της περιοχής ήθελαν την Πολυμήλα ή Πολυμήλη να είναι, όπως είπαμε, κόρη του Φύλαντα.
Η Πολυμήλα μετά την περιπέτειά της αυτή με τον Ερμή, παντρεύτηκε τον Εχεκλή. Κάποιοι άλλοι όμως μύθοι την ήθελαν να είναι κόρη του Άκτορα και αυτοί έλεγαν ότι η Πολυμήλα παντρεύτηκε τον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα, προτού ο Πηλέας παντρευτεί τη θεά Θέτιδα.
Άλλοι πάλι τα έλεγαν εντελώς διαφορετικά. Η Πολυμήλα δεν ήταν κόρη ούτε του Φύλαντα ούτε του Άκτορα αλλά ήταν κόρη του Πηλέα. Η Πολυμήλα λοιπόν, σύμφωνα με αυτούς, ήταν αδερφή του Αχιλλέα και επομένως ο Εύδωρος ήταν κι αυτός ανεψιός του Αχιλλέα, αφού ήταν γιος της αδερφής του, όπως ήταν και ο διοικητής του πρώτου τάγματος, ο Μενέσθιος.
Η Πολυμήλα, έλεγαν άλλοι παραμυθάδες, αργότερα έγινε γυναίκα του Μενοίτιου και μητέρα του Πάτροκλου, του άλλου ήρωα του Τρωικού Πολέμου και αδελφικού φίλου του Αχιλλέα. Έτσι, σύμφωνα με την άποψη αυτή ο Πάτροκλος ήταν και αυτός ανεψιός του Αχιλλέα. Υπάρχει όμως και άλλη γνώμη, την οποία έλεγαν άλλοι παραμυθάδες της περιοχής για τον Πάτροκλο. Σύμφωνα με την άποψη αυτή οι δύο ήρωες, Αχιλλέας και Πάτροκλος, ήταν πρώτα εξαδέλφια, γιατί οι πατεράδες τους, έλεγαν, ήταν αδέλφια:
Στα Hesiodi Carmina, Αποσπάσματα 84 (104) και Eustathius Hom. 112, 44 sq., LIPSIAE, IN AEDIBUS B. C. TEUBNERI, MCMII (1902), σελ. 153), διαβάζουμε «ἰστέον δέ ὅτι τὸν Πάτροκλον ἡ παλαιά ἱστορία καί συγγενῆ τῷ Ἀχιλλεῖ παραδίδωσι λέγουσα, ὅτι Ἡσίοδός φησι Μενοίτιον, τόν Πατρόκλου πατέρα, Πηλέως εἶναι ἀδελφόν, ὡς εἶναι αὐτανεψίους οὕτως ἀμφοτέρους ἀλλήλοις».
Για όλες αυτές τις παραπάνω μυθολογικές εκδοχές για τις σχέσεις της Πολυμήλας του Πάτροκλου και του Αχιλλέα υπάρχουν πολλοί και ωραίοι μύθοι. Θα ήταν όμως πολύ κουραστική και έξω από τους σκοπούς μας η αναφορά τους.
Στο τρίτο τάγμα του στρατού τού Αχιλλέα ήταν αρχηγός ο Πείσανδρος, που ξεχώριζε ανάμεσα στους Μυρμιδόνες για την παλικαριά του μετά τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο.
Στο τέταρτο τάγμα αρχηγός ήταν ο Φοίνικας, που ο Πηλέας τον έστειλε κοντά στο γιο του, τον Αχιλλέα, για να τον συμβουλεύει.
Στο πέμπτο τάγμα του στρατού του Αχιλλέα ήταν αρχηγός ο Αλκιμέδοντας, ο γιος του Λαέρτη. Ο Λαέρτης αυτός ήταν άλλος, δεν είχε καμιά σχέση με τον ομώνυμό του πατέρα τού Οδυσσέα.
Στη Ραψωδία Π της Ιλιάδας στίχ. 168-197, Ομήρου Ιλιάδα, μετάφραση Ν. Καζαντζάκη και Ι. Θ. Κακριδή, Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β., 1992, τεύχος δεύτερο, σελ. 83 -84, περιγράφονται τα παραπάνω ως εξής:
«Είχε ο Αχιλλέας πενήντα γρήγορα καράβια που κυβέρνα, ο λατρευτός του Δία, σαν έφτασε στην Τροία, και στο καθένα, πενήντα παλικάρια εκάθουνταν πα στο κουπί συντρόφοι και πέντε κεφαλή τους έβαλε ρηγάρχες μπιστεμένους να κυβερνούν, κι αυτός βασίλευε περίσια πάνω απ’ όλους.
Στον πρώτο λόχο ο λαμπροθώρακος Μενέσθιος κυβερνούσε, του Σπερχειού, του ουρανογέννητου του ποταμού βλαστάρι• μια κόρη του Πηλέα τον γέννησε πανώρια, η Πολυδώρα, θνητή, που με θεό κοιμήθηκε, το Σπερχειό το γαύρο, μα γιος του Βώρου νοματίζονταν κι αγγόνι του Περήρη, τι αυτός την πήρε απ’ τον πατέρα της με μυριοπλούσια δώρα.
Στον άλλο λόχο ο γαύρος Εύδωρος αφέντευε, μιας κόρης, της Πολυμήλας, κλεφτογέννημα, που στο χορό ήταν πρώτη, του Φύλα η θυγατέρα τι άρεσε του Αργοφονιά, ως την είδε που στο χορό ετραγούδα κάποτε με άλλες μαζί κοπέλες στη χάρη της χουγιάχτρας Άρτεμης της χρυσοδοξαρούσας.
Ευτύς στο ανώγι ανέβηκε κι έσμιξε κρυφά μαζί της τότε ο πονηρός Ερμής, τρισεύγενο υγιό χαρίζοντάς της, τον Εύδωρο, καλό στο τρέξιμο καλό και στο κοντάρι. Κι η θεά Λεχούσα αφού η βαρύπονη της έβγαλε το γιο της όξω στο φως, και του ήλιου αντίκρισε την άγια λάμψη, εκείνην ο γαύρος Εχεκλής, ο ατρόμητος του Άχτορου υγιός, την πήρε γυναίκα, μύρια δώρα δίνοντας, στο αρχοντικό του μέσα.
Και το μωρό το χαϊδανάσταινε με αγάπη ο γερο Φύλας, και πάντα γνοιαστικά το φρόντιζε, σαν να ‘ταν γιος δικός του. Στον τρίτο λόχο ο γιος του Μαίμαλου μπήκε αρχηγός, ο γαύρος ο Πείσαντρος, που στο κοντάρεμα ξεχώριζε απ’ τους άλλους, μετά απ’ του Αχιλλέα το σύντροφο, στους Μυρμιδόνες μέσα.
Κι ο γερο αλογολάτης Φοίνικας τον τέταρτο οδηγούσε κι ο ψυχωμένος Αλκιμέδοντας, του Λαέρτη ο γιος, τον πέμπτο».

4. Ο Φοίνικας και η Φθία
Ο Όμηρος παρουσιάζει στην Ιλιάδα τον Φοίνικα να εκτελεί τα καθήκοντα τού συμβουλάτορα τού Αχιλλέα την στιγμή που προσπαθεί να πείσει τον θυμωμένο Αχιλλέα να λάβει μέρος στη μάχη εναντίον των Τρώων. Μέσα από τους στίχους αυτούς του Ομήρου παίρνουμε πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες (Ομήρου Ιλιάδα, Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη – Ι. Θ. Κακριδή, Ι΄, στ. 432 – 501, Οργ, Εκδ. Διδακτ. Βιβλίων, Αθήνα 1992).
«Τέλος εστράφη κι είπε ο Φοίνικας, ο γερο αλογολάτης με δακρυσμένα μάτια τι έτρεμε μην πάθουν τα καράβια:
«Το γυρισμό στο νου σου αν έβαλες, τρανέ Αχιλλέα στ’ αλήθεια, κι ουδέ λογιάζεις πια τα γρήγορα καράβια να γλιτώσεις απ’ την κακιά φωτιά, τι η μάνητα το λογισμό σου πνίγει, πώς τότε πια, παιδί μου, θα ‘μενα μακριά σου εδώ μονάχος;
Μαζί σου εδώ ο Πηλέας δε μ’ έστειλεν, ο γερο αλογολάτης, από τη Φθία, στον Αγαμέμνονα καθώς σε προβοδούσε; κι ήσουν παιδί, κι ουδέ από πόλεμο νογούσες μανιασμένο κι ουδέ από σύναξη, που ξέχωρη τιμή στον άντρα δίνει.
Γι’ αυτό μαζί σου εκείνος μ’ έστειλε, για να σε δασκαλεύω, να μάθεις να μιλάς στη μάζωξη, να πολεμάς στη μάχη. Γι’ αυτό, παιδί μου, εγώ δε θά ‘θελα να χωριστώ από σένα, κι ο θεός ακόμα αν μου έλεγε να ξύσει απ’ το κορμί μου τα γερατιά, και νιος σα άλλοτε να γίνω, σαν τότε που την Ελλάδα εγώ απαράτησα την ωριογυναικούσα, να λείψω απ’ την οργή του κύρη μου, του Αμύντορα, ζητώντας.
Για κάποια σκλάβα ομορφοπλέξουδη μου ‘χε βαριά θυμώσει της είχε αγάπη και το ταίρι του δε λόγιαζε καθόλου, τη μάνα μου, κι αυτή στα γόνατά μου πρόσπεφτε, την κόρη εγώ να κοιμηθώ πρωτύτερα, να σιχαθεί το γέρο.
Κι έγινε η χάρη της, μα ο κύρης μου σε λίγο το απεικάστη κι επάνω μου κατάρες σώριασε βαριές, κι ανακαλιόταν τις άγριες Ερινύες, στα γόνατα να μη χορέψει αγγόνι, που να ’χει γεννηθεί απ’ το σπέρμα μου. Κι ευτύς την κάταρά του του Κάτω Κόσμου ο Δίας την άκουσε κι η ανήλεη Περσεφόνη.
Με κοφτερό χαλκό μελέτησα να τον σκοτώσω τότε, μα κάποιος μου ’σβησε τη μάνητα θεός, θυμίζοντάς μου του κόσμου τις βρισιές, το σούσουρο μες στους ανθρώπους γύρω, πατροφονιά να με φωνάζουνε μες στους Αργίτες όλοι.
Μα κι η καρδιά μου δεν το δέχουνταν καθόλου να χολιάζει μαζί μου, ο κύρης, και στο σπίτι μας εγώ να μπαινοβγαίνω κι ήταν πολλοί δικοί κι αξάδελφοι, που μ’ είχαν ζώσει τότε, με παρακάλια δοκιμάζοντας να με κρατήσουν σπίτι στεφανοκέρατα, στριφτόζαλα πλήθος εσφάζαν βόδια κι αρνιά παχιά, κι απάνω στου Ήφαιστου τη φλόγα τεντωμένοι καψαλιζόνταν χοίροι, που ’πλεχαν μες στο πολύ τους ξίγκι και το κρασί κρουνός επίνουνταν απ’ τα σταμνιά του γέρου.
Νύχτες εννιά κοιμόνταν γύρω μου και με φυλάγαν όλοι με τη σειρά τους, και δεν έσβηναν ποτέ οι φωτιές, που ανάβαν μες στη στοά τής γυροτοίχιστης αυλής η μια στημένη κι η άλλη στον πρόδρομο, κατάμπροστα στις πόρτες του αντρωνίτη.
Μα ως έφτασε η νύχτα η δέκατη και πήρε το σκοτάδι τότε συντρίβοντας της κάμαρας τις στεριωμένες πόρτες όξω πετάχτηκα και πήδηξα με μιας τον αυλοφράχτη, δίχως καθόλου οι φυλακάτορες κι οι σκλάβες να με νιώσουν.
Και πήρα δρόμο την πλατύχωρη διαβαίνοντας Ελλάδα ως πια στη Φθία την παχιοχώματη, την αρνομάνα, φτάνω, στου βασιλιά Πηλέα κι ολόκαρδα με καλοδέχτη εκείνος, και τόση αγάπη τότε μου ’δειξε, σαν που αγαπάει πατέρας, που ’χει και βιος, το μοσκανάθρεφτο μικρό μοναχογιό του• και πλούσιο μ’ έκανε και μου “δωκε πολλούς για ν’ αφεντεύω και ζούσα βασιλιάς στους Δόλοπες, στης Φθίας την άκρη άκρη.
Κι έτσι μεγάλο εγώ σε ανάστησα, θεόμορφε Αχιλλέα, και σ’ αγαπούσα τι δεν ήθελες εσύ κανέναν άλλον, για στο τραπέζι σύντας πήγαινες για κι έτρωγες μονάχος, έπρεπε εγώ στα γόνατα μαθές να σε κρατώ, να κόβω το κρέας να τρως, μετά στα χείλια σου την κούπα να ζυγώνω.
