Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό πέμπτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἀρχὴ δύο νέων ξεχωριστῶν ἱστοριῶν (β΄ μέρος)

  1. Ἵδρυση  «Ἀνδρώας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς»

Ἡ κατὰ τὸν παραπάνω τρόπο μετατροπὴ τῆς «Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» σὲ γυναικεία δημιούργησε μερικὰ προβλήματα. Οἱ ἄνδρες μοναχοί, οἱ ὁποῖοι μέχρι τὴν παραπάνω μετατροπὴ ἀνῆκαν καὶ μόναζαν στὴ Μονὴ αὐτὴ, ἔπρεπε νὰ καταταχθοῦν καὶ ὑπαχθοῦν σὲ κάποια ἄλλη μονή.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀποφασίστηκε ἡ ἵδρυση μιᾶς ἄλλης μονῆς, ἀνδρώας. Ὡστόσο ἡ ὑπόθεση παρέμεινε σὲ ἐκκρεμότητα ἐπὶ τρία χρόνια. Ἡ σύσταση τῆς συμβολαιογραφικῆς πράξης τοῦ 1961, τὴν ὁποία ἀναφέραμε προηγουμένως, ὑποδηλώνει ὅτι ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑπάρχει ἡ «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς».

Ἡ ἵδρυση ἄλλης μονῆς, ἀνδρώας, πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 45855 ἀπόφαση τῆς 5 Μαΐου 1962 τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τῆς σχετικῆς αὐτῆς ὑπουργικῆς ἀπόφασης, ὅπως δημοσιεύθηκε στὸ δεύτερο τεῦχος του 174 Φ.Ε.Κ. τῆς   18 Μαΐου 1962, προκειμένου νὰ κάνουμε τὰ ἀπαραίτητα σχόλια:

«Ἀριθ. 45855 καὶ 45856

Περὶ ἱδρύσεως Ἱερῶν Μονῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Νόμου 671/1943, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 26/30.3.1959 γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου καὶ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 1122/4.4.62 καὶ 1165/9.4.62 προτάσεις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος, περιελθούσας ἡμῖν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 886/367/19.4.62 καὶ 903/370/19.4.62 ἐγγράφων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποφασίζομεν:

Ἱδρύομεν τὰς κάτωθι Ἱερὰς Μονὰς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ο.Δ.Ε.Π.: 1) Ἀνδρώαν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν, Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς, καὶ 2) Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν ἐν Μακρυνίτσῃ Βόλου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νέος».

Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Μαΐου 1962

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ»

 

Τὸ γεγονὸς τῆς δημοσίευσης τῆς παραπάνω ὑπουργικῆς ἀπόφασης εἶχε ὡς τελικὸ ἀποτέλεσμα, γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως, νὰ ὑπάρχουν δὺο ἀναγνωρισμένες μονὲς μὲ βασικὸ κοινὸ συστατικὸ στοιχεῖο τῆς προσωνυμίας τους τὸ «Ξενιά» καὶ μὲ μία καὶ ἑνιαία κτιριακὴ καὶ κτηματικὴ περιουσία.

Ὡστόσο, ὅμως, ὅπως ἡ γυναικεία «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» εἶχε μία ἀστήρικτη,  ἀδικαιολόγητη καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενη στὴν πραγματικότητα ὀνομασία, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω, ἔτσι καὶ ἡ νεοϊδρυμένη «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» ἔλαβε μὲ τὴν ἱδρυτικὴ της πράξη μία ὀνομασία ἐπίσης ἀστήρικτη ἱστορικὰ καὶ δεοντολογικά, παντελῶς ἀδικαιολόγητη καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενη στὴν πραγματικότητα.

Πρώτη καὶ βασικὴ ὑπέρβαση καὶ παραποίηση τῆς ὑπάρχουσας πραγματικότητας εἶναι τὸ κύριο μέρος τῆς ὀνομασίας: «Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς». Δὲν γνωρίζουμε ποιοὶ λόγοι ὁδήγησαν στὴν ἐπιλογὴ τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ τμήματος τῆς ὀνομασίας. Γεγονός, ὡστόσο, εἶναι ὅτι ἡ ὀνομασία αὐτὴ δὲν ἔχει καμία σχέση οὔτε μὲ τὴν πραγματικότητα, οὔτε μὲ τὴν ἱστορία τῆς Μονῆς, οὔτε μὲ τὴν ὑπερχιλιόχρονη τοπικὴ παράδοση καὶ τὸ παρελθόν της. Οὐδέποτε ἀναφέρθηκε ἤ χρησιμοποιήθηκε ἡ ὀνομασία «Ζωοδόχος Πηγή» γιὰ τὸ Μοναστήρι αὐτό.

Δεύτερη ὑπέρβαση, ποὺ γίνεται καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, εἶναι καὶ πάλι ἡ προσθήκη τῆς προσωνυμίας «Ξενιά». Ἡ ὀνομασία «Ζωοδόχος Πηγὴ Ξενιᾶς» δὲν ὑπῆρξε ποτὲ γιὰ τὸ Μοναστήρι αὐτὸ καὶ δὲν χρησιμοποιήθηκε. Τὰ δύο συνθετικὰ τῆς ὀνομασίας τμήματα, «Ζωοδόχος Πηγὴ» καὶ «Ξενιὰ», δὲν συνδέονται μὲ κανένα τρόπο οὔτε ἱστορικά, οὔτε παραδοσιακὰ μὲ τὴ συγκεκριμένη Μονή. Οὔτε ὑπῆρξε ποτὲ στὸ Μοναστήρι αὐτό μία «κειμηλιακὴ εἰκόνα» «Ζωοδόχου Πηγῆς» ὥστε νὰ δίνει τὸ δικαίωμα μιᾶς παρόμοιας ὀνοματοσίας.

Ἡ  ὀνοματοδότρα εἰκόνα τῆς «βρεφοκρατούσας» «Παναγίας Ξενιᾶς» δὲν ἔχει κάποια εἰκονογραφικὴ σχέση μὲ τὴν  παραδοσιακὴ ἀπεικόνιση τῆς «Ζωοδόχου Πηγῆς». Ἡ ἱστορία καὶ τὸ ὑπερχιλιόχρονο παρελθὸν τῆς Μονῆς αὐτῆς δὲν δίνουν καμία δυνατότητα ὥστε νὰ μποροῦν νὰ συνυπάρχουν, συμπληρωματικὰ μεταξύ τους, σὲ μία καὶ τὴν αὐτὴ ὀνομασία τὸ «Ζωοδόχος Πηγὴ» καὶ τὸ «Ξενιά».

Περιττὸς, βεβαίως, στὴ συγκεκριμένη ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ, εἶναι καὶ ὁ τοπικὸς προσδιορισμὸς «Ἄνω», ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη μονὴ ὁμώνυμος Μονὴ ποὺ νὰ λέγεται «Κάτω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς». Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ «Ἀνδρώα», ἐνσωματωμένο στὴν ὀνομασία του, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἄλλη ὁμώνυμος «Γυναικεία» μονή.

Πέραν ἀπὸ τὶς παραπάνω παρατηρήσεις πρέπει νὰ ἀναφέρουμε καὶ ἕνα ἄλλο γεγονὸς ποὺ δημιουργεῖ νέους προβληματισμούς. Στὶς 5 Μαΐου 1962, σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω ὑπουργικὴ ἀπόφαση ἱδρύθηκε ἡ «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς». Ὡστόσο δύο μῆνες περίπου πρίν, στὴν ὑπ’ ἀριθμ. 12678/21-3-1962 συμβολαιογραφικὴ πράξη τοῦ συμβολαιογράφου Γεωργίου Παπαδοπούλου, παρουσιάζεται νὰ εἶναι καὶ νὰ ὑπογράφει ὡς ἡγούμενος τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ Μονῆς Ξενιᾶς, «κατοικῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, ἐκπροσωπῶν ἐν προκειμένῳ τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς καὶ δι’ αὐτὴν συμβαλλόμενος ἐν τῷ παρόντι, ἐξουσιοδοτηθεὶς πρὸς τοῦτο δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 56/15 Μαρτίου 1962 ἀποφάσεως τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς».

 

 

  1. Μετατροπὴ τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» σὲ ἀνδρώα

Ἡ γυναικεία «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς», ποὺ δημιουργήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 1959, ὕστερα ἀπὸ μετατροπὴ τῆς μέχρι τότε ἀνδρώας, ὑπῆρξε, ἔχοντας τὴν παραπάνω ὀνομασία, ἐπὶ τέσσερα χρόνια, μέχρι καὶ τὸ 1963.

Στὶς 19 Ὀκτωβρίου τοῦ 1963, μὲ ἀπόφαση τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, ποὺ ἐκδόθηκε ὕστερα ἀπὸ τὴν ὑπ’  ἀριθμὸν 2146/757/23.9.1963 πρόταση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία πρόταση στηριζόταν στὴν ὑπ’ ἀριθμόν Δ.Υ./14.9.1963 πρόταση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, ἡ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος» μετατράπηκε καὶ πάλι εἰς ἀνδρώαν.

Μία πρώτη ἀπαραίτητη παρατήρηση καὶ ἀναγκαία διευκρίνιση εἶναι ὅτι ἄν καὶ ἡ ὑπουργικὴ ἀπόφαση ἀναφέρεται σαφῶς σὲ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι πασιφανὲς ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν ἱδρυθεῖσα τὸ 1959 «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς». Δὲν ὑπῆρχε «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ὥστε νὰ μετατραπεῖ σὲ ἀνδρώα. Ὑπῆρχε μόνο ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς».

Ὡστόσο, ἡ νέα αὐτὴ μετατροπή, παρὰ τὸ παραπάνω παρατηρούμενο ἀνακόλουθο τῶν διαφορετικῶν ἀνύπαρκτων ὀνομασιῶν, διέκοψε τὸ τετράχρονο διάλειμμα κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ὑπῆρξε ὡς γυναικεία μονή.

Θὰ μποροῦσε, λοιπόν, ἡ ἐπαναμετατροπὴ αὐτὴ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἐπανέφερε τὴν ὑπερχιλιόχρονη ἱστορία, ποὺ εἶχε διακοπεῖ, παρουσιάζοντας ἕνα κενὸ τεσσάρων χρόνων, στὴν γνώριμη ροὴ καὶ μορφή της. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ γίνει αὐτὴ ἡ παρατήρηση ἀφοῦ πλέον, μετὰ τὴν παραπάνω μετατροπή, ὑπῆρχαν δύο ἀνδρῶες μονές μὲ ὀνομασίες στὶς ὁποῖες κυρίαρχο, οὐσιαστικὸ καὶ καθοριστικὸ στοιχεῖο τῆς προσωνυμικῆς ταυτότητάς τους, ἦταν τὸ «Ξενιά».

Ἔτσι παρουσιάζονται νὰ ὑπῆρχαν, ἔστω τυπικά, γιατὶ οὐσιαστικὰ ἦταν ἐκτὸς πραγματικότητας, ταυτόχρονα δύο μονές, σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες καὶ ἰσχύουσες ὑπουργικὲς ἀποφάσεις, δημοσιευμένες στὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἱδρυμένη στὶς 18 Μαΐου 1962 «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» καὶ ἡ ἐξ (ἀνα)μετατροπῆς τῆς «Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» εἰς «ἀνδρώαν», «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἄν καὶ καμία ἀπὸ τὶς δύο δὲν εἶχε σωστὴ καὶ ἀνταποκρινόμενη στὴν πραγματικότητα ὀνομασία. Τὸ κύριο καὶ βασικό συστατικὸ στοιχεῖο «Κοίμησις τῆς Θεοτόκου» ἀπουσιάζει ἐντελῶς.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τῆς σχετικῆς ὑπουργικῆς ἀπόφασης:[1]

«Ἀριθ. 103815/108128

Περὶ μετατροπῆς εἰς ἀνδρώαν τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ εἰς γυναικείαν τῆς ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου – Κορησσοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καστορίας.

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Νόμου 671/1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», τὰς ὑπ’ ἀριθ. 2146/757/23.9.1963 καὶ 2216/775/24.9.1963 προτάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στηριζομένας ἀντιστοίχως εἰς ὁμοίας ὑπ’ ἀριθ. Δ.Υ./14.9.1963 τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος καὶ Δ.Υ./23.9.1963 τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Καστορίας καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 29/30.3.1959 γνωμοδὀτησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, ἀποφασίζομεν:

Μετατρέπομεν τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς ἀνδρώαν καὶ τὴν ἀνδρώαν Ἱερὰν Μονὴν  Ἁγίου Νικολάου τῆς κοινότητος Ἁγίου Νικολάου – Κορησσοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καστορίας εἰς γυναικείαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς τοῦ Ο.Δ.Ε.Π. ἐπιβαρύνσεως.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ὀκτωβρίου 1963

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΙΩΑΝ.  ΣΟΝΤΗΣ».

Ἡ παραπάνω ἀπόφαση «περὶ μετατροπῆς εἰς ἀνδρώαν τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος» κοινοποιήθηκε «πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος» στὶς 4 Δεκεμβρίου 1963, μὲ τὸ ἑξῆς ἔγγραφο τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων»:

«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Ἐν Ἀθήναις τῇ 4  – 12  – 1963

Ἀριθ. πρωτ. 103815/108128

Πρὸς τὸν Σεβ. Μητροπολίτην Δημητριάδος

Εἰς Βόλον

Θέμα: Κοινοποίησις δημοσιευθείσης ἀποφάσεως μετατροπῆς εἰς ἀνδρώαν τῆς Ἱ. Μονῆς Ξενιᾶς.

Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ ταὐταρίθμου ὑπουργικῆς ἀποφάσεως ἐκδοθείσης κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου 671/1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» τὴν 19/10/63 καὶ δημοσιευθείσης ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 493 Φ.Ε.Κ. (τεῦχος Β΄) τὴν 2/11/63 μετετράπη ἡ γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς τῆς καθ’ ὑμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως εἰς ἀνδρώαν τοιαύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ο.Δ.Ε.Π.

Ὁ Τμηματάρχης Θρησκευμάτων

Δ. ΚΟΛΟΒΟΠΟΥΛΟΣ»

 

  1. Μετατροπὴ τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» σὲ γυναικεία

Τὸ παραπάνω συνεχῶς μετατρεπόμενο καθεστὼς τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς» μετατράπηκε, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, ὕστερα ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1970.

Ἡ νέα μετατροπή, τούτη τὴ φορά, πραγματοποιήθηκε ὄχι πλέον μὲ ἁπλὴ ὑπουργικὴ ἀπόφαση, ἀλλὰ μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖο ἐκδὸθηκε «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων» Κωνσταντίνου, ὑπογράφηκε ἀπὸ τὸν ἀντιβασιλέα Γεώργιο Ζωϊτάκη καὶ προσυπογράφηκε ἀπὸ τὸν ἁρμόδιο «ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργὸ» Νικήτα Σιώρη.

Τὸ Βασιλικὸ Διάταγμα ἦταν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 686 τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1970 καὶ περιλάμβανε ἕνα καὶ μόνο ἄρθρο: «Μετατρέπομεν τὴν ἀνδρῶαν Ἱερὰν Μονὴν Ξενίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς Γυναικείαν τοιαύτην».

Τὸ Διάταγμα δημοσιεύθηκε στὸ πρῶτο τεῦχος τῆς Ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως[2] καὶ ἐκδόθηκε «προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργοῦ».

Τὴ φορὰ αὐτή, ἐπὶ πλέον, ἡ νέα μετατροπὴ στηριζόταν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σχετικὲς διατάξεις τοῦ «Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» καὶ τὶς σύμφωνες γνῶμες τῆς «Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» καὶ τοῦ «Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος», καὶ στὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 582/1970 γνώμη τοῦ «Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».

Ὡστόσο καὶ αὐτὴ τὴ φορά, παρ’ ὅλη τὴν ἐπισημότερη διαδικασία ποὺ ἀκολουθήθηκε,  ἀφοῦ στηρίχθηκε καὶ σὲ σύμφωνο γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπῆρξαν καὶ πάλι λάθη, ἴσως τούτη τὴ φορὰ ἐσκεμμένα, – καὶ πιστεύω χωρίς καμία ὑπεύθυνη ἐπίσημη εἰσήγηση – στὴν ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ.

Τὸ Μοναστἠρι ὀνομάζεται, αὐθαίρετα καὶ καταχρηστικά, «Μονὴ Ξενίας» ἀντὶ τοῦ καθιερωμένου «Μονὴ Ξενιᾶς». Φαίνεται  ὅτι κάποιοι «αὐθεντίζοντες», διαγράφοντας δικτατορικὰ τὴν ὑπερχιλιόχρονη λαϊκὴ παράδοση καὶ τὴν γλωσσοπλαστικὴ λαϊκὴ σοφία, θέλησαν νὰ ἐνισχύσουν νομοθετικὰ καὶ νὰ καθιερώσουν ἐπισήμως τὴν ἄποψη ὅτι τὸ «Ξενιὰ» εἶναι λάθος καὶ   ἀπρεπὲς καὶ ὅτι τὸ σωστὸ εἶναι «Ξενία», ὅπως ὁ «Ξένιος Ζεύς».

Ἐπειδὴ δὲ, ἴσως, τὸ «Παναγία Ξενία» δὲν τοὺς φαινόταν εὔηχο παρέλειψαν καὶ τὸ «Παναγία» καὶ τὸ «Ἱερὰ» καὶ ἀντὶ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενίας», ὀνόμασαν τὸ Μοναστήρι  ἁπλὰ «Μονὴ Ξενίας», δηλαδὴ «Μονὴ Φιλοξενίας»!.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τοῦ σχετικοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος:

«Β. ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’  ΑΡΙΘ. 686

Περὶ μετατροπῆς τῆς ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς Γυναικείαν τοιαύτην.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει: 1) Τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 10 παράγρ. 3  περίπτ. ΙΕ΄ καὶ 33 παράγρ.  4 τοῦ Ν. Δ/τος ὑπ’ ἀριθ. 126/17.2.1969 (Φ.Ε.Κ.  27 τ.Α΄) «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», 2) τὴν γνώμην τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διαλαμβανομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 142/2633/1472/7.5.1970 ἐγγράφῳ αὐτῆς, 3) τὴν γνώμην τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, διαλαμβανομένην ἐν τοῖς ὑπ’ ἀριθ. 5436/30.12.1969 καὶ 1685/21.4.1970 ἐγγράφοις αὐτοῦ, 4) τὴν ὑπ’ ἀριθ. 582/1970 γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργοῦ, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν:

Ἄρθρον μόνον

Μετατρέπομεν τὴν ἀνδρῶαν Ἱερὰν Μονὴν Ξενίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς Γυναικείαν τοιαύτην.

Εἰς τὸν αὐτὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργὸν, ἀνατίθεμεν τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος Διατάγματος.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ὀκτωβρίου 1970

Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως

Ο ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΥΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΪΤΑΚΗΣ

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΩΡΗΣ»

 

  1. Ἡ συνεχὴς σύγχυση γιὰ τὶς ὀνομασίες τῶν δύο μοναστηριῶν τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ ἡ ἀνυπαρξία ἐπισήμως καθιερωμένων παραδεκτῶν ὀνομασιῶν

Ἀνακεφαλαιώνοντας ὅλες τὶς παραπάνω ἀλλεπάλληλες μετατροπές, καὶ ἀσχέτως μὲ τὶς παραλείψεις, τὶς ἀτυπίες, τὰ κενὰ καὶ τὶς ἀκυρολεξίες ποὺ σημειώθηκαν, κυρίως ὡς πρὸς τὴν ὀνομασία του, καταγράφουμε, ὡς ἕνα τμῆμα τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τὰ παρακάτω:

Στὶς 28 Μαΐου 1959 τὸ Μοναστήρι τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Παναγίας Ξενιᾶς», τὸ ὁποῖο εἶχε ἱδρυθεῖ στὴν ὀρεινὴ περιοχὴ τῆς Ὄρθρης τοῦ Ἁλμυροῦ κατὰ τὸ ἔτος 647, ἀφοῦ ὑπῆρξε καὶ δραστηριοποιήθηκε ἐπὶ χίλια τριακόσια δώδεκα (1312) χρόνια, ὡς ἀνδρικὸ μοναστήρι, μετατράπηκε σὲ γυναικεῖο.

Ὡς γυναικεῖο πλέον μοναστήρι ὑπῆρξε «τυπικὰ» ἐπὶ τέσσερα χρόνια, τέσσερις μῆνες καὶ εἴκοσι μία ἡμέρες, ἀπὸ τὶς 28 Μαΐου 1959 μέχρι τὶς  19 Ὀκτωβρίου 1963, ἡμερομηνία κατὰ τὴν ὁποία ἀπὸ γυναικεῖο μετατράπηκε πάλι σὲ ἀνδρικό.

Λέμε παραπάνω ὅτι ὑπῆρξε «τυπικὰ», ἐννοῶντας σύμφωνα μὲ τὶς σχετικὲς ὑπουργικὲς ἀποφάσεις, γιατὶ στὸ μεταξὺ τῶν δύο παραπάνω ἡμερομηνιῶν, 28/5/1959 καὶ 19/10/1963, χρονικό διάστημα ἱδρύθηκε καὶ ὁμώνυμο ἀνδρικὸ μοναστήρι, στὶς 5 Μαΐου 1962. Τὸ «τυπικὰ» ἐνισχύεται καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀκόμη περισσότερο γιατὶ στὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα τῆς παραπάνω «τυπικῆς» ὕπαρξης τοῦ Μοναστηριοῦ ὡς γυναικείου δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει «οὐσιαστικὰ» τὸ ἀνδρικὸ μοναστήρι καὶ πρὶν τὴν κατὰ τὸ 1962 ἵδρυσή του, ἀφοῦ, ἕνα χρόνο προηγουμένως, κατὰ τὸ 1961, παρουσιάζεται νὰ ὑπογράφει ἐπίσημη συμβολαιογραφικὴ πράξη ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀνδρικοῦ Μοναστηριοῦ.

Στὶς 5 Μαΐου 1962, λοιπόν, «ἱδρύθηκε» «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς». Ἔτσι «τυπικά», γιὰ τὸ χρονικὸ διάστημα 5/5/1962 – 19/10/1963, ὑπάρχουν δύο μοναστήρια, ἕνα ἀνδρικὸ καὶ ἕνα γυναικεῖο μὲ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀνομασίας τους τὸ «Παναγία Ξενιά».

Στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1963 τὸ Γυναικεῖο Μοναστἠρι τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» μετατράπηκε σὲ ἀνδρικό, ἄν καὶ δεκαοκτὼ  μῆνες νωρίτερα, στὶς 5/5/1962, εἶχε ἱδρυθεῖ, καὶ ἑπομένως ὑπῆρχε, ἀνδρικὸ μοναστήρι «Παναγίας Ξενιᾶς». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι «τυπικὰ» ἀπὸ τὶς 19 Ὀκτωβρίου 1963 «ὑπάρχουν» δύο ἀνδρικὰ μοναστήρια «Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» καὶ ἡ «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», χωρὶς νὰ ὑπάρχει τὸ γυναικεῖο.

Τὸ ἰδιότυπο αὐτὸ καθεστὼς τῆς «τυπικῆς» ὕπαρξης  δύο ἀνδρικῶν μοναστηριῶν «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ ἀνυπαρξίας γυναικείου διάρκεσε ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια, ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1963 μέχρι 30 Ὀκτωβρίου 1970. Τότε ἡ «Ἀνδρῶα Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας» μετατράπηκε σὲ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας».

Ἀπὸ τὴν παραπάνω, τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1970, τελευταία πράξη μετονομασίας δὲν γίνεται φανερὸ ποιὸ ἀπὸ τὰ «τυπικῶς ὑπάρχοντα» δύο ἀνδρικὰ μοναστήρια τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» μετατράπηκε σὲ γυναικεῖο.

Θεωρῶντας  ὅλες τὶς παραπάνω παρατυπίες καὶ παραλείψεις δευτερεύουσας σημασίας καὶ ἀδιάφορες γιὰ τὸν οὐσιαστικὸ καὶ κύριο σκοπὸ τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς ἀλλὰ χρήσιμες γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ καταγραφές, καταλήγουμε ὅτι τελικὰ ἀπὸ τὶς 30 Ὀκτωβρίου 1970 άρχίζουν νὰ ὑπάρχουν δύο μοναστήρια, ἕνα ἀνδρικὸ καὶ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ βασικὸ στοιχεῖο στὴν ὀνομασία τους τὸ στοιχεῖο «Παναγία Ξενιά», τὰ ὁποῖα προῆλθαν ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ μόνο ἀρχικὰ Μοναστήρι, τὸ Μοναστήρι τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ Μοναστἠρι τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας», τὸ καὶ «Παναγίας Ξενιᾶς» ἐπονομαζόμενον.

 

  1. Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Δύο Μοναστηριῶν Παναγίας Ξενιᾶς

καὶ τὰ προβλήματα ποὺ προκύπτουν

Ἕνα ἀπὸ τὰ προβλήματα ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ ὅλες τὶς παραπάνω ἀλλεπάλληλες, κανονικὲς ἤ ἀμφιλεγόμενες, διαδικασίες μετατροπῆς καὶ ἀναμετροπῆς, ἵδρυσης καὶ ἀλλαγῆς ὀνομασίας, ἦταν τὸ πρόβλημα τῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ. Σὲ ποιὸ ἀπὸ τὰ δύο μοναστήρια τὰ ὁποῖα τελικὰ δημιουργήθηκαν, μὲ τὸν τρόπο ποὺ δημιουργήθηκαν ὅπως παραπάνω ἀναφέρθηκε,  ἀνῆκε ἡ τεράστια περιουσία ποὺ ὑπῆρχε στὸ ἕνα καὶ μόνο ἀρχικὰ Μοναστήρι;

Μὴν θέλοντας νὰ τοποθετηροῦμε ὡς πρὸς τὸ πρόβλημα αὐτό, ἀναφέρουμε ὅτι ἡ περιουσία τελικὰ περιῆλθε στὴ Γυναικεία Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς. Ἔτσι ἡ «Ἄνω» Μονὴ, ἡ Ἀνδρώα Μονὴ Ξενιᾶς, ἔμεινε χωρὶς κανένα περιουσιακὸ στοιχεῖο καὶ ἀντιμετώπιζε προβλήματα ἐπιβίωσης.

Στὶς 30 Νοεμβρίου 1970 ἔγινε ἡ πρώτη ἀρχή, ὅπως ἐμμέσως ὑποδηλώνεται ἀπὸ τὸ παρακάτω ἔγγραφο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ μέχρι τότε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης παρέδωσε τὰ καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου  «καθὼς καὶ ἅπασαν τὴν διαχείρισιν τῆς τε  κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας αὐτῆς, τὸ ταμεῖον, τὰ διαχειριστικὰ βιβλία, τὴν ἀλληλογραφίαν, ὡς καὶ τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ταύτης εὑρισκόμενα, δημητριακοὺς καρπούς, ἔλαιον, τρόφιμα, γεωργικὰ ἐργαλεῖα» εἰς τὴν ἡγουμένην μοναχή Νυμφοδώρα Πατρινάκου:

«ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ

ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

                                    Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς τῇ 30 Νοεμβρίου 1970

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίαν, Βόλον

 

Εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3918 καὶ ἀπὸ 16.11.1970 διορισμοῦ μου, εὐσεβάστως γνωρίζω τῇ Ὑμετέρᾳ Σεπτῇ μοι Σεβασμιότητι ὅτι ἀνέλαβον ἀπὸ τῆς 18 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. τὰ ἀνατιθέντα μοι καθήκοντα τῆς Ἡγουμένης τῆς Σεβασμίας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς καθὼς καὶ ἅπασαν τὴν διαχείρισιν τῆς τε  κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας αὐτῆς, τὸ ταμεῖον, τὰ διαχειριστικὰ βιβλία, τὴν ἀλληλογραφίαν, ὡς καὶ τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ταύτης εὑρισκόμενα, δημητριακοὺς καρπούς, ἔλαιον, τρόφιμα, γεωργικὰ ἐργαλεῖα, παρέλαβον παρὰ τοῦ προηγουμένου πανοσιωτάτου ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, διὰ δύο πρακτικῶν πρωτοκόλλων παραλαβῆς.

Μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ

Εὐπειθεστάτη

Ἡ Ἡγουμένη

(Τ.Σ.Υ.)

Νυμφοδώρα Πατρινάκου».

 

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τοῦ παραπάνω ἐγγράφου ὑποδηλώνει ὅτι ὁ τίτλος «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἀλλεπάλληλες μετατροπὲς ποὺ προηγήθηκαν, ἀνῆκε πλέον σὲ μία καὶ μόνη Μονή. Στὸν τίτλο της δὲν προστίθεται κάποιο διευκρινιστικὸ πρόθεμα, ὅπως «Ἀνδρώα» ἤ «Γυναικεία», «Ἄνω» ἤ «Κάτω», διότι προφανῶς δὲν ἦταν ἀπαραίτητα.  Ἀγνοήθηκαν ὅλες οἱ ὀνομασίες ποὺ εἶχαν ἀναφερθεῖ στὰ σχετικὴ φύλλα τῆς Ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως.

Τὸ Βασιλικὸ Διάταγμα 686 τῆς 14ης  Ὀκτωβρίου 1970, (ΦΕΚ 232/30-10-1970, τεῦχος Α΄), μὲ τὸ ὁποῖο ἡ «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας» μετατράπηκε σὲ «γυναικεία τοιαύτη», παρουσιάζεται ὡς νὰ ἀκυρώνει ὅλες τὶς προηγούμενες σχετικὲς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ, ὅπως ἡ ὑπ’ ἀριθ. 26914/18-5-1959 (ΦΕΚ  182/28-5-1959, τεῦχος Β΄), μὲ τὴν ὁποία  ἡ ἀνδρώα «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» μετατράπηκε σὲ γυναικεία, ἤ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 103815/108128/19-10-1963 (ΦΕΚ  493/2-11-1963, τεῦχος Β΄) μὲ τὴν ὁποία ἡ γυναικεία «Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἄν καὶ δὲν κάνει καμία μνήμη σ’ αὐτές.

Δὲν ἀναφέρεται ἀκόμη στὸ Βασιλικὸ αὐτὸ Διάταγμα οὔτε ἡ ὑπ’ ἀριθ. 45855/5-5-1962 ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων (ΦΕΚ  174/18-5-1962, τεῦχος Β΄) μὲ τὴν ὁποία ἀποφασίστηκε ἡ ἵδρυση τῆς «Ἀνδρώας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς».

Ὁ ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης, ὁ ὁποῖος παρέδωσε στὴν νέα ἡγουμένη μοναχὴ Νυμφοδώρα Πατρινάκου, εἶναι ὁ ἡγούμενος τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς», καὶ μάλιστα ἀναφέρεται ὡς «προηγούμενος» ἀφοῦ ὡς «ἡγουμένη» εἶχε ἀναλάβει ἤδη ἡ μοναχὴ Νυμφοδώρα Πατρινάκου ἀπὸ τὶς 18 Νοεμβρίου 1970 καὶ ἡ παράδοση γινόταν στὶς 30 Νοεμβρίου 1970.

Ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω διαφαίνεται μία σύγχυση ποὺ δύσκολα μπορεῖ νὰ διευκρινισθεῖ, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἀφοῦ σὲ ὅλες τὶς μετατροπὲς ποτὲ δὲν χρησιμοποιεῖται μία καὶ μόνο σαφῶς διατυπωμένη ὀνομασία, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ ἕνα καὶ ταὸ αὐτὸ μοναστήρι, ἀλλὰ πολλὲς καὶ διαφορετικὲς ὀνομασίες: «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Ξενιᾶς», «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς», «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», «Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας»,    «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας»,   «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας».

 

  1. Ἀρχικὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Μοναστηριῶν

Στὸ μεταξὺ ὁ μοναχὸς Τίτος Ἀβραδόπουλος εἶχε ἐθελοντικὰ μεταβεῖ ἤδη καὶ ἐγκαταβίωνε, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε  ζητήσει τὴν ἄδεια τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου,  στὴν «Ἄνω Μονὴ» ἀποφασισμένος νὰ περισώσει ὅ,τι μποροῦσε, μὲ τὶς ἀτομικὲς του δυνάμεις καὶ τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὰ ἐκεῖ κτίρια ποὺ ἐρήμωναν καὶ καταστρέφονταν.

Στὴν ἐγκαταλειμμένη «Ἄνω Μονὴ», ἐγκαταστημένος αὐτόβουλα ζοῦσε μέχρι τότε ἕνας γέροντας λαϊκὸς, προσπαθῶντας νὰ συντηρήσει ὅ,τι μποροῦσε.

Ἡ  ἐγκατάσταση ἐκεῖ τοῦ μοναχοῦ Τίτου Ἀβραδόπουλου δημιουργοῦσε προβλήματα ἐπιβίωσής του. Τὸ ὑπάρχον ἀκόμα ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γνωρίζοντας ὅτι πολὺ σύντομα θὰ καταργηθεῖ, προσπαθοῦσε νὰ ἐξασφαλίσει κάποια μέσα γιὰ τὴν μελλοντικὴ ἐπιβίωσή του, ἡ ὁποία, ὅπως προδιαγραφόταν, θα ἔπρεπε νὰ συνεχισθεῖ στὴν «Ἄνω Μονή».

Ἔτσι στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1970, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 45/18-9-1970 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡγούμενος ἦταν ὁ ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης καὶ μέλη οἱ ἀρχιμανδρίτες Εὐσέβιος Παπανάτσιος καὶ Τιμόθεος Σκαρλἀτος, ἀποφάσισε τὴν  «προσφορὰ κατὰ μῆνα, ὡς βοήθημα, μηνιαῖον ἐπίδομα, εἰς τὸν διάκονον καὶ ἀδελφὸν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς Τίτον Ἀβραδόπουλον, καὶ κατόπιν αἰτήσεώς του, δεδομένου ὅτι μέχρι τοῦδε τυγχάνει ἄμισθος καὶ μὴ ἔχων πόρους ζωῆς, τοῦ ποσοῦ τῶν χιλίων (1.000) δραχμῶν».

Τὴν ἴδια ἡμέρα,  18 Σεπτεμβρίου 1970, ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 46/18-91970 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου της πρόσφερε στὴν «Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς» ποσότητα πεντακοσίων (500) χιλιογράμμων σίτου ἐκ τῶν ἐναποθηκευμένων ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς».

Τὴν ἴδια, ἐπίσης, ἡμέρα, 18 Σεπτεμβρίου 1970, ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 48/18-9-1970 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου της, ἀποφάσισε τὴν παράδοση «εἰς χεῖρας τοῦ διακόνου καὶ ἀδελφοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Τίτου Ἀβραδοπούλου τοῦ ποσοῦ τῶν δώδεκα χιλιάδων ἑκατὸν ἑξήκοντα ὀκτὼ (12.168) δραχμῶν δι’ ἐξόφλησιν τῶν μέχρι τοῦδε χρεῶν τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ἧς ὑπεύθυνος τυγχάνει».

Μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἐγκατάσταση στὴν «Κάτω Μονὴ» τῆς γυναικείας ἀδελφότητος μοναχῶν καὶ τὴν ἔναρξη τῆς λειτουργίας τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, οἱ μέχρι τότε ἄνδρες μοναχοὶ, «ἑκόντες – ἄκοντες», ἀποσύρθηκαν στὴν «Ἄνω Μονὴ» καὶ ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ ἡ Μονὴ αὐτὴ μὲ τὴν ὀνομασία «Ἄνω Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἔστω καὶ ἄν ἡ ἐπίσημη ἱδρυτική της ἦταν ὀνομασία ἦταν «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» (174 Φ.Ε.Κ./18-5-1962, τεῦχος Β΄), μιὰ ὀνομασία, ἡ ὁποία οὐδέποτε χρησιμοποιήθηκε.

Τελικὸ ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς διαδικασίας ἦταν στὰ 1970 νὰ γίνει πραγματικότητα αὐτὸ  ποὺ ἀπὸ πολλὰ χρόνια πρὶν ἐπιδιωκόταν ἀπὸ μερικοὺς καὶ τὸ ὁποῖο, μὲ πρόκληση ἔκδοσης ἀλλεπάλληλων ἐπιτιμητικῶν πατριαρχικῶν σιγγιλίων, κάποιοι ἄλλοι προσπαθοῦσαν νὰ ἀποτρέψουν.

Τὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ποὺ πάντοτε ἦταν καὶ λειτουργοῦσε ὡς μετόχι τοῦ ἑνὸς  καὶ μόνου ὑπάρχοντος κανονικοῦ μοναστηριοῦ, τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου»,  ὄχι μόνο μεταβλήθηκε  σὲ κανονικὸ Μοναστήρι ἀλλὰ ἔγινε κύριο καὶ κάτοχο ὅλης τῆς περιουσίας τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», τῶν τίτλων του, τῶν ἱερῶν κειμηλίων του καὶ γενικῶς φάνηκε νὰ εἶναι  ἡ συνέχεια καὶ ἡ διάδοχος κατάστασις.

Θὰ μποροῦσε, φυσικά, ἡ ἐντύπωση αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα, καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἱστορίας, ἐὰν ἔπαυε νὰ ὑπάρχει τὸ πραγματικὸ «Μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» μὲ τὴν ὑπερχιλιόχρονη ἱστορία του. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει. Ὑπῆρχε ὡς ζωντανὴ πραγματικότητα. Ἔτσι στὴν πραγματικότητα δὲν ἀποφεύχθηκε ἐκεῖνο ποὺ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, στὰ 1704, θεωροῦσε ὡς ἀνεπίτρεπτο κατάντημα:

«κατέλιπον τὸ πρότερον αὑτῶν ἐνδιαίτημα, τὸ πρωτότυπον δηλαδὴ βασιλικὸν καὶ σταυροπηγιακὸν καταγώγιον, ὥστε καὶ τὰ κτήματα καὶ ἀφιερώματα τούτου μεταγαγόντες ὑπέταξαν ἀντεστραμμένως τῷ μετοχίῳ αὐτοῦ, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Νικολάῳ, τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰς ἀφανισμὸν καταντῆσαι τὸ καθολικὸν αὐτὸ σεβάσμιον Μοναστήριον τῆς Ξενιᾶς….».

 

Ἔγιναν βεβαίως ὅλα αὐτὰ ἐπειδὴ θεωρήθηκε ἀναγκαία ἡ ἵδρυση στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ μιᾶς γυναικείας Μονῆς. Θὰ μποροῦσαν ὅμως ὅλα αὐτὰ νὰ εἶχαν ἀποφευχθεῖ μὲ ἕναν πολὺ ἁπλὸ καὶ εὔκολο τρόπο. Ἀντὶ νὰ γίνουν ὅλα τὰ παραπάνω, νὰ μετατραπεῖ, δηλαδή,  ἡ μία ὑπερχιλιόχρονη μονή, ἀπὸ «ἀνδρώα» σὲ «γυναικεία», νὰ «ἱδρυθεῖ», στὴ συνέχεια, μία ἄλλη ἀνδρώα, νὰ ξαναμετατραπεῖ ἡ «γυναικεία» σὲ «ἀνδρώα» καὶ πάλι ἡ «ἀνδρώα» σὲ «γυναικεία», θὰ μποροῦσε, ἐφ’ ὅσον κρινόταν ὁπωσδήποτε ἀναγκαία καὶ ἐπιτακτικὴ ἡ ἵδρυση μιᾶς γυναικείας μονῆς στὴν ἴδια περιοχή, νὰ ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη ἀρχή, μία νέα γυναικεία μονή.

Καὶ ἄν ἡ ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῆς στέγασης τῆς νέας γυναικείας αὐτῆς μονῆς δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο ἦταν δυνατόν τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς ὑπάρχουσας «Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» νὰ παραχωρήσει τὸ μετόχι της τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν ἀδελφότητα τῶν γυναικῶν μοναχῶν ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ συγκροτήσουν τὴ νέα αὐτὴ Μονὴ. Ἔτσι δὲν θὰ ὑπῆρξε κανένα πρόβλημα.

Δὲν ἔγινε ὅμως αὐτὸ μὲ ἀποτέλεσμα ἕνα πάμπλουτο μὲ ὑπερχιλιόχρονη ἱστορία μοναστήρι, ἕνα Μοναστήρι «μάνα μοναστηριῶν», ἕνα  μοναστήρι ποὺ κράτησε ἀλώβητη τὴν χριστιανικότητα καὶ τὴν ἑλληνικότητα καὶ στήριξε καὶ τὴν οὐσιαστικὴ ἐπιβίωση μιᾶς ὁλόκληρης ἐπαρχίας στὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, νὰ φτάσει στὸ σημεῖο νὰ  παίρνει ἐλεημοσύνη ἀπὸ «τὸ παιδί του» γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ὑπάρξει.

Στὶς 12 Σεπτεμβρίου 1973 τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς «Ἄνω Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», ἀντιμετωπίζοντας τὴ νέα κατάσταση, ζήτησε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἕδρα τους μερικὰ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ πάμπολλα ἱερὰ λείψανα ποὺ κάποτε αὐτό εἶχε στὴν ἀποκλειστικὴ κατοχή του:

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθμὸς πράξεως 2

Ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 12ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1973, …. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …  συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου εἰπόντος, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἦτο πλουσία εἰς Ἱερὰ Λείψανα καὶ ὅτι νῦν αὕτη στερεῖται παντελῶς τοιούτων, διότι ταῦτα μετεφέρθησαν διὰ λόγους πρακτικοὺς (ἀσφαλείας κ. ἄ.) ἐκ τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς εἰς τὸ τότε μετόχιόν της, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τὸ ὁποῖον κατέστη, κατελθόντων τῶν μοναχῶν εἰς αὐτό, ἡ κυρίως Μονὴ μὲ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἥτις νῦν λειτουργεῖ ὡς γυναικεία,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως παρακαλέσῃ τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίαν, εἰς τὴν βοήθειαν καὶ τὸ ἀμέριστον ἐνδιαφέρον τοῦ ὁποίου ὀφείλεται ἡ ἀνακαίνισις – ἀνέγερσις τῆς Ἀνδρώας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ὅπως εἰσηγηθῇ καὶ δώσῃ ἐντολὴν, ἵνα ἐπανέλθῃ ἐκ τῶν φυλασσομένων εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς Ἱερῶν Λειψάνων τὸ ἥμισυ τούτων εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, εἰς ἥν καὶ ἀνῆκον».

 

Παράλληλα τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο, μὴν διαθέτοντας πλέον δικά του περιουσιακὰ στοιχεῖα καὶ ἔσοδα, προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τρόπους νὰ ξαναζωντανέψει. Τὸ παρακάτω ἔγγραφο εἶναι δηλωτικὸ αὐτῆς τῆς προσπάθειας:

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθμὸς πράξεως 3

Ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 12ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1973, …. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …  συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου περὶ συνάψεως δανείου ἔκ τινος πηγῆς διὰ τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν ἀνακαινίσεως – ἀνεγέρσεως τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως παρακαλέσῃ τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίαν, ὅστις τὰ μέγιστα ἐνδιαφέρεται, μεριμνᾶ καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν – ἀνέγερσιν τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ἵνα ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην περὶ συνάψεως δανείου τινος καὶ ἵνα βοηθήσῃ καὶ ὑποδείξῃ τρόπον συνάψεως δανείου …».

 

Στὴν ἐγκαταλειμμένη Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ἀκόμα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 εἶχε μεταβεῖ καὶ ἐγκαταβίωνε σ’ αὐτήν, ὅπως προαναφέρθηκε, ἀποφασισμένος ἐκεῖ νὰ λατρεύει στὸ ἑξῆς τὸ Θεό, ὁ μοναχὸς Τίτος Ἀβραδόπουλος. Ἦταν διάκονος ἄμισθος. Γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του εἶχε ἀποφασισθεῖ καὶ τοῦ δινόταν ἀπὸ τὴν γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς μηνιαῖο ἐπίδομα χιλίων (1.000) δραχμῶν συνεχίζοντας νά ἐφαρμόζει τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 45/18-9-1970 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ἀκόμη τότε «Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς».

Τὸ ἐπίδομα αὐτὸ ἔπαυσε νὰ τοῦ χορηγεῖται ἀπὸ τὴν γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς, ἀπὸ τὸ τέλος Ἰουλίου τοῦ 1974, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ τὸ ἴδιο τὸ Μοναστήρι, ὅπως καταγράφεται στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν κοινωνικὴ προσφορά του, ἔδινε περισσότερο ἀπὸ 1.000.000 (ἕνα ἑκατομμύριο) δραχμὲς γιὰ διαφόρους ἄλλους κοινωνικοὺς σκοποὺς καὶ περισσότερο ἀπὸ 7.000 (ἑπτὰ χιλιάδες) κιλὰ λαδιοῦ. Ἦταν μία ἀπόφαση ποὺ ὁδηγοῦσε στὸν ὁριστικὸ διαχωρισμὸ τῶν δύο μοναστηριῶν καὶ στὴν ἀνεξαρτοποίησή τους.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς «Ἄνω Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», παρ’ ὅλα τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετώπιζε, ἀνἐλαβε τὸ ἴδιο τὴν δαπάνη τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἄμισθου διακόνου μοναχοῦ Τίτου Ἀβραδόπουλου ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφάλισή του:

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθμὸς πράξεως 11

Ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 1ην Noεμβρίου τοῦ ἔτους 1974, …. συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον … συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου καὶ 3) διακόνου Τίτου Ἀβραδοπούλου, μελῶν   καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου …

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως α) συνεχίσῃ νὰ δίδῃ ἡ Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς εἰς τὸν ἄμισθον διάκονον π. Τίτον Ἀβραδόπουλον, ἀδελφὸν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ μέλος Ἡγουμενικοῦ Συμβουλίου τὸ διακοπὲν ἀπὸ τέλους Ἰουλίου ἐ. ἔ. χορηγούμενον κατὰ μῆνα ἐπίδομα τῶν χιλίων (1.000) δραχμῶν ἐκ τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς β) νὰ δίδῃ κατὰ μῆνα, ἐπί πλέον, τὸ ποσὸν τῶν τριακοσίων (300) δραχμῶν δι’ ἀσφάλιστρά του.»

Στὸν ἴδιο χῶρο τῶν σχέσεων τῶν δύο μοναστηριῶν καὶ τῆς ἐνίσχυσης καὶ ἀποκατάστασης τοῦ «Πάνω Μοναστηριοῦ» ἐντάσσονται καὶ τὰ παρακάτω ἔγγραφα:

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

Πρᾶξις 3η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 16ην Ἀπριλίου  ἔτους 1977, …. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ  τῶν ἐξῆς μελῶν  1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ….

ἀποφαίνεται

Ψηφίζει ὅπως προσφέρῃ δωρεὰν τὸν ἑλκυστῆρα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μεθ’ ὅλων τῶν ἐξαρτημάτων του διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς…».

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθ. Πράξεως 11

Σήμερον τὴν 9ην τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τετάρτην τοῦ 1978 ἔτους περὶ ὥραν 11 π. μ. ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς συνῆλθεν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) διακόνου Δανιὴλ Πουρτσουκλῆ καὶ 3) διακόνου Τίτου Ἀβραδοπούλου, συμβούλων, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου ὅπως παρακληθῇ ὁ Σεβασμιώτατος μητροπολίτης ἡμῶν κ. κ. Χριστόδουλος καὶ ἀγαθυνόμενος ἐγκρίνει τὴν παραχώρησιν ἐκ τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς ἱερῶν τινῶν λειψάνων ὡς πνευματικὴν παρακαταθήκην καὶ εὐλογίαν, μοναχικοὺς μανδύας, τὰς «παρρησίας» τῶν πατέρων, ὡς, εἰ δυνατόν, καὶ τὴν εἰκόνα «ἀντίγραφον» τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τῆς Θεοτόκου βρεφοκρατούσης, ἥτις εὑρίσκεται ἀνηρτημένη ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, δεξιᾷ τῷ εἰσερχομένῳ ἐκ τῆς νοτίας πύλης, ἵνα τεθῇ αὕτη πρὸς τιμητικὴν προσκύνησιν καὶ πνευματικὸν θησαυρισμὸν εἰς τὸ καθολικὸν τῆς ἡμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς, ἐντὸς προσκυνηταρίου ὑπάρχοντος εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς,

ἀποφαίνεται

ψηφίζει, ὅπως αἰτὴσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Σεβασμιωτάτου διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν ὡς ἄνω ὑπὸ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὐπογράφεται.

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

Ὁ Ἡγούμενος                                                         Τὰ μέλη

Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης      Διάκονος Δανιὴλ Πουρτσουκλῆς

                                                                    Διάκονος Τίτος Ἀβραδόπουλος».

 

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

Πρᾶξις 6η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, τῇ 27 Αὐγούστου 1979 ….. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …. συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν … ψηφίζει ὅπως προσφέρῃ δωρεὰν εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς τριακόσια (300) χιλιόγραμμα ἀποκήρου ἐκ τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς…».

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ἐν Βόλῳ τῇ 21 Δεκεμβρίου 1981

Ἀπόφασις

Ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκ τῶν σεισμῶν τοῦ Ἰουλίου 1980 ὑποστάσης βαρείας βλάβας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας αὕτη ἀντιμετωπίζει διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν καὶ τὴν ἀνακατασκευὴν τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς καὶ ἐν γένει ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν,

Ἀποφασίζομεν

Ἐγκρίνομεν τὴν ἐκ τῶν συλλεγέντων κατὰ τὴν περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ποσῶν διάθεσιν ὑπὲρ τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῶν ἑξῆς ποσῶν:

1) Δραχμῶν  500.000 

2) Δραχμῶν  308.000 

3) Δραχμῶν  200.000 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή).»

 

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ἐν Βόλῳ τῇ 30 Νοεμβρίου 1982

Ἀπόφασις

Ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς πολλὰς ἀνάγκας τῆς ἐκ τῶν σεισμῶν τοῦ Ἰουλίου 1980 ὑποστάσης βαρείας βλάβας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας αὕτη ἀντιμετωπίζει διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν καὶ τὴν ἀνακατασκευὴν τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, ἐλλείψει οἰκονομικῶν πόρων

Ἀποφασίζομεν

Ἐγκρίνομεν τὴν ἐκ τῶν συλλεγέντων ποσῶν ἀπὸ τὴν περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διάθεσιν ὑπὲρ τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῶν ἑξῆς ποσῶν:

1) Δραχμὰς  300.000  (τριακόσιες χιλιάδες)

2) Δραχμὰς  200.000  (διακόσιες χιλιάδες)

3) Δραχμὰς  200.000  (διακόσιες χιλιάδες).

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)» .

 

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η ΙΕΡΑ CΥΝΟΔΟC.

ΤΗC  ΕΚΚΛHCΙΑC ΤΗC  ΕΛΛΑΔΟC

Ἀριθ. Πρωτ. 1461

         Διεκπ. 1277               ΑΘΗΝῌCΙ Τῌ 11 Ἰουνίου 1973

Πρὸς

Τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην

Δημητριάδος κ. Ἠλίαν

Σεβασμιώτατε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ,

Ἀναφεφόμενοι εἰς τὸ κοινοποιηθὲν ἡμῖν ἔγγραφον 874/13-3-1973 τοῦ Ο.Δ.Δ.Ε.Π., περὶ τῆς δωρεὰν παραχωρήσεως τῶν κάτωθι ἀγροτεμαχίων ἐκ τῆς διατηρητέας περιουσίας τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, πρὸς τὴν Ἀνδρώαν τοιαύτην, ἐπὶ τῷ σκοπῷ συντηρήσεως τῶν ἐν αὐτῇ ἐγκαταβιούντων Μοναχῶν:

α) Τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7 καὶ μέρους τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6 ἀγροτεμαχίων κειμένων ἐν θέσει «Νηὲς» περιοχῆς Βόλου, συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 119.600 τ.μ.

β) Δύο (2) ἀγροτεμαχίων κειμένων ἐν τῆ θέσει «Πουρνάρα» συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 55.832 τ. μ.

γ) Τοῦ ἐν θέσει «Κονταρόλακα» ἀγροτεμαχίου, ἐμβαδοῦ 33.050 τ. μ. καὶ

δ) Τοῦ ἐν τῇ θέσει «Κερασιὰ» ἐμβαδοῦ 20.024 τ. μ.

Συνοδικῇ ἀποφάσει, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, κατὰ τὴν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 4-6-1973, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ πρόσθεν παραχώρησις ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Συμβουλίου του ΟΔΔΕΠ, ἐνεργοῦντος ὡς Μ.Σ.Ε. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Προβλημάτων, κατὰ τὴν συνεδρίαν αὐτοῦ τῆς 28-2-1973, ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν τοιαύτην δωρεὰν παραχώρησιν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 46, παράγραφοι 3 καὶ  4 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 126/1969 «Περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».

Τὰ παραπάνω παραχωρήθηκαν μὲ τὴν συμβολαιογραφικὴ πράξη ὑπ’ ἀριθ. 2301/5-3-1974 τῆς συμβολαιογράφου Βόλου Μαρίας Ντάσιου – Μπάστα

 

  1. Ἡ σύγχρονη ἐκκρεμὴς πραγματικότητα

καὶ ἡ ἀναγκαιότητα μιᾶς τελικῆς, ὁριστικῆς καὶ ὀρθῆς  λύσης

Ἔπειτα ἀπὸ τὶς παραπάνω ἀλλεπάλληλες τροποποιητικὲς καὶ ἀνατροποποιητικὲς ἀποφάσεις καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ἀναιρέθηκαν, ἀδρανοποιήθηκαν ἤ καταργήθηκαν μὲ νεότερες τροποποιητικὲς ἀποφάσεις ἤ καὶ ἐντολὲς καὶ πρωτοβουλίες ἤ ἁπλὰ ἀγνοήθηκαν, ἡ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι μία καὶ μόνη.

Ὑπάρχουν πλέον δύο ξεχωριστὲς καὶ ἀνεξάρτητες μεταξύ τους μονές. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς μονὲς ἔχουν ὡς βασικὸ συστατικὸ στοιχεῖο ἐνσωματωμένο στὴν ἐπωνυμία τους τὸ «Παναγία Ξενιά» ἤ καὶ ἁπλῶς τὸ «Ξενιά».

Γιὰ νὰ εἶναι δυνατὸς ὁ διαχωρισμὸς μεταξὺ τῶν δύο ταυτώνυμων αὐτῶν μοναστηριῶν καὶ ὁ διευκρινιστικὸς προσδιορισμὸς τους  χρησιμοποιοῦνται, ἀναγκαστικά στὶς ἐπωνυμίες τους, ὡς ἐπιπρόσθετα στοιχεῖα  τά, κατὰ παράδοση καὶ ἀπὸ πάμπολλα χρόνια χρησιμοποιούμενα, τοπικὰ ἐπιρρήματα «Ἄνω» ἤ «Πάνω» ἤ «Ἐπάνω» γιὰ τὸ ἕνα καὶ «Κάτω» γιὰ τὸ ἄλλο.

Εἶναι ὅμως ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποία, τὰ προσδιοριστικὰ τοπικὰ αὐτὰ ἐπιρρήματα, στὸ μακραίωνο χρονικὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα. Προσδιορίζουν, κυριολεκτικὰ δύο  πραγματικὰ ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα μεταξύ τους Μοναστήρια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα βρίσκεται ψηλότερα, «Ἄνω», καὶ τὸ ἄλλο χαμηλότερα «Κάτω», ὅπως συνηθίζεται μὲ πολλὰ ταυτώνυμα χωριὰ σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα.

Μέχρι τώρα οἱ ὅροι «Ἄνω Ξενιὰ» καὶ «Κάτω Ξενιὰ», «Πάνω Μοναστἠρι» καὶ «Κάτω Μοναστήρι», «Ἄνω Μονὴ» καὶ «Κάτω Μονὴ» καὶ ἄλλοι πιὸ ἀναλυτικοὶ ὅροι, χρησιμοποιοῦνταν καταχρηστικὰ ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο γιὰ δύο ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα μεταξύ τους Μοναστήρια ἀλλὰ γιὰ δύο ἰδιαίτερα κτιριακὰ συγκροτήματα κελιῶν καὶ ναῶν, ἀπομακρυσμένα μεταξύ τους,  ποὺ ἀνῆκαν ὅμως σὲ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ Μοναστήρι.

Ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα στὴν ἐποχή μας μοναστήρια τὸ ἕνα, τὸ «Πάνω»,  εἶναι ἀνδρικὸ καὶ τὸ ἄλλο, τὸ «Κάτω», εἶναι γυναικεῖο.  Τὰ προσδιοριστικὰ αὐτὰ χαρακτηριστικά, ἀνδρικὸ καὶ γυναικεῖο, χρησιμοποιοῦνται, ὅπου χρησιμοποιοῦνται, ὄχι ὡς ἀπαραίτητα καὶ ἀναγκαῖα στοιχεῖα τῆς ἐπωνυμίας τῶν Μοναστηριῶν, ἀλλὰ ἁπλὰ ὡς διευκρινιστικὰ πληροφοριακὰ στοιχεῖα. Ἡ ἐπωνυμία ἑνὸς Μοναστηριοῦ δὲν χρειάζεται νὰ ἔχει ἐνσματωμένο τον διευκρινιστικὸ ὅρο ἀνδρικὸγυναικεῖο.

Στὴ συγκεκριμένη ὅπως περίπτωση οἱ διευκρινιστικοὶ αὐτοὶ ὅροι  γίνονται  ἀναγκαῖοι ἐπωνυμικοὶ προσδιορισμοὶ ἐπειδὴ τὰ δύο Μοναστήρια ἔχουν τὴν ἴδια βασικὴ ἐπωνυμία.  Οἱ προσδιοριστικοὶ χαρακτηρισμοὶ «Ἄνω» καὶ «Κάτω» ἤ «Ἀνδρικὸ» καὶ «Γυναικεῖο», ἐνῶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο καὶ ἀναγκαῖο νὰ χρησιμοποιοῦνται γιὰ ἕνα  ὁποιοδήποτε ἄλλο Μοναστήρι, ἐπειδὴ δὲν χρειάζονται, ἐδῶ καθίστανται «ὑποχρεωτικοὶ ἐπωνυμικοὶ προσδιοριστικοὶ χαρακτηρισμοὶ» ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο Μονὲς ἔχουν τὴν κοινὴ ἐπωνυμία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Αὐτὸ ὑποχρεώνει οἱ ἐπωνυμίες τῶν δύο ταυτονύμων αὐτῶν μονῶν νὰ γίνονται «Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Κάτω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ «Ἀνδρώα  Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ, πλεοναστικὰ καὶ περισσότερο διευκρινιστικά, «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Γυναικεία Κάτω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Οἱ ὀνομασίες αὐτὲς τῶν  δύο Μοναστηριῶν, ὅπως εἶναι φανερό, ὀφείλονται στὴν εἰκόνα τῆς βρεφοκρατούσας Παναγίας, στὴν ὁποία προσδόθηκε ἡ προσωνυμία «Παναγία Ξενιά».

Ἡ φήμη ποὺ συνόδευε  πάντοτε τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἀπὸ τὴν πρώτη ἐμφάνισή της, ὁ θαυμαστὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἔφθασε στὰ μέρη μας, οἱ μεγάλες εὐεργεσίες ποὺ προσέφερε στὸ λαό, τὰ θαύματα ποὺ ἀποδίδονταν σ’ αὐτή, ἔκαναν τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» λαοφίλητη καὶ πολυσέβαστο ἱερὸ προσκύνημα σὲ τόσο πολὺ μεγάλο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά της, σὲ κάθε ἱερὸ χῶρο στὸν ὁποῖο ἐγκαθιστόταν, ἐπικρατοῦσε ἐπισκιάζοντας κάθε ἄλλο προηγούμενο ὄνομα.

Αὐτὸ ἔγινε στὸ πρῶτο Μοναστήρι, στὸ ὁποῖο ἔφτασε ἡ «ἁγία» εἰκόνα, στὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς, τὸ ὁποῖο μετονομάστηκε σὲ «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Πρώτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὸ ἴδιο ἔγινε μὲ τὸ δεύτερο μοναστἠρι, τὸ διάδοχο αὐτοῦ τοῦ πρώτου, στὸ ὁποῖο μετακόμισαν οἱ καλόγεροι τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς» μετὰ τὴν ἐγκατάλειψή του. Εἶναι τὸ «Μοναστήρι τοῦ Κουκλιᾶ». Καὶ αὐτὸ ὀνομάστηκε «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Δεύτερη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Αὐτή, μάλιστα, ἡ μονὴ φαίνεται νὰ πῆρε ἀπὸ τὴν πρώτη της ἀρχὴ ἀκόμα τὸ ὄνομα αὐτό.

Τρίτο μοναστήρι τὸ ὁποῖο πῆρε καὶ αὐτὸ τὴν ἐπωνυμία «Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι τὸ «Μοναστήρι Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», στὸ ὁποῖο παράλληλα ὁ λαὸς εἶχε προσδώσει καὶ τὴν προσωνυμία «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας». Εἶναι αὐτὸ ποὺ ὡς σήμερα ἀκόμα εἶναι γνωστό ὡς «Ἄνω Ξενιά» καὶ τοῦ ὁποίου τόσο ἡ ἐπίσημη ὀνομασία, «Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ὅσο καὶ ἡ προσωνυμία του, «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων ἀποσιωπήθηκαν γιὰ νὰ ἐπικρατήσει καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Τρίτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ ὁποία κράτησε τὴν ὀνομασία αὐτή, παραλληλα μὲ τὴν ἀρχικὴ δική της, γιὰ πεντακόσια περίπου χρόνια.

Ἀργότερα, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀναφέρονται ἀναλυτικὰ σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ μεταφέρθηκε στὸ μετόχι του, τὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», πού  λεγόταν καὶ «Μοναστήρι Ἁγίου Νικολάου». Εἶναι ἡ γνωστὴ σὲ ὅλους παλιὰ «Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς».

Μαζὶ βεβαίως μεταφέρθηκε ἐκεῖ καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ τόσο ἡ κυριολεκτικὴ ὀνομασία του, «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ὅσο καὶ ἡ συμβατική, «Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ἔπαψαν νὰ χρησιμοποιοῦνται καὶ κυριάρχησε καὶ  γι’ αὐτὸ ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Τέταρτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι τὸ κτίσμα αὐτὸ τοῦ ὁποίου τὰ ἐρειπωμένα σήμερα κτίριά του, στοὺς κατοίκους τουλάχιστον  τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ ποὺ ἔχουν κάποια ἡλικία καὶ διατηροῦν τὶς μνῆμες τους, εἶναι γνωστὰ ὡς τὸ «παλιό κάτω Μοναστήρι (τῆς Παναγίας Ξενιᾶς)», μετὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ «νέου κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», στὴ θέση «Καστράκι».

Ἕνα ἀπὸ τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τῶν σεισμῶν τοῦ 1980 ἦταν καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν κτιρίων καὶ τῆς Τέταρτης αὐτῆς «Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Ἐπειδὴ τὸ ἔδαφος στὸ ὁποῖο ἦταν κτισμένο τὸ μοναστήρι αὐτὸ θεωρήθηκε ἀπὸ τὶς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες ἀκατάλληλο καὶ ἐπικίνδυνο, ἀποφασίστηκε, ἀντὶ τῆς ἐπισκευῆς του ἡ ἀνέγερση νέου, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ αὐτὸ, στὴ θέση «Καστράκι» ἤ «Καστρούλι».

Στὸ νέο αὐτὸ μοναστήρι μεταφέρθηκε φυσικὰ καὶ ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ τὸ μοναστήρι διατήρησε τὴν ὀνομασία του, «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», χωρὶς, ὡστόσο, νὰ μπορεῖ καὶ πάλι νὰ ἀποχωρισθεῖ τὸν χαρακτηριστικὸ προσδιοριστικὸ ὅρο «Κάτω», ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ ὁμώμυμη «Ἄνω» Μονή. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ εἶναι ἡ πέμπτη  κατὰ σειρὰ Μονή, ποὺ παίρνει τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Πέμπτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Ὅλες οἱ παραπάνω ὀνομασίες ἤ μετονομασίες τῶν Μονῶν ἐπιβλήθηκαν καὶ δικαιολογοῦνταν ἀπὸ τὴν παρουσία σ’ αὐτὲς  τῆς Εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς».

Θεωρῶντας ὅτι μόνο ἡ ὕπαρξη σ’ ἕνα Μοναστήρι μιᾶς «ἐπώνυμης εἰκόνας» παρέχει σ’ αὐτὸ  τὸ δικαίωμα χρησιμοποίησης ταυτώνυμης προσδιοριστικῆς ὀνομασίας, νομίζουμε ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς ἡ ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» νὰ ἀποδίδεται σὲ ἕνα καὶ μόνο μοναστήρι, χωρὶς αὐτὴ  οὔτε νὰ ἀμφισβητεῖται  ἀπὸ κανένα ἤ νὰ «διεκδικεῖται» ἀπὸ κάποιο ἄλλο, ὥστε νὰ μὴν χρειάζεται κάποιος πρόσθετος προσδιοριστικὸς ἤ διευκρινιστικὸς ὅρος, ὅπως «Ἄνω» ἤ «Κάτω», «Παλαιὰ» ἤ «Νέα», «Ἀνδρώα» ἤ «Γυναικεία».

Στὴν προκειμένη περίπτωση ἡ ὀνομασία αὐτὴ πρέπει, ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο, νὰ ἀποδοθεῖ στὸ τελευταῖο Μοναστήρι ποὺ πῆρε τὴν ὀνομασία αὐτή, πέμπτο κατὰ σειρά, αὐτὸ ποὺ εἶναι χτισμένο στὴ θέση «Καστράκι» ἤ «Καστρούλι».

Εἶναι τὸ Μοναστήρι στὸ ὁποῖο βρίσκεται καὶ φυλάσσεται ἡ ὀνοματοδότρα εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς, ἡ μόνη δικαιωματικὰ «πάροχος» τῆς ὀνομασίας «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι τὸ Μοναστήρι στὸ ὁποῖο ἀνεγέρθηκε εἰδικὴ ἐκκλησία γιὰ τὴν Παναγία Ξενιὰ καὶ εἶναι τὸ Μοναστήρι ποὺ χτίστηκε ἐξ ἀρχῆς καὶ στεγάζεται σὲ δικά του κτίρια, χωρίς νὰ ἔχει ἄλλη προηγούμενη ὀνομασία.

Τὸ γνωστὸ ὡς «Πάνω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ «Ἀνδρώα Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἀφοῦ πλέον ἡ ὀνοματοδότρα εἰκόνα «Παναγία Ξενιὰ» δὲν στεγάζεται σ’ αὐτό, δὲν συντρέχει λόγος νὰ διατηρεῖ τὴν ὀνομασία αὐτή. Καιρὸς εἶναι νὰ ἐπαναποκτήσει τὴν πρώτη δική του ἐπίσημη ἱστορικὴ ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου». Εἶναι ἡ ὀνομασία τὴν ὁποία εἶχε πρὶν ἀκόμη φτάσει ἐκεῖ  ἡ «Παναγία Ξενιά».

Καιρὸς εἶναι ἀκόμη νὰ ξανακουστεῖ καὶ ἡ τόσο λαοφιλὴς τιμημένη προσωνυμία της «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας».

Ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα» ἦταν ἡ ἀρχόντισσα «κυρὰ» στὸν τόπο της, χρόνια καὶ χρόνια θρονιασμένη στὸ δικό της «Κάστρο». Στὸ «Κάστρο» της αὐτὸ ἦρθε νὰ τὴν προσκυνήσει ὁ βυζαντινὸς αὐτοκράτορας Βασίλειος Β΄ στὰ 1019. Στὸ «Κάστρο» της αὐτὸ, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, ὑποδέχτηκε καὶ «ἐδεξιώθη» τὴ φευγάτη ἀπὸ τὸν τόπο της «Παναγία Ξενιά». Ἡ Παναγία Κισσιώτισσα ἦταν ἡ «Πυργοδέσποινα» τοῦ παλιοῦ αὐτοῦ «Ἀρχοντικοῦ, στὸ ὁποῖο κατέφυγε ἡ «Παναγία Ξενιὰ», «φιλοξενήθηκε» ἀρχοντικὰ καὶ συγκυρίαρχα παίρνοντας τὴν τιμητικὴ θέση τῆς «συναρχόντισσας» καὶ «συνοικοδέσποινας» γιὰ πέντε περίπου αἰῶνες.

Ἤδη ἡ «Παναγία Ξενιὰ», «προικισμένη» ἀρχοντικὰ καὶ πλουσιοπάροχα ἀπὸ τὴν «οἰκοδέσποινά» της, ἔχει τὸ δικό της «ἀρχοντικό», τὸ δικό της ἐπώνυμο Μοναστήρι. Καιρὸς ἡ «πολιὰ» ἀρχόντισσα, ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα», μένοντας μόνη καὶ πάλι «βιγλάτορας» τῆς θρησκείας, τῆς ἱστορίας καὶ τῆς παράδοσης τῆς περιοχῆς, ψηλὰ στὶς δικές της ἀπόμερες βουνοπλαγιὲς τῆς Ὄρθρης, νὰ συνεχίσει τὴν δική της ξεχωριστὴ ἱστορία μὲ τὸ ἰδιαίτερο τόσο καιρὸ ξεχασμένο ἱστορικὸ δικό της ὄνομα.

Τὸ ὑπερχιλιόχρονο «Ἀρχοντικό» Της, τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ποὺ «ἐκτίσθη ἐν ἔτει 647» καὶ «ἔχον μεγάλην ἔκτασιν», καὶ «ATΞE΄ (1365)  ἔτη» «κτισμένον, εἶναι τὰ ἀρχαῖα αὐτοῦ θέμελα», εἶναι καιρὸς νὰ συνεχίσει τὴν δική του καὶ πάλι ἱστορία.

[1] Φ.Ε.Κ. 493, τεῦχος Β΄, 2 Νοεμβρίου 1963.

[2] Φ.Ε.Κ.  232, τεῦχος Α΄, 30 Ὀκτωβρίου 1970.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό τέταρτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἀρχὴ δύο νέων ξεχωριστῶν ἱστοριῶν (α΄ μέρος)

 

Δ΄.  Ἡ ἀρχὴ δύο νέων ξεχωριστῶν ἱστοριῶν

  1. Μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ   στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου

Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ πορεῖες τῶν δύο ἀνεξάρτητων μεταξύ τους καὶ διαφορετικῶν παραπάνω «ἱστοριῶν»: α) «τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ β) «τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ἑνώθηκαν, ὅπως εἴδαμε πιὸ πάνω, καὶ μέχρι τὸ σημεῖο αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ μεταφέρεται  στὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ἀνεξάρτητα ἀπὸ ὅσα γεγονότα μεσολάβησαν, ὑπάρχει μία καὶ μόνη ἑνιαία ἱστορία. Εἶναι ἡ Ἱστορία τῆς «Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ ἡ Ἱστορία τῆς «Μονῆς τῆς Παναγίας Κισσιώτισας», σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιαίτερη προσωνυμία ποὺ τῆς εἶχε προσδοθεῖ.

Ἡ ἴδια ἱστορία θὰ μποροῦσε – ἄτυπα μᾶλλον καὶ ἀνεπίσημα – νὰ ἔχει καὶ τὸν τίτλο τῆς Ἱστορίας τῆς «Μονῆς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Λέμε «ἄτυπα μᾶλλον καὶ ἀνεπίσημα» ἐπειδὴ ποτὲ δὲν ἐκδόθηκε κάποια διαταγὴ ἤ δὲν πάρθηκε κάποια ἀπόφαση γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ὀνομασίας ἤ τῆς μετονομασίας τοῦ ἀρχικοῦ καὶ πρώτου μοναστηριοῦ ἀπὸ «Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ἡ ὁποία εἶχε καὶ ἄτυπα τὴν προσωνυμία «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», σὲ «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἡ μετονομασία ἀπὸ «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» σὲ «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» δὲν ἔγινε ποτὲ μὲ ἐπίσημη ἀπόφαση. Ἐπιβλήθηκε καὶ καθιερώθηκε σταδιακὰ καὶ ἀνεπαίσθητα μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἀπὸ τὸ λαὸ καὶ αὐτὸ εἶχε ὡς ἀναγκαστικὴ συνέπεια τὴν γενικὴ παραδοχὴ καὶ υἱοθέτησή της ἐκ μέρους ὅλων γιὰ λόγους πρακτικοὺς καὶ συνεννόησης. Ἔτσι σήμερα οἱ ὀνομασίες «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» καὶ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», στὸ συντριπτικὰ μεγαλύτερο μέρος ἀκόμα καὶ τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ, δὲν ὑποδηλώνουν τίποτε, παρ’ ὅλο ποὺ αὐτὲς καὶ μόνο ἦταν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι – ἤ πρέπει νὰ εἶναι – οἱ ἐπίσημες καὶ καθιερωμένες ὀνομασίες.

Ἐκεῖνο ποὺ θεωρεῖται ὡστόσο βέβαιο εἶναι ὅτι ἀπὸ τότε ποὺ ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ μεταφέρθηκε στὸ κάτω κτιριακὸ συγκρότημά του ἡ ὀνομασία «Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» ἔπαυσε ὁριστικὰ νὰ χρησιμοποιεῖται ἤ καὶ ἁπλὰ νὰ ἀναφέρεται. Ὑπάρχει πλέον καὶ χρησιμοποιεῖται παντοῦ καὶ ἀπὸ ὅλους μία καὶ μόνη ὀνομασία: «Μονὴ Παναγίας  Ξενιᾶς».

Ἡ ὁριστικὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ κάτω κτιριακὸ συγκρότημά του, στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔγινε στὰ 1867. Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος γράφει σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ 19ου αἰῶνα:

«Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος μέχρι τοῦ 1867 διέμενόν τινὲς τῶν πατέρων διαρκῶς  ἐν τῇ Κάτω Μονῇ Ξενιᾶς, ἤτοι τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ὁ Ἀββᾶς Γαβριὴλ λέγει ὅτι τότε[1] ἤκμαζεν ἡ Ἄνω Μονή. Αὐτὸς δὲ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὑτοῦ ἐνεθυμήθη 100 μοναχοὺς μονάζοντας ἐν τῇ Μονῇ, ὧν 25 ἦσαν ἱεροδιάκονοι. Ἕνεκεν ὅμως τῆς ἐπαράτου λῃστείας, διηνεκῶς λυμαινομένης τὸν τόπον, τῆς ὠμότητος τοῦ Βοεβόδα Κοκοσίου, εἰς ὅν ὑπήγετο αὕτη, καὶ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐπαναστάσεων, καθ’ ἅς ὁτὲ μὲν ἅπαντες οἱ πατέρες κατήρχοντο εἰς τὴν Κάτω Μονὴν, ὁσάκις ὁ Βοεβόδας Κοκοσίου ἦν ὠμός (διότι ἡ Κάτω Μονὴ δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Βοεβόδα Κοκοσίου, ἀλλ’ εἰς τὴν τοῦ Ἁλμυροῦ, τοῦ Βοεβόδα ἑδρεύοντος ἐν Πλατάνῳ ἤ Κωφοῖς), ἀνήρχοντο δὲ εἰς τὴν Ἄνω, ὁσάκις οὗτος ἦν ἤπιος. Ἡ κατάστασις αὕτη διήρκεσεν μέχρι τοῦ 1867, καὶ οὐχὶ μέχρι τοῦ 1844, ὡς λέγει ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης, ὅτε ἐγκατέστησαν ὁριστικῶς πλέον ἐν τῇ Κάτω Μονῇ, τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μετοχίῳ αὐτῆς, ἔνθα ἔκτοτε διαμένουσι παρὰ τὴν ῥητὴν διαταγὴν τοσούτων σεβασμίων Πατριαρχῶν Γαβριήλ, Νεοφύτου, Γρηγορίου Ε΄ καὶ ἄλλων, οἵτινες ἐπὶ ποινῇ ἀφορισμοῦ ἀπαγορεύουσι τοῦτο, καταλιπόντες ἐν τῇ Ἄνω Μονῇ ὑπέργερών τινα μοναχὸν Παντελεήμονα, ἀποθανόντα τῷ 1888. Ἐπὶ πέντε δὲ ὁλόκληρα ἔτη ἔμεινεν ἡ μονὴ αὕτη κεκλεισμένη, ἤτοι μέχρι τοῦ 1893, ὅτε ἐξαπέστειλαν ἐκεῖ τὸν μοναχὸν Ἱερόθεον πρὸς φύλαξιν».

 

  1. Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς

κατὰ τὴν χρονικὴ περίοδο 1867 -1959

 

α. Χρονικὰ ὅρια τῆς περιόδου

Ὡς χαρακτηριστικὰ χρονικὰ ὅρια τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ θέτουμε τὸ ἔτος  1867, κατὰ τὸ ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ἡ ὁριστικὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀπὸ «ἐπάνω» κτιριακὸ συγκρότημά του στὸ «κάτω» καὶ τὸ ἔτος  1959, κατὰ τὸ ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ἡ μετατροπὴ τῆς «Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» «εἰς γυναικείαν τοιαύτην».

Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ χρονικὰ ὅρια εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς τελευταίας πράξης, τοῦ τελευταίου κεφαλαίου, τῆς συνταύτισης καὶ τῆς κοινῆς πορείας δύο διαφορετικῶν ἱστοριῶν, τῆς ἱστορίας τῆς «Εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ τῆς ἱστορίας τῆς «Μονῆς τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας».

Ἡ ὁριστικὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας Μοναστηριοῦ ἀπὸ τὸ «Πάνω» στὸ «Κάτω» κτιριακὸ συγκρότημα τῆς Μονῆς ἔγινε, ὅπως ἀναφέρθηκε, στὰ 1867, ὅταν ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν ὁ Καλλίνικος, ὁ ὁποῖος χρημάτισε ἡγούμενος ἀπὸ τὸ 1866 ὡς τὸ 1868. Η μεταφορά ἔγινε βεβαίως σταδιακά.

Ὅπως ἀναγράφεται σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας αὐτῆς καὶ ἄλλες φορὲς εἶχαν γίνει ἀπόπειρες γιὰ τὴ μεταφορὰ αὐτὴ ἀλλὰ ἡ ὁριστικοποίησή της πάντοτε ματαιωνόταν ἤ ἀναβαλλόταν γιατὶ κάθε φορὰ ὑπῆρξαν ἔντονες καὶ ἀποτελεσματικὲς ἀντιδράσεις ἐκ μέρους καὶ μερικῶν ἐκ τῶν μοναχῶν ἀλλὰ καὶ ἰσχυρῶν λαϊκῶν παραγόντων.

Τούτη τὴ φορὰ ὅμως δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρξαν δυναμικὲς ἀντιδράσεις. Ἀπὸ ὅσα δεδομένα ὑπάρχουν δὲν φαίνεται νὰ ἔγιναν ἀναφορὲς διαμαρτυρίας ἤ ἐνστάσεις πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὴν μεταφορὰ τῆς ἕδρας στὸ «Μετόχι». Ἔτσι  δὲν ὑπῆρξε κάποια πατριαρχικὴ παρέμβαση ἤ ἐπιτιμητικὸ πατριαρχικὸ σιγγίλιο.

Ἡ κατάσταση στὰ 1867 ἦταν βεβαίως πολὺ διαφορετική. Εἶχε ἤδη δημιουργηθεῖ τὸ πρῶτο ἐλεύθερο ἑλληνικὸ κράτος ἀπὸ τὸ 1832 ἀκόμα. Τὸ νέο καθεστὼς εἶχε σταθεροποιηθεῖ ἀφοῦ εἶχαν ἤδη περάσει περισσότερα ἀπὸ τριάντα χρόνια. Ὑπῆρχε ἑλληνικὴ πλέον κυβέρνηση ἀλλὰ καὶ «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος».

Ἡ περιοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἐξακολουθοῦσε μὲν ὡς γεωγραφικὸς χῶρος νὰ ἀνήκει στὴν Τουρκία ἀλλὰ λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ αὐτὸ ἦταν τὰ ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα καὶ κυμάτιζε ἡ ἑλληνικὴ σημαία. Τὰ περισσότερα κτήματα τοῦ Μοναστηριοῦ βρίσκονταν σὲ ἑλληνικὸ ἔδαφος. Λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς δημιουργοῦνταν  ὁμάδες καὶ δροῦσαν μὲ σκοπὸ νὰ ἐλευθερώσουν καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέρη τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ νὰ ὑψώσουν τὴν ἑλληνικὴ σημαία στὸ Μοναστήρι.

Τὸ ἴδιο τὸ Μοναστήρι  εἶχε μεταβληθεῖ σὲ οὐσιαστικὸ ἐπιχειρησιακὸ κέντρο παντοειδοῦς στήριξης τῶν συχνῶν καὶ ἀλλεπάλληλων ἀπελευθερωτικῶν κινημάτων στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ. Τὸ «Κάτω Μοναστήρι», ἰδίως, ἦταν πολὺ κοντὰ στὰ ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα.

Σ’ αὐτὸ τὸ «Μοναστήρι» εἶχε μεταβεῖ στὰ 1821 ὁ Ἀθανάσιος Διάκος καὶ δὲ εἰδικὴ μυστικὴ σύσκεψη εἶχε ζητήσει τὴ βοήθεια τῶν Μοναχῶν στὶς ἀπελευθερωτικές του προσπάθειες. Σ’  αὐτὸ εἶχαν στεγασθεῖ  καὶ ἐξοπλισθεῖ  οἱ διακόσιοι πολεμιστές ποὺ στάλθηκαν νὰ ἐνισχύσουν τὸ ἀπελευθερωτικὸ σῶμα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου. Σ’ αὐτὸ εἶχαν συγκεντρωθεῖ καὶ ὀργανώθηκαν οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος τοῦ 1854, ὅπως καὶ τῶν ἀπελευθερωτικῶν προσπαθειῶν τοῦ 1866.

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες οἱ ὅποιες ἀντιδράσεις γιὰ τὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ, καὶ ἄν ἀκόμα ὑπῆρχαν, ἀδυνάτιζαν καὶ δὲν εὕρισκαν ὑποστηρικτὲς.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔπαψαν καὶ στὰ κατοπινὰ χρόνια νὰ ὑπάρχουν περίοδοι κατὰ τὶς ὁποῖες κάποιοι μοναχοί, νοσταλγοὶ τοῦ ἔνδοξου παρελθόντος, λάτρεις τοῦ μονήρους βίου τῶν μοναχῶν τῶν ἀφοσιωμένων κυρίως στὴν προσευχὴ καὶ ἐραστὲς τοῦ κάλλους τοῦ μοναδικοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος τοῦ Πάνω» Μοναστηριοῦ, ἀποφάσιζαν καὶ μετακόμιζαν σ’ αὐτό.

 

β. Χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς περιόδου

Τὸ βασικό χαρακτηριστικὸ τῆς χρονικῆς αὐτῆς περιόδου εἶναι ὅτι ἡ ὅλη δραστηριότητα τοῦ Μοναστηριοῦ ἔχει μεταφερθεῖ πλέον καθολικὰ καὶ ὁριστικὰ στὸ «Κάτω Μοναστήρι».

Τὸ «Πάνω» ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ὁριστικὰ σὲ τόσο βαθμὸ ὥστε ἔπαυσαν πλέον καὶ νὰ χρησιμοποιοῦνται οἱ μέχρι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀναγκαῖοι συμβατικοὶ προσδιοριστικοὶ χαρακτηρισμοὶ «Πάνω» καὶ «Κάτω». Δὲν ὑπῆρχε πλέον λόγος. Ἕνα ἦταν τὸ Μοναστήρι. Λεγόταν ἁπλὰ καὶ μόνο «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ δὲν χρειαζόταν κάποιος διευκρινιστικὸς προσδιορισμός. Τὰ «Πάνω» καὶ «Κάτω» δὲν εἶχαν πλέον λόγο ὕπαρξης.  Ἡ πραγματικὴ ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ, «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας», ὄχι μόνο δὲν χρησιμοποιοῦνταν ἀλλὰ εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ ὅλους. Δὲν χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ κανέναν. Οὔτε καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μοναχοὺς, οὔτε καὶ ἀπὸ τὴ Διοίκηση τοῦ Μοναστηριοῦ στὴν ἐπίσημη ἀλληλογραφία του ἀλλὰ καὶ στὶς καθημερινὲς πράξεις. Ξεχάστηκε ἀπὸ ὅλους σχεδὸν ὁριστικά, ὅπως ξεχάστηκε καὶ ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ ὅλους καὶ τὸ κτιριακό του συγκρότημα ποὺ ἄρχισε νὰ ἐρημώνει καὶ νὰ καταστρέφεται.

Ἕνα ἄλλο βασικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς περιόδου  1867 -1959  εἶναι ἡ ἐνεργὸς συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς  στὰ πολλὰ ἀπελευθερωτικὰ κινήματα καὶ τοὺς πολέμους ποὺ ἔλαβαν χώρα τὴν ἐποχὴ αὐτὴ. Οἱ σχετικὲς λεπτομέρειες ἀναφέρονται στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες. Ὑπὸ τὸν ἀπόηχο  τοῦ ἀγῶνα τοῦ 1821, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὴ μεγάλη καὶ ἐνεργὸ συμπαράσταση τῆς Ξενιᾶς, δὲν εἶχε τὰ ἐπιθυμητὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὴν περιοχή, καὶ στὴ συνέχεια τοῦ 1854, τὸ  «Κάτω Μοναστήρι» ἀπὸ τὸ πρῶτο  ἀκόμη ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖο  ἀπὸ μετόχι ἔγινε ἕδρα μεταβλήθηκε σὲ μυστικὸ ἐπιτελικὸ κέντρο ὅλων τῶν προσπαθειῶν καὶ ἐνεργειῶν τῶν κατοπινῶν ἀπελευθερωτικῶν κινημάτων τοῦ 1866 καὶ 1878.

Σ’ αὐτὸ τελέστηκαν δοξολογίες γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἀπελευθέρωση τῆς περιοχῆς ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ κατὰ τὸ 1881. Σ’ αὐτὸ πραγματοποιήθηκαν οἱ πρῶτες ἀρχαιρεσίες γιὰ ἀνάδειξη ἡγουμενικοῦ συμβουλίου σὲ ἐλεύθερο καθεστώς. Καὶ ἦταν καὶ αὐτὸ σημαντικὸ γεγονὸς ὥστε κάποιοι μοναχοί, ὅπως ὁ Ἱερόθεος Γεωργίου, νὰ καταγράφουν μὲ δικαιολογημένη ὑπηρηφάνεια: «ἔλαβον μέρος εἰς τὴν πρώτην ἐνεργηθεῖσαν  ἡγουμενιακὴν ἐκλογὴν, μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς καὶ εἰς τὴν δευτέραν»

Στὴν χρονικὴ αὐτὴ περίοδο ἐπίσης ἔλαβαν χώρα ὁ Ἑλληνο -Τουρκικὸς Πόλεμος τοῦ 1897, οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι τοῦ 1912 -1913, ὁ Πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος τοῦ 1914 -1918, ὁ Μικρασιατικὸς Πόλεμος τοῦ 1921 -1922, ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τοῦ 1940 -1945 μὲ τὴν Ἰταλογερμανικὴ Κατοχὴ τῆς χώρας μας. Στὴν ἴδια αὐτὴ χρονικὴ περίοδο ἀνήκουν καὶ οἱ ὀλέθριες ἐθνικὲς περιπέτειες καὶ συμφορές τῶν ἐμφύλιων ἀναταραχῶν 1946 -1949.

 

. Κτιριακὲς ἀνακαινίσεις καὶ κατασκευὲς

Σημαντικὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ σημαδεύει τὴν περίοδο αὐτὴ εἶναι καὶ οἱ μεγάλες ἀνακαινιστικὲς καὶ ἐπισκευαστικὲς ἐργασίες ποὺ πραγματοποιήθηκαν στὸ «Κάτω Μοναστήρι». Τὶς ἐργασίες αὐτὲς τὶς διαχωρίζουμε σ’ ἐκεῖνες  ποὺ εἶχαν πραγματοποιηθεῖ πρὶν τὴν μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ σ’ αὐτὸ, πρὶν τὸ 1867, καὶ σ’ ἐκεῖνες ποὺ πραγματοποιήθηκαν μετὰ ταὴ χρονολογία αὐτή.

 

Ἀνακαινίσεις πρὶν τὴν ἐγκατάσταση τοῦ 1867

Ἀνακαινιστικὲς ἐργασίες στὸ «Κάτω Μοναστήρι», τὸ «Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ὅπως συνηθιζόταν νὰ τὸ ὀνομάζουν ἄν καὶ ἦταν μετόχι, εἶχε καὶ ἄλλες φορές ἐπισκευασθεῖ καὶ ἀνακαινισθεῖ, πρὶν τὴν ὁριστικὴ ἐκεῖ ἐγκατάσταση τῶν μοναχῶν κατὰ τὸ 1867.

Ἐξ  ἄλλου πάντοτε μετέβαιναν καὶ διέμειναν ἐκεῖ γιὰ ἐποχιακὲς ἐργασίες κάποιοι μοναχοὶ. Ἀρκετὲς δὲ ἦταν οἱ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ προσωρινὴ αὐτὴ  διαμονὴ παρατεινόταν σὲ μία προσπάθεια κάποιων μοναχῶν νὰ τὴν μετατρέψουν σὲ μόνιμη. Ὑπῆρχαν ἀκόμη καὶ περίοδοι κατὰ τὶς ὁποῖες τὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶχε χρησιμοποιηθεῖ ὡς ἕδρα τῆς Μονῆς.

Μερικὲς ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες, τὶς ὁποῖες παρουσιάσαμε καὶ στὸ κεφάλαιο «Ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ «ἐνθυμήσεις», μᾶς δίνουν μία εἰκόνα γιὰ τὶς ἐργασίες ποὺ εἶχαν γίνει πρὸ τοῦ 1867:

Ἔτσι κατὰ τὸ 1671: «Ἀνεκαινίσθη τὸ παρὸν Μοναστήριον τοῦ ἐν ἁγίοις Π(ατ)ρός ἡμῶν Νικολάου διὰ συνδρομῆς τῶν ἐν αὐτῷ πατέρων ἡγουμενεύοντος τοῦ πανοσιωτάτου κυρ  Δοσιθέου, ἔτος ΑΧΟΑ».

Εἴκοσι πέντε χρόνια ἀργότερα, τὸ 1696: «+’Αναικαινίσθη ἐκ βάθρων τὸ παρὸν Μοναστήριον τοῦ ἐν ἁγίοις πα(τρὸς) ἡμῶν Νικολάου καὶ διὰ ἐξὸδων τῶν χριστιανῶν καὶ διὰ συνδρομῆς τοῦ Πανοσιωτάτου ἁγίου Καθηγουμένου Κυ(ρίο)υ Κυ(ρίο)υ Παπᾶ Κυπριανοῦ ἐν ἔτει ΑΧϟS».

Κατὰ τὸ 1707: Κατασκευάστηκε καὶ εἰκονογραφήθηκε τὸ ἑστιατόριον ἀπὸ τὸν ζωγράφο Νικόλαο: «+Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Νικολάου ζωγράφου. αψζ΄».

Τὸ 1757 κατασκευάστηκε  ἕνα παρεκκλήσι πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας προσκολλημένο δίπλα στὸν κεντρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου: «Τὸ παρὸν παρεκκλήσιον τιμώμενον ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας ἐπὶ ἡμέρας τοῦ Πανοσιωτάτου ἁγίου Καθηγουμένου Παπᾶ κυρ Ἱεροθέου ἐπὶ ἔτους αψνζ΄».

Τὴν ἴδια χρονιά, 1757, ἐπισκευάστηκε ἡ ἀνατολικὴ πλευρά τοῦ ναοῦ, ὅπως  μᾶς βεβαιώνει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος: «Τῷ αὐτῷ ἔτει (1757) ἐπεσκευάσθη ἡ ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κατὰ τὴν ὄπισθεν τῆς μεσαίας κόγχης τοῦ ναοῦ χρονολογίαν ἐπὶ λίθου».

Στὰ 1787 κατασκευάστηκε ἤ μᾶλλον τελειοποιήθηκε τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου: «+Ἐν ἔτει αψπζ΄ ἡγούμενος Ἀγάπιος ἱερομόναχος τῆς Ξενιᾶς Ἐτελειώθη τὸ παρὸν τέμπλον τοῦ Ἁγίου Νικολάου ὁ μάστορο Γεώργιος ἐκ χώρας Μηλιαῖς ὁ μάστορο Γιάννης καὶ μάστορο Γεώργιος ἐκ χώρας Ζαγορᾶς ἐν μηνί  Απριλίου ιζ΄. Ἐν ἔτει 1787».

Στὰ 1794 ἔγινε καὶ πάλι ἀνακαίνιση τοῦ Μοναστηριοπῦ: «+Ἀνεκαινίσθη τὸ παρὸν Μοναστήριον καὶ ὁ ναὸς τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικολάου διὰ συνδρομῆς τῶν εὑρισκομένων πατέρων καὶ ἐξόδου τῶν χριστιανῶν, ἔτος αψϟδ΄».

Χαρακτηριστικὸ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνακαινιστικῶν ἐργασιῶν εἶναι ὅτι τὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου» στὸ ὁποῖο ἔγιναν δὲν ὀνομάζεται ποτέ «Μετόχι» ἀλλὰ «Μοναστήριον».

Ἀνακαινίσεις μετὰ τὴν ἐγκατάσταση τοῦ 1867

Πρώτη σημαντικὴ ἀνακαινιστικὴ ἐργασία στὸ «Κάτω Μοναστήρι» ἦταν ἡ κατασκευὴ σ’ αὐτὸ καμπαναριοῦ ποὺ μέχρι τότε δὲν ὑπῆρχε. Στὰ 1875 ἀνεγέρθηκε στὸ προαύλιο τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἕνα  ἐπιβλητικὸ ὀκταγωνικό καμπαναριό, ποὺ ἀμέσως ἀνέδειξε ἐπιδεικτικὰ τὸν κυρίαρχο ρόλο ποὺ καλοῦνταν νὰ διαδραμτίσει τὸ Μοναστήρι μὲ τὴ νέα του ἕδρα. Ἦταν ἐξ  ἄλλου πρωτοβουλία τοῦ σεβαστοῦ ἀπὸ ὅλους γέροντα ἡγούμενου Γαβριὴλ, παλαίμαχου ἀγωνιστοῦ τοῦ 1821 τοῦ 1854 καὶ πρωταγωνιστοῦ τῶν προετοιμασιῶν ποὺ πραγματοποιοῦνταν γιὰ τὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1878.

Τὸ ἐπιβλητικὸ αὐτὸ καμπαναριὸ κατεδαφίστηκε κατὰ τὴν περίοδο τῶν ριζικῶν ἀνακαινίσεων ποὺ πραγματοποιήθηκαν μὲ τὴ φροντίδα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος Γερμανοῦ ἀπὸ τὸ 1908 μέχρι τὸ 1930. Ἔτσι σήμερα ἔχουμε μόνο φωτογραφίες καὶ εἰκόνες του.

Ὡστόσο διασώθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ ὑπῆρχε σ’ αὐτὸ καὶ ἔτσι ἔχουμε τὶς σχετικὲς πληροφορίες. Τὸ καμπαναριὸ τοῦ Μοναστηριοῦ χτίστηκε στὰ 1875 μὲ χρήματα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης Θεοδώρου Κρακιὰς καὶ μὲ φροντίδα τοῦ πανοσιωτάτου ἡγουμένου Γαβριὴλ, ὁ ὁποῖος ἀνακηρύσσεται καὶ «κτήτωρ»:

«Ὁ Πανοσιώτατος ἡγούμενος Γαβριὴλ καὶ δι’ ἐξόδων Ἰωάννου Θεοδώρου Κρακιᾶ Κτίτορας. Ἐν ἔτει 1875» .

Τρία χρόνια ἀργότερα, κατὰ τὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1878, καταστράφηκε ἐντελῶς ἡ βόρεια πτέρυγα τῶν κελλιῶν τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ ἀπὸ φωτιὰ ποὺ ἔβαλαν κατὰ τὴν ἔξοδό τους ἀπὸ τὴ Μονὴ οἱ πολιορκημένοι σ’ αὐτὴν Τοῦρκοι.

Ἡ ἀποκατάσταση τῆς μεγάλης αὐτῆς καταστροφῆς ἄργησε πολὺ νὰ γίνει. Ἡ πληγωμένη Μονὴ, ποὺ τόσο πολὺ εἶχε ἀγαπήσει ὁ λαός, παρουσίαζε μιὰ ἄσχημη εἰκόνα. Ὅλοι ἔνιωθαν ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη θεραπευτεῖ τὸ κακὸ ποὺ εἶχε γίνει. Ἡ καινούργια ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ πληγώθηκε καίρια στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ὕπαρξής της. Ἡ εἰκόνα τῆς πυρπολημένης Μονῆς πλήγωνε ὅλους.

Οἱ καταστάσεις ὅμως ἦταν δύσκολες. Ἡ περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ ἐξακολουθοῦσε ἀκόμη νὰ εἶναι σκλαβωμένη Οἱ Τοῦρκοι μάλιστα ἔδειχναν μία πολὺ ἐχθρικὴ συμπεριφορὰ πρὸς ὅλους, ἐξ αἰτίας τῶν ἀπελευθερωτικῶν κινημάτων ποὺ εἶχαν ἀνατπυχθεῖ,  ἀλλὰ καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς μοναχοὺς καὶ τὸ Μοναστήρι Ξενιᾶς, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀποτελέσει τὸ ἐπιτελικὸ καὶ ἀνεφοδιαστικὸ κέντρο ὅλων αὐτῶν τῶν σκληρῶν καὶ ὀλέθριων γιὰ τοὺς Τούρκους ἀγώνων. Ἐξ  ἄλλου αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ Μοναστήρι εἶχε γίνει ὁ ὁμαδικὸς τάφος πολλῶν Τούρκων. Στὸ προαύλιό του εἶχαν θαφτεῖ ὁμαδικὰ τὰ σώματα τῶν δεκάδων Τούρκων στρατιωτῶν ποὺ εἶχαν σκοτωθεῖ ἐκεῖ κατὰ τὶς μάχες τοῦ 1878.

Ἀκολούθησε ἡ ἀπελευθέρωση τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, κατὰ τὸ 1881, μὲ ὅλη τὴν ἀναστάτωση ποὺ αὐτὴ ἐπέφερε καὶ τοὺς πανηγυρισμούς, καὶ τὸ  σχετικὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λαοῦ μετατοπίστηκε στὴν ἀνασύνταξη τῆς νέας κοινωνικῆς δομῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης.

Ἔτσι ἔφτασε ὁ Ἑλληνο – Τουρκικὸς Πόμεμος τοῦ 1897 ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἔρθουν καὶ πάλι οἱ Τοῦρκοι στὸν Ἁλμυρὸ ἀλλὰ καὶ στὸ Μοναστήρι. Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἔφυγαν ἀπὸ τὰ σπίτια τους πανικόβλητοι καὶ πολλοὶ μοναχοὶ ἄφησαν τὸ Μοναστήρι στὸ ἔλεος καὶ στὴν ἐκδικητικὴ μανία τῶν Τούρκων.

Μετὰ τὴν ἐπάνοδό τους ἀπὸ τὴν προσφυγιὰ τοῦ 1897 – 1898 ὅλοι ρίχτηκαν νὰ ἀποκαταστήσουν ταὶς ζημιὲς στὰ ρημαγμένα τους σπίτια. Τὸ πρόβλημα, ὡστόσο, τῆς ἀποκατάστασης τῶν ζημιῶν στὸ λαοφίλητο Μοναστήρι  ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ ἀπασχολεῖ ὅλους.

Κάποια δημοσιεύματα τοπικῶν ἐφημερίδων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπηχοῦν τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ καὶ τὶς σχετικὲς διεργασίες ποὺ βρίσκονταν σὲ ἐξέλιξη.

Στὴ «Θεσσαλία», στὶς 17 Ἰουλίου 1899, δημοσιεύθηκε ἡ ἑξῆς ἀνταπόκριση:

«Τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν ἐπεσκέφθην τὴν Μονὴν Ξενιᾶς. Αὔτη ἀπεργάζεται τερπνοτάτην καὶ μαγευτικὴν τὴν πέριξ φύσιν. Πλήν προκαλεῖ κακὴν ἐντύπωσιν ἡ ἀσχημίζουσα αὐτὴν βόρειος πλευρά, ἥτις ἐν ἐρειπίοις εὑρίσκεται ἀπὸ τοῦ 1878. Ὁ ἡγούμενος Ἄνθιμος[2] διαβεβαίωσεν ἡμᾶς ὅτι θέλει ἀνεγείρει ταύτην προσεχῶς καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἤδη ἐπισκευασμένη ἄν μὴ δυσμενεῖς περιστάσεις, ἅς διερχόμεθα, ἐκώλυον αὐτόν».

Στὴν ἴδια ἐφημερίδα, δύο χρόνια ἀργότερα, στὶς  23 Σεπτεμβρίου 1901, ἕνα ἄλλο δημοσίευμα ἀπεικόνιζε καὶ τόνιζε σαφέστερα τὸ πρόβλημα:

«Τὸ κτίριον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ κινδυνεύει νὰ περιέλθῃ εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν ἕνεκεν τῆς ἀδικαιολογήτου ἀστοργίας, ἥν δεικνύει ὁ νέος ἡγούμενος αὐτῆς.

Ἡ ἀριστερὰ πλευρὰ τοῦ κτιρίου τῆς Μονῆς ἐκρημνίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἡ αὐτὴ τύχη ἀναμένει καὶ τὰς λοιπὰς πλευρὰς, ἤδη μάλιστα ὁπότε εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ χειμῶνος δυνάμεθα εἰπεῖν ὅτι τὸ κτίριον θὰ περιέλθῃ εἰς οἰκτροτέραν ἔτι κατάστασιν.

Ὅθεν ἀνάγκη ἀναπόφευκτος ὁ νέος ἡγούμενος ἀρχιμανδρίτης κ. Μιχόπουλος[3] νὰ προσπαθήσῃ παντὶ σθένει τὴν ταχεῖαν ἀνέγερσιν τῆς κρημνισθείσης πλευρᾶς, δαπανῶν νῦν ὀλίγα χρήματα ἵνα μὴ ἀργότερον ὑποβάλλεται τὸ ταμεῖον τῆς Μονῆς εἰς δαπάνην ὀγκωδῶν χρηματικῶν ποσῶν.

Πεποίθαμεν δὲ ὅτι ὁ Σ. ἡγούμενος δὲν θέλει διαψεύσει ἡμᾶς, οἵτινες καλῶς γνωρίζομεν τὸν ἀνεπηρέαστον καὶ τίμιον αὐτοῦ χαρακτῆρα. Ὁ νέος ἡγούμενος εἶναι ἀνὴρ ἄοκνος καὶ πολυτιμότατα ἐργαζόμενος πρὸς τὴν κανονικὴν καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργία τῶν πραγμάτων τῆς Μονῆς ἧς ἡγεῖται…».

Πληροφορίες γιὰ τὸ ἴδιο θέμα ἀντλοῦμε καὶ ἀπὸ ἕνα δημοσίευμα μιᾶς ἄλλης βολιώτικης ἐφημερίδας, τῆς «Θεσσαλικῆς», στὶς 3 Ὀκτωβρίου 1901:

«Εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσωμεν τὸ κοινὸν … ὅτι ἡ πλευρὰ τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς ἐπρόκειτο νὰ ἀνεγερθῇ κατὰ τὴν ἡγουμενίαν Γαλακτίωνος,[4] ὅτι οὗτος ὡς ἡγούμενος προσεκάλεσε τὸν μηχανικὸν Χατζηγιαννούλην, εἰς ὅν καὶ ἐπλήρωσε 7.000 δραχμὰς καὶ συνέταξε τὸ σχέδιον τῆς ἀνεγέρσεως τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1878 ὑπὸ τῶν Γκέκηδων καείσης πλευρᾶς.

Δυστυχῶς ὅμως τὸ ὑπουργεῖον εἰς ὅ ἀπεστάλη τὸ σχέδιον τοῦτο μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης δὲν ἐνέκρινε αὐτό, δι’ ὅ ἔκτοτε παραμένει εἰς τὸ χρονοδούλαπο τοῦ Ὑπουργείου. Βραδύτερον ὁ ἡγούμενος Ἄνθιμος[5] εἴτε διότι δὲν ἠθέλησε, εἴτε διότι δὲν ἠδυνήθη, εἴτε διότι τὸν προκατέλαβεν ὁ πόλεμος τοῦ 1897, οὐδὲν περὶ τῆς καείσης πλευρᾶς ἐνήργησεν.

Ἐναπόκειται ἤδη εἰς τὸν νῦν ἡγούμενον κ. Γρηγόριον καὶ τὸ περὶ αὐτὸν ἡγουμενοσυμβούλιον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τῆς καείσης πλευρᾶς, ἵνα μὴ αὔτη ἐπικάθηται ὡς αἶσχος εἰς τὴν Μονήν».

Στὴ συνέχεια τὸ δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας, ἐκφράζοντας τὴν ὑπάρχουσα θέληση τοῦ λαοῦ γιὰ πρακτικὲς λύσεις ποὺ θὰ ξεπερνοῦσαν τὶς γραφειοκρατικὲς ὑπηρεσιακὲς διαδικασίες, ὑποδεικνύει τοὺς τρόπους ποὺ συζητοῦνταν στὸν ἀγανακτισμένο γιὰ τὶς ἀδικαιολόγητες καθυστερήσεις λαό:

«Ἡμῖν ἐπιτραπήτω νὰ δώσωμεν τὴν ἑξῆς συμβουλήν: Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον δέον νὰ παύσῃ τοῦ νὰ ἐπιζητῇ σχέδια καὶ ματαιοπονίας καὶ ματαίας δαπάνας. Ἐὰν ὄντως ἐμφορεῖται ὑπ’ ἀγαθῶν διαθέσεων διὰ τὴν μονὴν καὶ θέλῃ νὰ ἐπισφραγίσῃ τὴν πενταετίαν του δι’ ἑνὸς ἔργου, πρέπει τὰς Κυριακὰς νὰ μάσῃ ὅλα τὰ γυναικόπαιδα ἀπὸ τὴν Βρύναινα, τὴν Δρυμῶνα καὶ τὰ Κελέρια καὶ νὰ καθαρίσουν τὴν πέτραν ἀπὸ τὴν καεῖσαν πλευράν.

Ἔπειτα νὰ βάλῃ νὰ ὑλοτομήσουν τὸ δάσος τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς τὴν ἀναγκαιοῦσαν ξυλείαν καὶ ἔπειτα πάνω εἰς τὰ ἴδια θεμέλια καὶ μὲ τὰ παλαιὰ σχέδια νὰ οἰκοδομήσῃ καὶ στεγάσῃ τὴν καεῖσαν πλευράν. Καὶ ἀφοῦ τὴν πατώσῃ καὶ τὴν διαιρέσῃ εἰς δωμάτια, ἕκαστος ἱερομόναχος νὰ ὑποχρεωθῇ ἰδίαις δαπάναις νὰ ἐπιδιορθώσῃ τὸ δωμάτιόν του,[6] διότι τὴν καλλιτέραν θέσιν καὶ τὸν καλλίτερον ἀέρα ἔχει ἡ πλευρά αὔτη καὶ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ὅλοι θὰ προτιμήσουν νὰ ἐπισκευάσουν τὰ δωμάτια ταῦτα παρὰ νὰ κάθηνται εἰς τὰς νῦν τρώγλας. Ἐὰν οὕτω γείνῃ μὲ 5.000 δραχμὰς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον κάνει τὰ κτίρια καὶ τὰ στεγάζει καὶ τελειώνει καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο

Ὡστόσο ὑπῆρχαν καὶ διαφορετικὲς ἀπόψεις. Κάποιοι ἤθελαν νὰ παραμείνουν ἀνεπισκεύαστα τὰ  κελλιὰ αὐτὰ γιὰ νὰ θυμίζουν, ὡς μνημεῖα, τοὺς ἡρωικοὺς ἀγῶνες ποὺ ἔγιναν ἐκεῖ. Ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας, ἐκπροσωπῶντας τὴν ἄποψη αὐτή, ἔγραφε σ’ ἕνα δημοσίευμά του: «Ἄφετε τὰ μνημεῖα τῶν πατέρων ἡμῶν ἄθικτα. Προκαλοῦσι μείζονα σεβασμὸν καὶ λατρείαν ἀπέριττα καὶ αὐτούσια ἤ ὅταν ἐπιδιορθοῦνται καὶ μεταβάλλωνται».

 

Στὸ μεταξὺ εἶχε τοποθετηθεῖ στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος ἀπὸ τὶς 10 Αὐγούστου 1907, ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς Μαυρομμάτης. Ὁ Μητροπολίτης Γερμανὸς ἦταν γνώστης τοῦ ζητήματος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς. Πρὶν τὴν  τοποθέτησή του ὡς Μητροπολίτης εἶχε ὑπηρετήσει ὡς ἀρχιμανδρίτης καὶ ἱεροκήρυκας στὴν ἴδια Μητρόπολη ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια, ἀπὸ τὸ 1901 μέχρι καὶ τὸ 1907, καὶ μάλιστα εἶχε ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνέγερσης ττοῦ καταστραμένου Μοναστηριοῦ.

Ὁ ἡγούμενος τῆς Ξενιᾶς, ἀρχιμανδρίτης Ἰωακείμ Ἀποστόλου,[7] ἔσπευσε ἀμέσως νὰ ζητήσει τὴν  ἔγκριση τοῦ Μητροπολίτη γιὰ τὴν ἄμεση λύση τοῦ προβλήματος μὲ τὶς οἰκονομικὲς δυνατότητες ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο τὸ Μοναστήρι καὶ ὄχι μὲ διενέργεια ἐράνων ὅπως ἐπιδιωκόταν μέχρι τότε:

«Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς τῇ 5 7βρίου 1907

                 Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον Δημητριάδος,

Σεβασμιώτατε,

Συνεπείᾳ ἀναφορᾶς ἡμῶν πρὸς τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπευθυνομένης, καὶ περὶ ἐγκρίσεως συλλογῆς ἐράνων πρὸς ἀνέγερσιν τῆς καείσης βορείου πλευρᾶς τῆς Μονῆς πραγματευομένης, τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ.  12938 ἐ. ἔ. διαταγῆς του ἐπέτρεψε τοῦτο, ἀφοῦ προηγουμένως συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 69/27280 τῆς 14 Ἰουνίου 1904 ἐγκύκλιον διαταγήν του περὶ συλλογῆς ἐράνων καὶ τὰς δι’ αὐτῆς προαπαιτουμένας διατυπώσεις.

Ἀλλ’ ὅμως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὡριμώτερον σκεφθεὶς καὶ εἰς τὸ γόητρον τῆς ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς ἀποβλέπων, κρίνω  ἄτοπον καὶ ἄντικρυς εἰς τὸ γόητρον τῆς Μονῆς ἀντικείμενον τὸ νὰ ἐπιδιωχθῇ δι’ ἐράνων ἡ ἀνέγερσις τοῦ κτιρίου τῆς καείσης βορείου πλευρᾶς αὐτῆς διότι τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἑνὸς δανείου ἐπὶ κτηματικῇ ἐγγυήσει τῆς Μονῆς, ἥτις, ὡς γνωστόν, ἱκανὴν ἔχει ἀκίνητον περιουσίαν καὶ δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ χρεωλυτικῶς τὸ συνομολογηθησόμενον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δάνειον ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῆς χωρὶς νὰ καταφύγῃ δίκην ἐπαίτου εἰς συλλογὴν ἐράνων.

Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἡ σεβασμία τῆς Θεομήτορος εἰκὼν εὑρίσκεται σχεδὸν ἐν διαρκεῖ περιοδείᾳ καλουμένη πρὸς τοῦτο, οἱ δὲ Χριστιανοὶ τῶν διαφόρων πόλεων καὶ κωμῶν, ἔνθα Αὔτη περιοδεύει  συνεπείᾳ προσκλήσεως, προσφέρουσι τὸν ὀβολόν των, ἑπομένως οὐ μόνον ἄτοπον εἶνε τὸ μέτρον τῆς συλλογῆς ἐράνων πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου τῆς Μονῆς, ἀλλὰ καὶ λίαν ὀχληρὰ θέλει παραστῇ ἡ Ἱερὰ Μονὴ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, τοῦθ’ ὅπερ θέλει συντελέσει εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ γοήτρου Αὐτῆς.