Συχνά στο στήθος μου κατάβρεξες το ρούχο με το στόμα, παιδί όπως ήσουν και με παίδευες και το κρασί ξερνούσες, Έτσι πολλά για σένα τράβηξα, πολλούς επήρα μόχτους τι δεν ξεχνούσα πως οι αθάνατοι δεν ήταν να μου δώσουν δικό μου γιο, γι’ αυτό και μου ’γινες, θεόμορφε Αχιλλέα, παιδί μου εσύ, που θα με γλίτωνες απ’ το κακό μια μέρα.
Την πέρφανη ψυχή σου μέρωσε τώρα, Αχιλλέα, δεν πρέπει να ’χεις καρδιά σκληρή. Κι οι αθάνατοι τη γνώμη τους αλλάζουν, που μας περνούνε και στη δύναμη και στη τιμή και σ’ όλα.
Με καλοπρόσδεχτα ταξίματα και με θυσίες, με κνίσα, και με σπονδές, γυρίζουν άνθρωποι και τη δική τους γνώμη παρακαλώντας τους αν έσφαλε κι αν έφταιξε κανένας».
Ο Όμηρος βέβαια μπορεί να μας τα λέει έτσι ίσως για να ωραιοποιήσει την πραγματικότητα ή ίσως γιατί ακολούθησε την μία απ’ όσες εκδοχές κυκλοφορούσαν στην περιοχή για την υπόθεση αυτή. Στην περιοχή όμως της Αχαΐας Φθιώτιδας και της Φθίας κυκλοφορούσαν μερικοί μύθοι διαφορετικοί. Λέγαν ότι ο Αμύντορας, τύφλωσε με τα ίδια του τα χέρια τον γιο του Φοίνικα και ότι τον έδιωξε από το παλάτι του ο ίδιος και δεν έφυγε μόνος του ο Φοίνικας, όπως ισχυρίζεται ο Όμηρος. Λέγανε ακόμα ότι όταν έφυγε ο Φοίνικας, από την πατρίδα του την Ελλάδα, τυφλωμένος από τον πατέρα του, πήγε στον Κένταυρο Χείρωνα, ο οποίος τον θεράπευσε. Ο Κένταυρος Χείρωνας. κατόπιν, αφού θεράπευσε τον Φοίνικα, του ανέθεσε την ανατροφή του Αχιλλέα.
Η υπηρέτρια, η οποία, σύμφωνα μ’ όσα μας λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, είχε ξεμυαλίσει τον πατέρα τού Φοίνικα, τον Αμύντορα, και έτσι αυτός παραμελούσε την γυναίκα του εξαιτίας της, λεγόταν, σύμφωνα με μία εκδοχή, Φθία ή Κλυτία. Η μητέρα του Φοίνικα και γυναίκα του Αμύντορα, έβαλε, λέει, τον γιο της Φοίνικα να τα φτιάξει με τη Φθία ή Κλυτία και έτσι ν’ απομακρυνθεί ο άντρας της από αυτήν.
Αυτά έλεγαν οι μύθοι της περιοχής. Μερικοί όμως αργότερα είπαν διαφορετικά τα πράγματα. Μην τα ακούτε αυτά έλεγαν. Καμία υπηρέτρια δεν θέλησε να πάρει ο Φοίνικας από τον πατέρα του. Η όμορφη Φθία δεν ήταν κάποια υπηρέτρια που ο γιος ήθελε να την πάρει από τον πατέρα του. Αυτά είναι παραμύθια. Εκείνο που ήθελε να πάρει ο γιος από τον πατέρα του δεν ήταν η υπηρέτρια αλλά αυτό το ίδιο το βασίλειο. Η Φθία δεν ήταν υπηρέτρια. Ήταν αυτό το ίδιο το βασίλειο στο οποίο βασίλευε ο Αμύντορας και το οποίο λεγόταν Φθία. Ο Φοίνικας, με την υποστήριξή της μητέρας του, επαναστάτησε κατά του πατέρα του με σκοπό να τον διώξει από τον θρόνο και να γίνει αυτός βασιλιάς της. Η προσπάθεια αυτή όμως δεν είχε επιτυχή αποτελέσματα και ο Φοίνικας κυνηγημένος, και κινδυνεύοντας να χάσει την ζωή του, αναγκάστηκε να ζητήσει άσυλο κοντά στον Πηλέα. Φαίνεται δε ότι και ο Πηλέας είχε κάποια ανάμιξη στην όλη υπόθεση και γι’ αυτό έδωσε προστασία στον επαναστάτη. Γειτονικό βασίλειο ήταν το βασίλειο του Αμύντορα και είναι πολύ φυσικό να υποθέσουμε ότι θα το καλόβλεπε ο Πηλέας. Έπρεπε λοιπόν να βρει ανθρώπους να υποστηρίξουν αυτές του τις βλέψεις και βρήκε τον Φοίνικα που δέχτηκε ν’ ακολουθήσει τα σχέδια του Πηλέα. Γι’ αυτό και ο Πηλέας για ανταμοιβή της συνεργασίας του Φοίνικα σ’ αυτά του τα επεκτατικά σχέδια, τον έκανε πλούσιο και τον όρισε βασιλιά στους Δόλοπες που ζούσαν στην «άκρη άκρη» της Φθίας. (Ιλιάδα, στ. 478 – 484).
Ο Φοίνικας έζησε και μετά το θάνατο του Αχιλλέα και έγινε σύμβουλος και του Νεοπτόλεμου, του γιου του Αχιλλέα, τον οποίο και ακολούθησε στην επιστροφή του. Δεν πρόφθασε όμως ο ίδιος να γυρίσει και πάλι στην πατρίδα του γιατί πέθανε στο δρόμο του γυρισμού.

5. Ποιοι ήταν οι Μυρμιδόνες
Οι Μυρμιδόνες του Αχιλλέα ήταν λαός που, κατά μία μυθολογική εκδοχή, κατάγονταν από την Αίγινα. Η Αίγινα ήταν κόρη του ποταμού Ασωπού. Ο Δίας την άρπαξε και την έφερε στο νησί Οινώνη που από τότε πήρε το όνομα της κοπέλας και ονομάστηκε Αίγινα. Εκεί η νύμφη Αίγινα έγινε από τον Δία μητέρα του Αιακού. Επειδή δε ο τόπος εκεί ήταν έρημος από κατοίκους ή επειδή, όπως έλεγαν άλλοι, ο λαός του νησιού είχε καταστραφεί, ο Αιακός παρακάλεσε τον πατέρα του Δία να κάνει κάτι ώστε να υπάρχουν άνθρωποι στο νησί. Ο Δίας άκουσε την παράκληση του γιου του και μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια του νησιού σε ανθρώπους.
Ο Απολλόδωρος (3, 12, 6, 6). γράφει γι’ αυτό το θέμα: «Αἴγιναν δέ εἰσκομίσας εἰς τήν τότε Οἰνώνην λεγομένην νῆσον, νῦν δέ Αἴγιναν ἀπ᾿ ἐκείνης κληθεῖσαν, μίγνυται, καἰ τεκνοῖ παῖδα ἐξ αὐτῆς Αἰακόν, τούτῳ Ζεὺς ὄντι μόνῳ ἐν τῇ νήσῳ τούς μύρμηκας ἀνθρώπους ἐποίησε»
Έτσι, σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, οι Μυρμιδόνες έγιναν από τα μυρμήγκια και γι’ αυτό ονομάστηκαν έτσι. Οι Μυρμιδόνες αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι αργότερα ήρθαν στη Φθία, με αρχηγό τους τον Πηλέα.
Ο μύθος όμως αυτός είναι κατοπινό δημιούργημα με σκοπό να βρεθεί κάποια αιτιολογία του ονόματος των Μυρμιδόνων. Οι Μυρμιδόνες φαίνεται να είναι αυτόχθονας λαός της περιοχής της Αχαΐας Φθιώτιδας (Στράβωνας IX , 5, 9). Ήταν λαός καθαρά γεωργικός που ασχολούνταν ολημερίς με τη γεωργία. Πάλευαν χωμένοι μέσα στη γη σκάβοντας σ’ αυτήν όπως τα μυρμήγκια. Έπεσε όμως μεγάλη πείνα στη χώρα τους και οι άνθρωποι έσκαβαν τη γη και ζούσαν εκεί μέσα. Πάνω από τα λιθάρια αυτών των σκαμμένων κατοικιών τους τοποθετούσαν το χώμα που έβγαζαν. για να το καλλιεργούν, όπως βγάζουν έξω από τη φωλιά τους τα μυρμήγκια το χώμα. Γι’ αυτό ονομάστηκαν Μυρμιδόνες. Έτσι λέει μία άλλη μυθολογική εκδοχή για την προέλευση του ονόματος των Μυρμιδόνων.
Ένα απόσπασμα του Στράβωνα μας δίνει κάποιες σχετικές με το θέμα πληροφορίες:
«Μυρμιδόνας δέ κληθῆναί φασιν οὐχ ὡς ὁ μῦθος τούς Αἰγινήτας, ὅτι λοιμοῦ μεγάλου συμπεσόντος οἱ μύρμηκες ἄνθρωποι γένοιντο κατ᾿ εὐχήν Αἰακοῦ, ἀλλ᾿ ὅτι μυρμήκων τρόπον ὀρύττοντες τήν γῆν ἐπιφέροιεν ἐπί τάς πέτρας ὥστ᾿ ἔχειν γεωργεῖν, ἐν δέ τοῖς ὀρύγμασιν οἰκεῖν φειδόμενοι πλίνθων».
Δηλαδή: «Λένε ότι οι Αιγινήτες ονομάστηκαν Μυρμιδόνες όχι, όπως λέει ο μύθος, ότι έπεσε μεγάλη πείνα και με ευχή του Αιακού τα μυρμήγκια έγιναν άνθρωποι, αλλά διότι σκάβοντας τη γη όπως τα μυρμήγκια, έφερναν πάνω στις πέτρες λίγο χώμα για να το καλλιεργούν, κατοικούσαν δε μέσα σε ορύγματα γιατί έκαναν οικονομία στις πλίθες» (Στράβωνας VIII, 6, 16).
Ακουγόταν ακόμα και μία μυθολογική εκδοχή εντελώς αντίθετη από την γνωστή σε όλους. Δεν μεταμορφώθηκαν τα μυρμήγκια σε ανθρώπους επειδή παρακάλεσε ο Αιακός τον Δία να δημιουργήσει ανθρώπους για να μην είναι μόνος. Αντίθετα οι άνθρωποι μεταμορφώθηκαν σε μυρμήγκια, ύστερα από προσευχή του Αιακού.
Είχε πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα, λέει αυτή η μυθολογική εκδοχή. Τόσο μεγάλη ήταν η πείνα που οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να ζήσουν ως άνθρωποι, γιατί έχουν πολλές ανάγκες.
Ο Αιακός σκέφτηκε ότι αν οι υπήκοοί του ήταν μυρμήγκια θα ήταν ευκολότερο να ζήσουν. Παρακάλεσε λοιπόν ο Αιακός τον Δία και αυτός μεταμόρφωσε τους ανθρώπους του βασιλείου του σε μυρμήγκια για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Έτσι δικαιολογούσε το όνομά τους μία άλλη μυθολογική εκδοχή.
Ωστόσο υπάρχει και μία άλλη διαφορετική εκδοχή. Ονομάστηκαν Μυρμιδόνες απλά γιατί αρχηγός τους και πρόγονός τους ήταν ο Μυρμιδόνας.
Μυρμηδόνες (με ήτα) στη δωρική διάλεκτο σημαίνει μυρμήγκια. Μυρμηδών (με ήτα) σημαίνει μυρμηγκοφωλιά, Μύρμος σημαίνει μυρμήγκι και κατά τον Ησύχιο φόβος. Το Μυρμιδόνες (με γιώτα) φαίνεται ότι παράγεται από το «μύρμος» δηλ. φόβος και σημαίνει αυτοί που προκαλούν φόβο, τρόμο. Οι Μυρμιδόνες (με γιώτα) αποκαλούνταν «μεγαλήτορες, φιλοπτόλεμοι, κραδίην και θυμόν έχοντες, εγχεσίμωροι, ταχύπωλοι».
Επώνυμος ήρωας των Μυρμιδόνων ήταν, λοιπόν, κατά μία μυθολογική εκδοχή, ο Μυρμιδόνας, που ήταν γιος του Διολήθη και εγγονός του Περιήρη. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Μυρμιδόνας ήταν γιος του Δία και της Ευρυμέδουσας. Ο Μυρμιδόνας ήταν πατέρας του Άκτορα και του Αντίφου. Κατά μία μυθολογική εκδοχή ήταν ακόμα πατέρας της Ευπολεμίας, της μητέρας του αργοναύτη Αιθαλίδη.

6. Ο Πρωτεσίλαος
Ένας άλλος μεγάλος βασιλιάς της ίδιας περιοχής, ο Πρωτεσίλαος, που είχε στρατό από τη Φυλάκη, την Πύρασο, την Ίτωνα, την Αντρώνα και το Πτελεό, ξεκίνησε επίσης από τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας για την Τροία. Ήταν κι αυτός δεμένος με όρκο να βοηθήσει τον άντρα της Ωραίας Ελένης, αφού κάποτε την είχε ζητήσει κι αυτός σε γάμο.