Τούτων ἕνεκα καὶ προκειμένου, συμφώνως τῇ μνησθείσῃ ἐγκυκλίῳ διαταγῇ ὑπ’ ἀριθ. 69/27280 τῆς 14 Ἰουνίου 1904 τοῦ Σεβαστοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου νὰ γνωμοδοτήσῃ ἡ ὑμετέρα Σεβασμιότης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὑποβάλλω μετὰ σεβασμοῦ τὴν παροῦσαν καὶ καθικετεύω Αὐτήν, ἵνα, ἐν ᾗ περιπτώσει δι’ ἀναφορᾶς ὑποβληθησομένης τυχὸν ὑπὸ συμβούλου τινὸς τῆς Μονῆς προκληθῇ ἡ γνωμοδότησις τῆς ὑμετέρας Σεβασμιότητος περὶ τοῦ ἐπιτρεπτοῦ τῆς συλλογῆς ἐράνων, εὐαρεστηθῇ καὶ γνωμοδοτήσῃ Αὔτη ὅτι δὲν  ἐπείγει ἡ ἀνέγερσις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται κτιρίου τῆς Μονῆς καὶ ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη συλλογῆς ἐράνων πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ, ὡς εἴρηται ἀνωτέρω, δύναται αὔτη νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῆς Μονῆς.

Πεποιθὼς ὅτι εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ γοήτρου τῆς Μονῆς ἀποβλέπουσα ἡ ὑμετέρα Σεβασμιότης θέλει λάβει ὑπ’ ὄψει τὴν παροῦσαν μου ὑπόδειξιν διατελῶ μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ.

Εὐπειθέστατος

ὁ ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ἰωακείμ Ἀποστόλου».

Ἡ λύση ποὺ πρότεινε ὁ ἡγούμενος Ἰωακείμ Ἀποστόλου ἦταν ἡ ἰδανικότερη καὶ ἡ πρακτικότερη ἀλλὰ καὶ μποροῦσε νὰ τεθεῖ ἀμέσως σὲ ἐφαρμογή. Συζητιόταν ἀπὸ καιρὸ ἀλλὰ πολιτικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ παράγοντες τοῦ Ἁλμυροῦ σὲ συνεργασία μὲ κάποιους μοναχοὺς τὴν ἀπέτρεπαν προτείνοντας ἄλλες λύσεις. Αὐτὸ ὑποδηλώνει ἡ φράση τῆς παραπάνω ἀναφορᾶς «ἐν ᾗ περιπτώσει δι’ ἀναφορᾶς ὑποβληθησομένης τυχὸν ὑπὸ συμβούλου τινὸς τῆς Μονῆς προκληθῇ ἡ γνωμοδότησις τῆς ὑμετέρας Σεβασμιότητος περὶ τοῦ ἐπιτρεπτοῦ τῆς συλλογῆς ἐράνων».

Ἀποτέλεσμα τῆς παραπάνω ἀναφορᾶς ἀλλὰ καὶ ἀσφαλὲς δεῖγμα τῆς ἀλήθειάς της ἦταν ὅτι τέθηκε σὲ ἄμεση ἐφαρμογή. Παραμερίστηκαν οἰ χρονοβόρες διαδικασίες ἔγκρισης ἐράνων καὶ σὲ διάστημα μικρότερο ἀπὸ ἕνα χρόνο στήθηκε μία μαρμάρινη πλάκα μὲ τὴν ἐπιβεβαιωτικὴ ἐπιγραφή:

 

ΑΝΗΓΕΡΘΗ Η Β.Δ. ΑΥΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ Κου ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ,  ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ  ΑϡΗ.

 

Ἡ δραστήρια αὐτὴ ἐπέμβαση τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανοῦ Μαυρομμάτη εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παραμερισθοῦν οἱ παρεμβαλλόμενες ἀπὸ πολλοὺς παράγοντες καὶ ποικίλα συμφέροντα ἀγκυλώσεις καὶ νὰ ἀρχίσει μία συγκινητικὴ ἀνοικοδομικὴ δραστηριότητα βασισμένη ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὶς τεράστιες τοπικὲς οἰκονομικὲς δυνατότητες τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ στὴν ἀστήρευτη καὶ ἀδαπάνητη ἀγάπη τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς.

Χαρακτηριστικό εἶναι τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα δημοσιεύματος τῆς ἐφημερίδας «Θεσσαλία», στὶς 20 Ἀπριλίου 1909:

«Ἀπεφάσισε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης νὰ ἀνεγείρη τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1878 καεῖσαν βορείαν πλευράν τῆς Μονής Ξενιάς. Ἔχει δὲ σκοπόν, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνεγέρσεως τῆς πλευρᾶς ταύτης νὰ ἀνεγείρη καὶ τὴν παράλληλον μεσημβρινὴν πλευρὰν καὶ οὕτω ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἀνακαινισθῇ τὸ μοναστήριον τοῦτο ἀρχιερατικῇ  φροντίδι καὶ νὰ πιάσουν μιὰ φορὰ τόπο καὶ τὰ διὰ τῆς περιοδείας  τῶν εἰκόνων  συλλεγόμενα χρήματα τῶν χριστιανῶν».

Συγκινητικὴ ἦταν ἡ συμμετοχὴ τῶν Ἁλμυριωτῶν στὴν προσπάθεια αὐτή. Ἕνα μικρὸ γραπτό, σωσμένο ὡς τὶς ἡμέρες μας, δεῖγμα εἶναι ἡ παρακάτω ἐπιστολὴ πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τοῦ Μοναστηριοῦ, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1911, ποὺ τὴν ὑπογράφουν πέντε Ἁλμυριῶτες ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ποὺ πρωτοστατοῦσαν καὶ ἀπὸ τοὺς πάμπολλους ποὺ συμμετεῖχαν:

«Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ἡγουμενοσυμβούλιον Ἱ. Μ. Ξενιᾶς

Γνωστὸν τυγχάνει ἡμῖν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1909 ἔτους ἤρχισεν ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς δυτικῆς πλευρᾶς τῆς ὑφ’ ὑμᾶς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ἥτις ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως χρημάτων δὲν ἀπεπερατώθη ἀκόμη.

Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς πλείστας ὅσας εὐεργεσίας παρέσχεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας διὰ τῆς θαυματουργῆς ἁγίας εἰκόνος τῆς Παναγίας σώσασα πολλάκις τὴν καπνοπαραγωγὴν καὶ τοὺς ἄλλους δημητριακοὺς καρποὺς ἀπὸ τῆς φθοροποιοῦ ἀκρίδος καὶ ἄλλων ἀσθενειῶν καλουμένη κατ’ ἔτος, ἐπίσης δὲ φιλοξενίαν παρέχει εἰς πάντα ξένον, προσκυνητὴν ἤ ἐπισκέπτην αὐτῆς, δίκαιον εἶναι ὅπως καὶ ἡμεῖς εἰς ἀντάλλαγμα τῶν εὐεργεσιῶν τούτων φανῶμεν χρήσιμοι εἰς τὸ εὐεργετικόν τοῦτο ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ κατόπιν συνεννοήσεως ἀποφασίσωμεν ὅπως ἀποτελέσωμεν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κάτωθι ὑπογεγραμμένων, ἥτις νὰ περιέλθῃ τὸν Ἁλμυρὸν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν συλλογὴν ἐράνων εἰς εἴδη ἤ καὶ χρῆμα, τὸ δὲ συλλεχθησόμενον ποσὸν θέλει μετρήσῃ εἰς τὸν ἐργολάβον κ. Νικόλαον Δρυμωνίτην ὅπως ἀναλάβῃ οὗτος τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἑνὸς πατώματος τῆς νεοδμήτου ταύτης πτέρυγος καὶ μὲ τὸν ὁποῖον ἤλθομεν εἰς συμφωνίαν ὅπως ἀμέσως ἄρξηται τῆς ἐργασίας ἵνα αὔτη ᾖ ἑτοίμη κατὰ τὴν πανήγυριν τῆς Μονῆς τῆς 23ης Αὐγούστου πρὸς διανυκτέρευσιν τῶν πανηγυριστῶν.

Πρὸ παντὸς ὅμως δέον νὰ ἔχωμεν τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Σεβαστοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου διὸ καὶ ὑποβάλλομεν τὴν παροῦσαν αἴτησιν αἰτοῦντες.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ ….  Ἰουλίου 1911

Παπαδημήτριος Τριανταφύλλου

Γεώργιος Βαλαμουτόπουλος

Ἀθανάσιος Μιχόπουλος

Βασίλειος Χ. Νιφόρος

Κωνσταντῖνος Γεωργίου».

Πολὺ περιληπτικά, ἀλλὰ τόσο χαρακτηριστικὰ καὶ τόσο  λιτά, ἐκφράζεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν Ἁλμυριωτῶν πρὸς τὴν «Παναγία Ξενιά» στὴν παραπάνω ἀναφορὰ «πλείστας ὅσας εὐεργεσίας παρέσχεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας διὰ τῆς θαυματουργῆς ἁγίας εἰκόνος τῆς Παναγίας σώσασα πολλάκις τὴν καπνοπαραγωγὴν καὶ τοὺς ἄλλους δημητριακοὺς καρποὺς ἀπὸ τῆς φθοροποιοῦ ἀκρίδος καὶ ἄλλων ἀσθενειῶν …. δίκαιον εἶναι ὅπως … φανῶμεν χρήσιμοι εἰς τὸ εὐεργετικόν τοῦτο ἵδρυμα …».

Ὑπῆρξαν πολλὲς τέτοιες καὶ ἄλλες παρόμοιες ἐνέργειες. Ἡ καθολικὴ συμμετοχὴ καὶ ἡ γενικὴ συμπαράσταση τῶν κατοίκων στὴν προσπάθεια ἀνέγερσης τῆς Μονῆς Ξενιᾶς δὲν μπορεῖ νὰ καταγραφεῖ στὴ θέση αὐτὴ. Ἑκατοντάδες ἀνώνυμοι ἀφανεῖς ἀφιερωτὲς πρόσφεραν κυρίως ἀπὸ τὸ ὑστέρημά τους καὶ συντελέστηκε ἕνα πραγματικὸ θαῦμα, ἕνα θαῦμα ποὺ μόνο ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτελέσει.

Ἡ ἐνεργὸς καὶ ποικιλότροπη συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ συνεχίστηκε μέχρι τὸ 1920 μὲ ἀποτέλεσμα τὴ χρονιὰ ἐκείνη νά στηθεῖ πανηγυρικὰ μία δεύτερη ἀναμνηστικὴ μαρμάρινη πλάκα:

«Τὴν ἱερὰν ταύτην μονὴν τῆς Θεομήτορος,

μετόχιον ποτὲ οὖσαν τῆς καλουμένης Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς,

ἐρειπωθὲν ἐκ τοῦ χρόνου,

τελείως ἀνεκαίνισε χρήμασιν ἱεροῖς

ὁ κλεινὸς Δημητριάδος Ἀρχιεπίσκοπος Γερμανὸς Μαυρομμάτης ὁ ἐκ Ψαρῶν τῷ χιλιοστῷ ἐνακοσιοστῷ εἰκοστῷ σωτηρίῳ ἔτει (1920)».

 

Ἡ ἐπιγραφὴ αὐτὴ ἐπικυρώνει, ὡστόσο, ἐπίσημα καὶ πανηγυρικὰ κάποια γεγονότα, ποὺ εἶχαν ἤδη ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἀθόρυβα καὶ ἀνεπαίσθητα συντελεσθεῖ, παρὰ τὶς ὑπάρχουσες ἀντιρρήσεις καὶ ἀντιδράσεις: τὸ   «Μετόχι», γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως, ἀναγνωρίζεται ὡς «Μονή».

Ἀπεπαίσθητα ἐπίσης καὶ ἀθόρυβα παρουσιάζεται νὰ λησμονιέται ἕνα ἄλλο ἱστορικὸ γεγονός. Κανένας δὲ φαίνεται νὰ θυμᾶται ὅτι τὸ  Μετόχι «Ἅγιος Νικόλαος» δὲν ἦταν «μετόχιον τῆς καλουμένης Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς» ἀλλὰ ἦταν  «μετόχιον τῆς Παναγίας Κισσιωτίσσης». Θὰ ἔπρεπε, τοὐλάχιστον, νὰ παραλειφθεῖ τὸ προβληματικὸ «καλουμένης»   καὶ νὰ ἀναγραφόταν «μετόχιον ποτὲ οὖσαν τῆς  Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς».

Ἡ ὁλοκλήρωση τῶν ἐργασιῶν ποὺ ὑπολείπονταν νὰ γίνουν ἀκόμη, ὡστόσο, στὸ Μοναστήρι δὲν εἶχε γίνει. Ἀπαιτοῦνταν πολλὰ ἀκόμη νὰ γίνουν. Ἡ θέληση ὅλων γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση ἦταν πλέον δεδομένη καὶ τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ σταθεῖ ἐμπόδιο.

Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1921 ἕως 1933, σὲ μίαν δωδεκαετία, κατεδαφίστηκε ἡ νότια πλευρά, ἡ ὁποία μέχρι τότε ἦταν μονόροφος καὶ περιλάμβανε τὴν Τράπεζα τῆς Μονῆς, τὸ γραφεῖον, τὰ μαγειρεῖα, τὸ  φοῦρνο καὶ τὶς ἀποθῆκες, καὶ ἀνεγέρθηκε σὲ διόροφη. Ἀργότερα χτίστηκε ἡ δυτικὴ πλευρὰ ἐπίσης διόροφη. Στὴ μέση τῆς δυτικῆς αὐτῆς πλευρᾶς δημιουργήθηκε ἡ πύλη τῆς Μονῆς μεγάλη καὶ εὐρύχωρη. Μία βαριὰ σιδερένια θύρα με ποικίλες διακοσμήσεις δικεφάλων ἀετῶν στὴν πύλη αὐτὴ μποροῦσε νὰ ἀσφαλίζει τὴ Μονὴ. Στὴ θύρα ὑπῆρχε μὲ χρυσᾶ γράμματα ἡ ἐπιγραφή:

«ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ».

Μπροστὰ ἀπὸ τὴν πύλη κατασκευάστηκαν προπύλαια με τέσσερες λευκὲς μαρμάρινες κολῶνες ποὺ εἶχαν κορινθιακὰ κιονόκρανα καὶ σταυροὺς. Πάνω ἀπὸ τὰ προπύλαια κατασκευάστηκε ἐξώστης. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου τοῦ ἐξώστη αὐτοῦ κατασκευάστηκαν δύο κόγχες στὶς ὁποῖες ζωγραφίστηκαν ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ὁ Ἅγιος Γερμανὸς, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Πάνω ἀπὸ τή στέγη τῆς θύρας  κατασκευάστηκε ἡμικυκλικὸ ἀέτωμα μέσα στὸ ὁποῖο ζωγραφίστηκε ἡ Παναγία βρεφοκρατοῦσα.

Στὶς δύο γωνίες τῆς δυτικῆς πλευρᾶς κατασκευάστηκαν δύο εὐρύχωροι στρόγγυλοι πύργοι, ψηλότεροι κατὰ 3 – 4 μέτρα ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη οἰκοδομή. Στὶς ἀνακαινιστικὲς αὐτὲς ἐργασίες θεωρήθηκε καλὸ καὶ κατεδαφίστηκε τὸ ὀκτάγωνο καμπαναριὸ τῆς Μονῆς ποὺ εἶχε χτισθεῖ στὰ 1875 ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Γαβριὴλ Ἀδάμ.

Ὅλες οἱ παραπάνω ἐργασίες πραγματοποιοῦνταν μὲ ἀποφάσεις τοῦ ἡγουμενικοῦ συμβουλίου, τὶς ὁποῖες παρουσιάζουμε στὴ  συνάχεια:

 

Στὶς 25 Ἰουνίου 1926 τὸ  ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ξενιᾶς πῆρε ἀπόφαση συνέχισης τῶν ἐργασιῶν:

«Ἀριθμὸς πράξεως 212

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Συγκείμενον ἀπὸ τὸν ἡγούμενον Ἀμβρόσιον Ἀνδρεάδην[8] καὶ τὰ μέλη Βενέδικτον Παπανικολάου καὶ Γαβριὴλ Μιχαλόπουλον, Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 25ην Ἰουνίου τοῦ 1926 ἔτους, ἡμέραν Παρασκευὴν καὶ ὥραν 10ην π. μ. ἵν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου: Περὶ Ψηφίσεως συμπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 20.000 διὰ τὴν κατεδάφισιν ἑτοιμορρόπων κτιρίων, ἐπισκευὴν καὶ στήριξιν  Ἱεροῦ Ναοῦ ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς,

Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν α) τὴν ἀπὸ   6 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἔκθεσιν τοῦ διευθυντοῦ ἀναστυλώσεως ἀρχαίων μνημείων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων κ. Ἀν. Ὀρλάνδου, διαβιβασθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Δ. Υ. ἀπὸ 19 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, δι’ ἧς προτείνει τὴν ἄμεσον κατεδάφισιν τῶν ἑτοιμορρόπων κτιρίων τῆς ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τὴν ἐπισκευὴν καὶ στήριξιν τοῦ νάρθηκος καὶ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ αὐτῆς πρὸς πρόληψιν καταπτώσεως, ὡς ἔχοντος ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, β) τὴν ὑπολογιζομένην ἐν τῇ ἐκθέσει δαπάνην διὰ τὰς ἐν λόγῳ ἐπισκευὰς ἐκ δραχμῶν 20.000  γ) τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Μονῆς ἐ. ἔ. τοῦ Σεβαστοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, δι’ ἧς διέγραψε τὴν διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀναγραφεῖσαν ἐν αὐτῷ δαπάνην, ἐπιφυλαχθὲν νὰ ἐγκρίνῃ ταύτην ἅμα τῇ ὑποβολῇ προϋπολογισμοῦ δαπάνης καὶ δ) τὴν κατὰ τὴν ἔκθεσιν σοβαρὰν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως κατεπειγόντως τοῦ νάρθηκος καὶ  Ἱεροῦ Ναοῦ,

Ἀποφαίνεται

Ψηφίζει ἐκ τοῦ ἀποθέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Μονῆς τρέχοντος ἔτους συμπληρωματικὴν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν εἴκοσι χιλιάδων (20.000) ἵνα αὕτη χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐκθέσει διαλαμβανομένας καταδαφίσεις καὶ ἐπισκευὰς τῆς ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ αἰτεῖται τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν παρὰ τοῦ Σεβαστοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου.

Τὸ

Ἡγουμενοσυμβούλιον Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ Ἡγούμενος

Ἀμβρόσιος Ἀνδρεάδης

Βενέδικτος Παπανικολάου

Γαβριὴλ Μιχαλόπουλος».

 

Ἔτσι συνεχίζονταν οἱ ἐργασίες κυρίως μὲ τὴν ἄμεση καὶ ἐνεργὸ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ λαοῦ. Τὸ  περιεχόμενο μιᾶς ἐπιγραφῆς ποὺ χαράχτηκε σὲ μία ἀναμνηστικὴ πλάκα καὶ διασώθηκε ὡς τὶς ἡμέρες μας εἶναι ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ δείγματα τῆς συνεχοῦς καὶ ἐνεργῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ στὴν προσπάθεια αὐτὴ:

«Δαπάναις τοῦ ἐκ Γαρδικίου Κρεμαστῆς Λαρίσης Κ. Τσαούση

ἐγένοντο τὰ ἀμμοκονιάματα, ἡ πλακόστρωσις

καὶ ὁ ἐξώστης τῆς αἰθούσης ταύτης ἐν ἔτει 1927».

 

Στὶς γενικὲς αὐτὲς ἀνακαινιστικὲς ἐργασίες χρειάστηκε, μερικὲς φορὲς, νὰ γίνουν καὶ ἐπεμβάσεις σὲ παλιότερες κατασκευὲς. Ἔτσι, π.χ., κρίθηκε ἀναγκαῖο νὰ κατεδαφισθεῖ τὸ καμπαναριὸ τῆς Μονῆς.

Κάποιες τέτοιες παρεμβάσεις καταδεικνύονται ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις ποὺ πάρθηκαν μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ.  279/27-9-1928 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου:

 

«Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ Ἡγουμένου αὐτοῦ Βενεδίκτου Παπανικολάου[9] καὶ τῶν συμβούλων Εὐσεβίου Μαντζώρου, ἱερομονάχου, καὶ Γεδεὼν Ἀρβανιτοπούλου, μοναχοῦ,

Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 27 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1928 ἔτους καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν ἐντολὴν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος δι’ ἧς ἐντέλλεται ὅπως διορθωθῇ τὸ ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἄτοπον καὶ ἀνακριβὲς καθ’ ὅ  ὁ τὸ 1914 Ἡγούμενος αὐτῆς Γερμανὸς Παππᾶς[10] ἀνέγραψε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τριῶν μαρμαρίνων πλακῶν … καὶ εὑρὸν ὀρθοτάτας τὰς παρατηρήσεις τοῦ  Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος ….

ἀποφαίνεται ὁμοφώνως

ὅπως ἀντὶ τῶν τριῶν πλακῶν ἀναγραφῇ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ πλακὶ πρὸ τῆς δυτικῆς θύρας τοῦ ναοῦ ἡ ἀκόλουθος ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ δαπέδου

«ἡ δι’ ἐγχρώμων πλακῶν στρῶσις τοῦ ἱεροῦ

ναοῦ καὶ νάρθηκος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

ἐγένετο δαπάνῃ τοῦ Ἡγουμένου Γερμανοῦ Παππᾶ,

Ν. Δ. Λιάμου. Κ. Παπανάτσιου, Μαργαρίτου Χαλκιᾶ

καὶ λοιπῶν εὐσεβῶν, ἔτει 1914».

Τὸ ἀνακαινιστικὸ ἔργο στὴν Κάτω Ξενιὰ ποὺ συντελοῦνταν ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια πλησίαζε  στὴν ὁλοκλήρωσή του. Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 303/14-5-1929 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου ἀποφασίστηκε ἡ συμπλήρωση τῶν ἐργασιῶν ποὺ εἶχαν γίνει:

«Ἀριθμὸς πράξεως  303

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Συγκείμενον ἐκ τοῦ ἡγουμένου Βενεδίκτου Παπανικολάου, ἱερομονάχου καὶ τῶν συμβούλων Εὐσεβίου Μαντζώρου,  ἱερομονάχου καὶ Γεδεὼν Ἀρβανιτάκη, μοναχοῦ,

Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 14ην Μαΐου τοῦ 1929 ἔτους καὶ Ἀκοῦσαν τοῦ ἡγουμένου εἰσηγηθέντος ὅτι, περατωθείσης τῆς ἀνακαινίσεως τῆς Μονῆς διὰ τῆς κατασκευῆς νεοδμήτων κτιρίων τῆς Βορείου, Ἀνατολικῆς καὶ τμήματος τῆς Νοτίου πλευρᾶς αὐτῆς ἀπέμεινε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ἔργου ἀνακαινίσεως τὸ ὑπόλοιπον τμῆμα τῆς συνεχομένης μὲ τὰ νεόδμητα τῆς Νοτίου πλευρᾶς, ἡ ὁποία κατέστη ἑτοιμόρροπος καὶ ἐπικίνδυνος κατὰ τὴν πιστοποίησιν τοῦ ἐξετάσοντος ταύτην μηχανικοῦ, μέρος δὲ αὐτῆς καὶ τοῦ ἐξώστου κατέρρευσεν ἤδη κατὰ τὸν χειμῶνα ἐκ τῶν χιόνων.

Ἡ ἀνοικοδόμησις καὶ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ τμήματος τῆς πλευρᾶς ταύτης εἶναι ἀναγκαιοτάτη τὸ μὲν διότι ἐν αὐτῇ θὰ ἐγκατασταθοῦν τὰ ἑστιατόρια, μαγειρεῖα, ἀρτοποιεῖα καὶ ἀποθῆκαι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ὅλης ὑπηρεσίας τῆς Μονῆς, ἄνευ δ’ αὐτῶν καθίστανται ἄχρηστα τὰ ἤδη ἀνεγερθέντα κτίρια ἐὰν ποτὲ ἀποφασισθῇ ἠ ἐν αὐτοῖς ἐγκατάστασις καὶ λειτουργία οἱασδήποτε Σχολῆς Ἱερατικῆς ἤ Ἐπαγγελματικῆς, τὸ δὲ διότι ἡ πεπαλαιωμένη καὶ ἑτοιμόρροπος αὕτη πλευρὰ παρουσιάζει τῷ  ἐπισκεπτομένῳ τὴν Μονὴν ὄψιν κηλίδος καὶ ἀνορθογραφίας ἀπέναντι τῶν μεγαλοπρεπῶν νεοδμήτων κτιρίων αὐτῆς, ὅτι ἡ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τρέχοντος ἔτους πίστωσις δι’ ἀνέγερσιν αὐτῆς διεγράφη ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ἐπιφυλαχθέντος νὰ ἐγκρίνῃ ταύτην ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ καὶ ὅτι ἐπειδὴ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέρα κατεδάφισις καὶ ἀνέγερσις αὐτῆς ὄχι μόνον διὰ τὰ ὡς ἄνω ἐκτιθέμενα ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους  ἀσφαλείας τῆς Μονῆς, προτείνει ὅπως ψηφισθῇ συμπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 100.000 διὰ τὸ Α΄ τμῆμα τῆς ἐργασίας ἤτοι διὰ τοιχοποιΐαν καὶ κατασκευὴν του Α΄ πατώματος αὐτῆς διὰ μπετὸν ἀρμὲ, ἐπὶ προϋπολογισμῷ δαπάνης νομίμως ἐγκεκριμένῳ καὶ διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας συμφώνως τῷ ἐκτελεστικῷ διατάγματι τοῦ ΓΥΙΔ΄ Νόμου.

Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ ἡγουμένου καὶ ἀναγνωρίζον τὸ ἀπαραίτητον καὶ ἐπεῖγον τῆς ἀνεγέρσεως τῆς πλευρᾶς ταύτης

Ἀποφαίνεται

Ψηφἰζει ἐκ τοῦ ἀποθέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Μονῆς τρέχοντος ἔτους συμπληρωματικὴν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν χιλιάδων (100.000) διὰ τὸ Α΄ τμῆμα τῆς ἐργασίας ἀνεγέρσεως τῆς νοτίας πλευρᾶς τῆς Μονῆς ἤτοι διὰ τοιχοποιΐαν καὶ κατασκευὴν του Α΄ πατώματος αὐτῆς διὰ μπετὸν ἀρμὲ, ἐπὶ προϋπολογισμῷ δαπάνης καὶ διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας συμφώνως τῷ ἐκτελεστικῷ διατάγματι τοῦ ΓΥΙΔ΄ Νόμου καὶ αἰτεῖται τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς παρὰ τοῦ Σεβαστοῦ  Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ ἡγούμενος

Βενέδικτος Παπανικολάου

Εὐσέβιος Μαντζῶρος

Γεδεὼν Ἀρβανιτάκης».

 

Τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 304 πράξη ἀποφασίστηκε ἡ πραγματοποίηση καὶ ἄλλων ἐργασιῶν:

«Ἀριθμὸς πράξεως  304

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Συγκείμενον ἐκ τοῦ ἡγουμένου Βενεδίκτου Παπανικολάου, ἱερομονάχου καὶ τῶν συμβούλων Εὐσεβίου Μαντζώρου,  ἱερομονάχου καὶ Γεδεὼν Ἀρβανιτάκη, μοναχοῦ,

Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 14ην Μαΐου τοῦ 1929 ἔτους καὶ

Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Νότιος πλευρὰ τῆς Μονῆς, ἧς τμῆμα τῆς στέγης καὶ ἐξώστου κατέρρευσαν ἤδη κατὰ τὸν χειμῶνα ἐκ τῶν πολλῶν χιόνων, κατέστη ἑτοιμόρροπος, ὡς τοῦτο ἐπιστοποίησεν ὁ κληθεὶς καὶ ἐξετάσας αὐτὴν μηχανικὸς, ὁ ὁποῖος συνέστησε τὴν ταχεῖαν κατεδάφισίν της  ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς πρόληψιν παντὸς ἐκ τῆς ἐνδεχομένης καταρρεύσεως κινδύνου ἀφ’ ἑτἐρου δὲ πρὸς περισυλλογὴν τῶν δυναμένων νὰ χρησιμοποιηθῶσιν παλαιῶν ὑλικῶν αὐτῆς, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη διὰ τὴν κατεδάφισιν αὐτῆς ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 8.000, εἶναι δὲ ἀναπόφευκτος καὶ ἐπείγουσα, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Μονῆς τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν ἐνεκρίθη ἡ ἀναγραφεῖσα σχετικὴ πίστωσις διαγραφεῖσα δι’ εὐθετότερον χρόνον,

Ἀποφαίνεται

Ψηφίζει ἐκ τοῦ ἀποθέματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Μονῆς τρέχοντος ἔτους συμπληρωματικὴν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 8.000 ἵνα αὕτη χρησιμεύσῃ δι’ ἡμερομίσθια κατεδαφίσεως τῆς ἑτοιμορρόπου νοτίας πλευρᾶς τῆς Μονῆς πρὸς ἀποσόβησιν παντὸς ἐκ τῆς ἐνδεχομένης καταρρεύσεως κινδύνου καὶ περισυλλογὴν τῶν ὑλικῶν καὶ αἰτεῖται τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς παρὰ τοῦ Σεβαστοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ ἡγούμενος

Βενέδικτος Παπανικολάου

Εὐσέβιος Μαντζῶρος

Γεδεὼν Ἀρβανιτάκης».

Τέλος στὶς 12 Μαρτίου 1930 τοποθετήθηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος  Γερμανὸ ὁ θεμέλιος λίθος τῆς τετάρτης κατὰ σειράν, δυτικῆς πλευρᾶς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ὑπογράφηκε τὸ «Πρακτικὸν θεμελιώσεως δυτικῆς πλευρᾶς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς»:

 

«Ἀριθμὸς πράξεως  330

Πρακτικὸν θεμελιώσεως δυτικῆς πλευρᾶς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν 12ην Μαρτίου τοῦ 1930 ἔτους, ἡμέραν Τετάρτην καὶ ὥραν 10ην π. μ., παρουσίᾳ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς, τοῦ ἐργολάβου Νικολάου Μάγγου καὶ τῶν παρευρισκομένων ἐν τῇ Μονῇ ξένων καὶ λοιποῦ προσωπικοῦ, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Γερμανός ἔθεσε τὸν θεμέλιον λίθον ἀνεγέρσεως τῆς τετάρτης κατὰ σειρὰν δυτικῆς πλευρᾶς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, δι’ ἧς περατοῦται ἤδη ἡ ἐκ βάθρων ἀνοικοδόμησις ὁλοκλήρου τοῦ τετραγώνου κτιρίου αὐτῆς, ὀφειλουμένης εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ πρόνοιαν τοῦ Σεβασμιωτάτου μας Μητροπολίτου Δημητριάδος, ὁ ὁποῖος διὰ κόπων, μόχθων, ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς συνδρομῆς του κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐκ βάθρων ἀνοικοδόμησιν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς, δι’ ἥν δικαίως ἀνεκηρύχθη, ὑπὸ τῆς ἀδελφότητος, ὡς μέγας εὐεργέτης αὐτῆς.

Ἡ ἀδελφότης τῆς Μονῆς ἐκτίουσα φόρον εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Αὐτοῦ Σεβασμιότητα εὔχεται ὁλοψύχως ὅπως ὁ Ὕψιστος καὶ ἡ Παναγία Ξενιὰ διαφυλάττωσι Αὐτὴν πάντοτε, δώσωσι δὲ δύναμιν καὶ μακροζωΐαν  ἵνα ἀπολαύσῃ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν Αὐτῆς ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἀδελφότητος.

Ὁ θεμελιώσας Μητροπολίτης

+ Ὁ Δημητριάδος Γερμανός

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον Μονῆς Ξενιᾶς,

ὁ ἡγούμενος  Βενέδικτος Παπανικολάου

Ἡ ἀδελφότης τῆς Μονῆς

Γαβριὴλ Μιχαλόπουλος, Εὐσέβιος Μαντζῶρος,  Κύριλλος Χαραλάμπους, Γεδεὼν      Ἀρβανιτάκης,     Ἰωαννίκιος  Βλαχόπουλος, Νίκανδρος Καπλάνης, Γαβριὴλ  Κοκωτσάκης, ἀρχιμανδρίτης

ὁ Γραμματεὺς

Ἀ. Κορμάζος».

 

Ἔτσι ὁλοκληρώθηκε ἕνα τεράστιο καὶ περίλαμπρο ἔργο σὲ ἀνάμνηση τοῦ ὁποίου τοποθετήθηκε μία μαρμάρινη στὴλη μὲ τὴν ἀναμνηστικὴ ἐπιγραφή:

 

«Τῌ ΠΑΝΑΓΙᾼ ΞΕΝΙᾼ.

ΔΕΞΑΙ ΘΕΟΚΥΗΤΟΡ ΗΔΗ ΠΕΡΑΤΩΘΕΙΣΑΝ ΣΗΝ ΜΟΝΗΝ

ΠΡΟΝΟΙᾼ ΕΜΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ

ΗΝ ΦΥΛΑΤΤΕ ΑΠΗΜΑΝΤΟΝ ΕΣΑΕΙ

ΑϡΛ (1930)».

 

Στὴ νότια πτέρυγα τοῦ τετράγωνου κτιρίου ποὺ περιέβαλλε τὸν κεντρικὸ τῆς Μονῆς, ἕνας χῶρος διαμορφώθηκε σὲ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ. Ἐκεῖ κατὰ τὸ 1934 ὁ βολιώτης ζωγράφος  Κ. Γκέσκος ζωγράφισε τὸν Μητροπολίτη Γερμανὸ μὲ μία ἀκολουθία καλογέρων γύρω του νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του σὲ μικρογραφία τὸ μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ νὰ τὸ προσφέρει στὴν Παναγία.

 

δ. Τὸ Πάνω Μοναστήρι

Παρ’ ὅλο ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τὸ γενικὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸ σύνολο τῶν δραστηριοτήτων εἶχε ἐπικεντρωθεῖ στὸ «Κάτω Μοναστήρι» ποτὲ δὲν ἔπαψε στὴν καρδιὰ καὶ στὸ νοῦ ἀρκετῶν μοναχῶν καὶ λαϊκῶν νὰ εἶναι ριζωμένο τὸ «Πάνω Μοναστήρι», ἡ «Πάνω» «Παναγία Ξενιά», ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα». Ἡ ἁπλότητα τῶν ἐκεῖ κατασκευῶν, ἡ ταπεινότητα τῶν μικρῶν, πραγματικά, καλογερίστικων κελιῶν, ἡ ἠρεμία τοῦ περιβάλλοντος χώρου, ἡ γαληνεμένη τριγύρω ἀτμόσφαιρα, οἱ ἐπιβλητικὲς φυσιογνωμίες τῶν ἁγίων τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας τοῦ μικροῦ ναοῦ μὲ τὶς ὁποῖες τόσες καὶ τόσες φορὲς εἶχαν κοιταχτεῖ στὰ μάτια καὶ εἶχαν μυστικὰ συνομιλήσει, πλημμύριζαν ἀπὸ νοσταλγικὲς ἀναμνήσεις τὶς καρδιὲς ἀρκετῶν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ συμβιβαστοῦν μὲ τὴν ἐγκατάλειψη ἑνὸς τόσο στενὰ δεμένου μὲ τὴν οὐσιαστικὴ ὕπαρξή τους παρελθόντος. Ὅση μεγαλοπρέπεια κι ἄν ἀντίκρυζαν νὰ ὑψώνεται μπροστὰ τους στὸ «Κάτω Μοναστήρι» καὶ μ’ ὅσο ζῆλο κι ἄν συμμετεῖχαν στὸ χτίσιμο αὐτοῦ τοῦ «Ἀρχοντικοῦ» ἡ καρδιὰ μερικῶν δὲν ἔλεγε νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ τὸ πρῶτο ταπεινό χαμηλὸ «σπιτάκι» τῶν παππούδων τους.

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Κ. Δ. Εὐαγγελόπουλου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ τὸν Μητροπολίτην Δημητριάδος, στὶς 21 Μαρτίου 1902, τὴν ὁποία παρουσιάζουμε ὁλόκληρη σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας καὶ μὲ τὴν ὁποία ζητοῦνταν νὰ συστηθεῖ «εἰς τὰς ἁρμοδίους  ἐκκλησιαστικὰς ἀρχὰς ἵνα κατὰ τὸ ἐπιβάλλον αὐταῖς διενεργήσωσι καὶ μεταφερθῇ ἐκ τῆς Κάτω εἰς τὴν Ἄνω ἡ ἕδρα καὶ ἡ διοίκησις τῆς Μονῆς ταύτης καθ’ ἅ καὶ τὰ παλαιγενῆ ἐκκλησιαστικὰ ἔγγραφα καὶ πατριαρχικὰ σιγίλια διακελεύουσιν» εἶναι ἕνα δεῖγμα τῶν παραπάνω αἰσθημάτων.

Ἡ δραματικὴ ἔκκληση τῶν μελῶν τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, στὶς 12 Ἰουνίου 1902,  «Πρὸς  Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως» γιὰ τὴ διάσωση τῶν πολύτιμων χειρογράφων ποὺ εἶχαν ἐγκαταλειφθεῖ καὶ καταστρέφονταν, τὴν ὁποία ἐπίσης  παρουσιάζουμε ὁλόκληρη σὲ ἄλλες σελίδες καὶ μὲ τὴν ὁποία συνιστοῦσαν «νὰ διαταχθῇ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ὅπως μετὰ ζήλου διαφυλάττῃ τὰ χειρόγραφα νὰ μὴ παρέχῃ ταῦτα τοῖς πᾶσι πρὸς ἐξέτασιν», εἶναι ἐπίσης ἕνα δεῖγμα αὐτῶν τῶν φροντίδων μερικῶν.

Ἡ ἐγκατάλειψη τῆς «Ἄνω Μονῆς» προκαλοῦσε τὴν ἀγανάκτηση κάποιων ποὺ ὁδηγήθηκαν στὴν ἀνάγκη νὰ τὴν καταγγείλουν στὶς ἀστυνομικὲς ἀρχὲς καὶ αὐτὲς μὲ τὴ σειρά τους νὰ ἀπευθυνθοῦν στὸν Νομάρχη Μαγνησίας.

Τὸ σχετικὸ ἔγγραφο τοῦ Νομάρχη πρὸς τὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος μᾶς φανερώνει τὴ θλιβερὴ κατάσταση στὴν ὁποία εἶχε ὁδηγηθεῖ ἡ ἄλλοτε ἀκμάζουσα «Ἄνω Μονή»:

«Ἀριθ. πρωτ. 5684

Ἐν Βόλῳ τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1903

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Νομάρχης Μαγνησίας

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι καθ’ ἅ ἀναφέρει ἡμῖν ὁ Ἀστυνόμος Ἁλμυροῦ, οἱ χωρικοὶ τῶν χωρίων Κοκκωτῶν καὶ Βρυναίνης ἔχουσι καταλάβει τὰ κτήματα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ καλλιεργοῦσι ταῦτα ἀδείᾳ τοῦ Ἡγουμένου, τινὲς δὲ τούτων εἶναι συγγενεῖς αὐτοῦ οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεταβάλλει τὸν Ναὸν εἰς σταῦλον ἔνθα σταυλίζουσι τὰ ζῶα των.

Ὅθεν, Σᾶς παρακαλοῦμεν, Σεβασμιώτατε, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσητε τὰ εἰκότα ἐπὶ τῇ ἀσεβεῖ ταύτῃ πράξει τοῦ Ἡγουμένου καὶ μοὶ ἀνακοινώσητε τὰς ἐνεργείας ὑμῶν.

Ὁ Νομάρχης

(Τ.Σ.Υ.)»

Θὰ κάνουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ μία πολὺ συνοπτικὴ γενικὴ ἀναφορὰ στὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ «Πάνω Μοναστήρι» κατὰ τὴν παραπάνω χρονικὴ περίοδο, ἀπὸ τὸ ἔτος, δηλαδή, τῆς «ἐπίσημης» ἐγκατάλειψής του ὡς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ, 1867, μέχρι τὸ ἔτος 1959, κατὰ τὸ ὁποῖο, μὲ τὴν  μετατροπὴ τῆς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀπὸ ἀνδρώα σὲ γυναικεία, γιὰ τὸ Μοναστήρι αὐτὸ ἀρχίζει μία νέα περίοδος.

Φεύγοντας στὰ 1867 οἱ μοναχοὶ ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὸ «Κάτω Μοναστήρι» ἄφησαν ἐκεῖ ὡς φύλακα ἕναν ἡλικιωμένο μοναχὸ, τὸν Παντελεήμονα, ὁ ὁποῖος ἔζησε ἐκεῖ ὡς τὸ θάνατό του, τὸ 1888.

Ἀπὸ τὸ 1888 ὡς τὸ 1893 τὸ «Πάνω Μοναστήρι» παρέμεινε ἐντελῶς κλειστὸ καὶ ἐρημωνόταν.

Τὸ 1893 στάλθηκε ὡς φύλακας καὶ ζοῦσε ἐκεῖ μόνος του ὁ μοναχὸς Ἱερόθεος. Στὰ χρόνια ποὺ ὑπηρετοῦσε ἐκεῖ ὁ Ἱερόθεος  ἐπισκέφθηκε τὸ «Πάνω Μοναστήρι» τρεῖς ἤ τέσσερις  τοὐλάχιστον φορὲς ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, μεταξὺ 1895 καὶ 1901, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, προσπαθῶντας νὰ περισώσει ὅπως μποροῦσε κάποια ἀπὸ τὰ πολύτιμα χειρόγραφα καὶ ταὸν ἄλλο κειμηλιακὸ πλοῦτο ποὺ εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ ἐκεῖ καὶ καταστρεφόταν.

Ἡ ἴδια κατάσταση ἐρήμωσης καὶ ἐγκατάλειψης μὲ κάποιες ἀπελπισμένες καὶ ἀναποτελεσματικὲς παρεμβάσεις ἰδιωτῶν γιὰ σταμάτημα τῆς συνεχοῦς καταστροφῆς συνεχίστηκε μέχρι τὸ 1926.

Στὰ 1926 ἦρθε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ «Πάνω Μοναστήρι» ὁ Ἁλμυριώτης μοναχὸς Εὐσέβιος Μαντζῶρος. Ὁ φλογερὸς αὐτὸς Ἁλμυριώτης «Παπαφλέσσας» ἐγκαταβίωνε ἀπὸ χρόνια πρὶν στὴ Μονὴ Ἀντινίτσας. Ἐκεῖ πληροφοροῦνταν συνεχῶς γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη καὶ τὴν ἐρήμωση τῆς ἀγαπημένης του Πάνω Μονῆς Ξενιᾶς τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας καὶ συντριβόταν ἡ καρδιά του. Ἔτσι στὰ 1926 ζήτησε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Μονὴ Ἀντινίτσας καὶ νὰ ἔλθει στὴ Μονῆ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἀμέσως τὴν ἄφιξή του ζήτησε νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Ἄνω Μονὴ καὶ τὸ αἴτημά του ἱκανοποιήθηκε.

Ὁ Εὐσέβιος Μαντζῶρος δραστηριοποιήθηκε ἔντονα στὰ χρόνια τῆς παραμονῆς του ἐκεῖ καὶ μετέτρεψε τὸ «Πάνω Μοναστήρι» σὲ κέντρο προσκυνήματος καὶ λατρείας τοῦ Θεοῦ τῶν νοσταλγῶν τῆς ἥσυχης μοναστικῆς ζωῆς μακριὰ ἀπὸ τὴν πολυθόρυβη καὶ ζωηρή κίνηση τοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ».

Στὰ χρόνια ποὺ ἔζησε σ’ αὐτὸ πραγματοποιήθηκαν σημαντικὲς ἐργασίες συντήρησης καὶ ἀνακαίνισης. Τὸ «Πάνω Μοναστήρι», στὸ ὁποῖο στὸ μεταξύ, ἐμπνευσμένες ἀπὸ  τὸ ὅραμά του, εἶχαν ἐγκατασταθεῖ καὶ τρεῖς ἐξαδέλφες του μοναχὲς ποὺ τὸν βοηθοῦσαν, ἔγινε καὶ πάλι καταφύγιο ψυχῶν ποὺ ἀναζητοῦσαν τὴν πραγματικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεῖο.

Ὅταν στὰ 1941 στὴ χώρα μας καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἔπεσε βαριὰ καὶ καταθλιπτικὴ ἡ σκιὰ καὶ ὁ φόβος τοῦ κατακτητῆ, τὸ «Πάνω Μοναστήρι» μὲ ἐμπνευσμένο καθοδηγητὴ τὸν φλογερὸ μοναχὸ Εὐσέβιο Μαντζῶρο, ἀνέλαβε καὶ πάλι τὸν ρόλο ποὺ εἶχε παίξει καὶ σὲ παλιότερες  ἄλλες τέτοιες περιστάσεις. Μετατράπηκε σὲ κέντρο ἀντίστασης. Οἱ λεπτομέρειες τῆς καινούργιας αὐτῆς φάσης τῆς ἱστορίας του καταγράφονται σὲ ἄλλες σελίδες τούτης τῆς ἐργασίας. Ὁ μοναχὸς Εὐσέβιος Μαντζῶρος ἔγινε ἀγωνιστὴς καὶ μάρτυρας.

Στὰ 1943, ἔπειτα ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια καὶ ἀπάνθρωπες συνθῆκες φυλάκισης στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ἰταλία, γύρισε καὶ πάλι στὸ ἀγαπημένο του  Μοναστήρι. Δὲν εἶχε πλέον τὸ φλογερὸ κορμί ποὺ εἶχε κάποτε. Ἐξακολουθοῦσε ὅμως νὰ ἔχει τὴν ἴδια καὶ περισσότερο φλογερὴ ψυχὴ μέχρι καὶ τὸ 1959 ποὺ «ἐκοιμήθη» ἥσυχος «ἐν Κυρίῳ». Καὶ ἦταν τὸ ἔτος 1959 ἀκριβῶς τὸ ἔτος ποὺ γιὰ τὸ ἀγαπημένο του Μοναστήρι ἄρχιζε ἡ νέα περίοδος τῆς ζωῆς του. Ἦταν ἡ δικαίωσή του ποὺ ἦρθε μαζὶ μὲ τὸν «τῆς δικαιοσύνης στέφανο» ποὺ ἀπονέμεται σὲ ὅσους στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους μποροῦν νὰ ποῦν «τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα».

 

 

 

  1. Μετατροπή τῆς Μονῆς Ξενιᾶς σὲ γυναικεία

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν μέχρι τὸ 1959 πάντοτε ἀνδρικὴ Μονή. Ἕνας πολὺ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὸς σταθμὸς  στὴν ἱστορία του, καθοριστικός σημαντικῶν ἀλλαγῶν καὶ ἀρχὴ μιᾶς νέας πορείας, ἦταν ἡ μετατροπή της ἀπὸ ἀνδρικὴ σὲ γυναικεία.

Ἡ μετατροπὴ αὐτὴ ἔγινε μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 26914 τῆς 18 Μαΐου 1959 ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. Ἡ σχετικὴ ἀπόφαση  δημοσιεύθηκε στὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δέκα μέρες ἀργότερα, στὶς 28 Μαΐου 1959.[11]

Στὸ κείμενο τῆς σχετικῆς ὑπουργικῆς  ἀπόφασης παρατηρεῖται ἡ  κάποια, πάντοτε ἐνυπάρχουσα καὶ ὑποβόσκουσα, σύγχυση καὶ ἀβεβαιότητα ὡς πρὸς τὴν πραγματικὴ καὶ ἀκριβῆ ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ ἀρχικὴ καὶ πραγματικὴ ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ, «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», συγχέεται καὶ συνδυάζεται μὲ τὴν προσθήκη σ’ αὐτὴν τῆς προσωνυμίας τῆς εἰκόνας τῆς «βρεφοκρατούσας» «Παναγίας Ξενιᾶς».

Ἔτσι, στὴν ὑπουργικὴ αὐτὴ ἀπόφαση, μὲ τὴν ὁποία τὸ μοναστήρι ἀπὸ ἀνδρικὸ μετατρέπεται σὲ γυναικεῖο, δὲν ὀνομάζεται «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ὅπως ἦταν ἡ ἀρχικὴ καὶ ἡ μόνη ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὅπως αὐτὴ καθοριζόταν ἀπὸ τὴν ἐφέστια εἰκόνα του, τὴν εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου». Δὲν ὀνομάζεται  οὔτε «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ὅπως ἦταν ἡ ὀνομασία ἡ ὁποία εἶχε ἀρχίσει νὰ προσδίδεται στὸ Μοναστήρι καὶ νὰ χρησιμοποιεῖται ἤ νὰ συνχρησιμοποιεῖται παράλληλα καὶ διαζευκτικὰ μὲ τὴν πρώτη, μὲ τὴν ὁποία ἦταν ἐπίσης γνωστὸ τὸ Μοναστήρι, ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς».

Χρησιμοποιεῖται ἕνας «ἐκ τῶν πραγμάτων» «ἀνεπίτρεπτος» καὶ ἀδικαιολόγητος συνδυασμὸς τῶν δύο αὐτῶν ὀνομασιῶν. Ἕνας συνδυασμὸς ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει σύγχυση μεταξὺ τῶν δύο διαφορετικῶν «ἱερῶν εἰκόνων», τῆς εἰκόνας τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» καὶ τῆς εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς», καὶ τὸ Μοναστήρι ὀνομάζεται «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς».

Αὐτὴ ὅμως εἶναι μία ἀσαφὴς καὶ λανθασμένη ὀνομασία. Στὴν ὀνομασία αὐτὴ ὑποδηλώνεται ἡ ὕπαρξη δύο ἱερῶν εἰκόνων ἐντελῶς διαφορετικῶν μεταξύ τους καὶ μὲ πολὺ διαφορετικὴ  ἱστορία καὶ διαφορετικὲς ἱερὲς παραδόσεις ἡ κάθε μία. Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» καὶ ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς». Ἡ  εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ἡ ἐφέστια εἰκόνα τῆς «Μονῆς Παναγίας Κισσιωτίσσης», δὲν ὀνομάστηκε ποτὲ «Ξενιά» ἤ «Παναγία Ξενιά» καὶ δὲν ταυτίζεται μὲ κανένα τρόπο μ’ αὐτή. Ἡ  εἰκόνα δὲ τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι μία εἰκόνα «βρεφοκρατούσας Παναγίας» καὶ δὲν εἶναι εἰκόνα «Κοιμήσεως Θεοτόκου», οὔτε ἔχει κάποια σχέση μ’ αὐτή.

Τὸ συγκεκριμένο Μοναστήρι δὲν εἶχε ποτὲ τὴν ὀνομασία ποὺ τοῦ προσδίδει ἡ ὑπουργικὴ ἀπόφαση. Ὀνομαζόταν «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» καὶ εἶχε καὶ τὴν παράλληλη προσωνυμία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιωτίσσης». Ἀργότερα, μετὰ τὴν ἄφιξη σ’ αὐτὸ τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, προσδόθηκε σ’ αὐτὸ καὶ συνχρησιμοποιοῦνταν καὶ ἡ ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἀπὸ τὴν θαυματουργὸ  εἰκόνα τῆς βρεφοκρατούσας «Παναγίας Ξενιᾶς». Οὐδέποτε ὅμως εἶχε τὴν ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς».

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τῆς ὑπουργικῆς ἀπόφασης:

«Φ.Ε.Κ.  182, τεῦχος Β΄, 28 Μαΐου 1959:

Ἀριθ. 26914

Περὶ ἱδρύσεως κλπ. Ἱερῶν Μονῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Δημητριάδος καὶ Διδυμοτείχου

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Νόμου 671/1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», τὰς ὑπ’ ἀριθ. 438/269, 219/103/1959 καὶ 2885/1219/58 προτάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 26/30.3.1959 γνωμοδότησιν τοῦ παρ’ ἡμῖν Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀποφασίζομεν:

Α) Μετατρέπομεν τὴν ἀνδρώαν «Ἱερὰν Μονὴν Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ εἰς γυναικείαν τοιαύτην τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ο.Δ.Ε.Π.

Β) …..

Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Μαΐου 1959

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΓΕΩΡΓ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ».

 

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ καταθέσουμε μία παρατήρηση ποὺ δημιουργεῖ προβληματισμοὺς ὡς πρὸς τὴν ἐγκυρότητα καὶ τὴν ἐφαρμογὴ στὴν πράξη τῆς παραπάνω ὑπουργικῆς ἀπόφασης. Ἀπὸ τὸ περιεχόμενό της γίνεται φανερό ὅτι «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς» ἀπὸ τὶς 28 Μαΐου 1959 ἔπαυσε πλέον νὰ ὑπάρχει ὡς ἀνδρικὸ καὶ λειτουργοῦσε ὡς  γυναικεῖο.

Ὡστόσο, δύο χρόνια ἀργότερα, τὸ 1961, παρουσιάζεται ἐπίσημο κείμενο μὲ τὸ ὁποῖο ἡ παραπάνω μετατροπὴ τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτηση ἤ φαίνεται ὡς ἄκυρη.

Στὶς 7 Ἰουνίου 1961 συντάχθηκε ἀπὸ τὸν συμβολαιογράφο Βόλου Δημήτριο Ἰωάννου Παπαδόπουλο, ἡ ὑπ’ ἀριθ.  11748   συμβολαιογραφικὴ πράξη μεταξὺ τοῦ «Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος Δαμασκηνοῦ Δημητρίου Χατζοπούλου, κατοίκου, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός του, Βόλου» καὶ τοῦ «Πανασιολογιωτάτου Εὐσεβίου Ἰωάννου Παπανάτσιου, ἡγουμένου τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», μὲ τίτλο «Ἱδρυτικὴ πρᾶξις καὶ Ὀργανισμὸς Ἱδρύματος».

Παραλείποντας, στὸ σημεῖο αὐτό, ἀδιάφορες ἄλλες πληροφορίες, καταγράφουμε τὸ ἀπόσπασμα ποὺ δημιουργεῖ τοὺς προβληματισμούς μας.

Στὸ συμβόλαιο λοιπὸν αὐτό, πέραν ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ συντάσσεται τὸ ἔτος 1961, κατὰ τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ ὅσα ἀναφέρθηκαν, ἡ ἀνδρώα Μονὴ Ξενιᾶς εἶχε παύσει νὰ ὑπάρχει ἀφοῦ ἀπὸ τὸ 1959 εἶχε ἤδη μετατραπεῖ σὲ γυναικεία, παρουσιάζεται ὡς ἡγούμενος ὁ ἡγούμενος τῆς ἀνδρώας Μονῆς Ξενιᾶς ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος.

Στὴ συμβολαιογραφικὴ πράξη ἀναγράφεται ὅτι «Τὸ Ἵδρυμα διοικεῖται  ἐκ τῶν … β) τοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἤ τῆς Ἡγουμένης ἐν περιπτώσει μετατροπῆς τῆς Μονῆς ταύτης εἰς Γυναικείαν Μονήν». Παρουσιάζεται, δηλαδή, ὡς νὰ μὴν ὑπάρχει ἡ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς».

Τὸ νὰ ἀναγράφεται σὲ ἐπίσημο κρατικὸ ἔγγραφο, ὅπως εἶναι μία συμβολαιογραφικὴ πράξη, «ἐν περιπτώσει μετατροπῆς τῆς Μονῆς ταύτης εἰς Γυναικείαν Μονήν», ἐνῶ ἡ μετατροπὴ αὐτὴ εἶχε ἤδη πραγματοποιηθεῖ μὲ ὑπουργικὴ ἀπόφαση ποὺ εἶχε δημοσιεθεῖ στὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δύο χρόνια πρίν, εἶναι, ὁπωσδήποτε, τοὐλάχιστον, ἀνακόλουθο μὲ τὴν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων δηλούμενη πραγματικότητα.

Γίνεται φανερὸ ὅτι στὴν πραγματικότητα ἡ «Ἀνδρώα «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» δὲν εἶχε μετατραπεῖ ἀκόμη σὲ γυναικεία.

Ἡ παραπάνω μετατροπή, ὡστόσο, ὅπως καὶ ἄν αὐτὴ ἑρμηνευθεῖ, ἀποτέλεσε ἕναν πολὺ σημαντικὸ καὶ καίριο σταθμὸ στὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Παναγίας Ξενιᾶς». Μία ἀνδρώα μονή μὲ ὑπερχιλιόχρονη ἱστορία μετατράπηκε σὲ γυναικεία.

Αὐτὴ ἡ μετατροπή, ὡστόσο, ἦταν ἡ πρώτη ἀρχὴ μιᾶς σειρᾶς γεγονότων καὶ ἀλληλοαναιρούμεων ἀποφάσεων ποὺ ὁδήγησαν στὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἕνα καὶ μόνο ἀρχικὸ μοναστήρι νὰ χωριστεῖ σὲ δύο ἐντελῶς ἰδιαίτερα καὶ ξεχωριστὰ μοναστήρια τὰ ὁποῖα  ὅμως εἶχαν τὴν ἴδια ὀνομασία,  «Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὸ κύριο γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι τὸ  ἀμφισβητούμενου καὶ ἀμφιλεγόμενου κύρους γεγονὸς τῆς μετατροπῆς, κατὰ τὸ 1959,  τῆς «Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς» ἀπὸ «ἀνδρώα» σὲ «γυναικεία» εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ σηματοδότησε τὴν ἀρχὴ τοῦ ὁριστικοῦ διαχωρισμοῦ τῶν δύο ἑνωμένων καὶ ἀδελφικὰ συμπορευόμενων καὶ συνταυτιζόμενων, ἐπὶ ἑφτακόσια τοὐλάχιστον χρόνια, ἱστοριῶν: τῆς «Ἱστορίας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» καὶ τῆς «Ἱστορίας τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Οἰ δύο αὐτὲς «Ἱστορίες», ὅπως εἴδαμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας αὐτῆς, εἶχαν ἕνα δικό της, ἰδιαίτερο καὶ ξεχωριστὸ ἡ κάθε μία παρελθόν, μέχρι περίπου τὸ 1300. Τότε, περίπου, ἡ «Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», ἔχοντας μία ἰδιαίτερη δική της ἱστορία, ἔφθασε στὴν «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», ποὺ ἐπίσης εἶχε τὴ δική της ἱστορία. Ἔτσι  ἄρχισε ἡ κοινὴ τους πλέον «Ἱστορία», ἡ οποία διάρκεσε μέχρι περίπου τὴ δεκαετία τοῦ 1960, ὁπότε, μὲ πρώτη ἀρχὴ τὴν παραπάνω μετατροπή, διαχωρίστηκαν καὶ πάλι, ἀκολουθῶντας ἡ κάθε μία τὴ δική της καὶ πάλι «Ἱστορία», τὴ δική της πορεία.

[1] Ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα.

[2] Ὁ Ἄνθιμος Ἀποστόλου ὑπηρέτησε ὡς ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπὸ τὸ 1895 μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1901.

[3] Ὁ ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Μιχόπουλος ὑπηρέτησε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1901 μέχρι τὸ 1905.

[4] Ὁ Γαλακτίων Εὐσταθίου ὑπηρέτησε ὡς  ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὸ 1890 μέχρι τὸ 1895.

[5] Ὁ Ἄνθιμος Ἀποστόλου ὑπηρέτησε ὡς  ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὸ 1895 μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1901.

[6] Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς εἶχαν καὶ ὁ καθένας τους ἰδιαίτερη ἀτομικὴ περιουσία, πρόβατα, ἀγελάδες, γουρούνια, μελίσια, ἀμπέλια κ.τ.λ. καὶ ἰδιόκτητα κελιὰ καὶ ἀποθῆκες καὶ εἶχαν τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ κάνουν τὶς ἐργασίες αὐτές.

[7] Ὁ Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου ὑπηρέτησε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὸ 1905 μέχρι 1 Ὀκτωβρίου 1908.

[8] Ὁ Ἀμβρόσιος Ἀνδρεάδης ὑπηρέτησε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὶς 25 Ἰανουαρίου 1919 μέχρι τὸ 1928.

[9] Ὁ Βενέδικτος Παπανικολάου  ὑπηρέτησε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὸ 1928 μέχρι τὸ 1930(;).

[10] Ὁ Γερμανὸς  Παππᾶς  ὑπηρέτησε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὶς  9 Αὐγούστου 1909 μέχρι τὶς  25 Ἰανουαρίου 1919.

[11] Φ.Ε.Κ. 182, τεῦχος Β΄.

 

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό τρίτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

 

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

-       Ἀσθενῶν θεραπεία.

-       Γεωργῶν βοηθός

 

 

  1. Ἀσθενῶν ἡ θεραπεία

Στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κατέφευγαν πολὺ συχνὰ οἱ κάτοικοι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ,  ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδας, προκειμένου νὰ προσκυνήσουν, νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ παρακαλέσουν τὴν Παναγία νὰ τοὺς θεραπεύσει ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες, ἀπὸ  τὶς ὁποῖες ὑπέφεραν, ἤ κάποιοι ἄλλοι ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ ἀσθένειες καὶ βρῆκαν τὴ θεραπεία καὶ κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι της νὰ τὴν εὐχαριστήσουν. Γενικὴ ἦταν ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὴ δυνατότητα τῆς θαυματουργοῦ ἐπέμβασης τῆς Παναγίας γιὰ τὴ θεραπεία  τῶν ἀσθενειῶν τους.

Ὅσοι κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ζητῶντας τὴ θεραπεία κάποιας ἀσθένειάς τους, συνήθιζαν, μετὰ τὴ θεραπεία τους ἤ καὶ πρίν, νὰ ἀφιερώνουν στὴν θαυματουργὴ εἰκόνα, ἕνα ἀσημένιο ἤ χρυσὸ ὁμοίωμα τοῦ ἀσθενοῦς μέλους τοῦ σώματός τους, ὡς εὐχαριστήριο, κάνοντας ἤ ἐκπληρώνοντας ἔτσι τὸ τάμα τους. Ἑκατοντάδες τέτοια ἀσημένια, ἀφιερώματα πιστῶν, κυρίως ὁμοιώματα ἀνθρώπινων μελών, συγκεντρώνονταν κάθε τόσο στὸ Μοναστήρι. Οἱ καλόγεροι τὰ συγκέντρωναν καὶ τὰ ἀποθήκευαν προκειμένου νὰ τὰ ἀξιοποιήσουν ὅποτε μὲ ὅποιο τρόπο εὕρισκαν καλύτερο κάθε φορά.

Στὶς 24 Σεπτεμβρίου τοῦ 1928, π.χ., γιὰ νὰ ἀναφέρουμε μία μόνο περίπτωση γιὰ τὴν ὁποία  ἔχουμε πολὺ σαφῆ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, παραδόθηκαν ἀπὸ τὸ ἀπερχόμενο ἡγουμενοσυμβούλιο στὸ νέο ποὺ ἀναλάμβανε τὴν διεύθυνση, μεταξύ τῶν ἄλλων ἀντικειμένων καὶ «δεκατέσσερες ὀκάδες καὶ τριακόσια δράμια ἀργυρᾶ ἀφιερώματα εὑρισκόμενα ἐντὸς  τριῶν σακκιδίων», τὰ ὁποῖα προέρχονταν ἀπὸ τέτοια ἀφιερώματα, τάματα πιστῶν.

Ἐκπλήρωση «ταμάτων» καὶ εὐχαριστήρια γιὰ κάποια θεραπευτικὴ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας μποροῦσαν νὰ ἀποτελοῦν καὶ ἄλλου εἴδους ἀφιερώματα, ὅπως, π.χ. ροῦχα, κοσμήματα, χρυσᾶ νομίσματα, παλιὰ πολύτιμα φλουριὰ, χρυσαφικὰ ἤ ἄλλα πολύτιμα ἀντικείμενα ἀλλὰ καὶ οἰκογενειακὰ κειμήλια.

Μερικὰ τέτοια, ὅπως παραδόθηκαν ἀπὸ τὸ ἀπερχόμενο ἡγουμενοσυμβούλιο στὸ νέο, στὶς 24 Σεπτεμβρίου 1928, ἦταν καὶ τὰ παρακάτω, τὰ ὁποῖα καταγράφουμε στὸ σημεῖο αὐτό,  ὡς ἕνα ἁπλὸ καὶ τυχαῖο δεῖγμα. Πρόκειται γιὰ εἴκοσι τέτοια ἀφιερώματα, ποὺ ἀποτελοῦν ἕνα ἀντιπροσωπευτικὸ δεῖγμα καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι ἕνα δεῖγμα τῶν πιὸ πολύτιμων:

  1. Δύο θηλυκωτάρια ἀργυρᾶ,[1] 2.  Μία ζώνη Βιέννης χρυσοκέντητη, 3. Ἕνα ὑποκαμισάκι γυναικεῖον μεταξωτὸν μαῦρον, 4.  Ἕνα ἀντερὶ[2] γυναικεῖον χωρικῆς, 5. Ἕνα φόρεμα γυναικεῖον χωρικῆς χωρίς μανίκια, 6. Ἕνα μισοφόρι μεταξωτόν, 7. Μία ποδιὰ ἀπὸ ἀλατζᾶ, 8. Δύο ποδιὲς τῆς Παναγίας τούλινες, 9. Τέσσερα μαντήλια παλαιὰ μετὰ τῶν ἁλύσεων, 10.  Ἕνα ὡρολόγιον, 11. Τρία δαχτυλίδια, τὸ ἕν ἀργυροῦν, τὰ δύο ἐπίχρυσα, 12. Ἕν νόμισμα χρυσοῦν πεντόλιρον αὐστριακόν, 13. Ἕτερον χρυσοῦν πεντόλιρον αὐστριακὸν μὲ ἁλυσίδα, 14. Ἕν δακτυλίδιον ἐκ χρυσοῦ μὲ δεκατρεῖς χάντρας, 15. Πέντε πεντατζένια χρυσᾶ, 16. Ὀκτὼ μεγάλα φλωριὰ χρυσᾶ, 17. Ἕτερα τρία ἀμφιβόλου γνησιότητος, 18. Τέσσερα μικρὰ φλωριὰ χρυσᾶ, 19. Ἕν ἐπίμηκες φλωρίον χρυσοῦν, ἐν ᾧ εἰκονίζεται Ἀνάστασις καὶ Βάπτισις Κυρίου, 20. Δέκα ἀσημόφιδα κατωτέρου χρυσοῦ.

Ἕνα ἄλλο δεῖγμα τῶν πολλῶν τιμαλφῶν ἀντικειμένων ποὺ κατέθεταν οἱ χριστιανοὶ στὴν Παναγία παίρνουμε ἀπὸ τὸ παρακάτω γεγονός. Πρόκειται γιὰ ἕνα σημείωμα πού ἔγραψε ἕνας καλόγερος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, τὸ ὁποῖο βρέθηκε στὸ κελί του:

«22 Σεπτεμβρίου 1921. Ὁ κὐριος Εἰσαγγελεὺς Βόλου ἦλθε εἰς τὸ δωμάτιόν μου και μοῦ λέγει: Ἄνοιξε, καλόγερε. Εἰσῆλθε μέσα καὶ έζήτησε τὰ κλειδιά. Ἐγὼ ἐφοβήθην. Ἔχω 54 ἔτη εἰς τὴν Μονὴν δὲν μοῦ συνέβη τὸ τοιοῦτον. Τὶ τρέχει; Πρῶτον μοῦ ἐπῆρε δραχμάς 845. Δεύτερον ἕνα δακτυλίδιον μὲ 18 ἀδάμαντας, τὰ πρόσφεραν εἰς τὴν Παναγίαν. Τρίτον μία καρφίτσα μὲ 7 ἀδάμαντας.  Τέταρτον μία καρφίτσα μὲ 4 ἀδάμαντας. Πέμπτον μία καρφίτσα μὲ 2 ἀδάμαντας. Οἱ χριστιανοί εὐσεβεῖς τὰ προσέφεραν μὲ μεγάλην εὐλάβειαν νὰ ἀξιωθοῦν νὰ τὰ ἰδοῦν εἰς τὸ κάλυμμα τῆς Θεοτόκου καὶ περίμενα τὸν ἡγούμενον νὰ ἔλθῃ νὰ τὰ παραδώσω καὶ νὰ καλέσωμεν χρυσοχόον καλὸν εὐλαβῆ νὰ τὰ περάσῃ παρόντος καὶ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ εὑρισκόμενοι.

Γρηγόριος  Μ.χ…

Αὐτὰ τὰ ὁποῖα μοῦ ἐπῆρε ὁ Εἰσαγγελεὺς σᾶς περίμενα ὡς μὲ εἴπατε νὰ σᾶς τὰ παραδώσω ὁ ἴδιος».

Ὅλα αὐτά, καὶ πὰρα πολλὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα κάθε τόσο συγκεντρώνονταν καὶ ἐκποιοῦνταν σὲ δημοπρασίες, ἦταν ἀφιερώματα πιστῶν, ἦταν «τάματα» γιὰ κάποια «γιατρειὰ» ποὺ τοὺς χάρισε ἡ Παναγία, εὐχαριστήρια γιατὶ τοὺς ἀπάλλαξε ἀπὸ κάποιο νόσημα, γιὰ κάποιο θαῦμα ποὺ εἶδαν.

Πίστευαν, ὅσοι κατέφευγαν στὸ  Μοναστήρι, στὴ δυνατότητα τῆς Παναγίας νὰ θεραπεύει (νὰ μεσιτεύει γιὰ τὴ θεραπεία) κάθε εἴδους ἀσθένειας. Ὁ ὑμνωδὸς ποὺ συνέθεσε τὴν εἰδικὴ γιὰ τὴν Παναγία Ξενιὰ θεία λειτουργία ἀναφέρει πολὺ παραστατικὰ δηλώνοντας αὐτὴ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν:

«Νοσημάτων ἀπαλλάττεις, καὶ δεινῶν περιστάσεων, καὶ παθῶν παντοίων καὶ ἐπηρειῶν τοῦ ἀλάστορος, τοὺς προσιόντας Ξενιὰ τῇ σῇ χρηστότητι, καὶ κραυγάζοντας, Δόξα Ἁγνή τοῖς σοῖς θαύμασι».

Ἔτσι ὅσοι βασανίζονταν καὶ κατατρύχονταν ἀπὸ κάποια ἀρρώστεια, καὶ πίστευαν ὅτι θὰ εὕρισκαν τὴν θεραπεία τους καταφεύγοντας στὸ Μοναστήρι, ἔσπευδαν νὰ γονατίσουν μὲ εὐλάβεια  μπροστὰ στὴν ἅγια εἰκόνα της, νὰ παρακαλέσουν  τὴν Παναγία ζητῶντας τὴ θεραπεία τους  καὶ νὰ τὴν εὐχαριστήσουν μετὰ τὴν ἀποθεραπεία τους:

«Οἱ νόσοις τρυχόμενοι ποικίλαις, ἐν πίστει προσπίπτοντες τῇ σῇ Εἰκόνι Ξενιὰ Πάναγνε, ταχέως θεραπεύονται, καὶ εὐχαρίστως μέλπουσι, τὴν μητρικήν σου χρηστότητα».

Ἦταν βέβαιοι ὅτι  «Παύει τὰ νοσήματα, ἡ ἐκ τῆς θείας Εἰκόνος» τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς προϊοῦσα ἑκάστοτε χάρις ἡ σωτήριος», καὶ ὅτι «καὶ πόνους κουφίζει, καὶ ἀτακτοῦντας εὖ ποιεῖ, καὶ ἁγιάζει ψυχὰς καὶ σώματα» καὶ γι’ αὐτὸ  διακήρυτταν:

«Δι’  ὃ τὰ μεγαλεῖα σου, Ξενιὰ Θεοτόκε, καὶ τῆς πολλῆς σου χρηστότητος, τὰς ἐκφάνσεις κηρύττομεν, εὐλαβῶς σοι προσπίπτοντες».

Τόσο μεγάλη, σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη ἦταν ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν στὴ θαυματουργὸ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὥστε ἡ πίστη τους αὐτὴ εἶχε γίνει γενικὴ παραδοχὴ καὶ εἶχε ματαδοθεῖ καὶ στοὺς ἀλλόθρησκους κατοίκους τῆς περιοχῆς. Πολλοὶ ἦταν οἱ Τοῦρκοι, ἁπλοϊκοὶ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, οἱ ὁποῖοι, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ ὅσα θαυμαστὰ ἄκουγαν γιὰ τὴ θεραπεία ποὺ εὕρισκαν ὅσοι ἄρρωστοι κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς παρακαλῶντας τὴν Παναγία, δὲν δίσταζαν νὰ πᾶνε καὶ αὐτοὶ καὶ νὰ παρακαλέσουν τὴν Παναγία νὰ τοὺς ἐλεήσει.

Οἱ ἁπλοϊκοὶ μουσουλμάνοι, κάτοικοι τοῦ ἁλμυριώτικου κάμπου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πιστεύοντας μὲ καθαρὴ καὶ ἁπλοϊκὴ καρδιά, σ’ ἕνα παντοδύναμο Θεό, πατέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀδέσμευτοι ἀπὸ τὶς διάφορες δογματικὲς θρησκευτικὲς ἰδεολογικὲς διαφορὲς τῶν «σχολαστικῶν» καὶ τῶν «μορφωμένων», δὲν εἶχαν καμία ἐσωτερικὴ ἀναστολή, οὔτε θεωροῦσαν παράλογο τὴ μία μέρα νὰ παρακαλέσουν τὴν «Παναγία» ποὺ προσκυνοῦσαν οἱ γειτόνοι τους χριστιανοὶ νὰ τοὺς γλιτώσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια ποὺ βασάνιζε τοὺς ἴδιους ἤ τὰ παιδιά τους καὶ τὴν ἄλλη μέρα νὰ πᾶν νὰ προσκυνήσουν καὶ στὸ δικό τους τζαμί. Ἦταν σίγουροι ὅτι ἡ «καλή μάνα» ἡ «Παναγία Ξενιὰ» δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ ἀγαποῦσε καὶ νὰ προστάτευε ὅλα τὰ παιδιά τοῦ κόσμου, χριστιανόπουλα καὶ τουρκόπουλα.

Μήπως δὲν ἔβλεπαν ὅτι ὅταν μετὰ τὴ λιτανεία ποὺ ἔκαναν οἱ Χριστιανοὶ ἡ Παναγία ἔριχνε βροχὴ καὶ στὰ δικά τους χωράφια; Μήπως δὲν ἔβλεπαν ὅτι ὅταν ἡ Παναγία ἔδιωχνε τὶς ἀκρίδες ἀπὸ τὰ καπνὰ τὶς ἔδιωχνε καὶ ἀπὸ τὰ δικά τους χωράφια; Ἀγαποῦσαν, λοιπόν, καὶ λάτρευαν τὴν Παναγία Ξενιὰ καὶ αὐτοὶ μὲ τὸν δικό τους τρόπο.

Σὲ παλιότερα χρόνια οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς διηγοῦνταν καὶ τέτοιες θαυματουργὲς ἐπεμβάσεις τῆς Παναγίας Ξενιᾶς σὲ τούρκους ἀρρώστους. Τέτοια γεγονότα καὶ οἱ ἀναμνήσεις τους πέρασαν καὶ στοὺς εἰδικοὺς λατρευτικοὺς ὕμνους πρὸς τὴν Παναγία Ξενιά:

«Ὁ πίστει ἀλλότριος ἐλθὼν σοι, τὴν ἴασιν ἔλαβε Ἁγνή, ἐκ τῆς σεπτῆς Εἰκόνος σου, καὶ τῷ φωτὶ κατηύγασται, τῆς θείας ἐπιγνώσεως, τοῦ ἐκ νηδύος σου λάμψαντος

Ἡ πίστη αὐτὴ τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ ἄλλων περιοχῶν τῆς Ἑλλάδας τοὺς ὁδηγοῦσε στὸ νὰ προσκαλοῦν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὰ διάφορα χωριὰ ὄχι μόνο σὲ περιόδους ἀνομβρίας γιὰ πρόκληση βροχόπτωσης ἤ γιά λόγους προστασίας τῶν καλλιεργειῶν τους ἀπὸ διαφόρους κινδύνους, κάτι ποὺ ἦταν πολὺ συνηθισμένο καὶ γινόταν τακτικά, ἀλλὰ καὶ σὲ περιπτώσεις σοβαρῶν μεταδοτικῶν ἀσθενειῶν καὶ ἐπιδημιῶν.

Ὅταν σὲ μία περιοχὴ ἐνέσκηπτε κάποια ἀρρώστεια, μὲ μορφὴ ἐπιδημίας, οἱ ἄνθρωποι δὲν δίσταζαν καὶ πάλι νὰ καταφύγουν στὸ ἀγαπημένο τους Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ νὰ ζητήσουν τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας. Ζητοῦσαν νὰ μεταφερθεῖ στὸ χωριό τους ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα της γιὰ νὰ κάνουν ἐνώπιόν της παρακλήσεις καὶ δεήσεις. Προσκαλοῦσαν τὴν Παναγία νὰ ἔρθει κοντά τους καὶ τὴν ὑποδέχονταν πανηγυρικὰ καὶ μὲ μεγάλες τιμές.

Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, γνωρίζοντας ὅτι σὲ κάθε δύσκολη περίσταση ἤ ἐπικίνδυνη κατάσταση μποροῦσαν νὰ καταφύγουν καὶ νὰ ζητήσουν ὁποιαδήποτε στιγμὴ τὴ βοήθεια καὶ τὴ συμπαράσταση τῆς δικῆς τους Παναγίας, ἔνιωθαν μιὰ ἀσφάλεια. Στηρίζονταν στὴν πίστη τους καὶ στὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Παναγία τους θὰ τοὺς βοηθοῦσε σὲ κάθε δύσκολη κατάσταση. Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τους θὰ ἔσπευδαν, ὁποιαδήποτε στιγμὴ καὶ σὲ ὁποιαδήποτε περίσταση εἶχαν ἀνάγκη, νὰ βρεθοῦν κοντά τους μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ οἱ χριστιανοὶ νὰ τῆς ἀναθέσουν «τὴν πᾶσαν ἐλπίδα» τους σὲ κάθε δύσκολη κατάσταση. Αὐτὸ γινόταν ἰδιαίτερα συχνὰ κατὰ τὴν περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Ἡ δυνατότητα αὐτή, ὡστόσο, τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, νὰ καλοῦν ὅποτε ἤθελαν κοντά τους τὴν Παναγία, χωρὶς νὰ συναντοῦν ἰδιαίτερα ἐμπόδια απὸ τὸ τουρκικό καθεστώς, μειώθηκε μετὰ τὴ δημιουργία τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ κράτους στὰ 1832.

Μετὰ τὴν χάραξη καὶ τὴν ἐπισημοποίηση τῶν ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων, κατὰ τὸ ἔτος 1832, ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ τὶς δυὸ θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας, τὴν εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ποὺ ἦταν γνωστὴ καὶ ὡς «Παναγία Κισσιώτισσα» καὶ τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» πού γιὰ σαφέστερο διαχωρισμό τὴν ὀνόμαζαν καὶ «Παναγία Βρεφοκρατούσα», βρέθηκε στὸ χῶρο τῆς τουρκικῆς ἐπικράτειας καὶ ἑπομένως ὑπαγόταν στὴν Τουρκία, ἐνῶ κάποια τμήματα τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀνῆκαν πλέον στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια.

Οἱ κάτοικοι τῶν ἐλεύθερων πλέον αὐτῶν τμημάτων τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ, ὡστόσο, ὅπως τῆς περιοχῆς τῆς Σούρπης, τοῦ Πτελεοῦ, τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, τῆς Χαμάκως, τῆς Γάβριανης, τῆς Πελασγίας καὶ ἄλλων χωριῶν τῆς Φθιώτιδας, ἐξακολουθοῦσαν νὰ νιώθουν καὶ τώρα, ὅπως πάντοτε, βαθιὰ καὶ ἐσώψυχα τὴν ἀνάγκη νὰ ἔρχεται καὶ πάλι, τώρα ποὺ ἦταν ἐλεύθεροι, κοντά τους, ὅπως πρῶτα, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τους.

Ἡ καρδιά τους, τὸ «ἱερὸ κέντρο» τους, αὐτὸ ποὺ ἦταν πάντοτε τόσο πολὺ «κοντά» τους εἶχε μείνει τώρα τόσο πολὺ «μακριά» τους, σὲ ἄλλο κράτος.

Καὶ δὲν ἦταν μόνο αὐτό. Ἐνῶ πρῶτα, ἐπὶ ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, στὴν ἐποχὴ τῆς σκλαβιᾶς, ἦταν γιὰ ὅλους δυνατὸ καὶ εὔκολο νὰ πᾶνε στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ ἐκεῖ νὰ προσκυνήσουν ὅποτε ἤθελαν, γιατὶ ὑπῆρχε ἕνα ἑνιαῖο γιὰ ὅλους καθεστώς, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τὰ πράγματα διαφοροποιήθηκαν. Γιὰ νὰ ἐπιτραπεῖ μεταφερθεῖ  ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ τῆς «Κοιμήσεως  τῆς Θεοτόκου», ἀπὸ τὸ «τουρκικὸ» στὸ «ἑλληνικό», στὰ μέρη ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων που εἶχαν ἐλευθερωθεῖ καὶ ζοῦσαν στὴν Ἑλλάδα, χρειαζόταν εἰδικὴ ἄδεια. Καὶ τὸ σημαντικὸ ἦταν  ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνταν ἡ χορήγηση ἄδειας ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας «ἐξόδου» τῆς Εἰκόνας. Οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐμπόδιζαν οὔτε τοὺς ἐλεύθερους πιὰ Ἕλληνες νὰ εἰσέλθουν στὸ τουρκικὸ ἔδαφος καὶ νὰ πᾶνε νὰ προσκυνήσουν στὸ Μοναστήρι, οὔτε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τῆς «Ξενιᾶς» ἤ «τῆς Κοίμησης» νὰ «ἐξέλθει» ἀπὸ τὴν ἐπικράτειά τους. Ἀντίθετα ἀπαιτοῦνταν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδας  ἄδεια «εἰσόδου» τῆς Εἰκόνας στην ἑλληνικὴ ἐπικράτεια.

Ἀκόμη πιὸ περίεργο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ χορήγηση ἄδειας «εἰσόδου» τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια δὲν φαίνεται νὰ ἦταν ἀπαραίτητη κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς δημιουργίας τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἀμέσως μετὰ τὸ 1832, ὁπότε δὲν εἶχε ἴσως ἀποσαφηνισθεῖ ἡ κατάσταση, ἀλλὰ εἴκοσι σχεδὸν χρόνια ἀργότερα, ἀπὸ τὸ 1850 καὶ μετά.

Στὰ 1851, λοιπόν, Ἕλληνες ὑπήκοοι, κάτοικοι χωριῶν τῆς Φθιώτιδας ἔπρεπε νὰ προβοῦν σὲ διάφορες πολύπλοκες ἐνέργειες καὶ χρονοβόρες διαδικασίες προκειμένου νὰ τοὺς ἐπιτραπεῖ νὰ φέρουν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὰ μέρη τους.

Ἔτσι, στὰ 1851, ἐκδηλώθηκε ἔντονο καὶ ἀνάγλυφο τὸ πρόβλημα αὐτὸ ὅταν «οἱ κάτοικοι τῶν παρὰ τῇ ὁροθετικῇ Γραμμῇ κειμένων Δήμων τῆς  Ἐπαρχίας Φθιώτιδος, καὶ ἰδίως τῶν πρὸς ἀνατολὰς μερῶν αὐτῆς,[3] ἔχοντες ἀνέκαθεν θρησκευτικὴν εὐλάβειαν καὶ σέβας πρὸς τὴν ἐν Μονῇ Ξενιᾶς ἱερὰν εἰκόνα τῆς Παναγίας, κειμένῃ ἐντὸς τοῦ Τουρκικοῦ παρὰ τῇ ὁροθετικῇ Γραμμῇ», ζήτησαν ἀπὸ τὸν νομάρχη Φθιώτιδας καὶ Φωκίδας, στὸν ὁποῖον ὑπάγονταν, νὰ ἔρθει κοντά τους ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, γιὰ νὰ δεηθοῦν ἐνώπιόν της «πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἀνομβρίας, τῶν ἀσθενειῶν καὶ ἄλλων παθημάτων».

Ὁ Νομάρχης Φθιώτιδας καὶ Φωκίδας, ἄκρως τυπικὸς καὶ ὑπερβολικὰ ὑπηρεσιακός, θεώρησε ὅτι ἕνα τέτοιο αἴτημα ἦταν δυσκολοϊκανοποίητο καὶ ὅτι  τὸ πρόβλημα αὐτὸ ὑπερέβαινε τὶς δικές του ἁρμοδιότητες. Ἔτσι διαβίβασε, μὲ τὸ παρακάτω ἔγγραφο, τὶς σχετικὲς αἰτήσεις «Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν  Ἐκκλησιαστιῶν», καλῶντας το  νὰ «συννενοηθῇ», σχετικά, μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου «ἄν κρίνῃ εὔλογη» τὴν ἐπλήρωση ἑνὸς τέτοιου αἰτἠματος.

Τὸ σχετικὸ ἔγγραφο σώθηκε ὡς τὶς ἡμέρες μας:[4]

« Ἀριθ. 3008

                      Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν  Ἐκκλησιαστιῶν

Ἐν Λαμίᾳ τῇ 2ᾳ Μαΐου 1851                   

Περὶ μεταφορᾶς ἱερῶν κειμηλίων ἐκ τῆς ἐν τῷ Τουρκικῷ Μονῆς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Οἱ κάτοικοι τῶν παρὰ τῇ ὁροθετικῇ Γραμμῇ κειμένων Δήμων τῆς  Ἐπαρχίας Φθιώτιδος, καὶ ἰδίως τῶν πρὸς ἀνατολὰς μερῶν αὐτῆς, ἔχοντες ἀνέκαθεν θρησκευτικὴν εὐλάβειαν καὶ σέβας πρὸς τὴν ἐν Μονῇ Ξενιᾶς ἱερὰν εἰκόνα τῆς Παναγίας, κειμένῃ ἐντὸς τοῦ Τουρκικοῦ παρὰ τῇ ὁροθετικῇ Γραμμῇ, ἐξαιτοῦνται ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς τοῦ νὰ καλέσωσι τοὺς Πατέρας τῆς ῥηθείσης Μονῆς διὰ νὰ μεταφέρωσι ἐντὸς τοῦ Κράτους εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰ χωρία των τὴν ἱερὰν ταύτην εἰκόνα καὶ ψάλλωσιν ἁγιασμοὺς κατὰ τὴν ἀνέκαθεν συνήθειαν, πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἀνομβρίας, τῶν ἀσθενειῶν καὶ ἄλλων παθημάτων.

Τὸ ἀπεριόριστον τῆς πρὸς τὰ θεῖα καὶ κυρίως πρὸς τὴν ἱερὰν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εὐλαβείας καὶ τὸ θρησκευτικὸν σέβας τῶν εἰρημένων κατοίκων ἐξέφρασαν πρὸς ἡμᾶς διάφοροι πολῖται ὡς καὶ ἡ Δημοτικὴ ἀρχὴ Κρεμαστῆς Λαρίσης[5] δι’ ἀναφορᾶς της τῆς 27 τοῦ λήξαντος μηνὸς.

Κατὰ συνέπειαν δὲ τούτων παρακαλοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ συννενοηθῇ, ἄν κρίνῃ εὔλογον, μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς προκειμένης αἰτήσεως τῶν διαληφθέντων πολιτῶν.

                                       Εὐπειθέστατος

                                  Ὁ Νομάρχης Φθιωτιδοφωκίδος

(ὑπογραφὴ δυσανάγνωστος)».

 

Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ «Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν» θεώρησε ὅτι μποροῦσε νὰ δώσει ἀπάντηση σὲ ἕνα τόσο μεγάλο καὶ σοβαρό θέμα! Ἐκτιμῶντας καὶ αὐτὸ ὅτι εἶναι ἀναρμόδιο νὰ χορηγήσει μία τέτοια ἄδεια διαβίβασε τὴν ἀναφορὰ τοῦ Νομάρχη πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προκειμένου αὐτὴ ὡς ἁρμόδια νὰ ἐκφράσει τὴ γνώμη της.

Ἔστειλε ἔτσι τὸ ἴδιο τὸ ἔγγραφο τοῦ Νομάρχη ἐπισημειώνοντας πάνω σ’  αὐτὸ:  «Διευθύνεται πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Βασιλείου ἐπὶ ἐπιστροφῇ, παρακαλουμένην νὰ μᾶς κοινοποιήσῃ τὴν περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως γνώμην αὐτῆς.

                               Ἀθήνησι τῇ 9 Μαΐου 1851

                          Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ.τ.λ.

                                  Ὑπουργὸς»

Ἡ «Ἱερὰ Σύνοδος» ἔστειλε τὴν ἀπάντησή της στὸ Ὑπουργεῖο στὶς 26  Μαΐου 1851,[6] ἐγκρίνοντας τὴν αἴτηση ἀλλὰ θέτοντας καὶ κάποιους ὅρους «ἐγκρίνει μὲν τὴν αἴτησίν των ἀλλ’ εἰς προσδιορισμένον χρόνον»:

«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ἀριθ. Πρωτ. 869

———————–

       Διεκπ. 449

Ἐν Ἀθήναις τὴν 26 Μαΐου 1851

                                

             Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ.τ.λ. Ὑπουργεῖον

             ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11897 διευθύνσεως κ.τ.λ.

Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Σύνοδος, τὸ ἀπὸ 19 τοῦ ἐνεστῶτος μηνὸς διευθυνθὲν ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Φθιώτιδος, Παρατηροῦσα, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν παρὰ τῇ Ὁροθετικῇ Γραμμῇ κειμένων δήμων τῆς Ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἔχοντες ἀνέκαθεν ἐξιδιασμένην εὐλάβειαν εἰς τὴν ἐν τῇ Μονῇ Ξενιᾶς, κειμένῃ ἐντὸς τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας παρὰ τῇ Ὁροθετικῇ Γραμμῇ, ἱερὰν καὶ σεπτὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἐξαιτοῦνται, ἵνα ἐπιτραπῇ αὐτοῖς εἰς τὸ νὰ καλέσωσι τοὺς μοναχοὺς τῆς μονῆς ἐκείνης, ὅπως μεταφέρωσιν αὐτὴν εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία των, ὅπως ψάλλωσιν ἁγιασμοὺς πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἐπικρατούσης ἀνομβρίας κ.τ.λ.,

Ἐγκρίνει μὲν τὴν αἴτησίν των ἀλλ’ εἰς προσδιορισμένον χρόνον, ὅθεν, κατὰ ταῦτα ἀπαντῶσα ἡ Σύνοδος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παρακαλεῖ αὐτό, παραδεχθείσης τῆς πρὸς τοῦτο ἐγκρίσεως ταύτης τῆς Συνόδου, νὰ δηλώσῃ τοῦτο εἰς αὐτὴν, ἵνα ἐπιστείλῃ καὶ αὕτη πρὸς τὸν κατὰ τὴν Λαμίαν Γενικὸν Ἐπισκοπικὸν Ἐπίτροπον ὡς πρὸς τοῦτο τὰ δέοντα.

Ἐπιστρέφεται καὶ τὸ ἔγγραφον.

+ ὁ Ἀθηνῶν Θεοφάνης πρόεδρος

………

Ἀγαθάγγελος

ὁ Καλαβρύτων Βαρθολομαῖος

                           Τ.Σ. ὁ Γραμματεὺς

Ἀρχιμανδρίτης Μ. Ἀποστολίδης».

Στὴ συνέχεια τὸ ἁρμόδιο Ὑπουργεῖο, μὲ ἐπισημείωμά του ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἐγγράφου, ἐκτελῶντας ἁπλῶς καθήκοντα διαμεσολαβητοῦ, ἔστειλε τὴν ἀπάντηση αὐτὴ στὸν Νομάρχη:

«Ἐπὶ τοῦ ἀριθ. 12231

Πρὸς τὸν Νομάρχην Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἵνα λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐνδιαλαμβανομένων καὶ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτὰ κατὰ συνέπειαν τῆς ἀπὸ 2 μηνὸς λήγοντος ὑπ’ ἀριθ. 3008 ἀναφορᾶς του.

Νὰ ἐπιστραφῇ μετὰ ταῦτα τὸ παρὸν πρὸς ἡμᾶς.

                Ἀθήνησιν τῇ 31 Μαΐου 1851

ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ.τ.λ. Ὑπουργὸς

(ὑπογραφὴ δυσανάγνωστος)».

Στὶς 14 Ἰουνίου 1851 ὁ νομάρχης Φθιωτιδοφωκίδος, ἀφοῦ κοινοποίησε τὴν ἀπάντηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στοὺς ἐνδιαφερόμενους κατοίκους, ἐπέστρεψε τὸ ἔγγραφο στὸν ἀποστολέα του:[7]

«Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12234 τῆς 31 Μαΐου ἐπισήμου Διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου

Ἐν Λαμίᾳ τὴν 14 Ἰουνίου 1851

Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν

Περὶ  μεταφορᾶς ἱερῶν κειμηλίων ἐκ τῆς ἐν τῷ Τουρκικῷ  Μονῆς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Κοινοποιήσαντες τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς τοὺς ἐξαιτησαμένους τὴν μεταφορὰν τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας ἐκ τῆς ἐν τῷ Τουρκικῷ Μονῆς Ξενιᾶς, κατοίκους τῶν παρά τῇ ὁροθετικῇ Γραμμῇ κειμένων χωρίων, ἐπιστρέφομεν ἐσωκλείστως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀνωτέρω ἐπισημειωτικὴν διαταγήν του.

                                   Εὐπειθέστατος

                        Ὁ Νομάρχης Φθιωτιδοφωκίδος».

Θαυματουργὲς θεωροῦνταν, ἀπὸ ὅλους ὅσους κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, καὶ οἱ δύο εἰκόνες τῆς Παναγίας ποὺ φυλάσσονταν σ’ αὐτό, ἡ παλιότερη καὶ ἐφέστιος εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ, αὐτὴ  τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ποὺ ἦταν γνωστὴ καὶ ὡς «Παναγία Κισσιώτισσα» καὶ ἡ νεότερη, αὐτὴ ποὺ ἦρθε ἀργότερα στὸ Μοναστήρι τους, ἡ «βρεφοκρατοῦσα», ποὺ ἦταν γνωστὴ ὡς  «Παναγία Ξενιά».

Πολὺ σπάνια, ἐκεῖνοι ποὺ ζητοῦσαν ὁποιουδήποτε εἴδους βοήθεια ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ζητοῦσαν νὰ ἔρθει στὸ χωριό τους κάποια συγκεκριμένη εἰκόνα, ὀνοματίζοντάς την. Συνήθως δὲν ὀνομάτιζαν τὴν εἰκόνα ἀλλὰ ζητοῦσαν ἁπλὰ τὴν εἰκόνα «τῆς Παναγίας».

Θὰ παραθέσουμε στὴ συνέχεια μερικὰ ἀπὸ τὰ σχετικὰ  ἔγγραφα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ διασώθηκαν μέχρι τὶς ἡμέρες μας, μὲ τὰ ὁποῖα προσκαλοῦσαν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στοὺς διάφορους δήμους οἰ ἁρμόδιες διοικητικὲς ἀρχὲς.

Στὰ 1894 στὸ Δῆμο Εὐυδρίου[8]  εἶχε ἐνσκήψει ἐπιδημία καὶ διάφορες ἀσθένειες, ποὺ σὲ κάποιες περιπτώσεις εἶχαν ὡς συνέπεια μερικὲς φορὲς καὶ αὐτὸν τὸν θάνατο. «Ὁ Δήμαρχος Εὐυδρίου», ἱκανοποιῶντας σχετικὰ αἰτήματα τῶν κατοίκων τῶν χωριῶν τοῦ Δήμου του, ζήτησε «τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος» «πρὸς ἐνέργειαν λιτανειῶν καὶ δεήσεων πρὸς ἀποτροπὴν τῆς νόσου καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν κατοίκων τῆς ὑφισταμένης ἐπιδημίας».

Τὸ γεγονὸς βεβαιώνεται ἀπὸ τὸ σχετικὸ ἔγγραφό του, ποὺ ἀπευθύνθηκε «πρὸς τὸν Σεβαστὸν ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἤ Ξενιᾶς» καὶ διασώζεται ὡς τὶς ἡμέρες μας:

«Ἀριθ. 30

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Δήμαρχος Εὐυδρίου

Πρὸς τὸν Σεβαστὸν ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἤ Ξενιᾶς.[9]

Ἐπειδὴ τὰ χωρία τοῦ Δήμου μας μολύνουσι διάφοροι ἐπιδημικαὶ ἀσθένειαι αἵτινες καὶ θανατηφόροι ἐνίοτε ἀποβαίνουσιν, οἱ χριστιανοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἑπομένως παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ὅπως ἀποστείλητε εἰς τὰ χωρία τοῦ Δήμου τὴν σεβασμίαν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος πρὸς ἐνέργειαν λιτανειῶν καὶ δεήσεων πρὸς ἀποτροπὴν τῆς νόσου καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν κατοίκων τῆς ὑφισταμένης ἐπιδημίας.

Ὁ Δήμαρχος

α.α. ὁ πάρεδρος

Κουτουκλῆς».

Τρία χρόνια ἀργότερα, στὰ 1897, εἶχε ἐνσκήψει καὶ στὸν Ἁλμυρὸ ἐπιδημικὴ ἀσθένεια, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν ἐπέλθει καὶ ἀρκετοὶ θάνατοι. Ὁ Δήμαρχος Ἁλμυροῦ, Γεώργιος Παναγόπουλος, ὕστερα ἀπὸ σχετικὸ αἴτημα τῶν κατοίκων, ἀπευθύνθηκε μὲ ἔγγραφό του «Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ἐπιλεγομένης «Ξενιᾶς», ζητῶντας νὰ στείλουν «τὴν Ἱερὰν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, μεθ’ ἑνὸς ἤ δύο ἐκ τῶν μοναχῶν, ὅπως τελέσῃ ἁγιασμοὺς εἰς τὰς οἰκίας τῶν Χριστιανῶν»:

«Πρὸς

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ἐπιλεγομένης «Ξενιᾶς».

Ἕνεκεν τῆς ἐνσκήψεως ἐνταῦθα ἀσθενείας, ἐξ ἧς προῆλθον ἀρκετοὶ θάνατοι, σᾶς παρακαλοῦμεν, τῇ αἰτήσει τῶν κατοίκων, ἵνα εὐαρεστούμενοι πέμψητε τὴν Ἱερὰν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, μεθ’ ἑνὸς ἤ δύο ἐκ τῶν μοναχῶν, ὅπως τελέσῃ ἁγιασμοὺς εἰς τὰς οἰκίας τῶν Χριστιανῶν.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 24 Ἰανουαρίου 1897

Ὁ Δήμαρχος Ἁλμυροῦ

Γ. Παναγόπουλος».

Δὲν ἔχουμε περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὸ εἶδος καὶ τὴ μορφὴ τῆς  ἐπιδημικῆς αὐτῆς ἀσθένειας ποὺ εἶχε ἐνσκήψει στὸν Ἁλμυρὸ στὶς ἀρχὲς τοῦ 1897 γιατὶ λίγους μῆνες μετὰ, καὶ κυρίως κατὰ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1897, ὅλοι σχεδὸν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἐγκατέλειψαν τὰ μέρη τους, ἐξ αἰτίας τῆς εἰσβολῆς τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων, καὶ κατέφυγαν γιὰ προστασία σὲ ἄλλα μέρη. Πιθανὸν ἔτσι μὲ τὸν διασκορπισμὸ αὐτὸν τῶν κατοίκων καὶ τὴν ἐρήμωση τῆς περιοχῆς ἐξ αἰτίας τῆς ἐγκατάλειψης τῆς πόλης τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ τῶν χωριῶν τῆς γύρω περιοχῆς, νὰ ἀποσοβήθηκε ἡ μεγάλη καὶ καθολικὴ διάδοσή της.

Ὅμως, σχεδὸν ἀμέσως, μετὰ τὴν ἐπάνοδο τῶν προσφύγων στὶς πατρίδες τους, ἡ ὁποία ὁλοκληρώθηκε ἐπίσημα τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1898, σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ σώθηκαν ὡς τὶς ἡμέρες μας, στὶς ἀρχὲς τοῦ 1899, ἐνέσκηψε στὴν περιοχὴ ἡ νόσος «Εὐλογία», θανατηφόρα ἐπιδημία, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ὀφειλόταν  στοὺς πάρα πολλοὺς ἄτακτους οἱ ὁποῖοι συνόδευαν τὰ τακτικὰ τουρκικὰ στρατεύματα κατὰ τὸν ἑλληνοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1897.

Δὲν μᾶς εἶναι γνωστό, ὡστόσο, ἐὰν ἡ ἀσθένεια τοῦ 1897 ἦταν «εὐλογία». Φαίνεται ὅμως πιθανόν ἡ νόσος «εὐλογία» τοῦ 1899 νὰ ἦταν συνέχεια τῆς «ἀσθενείας» τοῦ 1897.

Ἡ κατάσταση στὸν Ἁλμυρὸ ἀλλὰ καὶ σ’ ὁλόκληρη τὴν ἐπαρχία του, στὰ 1899, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ ὅσα μᾶς εἶναι γνωστά, ἦταν τραγικὴ καὶ ἀπελπιστική, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀρρώστειας. Οἱ ὑπεύθυνοι παράγοντες τῆς πόλης καὶ τὸ  Δημοτικὸ Συμβούλιό της  ἀναγκάστηκαν νὰ λάβουν σκληρὰ μέτρα. Γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ περιορίσουν κάπως τὴ γενικὴ μετάδοση τῆς ἀσθένειας ὁδηγήθηκαν στὴν ἀπόφαση νὰ κατασκευάσουν μία εἰδικὴ παράγκα ἔξω ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό, στὴν ὁποία μετέφεραν καὶ ἐγκαθιστοῦσαν  ὅλους ὅσους προσβάλλονταν ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, προκειμένου νὰ ἀπομονωθοῦν ἐκεῖ, ὅλοι μαζί, μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τους καὶ τοὺς ὑπόλοιπους Ἁλμυριῶτες, μέχρι τὸ θάνατό τους ἤ τὴν ἀποθεραπεία τους.

Οἱ κάτοικοι τοῦ γειτονικοῦ Πλατάνου, μαθαίνοντας αὐτὰ ποὺ ἔγιναν στὸν Ἁλμυρό, πανικόβλητοι μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ τόσο ἀπειλητικὸ γιὰ τὴν ὑγεία τους γεγονός, ἔσπευσαν καὶ πάλι νὰ ζητήσουν βοήθεια   στὸ μόνο ἀσφαλὲς καταφύγιό τους καὶ τὴ μόνη ἐλπίδα καὶ παρηγοριά τους, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ὁ Δήμαρχος Πλατάνου,[10] «τῇ ἐγκρίσει τῆς κοινότητος Πλατάνου», ζήτησε ἀπὸ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο  τῆς Μονῆς Ξενιᾶς  νὰ εἰδοποιήσει  τοὺς μοναχούς, ποὺ βρίσκονταν σὲ περιοδεία συνοδεύοντας τὶς δύο θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας, τῆς «Κοιμήσεως» καὶ τῆς «Ξενιᾶς», νὰ διακόψουν τὴν περιοδεία τους καὶ νὰ σπεύσουν στὸν Πλάτανο σὲ βοήθειά τῶν κατοίκων.

Οἱ Πλατανιῶτες, βέβαιοι γιὰ τὴ θαυματουργὸ δύναμη τῆς Παναγίας δὲν εἶχαν καμία προτίμηση μεταξὺ τῶν δύο ἱερῶν εἰκόνων, τῆς «Κοιμήσεως» καὶ τῆς «Ξενιᾶς». Ἦταν βέβαιοι γιὰ τὴ θεραπευτικὴ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας καὶ διὰ τῶν δύο εἰκόνων της. Ἦταν βέβαιοι γιὰ τὴ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς Παναγίας γιατὶ εἶχαν ἀκράδαντη πίστη. Ἔπρεπε ὅμως νὰ ἔρθει στὸ χωριό τους μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὁποιαδήποτε ἦταν αὐτὴ, ὅποια βρισκόταν πιὸ κοντά, γιὰ νὰ ἔρθει ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορότερα. Οἱ συνοδοὶ καλόγεροι ἔπρεπε νὰ σπεύσουν νὰ ἔρθουν στὸν Πλάτανο, τόνιζε ὁ Δήμαρχος τοῦ Πλατάνου, «διότι ὑφίσταται ἀνάγκη μεγάλη». Τόνιζε δὲ μὲ ἔμφαση: «πάσχει ἡ ἐπαρχία ὁλόκληρη, ἐσηκώθη ἅπασα ἡ Κοινότης ἐναντίον μου». Ὅλοι τὰ εἶχαν βάλει μὲ τὸν Δήμαρχο καὶ ζητοῦσαν ἄμεσες ἐνέργειες. Ἡ βιασύνη καὶ ὁ πανικὸς τοῦ δημάρχου Πλατάνου διαφαίνεται ἴσως καὶ σὲ κάποιους σολοικισμούς ποὺ παρεισέφρυσαν, μᾶλλον ἐξ αἰτίας βιασύνης, στὴ σύνταξη τοῦ προσκλητηρίου αὐτοῦ ἐγγράφου:[11]

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

ὁ Δήμαρχος Πλατάνου

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον Μονῆς Ξενιᾶς

Παρακαλεῖσθε ὅπως διὰ τῶν ἀπεσταλμένων μου, τῇ ἐγκρίσει τῆς κοινότητος Πλατάνου, ὅπως σᾶς παρακαλέσω νὰ κάμνητε ἔγγραφον διὰ τὴν Παναγίαν Κοίμησιν [12] ἤ τὴν Ξενιάν, ὁποία ὑπάρχει πλησίον νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα διότι ὑφίσταται ἀνάγκη μεγάλη, πάσχει ἡ ἐπαρχία ὁλόκληρη, ἐσηκώθη ἅπασα ἡ Κοινότης ἐναντίον μου, σᾶς παρακαλῶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ φανῆτε προθυμότατοι ὅπως καλέσητε τὴν Παναγίαν δι’ ἐγγράφου σας καὶ τὸ στείλω μὲ ἀνθρώπους ἰδικούς μου νὰ ἔλθῃ νὰ κάμωμεν λιτανείαν ἅπασα ἡ ἐπαρχία Ἁλμυροῦ, θὰ μᾶς ὑποχρεώσητε μεγάλως, περισσότερα δὲν σᾶς γράφω, ἐκτὸς ὅσον ἐπαρουσιάσθη εἰς Ἁλμυρὸν ἡ νόσος εὐλογία καὶ ἔκαμαν παράγκαν ἔξωθι τοῦ Ἁλμυροῦ πρὸς τοποθέτησιν τῶν ἀσθενούντων. Ἐπαναλαμβάνω πρὸς χάριν τῶν κατοίκων ὑμῶν νὰ τὴν καλέσητε, διότι ἀπηλπίσθη ὁ κόσμος. Εἰμὶ πεπεισμένος ὅτι θὰ εἰσακουσθῇ ἡ παράκλησίς μου.

ὁ Δήμαρχος Πλατάνου

Χ.Δεσποτόπουλος

3 Αὐγούστου 1899».

Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς βρίσκονταν σὲ διαρκῆ κίνηση, προσπαθῶντας νὰ ἱκανοποιήσουν ὅσο καλύτερα τὰ πολλὰ σχετικὰ αἰτήματα τῶν κατοίκων  τῶν διαφόρων χωριῶν καὶ ἄλλων περιοχῶν. Ἔτσι, π.χ. τὸν Μάρτιο τοῦ  1899, «ἡ εἰκὼν τῆς Θεομήτορος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» βρισκὀταν σὲ περιοδεία σὲ χωριὰ τοῦ Πηλίου. Τὸ μαθαίνουμε  ἀπὸ ἕνα δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας «Θεσσαλία» τῆς 13 Μαρτίου 1899:

«Ἀπὸ μηνὸς ἤδη ἡ εἰκὼν τῆς Θεομήτορος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς περιέρχεται τὰ χωρία τοῦ Πηλίου εἰς ἅ γίνεται δεκτὴ μετὰ μεγίστης θρησκευτικῆς εὐλαβείας. Περιελθοῦσα ἅπαντα τὰ χωρία τῆς λεκάνης εὑρίσκεται ἤδη εἰς τὸ ἡμίσειαν ὥραν τῆς πόλεώς μας ἀπέχον χωρίον Ἄλλημερια [13] ἀπὸ πέντε ἡμερῶν. Αὔριον Κυριακήν, ἀφοῦ τελεσθῇ ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ κατανυκτικὴ λειτουργία, θέλει ἀναχωρήσῃ ἡ Εἰκὼν περὶ τὴν μεσημβρίαν διὰ Δράκειαν. Ἡ προπομπὴ γενήσεται μεγαλοπρεπὴς τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Ἰωλκοῦ μελλόντων νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν εἰκόνα μέχρι τῶν ὁρίων των, ἐφ’ ὧν θὰ ἀναμένουσι οἱ κάτοικοι τῆς Δρακείας. Πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μας εὐλαβείας ἕνεκεν θέλουσιν ἐκδράμει τὴν πρωίαν τῆς αὔριον μέχρι Ἄλλημεριας».

Τὸν Νοέμβριο τοῦ ἴδιου χρόνου, 1899, ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἡ γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Παναγία τῆς Ξενιᾶς», προσκλήθηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Λάρισας, «ὅπως, διὰ πρεσβειῶν της, ἀπαλλαχθῶσιν οὗτοι τῆς ἐπαράτου νόσου ὀστρακιᾶς».

Ἡ μορφὴ τῆς ἐπιδημίας ἦταν θανατηφόρα. Ἡ ὑποδοχὴ τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας στὸ σιδηροδρομικὸ σταθμὸ τῆς Λάρισας ἦταν «εὐλαβεστάτη» καὶ πάνδημη, ἀφοῦ «τὰ καταστήματα ὅλα ἔκλεισαν».

Τὶς πληροφορίες παίρνουμε ἀπὸ σχετικὸ δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας «Φωνὴ τοῦ Λαοῦ», τῆς 19 Νοεμβρίου 1899:

«Ἡ εἰκὼν τῆς Θεοτόκου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἡ γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Παναγία τῆς Ξενιᾶς», προσεκλήθη ὑπὸ τῶν  Λαρισαίων ὅπως ἀπαλλαχθῶσιν οὗτοι, διὰ πρεσβειῶν της, τῆς ἐπαράτου νόσου ὀστρακιᾶς, ἥτις πολλὰ μέχρι τοῦδε θύματα ἀπέστειλεν εἰς τὸν ἄδην. Εἰς τὴν εἰκόνα ἐγένετο εὐλαβεστάτη ὑποδοχὴ ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ. Τὰ καταστήματα ὅλα ἔκλεισαν, χιλιάδες κόσμου τὴν ἠκολούθησαν, ἐψάλη δὲ ἐν τῇ πλατείᾳ τῶν δικαστηρίων παράκλησις συγκινητική».

Δὲν κατέφευγαν ὅμως στὴν Παναγία μόνο σὲ περιπτώσεις ἀσθενειῶν ἤ ἐπιδημιῶν. Πολὺ συχνὰ καλοῦσαν τὴν Παναγία κοντά τους προκειμένου νὰ ἀπευθύνουν παρακλήσεις καὶ δεήσεις γιὰ τὴν ὑγεία τους καὶ τὴν προστασία τους σὲ περιπτώσεις σοβαρῶν κινδύνων ἤ καὶ σὲ ἐμπόλεμες καταστάσεις.

Σὲ περιόδους πολεμικῶν περιπετειῶν προσκαλοῦσαν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἔκαναν παρακλήσεις γιὰ νὰ διαφυλάξει ἀπὸ τὰ δεινὰ του πολέμου καὶ αὐτοὺς πού ἔμεναν πίσω  ἀλλὰ κυρίως τὰ μαχόμενα στὸ μέτωπο τοῦ πολέμου παιδιά τους.

Στὰ 1913 ὁ Δήμαρχος Ἁλμυροῦ Ἀριστείδης Ἀργυρόπουλος, «αἰτήσει τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἁλμυροῦ», ζήτησε ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς νὰ ἔρθει στὸν Ἁλμυρὸ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας «ὅπως ἐν λιτανείᾳ ἀναπέμψουσιν δεήσεις είς τὸν Ὕψιστον ὑπὲρ τῆς ὑγείας  καὶ διαφυλάξεως τῶν ἐν πολέμῳ πατέρων, ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν αὐτῶν». Τὸ σχετικὸ ἔγγραφο σώζεται ὡς τὶς ἡμέρες μας:

«Ἀριθ. Πρωτ. 50

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 20 Ἰανουαρίου 1913

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Δήμαρχος Ἁλμυροῦ

πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Αἰτήσει τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἁλμυροῦ, παρακαλοῦμεν νὰ ἐξαποστείλητε μετ’ ἀναλὀγου ἀριθμοῦ ἱερομονάχων τὴν σεπτὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ὅπως ἐν λιτανείᾳ ἀναπέμψουσιν δεήσεις εἰς τὸν Ὕψιστον ὑπὲρ τῆς ὑγείας  καὶ διαφυλάξεως τῶν ἐν πολέμῳ πατέρων, ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν αὐτῶν.