Στον Όμηρο, Ιλιάδα, Β, 695 – 699, διαβάζουμε για τον στρατό του Πρωτεσίλαου:
«Οἵ δ᾿ εἶχον Φυλάκην καὶ Πύρασον ἀνθεμόεντα, Δήμητρος τέμενος, Ἴτωνά τε μητέρα μήλων, ἀγχίαλον τ᾿ Ἀντρῶνα ἠδὲ Πτελεὸν λεχεποίην, τῶν αὖ Πρωτεσίλαος Ἀρήιος ἡγεμόνευεν ζωὸς ἐών».
Δηλαδή: (Πήγαν στην Τροία) «Όσοι κατοικούσαν τη Φυλάκη και τη λουλουδένια Πύρασο, της Δήμητρας τον αφιερωμένο τόπο, και την Ίτωνα τη μάνα των προβάτων και την Αντρώνα, κοντά στο περιγιάλι, και την Πτελεό με το πολύ χορτάρι πούκανε για στρώμα κρεβατιού, αυτών αρχηγός ήταν ο Πρωτεσίλαος ο πολεμικός όσο καιρό ήταν ζωντανός».
Για τον Πρωτεσίλαο, τον βασιλιά της Φυλάκης, πολλοί μύθοι κυκλοφορούσαν στην πατρίδα του. Για χρόνια πολλά μ’ όσα ακούγονταν για τον ηρωικό βασιλιά Πρωτεσίλαο μεγάλωναν τα παιδιά και περνούσαν τις νύχτες τους οι μεγάλοι.
Ήταν εκείνος που σκοτώθηκε πρώτος στην Τροία πριν ακόμη αρχίσει ο πόλεμος, γιατί ήταν ο πρώτος που θέλησε να κατεβεί από τα καράβια, αν και γνώριζε, από μία προφητεία που υπήρχε, ότι ο πρώτος που θα αποβιβαζόταν θα σκοτωνόταν αμέσως. Μετά από αυτόν κατέβηκε ο μεγαλύτερος ήρωας ο Αχιλλέας. Έτσι έλεγαν και καμάρωναν για το βασιλιά τους στη Φυλάκη.
Άλλοι όμως πίστευαν ότι τα πράγματα έγιναν διαφορετικά. Ο Πρωτεσίλαος, έλεγαν αυτοί, δεν ήθελε να αποβιβαστεί πρώτος γιατί ήξερε τον σχετικό χρησμό. Τον ξεγέλασε όμως ο πονηρός βασιλιάς της Ιθάκης Οδυσσέας, που γνώριζε πολύ καλά τι ακριβώς έλεγε ο χρησμός.
Έριξε λοιπόν ο Οδυσσέας την ασπίδα του στο τρωικό έδαφος και μετά πήδησε ο ίδιος πρώτος από όλους αλλά στάθηκε επάνω στην ασπίδα. Έτσι δεν πάτησε το χώμα της Τροίας και δεν σκοτώθηκε, γιατί στην πραγματικότητα δεν «πάτησε χώμα» στην Τροία. Αντίθετα σκοτώθηκε ο Πρωτεσίλαος που ξεγελασμένος από τον Οδυσσέα πήδηξε, νομίζοντας τάχα ότι ήταν δεύτερος. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ο πρώτος που πάτησε στο έδαφος της Τροίας κι έτσι σκοτώθηκε.
Στη Φυλάκη είχε μείνει μόνη η γυναίκα του Πρωτεσίλαου, η Λαοδάμεια, νιόπαντρη μόλις μιας μέρας νύφη. Ο Πρωτεσίλαος αναγκάστηκε να φύγει την αμέσως επόμενη μέρα του γάμου του. Δεν είχε προλάβει ακόμη να τελειώσει ούτε το σπίτι του που είχε αρχίσει να το χτίζει (Ομήρου Ιλιάδα, Β 701). Το μαύρο μήνυμα του χαμού του άντρα της δεν άργησε να το μάθει η Λαοδάμεια. Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα, να χτυπιέται και να μαδιέται. Με τίποτε δεν μπορούσε να παρηγορηθεί.
Υπάρχει και μία άλλη εκδοχή που λέει ότι η γυναίκα του Πρωτεσίλαου λεγόταν Πολυδώρα και ήταν κόρη του Μελεάγρου του γιου του Οινέα, την οποία αναφέρει ο Παυσανίας στα Μεσσηνιακά (2,7): «Ὁ δέ τά ἔπη ποιήσας τά Κύπρια Πρωτεσιλάου τούτου τήν γυναίκα Πολυδώραν μέν το ὄνομα, θυγατέρα δὲ Μελεάγρου φησίν εἶναι τοῦ Οἰνέως».
Ακουγόταν και μία μυθολογική εκδοχή πως αυτή η Πολυδώρα ήταν κόρη του Πηλέα. Άλλος πάλι μύθος ήθελε την Πολυδώρα να είναι κόρη του Περιήρη. Πολλά ακούγονταν ακόμη για την Πολυδώρα τα οποία την καθιστούν ένα πρόσωπο που δημιουργεί πολλά ερμηνευτικά προβλήματα. Τα παραλείπουμε όλα αυτά γιατί είναι λεπτομέρειες που θεωρούμε ότι απομακρύνονται από τον σκοπό αυτής της εργασίας. Εδώ μας ενδιαφέρει μόνο ό,τι ήταν μυθολογικά ακούσματα των ανθρώπων της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Πολλά έλεγαν στη Φυλάκη, στο βασίλειο του Πρωτεσίλαου, και για τη θλίψη της Λαοδάμειας. Στην μεγάλη της απελπισία και την απόγνωση που την έδερνε, έφτιαξε ένα κέρινο ομοίωμα του άντρα της και μ’ αυτό στην αγκαλιά της περνούσε μέρες και νύχτες. Το ίδιο απαρηγόρητος όμως ήταν και ο Πρωτεσίλαος στον Κάτω Κόσμο.
Οι θεοί του Άδη, έλεγαν οι άνθρωποι του βασιλείου, από το πολύ κλάμα και τους στεναγμούς του Πρωτεσίλαου, τον λυπήθηκαν και του επέτρεψαν να πάει για μια μέρα στον Επάνω Κόσμο να συναντήσει τη γυναίκα του. Οι υποχθόνιοι θεοί τού έδειξαν την εύνοια να πάει για μια μέρα στη γυναίκα του, όχι απλά σαν σκιά αλλά μ’ όλη του την σωματική ακμή, αναφέρεται στα Σχόλια στον ρήτορα Αριστειδη, στη σελ. 671, σα να μην είχε πεθάνει (Λουκιανού, Νεκρικοί Διάλογοι, 23. 3).
Άλλοι έλεγαν ότι η άδεια αυτή του δόθηκε μόνο για τρεις ώρες (Υγίνου Fabulae 103). Πολύ γρήγορα όμως πέρασε για τους δυο αγαπημένους συζύγους ο χρόνος της άδειας της μιας μέρας ή των τριών ωρών. Όταν έφτασε η ώρα να φύγει ο Πρωτεσίλαος, η Λαοδάμεια μην αντέχοντας ένα καινούργιο χωρισμό, αυτοκτόνησε για ν’ ακολουθήσει στον Άδη τον άντρα της και να είναι έτσι για πάντα μαζί του.
Άλλοι βέβαια δεν τα πίστευαν αυτά και έλεγαν ότι άλλη είναι η αλήθεια. Ο πατέρας της, έλεγαν αυτοί, προσπαθούσε να την παρηγορήσει και την μάλωνε που κοιμόταν μ’ ένα κέρινο ομοίωμα του άντρα της. Πήρε μάλιστα το ομοίωμα και το έκαψε και γι’ αυτό το λόγο αυτοκτόνησε η Λαοδάμεια, γράφει ο Απολλόδωρος (Έπίτομα, 3, 30).
Άλλοι πάλι τα έλεγαν διαφορετικά. Δεν έκαψε ο πατέρας της το κέρινο ομοίωμα του Πρωτεσίλαου. Αυτό το κέρινο ομοίωμα του άντρα της κρατούσε στην αγκαλιά της και μ’ αυτό συνομιλούσε, όταν ο Ερμής της έφερε κοντά της τον Πρωτεσίλαο.
Άλλοι μύθοι έλεγαν ωστόσο ότι η Λαοδάμεια αυτοπυρπολήθηκε μαζί με το κέρινο ομοίωμα του Πρωτεσίλαου, (Υγίνου Fabulae 104) και άλλοι ότι πέθανε στην αγκαλιά του άντρα της. (Σχόλια στον Αινεία του Βιργιλίου 6. 447).
Νεότερες παραδόσεις έλεγαν εντελώς διαφορετικά τα γεγονότα. Δεν σκοτώθηκε, έλεγαν, ο Πρωτεσίλαος στην Τροία. Αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Είναι ψέματα που τα είπε με μεγάλη μαστοριά ο Όμηρος και έτσι τα πίστεψαν όλοι.
Ο Πρωτεσίλαος έζησε, έλεγαν αυτές οι μυθολογικές εκδοχές, μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος και ξεκίνησε κι αυτός με τους συντρόφους του, όπως όλοι οι άλλοι αρχηγοί μετά το τέλος του πολέμου, να επιστρέψει στην πατρίδα του. Μάλιστα, στο καράβι του ο Πρωτεσίλαος, ανάμεσα σ’ άλλες πολλές Τρωαδίτισσες αιχμάλωτες, τις οποίες είχε πάρει από την Τροία και τις κουβαλούσε σκλάβες μαζί του, βρισκόταν και μία αδελφή του Πρίαμου, η Αιθίλλα.
Στο δρόμο όμως της επιστροφής σταμάτησαν κάπου και αποβιβάστηκαν να πάρουν νερό. Τότε η Αιθίλλα, που έμεινε στα καράβια μόνη με τις άλλες Τρωαδίτισσες γυναίκες, έβαλε φωτιά στα πλοία του Πρωτεσίλαου. Έτσι ο Πρωτεσίλαος, μην μπορώντας πια να φύγει, αναγκάστηκε να εγκατασταθεί σ’ εκείνο το μέρος, όπου έχτισε μια πόλη. Η πόλη αυτή είναι η Σκιώνη της Χαλκιδικής.
Άλλοι πάλι μύθοι έλεγαν άλλα, λίγο διαφορετικά. Πραγματικά η Αιθίλλα έκαψε τα πλοία του Πρωτεσίλαου. Αυτό όμως δεν έγινε στη Χαλκιδική, αλλά στη νότιο Ιταλία, στις εκβολές του ποταμού Ναύσιθου, όπου είχαν παρασυρθεί τα πλοία του βασιλιά της Φυλάκης και του Πτελεού. Εκεί έκτισε πόλη και εγκαταστάθηκε μόνιμα ο Πρωτεσίλαος. Ο Ναύσιθος ποταμός είναι γνωστός και με το όνομα Νέαιθος. Ναύσιθος ειναι ο σημερινός ποταμός Νέτο της Καλαβρίας. Το Νέαιθος παράγεται από το νέας (= νήας, πλοία) και το αίθω (=πυρπολώ, καίω).
Έχουμε την εντύπωση ότι όλες αυτές οι απόψεις, οι οποίες είναι σαφέστατα και πέρα από κάθε αμφιβολία, νεότερες, σκόπιμες και «κατά παραγγελία» ή «ποιητικῇ ἀδείᾳ» δημιουργίες, εξηγούνται από τις προσπάθειες που γίνονταν ν’ αποκτήσουν οι διάφορες πόλεις επώνυμο ήρωα ιδρυτή και ιστορικό παρελθόν.
Πολλά ακόμη παραμύθια κυκλοφορούσαν για το μεγάλο βασιλιά της Φυλάκης, τον Πρωτεσίλαο. Είχε, έλεγαν, ένα τεράστιο σώμα. Ήταν ολόκληρος γίγαντας, δέκα πήχεις ψηλός και θα μεγάλωνε ακόμη περισσότερο, δεν ξέρουμε πού θα έφτανε, γιατί το μεγάλωμά του δεν είχε σταματημό, αν δεν σκοτωνόταν τόσο νωρίς. Ήταν μόλις είκοσι χρόνων παλικάρι. Έλεγαν ακόμη ότι δεν ονομαζόταν από την αρχή Πρωτεσίλαος αλλά το πραγματικό του όνομα ήταν Ιόλαος. Πρωτεσίλαος ονομάστηκε μετά το θάνατό του επειδή πρώτος αυτός σκοτώθηκε για χάρη του Αχαϊκού στρατού, για χάρη του λαού του.
Πολλά είναι τα επίθετα με τα οποία χαρακτηριζόταν ο Πρωτεσίλαος: «Ἀρήιος», «Ἀπεινός», «Ἠύς», «Θεσσαλός», «Μεγάθυμος», «Γραικῶν ἄριστος», «Ποιμνίων ἀλάστωρ».