Ὁ Δήμαρχος Ἁλμυροῦ

Ἀριστείδης Ἀργυρόπουλος».[14]

Πολὺ συχνὲς ἦταν τέτοιες παρακλήσεις τῶν κατοίκων ὅλης τῆς περιφέρειας Ἁλμυρού  σ’ ὅλες τὶς ἐμπόλεμες καταστάσεις, ὅπως κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τῆς Μικρασιατικῆς Ἐκστρατείας καὶ τοῦ Πολέμου τοῦ 1940.

Ἡ καταφυγὴ αὐτὴ τῶν κατοίκων τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ σὲ κάθε δύσκολη περίσταση στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν συνεχὴς καὶ διαχρονικὴ. Σὲ δημοσιεύματα ἐφημερίδων διασώζονται πάμπολλα τέτοια περιστατικά. Παραλείποντας ὅσα ἀναφέρονται σὲ δημοσιεύματα ἐφημερίδων, τὰ ὁποῖα  ἦταν πάμπολλα, θὰ περιοριστοῦμε  μόνο σὲ ὅσα μαρτυροῦνται ἀπὸ τὰ ἐπίσημα σχετικὰ ἔγγραφα ποὺ διασώθηκαν.

Στὰ 1926 στὴν περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ εἶχε ἐνσκήψει ἡ ἀσθένεια «ἱλαρὰ». Οἱ Φτελιανοὶ, ὅπως ἔκαναν ὅλοι σὲ παρόμοιες περιπτώσεις στὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ, ζήτησαν καὶ πάλι τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Τούτη τὴ φορὰ δὲν ἔβαλαν τὸν δήμαρχο νὰ στείλει τὴν πρόσκληση ἀλλὰ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλία «ὁ Διευθύνων τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἐν Πτελεῷ ἐνοριακοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου»:

«Ὁ Διευθύνων τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἐν Πτελεῷ ἐνοριακοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου

Πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ι. Μ. Ξενιᾶς

Κατόπιν τῆς ὑποβληθείσης ἡμῖν αἰτήσεως τῶν ἐνοριτῶν τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς ἱεροῦ ναοῦ περὶ ἐλεύσεως ἐνταῦθα τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς λόγῳ τῆς ἐνσκηψάσης ἐνταῦθα νόσου ἱλαρᾶς, παρακαλοῦμεν ὅπως διατάξητε ὅ,τι δεῖ ἐπὶ τοῦ προτεινομένου γνωρίζοντες καὶ ἡμῖν ἀπόφασίν σας.

Ἐν Πτελεῷ 5 Φεβρουαρίου 1926

Ὁ Διευθύνων

Παπαγεωργίου».

Τὸν Μάιο τοῦ 1931 ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς βρισκόταν, γιὰ ἄλλη μία φορά, σὲ περιοδεία στὰ χωριὰ τοῦ Πηλίου. Μία σχετικὴ δημοσιογραφικὴ ἀνταπόκριση ἀπὸ τὸ χωριὸ τοῦ Ἁγίου Λαυρεντίου, στὶς 30 Ἀπριλίου 1931, μὲ κατατοπιστικὲς πληροφορίες, ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Σημαία» στὶς 6  Μαΐου 1931, περιγράφει τὸ γεγονός:

«Ἅγιος Λαυρέντιος 30 (τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας). Περιοδεύουσα ἀνὰ τὰ χωρία τοῦ Πηλίου, ἀφίκετο εἰς τὴν κωμόπολίν μας, προερχομένη ἐκ Δρακείας, ἡ πάνσεπτος θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ταύτην ὑπεδέχθη ἔξωθεν τῆς κωμοπόλεώς μας ἅπας ὁ ἱερὸς κλῆρος μετὰ τῶν ἑξαπτερύγων, παρίσταντο δὲ καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ κάτοικοι. Ἡγουμένου τοῦ κλήρου μετὰ τῶν ἑξαπτερύγων, ἀκολουθοῦντος δὲ καὶ τοῦ πλήθους, ἡ πομπὴ μετὰ τῆς σεβασμίου εἰκόνος  διηυθύνθη εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ἐναπετέθη ἡ εἰκών, ἐγένετο ὁ ἀσπασμὸς καὶ ἐψάλη ὁ Παρακλητικὸς Κανὼν τῆς Θεομήτορος. 

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ὁ ναὸς εἶχε πληρωθῇ ἀσφυκτικῶς ὅπου ἐτελέσθη ἡ θεία λειτουργία κατανυκτικώτατα ὑπὸ τοῦ συνοδεύοντος τὴν Ἱερὰν Εἰκόνα αἰδεσιμωτάτου οἰκονόμου Εὐσταθίου Δεληγιάννη, πρώην δημοδιδασκάλου Βόλου, καὶ ἐψάλλη ὁ ἁγιασμός, ὅπου μετὰ τὸ πέρας ἡ Εἰκὼν διηυθύνθη εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου τοῦ Νέου ἐναπετέθη ἐντὸς αὐτοῦ παραμείνασα ἐκεῖ ἐπὶ τετραήμερον.

Τόσον δὲ ἐξεδήλωσεν ἅπασα ἡ κωμόπολίς μας τὸ θρησκευτικόν της αἴσθημα πρὸς τὴν Θεομήτορα ὥστε ἡ ὑποδοχὴ ἧς ἔτυχεν ἐνταῦθα ὑπῆρξεν ἀποθεωτικὴ καὶ συνάμα μεγαλειώδης, ὥστε ὁ συνοδὸς ἱερεὺς κατὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Εἰκόνος, ὡς ἐκ καθήκοντος, ἀπηύθυνε ὡραίαν προσλαλιὰν πρὸς τὸ συναθροισθὲν πλῆθος  τῆς κωμοπόλεώς μας, τονίσας οὐ μόνον τὰ τῆς ὑποδοχῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς θρησκευτικῆς εὐλαβείας τῶν κατοίκων ἀπευθύνας συνάμα εὐχαριστήρια πρὸς τοὺς ἱερεῖς, διδασκάλους καὶ κατοίκους καὶ εὐχετήριον  ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τῶν κατοίκων μας» .

Αὐτὴ ἡ συνεχὴς ζήτηση τῶν κατοίκων τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Εὔβοιας νὰ ὁδηγήσουν οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὶς πόλεις τους, στὰ χωριά τους, στοὺς οἰκισμοὺς τους καὶ στὰ σπίτια τους ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ ἱκανοποιηθεῖ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἀπόλυτα καὶ χωρὶς νὰ δημιουργοῦνται παράπονα, ἰδίως σὲ περιπτώσεις γενικευμένων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, σὲ τέτοιες περιπτώσεις, ὁδηγοῦνταν στὴν ἀνάγκη, πρὶν πάρει ταὶς σχετικὲς ἀποφάσεις, νὰ καταρτίσει προληπτικὰ πρόγραμμα περιοδείας. Ὑπῆρχαν πολλὲς περιπτώσεις, σὲ περιόδους τέτοιων γενικευμένων ἀναγκῶν, ποὺ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο προγραμμάτιζε καὶ ὀργάνωνε τὸ ἴδιο σὲ διάφορες περιοχὲς περιοδεῖες, χωρὶς στὴν προγραμματισμένη αὐτὴ περιοδεία νὰ λαβαίνει ὑπόψη του τὶς ἡμερομηνίες τῶν σχετικὲς αἰτήσεων, ἀφοῦ τοὺς ζητοῦσαν ἀπὸ παντοῦ.

Τὶς περιοδεῖες αὐτὲς τὶς  πραγματοποιοῦσαν οἱ καλόγεροι, ποὺ ὁρίζονταν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο, συνοδεύοντας τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἱερὰ λείψανα ἁγίων. Ὑπῆρχαν περιπτώσεις ποὺ, γιὰ νὰ καλυφθοῦν ὅλες οἱ ἀνάγκες, δημιουργοῦνταν δύο ὁμάδες μοναχῶν καὶ ἔχοντας μαζί τους μία ἀπὸ τὶς δύο θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας, τὴν «Κισσιώτισσα» ἤ τὴν «Ξενιά» καὶ πολλὲς φορὲς καὶ διάφορα λείψανα ἁγίων ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶχε τὸ Μοναστήρι σὲ λειψανοθῆκες, περιόδευαν ἡ κάθε μία ὁμάδα σὲ μία προκαθορισμένη περιοχή, ἀκολουθῶντας ἰδιαίτερο ἡ κάθε μία πρόγραμμα,

Στὸ Ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ καὶ στο Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος σώζονται ὡς σήμερα κάποια τέτοια ἔγγραφα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀντλοῦμε σχετικὲς πληροφορίες.

Οἱ πολλαπλὲς καθημερινὲς αἰτήσεις διαφόρων χωριῶν γιὰ ἐπισκέψεις τῶν μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς στὰ μέρη τους, παράλληλα μὲ τὶς ἄλλες ὐποχρεώσεις καὶ ἀνάγκες τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ διαχείρηση τῶν μεγάλων ἐσόδων ποὺ ἀπέφεραν οἱ περιοδεῖες αὐτὲς δημιουργοῦσαν πολλὰ προβλήματα ἀλλὰ καὶ διαφωνίες καὶ προστριβὲς καὶ παράπονα. Αὐτὸ καταστοῦσε ἀναγκαία σὲ κάποιες περιπτώσεις τὴν ἐπέμβαση τοῦ ἁρμόδιου Μητροπολίτη, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο μερικῶν σχετικῶν ἐγγράφων:

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Πρὸς τοὺς ἱερομονάχους Γρηγόριον Χρήστου καὶ Ἄνθιμον Ἀποστόλου

Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12 καὶ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 6 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου ἡμῶν ἐγνωστοποιήσαμεν πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Λαρίσης[15] τὴν περιοδείαν τῆς ἁγίας εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς ἐπιλεγομένης Ξενιᾶς ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ χάριν ἐλέους καὶ βοηθείας παρὰ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν.

Πρὸς τὸν ἱερὸν τοῦτον σκοπὸν σᾶς παραδίδωμεν τὴν ἱερὰν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς ἐπιλεγομένης Ξενιᾶς καὶ τὴν ἀργυρὰν θήκην τὴν περιέχουσαν τὰ ἅγια λείψανα τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου τοῦ θαυματουργοῦ καὶ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Τρύφωνος καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μεταβῆτε εἰς περιοδείαν.

Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς 17 Μαρτίου 1891

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ξενιᾶς

ὁ ἡγούμενος Γαλακτίων Εὐσταθίου

ὁ ἱερομόναχος Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου

ὁ ἱερομόναχος Σπυρίδων Χρήστου

Ὑπῆρχαν καὶ περιπτώσεις ποὺ οἱ ἐπεμβάσεις τοῦ ἁρμόδιου Μητροπολίτη ἔφταναν σὲ λεπτομέρειες στὸν ὁρισμὸ τῶν ὑπεύθυνων γιὰ τὶς περιοδεῖες καλογέρων ἀφαιρῶντας κάθε ἁρμοδιότητα ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο.

Στὴν παρακάτω περίπτωση ὁ ἁρμόδιος Ἐπίσκοπος Λαρίσης Νεόφυτος, ἐνῶ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα, ρύθμιζε ἀπὸ ἐκεῖ σχετικὰ θέματα:

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ι. Μ. Ξενιᾶς.

Ἀπαντῶντες εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 65 καὶ 112 Νοεμβρίου ἔγγραφα ὑμῶν γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἐξεδόθησαν αἱ αἰτηθεῖσαι ἄδειαι ἵνα ἐξέλθωσιν οἱ πατέρες ὅπως ψάλωσι ἁγιασμόν εἰς τοὺς Δήμους εἰς τοὺς ὁποίους προσεκλήθησαν.

Ἐπειδὴ δὲ ἔχει ἀνάγκην ὁ εἷς τῶν συμβούλων, πανοσιότατος Σπυρίδων Χρήστου, ἵνα ἀπουσιάσῃ ἐκ τῆς Ἱερᾶς ὑμῶν Μονῆς διορίζομεν, ὡς προσωρινὸν ἀντικαταστάτην του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Μονῆς, τὸν πανοσιότατον Ἀγαθάγγελον Δημητρίου, ὅστις θὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα τοῦ συμβούλου.

Ὁ Λαρίσης

Νεόφυτος

Ἐν Ἀθήναις  1892 Νοεμβρίου 30».

Περιοδεῖες τῆς «ἁγίας εἰκόνος» ὀργανώνονταν ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ξενιᾶς καὶ γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἔτσι στὰ 1894 διοργωνώθηκαν περιοδεῖες «χάριν τῆς ἐπιδιορθώσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς», πάντοτε ὅμως μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Λαρίσης Νεόφυτο νὰ ὁρίζει τὶς λεπτομέρειες:

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ἐν Λαρίσῃ τῇ 21 Σεπτεμβρίου 1894

Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 244 καὶ τοῦ παρόντος ἡμετέρου ἐγγράφου ἐγράψαμεν ὑμῖν ὅτι προσεδιορίσθησαν παρ’ ἡμῶν οἱ πατέρες οἵτινες θὰ ἐξέλθωσιν μετὰ τῆς ἁγίας εἰκόνος ὅπου ἤθελον προσκληθεῖ.  Εἶναι δὲ οὗτοι ὁ προηγούμενος κύριος Γαβριὴλ, ὁ πατὴρ Στέφανος χάριν τῆς ἐπιδιορθώσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Ἄν δὲ ὁ προηγούμενος κύριος Γαβριὴλ δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἄς τὸν ἀντικαταστήσῃ ἕτερον μέλος ἐκ τῶν πατέρων.

Ὁ Λαρίσης Νεόφυτος».

Πολλὲς ἦταν οἱ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες οἱ συγγενεῖς κάποιων ἀσθενῶν ἤ ὅποιοι ἄλλοι ἐνδιαφέρονταν γι’ αὐτοὺς ὁδηγοῦσαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς τοὺς ἀσθενεῖς τους γιὰ μόνιμη ἐκεῖ ἐγκατάσταση καὶ θεραπεία, ἰδιαίτερα ὅσους ἔπασχαν ἀπό κάποιο εἶδος ἐπιληψίας ἤ κάποιου ἄλλου παρόμοιου εἴδους ψυχικὴ ἀσθένεια.

Ἡ θεραπεία τέτοιου εἴδους «περίεργων» καὶ «ἀνεξήγητων», γιὰ τὴν ἀντίληψη τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἀσθενειῶν, προξενοῦσε μεγαλύτερη ἐντύπωση ἀπὸ κάθε ἄλλου εἴδους θεραπεία καὶ θεωροῦνταν ὅτι αὐτὴ πραγματοποιοῦνταν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μὲ θεϊκὴ ἐπέμβαση.

Ἡ θεραπεία μιᾶς τέτοιας ἀσθένειας ἦταν μὲν ὁπωσδήποτε ἕνα «θαῦμα» ὅπως τόσα ἄλλα θαύματα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀλλὰ ἦταν ἕνα «θαῦμα» πολὺ πιὸ ἐντυπωσιακὸ. Ἦταν ἕνα «θαῦμα» «ξένο», ἀσυνήθιστο, πολὺ παράξενο, σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλλα θαύματα γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ «ἐξηγηθεῖ». Ἕνα τέτοιο θαῦμα «ξένο» μόνο μὲ τὴ μεσολάβηση τῆς Παναγίας «Ξενιᾶς» μποροῦσε νὰ γίνει καὶ νὰ καταπλήξει ὅσους τὸ ἔβλεπαν ἤ τὸ πληροφοροῦνταν.

«Δαιμονιῶντας γὰρ καὶ παραλύτους Δέσποινα ἐξιᾶται παραδόξως» μᾶς λέει γιὰ τὴν Παναγία Ξενιὰ ὁ ψαλμωδὸς:

«Ξένα θαύματα, Ξενιὰ Θεοχαρίτωτε, ἐπισκιάσει σου, ἡ σὴ ἁγία Εἰκών, τελεῖ καταπλήττοντα, ἡμῶν τὴν ἔννοιαν. Δαιμονιῶντας γὰρ καὶ παραλύτους Δέσποινα ἐξιᾶται παραδόξως» .

 

Ὑπάρχουν πολλὰ τέτοια περιστατικὰ  «καταπλήττοντα, ἡμῶν τὴν ἔννοιαν». Δὲν θὰ ἀναφέρουμε ὅσα παρόμοια γεγονότα διατηρήθηκαν στὶς σχετικὲς προφορικὲς παραδόσεις, οἱ ὁποῖες στὴν ἐποχή μας εἶναι τόσο πολὺ ἀπόμακρες ὥστε νὰ ἔχουν σχεδόν ξεχαστεῖ.

Θὰ παρουσιάσουμε κάποια γραπτὰ κείμενα ποὺ, παρ’ ὄλη τὴν καταστροφὴ τοῦ Ἀρχείου τοῦ Μοναστηριοῦ, ἔχουν διασωθεῖ ὡς τὶς ἡμέρες μας.

Στὰ 1896, μὲ φροντίδα τοῦ Δημάρχου Φερῶν (Βελεστίνου), μεταφέρθηκε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς «ὁ Μιχαὴλ Κουκούλιας, κάτοικος Βελεστίνου τοῦ Δήμου Φερῶν», ὁ ὁποῖος ἔπασχε  «ἐξ ἐπιληψίας ἀπὸ τῆς παιδικῆς του ἡλικίας». Ὁ Δήμαρχος Φερῶν παρακαλοῦσε μὲ ἔγγραφό του τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς νὰ δεχθεῖ τὸν πάσχοντα «πρὸς θεραπείαν τῆς νόσου».

Ὁ ἀσθενὴς συνοδευόταν καὶ μὲ τὸ σχετικὸ ἰατρικὸ πιστοποιητικὸ τοῦ  γιατροῦ τοῦ Δήμου, τοῦ ὁποίου μάλιστα ἐπικυρωνόταν τὸ γνήσιο τῆς ὑπογραφῆς του:

«Πιστοποιητικὸν ἰατροῦ

Ὁ ὑποφαινόμενος ἰατρὸς Ἀνδρέας Παπουτσόπουλος, δοὺς ἐφάπαξ τὸν δι’ ἰατροὺς διὰ δικαστικῆς πράξεως νενομισμένον ὅρκον, πιστοποιῶ ὅτι ὁ Μιχαὴλ Κουκούλιας, κάτοικος Βελεστίνου, τοῦ Δήμου Φερῶν, πάσχει ἐξ ἐπιληψίας ἀπὸ τῆς παιδικῆς του ἡλικίας.

Βελεστῖνον τῇ 30 Ἀπριλίου  1896

ὁ ἰατρὸς

(ὑπογραφή)

Ἐπικυροῦται τὸ γνήσιον τοῦ ἀνωτέρω ὑπὸ τῆς ἀνωτέρω ὑπογραφῆς τοῦ παρ’ ἡμῖν δημοτικοῦ ἰατροῦ Ἀνδρέου Παπουτσοπούλου.

Παρακαλεῖται τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ὅπως δεχθῇ τὸν πάσχοντα εἰς τὴν Μονὴν πρὸς θεραπείαν τῆς νόσου.

Βελεστῖνος 30  Ἀπριλίου 1896

Ὁ δήμαρχος Φερῶν

α.α.

ὁ δημαρχῶν πάρεδρος

Κ. Ζησόπουλος».

Στὶς 5 Σεπτεμβρίου 1937, ἡ μοναχὴ Παρθενία Κ. Ἀνδρομανάκου, ἀπὸ τὴ Νάουσα, ἔστειλε τὴν παρακάτω ἐπιστολὴ, στὸν ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς εἶχε γίνει δεκτὸς ὁ ἀδερφὸς της Μόδεστος ποὺ ἔπασχε προφανῶς ἀπὸ κάποια παρόμοιου εἴδους ἀσθένεια. Ἡ μοναχὴ Παρθενία εὐχαριστῶντας τὸν ἡγούμενο γιὰ τὶς φροντίδες του, τὸν παρακαλοῦσε «θερμῶς μετὰ δακρύων» νὰ ἐξακολουθήσει νὰ τὸν ἔχει κοντά του:

«Ἐν Ναούσῃ τῆ 5  Σεπτεμβρίου 1937

Εὐλογεῖτε.

Πανοσιολογιότατε, πάτερ Καλλίνικε, ἀσπάζομαι τὴν ἁγίαν δεξιάν σας καὶ ζητῶ τὰς ἁγίας εὐχάς σας.

Ἀπεφάσισα, σὺν Θεῶ, νὰ σᾶς γνωρίσωμεν διὰ μέσου ἐπιστολῆς τὴν ἁγιοσύνην σας, ἅς ἔχομεν καλὰς συστάσεις διὰ τὴν εὐγενῆ καλωσύνην σας ὅπως ἐδέχθητε εἰς τὰς ἁγίας ἀγκάλας σας τὸν περιπλανώμενον καὶ τετραυματισμένον μας ἀδελφὸν Μόδεστον καὶ δὲν ἔχομεν λόγους ἁρμοδίως νὰ σᾶς εὐχαριστήσωμεν.

Ὅ,τι ἐκάματε εἰς αὐτὸν τὸν ἀσθενῆ εἰς τὸν Χριστὸν τὸ ἐκάματε καὶ ὁ μισθός σας νὰ εἶναι αἰώνιος εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. Εὐχόμεθα ἐκ ψυχῆς καὶ καρδίας καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ νὰ σᾶς τὸ ἀνταμείψῃ  ὁ Κύριος μυριοπλασίως.

Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸ θάρρος καὶ τὴν τιμὴν ἐνώπιόν σας νὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς μετὰ δακρύων ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ τὸν ἔχετε πάντοτε πλησίον σας, νὰ μὴν τὸν ἀφήσετε νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ τῆς καλῆς καὶ εὐσεβοῦς συνοδείας σας διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ. Πάρα πολὺ σᾶς παρακαλοῦμεν ἄν ἔχῃ καὶ καμμίαν ἰδιοτροπίαν ἄς εἶναι τῆς ἀσθενείας του καὶ νὰ μὴν τὸν ξεσυνερίζεστε διότι τρέμει ἠ ψυχή μου ἄν φύγῃ καὶ σᾶς χωριστῇ.

Εἶναι δύσκολο καὶ τὸ μόνο ἀδύνατον νὰ εὕρῃ ἄλλον ὅπως τὴν ἁγιοσύνην σας διὰ νὰ ἀναπαυθῇ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλοῦμεν θερμῶς ἀπαντήσατέ μας πῶς εἶναι εἰς τὴν ὑγείαν του καὶ ὁ Χριστὸς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἅγιον ἐνδιαφέρον τῆς πατρικῆς σας ἀγάπης.

Σᾶς ζητῶ συγνώμην διὰ τὴν ἐνόχλησιν καὶ τὰς ἁγίας εὐχάς σας.

Παρθενία Κ. Ἀνδρομανάκου

        Μοναχή».

Στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς εὕρισκαν καταφύγιο, εὕρισκαν ἄσυλο καὶ τὴ σχετικὴ περίθαλψη καὶ περιποίηση, εὕρισκαν τὴ γαλήνη καὶ τὴ θεραπεία πολλοὶ τέτοιοι «δαιμονιῶντες».

Δὲν κατέφευγαν ὅμως  στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς οἱ κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς ἀλλὰ καὶ ἄλλων περιοχῶν μόνο στὶς δύσκολες περιπτώσεις, σὲ περιόδους ἐπιδημιῶν, ἀνομβριῶν καὶ ἄλλων κακῶν ζητῶντας τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας. Ἤθελαν τὴν εὐλογία τῆς Παναγίας καὶ προληπτικά. Καλοῦσαν, λοιπόν, νὰ ἔρθει κοντά τους ἡ Παναγία, νὰ στείλουν οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ χωριό τους ἁπλὰ καὶ μόνο «πρὸς ἁγιασμόν τους».

Στὰ 1929, π.χ., γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ μία μόνο περίπτωση γιὰ τὴν ὁποία σώθηκε ὡς τὶς ἡμέρες μας ἕνα σχετικὸ ἔγγραφο, ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδας, ἱκανοποιῶντας τὴν ἐπιθυμία τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ Δοκοῦ, ζήτησε νὰ μεταφερθεῖ ἐκεῖ ἡ εἰκόνα τῆς  Παναγία  Ξενιᾶς προκειμένου νὰ ἱκανοποιηθεῖ ὁ «πόθος πρὸς ἁγιασμόν των» τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δοκοῦ:

«Ἑλληνικὴ Δημοκρατία

Ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος

Ἐν Χαλκίδι 9  Μαΐου 1929

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος κ. κ. Γερμανόν.

Συγκοινωνοὶ γενόμενοι τοῦ πόθου τῶν εὐσεβῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δοκοῦ τῆς ὑφ’  ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως περὶ μεταφορᾶς τῆς σεπτῆς εἰκόνος τῆς ἁγίας Θεοτόκου Ξενιᾶς πρὸς ἁγιασμόν των, παρακαλοῦμεν τὴν ὑμετέραν φίλην Σεβασμιότητα ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πόθου τῶν ἀνωτέρω, γνωσίσῃ δὲ ἡμῖν τὴν ἀκριβῆ ἡμέραν τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεως τῆς ἁγίας εἰκόνος. Ἐπιδηλοῦμεν ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς κ.τ.λ. θὰ ἐπιβαρύνουσιν τοὺς αἰτοῦντας.

Ἀγαπητὸς ἐν Κυρίῳ ἀδελφός

Ὁ Χαλκίδος Γρηγόριος».

Κλείνοντας τὸ κεφάλαιο τοῦτο νιώθουμε πιεστικὰ τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναφωνήσουμε μαζὶ μὲ τὸν ψαλμωδό:

«Τῶν Θετταλῶν αἱ χορεῖαι τῇ σῇ Μονῇ συντρέχουσαι, τὴν ἱερὰν Σου Εἰκόνα περικυκλοῦσι καὶ πίστει καὶ φόβῳ βοῶσι Σοι, Κόρη. Θαυμαστὴ ἡ πρὸς ἡμᾶς ἔλευσίς Σου, Δέσποινα, διὰ τοῦ Σοῦ ἐκτυπώματος!  Ἀγαθῶν γὰρ μυρίων πρόξενος, γέγονας, καὶ πᾶσαν γλῶσσαν κινεῖς πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου. Ἀλλ’, ὦ Ξενιά Πανύμνητε, δίδου ἡμῖν τὴν Σὴν προστασίαν κινδύνων καὶ θλίψεων ἐξαίρουσα τοὺς προσιόντας τῇ πρεσβείᾳ Σου.»

 

  1. Γεωργῶν βοηθὸς

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀκόμα χρόνια τῆς ἵδρυσής του, ἦταν γιὰ ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, τὸ ἀσφαλέστερο καταφύγιο σὲ κάθε εἴδους κίνδυνο καὶ σὲ κάθε δύσκολη κατάσταση καὶ περίσταση,  σὲ κάθε τους μεγάλη ἀνάγκη. Σ’ αὐτὸ κατέφευγαν γιὰ νὰ ζητήσουν τὴ βοήθεια καὶ τὴν προστασία ποὺ ἀπαιτοῦνταν σὲ κάθε ἀναπάντεχη συμφορά. Ἡ «Παναγία Κοίμηση» ἤ ἡ «Παναγία Ξενιὰ» ἦταν γι’ αὐτοὺς ὁ μεγάλος προστάτης τους, τὸ πιὸ ἀσφαλὲς καταφύγιό τους  σὲ ὅποια ἀνυπέρβλητη γιὰ τὶς δυνάμεις τους δυσκολία ἀντιμετώπιζαν καὶ σὲ ὅποιο γενικὸ ἤ καὶ ἀτομικὸ πρόβλημα τοὺς ἀπασχολοῦσε.

Ἰδιαίτερα οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ κτηνοτρόφοι, οἱ ὁποῖοι στὴν ευρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἀποτελοῦσαν διαχρονικὰ τὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ πληθυσμοῦ, ἰδιαίτερα μάλιστα στὶς πιὸ παλιὲς ἐποχές, ὅπως αὐτὲς τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας καὶ τῆς τουρκοκρατίας, λάτρευαν κυριολεκτικὰ τὴν Παναγία καὶ ἔνιωθαν ἀπόλυτα ἐξαρτημένοι ἀπὸ αὐτὴν καὶ τὴν εὔνοιά της. Πίστευαν ἀπόλυτα ὅτι ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή τους, ἡ ἴδια ἡ ἐπιβίωσή τους, ὁλόκληρη ἡ ζωή τους, ἡ περιουσία τους, ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ προστασία τῆς οἰκογένειάς τους, ἡ ἐξασφάλιση τῆς ἐσοδείας τους καὶ ἡ ζωὴ τῶν κοπαδιῶν τους βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τῆς Παναγίας, τὴν εὔνοια τῆς ὁποίας ἔπρεπε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐξασφαλίζουν. Ἔνιωθαν ἀσφαλισμένοι ἔχοντας βοηθὸ καὶ συμπαραστάτη τὴν Παναγία. Πίστευαν ὅτι θὰ εἶχαν ἕνα σίγουρο προστάτη σὲ κάθε τους μεγάλη δυσκολία, ἐὰν ζητοῦσαν τὴ βοήθειά της.

Τὴν Παναγία τὴν ἤθελαν καὶ τὴν ἔνιωθαν ὡς τὸν πιὸ ἄμεσο, τὸν πιὸ ἐνεργὸ καὶ τὸν πιὸ σίγουρο συμπαταστάτη τους. Τὴν Παναγία ἐπικαλοῦνταν ὅταν ἀπειλοῦσε νὰ καταστρέψει τὴν παραγωγή τους κάποιος ὕπουλος ἐχθρὸς, ὅπως οἱ ἀκρίδες ἤ οἱ ποντικοὶ ἤ ἡ παρατεταμένη ἀνομβρία ἤ κάποια ἀρρώστια. Τὴν Παναγία θὰ ἔσπευδαν νὰ παρακαλέσουν νὰ τοὺς στείλει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν ἀπαραίτητη γιὰ τὴ γεωργία ζωογόνο βροχὴ ὅταν τὰ σπαρτά τους καὶ οἱ ἄλλες φυτικὲς καλλιέργειες κινδύνευαν νὰ ἀφανισθοῦν ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ παρατεταμένη ἀνομβρία.

Ὅταν οἱ τέτοιου εἴδους  κίνδυνοι γίνονταν πολὺ ἀπειλητικοὶ καὶ ἔντονοι καὶ ὅλοι ἐκτιμοῦσαν ὅτι τοὺς ἦταν ἀπαραίτητη πλέον ἡ βροχή, κατάφευγαν στὴ  μὸνη  τους  ἐλπίδα, τὴν Παναγία. Πιστεύοντας ὅτι ἡ ἄμεση ἐπέμβαση τῆς Παναγίας ἦταν ἡ μόνη σωτηρία τους παρακαλοῦσαν τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τους νὰ ἔρθουν κοντά τους μὲ τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἀπὸ τὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ κάνουν λιτανεία. Μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς ἱερεῖς τους καὶ τοὺς συνοδοὺς τῆς εἰκόνας μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ, πραγματοποιοῦσαν, διασχίζοντας τὶς ἀγροτικές τους ἐκτάσεις μὲ τὶς καλλιέργειες καὶ τὰ ἄλλα σπαρτά τους, λατρευτικὲς καὶ ἱκετευτικὲς λιτανεῖες, παρακαλῶντας συνεχῶς τὴν Παναγία νὰ διώξει μακριὰ ἀπὸ τὰ χωράφια τους τὶς φθοροποιὲς ἀκρίδες, νὰ ἐξαφανίσει τοὺς ποντικοὺς ἤ νὰ ἀνοίξουν οἱ οὐρανοὶ νὰ πέσει βροχὴ καὶ νὰ σωθοῦν τὰ σπαρτά τους ἀπὸ τὴν ξηρασία.

Πολὺ παραστατικὰ ἀπέδωσε τὴν πίστη αὐτὴ ὁ ψαλμωδὸς:

«Ὁ τῶν θαυμάτων σου φθόγγος, οὐ μόνον τῶν Θετταλῶν τὰς χώρας κατέλαβεν ἀλλὰ πᾶσαν Ἐκκλησίαν συναγείρει πρὸς αἶνον τῆς δόξης Σου, Ὑπερένδοξε Δέσποινα. Πανταχοῦ γὰρ προφθάνεις καὶ πᾶσι παρέχεις σωτηριώδη δωρήματα, ἀσθενοῦντας γὰρ ἰᾶσαι, ἀκρίδος πληγὴν ἀφανίζεις καὶ τῇ διψώσῃ γῇ κατάγεις ὑετὸν ἄφθονον, τῇ τῆς Εἰκόνος Σου χάριτι. Ἀλλ’, ὦ Πανύμνητε Θεοτόκε, μὴ παύσῃ σκέπουσα ἡμᾶς ἐκ πάσης περιστάσεως».

Στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, παρ’ ὅλες τὶς μεγάλες καταστροφὲς καὶ τὶς ἀπώλειες ποὺ αὐτὸ ἔχει ὑποστεῖ κατὰ καιροὺς ἀπὸ τὶς διάφορες δύσκολες περιστάσεις ποὺ ὑπῆρξαν στὴν περιοχή, σώζονται ἀκόμη κάποιες γραπτὲς μαρτυρίες, ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὴν πραγματοποιηση πάνδημων ἱκετευτικῶν καὶ λατρευτικῶν λιτανειῶν.

Ἀνάγλυφη  καὶ ζωντανὴ παρουσιάζεται στὰ ἔγγραφα αὐτὰ, παρ’ ὅλη  τὴν λιτότητα τῶν γραπτῶν κειμένων τῶν ὑπηρεσιακῶν ἐγγράφων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ βαθειὰ πίστη τῶν ἀνθρώπων στὴ θεϊκὴ δύναμη καὶ ἡ ἀπόλυτη βεβαιότητά τους γιὰ τὴν βεβαία καὶ ἄμεση  ἀνταπόκριση τοῦ Θεοῦ στὸ αἴτημά τους.

Ἡ αἴσθηση τῆς ἀπόλυτης αὐτῆς βεβαιότητας, τῆς βαθιᾶς πίστης τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅτι ἡ Παναγία, ὅταν ἐπικαλεσθοῦν τὴ βοήθειά της, θὰ ἔρθει ὁπωσδήποτε ἀρωγὸς στὰ αἰτήματά τους, προκαλεῖ καὶ σήμερα ἀκόμα συγκλονιστικὲς ἐντυπώσεις, σὲ ὅσους διατηροῦν στὴ μνήμη τους σχετικὲς εἰκόνες.

Πόσο συγκινητικὸ ἦταν τὸ θέαμα ἑκατοντάδων ἀνθρώπων νὰ ἀκολουθοῦν τὴ λιτανεία γιὰ πρόκληση βροχῆς καὶ οἱ ὁποῖοι, ὄντας βέβαιοι γιὰ τὴν ἄμεση ἀνταπόκριση τῆς Παναγίας στὶς  ἱκεσίες τους,  ἔπαιρναν μαζί τους ὀμπρέλες;

Σώζονται ὡς τὶς ἡμέρες μας δεκάδες ἔγγραφα κοινοτικῶν ἀρχῶν μὲ τὰ ὁποῖα ζητοῦσαν νὰ τοὺς στείλουν οἱ μοναχοὶ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς «Ξενιᾶς» ἤ τῆς «Κοίμησης» γιὰ νὰ λιτανεύσουν. Παραθέτουμε στὴ  συνέχεια μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὰ παραπάνω.

Τὸν Μάρτιο τοῦ 1891 ἡ παρατεταμένη ἀνομβρία μάστιζε τὶς καλλιέργειες τῆς περιφέρειας τοῦ Δήμου Βοίβης. Ὁ ἁρμόδιος δήμαρχος, προφανῶς ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονα αἰτὴματα τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς του, ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς παρακαλῶντας τον νὰ στείλει στὴν περιοχή του τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας γιὰ τέλεση ἱκετευτικῆς λιτανείας:

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Δήμαρχος Βοίβης πρὸς τὸν Πανοσιότατον Ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πᾳναγίας Ξενιᾶς.

Παρακαλῶ ὑμᾶς ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ πέμψητε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς καθ’ ὑμᾶς Μονῆς καὶ τελέσῃ λιτανείαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ καθ’ ἡμᾶς Δήμου διὰ τὴν ἀνομβρίαν, ἥτις μαστίζει τὸν τόπον.

Κανάλια, 20 Μαρτίου 1891

ὁ Δήμαρχος

Γ. Α. Γιωργαντῆς».

Τὴν ἴδια χρονιά, 1891, οἱ καλλιέργειες τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τῆς Πελασγίας ἀπειλοῦνταν ἀπὸ τὰ σμήνη τῶν ἀκρίδων ποὺ εἶχαν ἐνσκήψει ἐκεῖ καὶ κατέτρωγαν «ἁπαξάπαντα τὰ γεννήματα». Ὁ Δήμαρχος τῆς «Κρεμαστῆς Λαρίσης», ὅπως ἐπονομαζόταν ἡ περιοχὴ τῆς Πελασγίας τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἔστειλε ἀπὸ τὸ Γαρδίκι,[16] τὴν πρωτεύουσα τοῦ Δήμου, ὕστερα ἀπὸ παράκληση τῶν κατοίκων, ἔγγραφο μὲ τὸ ὁποῖο ζητοῦσε τὴ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ γιὰ τὴ λύση τοῦ προβλήματος:

«Πρὸς τὸν Πανοσιότατον Ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὅπως παρακαλέσω ὑμᾶς, καὶ ἐκ μέρους τῶν συνδημοτῶν μου, ὅπως εὐρεστηθῆτε καὶ ἐπιτρέψητε τὴν ἄφιξιν τῆς σεπτῆς εἰκόνος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Δήμου πρὸς ἐξολόθρευσιν τῆς ἐνσκηψάσης ἀκρίδος ἐξ ἧς ἀπειλεῖται ἡ καταστροφὴ ἁπαξαπάντων τῶν γεννημάτων.

Ἐὰν ἡ ὑμετέρα Πανοσιότης καὶ τὸ παρ’ ὑμῖν ἡγουμενικὸν συμβούλιον ἀποφασίσῃ τὴν ἔλευσιν τῆς σεπτῆς εἰκόνος, παρακαλῶ ἵνα τοῦτο γεννήσεται μέχρι τὸ πολὺ τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς καὶ πρὸς τούτοις ὅπως παρακληθεῖτε καὶ εἰδοποιήσητε ἡμᾶς τηλεγραφικῶς διὰ νὰ εἰδοποιήσωμεν τὰ ἀνάλογα πρόσωπα ἅτινα θὰ μεταβῶσιν αὐτόσε[17] πρὸς παραλαβὴν αὐτῆς.

Περὶ τῆς καταφατικῆς ἀποφάσεως σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς πληροφορήσετε.

Ἐν Γαρδικίῳ τῇ 12 Μαΐου 1891

ὁ Δήμαρχος Κρεμαστῆς Λαρίσης».

Τὸ «παρακαλῶ ἵνα τοῦτο γεννήσεται μέχρι τὸ πολὺ τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς» φανερώνει ἀνάγλυφα ὅτι ἡ κατάσταση στὴν περιοχὴ τῆς Πελασγίας ἦταν ἀπελπιστικὴ καὶ ἡ θεϊκὴ ἐπέμβαση ἔπρεπε νὰ ἦταν ἄμεση.

Τὴν ἴδια ἐποχή, Μάιος μήνας τοῦ 1891, ποὺ ἦταν καὶ ὁ μήνας κατὰ τὸν ὁποῖο πραγματοποιοῦνταν συνήθως οἱ ἐπιδρομὲς τῶν σμηνῶν τῶν ἀκρίδων, σμήνη ἀκρίδων εἶχαν ἐνσκήψει καὶ στὶς περιοχὲς τῆς Σούρπης, τοῦ Πτελεοῦ καὶ τοῦ Ἁλμυροῦ.

Ὁ Δήμαρχος «Πτελεατῶν», μὴν ἔχοντας καὶ αὐτὸς ἄλλο ἀποτελεσματικότερο μέσο ἀντιμετώπισης τοῦ κινδύνου, ζήτησε μὲ  ἔγγραφό του τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας:

«Πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον Ξενιᾶς

Παρακαλοῦμεν νὰ διατάξητε ἕναν τῶν παρὰ τῇ Μονῇ ἱερομονάχων ὅπως μετὰ τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου μεταβῇ ἐνταῦθα καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς τοῦ Δήμου χωρίοις πρὸς ἐπιτέλεσιν δεήσεων διὰ τὴν ἐξολόθρευσιν τοῦ φθοροποιοῦ ἐντόμου τῆς ἀκρίδος.

Ἐν Σούρπῃ[18] τῇ 16 Μαΐου 1891

Ὁ Δήμαρχος Πτελεατῶν» .

Τὰ σμήνη τῶν ἀκρίδων εἶχαν ἐνσκήψει παντοῦ, τὸν Μάιο τοῦ 1891. Ὁ Δήμαρχος τοῦ Πλατάνου, ἱκανοποιῶντας «τὴν ἔνθερμον παράκλησιν» τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Πλατάνου, ζήτησε καὶ αὐτὸς τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας «πρὸς ἐξαφάνισιν τῆς φθοροποιοῦ ἀκρίδος».

Γνωρίζοντας μάλιστα ὁ Δήμαρχος Πλατάνου ὅτι οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο βρίσκονταν σὲ περιοδεία μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας σὲ ἄλλα μέρη, γιὰ τὸν ἴδιο σκοπὸ, παρακαλοῦσε τὸν ἡγούμενο νὰ παρουσιάσει «τὴν σπουδαιότητα τῆς παρακλήσεως ταύτης πρὸς τοὺς περιοδεύοντας μετ’  αὐτῆς ἱερομονάχους», γιατὶ εἶχε στείλει καθυστερημένα τὴν παράκλησή του, στὶς 28 Μαΐου. Ζητοῦσε, κατὰ κάποιον τρόπο, προτεραιότητα ἔναντι τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης εἶχαν ὑποβάλει τὸ ἴδιο αἴτημα, ἀλλὰ εἶχαν προηγηθεῖ χρονικά, γιατὶ ὁ κίνδυνος στὴν περιοχὴ τοῦ Πλατάνου ἦταν ἄμεσος. Ζητοῦσε περίπου τὴν κατ’ ἐξαίρεση παραβίαση τῆς προγραμματισμένης καὶ προκαθορισμένης πορείας τῆς περιοδείας ἐξαιτίας τοῦ πιὸ ἐπείγοντος τῆς δικῆς τους  ἀνάγκης:

«Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον καθηγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως ταύτης θερμῶς μὲ παρεκάλεσαν, ἕνεκεν τῆς ἄκρας εὐλαβείας πρὸς τὴν μεγάλην ἱερὰν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, ὅπως διαβιβάσω τὴν ἔνθερμον ταύτην παράκλησιν πρὸς  τὴν ὑμετέραν σεβασμιότητα ἵνα γράψητε καὶ παρουσιάσητε τὴν σπουδαιότητα τῆς παρακλήσεως ταύτης πρὸς τοὺς περιοδεύοντας μετ’  αὐτῆς ἱερομονάχους ὅπως μεταφέρωσι ἐνταῦθα τὴν ἱερὰν ταύτην καὶ θαυματουργὸν εἰκόνα πρὸς τέλεσιν ἁγιασμῶν καὶ λιτανείας πρὸς ἐξαφάνισιν τῆς φθοροποιοῦ ἀκρίδος.

Πλάτανος 28 Μαΐου 1891

ὁ Δήμαρχος Πλατάνου» .

Ὄπως γίνεται φανερὸ οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ, σὲ παρόμοιες περιόδους συνεχῶν αἰτημάτων βοήθειας, συνοδεύοντας τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, βρίσκονταν σὲ συνεχῆ περιοδεία ἀπὸ  χωριὸ σὲ χωριὸ χωρὶς νὰ ἔχουν κάποιο ἐλεύθερο χρονικὸ διάστημα προκειμένου νὰ ἐπιστρέψουν στὸ μεταξὺ στὴν ἕδρα τους. Ἔτσι οἱ ἐντολὲς τοὺς διαβιβάζονταν μὲ ἀποσταλμένους ἀπὸ τὸ Μοναστήρι στὰ μέρη ποὺ βρίσκονταν περιοδεύοντας.

Αὐτὴ ἡ πίστη τῶν κατοίκων στὴν εὐεργετοποιὸ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας στὶς δύσκολες στιγμές τους ἔχει ἀποτυπωθεῖ καὶ στοὺς εἰδικοὺς ὕμνους ποὺ συντέθηκαν γιὰ νὰ λατρεύουν καὶ νὰ εὐχαριστοῦν τὴν Παναγία γιὰ τὴν προστασία ποὺ τοὺς παρεῖχε:

«Δυνάμει θείᾳ ἐνέκρωσας, τὰ σμήνη τῶν ἀκρίδων Πανάμωμε, καὶ χαρᾶς ἔπλησας, τοὺς κατιδόντας τὸ θαῦμα σου, καὶ ἤνεσαν Παρθένε    τὰ   μεγαλεῖα σου.»

«Ἀκρίδος τὸν ἑσμόν, ἀπενέκρωσε Κόρη, ἡ χάρις ἡ πολλή, τῆς σεπτῆς σου Εἰκόνος, καὶ ἄνωθεν κατήγαγε, πληθὺν ὄμβρων ὥς γέγραπται, καὶ κατήρδευσε, τὴν γῆν αὐχμῷ ξηρανθεῖσαν. Ὅθεν μέλπομεν, τῆς πρὸς ἡμᾶς σου προνοίας, τὸ μέγεθος Δέσποινα.»

Πολὺ συχνὰ ζητοῦσαν τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας Ξενιᾶς οἱ κάτοικοι τοῦ Πλατάνου. Στὰ 1891 ζήτησαν τὴν βοήθεια της Παναγίας «πρὸς ἐξαφάνισιν τῆς φθοροποιοῦ ἀκρίδος», ὅπως ἀναφέρθηκε παραπάνω. Ὄντας σίγουροι γιὰ τὴν βέβαιη ἐπέμβασή της, ἀφοῦ εἶχαν ἰδεῖ καὶ στὸν προηγούμενο χρόνο νὰ ἐκπληρώνεται ἡ παράκλησή τους, ἐπανέλαβαν τὴν πρόσκλησή τους καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος. Γιὰ νὰ μὴν καθυστερήσει μάλιστα ἡ θαυματουργὸς ἐπέμβαση τῆς Παναγίας καὶ γιὰ νὰ μὴν προηγηθοῦν παρόμοια αἰτήματα ἄλλων, τούτη τὴ χρονιὰ ὁ Δήμαρχος Πλατάνου ἔστειλε πιὸ νωρὶς τὴν αἴτησή του, στὶς 8 Μαΐου:

«Πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον Ξενιᾶς

Κατ’ αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως ἀποστείλατε σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ διατάξητε τοὺς εὑρισκομένους ἱερομονάχους νὰ μεταβῶσιν ἐνταῦθα μετὰ τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου τῆς ἐπιλεγομένης Ξενιᾶς πρὸς ἐπιτέλεσιν δεήσεων ἕνεκα τῆς ἀπειλουμένης καταστροφῆς ἐκ τοῦ φθοροποιοῦ ἐντόμου τῆς ἀκρίδος.

8 Μαΐου 1892

Ο Δήμαρχος Πλατάνου» .

 

Αἰτήσεις πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς γιὰ τὴν ἀποστολὴ τῆς ἱερᾶς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς προκειμένου νὰ ἔρθει ἡ εὐλογία τῆς Παναγίας καὶ νὰ ἀπαλλάξει τὶς διάφορες καλλιέργειες τῶν γεωργῶν ἀπὸ τὶς ἀσθένειες ποὺ τὶς μάστιζαν  ὑποβάλλονταν συχνὰ καὶ ἀπὸ κατοίκους τῶν χωριῶν τοῦ Πηλίου.

Στὰ 1893 μιὰ «καταστρεπτικὴ ἀσθένεια» προκαλοῦσε φθορὰ στὰ ἐλαιόδεντρα στὶς Μηλιές. Οἱ Μηλιῶτες ζήτησαν τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διὰ τοῦ δημάρχου τους στὶς 29 Μαρτίου:

«Ἀριθ. 296

Ἐν Μηλιαῖς 29 Μαρτίου 1893

Πρὸς τὸν σεβάσμιον πρόεδρον τοῦ ἡγουμενικοῦ συμβουλίου τῆς Ι. Μ. Ξενιᾶς

Τῇ αἰτήσει ἁπάντων τῶν συνδημοτῶν μου σπεύδω νὰ παρακαλέσω τὸ σεβαστὸν σωματεῖον τῆς Ι. Μ. Ξενιᾶς ὅπως εὐρεστούμενον ἀποστείλῃ εἰς τὸν ἡμέτερον Δῆμον τὴν θαυματουργὸν εἰκόνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου ἵνα διὰ τῆς δεήσεως ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον μας ἐκ τῆς ἀναφαινομένης καταστρεπτικῆς ἀσθενείας εἰς τὰ ἐλαιόδεντρα.

Εὐπειθέστατος

ὁ Δήμαρχος Μηλεῶν

(Τ.Σ.Υ.)».

Ἡ θαυματουργὸς ἐπέμβαση τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διὰ τῆς ἱερᾶς εἰκόνας στὶς ἀνάγκες τῶν γεωργῶν ἦταν γνωστὴ καὶ πιστευτὴ καὶ σὲ πιὸ ἀπομακρυσμένα μέρη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι ἔστελναν καὶ ζητοῦσαν  τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας.

Ὑπάρχουν πολλὲς περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες οἱ κάτοικοι ἀπομακρυσμένων περιοχῶν ζητοῦσαν νὰ ἐπισκεφθεῖ τὰ μέρη τους ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς γιὰ τέλεση λιτανειῶν.

Θὰ ἀναφέρουμε μόνο κάποια ἀπὸ τέτοια περιστατικὰ ποὺ ἔγιναν κατὰ τὸ ἔτος 1901 σὲ ἀπομακρυσμένα χωριὰ.

Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1901 ὁ Δήμαρχος τοῦ Δήμου Βοίβης, ἀπὸ τὰ Κανάλια, ἔστειλε τὸ παρακάτω ἔγγραφο «Πρὸς τοὺς ἱερομονάχους τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», ἱκανοποιῶντας παρακλήσεις τῶν κατοίκων Καναλίων:

«Ἀριθ. Πρωτ. 2446

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Δήμαρχος Βοίβης

Πρὸς τοὺς ἱερομονάχους τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

Συνεπείᾳ αἰτήσεως τῶν κατοίκων Καναλίων παρακαλεῖσθε ὅπως εὐαρεστούμενοι μεταφέρητε ἐνταῦθα τὴν Ἱερὰν Εἰκόνα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πρὸς ἐκτέλεσιν λιτανείας κατὰ τῆς ἀνομβρίας.

Κανάλια, 2 Ἀπριλίου 1901

Ὁ Δήμαρχος Βοίβης

(Τ.Σ.Υ.)

Α. Βαΐρης»

Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Δήμαρχος τοῦ γειτονικοῦ Δήμου Ἀρμενίου, ὁ ὁποῖος προφανῶς πληροφορήθηκε ἤ γνώριζε ὅτι ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς βρισκόταν στὰ Κανάλια, ἔστειλε ἔγγραφο ὄχι πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο, στὴν ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ δοθεῖ ἡ σχετικὴ ἐντολή, ἀλλὰ «πρὸς τὸν περιοδεύοντα μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Θεοτόκου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, εἰς Κανάλια», ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου του.

Μὲ τὸ ἔγγραφό του ζητοῦσε «ὅπως ἡ Ἱερὰ Εἰκὼν ἐπισκεφθῇ τὸν Δῆμον μας», «πρὸς τέλεσιν λιτανειῶν», διότι «ἀνάγκη ἀπόλυτος ὑφίσταται». Ὁ Δήμαρχος Ἀρμενίου μάλιστα θέλησε νὰ ἱεραρχήσει ὁ ἴδιος καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν χωριῶν τοῦ Δήμου του καθορίζοντας καὶ τὴ σειρά τῆς περιοδείας στὰ διάφορα χωριὰ καὶ συμπλήρωνε : «ἐν πρώτοις εἰς Χατζήμισι καὶ κατὰ σειρὰν εἰς ἄλλα χωρία».

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τοῦ σχετικοῦ ἐγγράφου:[19]

«Ἀριθμ. 233

Πρὸς τὸν περιοδεύοντα μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Θεοτόκου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Εἰς Κανάλια.

Ἀνάγκη ἀπόλυτος ὑφίσταται ὅπως ἡ Ἱερὰ Εἰκὼν ἐπισκεφθῇ τὸν Δῆμον μας πρὸς τέλεσιν λιτανειῶν.

Ἑπομένως σᾶς παρακαλοῦμεν ὅπως ἀφιχθῆτε μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος ἐν πρώτοις εἰς Χατζήμισι καὶ κατὰ σειρὰν εἰς ἄλλα χωρία.

τῇ 14 Ἀπριλίου 1901

Ὁ Δήμαρχος Ἀρμενίου

(Τ.Σ.Υ.)»

Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχαν ἄλλες ὑποχρεώσεις καὶ εἶχαν καταρτίσει διαφορετικὸ πρόγραμμα στὴν περιοδεία τους, σύμφωνα μὲ ἄλλα αἰτήματα ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ ἤ μὲ ἐντολὲς ποὺ εἶχαν πάρει ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς τους. Δὲν τοὺς ἦταν δυνατὸν νὰ παραβοῦν τὸ πρόγραμμα ποὺ τοὺς εἶχε δοθεῖ. Ἔτσι, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ ὅσα ἀκολούθησαν, οἱ ὑπεύθυνοι συνοδοὶ τῆς «Ἱερᾶς Εἰκόνος» μοναχοὶ ἀρνήθηκαν νὰ ἐκτελέσουν ἀμέσως τὴν παράκληση τοῦ Δημάρχου Ἀρμενίου.

Ὁ Δήμαρχος Ἀρμενίου, παίρνοντας τὴν ἀρνητικὴ ἀπάντηση τῶν συνοδῶν τῆς  Ἁγίας Εἰκόνας μοναχῶν καὶ θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσει τὰ αἰτήματα τῶν δημοτῶν τοῦ Δήμου του ἤ καὶ νὰ ἀποδείξει τὴν δυναμικότητά του,  γεγονὸς ποῦ ἀφήνεται νὰ διαφανεῖ καὶ ἀπὸ τὸ ὕφος τοῦ   παραπάνω ἐγγράφου, κατέφυγε σὲ «πολιτικὰ μέσα» προκειμένου νὰ φανεῖ ἰσχυρὸς καὶ ἀρεστός. Εἰσπράττοντας τὴν ἄρνηση τῶν περιοδευόντων καλογέρων τῆς Ξενιᾶς, ἔστειλε τὴν ἴδια ἡμέρα τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 228 τηλεγράφημα πρὸς τὸν Νομάρχη Λάρισας ζητῶντας νὰ μεσολαβήσει καὶ νὰ δώσει ἐντολὴ ὁ Νομάρχης νὰ ἔρθει ἡ «Ἱερὰ Εἰκὼν» στὸ Δῆμο Ἀρμενίου, ἀποφεύγοντας καὶ πάλι τὸ ἀρμόδιο Ἡγουμενικὸ Συμβούλιο τῆς Μονῆς.

Ὁ Νομάρχης Λάρισας, γνωρίζοντας, προφανῶς, ὅτι μία τέτοια παρέμβαση  δὲν ἦταν οὔτε σωστὴ οὔτε ἐπιτρεπτή, ἀφοῦ τὸ σχετικὸ θέμα δὲν ἦταν ἁρμοδιότητα δική του ἀλλὰ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Λάρισας, καὶ θέλοντας ταυτόχρονα νὰ ἱκανοποιήσει κατὰ κάποιο τρόπο τὸ αἴτημα τοῦ Δημάρχου Ἀρμενίου, ἔστειλε, τὴν ἴδια πάλι ἡμέρα, τὸ παρακάτω ἔγγραφο μὲ τὸ ὁποῖο, ἀποφεύγοντας τὸν σκόπελο τῆς ἀναρμοδιότητάς του, ἁπλὰ «ἐπέτρεπε» νὰ περιέλθει στὸ Δῆμο Ἀρμενίου ἡ Ἱερὰ Εἰκών:

«Ἀρ. 2698

Δήμαρχον Ἀρμενίου

                                         Γενελῆ

Ἐπὶ 228 τηλεγραφήματός σας ἐπιτρέπομεν ἵνα Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς Θεοτόκου Μονῆς Ξενιᾶς περιέλθῃ δῆμον σας πρὸς τέλεσιν λιτανείας.