7. Ο Ποδάρκης
Μετά το θάνατο του Πρωτεσίλαου, αρχηγός στο στρατό του έγινε ο Ποδάρκης, πάλι από τη Φυλάκη, που για άλλους ήταν αδερφός του, για άλλους όμως όχι. Είναι ο δεύτερος αρχηγός στρατού στον Τρωικό Πόλεμο που έχει να παρουσιάσει η Φυλάκη της Αχαΐας Φθιώτιδας:
«Οὐδέ μέν οὐδ᾿ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μέν ἀρχόν• ἀλλά σφέας κόσμησε Ποδάρκης, ὄζος Ἄρηος, ᾿Ίφικλου υἱὸς πολυμήλου Φυλακίδαο, αὐτοκασίγνητος μεγαθύμου Πρωτεσιλάου ὁπλότερος γενεῇ’ ὁ δ᾿ ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων ἥρως Πρωτεσίλαος Ἀρήιος’ οὐδέ τι λαοὶ δεύονθ᾿ ἡγεμόνος, πόθεόν γε μὲν ἐσθλὸν ἐόντα• τῷ δ᾿ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο» (Ιλιάδα, Β, 703 – 710).
Δηλαδή: «Ούτε αυτοί όμως έμειναν δίχως αρχηγό, αλλά βέβαια ποθούσαν τον αρχηγό τους. Αυτούς παρέταξε ο Ποδάρκης, το βλαστάρι του Άρεως, ο γιος του Ίφικλου του γιου του Φύλακου με τα πολλά πρόβατα, αδερφός από ίδια μάνα και πατέρα του μεγαλόκαρδου Πρωτεσίλαου, από εκείνον όμως νεότερος στην ηλικία. Εκείνος ο πολεμικός Πρωτεσίλαος ο ήρωας και μεγαλύτερος ήταν και πιο παλικάρι. Και οι μεν πολεμιστές δεν είχαν έλλειψη αρχηγού, όμως η καρδιά τους τον γύρευε, γιατί ήταν ευγενικός. Μαζί μ’ αυτόν ακολουθούσαν σαράντα σκούρα καράβια».

8. Ο Μέδοντας
Στον Τρωικό Πόλεμο έλαβε μέρος, ως αρχηγός στρατού, κι ένας ακόμα από τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας. Ήταν ο Μέδοντας. Αυτός έγινε αρχηγός του στρατού του Φιλοκτήτη, που είχε μείνει χωρίς αρχηγό, όταν οι Έλληνες παράτησαν τον Φιλοκτήτη στη Λήμνο, πληγωμένο από τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή ή από «ὓδρα» (νεροφίδα). Αργότερα οι μάντεις είπαν ότι για να νικήσουν οι Έλληνες, πρέπει να έρθει στην Τροία ο Φιλοκτήτης. Τότε πήγαν οι Έλληνες κι έφεραν τον Φιλοκτήτη στην Τροία. Εκεί γιατρεύτηκε από τον Μαχάονα, πολέμησε και γύρισε νικητής κι αυτός στην πατρίδα του.
Ο Μέδοντας, λοιπόν, που ανέλαβε αρχηγός του στρατού του Φιλοκτήτη, ζούσε κι αυτός στη Φυλάκη, αν και δεν ήταν αυτή η δική του πατρίδα. Αυτός καταγόταν από την Λοκρίδα. Εκεί όμως είχε διαπράξει φόνο. Είχε σκοτώσει ένα συγγενή της μητριάς του, της Εριώπιδας. Για να γλιτώσει λοιπόν την καταδίκη του από το φόνο αυτό ήρθε και βρήκε καταφύγιο στη Φυλάκη. Ζώντας στη Φυλάκη ξεκίνησε για την Τροία και έτσι έγινε αρχηγός του στρατού του Φιλοκτήτη, όσο καιρό αυτός βρισκόταν στη Λήμνο.
Στην Ιλιάδα του Ομήρου διαβάζουμε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Φιλοκτήτη, τον λαό του και τα καράβια που είχε μαζί του αλλά και για τον Μέδοντα που αντικατέστησε τον Φιλοκτήτη και για τον λόγο για τον οποίο ο Μέδοντας βρισκόταν στη Φυλάκη όταν ξεκίνησε ο Τρωικός Πόλεμος:
« Οἳ δ᾿ ἄρα Μηθώνην καί Θαυμακίην ἐνέμοντο καὶ Μελίβοιαν ἔχον καὶ Ὀλιζῶνα τρηχεῖαν, τῶν δὲ Φιλοκτήτης ἦρχεν, τόξων εὖ εἰδώς, ἑπτὰ νεῶν• ἐρέται ἐν ἑκάστῃ πεντήκοντα ἐμβέβασαν, τόξων εὖ εἰδότες ἶφι μάχεσθαι. Ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἐν νήσῳ κεῖτο κρατέρ’ ἄλγεα πάσχων, Λήμνῳ ἐν ἠγαθέῃ, ὅθι μιν λίπον υἷες Ἀχαιῶν ἕλκει μοχθίζοντα κακῷ ὀλόφρονος ὕδρου• ἔνθ᾿ ὅ γε κεῖτ᾿ ἀχέων’ τάχα δὲ μνήσεσθαι ἔμελλον Ἀργεῖοι παρά νηυσί Φιλοκτήταο ἄνακτος. οὐδὲ μὲν οὐδ᾿ οἱ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν• ἀλλὰ Μέδων κόσμησεν, Ὀιλῆος νόθος υἱός, τὸν ῥ᾿ ἔτεκεν ῾Ρήνη ῾ὑπ᾿ ᾿Οιλῆι πτολιπόρθῳ» (Ιλιάδα, Β΄, 716 – 728).
Δηλαδή: «Όσοι καρπούνταν τη Μηθώνη και τη Θαυμακία και κατοικούσαν την Μελίβοια και την βραχώδη Ολιζώνα, αυτοί αρχηγό είχαν το Φιλοκτήτη με επτά καράβια, που ήξερε καλά από τόξα. Στο κάθε καράβι επιβιβάστηκαν πενήντα άντρες κωπηλάτες, που γνώριζαν με τόξα να πολεμούν δυνατά. Αλλά αυτός μεν ο Φιλοκτήτης υποφέροντας πόνους φοβερούς έμενε στη Λήμνο, το πανίερο νησί, όπου τον αφήκαν οι γιοι των Αχαιών να βασανίζεται από κακιά πληγή κακού νεροφιδιού. Αυτός λοιπόν έμενε εκεί στενάζοντας. Γρήγορα όμως ήταν γραφτό το βασιλιά το Φιλοκτήτη οι Αργείοι κοντά στα καράβια να τον θυμηθούν. Βέβαια ούτε αυτοί ήταν δίχως αρχηγό, όμως η καρδιά τους γύρευε τον αρχηγό τους. Τους παράταξε ο Μέδοντας, που ήταν νόθος γιος του Οϊλέα και τον γέννησε η Ρήνη από τον Οϊλέα, τον αφανιστή των πόλεων».
Για το λόγο που βρέθηκε στη Φυλάκη ο Μέδοντας, μακριά από την πατρίδα του την Λοκρίδα, μας κάνει πάλι λόγο ο Όμηρος:
« πρὸ Φθίων δέ Μέδων τε μενεπτόλεμός τε Ποδάρκης ἦ τοι ὅ μέν νόθος υἱὸς Ὀιλῆος θείοιο ἔσκε, Μέδων, Αἴαντος ἀδελφεός• αὐτὰρ ἔναιεν ἐν Φυλάκῃ γαίης ἄπο πατρίδος, ἄνδρα κατακτάς, γνωστὸν μητρυιῆς Ἐριώπιδος, ἢν ἔχ᾿ Ὀϊλεύς (Ιλιάδα, Ν , 693 – 697).
Δηλαδή: «Και μπροστά στους Φθίους ήταν ο Μέδοντας και ο γενναίος Ποδάρκης. Ο Μέδοντας ήταν νόθο παιδί του θεϊκού Οϊλέα, αδερφός του Αίαντα, μα ζούσε στη Φυλάκη αλάργα απ’ την πατρική του γη, γιατί ξέκανε τον αδερφό της μητριάς του Εριώπιδας, που ταίρι του είχε ο Οϊλέας».
Ωστόσο υπάρχει και μία άλλη διαφορετική μυθολογική εκδοχή για τον Μέδοντα. Δεν ήταν ο Μέδοντας, γιος της Ρήνης. Ήταν γιος της Αλκιμάχης από παράνομη σχέση της με τον Οϊλέα. Η Αλκιμάχη, ήταν κόρη του Αιακού και της Ενδηίδας. Ήταν επομένως ο Μέδοντας αδερφός του Τελαμώνα και του Πηλέα. Μερικοί άλλοι έλεγαν ότι η Αλκιμάχη ήταν κόρη του Φύλακου και μητέρα του Αίαντα του Λοκρού.
Όποια μυθολογική εκδοχή απ’ όλες αυτές κι αν είναι η αληθινή το γεγονός που επισημαίνουμε είναι ότι ο Μέδοντας βρισκόταν στη Φυλάκη της Αχαΐας Φθιώτιδας και από αυτή ξεκίνησε για την Τροία.
Έτσι παρουσιάζεται το μοναδικό θαρρώ φαινόμενο σε πανελλήνια κλίμακα από ένα και μόνο χωριό της Αχαΐας Φθιώτιδας, την Φυλάκη, να έχουμε τρεις αρχηγούς στρατού στον Τρωικό Πόλεμο, τον Πρωτεσίλαο, τον Ποδάρκη και τον Μέδοντα.
Δεν θα ήταν δυνατόν ένα τόσο σημαντικό γεγονός, μία μικρή δηλαδή πόλη, η Φυλάκη της Αχαΐας Φθιώτιδας, να παρατάσσει τρεις αρχηγούς στρατού στον Τρωικό Πόλεμο και αυτό να μην είχε αποτελέσει κυρίαρχο θέμα της ελληνικής μυθολογίας και να μην είχε γίνει αντικείμενο της αρχαιοελληνικής γραμματειακής παραγωγής. Ίσως κάποια σχετικά έργα χάθηκαν ή τα γεγονότα και κάποιοι σχετικοί μύθοι που τα μνημόνευαν παρασιωπήθηκαν ή έστω ξεχάστηκαν για τους λόγους που χάθηκαν και οι άλλοι τοπικοί μύθοι και οι οποίοι λόγοι αναπτύχθηκαν πιο πάνω. Είναι μάλλον αδύνατο ένα τέτοιο γεγονός να έχει παραλειφθεί από τον υπέροχο μυθοπλάστη ελληνικό λαό στη σχετική δημιουργία του.

9. Ο πρίγκιπας Νεοπτόλεμος
Σ’ αυτούς που από τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο πρέπει βεβαίως να συμπεριλάβουμε και τον γιο του Αχιλλέα, τον Νεοπτόλεμο. Πριν φθάσει στην Τροία ο Νεοπτόλεμος ονομαζόταν Πύρρος. Επειδή ήρθε στην Τροία μετά το θάνατο του πατέρα του και πολέμησε νέος στον πόλεμο, ονομάστηκε Νεοπτόλεμος.
«Τοῦ δε Ἀχιλλέως τῷ παιδί Ὅμηρος μέν Νεοπτόλεμον ὄνομα ἐν ἁπάση οἷ τίθεται τῇ ποιήσει τά δε Κύπρια ἔπη φησίν ὑπό Λυκομήδους μέν Πύρρον, Νεοπτόλεμον δε ὄνομα ὑπὸ Φοίνικος αὐτῷ τεθῆναι ὅτι ὡς Ἀχιλλεύς ἡλικίᾳ ὅτι νέος πολεμεῖν ἤρξατο». (Παυσανίας, Φωκικά, 26, 4)
Δηλαδή: Το γιο του Αχιλλέα ο Όμηρος τον ονομάζει παντού Νεοπτόλεμο. Τα Κύπρια έπη όμως λένε πως από το Λυκομήδη είχε ονομαστεί Πύρρος και πως ο Φοίνικας τον ονόμασε Νεοπτόλεμο, γιατί, όπως ο Αχιλλέας νέος ακόμα είχε αρχίσει κι αυτός να πολεμά. Ήταν δηλαδή «νέος (καινούργιος) στον πόλεμο», λέει μία ερμηνευτική προσπάθεια του ονόματός του.
Τα όσα αναφέρονται για τον Αχιλλέα και την συμμετοχή του στα γεγονότα του Τρωικού Πολέμου, ως ευρύτατα γνωστά, τα παραλείπουμε. Θα ασχοληθούμε μόνο με τον Νεοπτόλεμο και κυρίως όχι με την συμμετοχή του στα πολεμικά γεγονότα στην Τροία αλλά μ’ όσα έγιναν στην ιδιαίτερη πατρίδα του ή, για να κυριολεκτήσουμε, στη Φθία και την Αχαΐα Φθιώτιδα, γιατί αυτά κυρίως είναι αντικείμενα που ανήκουν στους σκοπούς τούτης της εργασίας.