ὁ Νομάρχης

(ὑπογραφή)»

Προκαλεῖ κατάπληξη ἡ ταχύτητα μὲ τὴν ὁποία πραγματοποιήθηκαν ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες καὶ μάλιστα γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ 1901. Τὴν ἴδια ἡμέρα, λοιπόν, 14 Ἀπριλίου 1901, ὁ Δήμαρχος Ἀρμενίου πῆρε τὴν ἀρνητικὴ ἀπάντηση τῶν καλογέρων τῆς Ξενιᾶς στὸ αἴτημά του, ἔστειλε στὸν Νομάρχη τηλεγραφικὰ αἴτημα παρέμβασής του, πῆρε πάλι τηλεγραφικὰ τὴν ἀπάντηση τοῦ Νομάρχη καὶ ἔστειλε στὰ Κανάλια στοὺς περιοδεύοντας μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς δεύτερο ἔγγραφο, ἐπιμένοντας στὴν ἐκπλήρωση τοῦ αἰτήματός του:

«Ἀριθ. 234

Πρὸς τοὺς περιοδεύοντας μετὰ τῆς Ἱερᾶς Είκόνος τῆς Θεοτόκου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

Κατόπιν τοῦ σημερινοῦ ἐγγράφου μας κοινοποιοῦμεν ὀπισθογράφως τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2698 τηλεγραφικὴν ἔγκρισιν τῆς Νομαρχίας Λαρίσης ὅπως ἔλθητε μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος εἰς τὸν Δῆμον μας.

Γενελῆ τῇ 14 Ἀπριλίου 1901

Ὁ Δήμαρχος Ἀρμενίου

(Τ.Σ.Υ.)».

Λίγες ἡμέρες ἀργότερα καὶ ἐνῶ οἱ μοναχοὶ τῆς Ξενιᾶς βρίσκονταν ἀκόμη σὲ περιοδεία δέχτηκαν, καὶ πάλι ἀπ’ εὐθείας καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τους, τὸ παρακάτω ἔγγραφο τοῦ Δημάρχου Δωτίου:

«Ἀριθ. 295

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Πρὸς τοὺς περιοδεύοντας ὁσίους πατέρας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Κατ’ αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης τοῦ Δήμου μας πόλεως Ἀγυιᾶς, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ὅπως κομίσητε ἐνταῦθα τὴν Ἱερὰν καὶ θαυματουργὸν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πρὸς τέλεσιν ἁγιασμῶν.

Ἐν Ἀγυιᾷ τῇ 20 Ἀπριλίου 1901

Τ.Σ. (Δῆμος Δωτιαίων)

Ὁ Δήμαρχος Δωτίου

(Τ.Υ.)».

Τὰ παραπάνω αἰτὴματα τῶν Δημάρχων Δωτίου καὶ Ἀρμενίου φαίνεται ὅτι, παρὰ τὸ ὅτι ὑποβλήθηκαν ὄχι μὲ τὸν σωστὸ τρόπο, ἱκανοποιήθηκαν ὕστερα ἀπὸ τὴν προσωπικὴ παρέμβαση τοῦ Νομάρχη Λάρισας, χωρίς προηγουμένως νὰ ἔχουν ἐγκριθεῖ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιο ἐπίσκοπο καὶ χωρὶς οἱ συγκεκριμένες ἐπισκέψεις νὰ εἶχαν ἐνταχθεῖ στὸ προκαθορισμένο καὶ προεγγεκριμένο πρόγραμμα τῆς περιοδείας.

Ὁ ἐπίσκοπος τῆς Λάρισας Ἀμβρόσιος, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα, πληροφορήθηκε τὰ γεγονότα καί, θεωρῶντας ἀπαράδεκτη καὶ ἀνεπίτρεπτη τὴν ἐπέμβαση αὐτὴ τοῦ Νομάρχη στὶς ἁρμοδιότητες τοῦ Ἐπισκόπου, διαμαρτυρήθηκε μὲ ἀναφορά του πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο ἐνῶ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα:

«Ἀριθ. 81

Ἐν Πατησίοις Ἀθηνῶν τῆ 7 Μαΐου 1901

Ὁ Ἐπίσκοπος Λαρίσης

Πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Ἔχω πληροφορίας θετικὰς παρὰ τοῦ Γενικοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἐπιτρόπου μου ὅτι ἱερομόναχοι τινὲς ἐκ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, φέροντες μεθ’ ἑαυτῶν τὴν ἱερὰν εἰκόνα τῆς Μετανοίας των,[20] δίχα[21] γνώμης καὶ ἀδείας τοῦ Ἐπιτρόπου μου,  περιῆλθον τοὺς Δήμους Δωτίου καὶ Ἀρμενίου τῆς παροικίας μου, ψάλλοντες ἁγιασμοὺς ὅπου ἄν ἐκαλοῦντο.

Ἐρωτηθέντες δὲ παρὰ τοῦ ἐν τῷ Δήμῳ Ἀρμενίου ἐπιτρόπου μου διατὶ δὲν ἔλαβον τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν τῆς Ἐπισκοπῆς, εἶπον ὅτι ἔλαβον τοιαύτην παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου Λαρίσης καὶ θεωροῦσι πάντῃ περιττὴν τὴν τὴς Ἐπισκοπικῆς Ἀρχῆς.

Καὶ περὶ μὲν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ παραπτώματος, εἰς ὅ ὑπέπεσον οἰ κληρικοὶ οὗτοι, ἱεροπράξαντες εἰς ξένην ἐπισκοπικὴν περιφέρειαν ἄνευ τῆς ἡμετέρας ἀδείας, ἔχω πᾶσαν πεποίθεσιν ὅτι θέλει τιμωρήσει αὐτοὺς δεόντως ὁ Σεβασμιώτατος  Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Γρηγόριος, εἰς ὅν ὑπάγονται οἰ παρεκτραπέντες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτόχρημα σύγχυσις ἐξουσιῶν ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Νομάρχου Λαρίσης εἰς ζήτημα καθαρῶς ἐκκλησιαστικὸν, ἐκδίδοντος ἀδείας πρὸς περιφορὰν ἱερῶν εἰκόνων καὶ ἁγίων λειψάνων;

Ἐὰν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν ὑπερβασίαν ταύτην τῶν Νομαρχῶν, παρακαλῶ εὐσεβάστως  Αὐτὴν ἵνα ἐνεργήσῃ ἁρμοδίως τὰ νόμιμα.

Εὐπειθέστατος

+Ὁ Λαρίσης Ἀμβρόσιος».

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θεωρῶντας σοβαρὸ τὸ θέμα ποὺ ἀνακινοῦσε ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης, διαβίβασε τὴν ἀναφορὰ του στὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος ζητῶντας τὴν τιμωρία τῶν μοναχῶν καὶ τὴν προσκόμιση τῆς   χορηγηθείας ἄδειας:

«Ἀριθ. Πρωτ. 2446, Διεκπ. 359.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαΐου 1901

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

Διαβιβάζεται τῇ Ὑμετέρᾳ Σεβασμιότητι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 81 τῆς 7 Μαΐου ἐ. ἔ. ἔγγραφον τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Λαρίσης, ὅπως λαβόντες γνῶσιν αὐτοῦ, ἐνεργήσητε ἐν τῇ ἁρμοδιότητι Ὑμῶν καὶ τιμωρήσητε τοὺς καταγγελλομένους ἱερομονάχους τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,  ὡς περιάγοντας ἄνευ ἐκκλησιαστικῆς ἀδείας ἐν τῇ Ἐπισκοπῇ Λαρίσης τὴν ἱερὰν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ ψάλλοντας ἁγιασμούς, ζητήσητε δὲ παρ’ αὐτῶν καὶ ὑποβάλητε τῇ Συνόδῳ ἐν πρωτοτύπῳ ἤ καὶ ἐν ἀντιγράφῳ τὴν δοθεῖσαν αὐτοῖς, ὡς ἰσχυρίζονται, ἄδειαν τοῦ Νομάρχου.

+ ὁ Ἀθηνῶν Προκόπιος, πρόεδρος

……………………………………..».

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ παραπάνω οἱ καλόγεροι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς φαίνεται ὅτι διατάχθηκαν νὰ ἀρνοῦνται στὸ ἑξῆς νὰ ἱκανοποιοῦν κάθε παρόμοιο αἴτημα ἄν προηγουμένως δὲν ζητοῦσαν τὴν γνώμη τοῦ δικοῦ τους Ἐπισκόπου. Ἕτσι τὸν Σεπτέμβριο  τοῦ 1901 παρουσιάζονται τὰ παρακάτω ἔγγραφα, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν ἀλλαγὴ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς σὲ παρόμοιες περιπτώσεις:

«Ἀριθ.  206

Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς 23 Σεπτεμβρίου 1901

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

Μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς καθ’ ἡμᾶς Μονῆς τῆς ζητουμένης πρὸς ἔξοδον εἰς διαφόρους πόλεις, κωμοπόλεις καὶ χωρία τῆς Θεσσαλίας  παρὰ τῶν Χριστιανῶν πρὸς τέλεσιν ἁγιασμῶν καὶ λιτανειῶν προτείνομεν νὰ ἐξέλθωσι οἱ ἱερομόναχοι Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου καὶ Σπυρίδων Χρήστου καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα, ὅπως εὐαρεστουμένη παράσχῃ τὴν προσήκουσαν πρὸς τοῦτο ἄδειαν.

Εὐπειθέστατον

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ὁ Ἡγούμενος Γρηγόριος Χ. Μιχόπουλος

Γαλακτίων Εὐσταθίου

Στέφανος Ἰωάννου».

Στὸ ἴδιο πνεῦμα ἐντάσσεται καὶ τὸ παρακάτω ἔγγραφο. Τὸ παραθέτουμε γιὰ νὰ γίνει φανερὸ πόσο συχνὰ καλοῦνταν σὲ βοήθεια τῶν πιστῶν ἡ Ἁγία Εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς:

«Ἀριθ. Πρωτ. 236.

Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς 17 Νοεμβρίου 1901

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

«Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 335 τηλεγραφικῆς αὐτοῦ διαταγῆς»

Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ἔναντι τηλεγραφικῆς διαταγῆς τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος, πληροφοροῦμεν Ὑμῖν, ὅτι τὰς πρωτογράφους ἀδείας τῆς περιοδείας τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος φέρουσι, κατὰ τὰ εἰθισμένα, οἱ περιοδεύοντες μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος ἱερομόναχοι Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου καὶ Ἀγαθάγγελος  Δημητρίου, καὶ ἄν παρίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη, τότε θὰ μεταβῶμεν πρὸς συνάντησιν τῶν περιοδευόντων ἱερομονάχων ἵνα παραλάβωμεν αὐτάς.

Ἀναμένομεν νεωτέραν διαταγὴν ἐπὶ τῆς παρούσης μας.

Ὁ Ἡγούμενος Γρηγόριος Χ. Μιχόπουλος

Γαλακτίων Εὐσταθίου

Στέφανος Ἰωάννου».

Ἕνα ἄλλο σχετικὸ ἔγγραφο ποὺ ἐντάσσεται σὲ τοῦτο τὸ κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας καὶ διασώθηκε εἶναι τὸ παρακάτω ποὺ μᾶς παρέχει συμπληρωματικὲς γιὰ τὸ θέμα πληροφορίες:

«Ἀριθ. 199

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς τὴν 6ην Νοεμβρίου 1903

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

Ὑποβάλλοντες ἐγκλείστως, Σεβασμιώτατε, ἀδείας ὑμῶν περὶ ἐξόδου πρὸς περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς καὶ Σεπτῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διὰ τῶν Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου, ἱερομονάχου τῆς ἡμετέρας Μονῆς, καὶ Ἀγαπίου Ἀθανασίου, ἱεροδιακόνου, συνεπείᾳ αἰτήσεων πρὸς ἡμᾶς κατοίκων διαφόρων χωρίων περὶ τούτου, παρακαλοῦμεν, ἵνα χάριν τῶν Χριστιανῶν ἐγκρίνητε τὴν ἔξοδον πρὸς περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Εἰκόνος.

Εὐπειθέστατον

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ὁ Ἡγούμενος Γρηγόριος Χ. Μιχόπουλος

Γαλακτίων Εὐσταθίου

Στέφανος Ἰωάννου».

 

Συμπληρωματικὲς πληροφορίες γιὰ τὸ ἴδιο πάντοτε θέμα τῶν συνεχῶν μετακινήσεων τῆς  εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γιὰ τὴν ἱκανοποίηση σχετικῶν αἰτημάτων κατοίκων μᾶς δίνουν καὶ τὰ παρακάτω ἔγγραφα:

«Ἀριθ.  237

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς τῇ 12  Ὀκτωβρίου 1905

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

Μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς καθ’ ἡμᾶς Μονῆς τῆς ζητουμένης πρὸς ἔξοδον εἰς διαφόρους πόλεις, κωμοπόλεις καὶ χωρία τῆς Θεσσαλίας  παρὰ τῶν Χριστιανῶν πρὸς τέλεσιν ἁγιασμῶν καὶ λιτανειῶν προτείνομεν νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἱερομόναχοι Γαλακτίων Εὐσταθίου καὶ Στέφανος Ἰωάννου καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα, ὅπως εὐαρεστουμένη παράσχῃ τὴν προσήκουσαν πρὸς τοῦτο ἄδειαν.

Εὐπειθέστατον

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ὁ Ἡγούμενος Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου

Ἀγαθάγγελος Δημητρίου

Σπυρίδων Χρήστου».

«Ἀριθ. 148

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς τῇ 23 Μαΐου 1906

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

«Περὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς ἁγίας Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὸν Δῆμον Νηλείας»                       

Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 128 ἔ. ἔ. Ὑμετέρας Διαταγῆς, γνωρίζομεν Ὑμῖν Σεβασμιώτατε, ὅτι εἰδοποιήσαμεν τοὺς μετὰ τῆς Ἁγίας Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς ὑφ’ ἡμᾶς Μονῆς περιοδεύοντας ἱερομονάχους Γρηγόριον Μιχόπουλον καὶ Στέφανον Ἰωάννου, ὅπως μεταβῶσιν εἰς ταὸν Δῆμον Νηλείας πρὸς ἁγιασμὸν τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου τούτου.

Εὐπειθέστατον

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ὁ Ἡγούμενος Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου

Γερμανὸς Δ. Παππᾶς

Ἀγάπιος Ἀθανασίου».

 «29 Μαρτίου 1908

Ἐκ Ξενιᾶς

Πρὸς Σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον, Βόλον.

Σήμερον ἑσπέρας ἀφίχθησαν ἐνταῦθα ἄνθρωποι περὶ τοὺς 10 ἐκ χωρίου Καναλίων δήμου Βοίβης μετ’ ἐγγράφου ἰδίου δημάρχου των ζητοῦντες εἰκόνα Θεομήτορος ἡμετέρας μονῆς πρὸς τέλεσιν λιτανείας. Παρακαλοῦμεν ὑμετέραν Σεβασμιότητα εὐαρεστουμένη διατάξῃ ὅ,τι ἄν ἐγκρίνῃ.

Εὐπειθέστατος

Ἡγούμενος, σύμβουλοι

Ἰωακείμ, Ἄνθιμος, Ἀγάπιος, Ἀμβρόσιος».

«Ἀριθ. 113

Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς τῇ 8 Ἰουνίου 1908

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον Δημητριάδος

«Περὶ ἀποστολῆς τῆς ἁγίας εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς ἡμετέρας Μονῆς εἰς περιοδείαν».

Εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ στοιχεῖα Δ. Υ.  ἀπὸ 6 καὶ 7 τρέχοντος μηνὸς δύω ὑμετέρων διαταγῶν, γνωρίζομεν εὐσεβάστως τῇ Ὑμετέρᾳ Σεβασμιότητι, ὅτι ἡ Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς Θεομήτορος τῆς ἡμετέρας Μονῆς ἐπιλεγομένης Ξενιᾶς, ἀνεχώρησε σήμερον εἰς περιοδείαν συνοδευθεῖσα ὑπὸ τῶν ἱερομονάχων τῆς ἡμετέρας Μονῆς Στεφάνου Ἰωάννου καὶ Ἀγαπίου Ἀθανασίου καὶ τοῦ ἐκ Σακαλὰρ τοῦ Δήμου Ἁρμενίου Παππαδημητρίου Παναγιώτου, μεταβᾶσα εἰς τὸν Νομὸν Εὐβοίας, ἔνθα ἐκλήθη.

Εὐπειθέστατον

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ὁ Ἡγούμενος Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου

Ἄνθιμος Ἀποστόλου».

 

Ὑπάρχουν ὅμως, ἐκτὸς ἀπὸ ἔγγραφα, καὶ ἀρκετὰ δημοσιεύματα ἐφημερίδων ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τέτοιες λιτανεῖες. Αὐτὰ εἶναι πάρα πολλὰ. Θὰ ἀναφέρουμε μερικὰ μόνο ἀπὸ αὐτά.

Στὸν Ἁλμυρό καὶ στὰ γύρω χωριά του στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα γινόταν ἐντατικὴ καὶ συστηματικὴ καλλιέργεια καπνοῦ. Γιὰ τὴν καλὴ παραγωγὴ ὅμως τοῦ καπνοῦ ἦταν ἀπαραίτητη ἡ βροχὴ. Μιὰ παρατεταμένη ἀνομβρία σήμαινε σχεδὸν τὴν πλήρη καταστροφὴ τῶν καπνοκαλλιεργειῶν καὶ συνεπῶς μεγάλες οἰκονομικὲς ἀπώλειες τῶν κατοίκων. Σὲ παρόμοιες περιπτώσεις ὅλοι κατέφευγαν στὴ μοναδικὴ ἐλπίδα σωτηρία τους, τὴν Παναγία Ξενιά.

Γιὰ μὶα τέτοια περίπτωση ἀναφέρεται ἕνα δημοσίευμα ποὺ παρουσιάζουμε παρακάτω. Στὶς 12 Ἀπριλίου 1901, στὴν ἐφημερίδα «Θεσσαλία» τοῦ Βόλου κάτω ἀπὸ τὸν τίτλο «ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΕΝ ΑΛΜΥΡΩ. Ἡ Παναγία Ξενιά. Ἡ ὑποδοχή της ἐν Ἁλμυρῷ. Ἡ περιοδεία της», δημοσιεύθηκαν τὰ παρακάτω:

«Οἱ κάτοικοι Ἁλμυροῦ βλέποντες ἐπετεινομένην τὴν ἀνομβρίαν ἥτις παρεμποδίζει αὐτοὺς εἰς τὴν φύτευσιν τοῦ καπνοῦ ἀπεφάσισαν νὰ καλέσουν εἰς τὴν πόλιν των τὴν θαυματουργὸν τῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς εἰκόνα ἵνα δι’ αὐτῆς τελέσωσιν λιτανείαν ὑπὲρ τῆς βροχῆς. Μετὰ μεσημβρίαν λοιπὸν τῆς προχθὲς ἐκομίσθη αὕτη ἐκεῖ καὶ ἅπαντες οἱ κάτοικοι Ἁλμυροῦ ἐξελθόντες σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ὑπεδέχθησαν τὴν θαυματουργὸν εἰκόνα ἔξω τῆς πόλεως.

Χθὲς δὲ τὴν πρωίαν ἐγένετο γενικὴ κωδωνοκρουσία καὶ ἅπαντες οἱ κάτοικοι ἐτέλεσαν πάνδημον καὶ κατανυκτικὴν λιτανείαν δεηθέντες τῷ Ὑψίστῳ ὅπως οὗτος καταπέμψῃ τὴν εὐεργετικὴν βροχήν.

Ἡ εἰκὼν τῆς Παναγίας ἐξ Ἁλμυροῦ θὰ μεταφερθῇ εἰς Κανάλια ὁπόθεν ἐζητήθη ἐπίσης πρὸς τέλεσιν λιτανείας».

Στὴν ἴδια ἐφημερίδα (Θεσσαλία), ἕνα πολὺ σύντομο δημοσίευμα, στὶς  5 Ἰουλίου 1903, ἀναφέρεται καὶ πάλι στὴν ἐπίκληση τῆς βοήθειας τῆς Παναγίας,  ἐκ μέρους τῶν Ἁλμυριωτῶν, καὶ πάλι γιὰ τὰ καπνά τους, τὰ ὁποῖα τούτη τὴ φορὰ κινδύνευαν ὄχι ἀπὸ ξηρασία ἀλλὰ ἀπὸ μία νόσο.

Ὅπως ἔχουμε ἀναφέρει ἀρκετὲς φορὲς οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἰδιαίτερα δὲν ἐξέφραζαν ὁπωσδήποτε κάποια ξεχωριστὴ προτίμησή τους πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἐξακολουθοῦσαν πάντοτε νὰ τιμοῦν καὶ νὰ λατρεύουν μὲ τὴν ἴδια εὐλάβεια καὶ εὐσέβεια καὶ τὴ δική τους «Παναγία», τὴ δική τους παλιὰ εἰκόνα, τὴν εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ τους, πρὶν ἔρθει σ’ αὐτὸ ἡ «Παναγία Ξενιά», τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγιας Κισσιώτισσας», τὴν εἰκόνα τῆς «Κοίμησης τῆς Θεοτόκου».

Αὐτὴν τὴν εἰκόνα κάλεσαν τούτη τὴ φορά κοντά τους, ὅπως ἀναφέρεται στὸ σχετικό δημοσίευμα: «Λιτανεία ἐν Ἁλμυρῷ. Προχθὲς τὴν 1ην ἀρξαμένου μηνὸς μετηνέχθη εἰς Ἁλμυρὸν ἐκ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἡ «Παναγία Κοίμησις» καὶ ὑπὸ τοῦ ἱερομονάχου Γαλατίου καὶ τοῦ ἱεροδιακόνου Ἀγαπίου ἐψάλη ὁ ἁγιασμὸς ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μεθ’ ὅν, συνεπομένου τοῦ κλήρου τοῦ Ἁλμυροῦ, ἐτελέσθη λιτανεία πρὸς ἀποσόβησιν τῆς νόσου τῆς ἐπαπειλούσης τὰ καπνά».

Στὴ «Θεσσαλία» τῆς 7ης Μαΐου 1905 ἀναγράφεται ἕνα ἄλλο παρόμοιο δημοσίευμα:

«Χθὲς πάνδημος ἐγένετο λιτανεία ἐν Ἁλμυρῷ μετὰ τῆς ἁγίας εἰκόνος τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς ἀπὸ πρωίας μέχρι μεσημβρίας, καθ’ ἥν ἀνεπέμφθησαν εὐχαὶ πρὸς κατάπεμψιν ὑετῶν καὶ λύτρωσιν τῶν ἀγρῶν, κήπων καὶ ἀμπέλων ἀπὸ παντὸς κινδύνου».

Ὁ στενὸς σύνδεσμος τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἰδίως τῶν γεωργῶν καὶ τῶν κτηνοτρόφων καὶ ἡ ἀπόλυτη ἐξάρτησή τους ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὶς  παραπάνω ἐνέργειες, ἀποδεικνύεται ἔμμεσα καὶ ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν εὐχῶν καὶ τῶν δεήσεων ποὺ εἶχαν φροντίσει οἱ καλόγεροι νὰ ἔχουν στὴ διάθεσή τους. Κάλυπταν κάθε εἴδους ἰδιαίτερης ἀνάγκης.

Σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς κώδικες τοῦ Μοναστηριοῦ ποὺ διασώθηκαν περιλαμβάνονταν εὐχὲς γιὰ κάθε εἴδους ἀσθένειες φυτῶν καὶ ζώων, ὅπως :

  1. Εὐχὲς τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος. 2. Εὐχὴ εἰς τὸν Ἅγιον Μιχαὴλ Σινάδων εἰς ἀκρῖδα. 3. Ἄλλη εὐχὴ εἰς τὸν ἴδιον.  4. Προσευχὴ χριστιανῶν εὐχαριστήριος εἰς τὸν Ἅγιον Μιχαὴλ τῶν Σινάδων 5. Εὐχὴ τοῦ  Ἁγίου Ὑπατίου περὶ ἀκρίδων καὶ βροχῶν. 7. Ἀπόστολος εἰς λιτὰς ἀκρῖδος. 7. Εὐχὴ λεγομένη εἰς τὰ βαμβάκια. 8. Εὐχὲς εἰς πᾶν εἶδος ἀρρωστίας καὶ ἐπηρείας. 9. Εὐχὲς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, ὅταν ἐμπέσῃ λοιμώδης νόσος εἰς τὰ ποίμνια, βόας ἤ ἀγέλην βοῶν ἤ εἰς τὰ κτήνη. 10. Εὐχὴ εἰς τὸ εὐλογῆσαι ποίμνιον. 11. Εὐχὴ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Μοδέστου, λεγομένη εἰς τὰς νόσους τῶν κτηνῶν καὶ βοῶν. 12. Εὐχὴ τῶν μελισσίων.  13. Εὐχὴ εἰς τοὺς μεταξοσκώληκας. 14. Εὐχὴ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Χαραλάμπους, λεγομένη εἰς τὰς νόσους τῶν κτηνῶν καὶ βοῶν.

Στὴν «Θεσσαλία», ἐπίσης, τῆς 12ης Ἰουνίου 1909 δημοσιεύθηκε ἕνα κείμενο σχετικὸ μὲ τὸ θέμα ποὺ ἐξετάζομε:

«… οἱ ἁρμόδιοι ἐκάλεσαν τὸν ἐν Πλατάνῳ εὑρισκόμενον ἱερομόναχον τῆς Μονῆς Φλαμουρίου μετὰ τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Συμεὼν νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν Ἁλμυρὸν πρὸς τέλεσιν ἁγιασμῶν… Ἐπίσης καὶ οἱ Ἀγχιαλῖται χθὲς ἐτέλεσαν πάνδημον λιτανείαν, ἥν ἠκολούθησαν ἅπαντες σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις κατὰ τῆς ἀκρίδος, ἥτις καὶ ἐν τῇ περιοχῇ τῆς πόλεως ἐνέσκηψεν ἄφθονος» .

Τὴν ἴδια χρονιὰ, 1909, τὰ σμήνη τῶν  ἀκρίδων, ποὺ εἶχαν ἐνσκήψει στὴν περιοχὴ τῆς Νέας Ἀγχιάλου καὶ τῶν Μικροθηβῶν, ἦταν πολυάριθμα καὶ εἶχαν  γίνει πολὺ ἐπικίνδυνα. Χαρακτηριστικὸ εἶναι ἕνα δημοσίευμα τῆς «Θεσσαλίας» τῆς 9ης Ἰουνίου 1909:

«Καθ’ ἅς πληροφορίας ἐκόμισεν ἡμῖν ὁ πρόεδρος τοῦ χωρίου Ἄκετσι[22] κ. Γαρυφαλογιάννης, ἡ ἀκρὶς εἰσελθοῦσα κατὰ πολυάριθμα σμήνη ἀκρίδων εἰς τὸ χωρίον Ἄκετσι, ὄχι μόνον κατέφαγε τὰ καπνὰ ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἄνθη τῶν οἰκιῶν τοῦ χωρίου καὶ αὐτὰ τὰ  βασιλικά, ἀπειλεῖ δὲ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς οἰκίας καὶ τούτου ἕνεκεν κρατοῦσι τὰς θύρας κεκλεισμένας.

Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ κτῆμα τῶν ἀδελφῶν Λυκιαρδοπούλου Τουρκομουσλί [23] ἡ ἀκρὶς εἰσελθοῦσα κατέφαγε τὰ καπνὰ καὶ τὰ κρόμμυα τοῦ χωρίου.

Καὶ εἰς τὴν κωμόπολιν τοῦ Πλατάνου ἡ ἀκρὶς κατελθοῦσα ἐκ τῶν ὀρέων κατὰ πολυάριθμα σμήνη εἰσῆλθεν εἰς τὸ χωρίον καὶ εἰς τοὺς ἀγροὺς ἀλλὰ ἀκόμη δὲν ἤρξαντο τοῦ καταστρεπτικοῦ ἔργου τους.»

Στὴν «Πρωία» τῆς 5ης Μαΐου 1910 δημοσιεύθηκε τὸ παρακάτω σχετικό:

«Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς χθές, συνοδείᾳ δύο ἱερομονάχων, μετεφέρθη εἰς τὴν πόλιν μας (Λάρισα) ἡ θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς Παναγίας τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Περὶ τὴν 4ην μ. μ. οἱ ἱερομόναχοι, παραλαβόντες αὐτήν, ἀνεχώρησαν ἐφ’  ἁμάξης διὰ τὸ χωριὸ Κεσερλὴ ἕνεκα τῆς μαστιζούσης τὴν περιφέρειαν ἐκείνην ἀκρίδος. Θὰ μεταφερθῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἀκριδόπληκτα μέρη ἐν τέλει δὲ καὶ εἰς τὴν πόλιν μας».

Ζητοῦσαν ὅλοι τὴν ἐπέμβαση τῆς Παναγίας σὲ περιόδους ἐπιδρομῆς ἀκρίδων καὶ ἀνομβρίας γιατὶ ἔβλεπαν ὅτι ἦταν πάμπολλες οἱ φορὲς ποὺ ἡ ἐπέμβαση τῆς θείας χάριτος ἦταν ἄμμεση καὶ ἀποτελεσματική. Στὴ μνήμη τῶν νεωτέρων ὑπάρχουν – ὑπῆρχαν τοὐλάχιστον πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια – ζωηρὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ διηγήσεις τῶν παλαιότερων κατοίκων γιὰ τέτοιες θαυματουργικὲς ἐπεμβάσεις τῆς Παναγίας.

Πολλὲς φορὲς οἱ ἐντυπώσεις καὶ οἱ ἀναμνήσεις τέτοιων ἄμεσων καὶ θαυματουργῶν ἐπεμβάσεων τῆς Παναγίας ἦταν πολὺ ἔντονες καὶ ζωηρές ὥστε νὰ μνημονεύονται γιὰ πολλὰ χρόνια ἀλλὰ καὶ νὰ γιορτάζονται.

Στὸ χωριὸ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων τοῦ Ἁλμυροῦ, π.χ., σὲ παλιότερα χρόνια γιορταζόταν μὲ πολλὴ μεγαλοπρέπεια καὶ μὲ μεγάλη συμμετοχὴ τῶν κατοίκων του ἀλλὰ καὶ τῶν κατοίκων τῶν γύρω χωριῶν ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ στὶς 6 Μαΐου, ἄν καὶ δὲν ὑπῆρχε στὴν περιοχὴ τοῦ χωριοῦ ἐκκλησία τοῦ ἁγίου αὐτοῦ. Σήμερα δὲν γιορτάζεται ἡ ἡμέρα αὐτὴ καὶ οἱ κάτοικοι στὴν πλειονότητά τους δὲν γνωρίζουν οὔτε καὶ θυμοῦνται τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο γινόταν αὐτὴ ἡ γιορτή, ἄν καὶ συνδέεται μὲ ἕνα θαυμαστὸ γεγονός.

Θὰ καταγράψουμε ἐδῶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ γιὰ νὰ γίνει γνωστὸ καὶ πάλι. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ ἦταν ἀναμνηστικὴ γιὰ ἕνα πολύ ἐντυπωσιακὸ  γεγονὸς ποὺ ἔγινε στοὺς Ἁγίους Θεοδώρους.

Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ χωριοῦ, κάποια χρονιά ὁ ἀκριβὴς καθορισμὸς τῆς ὁποίας δὲν εἶναι σήμερα δυνατός, στὶς 6 Μαΐου, συνοδεύοντας τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ξεκίνησαν πεζοί, ἀπὸ τὸ Πτελεό, ὅπου εἶχε προηγηθεῖ σχετικὴ λιτανεία γιὰ τὴν ἐξολόθρευση τῶν ἀκρίδων, πρὸς τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους, λιτανεύοντας τὴν εἰκόνα καὶ παρακαλῶντας τὴν Παναγία[24] νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ «φθοροποιὸ ἔντομο τῆς ἀκρίδος». Πλησιάζοντας στὸ χωριό τους καὶ λιτανεύοντας τὴν ἁγία εἰκόνα εἶδαν ξαφνικὰ ὅλοι τὸ «μεγάλο θαῦμα». Εἶδαν ὅλοι «μὲ τὰ μάτια τους» νὰ σηκώνονται σύννεφα ἀκρίδων ἀπὸ τὰ χωράφια τους καὶ νὰ ἀπομακρύνονται πετῶντας στὰ βάθη τοῦ ὁρίζοντα. Τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς προκάλεσε κατάπληξη σὲ ὅλους. Γονάτισαν ὅλοι στὴ μέση τοῦ δρόμου δακρύζοντας καὶ κάνοντας τὸ σταυρό τους. Τὸ γεγονὸς εἶχε γίνει στὶς 6 Μαΐου, ἡμἐρα μνήμης τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ. Ἀπὸ τότε σὲ ἀνάμνηση τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ γεγονότος οἱ κάτοικοι τῶν Ἁγίων Θεοδώρων πανηγύριζαν κάθε χρόνο στὶς 6 Μαΐου.

Ὁ Κωνσταντῖνος Γιαννακόπουλος στὸ βιβλίο του «Ἡ Παναγία Ξενιὰ καὶ οἱ δύο Ἱερὲς Μονές της» ἀναφέρει μία παρόμοια περίπτωση:[25]

«Στὸ χωριὸ Βουτὰ τῆς ἐπαρχίας Ἱστιαίας μιὰ γριούλα ἐνενηντάχρονη καὶ περισσότερο, τὸ 1971 – ἡ Διαλέτα Καλαμπόκα – μοῦ διηγήθηκε μπροστὰ στὸν ἱερέα καὶ στὸ δάσκαλο πὼς ὅταν ἦταν μικρὸ κορίτσι κι ἔβοσκε πρόβατα στὴν περιοχὴ ἐκείνη «ἔπεσε πολλὴ ἀκρίδα. Τόση ἀκρίδα ποὺ μαύρισε ὁ τόπος καὶ συννέφιασε ὁ οὐρανός. Ἄρχισαν νὰ τὴ χτυποῦν μὲ κλαριά, μὰ οὔτε ἔφευγε, οὔτε σκοτωνόταν τόση πολλὴ ποὺ ἦταν. Στὴν ἀπελπισία τους οἱ χωριανοὶ πῆγαν κι ἔφεραν τὴν Παναγία Ξενιὰ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι της. Ἔγινε λειτουργία καὶ παράκληση. Καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωὶ τὶ θαῦμα ἦταν ἐκεῖνο! Ζωντανὴ ἀκρίδα δὲν ὑπῆρχε στὰ μέρη μας. Τὴ βρήκαμε ὅλη ψόφια καὶ  τὰ χωράφια κι ὁ τόπος ὁλοῦθε μαύρισαν ἀπὸ τὴν ψόφια ἀκρίδα».

Τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, προσκαλῶντας τὴν ἁγία εἰκόνα της γιὰ τέλεση λιτανειῶν προκειμένου  νὰ ἔρθει ἡ ἀπαραίτητη γιὰ τὶς καλλιέργειες ἀγαθοποιὸς βροχὴ ἤ  γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν αὐτὲς ἀπὸ τὴ φθοροποιὸ ἀκρίδα ἤ καὶ ἄλλες φυτικὲς  ἀσθένειες, τὴν ἐπικαλοῦνταν συχνὰ οἱ καλλιεργητὲς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ.

Στὰ 1925 εἶχε φθάσει ὁ Δεκέμβριος μήνας καὶ ἡ ἀπαραίτητη βροχὴ γιὰ νὰ μπορέσουν τὰ σπαρτὰ νὰ φυτρώσουν εἶχε πολὺ καιρὸ νὰ πέσει. Ὁ κίνδυνος νὰ μὴ φυτρώσουν τὰ σπαρτὰ ἦταν μεγάλος. Τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο τοῦ Πλατάνου ἀπευθύνθηκε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ στὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς:

«Ἀριθμ.  356

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ι. Μ. Ξενιᾶς

Παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποστείλητε δύο ἱερομονάχους μετὰ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος πρὸς τέλεσιν λιτανείας ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας. Νὰ παρευρεθῶσι ἐνταῦθα τὴν 5ην τοῦ τρέχοντος μηνὸς, ἡμέραν Σάββατον καὶ παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποστείλητε ἀνθρώπους πρὸς παραλαβὴν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος.

Ἐν Πλατάνῳ τῇ 3ῃ Δεκεμβρίου 1925

Τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο Πλατάνου».

Καὶ ἡ Παναγία ἦρθε καὶ πάλι κοντὰ στοὺς Πλατανιῶτες, ὅπως πάντοτε καὶ «Ὄμβρον ὑψόθεν κατήγαγεν ἡ χάρις τῆς ἁγίας Εἰκόνος σου καὶ ἐμεθύσθησαν, δαβιτικῶς γῆς αἱ αὔλακες, καὶ οἱ διψῶντες πρώην, ἠγαλλιάσαντο».

Τὸ Μάιο τοῦ 1929 ἡ περιοχὴ τῆς Λάρισας μαστιζόταν ἀπὸ τὴν ἐπὶ πολὺ καιρὸ παρατεινόμενη ἀνομβρία. Τούτη τὴ φορὰ οἱ Χριστιανοὶ  τῆς περιοχῆς ἀπευθύνθηκαν πρὸς τὸν Μητροπολίτην τους προκειμένου νὰ μεσολαβήσει αὐτὸς πρὸς τὸν ἁρμόδιο Μητροπολίτη Δημητριάδος:

«Ἀριθ. Πρωτ. 1905

Ἐν Λαρίσῃ τῇ 2 Μαΐου 1929

Ἑλληνικὴ Δημοκρατία

Ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

Οἱ ἐνταῦθα Χριστιανοὶ παρεκάλεσάν με ὅπως μετακαλέσω τὴν ἱερὰν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς πρὸς ἐπιτέλεσιν λιτανείας λόγῳ τῆς παρατεινομένης ἀνομβρίας λίαν καταστρεπτικῆς, ὡς γνωστόν, διὰ τὴν γεωργίαν.

Παρακαλοῦμεν ὅπως διατάξητε εὐαρεστούμενοι τὸν συνοδὸν τῆς ἱερᾶς εἰκόνος ἵνα μεταφέρῃ αὐτὴν ἐνταῦθα πρὸς τὸν ὡς ἄνω ἀναφερόμενον σκοπὸν, γνωρίζοντες ἅμα ὑμῖν τὴν ἡμέραν καὶ ὥραν ἐλεύσεως.

Ὁλοπρόθυμος πρὸς Χριστὸν ἀδελφός

Ὁ Λαρίσης

(Ὑπογραφή)».

Ὑπάρχουν καὶ ἀρκετὰ δημοσιεύματα ἐφημερίδων ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τέτοια θαυμαστὰ γεγονότα καὶ τὰ ὁποῖα μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν αὐτὴ τὴν βαθιὰ πίστη τῶν ἀνθρώπων στὴν βέβαιη καὶ ἄμεση θαυματουργὸ θεϊκὴ ἐπέμβαση καὶ μάλιστα ἀμέσως μετὰ τὴν ἱκετευτικὴ δέησή τους καὶ τὴ λιτάνευση τῆς ἱερῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας.

Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1934 οἱ Ἁλμυριῶτες βρίσκονταν σὲ ἀπόγνωση «ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας παρακωλυούσης τὴν ριζοβόλησιν τῶν δημητριακῶν». Κατέφυγαν γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ζητῶντας βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία. Ζήτησαν καὶ ἦρθε στὸν Ἁλμυρὸ ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα «Κοίμηση τῆς Θεοτόκου» καὶ πραγματοποίησαν λιτανεία.

«Πράγματι μετὰ τὴν λιτανείαν ἤρχισε πίπτουσα ραγδαιοτάτη βροχή» μᾶς βεβαιώνει ἡ βολιώτικη ἐφημερίδα «Θεσσαλία» σὲ δημοσίευμά της στὶς 25 Νοεμβρίου 1934:

«Οἱ Ἁλμυριῶται εὑρισκόμενοι ἐν ἀπογνώσει ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας παρακωλυούσης τὴν ριζοβόλησιν τῶν δημητριακῶν μετεκάλεσαν ὅθεν ἐκ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς τὴν θαυματουργὸν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «Κοίμησιν» καὶ ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐτέλεσαν λιτανείαν μετὰ λειτουργίας. Συνεκκλησιάσθησαν Εὐξεινουπολῖται ἀρκετοί. Ἀνεπέμφθη δέησις ὅπως, εὐχαῖς καὶ προστασίᾳ τῆς Θεοτόκου, ὁ Υἱὸς Αὐτῆς Σωτὴρ Θεὸς συγκεντρώσῃ ἀνὰ τὸν ὁρίζοντα νεφέλας ὀμβρορρόας, γονιμοποιούσας τὴν ξηρὰν γῆν. Πράγματι μετὰ τὴν λιτανείαν ἤρχισε πίπτουσα ραγδαιοτάτη βροχή».

Τὴν ἄμεση αὐτὴ θαυματουργὸ ἐπέμβαση μὲ τὴν εὐεργετικὴ πτώση βροχῆς, ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τῆς σχετικῆς λιτανείας, τὴ βεβαιώνει ἕνα ἀκόμη σχετικὸ δημοσίευμα τῆς «Θεσσαλίας» στὶς 26 Νοεμβρίου 1934. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀκόμη ἐπιβεβαίωση τῆς ἴδιας παραπάνω δημοσίευσης. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἐπιβεβαίωση προέρχεται ὄχι ἀπὸ ἁπλὲς δημοσιογραφικὲς πληροφορίες τῆς ἐφημερίδας, ποὺ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἐμπεριέχουν κάποια ὑπερβολή τοῦ πληροφοριοδότη,  ἀλλὰ γιὰ ἄμεση μαρτυρία ἀνθρώπου ποὺ εἶδε καὶ ἔζησε ὁ ἴδιος τὸ γεγονός. Πρόκειται γιὰ ἀνταπόκριση καὶ κατηγορηματικὴ ἐπιβεβαίωση τοῦ τότε δικαστικοῦ κλητήρα τοῦ Ἁλμυροῦ, Εὐσταθίου Καλτσέτα, ἐκδότη καὶ διευθυντῆ τῆς περιοδικῆς ἔκδοσης «Ἀχιλληίς»:

«… Χρονογραφικῶς σημειῶ ὅτι ἅμα τῇ καθόδῳ τῆς θαυματουργοῦ ἱερᾶς εἰκόνος «Κοίμησις» τοῦ Μοναστηρίου Ξενιᾶς καὶ τῇ ἱεροτελεστείᾳ λιτανείας ἐν Ἁλμυρῷ, Κορφαλίῳ καὶ Ἀϊδινίῳ κατὰ διαδοχὴν εὐθὺς τῇ ἑπομένῃ ἐπὶ δύο ἡμέρας καταιγισμὸς νεροποντῆς περιέλουσεν ὁλόκληρον τὸ Κρόκιον Πεδίον….. Εὐστάθιος Καλτσέτας, +  Αναγνώστης».

Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ, 1935, τὸν Ἰούνιο μῆνα, οἱ καλλιέργειες στὸν Πλάτανο, ἰδίως τὰ καπνά, ὑπόφεραν καὶ κινδύνευαν ἀπὸ τὴν ξηρασία ἐξαιτίας τῆς παρατεταταμένης ἀνομβρίας. Οἱ Πλατανιῶτες ζήτησαν καὶ πάλι καὶ ἦρθε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἡ εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ «ἐλιτάνευσαν κατὰ τῆς ἀνομβρίας». Τὴν ἑπόμενη μέρα  ἡ εὐεργετοποιὸς βροχὴ ἔπεσε. Μᾶς τὸ βεβαιώνει δημοσίευμα τῆς «Θεσσαλίας» στὶς 25 Ἰουνίου 1935:

«Οἱ Πλατανιῶται μετεκάλεσαν τὴν ἱερὰν εἰκόνα Παναγίαν Κοίμησιν Ξενιᾶς καὶ ἐλιτάνευσαν κατὰ τῆς ἀνομβρίας. Τὴν ἑπομένην βροχὴ διήμερος περιέλουσε τὴν ἀγροτικὴν περιοχὴν Πλατάνου καὶ περὶ αὐτόν. Εὐεργετικῶς ὠφέλησεν τὴν καπνοφυτείαν».

Θεωροῦμε σκόπιμο, στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ ἐπισημάνουμε τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ζητῶντας τὴ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς δὲν ζητοῦσαν ὁπωσδήποτε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τὴν «βρεφοκρατοῦσα», ἀλλὰ καὶ τὴν πρώτη, τὴν ἀρχικὴ καὶ ἐφέστιο εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ, τὴν εἰκόνα τῆς «Κοιμήσεως τῆς Παναγίας», τὴν «Κισσιώτισσα». Ἡ ἱερότητα τῆς ἀρχικῆς αὐτῆς ἐφέστιας εἰκόνας τοῦ Μοναστηριοῦ, τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐμπνέει τὸν μεγάλο σεβασμὸ καὶ τὴ βαθιὰ πίστη τῶν κατοίκων παρ’ ὅλη τὴν «ἐπισκίαση» ποὺ εἶχε ἐπιφέρει σ’ αὐτὴν ἡ θαυματουργὸς ἄφιξη τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς».

Κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τέτοιων θαυματουργῶν γεγονότων οἱ κάτοικοι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ τῆς Θεσσαλίας ὁλόκληρης καὶ τῆς Εὔβοιας δυνάμωναν τὴν πίστη τους, λάτρευαν μὲ ξεχωριστὴ ἀφοσίωση τὴν προστάτιδά τους Παναγία καὶ ἔψαλλαν ὕμνους ὅπως:

«Καταπλήττει ἀληθῶς, τὰς διανοίας τῶν πιστῶν, ἡ πλουσία δωρεά, καὶ τῶν θαυμάτων πληθύς, ἃ ἐνεργεῖ Ξενιὰ Παρθένε ἡ Εἰκὼν σου.  Ὅθεν εὐλαβῶς, ταύτῃ προστρέχοντες, πληρούμεθα φωτός, τῆς σῆς χρηστότητος, μεγαλοφώνως βοῶντές σοι Δέσποινα, τῶν Θετταλῶν τὰ συστήματα. Σὺ εἶ προστάτις ἡμῶν καὶ σκέπη  καὶ εὐφροσύνη Πανάμωμε.»

«Ὁ τῶν θαυμάτων σου φθόγγος, οὐ μόνον τῶν Θετταλῶν τὰς χώρας κατέλαβεν ἀλλὰ πᾶσαν Ἐκκλησίαν συναγείρει πρὸς αἶνον τῆς δόξης Σου, Ὑπερένδοξε Δέσποινα. Πανταχοῦ γὰρ προφθάνεις καὶ πᾶσι παρέχεις σωτηριώδη δωρήματα, ἀσθενοῦντας γὰρ ἰᾶσαι, ἀκρίδος πληγὴν ἀφανίζεις καὶ τῇ διψώσῃ γῇ κατάγεις ὑετὸν ἄφθονον, τῇ τῆς Εἰκόνος Σου χάριτι. Ἀλλ’, ὦ Πανύμνητε Θεοτόκε, μὴ παύσῃ σκέπουσα ἡμᾶς ἐκ πάσης περιστάσεως.»

Ἔτσι στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κατέφθαναν συνεχῶς ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη αἰτήσεις ἀνθρώπων νὰ τοὺς ἐπιτρέψουν νὰ φέρουν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὰ χωριὰ τους γιὰ νὰ τοὺς δώσει τὴ βοήθειά της.

Ὅπως γίνεται φανερό οἱ αἰτοῦντες ζητοῦσαν ἁπλὰ καὶ μόνο τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας χωρὶς νὰ ἐπισημαίνουν ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο γιατὶ θεωροῦσαν καὶ τὶς δύο θαυματουργές.

Ὅλοι, λοιπόν, κατέφευγαν, σὲ κάθε δύσκολη κατάσταση ποὺ ἀντιμετώπιζαν, εἴτε αὐτὴ ἦταν κάθε εἴδους ἀσθένεια, εἴτε ξηρασία και «φθοροποιὰ ἔντομα» ποὺ κατέστρεφαν τὶς καλλιέργειὲς τους στὴ Μονὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς:

«Ἔνθεν πλουσία χάρις ἐν αὐτῇ ἐκκέχυται, παρὰ τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ πλεῖστα θαύματα ἐνεργεῖ τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακράν. Ἀσθενοῦντας γὰρ ἰᾶται, ἀτάκτους σωφρονίζει, ὑετὸν τῇ διψώσῃ γῇ κατάγει, σμῆνος φθοροποιῶν ἀκρίδων θανατοῖ, καὶ ἕτερα πάμπολλα, ὡς ἡ περὶ αὐτῆς παράδοσις ἀφηγεῖται καὶ διέξεισι.»

Ὁ Κωνσταντῖνος Γιαννακόπουλος ἔγραψε γιὰ ἴδιο θέμα:[26]

«Σὲ ἐποχὲς μεγάλης ξηρασίας κι ἀνομβρίας, ποὺ γεωργικὲς περιοχὲς κινδύνευαν ἀπὸ ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς, πολλὰ χωριὰ τῆς ἐπαρχίας» (Ἁλμυροῦ) καὶ τῆς Θεσσαλίας καλοῦν τὴν εἰκόνα στὸν τόπο τους καὶ κάνουν παράκληση καὶ λιτάνευση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσα στὰ χωράφια καὶ στοὺς δρόμους τοῦ χωριοῦ τους. Ἔπειτα ἀπὸ μιὰ τέτοια τελετὴ κι ἐνῶ πρὶν ἀπὸ μερικὲς ὧρες δὲν φαινόταν κανένα συννεφάκι στὸν οὐρανό, τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας ἤ ὡς τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπομένης ἔχει παρατηρηθῆ νὰ πέφτῃ ραγδαία κι ἄφθονη βροχή. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο δὲν θεωρεῖται πὼς εἶναι τυχαῖο γεγονὸς ἀλλ’ ἀποδίδεται στὴ χάρη τῆς Παναγίας».

«Ὁ τῶν θαυμάτων σου φθόγγος, οὐ μόνον τῶν Θετταλῶν τὰς χώρας κατέλαβεν ἀλλὰ πᾶσαν Ἐκκλησίαν συναγείρει πρὸς αἶνον τῆς δόξης Σου, Ὑπερένδοξε Δέσποινα. Πανταχοῦ γὰρ προφθάνεις καὶ πᾶσι παρέχεις σωτηριώδη δωρήματα, ἀσθενοῦντας γὰρ ἰᾶσαι, ἀκρίδος πληγὴν ἀφανίζεις καὶ τῇ διψώσῃ γῇ κατάγεις ὑετὸν ἄφθονον, τῇ τῆς Εἰκόνος Σου χάριτι.     Ἀλλ’, ὦ Πανύμνητε Θεοτόκε, μὴ παύσῃ σκέπουσα ἡμᾶς ἐκ πάσης περιστάσεως».

 

 

[1] Τὰ θηλυκωτάρια ἦταν ἕνα ζεῦγος μεγάλες, σκαλισμὲνες μὲ διάφορα σχέδια στὴν καμπυλωτὴ ἐξωτερική τους ἐπιφάνεια, κυκλικὲς πόρπες, διαμέτρου εἴκοσι περίπου ἑκατοστών ἡ κάθε μία, πού, δεμένες στὶς δύο ἄκρες τῆς ζώνης, κούμπωναν (θηλύκωναν) μεταξύ τους στὸ ἐμπρὸς μέρος τῆς κοιλιᾶς καὶ ἦταν ἀπαραίτητο ἐξάρτημα της τοπικής ἐνδυμασίας τῆς περιοχής Αλμυρού, ποὺ λεγόταν «ἀντερί».

[2] Ἀντερί λεγόταν ἡ τοπικὴ ἁλμυριώτικη φορεσιά.

[3] Δηλαδὴ οἱ κάτοικοι τῶν σημερινῶν περιοχῶν τῆς Ἀμαλιάπολης, τῆς Σούρπης, τοῦ Πτελεοῦ, τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, τῆς Πελασγίας κ.τ.λ.

[4] Γ.Α.Κ. Φάκελος «Ἐκκλησιαστικά Φ. 626» ἔγγραφο ὑπ’ ἀριθ.  69.

[5] Σημερινὴ Πελασγία.

[6] Γ.Α.Κ. Φάκελος «Ἐκκλησιαστικά Φ. 626»  ἔγγραφο ὑπ’ ἀριθ.  67.

[7] Γ.Α.Κ. Φάκελος «Ἐκκλησιαστικά Φ. 626»  ἔγγραφο  ὑπ’  ἀριθ.  66.

[8] Τὸ Εὐύδριο βρίσκεται στὴν περιοχή Φαρσάλων.

[9] Στὰ 1894, τριάντα σχεδὸν χρόνια μετὰ τὴν ἐγκατάσταση τῶν μοναχῶν καὶ τὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ Μοναστηριοῦ, στὸ «Κάτω Μοναστήρι», ἐξακολουθεῖ, ὅπως βλέπουμε νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ πρώτη ὀνομασία του «Μονὴ Κοιμήσεως της Θεοτόκου» καὶ διαξευκτικὰ μόνο τὸ «Ξενιᾶς».

[10] Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Πλάτανος βρισκόταν ἀκόμη στὴν πρώτη θέση τοῦ χωριοῦ, στὸν «παλιὸ» Πλάτανο.

[11] Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

[12] «Παναγία Κοίμησις» ὀνομαζόταν ἡ ἐφέστιος εἰκόνα τοῦ «Πάνω» Μοναστηριοῦ, ἡ ὁποία ἦταν γνωστὴ ὡς «Παναγία Κισσιώτισσα»

[13] Ἔτσι γράφεται τὸ ὄνομα τοῦ χωριοῦ στὸ σχετικὸ δημοσίευμα.

[14] Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

[15] Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ὐπαγόταν στὴ Μητρόπολη τῆς Λάρισας.

[16] Σημερινὴ Πελασγία.

[17] Τόσο ἡ παραλαβὴ τῆς ἁγίας εἰκόνας ἀπὸ τὸ Μοναστήρι ὅσο καὶ ἡ  παράδοσἠ της σ’αύτὸ γινόταν πάντοτε μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ πανηγυρικὸ τρόπο καὶ μὲ τὴ συνοδεία ἀντιπροσώπων τῶν κατοίκων τῶν χωριῶν ποὺ τὴν προσκαλοῦσαν.

[18] Ὁ Δῆμος Πτελεατῶν, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, εἶχε δύο ἕδρες, μία θερινή, τὴ Σούρπη, καὶ μία χειμερινὴ, τὸ Πτελεό.

[19] Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

[20] Εἰκόνα τῆς Μετανοίας των σημαίνει Εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ ὁποῖο τάχθηκαν νὰ ὑπηρετήσουν, δηλαδὴ Εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

[21] χωρὶς.

[22] Ἄκετσι εἶναι ἡ παλιὰ ὀνομασία τῶν σημερινῶν Μικροθηβῶν.

[23] Τουρκομουσλὶ λεγὀταν παλιότερα τὸ σημερινό χωριὸ τοῦ Ἁλμυροῦ Ἀργιλοχώρι.

[24] Ἡ παράδοση, στὸ βαθμὸ ποὺ ἔχει διασωθεῖ, δὲν ἀναφέρει ἄν ἡ εἰκόνα ἦταν τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας».

[25] Σελίδα 57.

[26] «Ἡ Παναγία Ξενιὰ καὶ οἱ δύο Ἱερὲς Μονές της», σελ. 57.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό δεύτερο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

 

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Χειρόγραφα καὶ ἱερὰ κειμήλια τοῦ Μοναστηριοῦ   (β΄ μέρος)

 

  1. Κώδικας ΚΑ΄.

Εἶναι ἕνα ἄδετο χάρτινο Εὐχολόγιο τοῦ 17ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 152 φύλλα διαστάσεων 0,15 Χ 0, 12 μ.

  1. Κώδικας ΚΒ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 74 φύλλα διαστάσεων  0,22 Χ 0,16 μ.

Περιλαμβάνει ἀκολουθία καὶ βίο: α) Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου τοῦ ἐν Βουνένῃ τῆς Θεσσαλίας ἀσκήσαντός τε καὶ ἀθλήσαντος καὶ β) Ἀκολουθία τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων μετὰ βίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας.