Ο Νεοπτόλεμος, όταν γύρισε από την Τροία σε τούτα τα μέρη, έφερε μαζί του, ως το πιο πολύτιμο λάφυρο σε ανθρώπινο υλικό, την γυναίκα του Έκτορα, την περήφανη Ανδρομάχη. Του δόθηκε ως «εξαίρετον γέρας». Στα μέρη τούτα ήρθε ακόμη και μια άλλη ξακουστή γυναίκα, η πανέμορφη «σαν την χρυσή Αφροδίτη» Ερμιόνη, η κόρη της Ωραίας Ελένης και του Μενέλαου. Αυτή ήρθε στο παλάτι του Νεοπτόλεμου ως επίσημη γυναίκα του.
Στο γάμο του Νεοπτόλεμου και της Ερμιόνης, που έγινε στη Σπάρτη, παραβρέθηκε και ο Τηλέμαχος, ο γιος του Οδυσσέα που βρέθηκε εκεί ψάχνοντας να μάθει νέα για τον πατέρα του. Ο πατέρας της Ερμιόνης, ο ξακουστός βασιλιάς της Σπάρτης Μενέλαος, όταν ακόμα βρισκόταν στην Τροία, είχε υποσχεθεί στον Νεοπτόλεμο να του δώσει γυναίκα την κόρη του.
Ωστόσο όμως ο παππούς της Ερμιόνης, ο Τυνδάρεος, και ενώ ακόμη έλειπε ο πατέρας της στην Τροία, πρόλαβε και την πάντρεψε με τον Ορέστη. Έτσι ο Μενέλαος, έχοντας υποσχεθεί να την δώσει γυναίκα στον γιο του Αχιλλέα, όταν γύρισε στη Σπάρτη, αναγκάστηκε και πήρε την Ερμιόνη από τον Ορέστη και την πάντρεψε με τον Νεοπτόλεμο.
Σύμφωνα μ’ όσα διαδόθηκαν μέχρι τις μέρες μας, μέσω κυρίως των έργων του Πίνδαρου, τον Νεοπτόλεμο επιστρέφοντας από την Τροία και ενώ πήγαινε για την Σκύρο, όπου τον περίμενε η μητέρα του, μία φοβερή τρικυμία τον έριξε στην Θεσπρωτία, απέναντι από τους Παξούς, στην πόλη Εφύρα. Εκεί, κατά μία μυθολογική εκδοχή (Πίνδαρος, Παιάνες 6, 105 κ.εξ., Νέμεα 7, 36 κ. εξ.), βασίλεψε στους Μολοσσούς.
Ακουγόταν και μία άλλη εκδοχή. Η Θέτιδα συμβούλεψε τον Νεοπτόλεμο να κάψει τα καράβια του και να επιστρέψει στην πατρίδα του οδικώς, γιατί, αν ακολουθούσε το θαλασσινό δρόμο, θα είχε πολύ μεγάλες περιπέτειες.
Ο μάντης Έλενος, λέει μια άλλη μυθολογική εκδοχή, του έδωσε μια άλλη περίεργη συμβουλή. Του είπε ότι πρέπει να σταματήσει στο δρόμο της επιστροφής και να εγκατασταθεί μόνιμα στο μέρος στο οποίο θα συναντούσε ανθρώπους να κατοικούσαν σε σπίτια που θα είχαν «σιδερένια θεμέλια, ξύλινους τοίχους και μάλλινη σκεπή».
Βαδίζοντας οδικώς ο Νεοπτόλεμος, αφού πρώτα πέρασε με καράβια τον Ελλήσποντο, έφτασε κοντά στην Παμβώτιδα λίμνη. Εκεί είδε κάποιους τσοπάνους να έχουν στηρίξει όρθια στο έδαφος τα ξύλινα κοντάρια τους και από πάνω να έχουν κάνει στέγη με τις κάπες τους για να προφυλαχτούν. Τα κοντάρια ήταν μπηγμένα στο χώμα με τις σιδερένιες αιχμές τους.
Ο Νεοπτόλεμος, βλέποντας αυτό κατάλαβε ότι αυτοί οι άνθρωποι εκεί ζούσαν σε «σπίτια» που είχαν «σιδερένια θεμέλια», δηλαδή τις σιδερένιες αιχμές των κονταριών τους, «ξύλινους τοίχους» τα κατακόρυφα μπηγμένα ξύλινα κοντάρια, και «μάλλινη σκεπή», αφού για σκεπή από πάνω είχαν τις μάλλινες κάπες τους. Θεωρώντας όλα αυτά σύμφωνα με τα λόγια του Έλενου, ο Νεοπτόλεμος εγκαταστάθηκε εκεί (Ερατοσθένης, FGrHist 241 F 42 Παυσανίας 1, 11, 1).
Οι άνθρωποι όμως σε τούτη την περιοχή, την πατρίδα του Νεοπτόλεμου, άκουγαν και άλλες εκδοχές του μύθου για τον ξακουστό πρίγκιπά τους. Για πολλά χρόνια αργότερα, διηγούνταν ότι ο Νεοπτόλεμος ήρθε και εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του πατέρα του και του παππού του.
Ο Νεοπτόλεμος, αφού παντρεύτηκε την Ερμιόνη, όταν γύρισε στην πατρίδα του, ξεκίνησε πόλεμο εναντίον του Άκαστου, του βασιλιά της Ιωλκού, γιατί ο Άκαστος, τον καιρό που ο πατέρας του και αυτός έλειπαν στην Τροία, είχε αρπάξει το βασίλειο του Πηλέα, του παππού του. Ο Πηλέας μετά την αρπαγή του βασιλείου του από τον Άκαστο πέθανε. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι έγιναν διαφορετικά τα γεγονότα. Όταν γύρισε ο Νεοπτόλεμος από την Τροία, πρόλαβε ζωντανό τον παππού του, τον γερο Πηλέα, και από σεβασμό τον άφησε να είναι βασιλιάς στη Φθία, ενώ ο ίδιος πήγε και βασίλεψε στο Θετίδειο, το χωριό που ονομάστηκε έτσι από τη γιαγιά του , την θεά Θέτιδα.
Ακούγονταν και άλλες διαφορετικές απόψεις: Τα δυο παιδιά του Άκαστου, του βασιλιά της Ιωλκού, ο Άρχανδρος και ο Αρχιτέλης, ήταν εκείνα που είχαν διώξει τον Πηλέα από το βασίλειό του. Μετά από αυτό ο Πηλέας βρήκε καταφύγιο στην Ίκο, το σημερινό νησί Σκόπελος (Χιλιοδρόμια), όπου φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Μόλωνα.
Και άλλα ακόμη έλεγαν για τον Νεοπτόλεμο σε τούτα τα μέρη. Σαν γύρισε από την Τροία, θέλησε να εκδικηθεί τον θεό Απόλλωνα, που είχε σκοτώσει τον πατέρα του, τον ξακουστό Αχιλλέα. Ξεκίνησε λοιπόν να πάει στους Δελφούς. Ο Ορέστης όμως, ο οποίος ήταν αρραβωνιασμένος, με την Ερμιόνη πριν αυτή παντρευτεί τον Νεοπτόλεμο, ήρθε στο παλάτι του Νεοπτόλεμου να πάρει την Ερμιόνη και να εκδικηθεί για την προσβολή που του έγινε. Δεν βρήκε εκεί τον Νεοπτόλεμο, γιατί αυτός είχε φύγει για τους Δελφούς. Έτσι ο Ορέστης εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία, και πήρε την Ερμιόνη από το παλάτι του Νεοπτόλεμου. Δεν αρκέστηκε όμως μόνο σ’ αυτό. Έφτασε κι αυτός στους Δελφούς και εκεί συνάντησε και σκότωσε τον Νεοπτόλεμο. Μετά τον θάνατο του Νεοπτόλεμου, η Θέτιδα, έστειλε την Ανδρομάχη και τον Μολοσσό, το γιο που αυτή είχε αποκτήσει με τον Νεοπτόλεμο, στην Ήπειρο. Εκεί ο γιος αυτός του Νεοπτόλεμου, ο Μολοσσός, βασίλεψε στους ανθρώπους που απ’ αυτόν ονομάστηκαν Μολοσσοί.
Ακούγονταν και άλλες εκδοχές του μύθου. Δεν ήταν ο Ορέστης αυτός που σκότωσε τον Νεοπτόλεμο στους Δελφούς. Τον Νεοπτόλεμο τον σκότωσε εκεί ένας ιερέας των Δελφών, ο Μαχαιρέας.
«Δείκνυται δ” ἐν τῷ τεμένει τάφος Νεοπτολέμου κατὰ χρησμὸν γενόμενος, Μαχαιρέως ἀνελόντος αὐτόν, ὡς μέν μύθος, δίκας αἰτοῦντα τὸν θεόν τοῦ πατρώου φόνου, ὡς δἐ τό εἰκός, ἐπιθέμενον τῷ ἱερῷ» (Στράβ. Θ 3, 9).
Ο Μαχαιρέας ήταν ένας ιερέας στους Δελφούς. Ήταν αυτός που κρατούσε στα χέρια του την «ιερή δελφική μάχαιρα». Μ’ αυτή θυσίαζε τα ζώα που προσφέρονταν στον Απόλλωνα. Όσοι πρόσφεραν κάποιο ζώο για θυσία στο ιερό των Δελφών έπρεπε, σύμφωνα με την συνήθεια που υπήρχε, να προσφέρουν ένα μέρος του σφαχτού, «το ιερό μερίδιο», όπως το ονόμαζαν, για τους ιερείς του ναού.
Ο Μαχαιρέας όμως, στην περίπτωση του Νεοπτόλεμου, δεν αρκέστηκε μόνο σ’ αυτό το μερίδιο. Ζήτησε από τον Νεοπτόλεμο, εκτός από «το ιερό μερίδιο» του κρέατος του ζώου, και ένα επί πλέον μερίδιο για το μαχαίρι που χρησιμοποποιήθηκε για τη σφαγή του ζώου, «το μερίδιο της ιερής δελφικής μάχαιρας».
Ο Νεοπτόλεμος αρνήθηκε να προσφέρει μέρος του σφαχτού και για την ιερή μάχαιρα. Διαμαρτυρήθηκε μάλιστα στους ιερείς γι’ αυτή τους την απαίτηση και στον καυγά που ακολούθησε ο Μαχαιρέας σκότωσε τον Νεοπτόλεμο (Πίνδαρος, Εις Νεμεονίκας 7, 42. Σχόλια στον Πίνδαρο).
Εδώ όμως, κάποιοι παραμυθάδες της περιοχής, έλεγαν και άλλα, διαφορετικά από αυτά, παραμύθια. Δεν ήρθε ο Νεοπτόλεμος, έλεγαν αυτοί, αμέσως μετά τον Τρωικό Πόλεμο στην πατρίδα του.
Η γιαγιά του, η Θέτιδα, που σαν θεά που ήταν ήξερε πόσα βάσανα περιμένουν τους Έλληνες βασιλιάδες κατά το γυρισμό τους στις πατρίδες τους από την Τροία, για την ασέβεια που είχαν δείξει στους θεούς, συμβούλεψε τον εγγονό της να μην γυρίσει αμέσως, αλλά να περιμένει μέχρι να περάσει ο θυμός των θεών, ξεσπώντας πάνω στους άλλους ήρωες, και ύστερα να ξεκινήσει και αυτός. Αυτό έκανε ο Νεοπτόλεμος, Μας τα βεβαιώνει όλα αυτά και ο Απολλόδωρος (6, 12 κ. εξ. 7, 40 κ. εξ.).
Οι δυο ξακουστές γυναίκες, Ανδρομάχη και Ερμιόνη, η πρώτη από τη μακρινή Τροία (που μπορεί όμως, όπως αναφέρουμε σε άλλες σελίδες, να ήταν από τις Φθιώτιδες Θήβες, τις Υποπλάκιες Θήβες του Ομήρου και η άλλη από την μακρινή επίσης Σπάρτη, που ανταμώθηκαν στο παλάτι του Νεοπτόλεμου, ήρθαν, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, σε μεγάλες προστριβές μεταξύ τους.
Η μία ήταν η επίσημη γυναίκα και η άλλη η ερωμένη. Δεν μπορούσε παρά να ζηλεύονται και να μισούνται μεταξύ τους. Το μίσος αυτό γινόταν μεγαλύτερο και από ένα άλλο γεγονός. Η Ερμιόνη, η κανονική γυναίκα του Νεοπτόλεμου, που ήταν και Ελληνίδα βασιλοπούλα, δεν μπορούσε ν’ αποκτήσει παιδιά κι αυτό την έκανε να ζηλεύει πάρα πολύ την Ανδρομάχη. Φοβόταν μήπως η Ανδρομάχη τής πάρει τη θέση της και γίνει κανονική βασίλισσα, γιατί η Ανδρομάχη είχε ήδη αποκτήσει παιδί με τον Νεοπτόλεμο, τον Μολοσσό, τον επώνυμο ήρωα της χώρας των Μολοσσών στην Ήπειρο.