Ὁ βίος τοῦ Ἁγ. Νικολάου τοῦ Νέου εἶναι πληρέστερος τοῦ βίου τοῦ ἴδιου ἁγίου ποὺ περιλαμβάνεται στὶς ἀκολουθίες τῶν συνήθων  κυκλοφορούντων ἐντύπων. Διασώζονται σ’ αὐτὴν παλιὲς λαϊκὲς φράσεις  ἀλλὰ καὶ ἀναφέρονται θεσσαλικὲς τοποθεσίες ἤ πόλεις ὅπως ἡ Δημητριάδα κ.τ.λ.

Ὁ κώδικας γράφηκε στὰ μέσα τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνα, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀναγνώστου, Καλτσέτα,[1] δάσκαλο στοὺς Κοκκωτοὺς καὶ ἀργότερα  ἱερέα στὸν Ἁλμυρό. Ἡ γραφὴ εἶναι στρογγυλόσχημη μὲ κάποιες ἀνορθογραφίες.

  1. Κώδικας ΚΓ΄.

Εἶναι ἕνα χάρτινο δερματόδετο «Θεοτοκάριο» τοῦ 14ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 246 φύλλα διαστάσεων  0,21 Χ 0,15 μ.

Λείπουν μερικὰ φύλλα  στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τοῦ κώδικα. Φαίνεται ὅτι ἀριθμήθηκε κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα κατὰ σελίδες. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ σελίδα 33     καὶ τελειώνει στὴ σελίδα 523. Λείπει ἕνα φύλλο μετὰ τὴ σελίδα 262 καὶ ἕνα ἄλλο μετὰ τὴ σελίδα  507.

  1. Κώδικας ΚΔ΄.

Εἶναι δερματόδετος κώδικας τοῦ 13ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ  206 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους καὶ  0,14 μ. πλάτους. Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,07 μ. καὶ ἡ ἐπιφάνεια γραφῆς κάθε σελίδας εἶναι 0,15 Χ 0,07 μ. Περιέχει βίους καὶ πολιτεῖες ἁγίων καὶ ἐκκλησιαστικοὺς λόγους διαφόρων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ κώδικα, ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου, ἐπισκόπου Κρήτης καὶ μετά, ὁ γραφικὸς χαρακτήρας του ἀλλάζει καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λίγο μεταγενέστερης ἐποχῆς. Στὴν ἀρχὴ εἶναι γραμμένη μία διήγηση ἀπὸ τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀπὸ τὴν ὁποία λείπουν κάποια φύλλα. Στὸ φύλλο 29 «ἀναγράφεται ἐξήγησις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου πλήρης ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἀποκρύφου Εὐαγγελίου».

Ὁ κώδικας ἀποτελεῖται ἀπὸ 206 φύλλα. Στὸ τελευταῖο φύλλο ὑπάρχει ἡ σημείωση: «1007 αψ (+ 1700) +τοῦτο τὸ βιβλίον ὑπάρχει τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς καλουμένης Κισσιωτίσσης καὶ ὅποιος βουληθῇ καὶ ἐλησταρχίσῃ καὶ τὸ ἀποξενώσῃ νὰ ἔχῃ τὸ ἐπιτίμιον καὶ ἀντίμαχον τὴν Θεοτόκον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως».

Τὰ γράμματα εἶναι ἀγγιστροειδῆ καὶ μεγάλα τῆς μορφῆς τῆς ἀλληλεμπλόκου γραφῆς. Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα εἶναι μεγάλα καὶ κόκκινα, γραμμένα μὲ  κιννάβαρη ὅπως  καὶ τὰ ἐπίτιτλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης σχεδιασμένα μὲ  κιννάβαρη καὶ μαύρη μελάνη.

Περιεχόμενα τοῦ κώδικα: – α) φ. 1α – 4α: «Διήγησις περὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος», ἐλλιπὴς στὴν ἀρχή. – β) φ. 4β -12β:  «Τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικολάου ἀρχιεπισκόπου καὶ θαυματουργοῦ διήγησις (σὲ ἀρχαιοελληνικὴ γλῶσσα).[2] -γ) φ. 13α –  28β: «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Μάρκου τοῦ  Ἀθηναίου, τοῦ ἀσκήσαντος ἐν τῷ ὄρει τῆς Θράκης, τῆς οὔσης ἐπὶ  Κανατῶν ἐνδοτάτων….τῆς εἴσω Αἰθιοπίας ἐπέκεινα τοῦ ἔθνους τῶν Χαιτέων» – δ) φ. 29α – 44β: «Μηνὶ Αὐγούστου εἰς τὰς ιε΄ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰωάννου του Θεολόγου καὶ Εὐαγγελιστοῦ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου». – ε) φ. 45α – 55α: «Μαρτύριον τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ μεγαλομάρτυρος Παρασκευῆς». – στ) φ. 55β –  64α: «Τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τὴν ἀποτομὴν τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου καὶ περὶ τῶν πονηρῶν γυναικῶν. – ζ) φ. 65β – 73β: «Διήγησις τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου πρὸς τὸν ἅγιον Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου περὶ ἐξόδου ψυχῆς». – η) φ. 74α – 81α: «Μαρτύριον τῆς ἁγίας καὶ καλλινίκου μάρτυρος Βαρβάρας.  – θ) φ. 81α – 90β: «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ Ἀλεξίου». – ι) φ. 91α – 104 α: «Ὀπτασία Κωνσταντίνου τοῦ Ἰσαποστόλου καὶ ἀσεβοῦς ἐν πρώτοις χριστιανοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου». -ια) φ. 104α-110β: «Ἰωάννου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, ὁμιλία εἰς τὸν προπάτορα  Ἀβραὰμ λεχθεῖσα εἰς τὴν ἡμέραν τῶν ἁγίων πατέρων, Κυριακὴν πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως». – ιβ) φ. 111α -116 α «Μαρτύριον τῆς Ἁγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης». – ιγ) φ. 116 α – 122 β: «Βίος καὶ Πολιτεία Εὐγενίου καὶ Μαρίας τῆς αὐτοῦ θυγατρός».  – ιδ) φ. 123 α –  132 β: «Μαρτύριον τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων τῶν ἐν Σεβαστείᾳ μαρτυρησάντων». – ιε) φ. 133 α –  146 α: «Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν     Ἰωάννου τοῦ  Καλυβίτου, τοῦ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν γεγονότος». -ιστ) φ. 147α –  161β: «Τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου, λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τοῦ ἀπὸ Ἀριμαθαίας καὶ Νικόδημον καὶ εἰς τὴν ἐν τῷ Ἄδῃ τοῦ Κυρίου κατάβασιν». -ιζ) φ. 162α –  169β: «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Εὐσεβίου, ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, λόγος περὶ ἐλεημοσύνης».[3] -ιη)  φ. 170α – 180α: «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου ἐπισκόπου Νύσσης, Λόγος εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα»· -ιθ) φ. 180α – 187β. «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, λόγος εἰς τὸν παράλυτον· ἐλέχθη δὲ εἰς τὴν Μεσοπεντηκοστὴν εἰς τὸ μὴ κρίνητε κατ᾿  ὄψιν» καὶ τὰ ἑξῆς. -κ) φ. 188α – 197β :  «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Κυρίλλου, ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, Λόγος εἰς τὴν Ὑπαπαντὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». -κα) φ. 198α – 204β : «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου. Λόγος εἰς τὰ Βαϊα».[4] -κβ) φ. 204β – 206β : «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἀνδρέου ἐπισκόπου Κρήτης, τοῦ Ἱεροσολυμίτου, λόγος εἰς τὴν Γέννησιν τῆς Παναγίας Θεοτόκου».

 

  1. Κώδικας ΚΕ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας του 15ου αἰῶνα.[5] Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,09 μ. καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 373 φύλλα διαστάσεων  0,21 Χ 015 μ.

Ὁ κώδικας εἶναι χωρισμένος σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος του περιέχει «125 ἀποκρίσεις σὲ ἰσάριθμες ἐρωτήσεις, μὲ πρῶτες ἐρωτήσεις γιὰ τὴν κτίση τοῦ κόσμου». Στὸ τέλος τοῦ πρώτου αὐτοῦ μέρους εἶναι γραμμένη ἡ ἑξῆς «ἐνθύμηση»:

«+ Φανερώνω τὸν καιρὸν ποῦ σκόρπισεν οἱ Κουκουτοὺς ἀπὸ δοσίματα 1828 ἁλωναρίου 8, Γιάννης τοῦ Χρήστου Κύρκου».[6]

Τὸ δεύτερο μέρος περιέχει κείμενο, ἐξήγηση καὶ σχετικὴ διδασκαλία στὶς 29 παραβολὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Σὲ δύο συνεχῆ  φύλλα τοῦ μέρους αὐτοῦ ὑπάρχει ἀποτύπωμα τῆς σφραγίδας τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς Ξενιᾶς «Παπᾶ Σαμουὴλ 1830».

Καὶ τὰ δύο μέρη τοῦ κώδικα εἶναι γραμμένα «ἐν πεζῇ φράσει» ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ρεσινὸ τὸν Κορίνθιο καὶ ἐπιγράφεται: «Ὁδηγός».[7]

  1. Κώδικας ΚΣΤ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα. Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,05 μ. καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 137 φύλλα διαστάσεων  0,21 μ. μήκους καὶ 0,15 μ. πλάτους.

Περιεχόμενα: α) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν νέου Θεολόγου καὶ θαυματουργοῦ Γρηγορίου ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης, ὁμιλία περὶ τῆς πρὸς ἀλλήλους εἰρήνης, ῥηθεῖσα μετὰ γ΄ ἡμέρας τῆς αὑτοῦ πρὸς Θεσσαλονίκην ἐπιδημίας» (ἐλλιπής), – β) «Δωροθέου, περὶ τῶν ἁγίων νηστειῶν». (πλήρης). – γ) «Τοῦ αὐτοῦ, πρὸς τοὺς ἐν μοναστηρίῳ ἐπιστάτας καὶ μαθητὰς πῶς δεῖ ἐπιστατεῖν ἀδελφῶν καὶ πῶς τοῖς ἐπιστατοῦσιν ὑποτάσσεσθαι μαθητευομένους», – δ) Τοῦ αὐτοῦ, «ῥήματα ἐν συντόμῳ» (πλήρη), – ε) «Διήγησις μερικὴ ἐκ τοῦ βίου τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Μελετίου» (ἐν ἁπλῇ φράσει ἐλλιπὴς ἐν μέρει). – στ) «Διδαχὴ περὶ ἀγάπης ἐκ πολλῶν μαρτυριῶν συντεθειμένη ἐν πεζῇ φράσει», – ζ) «Εἰς τὴν ἅλυσιν τοῦ ἁγίου Πέτρου τοῦ   Ἀποστόλου εἰς τὰς ιστ΄ Ἰανουαρίου ἐν ἁπλῇ φράσει» (πλήρης). – η) «Τοῦ ἀββᾶ Νείλου» (πλήρης). – θ) «Μαξίμου, ἡ εἰς Θεὸν ἐλπὶς χωρίζει πάσης γηΐνης προσπαθείας τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ χωρισθεὶς ἕξει τὴν εἰς Θεὸν ἀγάπην». – ι) Διήγησις μερικὴ ἐκ τοῦ βίου καὶ τῆς πολιτείας τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ» (πλήρης). – ια) «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου» (ἐν φράσει ἀρχαίᾳ πλήρης). -ιβ)  «Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Κλίμακος, περὶ ὀνείρων» (ἐν φράσει ἀρχαίᾳ πλήρης). -ιγ) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης καὶ νέου Θεολόγου, ὁμιλία εἰς τὴν σωτήριον γέννησιν τῆς Πανυπεράγνου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας» (ἐν ἀρχαίᾳ φράσει), -ιδ) Τοῦ αὐτοῦ, «ὁμιλία εἰς τὸν ἅγιον Ἀπόστολον καὶ Εὐαγγελιστὴν καὶ τῷ Χριστῷ ἐξόχως ἠγαπημένον Ἰωάννην τὸν θεολόγον, ἐν ᾗ καὶ περὶ τῆς εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον ἀγάπης», – ιε) Τοῦ αὐτοῦ, «Ὁμιλία εἰς τὸ τῆς τρίτης Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον, ὑπόθεσιν ἔχουσα τὸν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐγερθέντα τῆς χήρας παῖδα, ἐν ᾗ καὶ περὶ τοῦ συγγνωμοτικοὺς ἡμᾶς καὶ συμπαθεῖς πρὸς ἀλλήλους εἶναι» (πλήρης). – ιστ) Τοῦ αὐτοῦ, «ὁμιλία εἰς τὸ τῆς τετάρτης Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον», τὸ λέγον «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ», ἐν ᾗ καὶ περὶ τῆς ὀφειλουμένης πρὸ τοῦ σπόρου τούτου παρ᾿  ἡμῶν τελεῖσθαι καλλιεργείας» (ἐλλιπὴς ἐν τέλει). -ιζ) Τοῦ αὐτοῦ, «περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ νήψεως ὁδεύειν τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου». – ιη) «Ὁμιλία περὶ ψεύδους» (πλήρης). – ιθ) «Ὁμιλία περὶ τοῦ βοηθεῖν ἀλλήλους» (ἐν ἀρχαίᾳ φράσει) κ) Τοῦ αὐτοῦ «περὶ τοῦ ἑαυτὸν μέμφεσθαι» (πλήρης). – κα) Τοῦ αὐτοῦ «περὶ μνησικακίας» (ἐλλιπής).

  1. Κώδικας ΚΖ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 95 φύλλα διαστάσεων 0,21 Χ 016 μ.

Εἶναι γραμμένος σὲ σκληρὸ χαρτὶ. Ἐσωτερικὰ φέρει ἔντυπη εἰκόνα τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ἐξωφύλλων ὑπάρχουν διάφορες σημειώσεις δυσανάγνωστες. Ἐπιγράφεται «Σημειωματάριον καὶ Ἄνθος φιλοσόφων ἐπιστολῶν». Περιέχει ἀπανθίσματα ἀπὸ τοὺς μύθους τοῦ Γεωργίου τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ψελλοῦ κλπ, ἐπιστολὲς ἑνὸς Δημητρίου δασκάλου τῆς Σχολῆς τοῦ Τυρνάβου τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὸν ἱερομόναχο δάσκαλο Ζαχαρίαν στὸ Πήλιο. Περιέχει ἐπίσης ἐπιστολὲς διαφόρων λογίων τῶν τότε χρόνων, ποιήματα, γεωγραφικὲς σημειώσεις καὶ συνταγὲς ἰατρικές.-

Τὰ σημαντικότερα περιεχόμενα τοῦ κώδικα:

Α΄. Ποίηση. – α) Ἐπιγράμματα σὲ ἀρχαιοελληνικὴ γλῶσσα τοῦ ἱερέα παπᾶ Πολύζου[8] 1) εἰς Ζαχαρίαν τὸν Προφήτην, 2) εἰς  Ἐλισάβετ, 3) εἰς Ἰωάννην, 4) εἰς τὸν αὐτόν, 5) ὡς ἀπὸ τοῦ Προδρόμου, 6) ὡς ἀπὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Προδρόμου ἐν Μακρυνίτσῃ (σὲ ἀρχαιοελληνικὴ γλῶσσα). β΄) Ἐπιγράμματα εἰς νεοφώτιστον ὑπὸ Διονυσίου μαθητοῦ Κυρίλλου. γ΄) Καλλινίκου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (1801 – 1806)  ἔπαινος εἰς στίχους ὁμοιοκαταλήκτους.  -δ) Ἀνωνύμου ποίημα ὁμοιοκατάληκτον, ὡς ἀπὸ τοῦ χλωμοῦ καὶ χρυσοῦ καὶ ὡς ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ. -ε) Ζαχαρίου, ἱερομονάχου (ὄπισθεν τοῦ ἐξωφύλλου) διδασκάλου Μηλεῶν, ποίημα εἰς στίχους ὀμοιοκαταλήκτους (1 – 100). στ) Ἐπίγραμμα εἰς Μακάριον μητροπολίτην Λαρίσης, τὸν Χῖον (δύο Μακάριοι εἶναι γνωστοὶ Λαρίσης, ὁ Α΄ τῷ 1680 – 1684 καὶ ὁ Β΄ τῷ  1768), ὑπό ἀνωνύμου.  ζ) Ἀνωνύμου: 1) εἰς θάνατον, 2) περὶ ματαιότητος (σὲ ὁμοιοκατάληκτους στίχους), 3) ὁ κόσμος (μὲ ἐρωτήσεις καὶ ἀπαντήσεις), η) Γρηγορίου ἀρχιμανδρίτου, ἡγουμένου Βράχης, ποίημα σὲ ἀρχαΐζοντες στίχους (στ. 1 – 47),  θ) Δημητρίου Τσιλάκογλου, ποίημα σὲ βραχυσύλλαβους στίχους ἐπιγραφόμενον ὁ Κόσμος (στίχοι 112), ι) Ἀνωνύμου, ἔπαινος Ἀλῆ – πασσιᾶ,  ια) Παϊσίου, ἐπισκόπου Σταγῶν, παραίνεση εἰς τοὺς πατέρας τῆς μονῆς Κορώνης ( στ. 1 – 18),   ιβ) Τοῦ αὐτοῦ, Προσευχὴ (στ. 1 – 24), ιγ) Παπᾶ Πολύζου, ἱερέως στὴ Μακρυνίτσα «ἡ Λαμπρά», ιδ) Αἰνίγματα ἐκ μὲν τῶν τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ τρία, ἐκ δὲ τῶν τοῦ Νικολάου Βόδα τέσσερα,  ιε) Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα σὲ στίχους ὁμηρικοὺς ἡρωελεγειακοὺς (Τὸ Εὐαγγέλιον αὐτὸ εἶναι πληρέστερον κατὰ τὸ μέτρον ἀπὸ ἄλλες ἐκδόσεις),  ιστ) Εὐδοκίας ἤ Ἀθηναϊδος τῆς Λεοντιάδος Ἐπιτάφιος Θρῆνος εἰς τὴν ταφὴν τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελούμενος ἀπὸ 33 στίχους.

Β΄ Ἀλληλογραφία. -α) 65 ἐπιστολὲς Δημητρίου, δασκάλου τῆς Σχολῆς τοῦ Τυρνάβου, πρὸς τὸν Ζαχαρία ἱερομόναχο καὶ δάσκαλο κωμοπόλεων τοῦ Πηλίου, κατὰ τὰ ἔτη 1743 – 1745 περίπου,  β) Ἐπιστολὴ Χριστοφόρου ἱερομονάχου ἀπὸ Γκερμπέσι (1720 ἔτος),  γ) Ἐπιστολή Δαμασκηνοῦ, ἡγουμένου Βράχας (1706),   δ)  Ἐπιστολὴ τὸν  «εὐγενέστατον ἄρχοντα Ζαχαρίαν», ἀπὸ κάποιον ἱερομονάχου τῆς Ζωοδόχου πηγῆς (αψϟδ = 1794),  ε) Ἐπιστολὴ Κωνσταντίνου Λογιωτάτου (1826),  στ) Ἐπιστολὴ εἰς μέγαν Βεζύρην Τζελαλαδδίν πασιᾶν,  ζ) Ἐπιστολὴ τοῦ μητροπολίτου Λαρίσης Διονυσίου τοῦ Καλλιάρχου (1776),  η) Ἐπιστολὴ σὲ κάποιο μπέη τῆς Λάρισας ἀπὸ τὸν Δημήτριο Τζιλάκογλου (ἔτος αψϟη = 1798),  θ) Ἐπιστολὴ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν Μπογδὰν-μπέην ἀπὸ τὸν πατριάρχη Γρηγόριοο τὸν  Ε΄,  ι) Ἐπιστολὴ Ἰω. Πασχάλη, γυμνασιάρχου Ἰωαννίνων πρὸς τὸν δάσκαλόν του Δημήτριον τὸν Ὀλλανδὸν (ἀχρονολόγητος),  ια) Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Λαρίσης Διονύσιον (ἴσως τὸν Καλλιάρχην) ἀπὸ τὸν Δημ. Τζιλάκογλου (ἀχρονολόγητος),  ιβ) Ἐπιστολὴ στὸν ἴδιο καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Δημ. Τζιλάκογλου (αψϟθ = 1799),   ιγ) Ἐπιστολὴ τοῦ ἐπισκόπου Σταγῶν Παϊσίου εἰς τὸν    Ἀρχιμανδρίτην κὺρ Ἰωσὴφ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ μονῆς τῶν μεγάλων Πυλῶν (Δουσίκου ἔτος 1805), ιδ) Νικοδήμου, ἀρχιμανδρίτου, εἰς ἄγνωστο (1806), -ιε) Τοῦ ἴδιου σὲ ἀγνωστο μοναχὸ,- ιστ) Γρηγορίου ἀρχιμανδρίτου σὲ κάποιον κοσμικὸ (ἔτος 1782),  ιζ) Ἀθωνιάδος Σχολῆς εἰς εὐρωπαῖον φιλέλληνα,  ιη) Κάποιου Διονυσίου σὲ κάποιο λόγιο κληρικὸ (1803),  ιθ) Δαμασκηνοῦ, ἀρχιμανδρίτου, ἡγουμένου Βράχας, πρὸς τὸν κὺρ Γεωργάκην Τζελεπῆν ( ἔτος 1783),  κ) Τοῦ ἴδιου σὲ ἄγνωστο λόγιο (ἔτος 1799). κα) Δημητρίου Τζιλάκογλου πρὸς ἀρχιμανδρίτη (ἀχρονολόγητη).

  1. Κώδικας ΚΗ΄.

Εἷναι χάρτινος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 50 φύλλα διαστάσεων 0,21 Χ 0,16 μ. Περιέχει σὲ δεκαπεντασύλλαβους ὁμοιοκατάληκτους στίχους τὸ «Ἔπος περὶ τῆς συλλήψεως τοῦ διαβοήτου τυράννου τῆς Ἠπείρου  Ἀλῆ – Πασιᾶ» ποὺ ἐπιγράφεται «Αληπασαλιας». Γράφτηκε τὸ 1823.

  1. Κώδικας ΚΘ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος κώδικας τοῦ 17ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ  51 φύλλα διαστάσεων 0,20 Χ 0,15 μ. καὶ εἶναι γραμμένος στὴν παλιὰ τουρκικὴ γλῶσσα. Τὸ περιεχόμενό του παραμένει ἄγνωστο, ὡς ἀμετάφραστο.

  1. Κώδικας Λ΄.

Ἄδετος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 95 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ, σχήματος 16ου, διαστάσεων  0,18 Χ 0,12 μ. Περιέχει τὸ Κοράνιο γραμμένο στὴν ἀραβικὴ γραφὴ καὶ σὲ καλλιτεχνικὴ μορφή.

Γύρω ἀπὸ τὸ κείμενο κάθε σελίδας ὑπάρχει χρυσὸ  πλαίσιο. Τὰ κεφάλαια κοσμοῦνται μὲ πολύχρωμο ἄνθος. Πρόκειται γιὰ ἕνα λάφυρο ἀπὸ τὴν Καστοριὰ τοῦ   Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1912, ποὺ κουβαλήθηκε στὸν Ἁλμυρό.

  1. Κώδικας ΛΑ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος δερματόδετος κώδικας ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 52 φύλλα, διαστάσεων 0,30 Χ 0,20 μ. Ἀνήκει στὸν  18ο αἰῶνα. Περιέχει λογιστικοὺς πίνακες διαφόρων εἰδῶν ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιγράφεται «Κατάστιχον τοῦ μακαρίτη  Ἰω. Ἀναγνώστη Χατζῆ – Νικολάου (ἐκ Τρικέρων)»

  1. Κώδικας ΛΒ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 220 φύλλα διαστάσεων  0,20 Χ 0,12 μ. Περιέχει  σημειώσεις διαφόρων εἰδῶν τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος καὶ φθάνει μέχρι τῶν μέσων τοῦ 19ου.

  1. Κώδικας ΛΓ΄.

Φυλλάδα τοῦ 19ου αἰῶνα 22 φύλλων διαστάσεων  0,21 Χ 0,16 μ. Περιέχει διαφόρους στοιχειώδεις γνώσεις Φυσικῆς, Χημείας, Ζῳολογίας καὶ Ἀριθμητικῆς.

  1. Κώδικας ΛΔ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 23 φύλλα διαστάσεων 0,20 Χ 0,15 μ. Περιέχει Κατήχηση γιὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστη.

  1. Κώδικας ΛΕ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 50 φύλλα διαστάσεων  0,29 Χ 0,09 μ. καὶ περιέχει διαφόρους λογαριασμούς καὶ σημειώσεις τοῦ 18ου  αἰῶνα.

  1. Κώδικας ΛΣΤ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 92 φύλλα διαστάσεων  0,16 Χ 0,11 μ. Περιέχει Γραμματικὴ μὲ ἐρωτήσεις τοῦ δασκάλου καὶ ἀπαντήσεις τοῦ μαθητῆ.

  1. Κώδικας ΛΖ΄.

Σπαράγματα κώδικα τοῦ 18ου ποὺ καταστράφηκε καὶ σώζονται ἀκέραια μόνο δύο φύλλα στὰ ὁποῖα ἀναφέρονται τοπωνυμίες θέσεων ἀγρῶν τοῦ  18ου  αἰῶνα.

  1. Κώδικας ΛΗ΄.

Ἀνήκει στὸν 19ο αἰῶνα. Εἶναι χάρτινος καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ  24 φύλλα διαστάσεων  0,26 Χ 0, 20 μ.  Περιλαμβάνει  «Εἰσαγωγὴ  στὴ Νεότερη Χημεία».

  1. Κώδικας ΛΘ΄.

Κώδικας τοῦ 15ου αἰῶνα γραμμένος σὲ στιλπνὸ χαρτὶ διαστάσεων 0,21 Χ 0, 16 μ. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 280 φύλλα καὶ περιέχει λόγους ἐκκλησιαστικοὺς καὶ βίους ἁγίων. Στὴν ἀρχὴ περιέχει ἕνα ἀπόκρυφο Εὐαγγέλιο περὶ Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο λείπει ἡ ἀρχή. Κοσμεῖται μὲ ὡραῖα ἐπίτιτλα σχεδιασμένα μὲ κιννάβαρη καὶ μαύρη μελάνη. Κάθε ἀρχικὸ κεφαλαῖο γράμμα εἶναι κόκκινο  καὶ διακοσμεῖται ὄμορφα. Στὰ λευκὰ περιθώρια τῶν σελίδων του ὑπάρχουν ἐπισκοπικὲς ὑπογραφές.

Ὑπογράφουν: «+Ὁ Λαρίσης Πολύκαρπος καὶ ἐν Χριστῷ πάντων ἡμῶν», «+ Ὁ Δημητριάδος Ἀθανάσιος», «+ Ὁ Φαρσάλων Βενιαμίν», «+ Ὁ Ζητουνίου Θεοφάνης».

Στὰ λευκὰ περιθώρια τῶν σελίδων του εἶναι γραμμένες ἐπίσης οἱ ἑξῆς «ἐνθυμήσεις»:

α) «Ἔτος  αψϟδ΄ (=1794) μαρτίῳ α΄  γράφω καγὸ Ἀναγνώστης τοῦ Κόμνου διὰ ἐνθύμισιν».

β) «Ἔτος ζπα΄ (=7081=1573) τὸν μίναν Ὀκτόβριον… ἡμέρα Πέμπτη …. .ἐχάλασαν. ..»

γ) «Ἐτοῦτο τὸ παρὸν βιβλίον ὑπάρχει καὶ εἶναι τῆς ἱερᾶς καὶ σεβασμίας Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου προφήτου προδρόμου καὶ ὁπηος τὸ  ἀπα. . (ἀπαλλοτριώσῃ;)  νὰ ἔχῃ τὰς ἀρὰς τῶν τιη΄ θεοφόρων πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ».

δ) «Ἔτος 1793 ἦλθεν ἀκρίβεια μεγάλη σφόδρα ὁποῦ ἐκινδύνεψεν νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος. Στάθης κόμνους» .

ε) « 1831. γράφω καγό οἰκονόμος ὁποῦ ἦλθε ὁ Μπαλατσὸς καὶ ἔκαυσε τὸ χωριο. Οκτομβρίου 2».

στ) «Τῷ Θεοφιλεστάτῳ καὶ μουσικωτάτῳ ἁγίῳ ἑπισκόπῳ  τῆς ἁγιωτάτης ἐπισκοπῆς Ζητουνίου, ἐμοῦ δὲ αὐθέντος καὶ δεσπότου Ἰωαννικίου, πολλὰ τὰ ἔτη».

ζ) «Ἀθανάσιος, ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς γράφω».

Περιεχόμενα τοῦ κώδικα: α) Ἐξ ἀποκρύφου Εὐαγγελίου «Ἡ μετάστασις τῆς Θεοτόκου». β) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λόγος εἰς τὴν ἀποτομὴν (τῆς κεφαλῆς) τοῦ Ἰωάννου καὶ περὶ πονηρῶν γυναικῶν». γ)» Μαρτύριον τῆς ἁγίας καὶ καλλινίκου μεγαλομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Βαρβάρας». δ) «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου Ἀλεξίου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ». ε) Ὀπτασία Κωνσταντίνου τοῦ ἰσαποστόλου καὶ ἀσεβοῦς ἐν πρώτοις Χριστιανοῦ βασιλέως, τοῦ μεγάλου». στ) «Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὁμιλία εἰς τὸν προπάτορα Ἀβραὰμ λεχθεῖσα εἰς τὴν ἡμέραν τῶν ἁγίων Προπατόρων πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως». ζ) «Μαρτύριον τῆς Ἁγ. μεγαλομάρτυρος Μαρίνης». η) «Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἡσυχίου διήγησις εἰς τὸν προπάτορα Ἀβραὰμ περὶ θανάτου». θ) «Διήγησις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πῶς δεῖ αὐτὴν φυλάττειν ἀκριβῶς καὶ ἀσφαλῶς». ι) «Μαρτύριον τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων». ια) «Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ ἀββᾶ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου». ιβ) «Βίος καὶ πολιτεία Εὐγενείου καὶ Μαρίας τῆς αὐτοῦ θυγατρός». ιγ) «Τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Εὐφραὶμ λόγος πίστεως καὶ ἀγάπης εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν». ιδ) «Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, λόγος περὶ νηστείας». ιε) «Τοῦ αὐτοῦ εἰς τὸν τετραήμερον Λάζαρον». ιστ) «Τοῦ ἁγίου γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λόγος εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα». ιζ) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου, λόγος εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον τριήμερον ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». ιη) «Τοῦ αὐτοῦ λόγος εἰς τοὺς ἁγίους τρεῖς παῖδας καὶ Δανιὴλ τὸν προφήτην». ιθ) « Τοῦ αὐτοῦ λόγος εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ». κ) «Διήγησις μείρακος τινος· (φθαρμένη σὲ κάποια μέρη). κα) «Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λόγος. . . (λείπει ἡ συνέχεια).

Ὁ σημαντικὸς αὐτὸς κώδικας χάθηκε κατὰ τὸν Ἑλληνο –Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897 ἐπειδὴ ἁρπάχτηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους  ποὺ κυρίευσαν τὸν Ἁλμυρό ἤ μᾶλλον ἀπὸ ὅσους συνόδευαν τὸν τακτικὸ τουρκικὸ στρατό.

  1. Κώδικας Μ΄.

Ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 17ου ἤ 18ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 52 φύλλα διαστάσεων   0,21 Χ 0,14 μ. Εἶναι γραμμένος στὴν τουρκικὴ γλῶσσα μὲ τὴν παλιὰ τουρκικὴ γραφή. Τὸ περιεχόμενό του παραμένει ἀμετάφραστο καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἄγνωστο.

 

 

ΙΙΙ. Μουσικοὶ κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Πληροφορίες γιὰ τοὺς παρακάτω μουσικοὺς κώδικες τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς δημοσιεύθηκαν:

1) Στὸ περιοδικὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων» ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, στὶς ἐργασίες του α) «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄρθρυος», στοὺς τόμους 18 (1924), σελ.  448 – 450 καὶ 19 (1925) σελ. 93 – 95, 262 – 266,  369 – 377) καὶ β) «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», στὸν τόμο 20 (1925), σελ. 104 – 107.

2) Στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»» (Περίοδος β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρὸς 2000, σελ. 78 – 83)  ἀπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Χερουβεὶμ Βελέντζα, στὴν ἐργασία του «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» καὶ

3) Στὸ «Proceedings of the 1st International Conference of the ASBMH», (σελ. 599 – 667) ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Καραγκούνη, στὴν ἐργασία του: «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας. Μέρος πρῶτο: Ἕνα μουσικὸ στιχηράριον τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς Ἁλμυροῦ. Μέρος δεύτερο: Τὰ ἑπτὰ μουσικὰ χειρόγραφα τῆς «Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ (Μαγνησίας) -Ἡ Ὄθρυς».

Μὲ βάση τὶς πληροφορίες ποὺ παρέχονται στὰ τρία αὐτὰ δημοσιεύματα δίνουμε μία συνοπτικὴ πληροφόρηση στὸ βαθμὸ ποὺ θεωροῦμε χρήσιμο γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς παρούσας μας ἐργασίας

 

  1. Κώδικας ΚΑ΄, τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Εἶναι δερματόδετος χάρτινος μουσικός κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 404[9] φύλλα διαστάσεων 0,245 Χ 0,17 μ.[10] Διατηρεῖται σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση.

Στὸ φύλλο 1 ἀναγράφεται: «Ἀρχὴ σὺν Θεῷ ἁγίῳ, στιχηράριον καλοφωνικόν· ποίημα καὶ ποιηθὲν παρὰ κὺρ Γερμανοῦ ἀρχιερέως Νέων Πατρῶν ἐκ Τυρνάβου· Μὴν σεπτέμβριος …».

Στὸ τέλος, στὸ φύλλο 404, ἀναγράφεται: «Τέλος τοῦ πεντηκοσταρίου· ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψοβ΄ ἰουλίου … διὰ χειρὸς ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι· μαθητοῦ ἐκ Τυρνάβου ἤγουν Στεργίου καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν τοῦ εὐτελοῦς».

«Ὁ κώδικας διατηρεῖται σὲ ἐντυπωσιακῶς ἀρίστη κατάσταση. Οἱ διαστάσεις του εἶναι 35 ἑκ. στὸ ὕψος ἐπὶ 18,5 ἑκ. στὸ πλάτος, εἶναι δὲ ὀγκώδης δεδομένου ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπὸ 408 φύλλα …

Ἡ στάχωση τοῦ κώδικα εἶναι ἀρίστως διατηρημένη, σχεδὸν ἄφθαρτη. Πρόκειται γιὰ ξύλινες πινακίδες, ἐπενδεδυμένες ἐξωτερικῶς μὲ καλῆς ποιότητος δέρμα, καφὲ-βυσσινὶ χρώματος, ἐνῶ ἔχουν διατηρηθεῖ ἀκέραιοι οἱ θηλυκωτῆρες…

Τὸ χειρόγραφο τιτλοφορεῖται «Καλοφωνικὸν Στιχηράριον τοῦ Γερμανοῦ Νέων Πατρῶν»…

Τὸ χειρόγραφο εἶναι χρονολογημένο καὶ ὁ γραφεὺς του αύτοαποκαλύπτεται δύο φορὲς σὲ ἰσαρίθμους κολοφῶνες τοῦ βιβλίου. Πρόκειται γιὰ ἕναν Τρικεριώτη μουσικὸ καὶ ἀντιγραφέα, ὁ ὁποῖος ὑπογράφει ὡς «Ἀναγνώστης ἐκ Τρίκερι».

Ἡ πρώτη μαρτυρία κατατίθεται στὸ φύλλο 367α καὶ ἀποκαλύπτει τὸν κωδικογράφο καὶ τὸ ἔτος ὁλοκληρώσεως τοῦ χειρογράφου: «Τέλος τοῦ Τριωδίου. Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψοζ΄ (1777), Αὐγούστου η΄, ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστη ἐκ Τρίκερι, μαθητοῦ Στέργιου ἐκ Τιρνάβου καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν».

Τὸ δεύτερο ἰδιόγραφο σημείωμα τοῦ κωδικογράφου ἐντοπίζεται στὸ φύλλο 404α, ὅπου σημειώνονται τὰ ἑξῆς παραπλήσια μὲ τὰ προηγούμενα: «Τέλος τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψοζ΄, Ἰουλίου γ΄, ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι, μαθητοῦ Στεργίου ἐκ Τίρναβου, ἤγουν Στέργιου καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν τοῦ εὐτελοῦς»…

Ἡ ἀξία τοῦ κώδικος εἶναι μεγάλη, διότι: Εἶναι ὀγκωδέστατος, ἐξαιρετικῶς καλαίσθητος καὶ ἄριστα διατηρημένος. Εἶναι πλούσιος ὡς πρὸς τὶς ἐμπεριεχόμενες μελοποιήσεις, οἱ ὁποῖες, ἄν καὶ ἀπαντοῦν συχνὰ σὲ ἄλλα χειρόγραφα, ἀποτελοῦν ἀθάνατα ἔργα τοῦ σπουδαιοτάτου μελουργοῦ, μουσικοδιδασκάλου καὶ ἐξηγητοῦ τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος Γερμανοῦ ἐπισκόπου Νέων Πατρῶν. Οἱ ἐμπεριεχόμενες μελοποιήσεις καλύπτουν τὶς ἱεροψαλτικὲς ἀνάγκες ὅλου τοῦ ἐνιαυτοῦ, συμπεριλαμβανομένων τῶν περιόδων Τριωδίου καὶ Πεντηκοσταρίου. Εἶναι χρονολογημένος. Ἔχει ὁλοκληρωθεῖ τὸ ἔτος 1777. Τὸ ἔργο συντίθεται στὸ χωριὸ Πλάτανος τοῦ Ἁλμυροῦ, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτει τὴν ἄνθιση τῆς ψαλτικῆς τέχνης ἀλλὰ καὶ τῆς βιβλιογραφικῆς παραγωγῆς στὴν περιοχὴ κατὰ τὸν ΙΗ΄ αἰῶνα»

  1. Κώδικας ΙΑ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Εἶναι ἕνας μουσικὸς κώδικας τοῦ 8ου αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 φύλλα. Εἶναι γραμμένος σὲ φύλλα βομβύκινου χαρτιοῦ διαστάσεων  0,30 μ. μήκους καὶ 0,21 μ. πλάτους καὶ εἶναι ἄδετος  μὲ συνολικὸ πάχος 0,09 μ. Στὰ περιεχόμενά του περιλαμβάνονται καὶ ἀντιγραφὲς ἀπὸ παλαιότερο παρόμοιο κώδικα τοῦ 6ου αἰῶνα

Εἶναι φανερό ὅτι ἀρκετὰ φύλλα στὴν ἀρχή, στὸ τέλος καὶ ἴσως  καὶ στὴ μέση ἀποκόπηκαν καὶ ξέπεσαν ἴσως ἐπειδὴ ἦταν ἄδετος.  «Ἐξέπεσον ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν τέλει ἐκ τῆς ἐλλείψεως σταχωμάτων, ἴσως δὲ καὶ ἐν μέσῳ». Εἶναι σκοροφαγωμένος.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χ. Καραγκούνης, στὸ παραπάνω δημοσίευμά του, παρέχει πολλὲς πρόσθετες πληροφορίες γιὰ τὸ χειρόγραφο αὐτό, ἀπὸ τὶς ὁποῖες παραθέτουμε ἐπιλεκτικὰ κάποια στοιχεῖα:

«Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀρκετὰ πλούσιο Στιχηράριον μετ’ Ἀναστασιματαρίου, κάπως σπάνιος συνδυασμὸς χειρογράφου…. Ὑπάρχουν ὅμως δύο διαφοροποιήσεις σὲ σχέση μὲ τὰ καταγεγραμμένα τοῦ Ν. Γιαννοπούλου. Οἱ δι’ αὐτοψίας διαπιστωθεῖσες διαστάσεις τοῦ κώδικος εἶναι 26,5 ἑκ. στὸ ὕψος καὶ 19,5 ἑκ. στὸ πλάτος, ἐνῶ τὰ φύλλα του εἶναι ἀριθμημένα διακόσια εἴκοσι ἑπτὰ <227> ἀντὶ τριακοσίων <300>, ποὺ ἀναφέρονται στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα. Θεωρῶ, πὼς πρόκειται γιὰ τυπογραφικὰ λάθη τῆς ἐκδόσεως, δεδομένου, ὅτι στὸ τελευταῖο φύλλο (227β) ὑπάρχει σημείωση τοῦ ἰδίου τοῦ Γιαννόπουλου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀρίθμησε τὸν κώδικα: «Περιέχει φύλλα 227»… Ἡ χρονολόγηση γίνεται βάσει τοῦ τύπου τῆς σημειογραφίας καὶ ἄλλων ἐσωτερικῶν ἐνδείξεων στὴν περίοδο μεταξὺ τῶν ΙΓ΄ καὶ ΙΔ΄ αἰώνων.

  1. Κώδικας ΙΒ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Εἶναι ἕνας ἄδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 15ου – 16ου αἰῶνα σχήματος 8ου   μεγάλου. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 136 φύλλα σιλπνοῦ χαρτιοῦ  διαστάσεων  0,21 μ. μήκους καὶ 0, 16 μ. πλάτους καὶ εἶναι  ἐλλιπὴς τόσο στὴν ἀρχὴ ὄσο καὶ στὸ τέλος του.

Ἡ ὕλη του ἀρχίζει ἀπὸ α) τὴν 6η Ἰανουαρίου ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων (μελωδός   Ἀνατόλιος), β) 7 Ἰανουαρίου τοῦ Προδρόμου, γ) 9 Ἰανουαρίου, Πολυεύκτου μάρτυρος, (μελωδὸς Βύζας), δ) 11 Ἰανουαρίου, Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, (μελωδός Θεοφάνης) ε) 15 Ἰανουαρίου, Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου, στ) 16 Ἰανουαρίου,  ἡ προσκύνησις τῆς ἁλύσεως τοῦ Πέτρου (μελωδὸς Ἀνατόλιος), ζ) 17 Ἰανουαρίου, Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου (μελωδὸς Στουδίτης), τοῦ αὐτοῦ (μελωδὸς Συκεώτης), η) 18  Ἰανουαρίου, τοῦ  Ἁγ. Ἀθανασίου (μελωδός Γερμανὸς), θ) 19 Ἰανουαρίου, τοῦ Ἁγ. Μαρίου, ι) 20 Ἰανουαρίου, Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου, (μελωδὸς Στουδίτης), ια) 21 Ἰανουαρίου, Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, (μελωδὸς Ἀνδρέας Πυρρὸς), ιβ) τοῦ ἴδιου (μελωδὸς πατριάρχης Γερμανὸς), ιγ) τοῦ ἴδιου (μελωδὸς Κλήμης Ἀγκύρας), ιδ) 25 Ἰανουαρίου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ιε) 27 Ἰανουαρίου, Ἰω. τοῦ Χρυσοστόμου, ιστ) 28 Ἰανουαρίου, Ἐφραὶμ Σύρου, ιζ) 30 Ἰανουαρίου, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (μελωδὸς Νεῖλος Ξανθόπουλος), ιη) 31 Ἰανουαρίου, Κύρου καὶ Ἰωάννου, ιθ) 1 Φεβρουαρίου, τοῦ Ἁγ. Τρύφωνος, κ) 2 Φεβρουαρίου, Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ (μελωδὸς Ἀνδρέας Κρήτης), κα) 5 Φεβρουαρίου, τοῦ Ἁγίου Ἀγάθωνος, κβ) 9 Φεβρουαρίου, τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου, κγ) 11 Φεβρουαρίου, Ἁγίου Βλασίου (μελωδὸς Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολύμων), κδ)13  Φεβρουαρίου, ἁγίου Μαρτινιανοῦ,  κε) 1 Μαρτίου, ἁγίας Εὐδοκίας (μελωδὸς Μεθόδιος), κστ) 9 Μαρτίου, τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα (μελωδὸς Συκεώτης), τῶν αὐτῶν (μελωδοὶ Κοσμᾶς μοναχὸς καὶ Ἰωάννης μοναχὸς), τῶν αὐτῶν (μελωδὸς Κυπριανὸς), τῶν αὐτῶν (μελωδοί  Ἀνατόλιος καὶ Βύζας), τῶν αὐτῶν (μελωδὸς Θεοφάνης μοναχὸς), κζ) 1 Ἀπριλίου, Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, κη) 23 Ἀπριλίου, Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, (μελωδὸς Ἰωάννης μοναχὸς), κθ) 25 Ἀπριλίου, Μάρκου τοῦ Ἀποστόλου,  λ) 26 Ἀπριλίου, Ἰακώβου τοῦ Ἀποστόλου, λα) 6 Μαΐου, Ἰὼβ τοῦ Δικαίου, λβ) 7 Μαΐου, τοῦ ἐν οὐρανοῖς φανέντος σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, λγ) 24 Μαΐου, Συμεὼν τοῦ Θαυμαστορείτου, λε) 8 Ἰουνίου, Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου, λστ) 11 Ἰουνίου, Βαρνάβα (μελωδὸς Γερμανὸς), λζ) 14 Ἰουνίου, Μεθοδίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μανουὴλ, Σαβὲλ καὶ Ἰσμαὴλ (μελωδὸς Λεόντιος), λη) 19 Ἰουνίου, Ἰούδα τοῦ Ἀποστόλου, λθ) 21 Ἰουνίου, Ἰουλιανοῦ μάρτυρος, μ) 24 Ἰουνίου, Γέννησις Τιμίου Προδρόμου, μα) 29 Ἰουνίου, ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, μβ) 2 Ἰουλίου, ἡ κατάθεσις τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου, μγ) 5 Ἰουλίου, Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθω, μδ) 8 Ἰουλίου, Προκοπίου, με) 15 Ἰουλίου, Κηρύκου καὶ Ἰουλίττης, μστ) 20 Ἰουλίου, τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, μζ) 1 Αὐγούστου, Μακκαβαίων, μη) 6 Αὐγούστου, Μεταμόρφωσις Σωτῆρος, μθ) 15 Αὐγούστου, Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, ν) 25 Δεκεμβρίου, Γέννησις τοῦ Χριστοῦ, να) τὰ ἰδιόμελα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Ὁ κώδικας  εἶναι γραμμένος ἀλλοῦ μὲ κόκκινα καὶ ἀλλοῦ μὲ πράσινα γράμματα ἐνῶ τὰ μουσικὰ σημάδια εἶναι μαῦρα καὶ διακοσμεῖται μὲ ὡραῖα πράσινα καὶ κόκκινα κεφαλαῖα γράμματα καὶ περίτεχνα κοσμήματα.

Πρόσθετες πληροφορίες τοῦ Κ. Χ. Καραγκούνη γιὰ τὸν κώδικα:

«Πρόκειται γιὰ ἕνα καλαίσθητο Στιχηράριον τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ μὲ ἀρκετὰ ἰδιότυπο περιεχόμενο. Ἐὰν ἐξαιρεθεῖ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κώδικας εἶναι ἀκέφαλος, διατηρεῖται σὲ ἐξαιρετικὴ κατάσταση. Κατὰ παράδοξο τρόπο, ὑπάρχει καὶ πάλι διαφορὰ στὸν ἀριθμὸ τῶν φύλλων, ἀπὸ ὅ,τι ἀναγράφεται στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα (φ.136), ἀπὸ ὅ,τι ὁ ἴδιος ὁ Γιαννόπουλος σημειώνει στὸ τέλος τοῦ χειρογράφου (Ἀριθμηθὲν εὑρέθη ἔχον φύλλα πλήρη 174) καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.

Τὰ κεφαλαιογράμματα εἶναι περίτεχνα, μὲ ἀπολήξεις στολισμένες δι’ ἀνθιδίων.

Ὁ κώδικας εἶναι ἀντίγραφο τοῦ Στιχηραρίου τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ τοῦ μεταβυζαντινοῦ μελουργοῦ Γερμανοῦ, ἀρχιερέως Νέων Πατρῶν, χωρὶς τὰ μέλη τοῦ Τριωδίου καὶ τοῦ Πεντηκοσταρίου.

Ἡ χρονολόγηση τοῦ χειρογράφου ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο στὸν ΙΕ΄ – ΙΣΤ΄ αἰῶνα δὲν εἶναι σωστή. Ὁ κώδικας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παλαιότερος τοῦ β΄ ἡμίσεος τῆς ΙΖ΄ ἑκατονταετίας, ἀπὸ τὸν τύπο πάλι τῆς σημειογραφίας μᾶλλον δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι νεώτερος τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος».

  1. Κώδικας ΙΓ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος χάρτινος μουσικὸς κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 250 φύλλα μὲ διαστάσεις  0,17 μ. μήκους, 0,10 μ. πλάτους καὶ  ἔχει συνολικὸ πάχος  0,05 μ.

Στὴν ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν ἐξωφύλλων ὑπάρχουν διάφορες σημειώσεις δυσανάγνωστες.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χαρ. Καραγκούνης δίνει πολύ χρήσιμες καὶ πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὸν κώδικα αὐτὸν στὴν παραπάνω σχετική ἐργασία του. Παραθέτουμε κάποια ἐνδεικτικὰ ἀποσπάσματα:

«Ὁ παρὼν κώδικας, εὐτυχῶς, διατηρεῖται ἀκέραιος, ἔχων ὅλα τὰ φύλλα του (τοὐλάχιστον τὰ γραμμένα) καὶ τὴν στάχωσή του ἐκ τῆς ὁποίας ἔχουν ἐκπέσει μόνον οἱ θηλυκωτῆρες. Οἱ δι’ αὐτοψίας μετρηθεῖσες διαστάσεις τοῦ χειρογράφου εἶναι 0,17 Χ 0,11 μ.

Διαφορὰ ὡς πρὸς τὶς σημειώσεις τοῦ Ν. Γιαννόπουλου ἐπισημαίνεται καὶ πάλι στὸν ἀριθμὸ τῶν φύλλων τοῦ χειρογράφου. Σήμερα ὁ κώδικας φέρει ἀριθμημένα διακόσια τρία <203> φύλλα, ἀριθμὸς ποὺ πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὰ διακόσια πενήντα <250> ποὺ δηλώνονται στὸν Νέον Ἑλληνομνήμονα. Τὸ χειρόγραφο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παλαιότερο τοῦ α΄ ἡμίσεος τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος».

  1. Κώδικας ΙΔ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος μουσικὸς κώδικας. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 53 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων  0,27 μ. μήκους, 0,20 μ. πλάτους καὶ ἔχει συνολικὸ πάχος  0,02 μ. Ἀνήκει στὸν 18ο αἰῶνα.

Στὰ φύλλα του ὑπάρχουν οἱ ἑξῆς «ἐνθυμήσεις»:

1) «+ 1784, 8 Ἰουνίου ἤλθα εἰς ραβδοβίζι  (= Ραδοβύζιον ). 10 Ἰουνίου ἡμέρα Δευτέρα εἰς τὸ μοναστήριον στις σκληκοκαργιά».

2) «1784, αὐγούστου 2 πίγα στην άρτα στὸ άλογό μου καὶ κάμω χαρτζιλίκι ἄσπρα 80».

3) «Σεπτεμβρίου 14 ἐπίγα στην άρτα, ἔκαμ χάρτζι ἀσπρα 40»

4) «1784 εἰς μετέορο νοεμβρίου 25 ἵλθα εἰς μετέορο (ἕπεται συνταγή περὶ θέρμης».

5) 1773 μαρτίου 4 ημέρα β ἔγεινεν σεισμὸς μέτριος ἔτι μαρτίου 5 ημέρα γ ὅρα τρίτη ἔγεινεν σεισμὸς μέγας καὶ ἔπεσεν ὁ πύργος καὶ ὅλα τὰ σπίτια διεφθάρθηκαν ὁμίως καὶ ἡ Εὐαγγελίστρια ὅςτε ὑ γῆ νῦκτα καὶ ἡμέρα δὲν ἔπαβε’ ἔτι εἰς τὰς ια τοῦ μαρτίου ξυμερόνοντας πέμπτη τοῦ μέγα κανόνος ἕος ὅρα τετάρτη τῆς νυκτὸς ἔγηνεν πάλοιν σεισμὸς φρικτὸς καὶ είταν ὁ λαὸς ὅλος εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐγὼ εἴμουν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Εὐαγγελίστρηαν καὶ ἡσίλθουν εἰς τὸ ἱερὸν ὁμοῦ μὲ τὸν πά(πᾶ) Καλίνικον τοῦ ἁγίου γέροντος (= ἡγουμένου).[11]

Συμπληρωματικὴ σημαντική καὶ πολύτιμη πληροφορία τοῦ Κωνσταντίνου Χαρ. Καραγκούνη:

«Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ὀπισθόφυλλου εἶναι καλυμμένο μὲ χαρτί, σήμερα πολὺ ἐφθαρμένο, μὲ διάφορες ἀσήμαντες καὶ δυσανάγνωστες σημειώσεις, ὅμως τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἐμπροσθίου ἐξωφύλλου κρύβει μία τεράστια ἔκπληξη. Εἶναι ἐπενδεδυμένο μὲ ἕνα σπάραγμα παλαιοτέρου χειρογράφου, πιθανότατα Εἰρμολογίου ἤ Στιχηραρίου – δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθεῖ – τοῦ ΙΒ΄ αἰῶνος, ὡς ἐκ τοῦ τύπου τῆς σημειογραφίας τεκμαίρεται. Δὲν ἔγινε προσπάθεια νὰ ἀποκολληθεῖ τὸ σπάραγμα ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο, διότι κάτι τέτοιο θὰ προκαλοῦσε καθολικὴ καταστροφὴ τοῦ πρώτου. Ἡ περίπτωση φανερώνει πολλὰ γιὰ τὴν ψαλτικὴ παράδοση τῆς Μαγνησίας καὶ χρήζει ἰδιαιτέρας μελέτης».

  1. Κώδικας ΙΕ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Εἶναι ἕνας ἄδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 60 φύλλα στιλπνοῦ  χαρτιοῦ διαστάσεων 0,19 μ. μήκους, 0,17 μ. πλάτους.