Σύμφωνα μάλιστα με τον Παυσανία, η Ανδρομάχη είχε χαρίσει και άλλους δυο γιους στον Νεοπτόλεμο, τον Πίελο και τον Πέργαμο, ιδρυτή της ομώνυμης πόλης στην Ασία: «καί οἱ παῖς μὲν Ἑρμιόνης ἐγένετο οὐδείς, ἐξ Ἀνδρομάχης δὲ Μολοσσὸς καὶ Πίελος καὶ νεώτατος ὁ Πέργαμος» (Παυσανίας, Αττικά, 11, 1).
Ακουγόταν όμως και μία άλλη εκδοχή σύμφωνα με την οποία παιδιά του Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης ήταν ο Πύρρος, ο Μολοσσός, ο Αιακίδης και η Τρωάδα.
Ο Μολοσσός μαζί με την μητέρα του Ανδρομάχη, σύμφωνα με όσα μας λέει ο Ευριπίδης στο έργο του «Ανδρομάχη», κατέφυγαν τελικά, διωγμένοι από την Ερμιόνη, τη νόμιμη γυναίκα του Νεοπτόλεμου, στην Ήπειρο, όπου ο Μολοσσός διαδέχτηκε στο θρόνο τον Έλενο και έγινε βασιλιάς των Μολοσσών.
Για να υποστηρίξει την κόρη του Ερμιόνη, που κινδύνευε να χάσει το θρόνο της αλλά και τον άντρα της, ήρθε, στα παλάτια του Νεοπτόλεμου, από τη μακρινή Σπάρτη, σύμφωνα με τον Ευριπίδη, και ο ίδιος ο μεγάλος βασιλιάς της Σπάρτης, ο ξακουστός Μενέλαος. Ο Ευριπίδης στο έργο του «Ανδρομάχη» μας παρουσιάζει την Ανδρομάχη να λέει στον πρόλογο του έργου
«ἜΕνθ᾿ οἶκον ἔσχε τόνδε παῖς Ἀχιλλέως, Πηλέα δ᾿ ἀνάσσειν γῆς ἐᾷ Φαρσαλίας, ζῶντος γέροντος σκῆπτρον οὐ θέλων λαβεῖν. Κἀγὼ δόμοις τοῖσδ᾿ ἄρσεν ἐντίκτω κόρον, πλαθεῖσ᾿ Ἀχιλλέως παιδί, δεσπότῃ δ᾿ ἐμῷ».
Δηλαδή: «Εδώ έχει το σπίτι του και κάθεται ο γιος του Αχιλλέα. Βασιλιά στα Φάρσαλα άφησε τον Πηλέα, γιατί όσο ζει ο γέρος δεν θέλει να του πάρει το σκήπτρο. Κι εγώ μέσα σ’ αυτά τα σπίτια γέννησα αγόρι με τον αφέντη μου και γιο του Αχιλλέα».
Στο ίδιο έργο του ο Ευριπίδης βάζει την Ανδρομάχη να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους την εχθρευόταν η Ερμιόνη:
«Λέγει γάρ ὥς νιν φαρμάκοις κεκρυμμένοις τίθημ᾿ ἂπαιδα καὶ πόσει μισουμένην, αὐτὴ δὲ ναίειν οἶκον ἀντ᾿ αὐτῆς θέλω τόνδ᾿, ἐκβαλοῦσα λέκτρα τἀκείνης βίᾳ».
Δηλαδή: «Λέει (η Ερμιόνη) πως τάχα εγώ με κρυφά βοτάνια δεν την αφήνω ν’ αποχτήσει παιδί και την κάνω μισητή στον άντρα της και πως μέσα σε τούτο το σπίτι θέλω να κατοικώ εγώ αντί γι’ αυτήν και το νυφικό της το κλινάρι στανικά να το πετάξω».
Στο ίδιο έργο η Ερμιόνη απευθύνεται κάποια στιγμή στην Ανδρομάχη, με μεγάλη κακία και μίσος, και της λέει:
«Σὺ δ᾿ οὖσα δούλη καί δορίκτητος γυνή δόμους κατασχεῖν ἐκβαλοῦσ᾿ ἡμᾶς θέλεις τούσδε, στυγοῦμαι δ᾿ ἀνδρί φαρμάκοισι σοῖς, νηδύς δ᾿ ἀκύμων διά σέ μοι διάλλυται• δεινή γὰρ ἠπειρῶτις ἐς τά τοιάδε ψυχή γυναικῶν• ὧν ἐπισχύσω σ᾿ ἐγώ, κοὐδέν σ᾿ ὀνήσει δῶμα Νηρῇδος τόδε, οὐ βωμός οὐδέ ναός, ἀλλά κατθανῇ».
Δηλαδή: «Κι εσύ σκλάβα, μια γυναίκα κονταροπαρμένη, θέλεις να με διώξεις εμένα από το σπίτι και να γενείς εσύ κυρά εδώ μέσα και με τα μάγια τα δικά σου με σιχαίνεται ο άντρας μου κι είσαι συ η αφορμή που άκαρπη χάνεται η κοιλιά μου. Φοβερή σε κάτι τέτοια είναι η ψυχή των γυναικών απ’ την Ασία. Μα εγώ απ’ αυτά τα έργα σου θα σε σταματήσω. Και καθόλου δε θα σ’ ωφελήσει μήτε ετούτο το παλάτι της Νηρηίδας μήτε ο βωμός της μήτε κι ο ναός της. Θα πεθάνεις.»
Τελικά η Ερμιόνη, όπως είπαμε παραπάνω, κατάφερε και έδιωξε από τη Φθία την Ανδρομάχη μαζί με το γιο της Μολοσσό στην Ήπειρο. Εκεί ο Μολοσσός έγινε βασιλιάς της χώρας και διαδέχθηκε στο θρόνο τον Έλενο.

10. Η Ανδρομάχη ήταν πριγκίπισσα
των Φθιωτίδων Θηβών;
Για την Ανδρομάχη και τις σχέσεις της με τον Νεοπτόλεμο και τον πατέρα τού Νεοπτόλεμου, τον Αχιλλέα, υπάρχουν και άλλα στοιχεία, πολύ ενδιαφέροντα, και αμφιλεγόμενα ίσως, αλλά που πρέπει ν’ αναφερθούν μια και ασχολούμαστε με τη Μυθολογία της περιοχής Αλμυρού και της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Η Ανδρομάχη ήταν κόρη του Ηετίωνα, ο οποίος, σύμφωνα μ’ όσα μας λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα του, ήταν βασιλιάς στις Υποπλάκιες Θήβες της Κιλικίας. Υποπλάκιες Θήβες σημαίνει, κατά τους ειδικούς ερευνητές, πόλη με το όνομα Θήβες που βρισκόταν στους πρόποδες κάποιου βουνού που λεγόταν Πλάκον ή Πλάκος. Ήταν δηλαδή οι Θήβες «υπό το(ν) Πλάκον».
Όπως όμως μας βεβαιώνει ο Στράβωνας, κατά εποχή του, στην Κιλικία και στην γύρω από αυτήν περιοχή δεν υπήρχε, ούτε πόλη Θήβες ούτε όρος Πλάκον. Η ανυπαρξία αυτή, ακόμα και ως ονομασίας ή και ως ανάμνησης της πόλης Θήβες και του όρους Πλάκον, από την εποχή ακόμα του Στράβωνα, δημιούργησε στους ερευνητές πολλά προβλήματα.
Ο Leake, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα αυτό, μετά από συλλογισμούς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι Υποπλάκιες Θήβες είναι οι Φθιωτικές Θήβες της περιοχής Αλμυρού.
Μπορεί ίσως να ηχεί παράξενα και να δημιουργεί πολλά προβλήματα αυτή η άποψη, όταν μάλιστα η εκδοχή αυτή μνημονεύεται σε μια εργασία όπως ετούτη, εργασία η οποία, ακροβατώντας μεταξύ της παθιασμένης πατριδολατρείας και της αναζήτησης της αλήθειας, μνημονεύοντας τέτοιες απόψεις, κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί ίσως μεροληπτική, αλλά η ίδια υπόθεση έχει απασχολήσει και άλλους οι οποίοι οπωσδήποτε δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ότι διακατέχονται από μεροληπτικές πατριδολατρικές έμμονες ιδέες – κατηγορία που μπορεί ίσως ν’ αποδοθεί στον υπογράφοντα αυτή την εργασία – και οι οποίοι επίσης καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα
Την άποψη ότι οι Υποπλάκιες Θήβες του Ομήρου δεν είναι άλλες παρά οι Φθιώτιδες Θήβες του Αλμυρού την υποστήριζε και ο αρχαιολόγος Αρβανιτόπουλος που διενήργησε στην περιοχή αυτή ανασκαφές.
Σχετικές πληροφορίες υπάρχουν στο περιοδικό Πινακοθήκη, (Περιοδικό που εκδιδόταν στην Αθήνα), έτος ΚΒ, Τεύχος 262 -263 -264 (Δεκέμβριος 1922 – Ιανουάριος -Φεβρουάριος 1923), Τιμ. Αμπελάς, Το λουτρόν της Αφροδίτης, σελ. 53.
O Staehlin στο βιβλίο του «Das Hypoplakische Theben. Eine Sagenverschiebung bei Homer» (Η Υποπλακίη Θήβη. Μία μετατόπιση θρύλων στον Όμηρο (Μόναχο , 1907) υποστηρίζει επίσης ότι η Υποπλακίη Θήβη είναι οι Φθιωτικές Θήβες, δηλαδή η αρχαία πόλη κοντά στις σημερινές Μικροθήβες του Αλμυρού.
Ο Ηετίωνας, ο βασιλιάς των Υποπλακίων Θηβών, ήταν βασιλιάς των Φθιωτίδων Θηβών. Τον μύθο αυτόν για την καταστροφή των Φθιωτίδων Θηβών από τον Αχιλλέα και τον φόνο τού βασιλιά τους Ηετίωνα τον μετέφεραν στην Κιλικία μετανάστες στην εκεί περιοχή, προφανώς από την Αχαΐα Φθιώτιδα.
Ο Όμηρος, που άκουσε εκεί τον μεταφερμένο από τούτα τα μέρη μύθο ή έστω κάποιο σχετικό άσμα να συνοδεύει την φήμη για τον πρώτο των Ελλήνων ηρώων, τον μεγάλο Αχιλλέα, τον ενέπλεξε στα κατορθώματα του Αχιλλέα που πραγματοποιήθηκαν στις περιοχές γύρω από την Τροία, μεταθέτοντας εκεί και τις Φθιωτικές Θήβες ως Υποπλάκιες, αν και εκεί δεν υπήρχε, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Στράβωνα, από την εποχή του ακόμα, ούτε πόλη Θήβαι ούτε όρος Πλάκος.
Προβλήματα βεβαίως δημιουργεί και η μη ύπαρξη και στην περιοχή των Φθιωτίδων Θηβών όρους με όνομα Πλάκος. Το θέμα αντιμετώπισαν πολλοί. Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, ανάμεσα στον τεράστιο όγκο των εργασιών του, ασχολήθηκε και με το θέμα αυτό. Στην περιοδική έκδοση «Επτανησιακή Επιθεώρησις» Έτος Γ”, τεύχος 4, (Αύγουστος 1924), σελ. 55 -56, δημοσίευσε ειδικό άρθρο με το θέμα αυτό στο οποίο γράφει τα παρακάτω:
«Τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λὴκ ἀνενέωσεν ἐσχάτως ὁ Γερμανός Staehlin ἐκδούς μονογραφίαν ἰδίαν περί τῆς Ὑποπλακίης Θήβης (Das HypoplaKische Theben, eine Sagenverschiebung bei Homer, Munchen, 1907). Οὗτος θεωρεῖ τὰς Φθιώτιδας Θήβας (Ἄκετσι) ὡς τήν Ὑποπλακίην Θήβην τοῦ Ἡετίωνος, τήν ὁποίαν ἐκυρίευσε καί κατέστρεψεν ὁ Ἀχιλλεύς ὁρμώμενος ἐκ Φθίης, δηλαδή τῆς Φαρσάλου. Ὁ Ὅμηρος παρέλαβεν τήν παράδοσιν ταύτην ἐκ τῶν μεταναστευσάντων εἰς Ίωνίαν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας Ἑλλήνων μετά τήν δωρικήν εἰσβολὴν, ἀλλά μετήγαγεν αὐτήν εἰς τήν Κιλικίαν, ἔνθα ἔθηκε τήν Ὑποπλακίην Θήβην καἰ το Βασίλειον τοῦ Ἠετίωνος, ὅπερ δῆθεν κατέστρεψεν ὁ Ἀχιλλεύς διότι ἐν Ἰλιάδος Ζ, 414 ἡ σύζυγος τοῦ ῞Εκτορος Ἀνδρομάχη λέγει:
«ἦ τοι γὰρ πατέρ᾿ ἁμόν ἀπέκτανε δῖος Ἀχιλλεύς, ἐκ δέ πόλιν πέρσεν Κιλίκων ἐύ ναιετόωσαν, Θήβην ὑψίπυλον• κατά δ᾿ ἔκτανεν Ἠετίωνα».
Καί ἀλλαχοῦ ὡς ἐν Ἰλιάδι . Τ, 291 καἰ ἑξῆς, Α, 366 καί ἑξῆς καἰ Β, 688 καἰ ἑξῆς. Ὁ Στράβων σχολιάζων τούς στίχους τούτους (Ζ, 414 καί ἑξῆς): «μητέρα δ᾿ ἥ βασίλευεν ὑπό Πλάκῳ ὑληέσσῃ», δέν εὑρίσκει ἐν Κιλικίᾳ Θήβας οὔτε ὄρος Πλᾶκον ὑλῆεν• διό καί λέγει: «Ἀνάγκη δέ καί τό ὄρος Πλᾶκος εἶναι πλησίον».
Ἀλλ᾿ ἡ παράδοσις ἤ τό ᾆσμα, ὅπερ ἤκουσεν ὁ ῝Ομηρος ἐγένετο ἐν Θεσσαλίᾳ, ὁ Ἠετίων ἐβασίλευσεν ἐν Φθιώτισι Θήβαις• ὁ Ἀχιλλεύς ἐξεπόρθησε καί κατέστρεψε τήν πόλιν φονεύσας καί τόν Ἠετίωνα καί μετενεγκών εἰς Φθίαν ἄπειρα λάφυρα.
Ὁ Στράβων ἐνόμιζεν ὅτι Πλᾶκος ἦτο ὄρος καί ἠ Θήβη ἔκειτο ὑπό τό ὄρος (Ὑποπλακίη), ἀλλά παρ᾿ Ὁμήρῳ Πλᾶκος = πεδιάς διό καί Ὑποπλακίη Θήβη ἤ Ὑποπλάκιαι Θῆβαι εἶναι αἱ Φθιώτιδες Θῆβαι, διότι ἐάν ἀποβλέψῃ τις ἐκ τοῦ Παγασητικοῦ Κόλπου πρός τήν πεδιάδα Ἁλμυροῦ βλέπει τὸ Ἄκετσι και τά ἐρείπια τῶν Φθιωτίδων Θηβῶν νά ὑπόκεινται τρόπον τινά τῆς πεδιάδος• ἀλλά καἰ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ἀρβανιτοπούλου (Ἀρβανιτόπουλος, Πρακτικά Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας 1908, σελ. 94-198) ὅτι Πλᾶκος ἐννοεῖται τό ὀροπέδιον το ἀπό τοῦ Ἄκετσι μέχρι Περσουφλί καί ἑξῆς, τό ὁποῖον ἔτι καί νῦν εἶναι δασῶδες (ὑλῆεν) δὲν σφάλλεται. Ἀλλά καὶ αὐτή ἡ πεδιάς τοῦ Ἁλμυροῦ ἐάν ἀφεθῇ ἐπί τινα ἔτη ἀκαλλιέργητος καί ἄνευ νομῆς ζώων εὐκόλως ἀναδασοῦται, διότι τό χῶμα εἶναι ὀρεινόν. Καί μέ ὅλην τήν ἐντατικήν καλλιέργειαν τῶν χρόνων ἡμῶν καί τήν ἐνδελεχῆ ὑλοτομίαν ἱκανά δάση ἔχει ἡ πεδιάς τοῦ Ἁλμυροῦ.
Συνεπῶς τό Πλᾶκος ὑλῆεν ἐφαρμόζεται καλῶς ἐπί τοῦ Κροκίου Πεδίου και ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου Ἄκετσι – Περσουφλί. Ὀρθῶς λοιπόν καί ὁ Staehlin καί ὁ Ἀρβανιτόπουλος ὥρισαν τάς θέσεις τῶν Ὑποπλακίων Θηβῶν, διότι καἰ ἡμεῖς ὡς ἐντόπιοι γνωρίζομεν καλῶς τάς ἰδιότητας τοῦ ἐδάφους τῆς χώρας μας. Καί ἡμεῖς ἀπὀ τοῦ ἀτμοπλοίου πολλάκις παρετηρήσαμεν τό κρόκιον πεδίον καὶ εἴδομεν ὅτι το ἀπό τοῦ Ἁλμυροῦ, Ἀϊδινίου και Ἄκετσι καί πρός δυσμάς τμῆμα αὐτοῦ ὄντως ὑπέρκειται τῶν Φθιωτίδων Θηβῶν.
Τοῦτο δέ καί αὐτός ὁ Στράβων ἀσυναισθήτως βεβαιοῖ ἐν τοῖς Φθιωτικοῖς αὐτοῦ, λέγων: «ὑπέρκειται μέν τό Κρόκιον Πεδίον, ὑπόκεινται δέ Θῆβαι (αἱ Φθιώτιδες.)»
Αλλά και ο κορυφαίος φιλόλογος, μεγάλος ελληνιστής και σπουδαίος μελετητής του Ομήρου, περίφημος καθηγητής, γερμανός βαρώνος Fr Hiller Von Gartringen, σύζυγος της κόρης του περίφημου Βιλαμόβιτς, επαινώντας, σ΄ ένα ειδικό ελεγείο που συνέθεσε ειδικά για τον σκοπό αυτό, και το οποίο φυλάσσεται στα κατάλοιπα του Γιαννόπουλου, το «Δελτίο» της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού, γράφει τα εξής :
«Δελτίον ἦλθε σοφὸν, τὸ μάλ’ ἐνδυκέως ἐτέλεσσεν Ὄθρυος ὃς φθίην σύλλογος ἀμφὶς ἔχει, ῎Οθρυος, ὃς καὶ ῎Αλον καὶ Πύρασον αἰπὺ τε Θηβῶν ἄστυ Ὑποπλακίων Ἀμφανέας τε νέμει.» Το ελεγείο δημοσιεύθηκε στο 1ο τεύχος της δεύτερης περιόδου του «Δελτίου» της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς» (Αλμυρός 1997, σελ. 88).
Στο ελεγείο αυτό, όπως φαίνεται από τους παραπάνω τέσσερις πρώτους στίχους του, ο σοφός γερμανός καθηγητής, περιγράφοντας κατά κάποιο τρόπο την περιοχή για την μελέτη της ιστορίας της οποίας ενδιαφερόταν η Φιλάρχαιος Εταιρεία Αλμυρού «Όθρυς», συμπεριλαμβάνει σ’ αυτή την περιοχή και τις Υποπλάκιες Θήβες, συμφωνώντας προφανώς με τους άλλους ερευνητές.
Αυτά λένε όσοι ασχολήθηκαν με το θέμα επιστημονικά. Έτσι δεν απομένει σε μας παρά να επισημάνουμε για μια ακόμη φορά την σπουδαιότητα των μύθων της περιοχής και την αρχαιότητά τους. Μιλήσαμε πολλές φορές λέγοντας ότι οι μύθοι των περιοχών οι οποίες δεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην όλη ιστορία της πατρίδας μας πρέπει να προσεχθούν περισσότερο, γιατί πρέπει να είναι αυθεντικότεροι. Το παραπάνω παράδειγμα, έστω και με όσες και όποιες αμφιβολίες και αμφισβητήσεις μπορεί να διατυπωθούν, δικαιώνει την άποψή μας για μια ακόμη φορά.
Για το ίδιο θέμα μπορεί όποιος ενδιαφέρεται να ιδεί στο ΔΕΛΤΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΛΜΥΡΟΥ «ΟΘΡΥΣ», Περίοδος β, τεύχος 1, σελ. 86 – 92, Ιωάννης Ρ. Πανέρης, Εγκωμιαστικό Ελεγείο του H. v. Gartringen για την Εταιρεία μας. Η διαρκής ακτινοβολία της και η λειτουργική αυτογεφύρωσή της, (Υποσημείωση 12).
Θα πρέπει, νομίζουμε, να προσθέσουμε στο σημείο αυτό ότι η Κιλικία παλαιότερα λεγόταν Υπαχαΐα, όνομα το οποίο ίσως δηλώνει κάποια σχέση (εξάρτησης; εποίκισης;) με την Αχαΐα (Φθιώτιδα).
Αυτή η υποδηλούμενη σχέση είναι ενισχυτική της άποψης ότι ο μύθος του Ηετίωνα και της Ανδρομάχης των (Φθιωτίδων) Θηβών είναι δυνατόν να ήταν γνωστή στον Όμηρο και να ενσωματώθηκε στο έπος του μεταφερμένη από την (Φθιώτιδα) Αχαΐα στην (Υπ)Αχαΐα.
Η περιοχή λοιπόν εκείνη λεγόταν Υπαχαΐα. Η ονομασία Κιλικία της ίδιας περιοχής είναι κατοπινή. Δηλαδή αργότερα όταν έφτασε εκεί ο Κίλικας, ένας από τους γιους του Αγήνορα, ψάχνοντας για την αδερφή του, την Ευρώπη, και εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν, την ονόμασε Κιλικία: «Οὗτοι (οι Κίλικες) τό παλαιόν Ὑπαχαιοί ἐκαλέοντο, ἐπί δέ Κίλικος τοῦ ᾿Αγήνορος. . .ἔσχον τὴν ἐπωνυμίαν (Κίλικες)» (Ηρόδοτος Ζ, 91).
Βεβαίως είναι γνωστές στους μυθολόγους και άλλες μεταφορές μύθων. Π. χ. ο μύθος της Ομφάλης που αναφέρεται στη Λυδία, όπως αναφέρουμε σ’ άλλο σημείο της εργασίας μας αυτής, έχει μεταφερθεί εκεί από την Θεσσαλία ή έστω, σύμφωνα με άλλους, από την Ήπειρο.
Μεταφερμένος θεωρείται και ο μύθος του Βαλλερεφόντη. Εξάλλου είναι πολλοί οι μύθοι που υπήρχαν πριν από την εποχή του Ομήρου και των οποίων έχει χαθεί αυτή η προομηρική τους μορφή εξαιτίας της ωραιοποιημένης ποιητικής μορφής με την οποία τους παρουσίασε ο Όμηρος. Πολλοί είναι οι μύθοι που έφτασαν μέχρι την σημερινή εποχή, όχι με την αρχική τους μορφή αλλά με τον όμορφο ποιητικό μανδύα που τους φόρεσε ο Όμηρος.
Να υπήρχαν άραγε κάποτε στην περιοχή του Αλμυρού μύθοι που έλεγαν ότι η Ανδρομάχη ήταν μια πριγκιποπούλα που ζούσε στην περιοχή του χωριού των σημερινών Μικροθηβών, κόρη του βασιλιά Ηετίωνα, που τον νίκησε και κατέστρεψε το βασίλειό του ο Αχιλλέας και να ξεχάστηκαν εντελώς όπως τόσοι και τόσοι άλλοι μύθοι; Μήπως έτσι εξηγείται καλύτερα και το γεγονός ότι η Ανδρομάχη, ανάμεσα σε τόσους και τόσους άλλους σπουδαίους πολέμαρχους και βασιλιάδες στον Τρωικό Πόλεμο, γίνεται γυναίκα του Νεοπτόλεμου, του νεαρότατου πρίγκιπα που «κατά σύμπτωση» είναι πρίγκιπας του γειτονικού «των Υποπλακίων (Φθιωτικών) Θηβών» βασιλείου; Μήπως όλα αυτά ξεχάστηκαν επειδή ο Όμηρος τα ανακάτεψε με τ’ άλλα κατορθώματα των ηρώων του στον Τρωικό Πόλεμο και η μεγάλη διάδοση των ομηρικών επών σκέπασε οριστικά και τελεσίδικα τους αληθινούς μεν αλλά ανυποστήρικτους προϋπάρχοντες μύθους μιας ασήμαντης περιοχής;
Μιλούμε βέβαια κάνοντας υποθέσεις που ίσως κάποτε στο μέλλον φωτισθούν περισσότερο. Παραμύθια για βασιλόπουλα που κάνουν πολλά κατορθώματα πριν πάρουν γυναίκα τους μια όμορφη και ξακουστή βασιλοπούλα υπάρχουν, και αναφέρονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, πολλά. Να είναι κάποιο από αυτά μακρινός απόηχος του παραπάνω μύθου; Είναι μια πολύ γοητευτική υπόθεση την οποία κάποιοι μπορούν να την χαρακτηρίσουν επιπόλαιη, μη επιστημονική και πολύ απλοϊκή. Πειράζει όμως τάχα τόσο πολύ να μην την απορρίπτουν με πολλή ευκολία κάποιοι; Μήπως δεν έχουμε και άλλους μύθους που μετατοπίστηκαν σε άλλες περιοχές από τούτον τον τόπο;
Και κάτι άλλο σχετικό για δημιουργία περισσότερου προβληματισμού ή για να μειωθούν, έστω ν’ αμβλυνθούν, οι όποιες διαφωνίες και αμφισβητήσεις μπορεί να διατυπωθούν και το οποίο εμείς το βρίσκουμε πολύ σημαντικό και νομίζουμε ότι ενισχύει τις απόψεις που υποστηρίζουμε.
Σύμφωνα με ένα μύθο, ο Πέργαμος, ο τρίτος γιος του Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης (οι άλλοι δύο ήταν ο Μολοσσός και ο Πίελος), όταν πέθανε ο Έλενος, ο οποίος είχε παντρευτεί την Ανδρομάχη μετά τον γάμο της με τον Νεοπτόλεμο, πήρε τη μητέρα του και αποίκους και ήρθε στη Μικρά Ασία όπου έχτισε μία πόλη που την ονόμασε Πέργαμο. Η πόλη Πέργαμος λεγόταν και Ανδρομάχη από το όνομα της μητέρας του ιδρυτή της.
Έτσι δεν αποκλείεται ο Όμηρος, βρίσκοντας να υπάρχει στις μνήμες των ανθρώπων στην Μικρά Ασία η Ανδρομάχη και οι μύθοι γύρω από αυτήν, να την τοποθέτησε εκεί. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι οι Περγαμηνοί τιμούσαν ιδιαίτερα την Ανδρομάχη.
«Ἑλένου δέ ὡς ἐτελεύτα Μολοσσῷ τῷ Πύρρου παραδόντος τήν ἀρχήν, Κεστρῖνος μέν σύν τοῖς ἐθέλουσιν Ἠπειρωτῶν τήν ὑπέρ Θύαμιν ποταμόν χώραν ἔσχε, Πέργαμος δὲ διαβάς ἐς τήν Ἀσίαν Ἄρειον δυναστεύοντα ἐν τῇ Τευθρανίᾳ κτείνει μονομαχήσαντά οἱ περί τῆς ἀρχῆς καἰ τῇ πόλει τό ὄνομα ἔδωκε τό νῦν ἀφ” αὑτοῦ και Ἀνδρομάχης – ἠκολούθει γάρ οἱ) καί νῦν ἐστιν ἡρῶον ἐν τῇ πόλει».
(Αφού παρέδωσε την εξουσία ο Έλενος στον Μολοσσό, τον γιο του Πύρρου, όταν πέθαινε, ο μεν Κεστρίνος με Ηπειρώτες εθελοντές, κατέλαβε την χώρα πέρα από τον Θύαμη ποταμό, και ο Πέργαμος πέρασε στην Ασία, και, σε μονομαχία για την εξουσία, σκότωσε τον Άρειο, τον ηγεμόνα της Τευθρανίας, και έδωσε ο Πέργαμος στην πόλη το τωρινό της όνομα από τον εαυτό του για την Ανδρομάχη, η οποία τον είχε ακολουθήσει, και τώρα υπάρχει ηρώο στην πόλη). (Παυσανίας, Ι, 11, 2.)

11. Ο αργοναύτης Θέστορας. . .σύντροφος του Οδυσσέα
Βεβαίως οι μύθοι οι σχετικοί και με τους άλλους ήρωες του Τρωικού Πολέμου όχι μόνο, όπως ήταν φυσικό, δεν ήταν άγνωστοι στην περιοχή, αλλά αποτελούσαν και θέματα διακόσμησης αγγείων και άλλων παραστάσεων.
Όπως μας βεβαιώνει ο αρχαιολόγος Αρβανιτόπουλος, (Αρχαιολογική Εφημερίδα 1910, στήλες 82 -94, Μεγαρικοί σκύφοι Φθιωτίδων Θηβῶν) που διενήργησε ανασκαφές στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών, βρήκε εκεί τεμάχια πήλινων σκύφων με παραστάσεις από τη μυθολογία του Τρωικού Πολέμου.
Σε μερικά τεμάχια των σκύφων αυτών παριστανόταν ο γνωστός μύθος της μεταμόρφωσης από την Κίρκη των συντρόφων του Οδυσσέα σε χοίρους. Το ενδιαφέρον μάλιστα με τους σκύφους των Φθιωτίδων Θηβών είναι ότι σ’ αυτούς αναφέρονται και ονόματα συντρόφων που δεν μας είναι γνωστά από άλλες πηγές. Έτσι στις απεικονίσεις των σκύφων των Φθιωτίδων Θηβών, που έφερε στο φως ο Αρβανιτόπουλος αναφέρονται και τα ονόματα Θέστωρ, Θεόφρων και Μάντιχος.
Μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι τα άγνωστα αυτά, από άλλες πηγές, ονόματα προέρχονται από τοπικές εκδοχές του πανελλήνια γνωστού μύθου που ξεχάστηκαν; Ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμη η απεικόνιση του γνωστού μύθου στο σκύφο των Φθιωτίδων Θηβών για το ότι παρατηρείται μια μικρή διαφοροποίηση από τα κοινώς παραδεκτά. Δεν μεταμορφώνονται όλοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα σε χοίρους αλλά κάποιοι και σ’ άλλες μορφές ζώων.
Έτσι ο «Θεόφρων» του σκύφου των Φθιωτίδων Θηβών μεταμορφώνεται σε αλεκτρυώνα (πετεινός), ενώ ο «Μάντιχος» σε κριάρι. Τον Θέστορα, θέλοντας ο καλλιτέχνης προφανώς να επικεντρώσει το θέμα του και την προσοχή του θεατή σ’ αυτόν, τον παρουσιάζει ακριβώς κατά τη διαδικασία της μεταμόρφωσης. Έτσι εικονίζει το κεφάλι του μόνο να έχει μεταμορφωθεί σε κεφάλι κάπρου ενώ οι άκρες των χεριών του σε οπλές. Το υπόλοιπο σώμα του είναι ακόμα ανθρώπινο. Ο τεχνίτης δηλαδή που απεικόνιζε τον μύθο στο σκύφο των Φθιωτίδων Θηβών στάθηκε, θέλοντας να κάνει κεντρικό ήρωα τον «Θέστορα», ακριβώς στη στιγμή που αυτός βρισκόταν στη διαδικασία της μεταμόρφωσής του. Μήπως λοιπόν υπήρχε κάποιος τοπικός μύθος που ήθελε τους συντρόφους του Οδυσσέα να μεταμορφώνονται όχι μόνο σε χοίρους, αλλά και σε άλλα ζώα; Μήπως είναι απλά αυτή η απεικόνιση ελεύθερη καλλιτεχνική δημιουργία; Γιατί ο λαϊκός καλλιτέχνης παριστάνει τον Θέστορα ακριβώς στη διαδικασία της μεταμορφώσεώς του ;
Αυτά είναι ερωτήματα των οποίων η απάντηση ξεφεύγει από τους σκοπούς της εργασίας μας αυτής. Θα επιμείνουμε όμως σε κάποια δική μας άποψη.
Για τον μάντη Θέστορα, τον αργοναύτη και πατέρα του Κάλχα είναι γνωστός ένας πολύ όμορφος μύθος που τον είδαμε στο κεφάλαιο της Αργοναυτικής Εκστρατείας.
Εμείς και στη θέση αυτή ωστόσο διατυπώνουμε την άποψη ότι ο «άγνωστος» Θέστορας του σκύφου των Φθιωτίδων Θηβών μπορεί να είναι ο γνωστός μάντης Θέστορας, ο θετός γιος του Ίδμονα, αυτός που γεννήθηκε στις όχθες του Άμφρυσου ποταμού από την Αντιάνειρα και τον Απόλλωνα. Μπορεί δηλαδή να είναι ο Θέστορας αυτός ο πατέρας του μεγάλου και ονομαστού μάντη Κάλχα. Πέραν από όσα άλλα έχουμε αναφέρει για το θέμα αυτό, προσωπικά μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης, παριστάνει ειδικώς τον Θέστορα ακριβώς στη διαδικασία της μεταμόρφωσης.
Έτσι δεν είναι παράλογο να πούμε ότι ο λαϊκός καλλιτέχνης προσπαθεί να επικεντρώσει την προσοχή του παρατηρητή στον Θέστορα. Μήπως λοιπόν στην πραγματικότητα ο «άγνωστος» από άλλες πηγές Θέστορας ήταν κάποιος που ήταν «πολύ γνωστός» στην περιοχή στην οποία θα κυκλοφορούσε ο σκύφος, στην περιοχή των Φθιωτίδων Θηβών και γι’ αυτό ο λαϊκός καλλιτέχνης τον παρουσιάζει κεντρικό πρόσωπο στην παράστασή του;
Στο σημείο αυτό και για ενίσχυση της άποψής μας ότι πολλοί μύθοι της περιοχής της Αχαΐας Φθιώτιδας, της σημερινής δηλαδή ευρύτερης περιοχής του Αλμυρού, όπως αυτός του Ηετίωνα και της κόρης του Ανδρομάχης, έχουν μετατοπιστεί και είναι γνωστοί ως μύθοι άλλων περιοχών, θ’ αναφέρουμε λίγα ακόμη στοιχεία για τις μετατοπίσεις μύθων που έγιναν από την Αχαΐα Φθιώτιδα, που τα παίρνουμε από το δημοσίευμα του Νίκου Παπαχατζή «Μύθοι και αρχαιότερες λατρείες της θεσσαλικής Μαγνησίας» (Αρχαιολογική Εφημερίδα 1984, σελ. 130 -156).
«Η παλιά όμως εικασία πως ο Κύκνος στην αρχική μορφή του μύθου θανατωνόταν από τοπικό ήρωα είναι βάσιμη. Ο Αχιλλέας, κατά τους σωζόμενους μύθους, είχε σκοτώσει ένα Κύκνο, γιο του Ποσειδώνα, που ήταν φοβερότερος από τον εδώ εμφανιζόμενο (εννοεί τον Κύκνο που σκότωσε ο Ηρακλής στις Παγασές ή στην Ίτωνα) ως γιο του Άρη, γιατί είχε από τον Ποσειδώνα το χάρισμα να μένει άτρωτος από μεταλλικά όπλα, όπως χάλκινες αιχμές δοράτων και ξίφη. Ήταν σύμμαχος των Τρώων και είχε εγκατασταθεί στην ακτή, όπου θα αποβιβάζονταν οι Αχαιοί. Οι Τρώες, έχοντας εμπιστοσύνη στον Κύκνο, παρατάχθηκαν στην παραλία και έφραξαν το δρόμο προς την πόλη. Όταν ο Πρωτεσίλαος, που πρώτος αποβιβάστηκε, σκοτώθηκε, πήδηξε έξω ο Αχιλλέας με τους άνδρες του και όρμησε κατά του Κύκνου. Είδε πως τα όπλα δεν έφερναν αποτέλεσμα και τον χτύπησε με βράχο στο κεφάλι. Εκείνος σωριάστηκε στο έδαφος και ο Αχιλλέας έσπευσε να τον πνίξει με τα δερμάτινα λουριά του κράνους, όπως διεξοδικά περιγράφει τη σκηνή ο Οβίδιος. (Μεταμορφώσεις 12, 7–140 στον Απολλόδωρο Επιτ. 3, 31).
Μετά το θάνατο του Κύκνου οι Τρώες κλείστηκαν φοβισμένοι στα τείχη και οι Έλληνες μπόρεσαν να αποβιβαστούν ανενόχλητοι.
Για τον Κύκνο αυτόν, τον γιο του Ποσειδώνα, έγινε η υπόθεση πως είχε σκοτωθεί από τον Αχιλλέα στη Μαγνησία πριν από την τρωική εκστρατεία και πως οι μύθοι του Τρωικού Πολέμου μετέφεραν το περιστατικό εντελώς στην αρχή του πολέμου, πριν ακόμη πατήσουν όλοι οι Έλληνες το τρωικό έδαφος.
Ο C. Robert (Heldensage 2, 80 . εξ.) παρατηρεί πως ο Αχιλλέας έφτασε στην Τροία με τη φήμη μεγάλου ήρωα, ώστε να θεωρείται από την αρχή ως η γενναιότερη μορφή των Αχαιών στον πόλεμο κατά των Τρώων. Πιστεύει πως υπήρχαν στην Ελλάδα κατορθώματά του που του είχαν εξασφαλίσει αυτή τη φήμη. Τα σχετικά με τα κατορθώματα αυτά έπη χάθηκαν, και για τον Αχιλλέα των προτρωικών χρόνων είναι γνωστό μόνο πως ως βρέφος ανατράφηκε από τον Χείρωνα με το «μεδούλι από τα κόκαλα των θηραμάτων και με εντόσθια λεονταριών και αγριογούρουνων» Απολλόδωρος, 3, 12, 6.και έπειτα πως κυνηγούσε αγρίμια στο Πήλιο, μέχρις ότου πήρε μέρος στη εκστρατεία της Τροίας, όπου σκοτώθηκε. Δέχεται ο Robert την παλαιότερη εικασία πως μερικά από τα κατορθώματα του Αχιλλέα στην Μαγνησία ή την άλλη Ελλάδα μεταφέρθηκαν στα πεδία των μαχών της Τροίας και εμφανίστηκαν ως επιτυχίες του εκεί. Ένα από αυτά πρέπει να ήταν ο φόνος του Κύκνου. Μερικοί πιστεύουν πως και ο φόνος του Έκτορα ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία των κατορθωμάτων του, αφού υπάρχουν ενδείξεις πως ο Έκτορας ήταν αρχικά Θηβαίος ήρωας. Όταν σκοτώθηκε, οι Θηβαίοι του έκαναν τον τάφο πολύ κοντά στην Καδμεία παρά την Οιδιποδία κρήνη, όπου τον είδε ο Παυσανίας.»