Ἄν καὶ μόνο τὰ παραπάνω ἐλάχιστα γράφει γιὰ τὸν κώδικα αὐτὸν ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος πρόκειται γιὰ τὸ πολυτιμότερο κειμήλιο, ὅπως βεβαιώνει ὁ Κωνσταντῖνος Χαρ. Καραγκούνης:

«Ὁ παρὼν κώδικας ἀποτελεῖ, μετὰ βεβαιότητος, τὸ σημαντικότερο ἀπόκτημα τῆς συλλογῆς τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, διότι πρόκειται γιὰ αὐτόγραφο ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων μελουργῶν καὶ διδασκάλων τῆς Ψαλτικῆς Τέχνης κατὰ τὸν ΙΖ΄ αἰῶνα, τοῦ Παναγιώτου νέου Χρυσάφου, Πρωτοψάλτου τῆς Μ.Χ.Ε. στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἡ Φιλάρχαιος θὰ μποροῦσε νὰ καυχᾶται μεγάλως γιὰ τὸ χειρόγραφο, ἐὰν αὐτὸ δὲν εἶχε περιπέσει σὲ δεινὴ κατάσταση, λόγω ὑγρασίας, ἡ ὁποία ἔχει διεισδύσει στὰ φύλλα – κυρίως στὸ ἄνω μισὸ – καὶ διέλυσε τὴν μελάνη, καθιστῶντας τὴν γραφὴ μερικῶς ἤ καὶ ὁλικῶς – σὲ ἀρκετὰ φύλλα – δυσανάγνωστη. Τὸ χειρόγραφο ἔχει ὑπόψη του καὶ ὁ καθηγητὴς Γρηγόριος Θ. Στάθης στὴ σπουδαία μονογραφία του γιὰ τὸν Παναγιώτη νέο Χρυσάφη, ὅπου τὸ συναριθμεῖ μετὰ τῶν ἄλλων αὐτογράφων τοῦ μελουργοῦ…

Ὁ Ν. Γιαννόπουλος ἔχει ἀριθμήσει διακόσια πενήντα ἕνα <251> φύλλα. Ὁ ἀριθμὸς φύλλων ἑξήντα <60> ποὺ δίδεται στὸν Νέον Ἑλληνομνήμονα εἶναι τελείως ἀνυπόστατος…

Στὸ φ. 248β κάτω ἀπὸ τὸ μικρὸ ἐπίτιτλο ὁ νέος Χρυσάφης ἀναγράφει τὸν γνωστὸ καὶ ἀπὸ ἄλλα αὐτόγραφά τοῦ κολοφῶνα. Ἀπὸ αὐτὸν ἐξάγεται μετὰ βεβαιότητος ὁ χρόνος γραφῆς τοῦ κώδικος καί, φυσικά, ὁ κωδικοκογράφος. Ἄν καὶ λίαν ἐξίτηλος, τὸν μεταφέρω ἐδῶ ὡς μνημόσυνο τοῦ μεγάλου μελουργοῦ:

«Εἴληφε τέλος ἡ παρούσα ἀσματομελιρρυτόφθογγος βίβλος ἐν ἔτει ἀπὸ μὲν τῆς κοσμοποιίας ζρπ΄ ἀπὸ δὲ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ αχοβ΄, σεπτεμβρίου ζ΄, ἰνδικτιῶνος ια΄. Ἐτελειώθη οὖν διὰ συνδρομῆς καὶ ἐξόδου καὶ μείζωνος ἐπιμελείας τοῦ ἐν ἱεροδιακόνοις κυρίου κυρίου Αὐξεντίου καὶ δευτερεύων τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὑπάρχοντος γέννημα καὶ θρέμα τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, ἐν χώρᾳ καλουμένῃ Τρινόβου, ἤτοι μὲν καιρῷ ἀρχιερατεύοντος ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ παναγιωτάτου, λογιωτάτου τε καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυρίου κυρίου Διονυσίου, τοῦ Κωνσταντινοπολίτου. Ἐγράφη δὲ παρ’ ἐμοῦ τοῦ εὐτελοῦς καὶ ἐλαχίστου καὶ ἀμαθοῦς, ἁμαρτωλοῦ τε ὑπὲρ πάντας Χρυσάφου, δῆθεν καὶ Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, οὔ μέντοι κατὰ τὸ κείμενον τῶν παλαιῶν ἐκτονισθεῖσα, ἀλλ’ ἐν καινῷ τινι καλλωπισμῷ καὶ μελιρρυτοφθόγγοις νεοφανέσι θέσεσι, καθάπερ τὰ νῦν ἀσματολογεῖται τοῖς μελωδοῦσιν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Τοῦτο τοίνυν, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ ἐφικτὸν παρ’ ἐμαυτοῦ γέγονε, κατὰ τὴν ἥν παρέλαβον εἰσήγησιν παρὰ τοῦ ἐμοῦ διδασκάλου, κὺρ Γεωργίου τοῦ Ραιδεστινοῦ καὶ Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐκτεθηκὼς καὶ τονίσας. Τοῖς δὲ τελειωτέροις, ἐμπειροτέροις τε καὶ πολυμαθεστέροις ἐκκείσθω, τῶν τε ἀποδεομένων εἰς ἀναπλήρωσιν, τῶν δὲ οὐκ ὀρθῶς προβάντων εἰς ἐπανόρθωσιν. Ὅσοι δὲ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν τοῦ γένους τῶν Γραικῶν καὶ τῆς ἀφ’ Ἑλλάδος ῥιζουχίας, ἐντυγχάνοντες τῷ μικρῷ πονήματι τούτῳ, ἀσματομελωδεῖτε, καὶ ψάλλοντες αἰνεῖτε Θεὸν τὸν ἐν ὑψίστοις, εἰς ὕμνον καὶ δοξολογίαν τῆς τρισηλίου καὶ τρισακτίνου αὐτοῦ Θεότητος, ἀσματοφωνίαις ἐπιμελούμενοι, μέμνησθε κἀμοῦ τοῦ εὐτελοῦς συγγραφέως καὶ ἁμαρτωλοῦ διὰ τὸν Κύριον, ὅπως ἔξωμεν ἅμα παρὰ Θεοῦ τὸν μισθὸν ὑπὲρ τῆς ὑπεραλλήλων πρὸς αὐτὸν ἐντεύξεως καὶ ἀξιωθείημεν ἐν τῇ Δευτέρᾳ Παρουσίᾳ καὶ φρικτῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως τῆς δεξιᾶς μερίδος τοῦ ἀπροσωπολήπτου καὶ ἀδεκάστου δικαίου κριτοῦ, τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἀμήν.  Ὁ δὲ βουληθεὶς πλεονέκτῳ καὶ κλοπίμῳ χειρὶ καθαρπᾶσαι καὶ ἀποστερρῆσαι, ἔχοι τὰς ἀρὰς τῶν ἁγίων Πατέρων, καὶ ἡ μερὶς αὐτοῦ μετὰ τοῦ προδότου Ἰούδα καὶ τῶν σταυρωσάντων τὸν Κύριον καὶ ἔχοι τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ ἀγγέλους πολεμίους αὐτῷ ἐν ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως. Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν.».

Καταλήγοντας ὁ Κωνσταντῖνος Καραγκούνης λέει γιὰ τὴν ἀξία αὐτοῦ τοῦ χειρόγραφου κώδικα:

«Παρὰ τὴν κακή του κατάσταση, ὁ κώδικας ἔχει τεράστια ἀξία. Καὶ μόνο ἡ παρουσία του στὴν περιοχὴ καὶ τὰ λοιπὰ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος στοιχεῖα, ποὺ προσφέρει,  εἶναι ἱκανὰ νὰ τὸν ἀναδείξουν ὡς τὸ πολυτιμότερο χειρόγραφο τῆς συλλογῆς».

  1. Κώδικας ΙΣΤ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα σὲ στιλπνὸ χαρτὶ διαστάσεων  0,21 Χ 0,17 μ. καὶ συνολικὸ πάχος τῶν 150 φύλλων του 0,03 μ. Περιέχει τεμάχια «τονισμένα ὑπὸ Πέτρου Πρωτοψάλτη τοῦ Βυζαντίου». Διατηρεῖται σὲ καλὴ κατάσταση. Στὸ ἐξώφυλλο ἔχει ἔκτυπα ἐπίχρυσα κοσμήματα.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χαρ. Καραγκούνης στὴν μνημονευθεῖσα ἐργασία του γράφει γιὰ τὸν κώδικα αὐτόν:

«Ἕνα ἀκόμη σπουδαῖο ἀπόκτημα τῆς συλλογῆς τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ εἶναι ὁ ὑπ’ ἀριθμὸν 16 κώδικας. Πρόκειται γιὰ ἕνα Δοξαστάριον μελοποιημένο ἀπὸ τὸν Πέτρο Πελοποννήσιο, Λαμπαδάριο τῆς Μ.Χ.Ε., ποὺ ἀντεγράφη ἀπὸ τὸν μαθητὴ αὐτοῦ Πέτρο  Πρωτοψάλτη Βυζάντιο, τὸν ἐπονομαζόμενο Φυγά, ὁ ὁποῖος, ἐν τέλει, προσυπογράφει τὸ παρὸν αὐτόγραφό του…. Ὁ Ν. Γιαννόπουλος δὲν μπόρεσε νὰ διακρίνει μεταξὺ τῶν δύο Πέτρων, θεωρεῖ πὼς πρόκειται γιὰ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο καὶ γι’ αὐτὸ σημειώνει «τονισμένα ὑπὸ Πέτρου Πρωτοψάλτη τοῦ Βυζαντίου». Οἱ δι’ αὐτοψίας μετρηθεῖσες διαστάσεις του εἶναι 23,5 Χ 16, εκ.

Κάτω ἀπὸ ἕνα ἐπίτιτλο συνημμένων ρόμβων ἀναγράφεται ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου μὲ κόκκινη μελάνη: «Δοξαστικὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἀποστίχου τε Καὶ νῦν τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ τῶν τε δεσποτικῶν καὶ θεομητορικῶν ἑορτῶν καὶ ἑορταζομένων ἁγίων, ἅτινα συνετέθεσαν ἐκκλησιαστικῶς παρὰ τοῦ μουσικολογιωτάτου διδασκάλου κὺρ Πέτρου Λαμπαδαρίου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ Πελοποννησίου δι’ ἰδίαν καὶ κοινὴν ὠφέλειαν. Μὴν Σεπτέμβριος, εἰς τὴν α΄ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου ἤτοι τοῦ νέου ἔτους καὶ μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ Στυλίτου».

Ἡ σημαντικότερη σημείωση τοῦ χειρογράφου εἶναι ὁ αὐτόγραφος ἀπὸ τὸν Πέτρο Βυζάντιο κολοφώνας του στὸ φ. 151β: «Κὺρ Πέτρου Πρωτοψάλτου τοῦ Βυζαντίου: Ἐτελειώθη τὸ παρόν, αως΄, Αὐγούστου λα΄, ἡμέρα ς΄, ὥρα δ΄, λεπτὰ κε΄».

Τὸ κῦρος καὶ ἡ ποιότητα συγκροτήσεως τοῦ χειρογράφου ἀπὸ ἕναν μεγάλο ἐκπρόσωπο τῆς ψαλτικῆς τέχνης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως προσδίδει στὸν κώδικα μεγάλη καλλιτεχνικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀξία, ἡ παρουσία του δὲ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ μαρτυρεῖ τὶς στενὲς ἐπαφὲς τῆς περιοχῆς μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν γνήσια πατριαρχικὴ μουσικὴ παράδοση».

  1. Κώδικας ΙΖ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα 100 χάρτινων φύλλων διαστάσεων 0,22 Χ 0,17 μ.[12] Πάχος κώδικα  0,04 μ. Περιέχει Ἀναστασιματάρια τονισμένα μὲ τὴν παλιὰ παρασημαντική. Στὸ τέλος του ἔχει τὴ χρονολογία αψο΄  (= 1770).

Πρόσθετες καὶ «διορθωτικές» πληροφορίες γιὰ τὸν κώδικα ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Καραγκούνη:

«Οἱ δι’ αὐτοψίας μετρηθεῖσες διαστάσεις τοῦ χειρογράφου εἶναι 11,3 Χ17 εκ.  Ὁ κώδικας ἔχει σήμερα ἑκατόν εἴκοσι τέσσερα <124> φύλλα.

Στὸ φύλλο 10α, κάτωθεν κομψοῦ ἐπιτίτλου, ἡ ἀναγραφή: «ναστασιματάριον ψαλλόμενον κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ μετὰ τῶν κεκραγαρίων, ἦχος α΄». Πρόκειται γιὰ τὸ Ἀναστασιματάριον τοῦ νέου Χρυσάφου, ὅπως περιεγράφη ἀνωτέρω στὸν αὐτόγραφό του κώδικα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ 15, πλῆρες, μετὰ τοῦ Μακαρισμοῦ καὶ χωρὶς τῶν Ἐωθινῶν Δοξαστικῶν.

Στὸ τελευταῖο φύλλο τοῦ Πλαγίου τοῦ Τετάρτου ὑπάρχει κολοφῶνας, γραμμένος ἀπὸ τὸν κωδικογράφο, ὁ ὁποῖος, ὅμως, δὲν ἀποκαλύπτεται: «Τέλος τοῦ Ἀναστασιματαρίου, τῷ δε βοηθήσαντι Θεῷ διὰ πάντων ἐς ἀεὶ δόξα. Ἀμήν. αψο΄, κατὰ μῆνα Ἰανουάριον».

 

 

Β΄. Κειμήλια Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Ι.  Ἱερὰ λείψανα ἁγίων

Κατὰ τὴν μακραίωνη ἱστορία τοῦ  Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχαν συγκεντρωθεῖ σ’ αὐτὸ καὶ φυλάσσονταν ἀρκετὰ ἱερὰ λείψανα ἁγίων. Δὲν ἔχουμε ὑπόψη νὰ ἔχει γίνει καὶ νὰ ὑπάρχει δημοσιευμένη ἐπίσημη, λεπτομερὴς καὶ συστηματικὴ καταγραφή τους.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος σὲ δύο δημοσιεύματά του, κατὰ τὸ ἔτος 1933, γιὰ τὰ περιεχόμενα τοῦ Μουσείου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς[13] ἀναφέρει, ὡς πρὸς τὰ ὑπάρχοντα σ’ αὐτὸ ἅγια λείψανα, ὅτι  «Εἰς τὰς προθήκας τοῦ Μουσείου εἶναι τοποθετημένα διάφορα βυζαντινὰ κειμήλια, ἤτοι ἕνδεκα κυτία Ἁγίων Λειψάνων, ἐξ ὧν τὰ τέσσερα ἀργυρᾶ καὶ τὰ λοιπὰ ξύλινα ἀργυρεπένδυτα, καὶ ἔσωθεν τῶν καλυμμάτων εἶναι ἐζωγραφημένοι Ἅγιοι, τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι τὰ ἅγια λείψανα».

Πέντε χρόνια ὅμως πρὶν ἀπὸ αὐτὸ τὸ δημοσίευμα, στὶς 24 Σεπτεμβρίου 1928, στὸ πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μεταξὺ παλαιοῦ καὶ νέου ἡγουμενοσυμβουλίου,[14] ποὺ ὑπογράφηκε τὴν ἡμέρα ἐκείνη, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀντικειμένων που παραδόθηκαν, ἀναφέρονται τὰ παρακάτω ἱερὰ λείψανα ἁγίων:

«1. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Γεωργίου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,  Στυλιανοῦ καὶ Μέμωνος.

  1. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου.
  2. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Στεφάνου, Εὐσταθίου, Παρασκευῆς, Χαραλάμπους, Μοδέστου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
  3. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Στεφάνου.
  4. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.
  5. Ἐπαργυρωμένη ξυλίνη θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Παντελεήμονος, Ἁγίου Μοδέστου, Ἁγίων Ἀναργύρων, Ἁγίου Χαραλάμπους, Ἁγίου Ἐλευθερίου.
  6. Ἐπαργυρωμένη ξυλίνη θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Παντελεήμονος,  Τρύφωνος, τοῦ ἁγίου μάρτυρος Κλήμεντος Ἀγκύρας καὶ τοῦ ἁγίου Πλάτωνος, Πολυκάρπου.
  7. Ἐπαργυρωμένη ξυλίνη θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων Ζηνοβίου καὶ Ζηνοβίας, Χαραλάμπους, Εὐσταθίου, Παντελεήμονος καὶ Τρύφωνος. 
  8. Ἀργυρᾶ μελαύκα (;)[15] τοῦ Ἁγίου Συμεὼν καὶ Γρηγορίου ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχουν τρία τεμάχια ἱερῶν λειψάνων.
  9. Ἕν ἱερὸν ὀστοῦν μικρὸν τοῦ Ἁγίου Γεδεών.
  10. Μία πλάκα ἀργυρᾶ ἐφ’ ἧς εἶναι τοποθετημένα τρία τεμάχια ἁγίων λειψάνων.
  11. Ἕξ τεμάχια ἁγίων λειψάνων ἀργυροδεμένα μετ’ ἀλύσεως χρησιμεύοντα δι’ ἁγιασμούς.
  12. Τεμάχιον ἀργυροῦν μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος.
  13. Τεμάχιον ἀργυροῦν μὲ δύο τμήματα ἁγίων λειψάνων.
  14. Τρία τεμάχια ἀργυρᾶ μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων Εὐσταθίου, Χαραλάμπους καὶ Γεωργίου.
  15. Ὀστοῦν ἀργυροδεμένον τοῦ Ἁγίου Γεδεὼν ἔτους 1825».

 

Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς ἀξιοσημείωτες διαφορὲς μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἀναφορῶν, τῶν δημοσιευμάτων τοῦ Γιαννόπουλου καὶ τοῦ πρωτοκόλλου παράδοσης καὶ παραλαβῆς. Σύγκριση καὶ ἐξαγωγὴ ἀσφαλῶν συμπερασμάτων γιὰ μία τεκμηριωμένη καὶ ἀντικειμενικὴ καταγραφή, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ γίνει. Δὲν γνωρίζουμε ἐὰν οἱ περιγραφὲς τῶν ἀντικειμένων τοῦ πρωτοκόλλου παράδοσης καὶ παραλαβῆς εἶναι ἀκριβεῖς. Δὲν εἶναι ἐπίσης βέβαιο ἐὰν στὰ ἐκθέματα τοῦ Μουσείου, τὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ κατέγραφε
ὁ Γιαννόπουλος, συμπεριλαμβάνονταν ὅλα τὰ τιμαλφῆ ἀντικείμενα τῆς Μονῆς.

Οἱ περιγραφὲς τῶν ὑπ’ ἀριθ. 9 -16 παραπάνω ἀντικειμένων ἀφήνουν νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι πρέπει νὰ ὑπῆρχαν ἀσφαλῶς κάποιες θῆκες μέσα στὶς ὁποῖες φυλάσσονταν τὰ ἱερὰ αὐτὰ λείψανα. Ὡστόσο διαφαίνεται ὅτι ἐνῶ κατὰ τὸ 1928 παραδόθηκαν πέντε  ἀργυρὲς θῆκες ἱερῶν λειψάνων, οἱ ὑπ’ ἀριθ. 1 – 5 τῆς παραπάνω κατάστασης, κατὰ τὸ  1933 στὸ Μουσεῖο ὑπῆρχαν «τέσσερα» ἀργυρᾶ «κυτία» «ἁγίων λειψάνων».

Ἡ προσωπική μας ἐκτίμηση εἶναι ὅτι κατὰ μεγάλη πιθανότητα ἡ μία ἀργυρᾶ θήκη τῶν ἱερῶν λειψάνων, ποὺ παρουσιάζεται νὰ λείπει ἀπὸ τὸ Μουσεῖο, τὴν ἐποχὴ τῆς καταγραφῆς τῶν περιεχομένων του, πρέπει νὰ βρισκόταν μαζὶ  μὲ τὴν  εἰκόνα τῆς Παναγίας σὲ περιοδεία. Ἦταν συνηθισμένο φαινόμενο οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς οἱ ὁποῖοι περιόδευαν στὰ χωριά, μαζὶ μἐ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, νὰ ἔχουν γιὰ προσκύνηση καὶ κάποια θήκη ἱερῶν λειψάνων. Πολὺ συχνὰ ἐπίσης κάποια «ἱερὰ λείψανα» μεταφέρονταν γιὰ προσκύνηση ἐκ μέρους τῶν πιστῶν στὰ διάφορα χωριὰ τῆς περιοχῆς καὶ παρέμειναν ἐκεῖ μὲ τὴ συνοδεία κάποιου μοναχοῦ ἤ μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς ἤ καὶ ἐμπιστεύονταν τὴ φύλαξή τους στοὺς ἱερεῖς τῶν χωριῶν αὐτῶν.

Ὡστόσο ἐὰν καταφύγουμε σὲ παλαιότερα δημοσιεύματα βλέπουμε ὅτι ὑπῆρχαν καὶ λείψανα ἄλλων ἁγίων ἤ, ἴσως, τὰ ἱερὰ λείψανα ἦταν τοποθετημένα σὲ ἄλλες λειψανοθῆκες.

Ἀπὸ τὸ δημοσίευμα τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος»[16] στὰ 1896, πληροφορούμαστε ὅτι τὸτε ὑπῆρχαν στὸ Μοναστήρι τρεῖς, τοὐλάχιστον, λειψανοθῆκες ποὺ δὲν ἀναφέρονται παραπάνω.

Ἡ μία ἀργυρᾶ λειψανοθήκη περιεῖχε λείψανα τῶν Ἁγίων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγόνος, Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ Ἁγίου Μέμνωνος καὶ εἶχε κατασκευασθεῖ μὲ τὴ «συνδρομὴ» τοῦ μοναχοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἀνατόλιο,[17] κατὰ τὸ 1827, ὅπως γινόταν φανερὸ ἀπὸ τὴν χαραγμένη σ’ αὐτὴν ἐπιγραφή:

«+ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΓΙΝΕ ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΗς ΤΟV ΠΑΠΑΑΝΑΤΟΛΙΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΑCΤΗΡΙΟΝ ΤΗC ΠΑΝΑΓΙΑC ΞΕΝΙΑC. 1827.»

Ἡ ἄλλη ἀργυρᾶ λειψανοθήκη περιεῖχε λείψανα τῶν ἁγίων Ἐλευθερίου καὶ Τρύφωνος καὶ εἶχε κατασκευασθεῖ ἀπὸ τὸν «προσκυνητὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Χατζῆ Παρθένιο»,[18] κατὰ τὸ 1833, ὅπως γινόταν ἐπίσης φανερὸ ἀπὸ τὴν χαραγμένη σ’ αὐτὴν ἐπιγραφή:

«20 Αὐγούστου 1833

Χ(ατζῆ) + Χριστόν τε καὶ τὸν Κύριον τῆς δόξης ἡ τεκοῦσα.

Π           – Παντάνασσα, Πανάχραντε, Κυρία Θεοτόκε,

Α           – Ἀποστόλων μὲν καύχημα, ἐμοῦ δὲ προστασία,

Ρ           – Ῥῦσαι ἐν ὥρᾳ κρίσεως πυρός τε καὶ γεέννης

Θ           – Θήκην τα δέξαι άργυρᾶν παρὰ τοῦ Σοῦ ἱκέτου

Ε            – Ἐλευθεροῦσα δὲ αὐτὸν πάσης τῆς ἐπηρείας.

Ν            – Ναῷ προσφερομένην Σου πρὸς καύχημα καὶ δόξαν

Ι             – Ἱκέτου Σου τοῦ ταπεινοῦ, δι’οὗ καὶ ἡ δαπάνη

Ο           – Οὗ τινος καὶ τὸ ὄνομα ἐν τῇ ἀκροστοιχίδι

Σ            – Σῷζε οὖν πανάμωμε τοὺς εὐπρέπειαν ποθοῦντας.

Διὰ χειρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐκ Μακρυνίτζης  ἐχαράχθη

29 Αὐγούστου  1833».

Ἡ τρίτη ἀργυρᾶ λειψανοθήκη περιεῖχε λείψανα τῶν ἁγίων «Μοδέστου τῶν Ἱεροσολύμων, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,  Χαραλάμπους, Εὐσταθίου, Παρασκευῆς καὶ τοῦ πρωτομάρτυρος καὶ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου» καὶ εἶχε κατασκευασθεῖ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Καλλίνικο καὶ Ἀχίλλειο, κατὰ τὸ 1877, ὅπως βεβαιωνόταν ἀπὸ τὴν χαραγμένη σ’ αὐτὴν ἐπιγραφή:

«Δαπάνῃ Καλλινίκου καὶ Ἀχιλλείου, ἱερομονάχων.

Τῆς ξυνορίδος ταύτης συνδρομὴ τοῦδε τοῦ κιβωτίου

Πολύφοροι καὶ εὔκαρποι βλαστοὶ τῆς Ἐκκλησίας,

Ἄνθη εὐωδιάζοντα τῆς Ξενιᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας.

Δέξαι, ὦ χαριτόβρυτε, ὡς τὰ λεπτὰ τῆς χήρας

Δῶρον τῶν σῶν βλαστῶν μὲ ἱκέτιδας χεῖρας.

Ἐνίσχυσον εἰσέτι δὲ καθῆκον νὰ τηρῶσιν,

εἰς θέατρον τὸ πάνδημον παράκλησιν εὑρῶσιν.

Τῆς εὐφημίας ποιητὴς

Γιάννης ζωγράφος ὁ Βλαχλῆς.

Χεὶρ Δημητρίου Ἰω. Χρυσοχόου ἐκ Μακρυνίτσης

Ἐχαράχθη 1877 Σεπτεμβρίου 28».

 

Ἀπὸ τὰ παραπάνω ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὑπῆρχαν ἱερὰ λείψανα εἴκοσι (20) τοὐλάχιστον ἁγίων: Ἀνδρέου, Γεδεών, Γεωργίου, Γρηγορίου, Ἐλευθερίου, Εὐσταθίου, Ζηνοβίας, Ζηνοβίου, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κλήμεντος Ἀγκύρας, Μέμνωνος, Μοδέστου, Παντελεήμονος, Παρασκευῆς, Πλάτωνος, Πολυκάρπου, Στεφάνου, Στυλιανοῦ, Τρύφωνος, Χαραλάμπους.

 

 

ΙΙ. Πολύτιμα ἱερὰ σκεύη καὶ ἄλλα ἀντικείμενα

 

Ὅπως γιὰ τὰ ἅγια λείψανα ἔτσι καὶ μὲ τὰ πολύτιμα ἱερὰ σκεύη καὶ ἄλλα πολύτιμα ἀντεικείμενα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς δὲν ἔχομε ὑπ’ ὄψη μας νὰ ὑπάρχει δημοσιευμένη ἐπίσημη καὶ ὑπεύθυνη καταγραφή. Ἐξ ἄλλου μία τέτοια καταγραφὴ θὰ ἔπρεπε κάθε τόσο νὰ ἀνανεωνόταν καὶ νὰ συμπληρωνόταν. Θὰ προσπαθήσουμε, ὡστόσο, νὰ καταγράψουμε κάποια δείγματα τῶν πολυτίμων ἱερῶν σκευῶν καὶ ἄλλων ἀντικειμένων ποὺ κατὰ καιροὺς ἀποθησαυρίστηκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς.

Θὰ στηριχθοῦμε ἀρχικὰ καὶ πάλι στὸ πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1928 καὶ στὰ δύο δημοσιεύματα τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου.

Σύμφωνα μὲ τὸ  πρωτόκολλο αὐτὸ στὰ 1928 ὑπῆρχαν καὶ παραδόθηκαν τὰ παρακάτω πολύτιμα ἱερά σκεύη καὶ ἀντικείμενα:

«1. Δύο ἐπαργυρωμένα εὐαγγέλια.

  1. Δύο ἅγια ποτήρια ἀργυρᾶ.

3.Ἅγιον ποτήριον ἀργυροῦν ἐπιχρυσωμένον.

  1. Δίσκος ἀργυροῦς.
  2. Δίσκος ἀργυροῦς ἄνευ βάσεως.
  3. Ἀστὴρ ἀργυροῦς  μετὰ τεσσάρων ἀγγέλων.
  4. Ἀστερίσκος ἀργυροῦς.
  5. Ἀργυρᾶ λαβίς.
  6. Ἀργυρᾶ λαβίς.
  7. Θυμιατήριον κατσὶ ἀργυροῦν.
  8. Τρία ἀργυρᾶ θυμιατήρια.
  9. Σταυρὸς ἀργυροῦς ἄνευ βάσεως μὲ τεμάχιον τιμίου ξύλου μετὰ ἕξ λίθων (μελιτζάνια).
  10. Σταυρὸς μικρὸς ἀργυροῦς ἐντὸς ἀργυρᾶς θήκης, εἶδος ἐγκολπίου, ἐν ᾧ σταυρῷ εἶναι τοποθετημένα δύο τεμάχια τιμίου ξύλου.
  11. Σταυρὸς ἀργυροῦς μικρὸς μετὰ ἑπτὰ λίθων (μελιτζάνια).
  12. Σταυρὸς ἀργυροῦς.
  13. Στέφανος ἀργυροῦς.
  14. Ἑπτὰ σταυροὶ ἀργυροῖ μετὰ βάσεων δεμένοι μὲ διαφόρους λίθους (μελιτζάνια)  έκ σμάλτου.
  15. Δύο σταυροὶ μεγάλοι ἀργυροδεμένοι μὲ διαφόρους λίθους ἐκ σμάλτου.
  16. Δύο ἀρτοφόρια ἀργυρᾶ.
  17. Θήκη ἀργυρᾶ μὲ πέντε κρίκους.
  18. Κανδήλα ἀργυρᾶ.
  19. Κανδήλα ἀργυρᾶ μικρὰ καὶ δύο ἕτεραι  ὅμοιαι μικραί.
  20. Τρία κανδήλια ἀργυρᾶ.
  21. Τριάκοντα ἀργυρᾶ κανδήλια μικρὰ καὶ μεγάλα.
  22. Φωτιστῆρα ἀργυρᾶ ἁγιασμοῦ.
  23. Δύο θηληκωτάρια ἀργυρᾶ.
  24. Ζέον ἀργυροῦν.
  25. Δοχεῖον ἀργυροῦν  ἁγιασμοῦ.
  26. Φανὸς ἀργυροῦς.
  27. Ἀργυροῦν δοχεῖον ραντισμοῦ.
  28. Εἰκὼν τῆς Θεομήτορος Ξενιᾶς, ἀργυρᾶ καὶ ἐπιχρυσωμένη μετὰ τεσσάρων τιμαλφῶν κοσμημάτων, ἀδαμάντων καὶ δύο κοσμημάτων ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ.[19]
  29. Εἰκὼν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐπαργυρωμένη.[20]
  30. Εἰκόνα Παναγίας καὶ Ἰησοῦ μετὰ στεφάνου ἀργυροῦ, καλουμένη Ἐλεοῦσα.[21]
  31. Δεσποτικὸς θρόνος ἐπιχρυσωμένος.
  32. Τρεῖς θρόνοι ἁγίων, τῆς Θεοτόκου, ἁγίου Νικολάου καὶ τῆς Κοιμήσεως.
  33. Μανδύας καὶ πατερίτσα ἡγουμένου κεντητὰ μὲ φίλντισι.
  34. Ἀρχιερατικὸς μανδύας τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Γερμανοῦ».

 

Αὐτὰ τὰ πολύτιμα ἀντικείμενα περιλαμβάνονταν στὸ πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς κατὰ τὸ 1928.

Πέντε χρόνια ἀργότερα, τὸ 1933, στὸ Μουσεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ δημοσιεύματα τοῦ Γιαννόπουλου, ὑπῆρχαν:

«1. Τρία Εὐαγγέλια ἀργυρεπένδυτα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕν ἔχει ἀμφοτέρας τὰς πλευρὰς κεκαλυμμένας δι’ ἀργυρῶν πλακῶν ἐπιχρύσων μετὰ πολυτίμων λίθων. Ἡ ἔμπροσθεν δὲ πλευρὰ φέρει πολυαρίθμους μικροτεχνίας ἐκ τοῦ βίου καὶ τοῦ  πάθους τοῦ Χριστοῦ, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Προφήτας κ.τ.λ. μετὰ θαυμαστῆς καλλιτεχνίας.

  1. Δέκα ἑπτὰ σταυροὶ ἀργυροῖ ἐπίχρυσοι κεκοσμημένοι διὰ πολυτίμων λίθων λαμπρᾶς τορνευτικῆς τέχνης, διαφόρων μεγεθῶν. Οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν σταυρῶν τούτων περικλείουν ξυλίνους Σταυροὺς μετὰ θαυμασίων ξυλογραφιῶν μικροτεχνικῶν εἰκόνων ἐκ τοῦ βίου καὶ τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. Ἐξ αὐτῶν ἕνας Σταυρὸς εἶναι πολὺ μεγάλος φθάνων τὰ 0,50 μ. μετὰ τῆς  βάσεως, φέρων καὶ δύο πτερύγια ἐκφυόμενα ἐκ τῆς βάσεως καὶ συναπτόμενα μὲ τὰ ἄκρα τῶν πλατυτέρων κεραιῶν. Φέρει ἔσωθεν ξύλινον Σταυρὸν μετὰ θαυμασίων ξυλογλύπτων μικρογραφιῶν ἐκ τοῦ βίου καὶ τοῦ βίου καὶ τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ, αἱ δὲ πτέρυγες φέρουν ἐν προτομῇ τοὺς 12 προφήτας καὶ 12  Ἀποστόλους. Ἡ ἀργυρεπίχρυσος ἐπένδυσις τοῦ ξυλίνου τούτου Σταυροῦ ἐγένετο τῷ 1686, ὁ δὲ ξύλινος Σταυρὸς εἶναι βυζαντινῆς τέχνης. Δύο Σταυροὶ φέρουν τεμάχια Τιμίου Ξύλου.
  2. Σταυρὸς ἀργυροῦς καὶ ἐπίχρυσος, κεκοσμημένος μὲ σμάλτον, φέρων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἕν ἐρυθρὸν μελιτζάνι καὶ δώδεκα μικρότερα ἐπὶ τῶν πλευρῶν.
  3. Διάφορα ἐγκόλπια ἀργυρᾶ ἐπίχρυσα μετὰ πολυτίμων λίθων, ἀρχιερατικὰ καὶ ἡγουμενικά. Ἕν ἐκ τῶν ἐγκολπίων (τεσσάρων) φέρει Τίμιον Ξύλον.
  4. Ἐγκόλπιον ἀργυροῦν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μετὰ πέντε μικρῶν κοσμημάτων προσηρτημένων αὐτῷ.
  5. Ἐγκόλπιον ἀργυροῦν ἐκ σμάλτου φέρον εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
  6. Ἐγκόλπιον ξύλινον ἐντὸς ἀργυρᾶς καὶ ἐπιχρυσωμένης θήκης, εἰκονίζον ἐννέα δεσποτικὰς ἑορτάς.
  7. Ἕνα πιάτον ἐζωγραφημένον διὰ τῆς χειρὸς παλαιὸν Ῥοδιακῆς τέχνης.
  8. Τέσσερα πλακίδια ἐζωγραφημένα, πολύχρωμα, Ῥοδιακῆς τέχνης.
  9. Ἕνας λύχνος χαλκοῦς ἑξάμιλος (μὲ ἕξ θέσεις διὰ φυτίλια), καὶ ἑπομένως ἑξάφωτος ἐν εἴδει ἀστέρος, παλαιός.
  10. Τεμάχιον ἀργυροῦν, εἴδους ἐγκολπίου μετὰ λίθων μεγάλων ἐρυθρῶν.
  11. Τρεῖς μεγάλοι καὶ δύο μικροὶ λίθοι ἀπὸ δαχτυλίδια.
  12. Ἐπιτραχήλιον χρυσοκέντητον φέρον εἰκόνας ὀκτὼ διαφόρων ἁγίων, τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Προδρόμου, ἔτους 1814.
  13. Ἑπτὰ ἐπιτραχήλια μεταξωτὰ χρυσοΰφαντα ἐκ τῶν ὁποίων τρία φέρουν κεντητὰς εἰκόνας ἁγίων, πολύτιμα.
  14. Ἕνας Ἀέρας, ἤτοι κάλυμμα δισκοποτήρου, ἐπίχρυσον.
  15. Δύο ζώναι ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία χρυσοκέντητος.
  16. Ἐπιτάφιος μέγας κεντητὸς ἔγχρωμος, πολὺ παλαιὸς φέρων ἐπιγραφὴν χρυσοῖς γράμμασι.
  17. Ἐπιτάφιος μικρότερος κεντητὸς φέρων χρονολογίαν τοῦ 1656
  18. Τρία ἀντιμήνσια παλαιά.
  19. Χρυσοῦν πεντόλιρον αὐστριακὸν μὲ ἀλυσίδα.
  20. Χρυσοῦν δακτυλίδιον μὲ δεκατρεῖς χάντρας.
  21. Νόμισμα χρυσοῦν πεντόλιρον αὐστριακόν.
  22. Πέντε χρυσᾶ πεντατζένια.
  23. Ὀκτὼ μεγάλα χρυσᾶ φλωριὰ.
  24. Τέσσερα φλωριὰ χρυσᾶ.
  25. Ἐπίμηκες χρυσοῦν φλωρίον, ἐν ᾧ εἰκονίζεται Ἀνάστασις καὶ Βάπτισις Κυρίου.

27) Τρία σιγγίλια μεμβράνινα πατριαρχικὰ μετὰ μολυβδίνων κρεμαστῶν σφραγίδων καὶ ἕν ἐπὶ χάρτου διαφόρων Πατριαρχῶν, Γαβριὴλ (1702), Σωφρονίου (1770) καὶ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ (1790).

28) Ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀργυρᾷ ἐπιμήκῃ θήκῃ φυλάσσονται δύο τεμάχια τῆς Ἁγίας Ζώνης τῆς Παναγίας, φυλασομένης, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν Μονὴν Βατοπεδίου.

Τὰ τεμάχια ταῦτα ἐδώρησεν ἡ Μονὴ Βατοπεδίου εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ κυτίου ἐγχάρακτον ἐπιγραφήν : «Ἡ ἔν Ἄθῳ Ἱερὰ Βασιλικὴ Πατριαρχικὴ Μονὴ Βατοπεδίου τῇ ἐν Ὄθρυϊ Ἱερᾷ  Βασιλικῇ Πατριαρχικῇ Μονῇ Ξενιᾶς φυλακτήριον ἐσαεὶ Τιμίαν Ζώνην τῆς Θεοτόκου παρατίθεται. ΑΦΚΒ (=1522)».

Τὰ παραπάνω μᾶς δίνουν μία εἰκόνα, ἔστω λἰγο συγκεχυμένη, γιὰ τὸ θέμα τῶν πολύτιμων ἱερῶν σκευῶν καὶ ἀντικειμένων τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γύρω στὰ 1930.

Ὡστόσο, ἑκατὸ χρόνια περίπου πρίν, κατὰ τὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους μας τοῦ 1821, ἡ εἰκόνα γιὰ τὸ ἴδιο θέμα πρέπει νὰ ἦταν διαφορετική.

Ὁ  Νικόλαος Γιαννόπουλος μᾶς βεβαιώνει ὅτι: «…ὅτε ἐξερράγη ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις, οἱ πατέρες ἀνεχώρησαν ἐξ αὐτῆς, ἀφοῦ πρῶτον ἀπέκρυψαν ὅσα πολύτιμα ἐκέκτητο αὕτη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, θέμενοι αὐτὴν ἐν κουβουκλίῳ. Ταυτοχρόνως διὰ προδοσίας χριστιανοῦ τινος τῆς ὑπογείου κρύπτης τῆς Μονῆς εἰς τοὺς Τουρκαλβανοὺς Γκέγκηδες ἀφῃρέθησαν καὶ διηρπάγησαν ὑπ’ αὐτῶν πάντα τὰ ἱερὰ σκεύη και κειμήλια πλὴν τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. Μαθὼν δὲ ὁ πασσᾶς Λαρίσης τὰ διατρέξαντα περιέσωσε μόνον παρὰ τῶν ἁρπάγων τούτων τὰ ἱερὰ λείψανα, ἅτινα μετέπειτα μεταβάντες εἰς Λάρισαν τρεῖς τῶν πατέρων τῆς Μονῆς, Ἰγνάτιος, ἡγούμενος, Δωρόθεος, σκευοφύλαξ καὶ  Χατζῆ Παρθένιος Δικαῖος, παρέλαβον αὐτὰ μετὰ 18 ὁλοχρύσων ἱερατικῶν στολῶν, πληρώσαντες ὡς ῥέσιμον (ἐξαγορὰν)  8.000 γροσίων».

[1] Ὁ ἱερέας Κωνσταντῖνος Καλτσέτας ἦταν πατέρας τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρα καὶ ἐκδότη τῆς «Ἀχιλλιῆδος» Εὐσταθίου Καλτσέτα.

[2] Ἰδὲ Ἰω. Σακελλίωνος Πατμιακὴ. Βιβλιοθήκη, κώδ. Ρ + Δ΄, σ. 111 , ὅπου βρίσκεται ἀτελής. (Ἡ σημείωση τοῦ Γιαννόπουλου).

[3] Βρίσκεται καὶ στὸν ὑπ’ ἀριθ. ΡΠΖ΄ κώδικα τῆς  Πατμιακῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ι. Σακελλίωνος, Ἀθῆναι 1890, σ.  128,  ζ΄. (Σημείωση –παραπομπὴ Γιαννόπουλου).

[4] Ἔνθ’ ἀνωτέρω, κώδ. Ρ+Θ΄, σ. 109 – 111. (Σημείωση Νικόλαου Γιαννόπουλου).

[5] Ὁ κώδικας δεν μπορεῖ νὰ εἶναι τοῦ 15ου αἰῶνα, ὅπως γράφει ὁ Γιαννόπουλος, ἀλλὰ τοῦ 16ου ἀφοῦ ὁ γραφέας του, Κωνσταντῖνος Ρεσινός ὁ Κορίνθιος, ἔζησε κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα.

[6] Βλ.  στὸ κεφάλαιο «Ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ ἐνθυμήσεις».

[7] Γιὰ τὸν κωδικογράφο Κωνσταντῖνο Ρεσινό, τὸν Κορίνθιο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν συγκεκριμένα κωδικα ΚΕ΄ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ καὶ τὴν ἰδιαίτερη σημασία του, ὑπάρχουν πολλὲς πληροφορίες στὴν ἐργασία του παλαιογράφου Αγαμέμνονα Τσελίκα : «Νέα στοιχεῖα καὶ ἀπόψεις περὶ Κωνσταντίνου Ρεσινοῦ τοῦ Κορινθίου», ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στὰ  «Πρακτικὰ τοῦ 2ου Τοπικοῦ Συνεδρίου Κορινθιακῶν Ἐρευνῶν» (25 -27 Μαΐου 1984), Ἀθῆναι 1986, σελ. 273 – 286.

[8] Ὁ  Παπᾶ – Πολύζος καταγόταν, σύμφωνα μὲ τὸν ὁ Ζωσιμᾶ Ἐσφιγμενίτη, ἀπὸ τὰ Τρίκκαλα, ἀλλὰ ἀποκαταστάθηκε οἰκογενειακῶς καὶ ἀπεβίωσε στὴ Μακρυνίτσα. Ἄφησε γιοὺς καὶ  θυγατέρες, τῶν ὁποίων πολλὰ ἐγγόνια ζοῦν μέχρι σήμερα. Ὁ Κων. Σάθας τὸν ἀναφέρει στὴ σελίδα 617 τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας λέγοντας : «Πολύζος, ἱεροδιδάσκαλος ἐποίησε ποιήματα εἰς τὰ τοῦ Στεφάνου Δημητριάδου (ἐκ Σκοπέλου) ἀπανθίσματα». Αὐτὰ ἐκδόθηκαν στὴ Βιέννη τὸ  1797. Ὁ Πολύζος ἦταν ἱερέας  καὶ οἰκονόμος Τρίκκης, ὅπως δηλώνεται στὸν κατάλογο τῶν συνδρομητῶν τοῦ  Ἑορτοδρομίου τοῦ ἁγιορείτου μοναχοῦ Νικοδήμου, ποὺ ἐκδόθηκε στὴ Βενετία τὸ 1836.

[9] Ἡ πληροφορία αὐτή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλο, εἶναι λανθασμένη, ὅπως βεβαιώνεται παρακάτω ἀπὸ ἐνημέρωση τοῦ Κωνσταντίνου Καραγκούνη, στὸ παραπάνω δημοσίευμά του ποὺ ἀρίθμησε καὶ βρῆκε 408 φύλλα.

[10] Οἱ διαστάσεις αὐτές, δημοσιευμένες ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλο, ἐλέγχονται ὡς ἀνακριβεῖς ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Καραγκούνη, ὁ ὁποῖος τὶς μέτρησε καὶ τὶς βρῆκε 0,35 Χ 0,185 μ.

[11] Γιὰ τὶς «ἐνθυμήσεις» βλέπε στὸ σχετικὸ κεφάλαιο.

[12] Βλ. ἀμέσως πιὸ κάτω τὸν ἀκριβὴ ἀριθμὸ τῶν φύλλων καὶ τὶς πραγματικὲς διαστάσεις τοῦ κώδικα.

[13] α) Ἐφημερίδα «Νέος Κόσμος», 4-10/10/1933. β) «Ἠχὼ» (ἑβδομαδιαία ἐφημερίδα τοῦ Ἁλμυροῦ), 18/10/1933 .

[14] Λεπτομέρειες γιὰ τὸ  πρωτόκολλο αὐτὸ στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»», περίοδος Β΄, τεῦχος 14, Ἁλμυρὸς 2010, σελ. 11 – 36, Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος, «Ἕνα Πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς. 24 Σεπτεμβρίου 1928».

[15] Δὲν γνωρίζω τὶ σημαίνει ἡ λέξη «μελαύκα».

[16] Τόμος Δ΄, σελ. 720 -721.

[17] Γιὰ τὸν μοναχὸ Ἀνατόλιο ἀναφέρουμε καὶ σὲ ἄλλες σελίδες τούτης τῆς ἐργασίας μας.

[18] Ὁ Χατζῆ – Παρθένιος ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς.

[19] Πρόκειται γιὰ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

[20] Πρόκειται γιὰ τὴν ἐφέστια εἰκόνα τοῦ ἀρχικοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἐπονομαζόταν καὶ «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας». Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας».

[21] Ἡ «Παναγία Ἐλεοῦσα» ἦταν μιὰ πολὺ παλαιὰ εἰκόνα. Οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ ὅσοι κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς γνώριζαν τὴν ἱστορία της, τὴν περιέβαλαν πάντοτε μὲ πολὺ σεβασμὸ. Ἦταν ἡ ἱερὴ εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τοὺς θρύλους καὶ τὶς παραδόσεις ποὺ ἀκούγονταν στὴν περιοχή, ποὺ κάποτε ἀνῆκε στὸ χωριὸ ποὺ ὑπῆρχε στοὺς βορειοανατολικοὺς πρόποδες τοῦ σημερινοῦ λόφου «Καστράκι» ὅπου εἶναι χτισμένη ἡ νέα Γυναικεία Μονὴ (Κάτω) Ξενιᾶς. Τὸ χωριὸ αὐτὸ ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους του, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καὶ ἀλλεπάλληλων ἐπιδημικῶν ἀσθενειῶν ποὺ τοὺς ἀποδεκάτιζαν,  γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν στὴ θέση ποὺ εἶναι χτισμένη ἡ σημερινὴ Βρύναινα. Γιὰ τὴν καινούργια αὐτὴ θέση τοῦ χωριοῦ τους πίστευαν ὅτι δὲν θὰ τοὺς εὕρισκαν ποτὲ οἱ θανατηφόρες αὐτὲς ἀρρώστιες. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἔκανε τὸν Βρυνιώτη «ἐνθυμησιογράφο» νὰ σημειώσει τὴν ἐνθύμηση ποὺ εἴδαμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς: «1742. ἔγειναν πολλοὶ λοιμοὶ ἐδῶ καὶ εἰς τοὺς τόπους τούτους καὶ ξεχωριστὰ εἰς τὸν Ἁλμυρόν, εἰς τὸν Πλάτανον, εἰς τοὺς Κουκουτοὺς καὶ εἰς τὴν Βρύνινναν, ὅπου ποτὲ εἰς τὴν Βρύνινναν δὲν ἔγεινε τέτοιο πρᾶμμα».  Τὴν «Παναγία Ἐλεοῦσα» οἱ κάτοικοι τῆς παλιᾶς αὐτῆς Βρύναινας, στοὺς πρόποδες τοῦ λόφου «Καστράκι», τὴν ἄφησαν στὴν ἐκκλησία τοῦ ἐγκαταλειμμένου χωριοῦ τους, τὸ «Παλιοχώρι», ἀπὸ τὴν ὁποία ὅταν γκρεμίστηκε τὴν κουβάλησαν στὸ μοναστήρι τους οἱ καλόγεροι τῆς Ξενιᾶς. Ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας εἶχε ἐντοπίσει ἐμφανῆ ἀρχαιολογικὰ κατάλοιπα τῆς παλαιοχριστιανικῆς αὐτῆς πόλης καὶ ἔγραφε σ’ ἕνα ἄρθρο του: «Ἀρκτικῶς τοῦ λόφου (Καστράκι) ἀντελήφθην τείχη μεταχριστιανικοῦ χωρίου δεόμενα ἀρχαιολογικῆς, οὔ μόνον ἱστορικῆς μελέτης παρὰ τῶν εἰδικῶν»

 

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό πρώτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

 

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Χειρόγραφα καὶ ἱερὰ κειμήλια τοῦ Μοναστηριοῦ  (α΄ μέρος)

 

4. Χειρόγραφα καὶ ἱερὰ κειμήλια   τοῦ Μοναστηριοῦ

 

Καταστροφὲς καὶ ἀπώλειες χειρογράφων καὶ κειμηλίων

Τὰ χειρόγραφα βιβλία ἀλλὰ καὶ τὰ τιμαλφῆ ἀντικείμενα καὶ ἱερὰ σκεύη, τὰ χρυσοποίκιλτα ἄμφια, τὰ πολύτιμα ἀφιερώματα, οἱ εἰκόνες κ.τ.λ., ποὺ εἶχαν συγκετρωθεῖ στὸ Μοναστἠρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἀργότερα Παναγίας Ξενιᾶς) κατὰ τὴν ὑπερχιλιόχρονη πορεία  του ἦταν, ὅπως εἶναι  ἑπόμενο, πάρα πολλά. Τὰ πιὸ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ χάθηκαν μὲ τὸ πέρασμα τοῦ πανδαμάτορα χρόνου καὶ τῶν κατὰ καιροὺς δύσκολων έμπόλεμων καὶ ἀνωμάλων περιστάσεων.

Γιὰ μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ χάθηκαν διασώθηκαν μόνο  σκόρπιες πληροφορίες ποὺ μᾶς ἄφησαν κάποιοι ποὺ τὰ εἶδαν ἤ ἔφτασαν γι’ αὐτὰ ὡς τὴν ἐποχή μας κάποιου ἄλλου εἴδους ἐνδείξεις τῆς ὕπαρξής τους. Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα, ποὺ εἶναι καὶ τὰ περισσότερα καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουμε τίποτε, ἁπλῶς ὑποθέτουμε τὴν ὕπαρξή τους ἀπὸ σκόρπιες ἀσαφεῖς καὶ ἀνεπιβεβαίωτες πληροφορίες.

Στὴ θέση αὐτὴ θὰ προσπαθήσουμε νὰ δώσουμε μία εἰκόνα τοῦ πλούτου αὐτοῦ τῶν χειρόγραφων τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅσο μᾶς ἐπιτρέπουν οἱ σημερινὲς συνθῆκες καὶ οἱ ἀτομικὲς δυνατότητές μας. Θὰ ἀναφέρουμε ἀκόμη καὶ ὅσες πληροφορίες μπορέσαμε νὰ συγκεντρώσουμε γιὰ τὰ πολύτιμα λατρευτικὰ ἀντικείμενα καὶ ἄλλα ποικίλα εἴδη ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὸ Μοναστήρι αὐτό, γιὰ τὰ ἱερὰ λείψανα, γιὰ τὰ ἱερὰ σκεύη, τὰ πολυτελῆ ἄμφια κ.τ.λ.

Θεωροῦμε ὅτι ἡ κατάθεση ποὺ ἐπιχειροῦμε ἐδῶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικὰ κεφάλαια τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ. Νομίζουμε ὅτι συμβάλλει στὴν ὁλοκληρωμένη καὶ συνολικὴ ἀντίληψη τῆς ἐπίδρασης καὶ τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ διαχρονικοῦ αὐτοῦ «φαινομένου καὶ γεγονότος», ποὺ λέγεται Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὴν ὅλη διαμόρφωση τῆς σύστασης ἀλλὰ καὶ τῆς ἱστορικῆς πορείας τῆς τοπικῆς κοινωνίας.

Μιὰ τέτοια κατάθεση μπορεῖ ἴσως νὰ βοηθήσει στὴν κατανόηση τῆς σαγηνευτικῆς ἀκτινοβολίας καὶ τῆς ζωογόνου θαλπωρῆς ποὺ ἐκπορευόταν ἀπὸ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι στὴ γύρω του κοινωνία.

Μία εἰκόνα τοῦ πλούτου τῶν χειρόγραφων, τῶν ἱστορικῶν ἐγγράφων, τῶν πολύτιμων ἀντικειμένων, τῶν ἱερῶν σκευῶν κ.τ.λ.  ποὺ χάθηκαν μπορεῖ νὰ σχηματισθεῖ ἀπὸ κάποιες σχετικὲς πληροφορίες ποὺ ἔχουμε παραθέσει σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς.

Θυμίζουμε, ὡστόσο καὶ ἐδῶ, τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῶν περιεχομένων τῶν δύο σφραγισμένων κιβωτίων ποὺ παραδίδονταν μυστικὰ ἀπὸ ἡγούμενο σὲ ἡγούμενο.

Θυμίζουμε ἐπίσης τὰ βιβλία ποὺ πετάχθηκαν ὡς ἄχρηστα ἀπὸ τὴν «Σπηλιά τῆς Παναγίας» γιατὶ ἦταν γραμμένα μὲ «βυζαντινὰ γράμματα»!

Θυμίζουμε ἀκόμη ὅτι παλαιὰ χειρόγραφα βιβλία, ποὺ ὑπῆρχαν στὸ Μοναστήρι, σχίζονταν γιὰ νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῶν ἐξωφύλλων κατὰ τὴ βιβλιοδεσία νεότερων βιβλίων.

Θυμίζουμε ὅτι σὲ κελὶ ὑπέργηρου καλόγερου στὴν ἐγκαταλειμμένη «Ἄνω Μονὴ» βρίσκονταν πεταμένα «φύρδην μίγδην» χειρόγραφα βιβλία.

Θυμίζουμε, τέλος, τὴν ἀφαίρεση ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ τὴν πώληση σὲ ἀρχαιοκάπηλους χειρόγραφων ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ζαχαρία Καίσαρη.

Θέλοντας νὰ συμπληρώσουμε τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῶν μεγάλων ἀπωλειῶν χειρόγραφων παραθέτουμε κάποια ἀκόμα στοιχεῖα.

Στὸ κεφάλαιο «Ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ ἐνθυμήσεις» ἀναφέρουμε γιὰ μία χειρόγραφη «Παρακλητικὴ» τοῦ «Λεοντάρη ἀπὸ τὴν Προῦσα». Στὸ λευκὸ περιθώριο μιᾶς σελίδας τῆς «Παρακλητικῆς» αὐτῆς ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος  ἔγραψε, τὴν 1η Ἰανουαρίου 1898, ἰδιόχειρα, μία πληροφορία, τὴν ὁποία παρουσιάζουμε:

«Τὸ παρὸν βιβλίον «Παρακλητικὴ», ἐκ τῶν χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἀνήκει τῇ Συλλογῇ τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος». Κατὰ δὲ τὸν Ἑλληνο – Τουρκικὸν Πόλεμον τοῦ 1897 καὶ τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατάληψιν τοῦ Ἁλμυροῦ, οἱ Τοῦρκοι καταλαφυραγωγήσαντες τὴν οἰκίαν ἡμῶν καὶ τὰ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ προέδρου τῆς Ἑταιρείας κ. Εὐαγγέλου Βαρβαρέζου, ἰατροῦ, κατακείμενα βιβλία καὶ χειρόγραφα τῆς Ἑταιρείας ὡς καὶ τὰ ἱερὰ κειμήλια ἐξ ὧν ἐσώθη μόνον τὸ παρὸν χειρόγραφον καὶ ἡ σφραγὶς τῆς Ἑταιρείας, ἀγορασθέντα ἀντί δραχμῶν πέντε παρὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ Ρουστὲμ – ἐφέντη ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τῆς Ἑταιρείας Νικολάου Ι. Γιαννοπούλου.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῆ 1 Ἰανουαρίου 1898».

Σὲ ἄλλη σελίδα τοῦ ἴδιου χειρόγραφου βιβλίου ὑπάρχει μία ἀκόμη ἰδιόγραφη σημείωση τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, ἐπιβεβαιωτικὴ καὶ συμπληρωματικὴ τῆς παραπάνω, γραμμένη στὴν 1η Ἀπριλίου 1898:

«Ἐνταῦθα μνείαν ποιοῦμαι ὅτι ἐν Ἁλμυρῷ τῆς Θεσσαλίας συνεστήθη ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία «ἡ Ὄθρυς», ἥτις σὺν τοῖς πολλοῖς κειμηλίοις ἅτινα συνέλεξεν, ἐκέκτητο καὶ 14 χειρόγραφα ἐκκλησιαστικῆς ὕλης τοῦ ΙΔ΄ καὶ ΙΕ΄ αἰῶνος, ὧν ὅλα περιεῖχον λόγους ἐκκλησιαστικοὺς καὶ ὁμιλίας εἰς διαφόρους ἁγίους, νομοκάνονας κ.τ.λ.

Ἀλλ’ ἐπελθόντος τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ Πολέμου, ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1897 μέχρι 5 Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ καταληφθείσης τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, κατεστράφησαν πάντα τὰ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Εὐαγγέλου Βαρβαρέζου, ἰατροῦ καὶ προέδρου τῆς Ἑταιρείας τεθειμένα ἐν κιβωτίοις χειρόγραφα, ἐκκλησιαστικὰ σκεύη καὶ λοιπὰ ὑπὸ τῶν Τούρκων καὶ μόνον τὸ παρὸν ἐσώθη ὡς καὶ ἕτερον ἀγορασθὲν ὑπὸ τοῦ γραμματέως Νικολάου Ι. Γιαννοπούλου.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 1Ἀπριλίου 1898».

 

Σὲ ἄλλο χειρόγραφο βιβλίο τοῦ ἀρχείου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», «Τριώδιον καὶ Πεντηκοστάριον», ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σχετικὴ παρόμοια «ἐνθύμηση»:

«Εἰς τὰς 5 Ἀπριλίου 1897 ἔγεινεν ὁ Ἑλληνο –Τουρκικὸς Πόλεμος. Εἰς τὰς 13 Ἀπριλίου εἰσῆλθον οἱ Τοῦρκοι εἰς Λάρισαν, ὑποχωρήσαντος τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Εἰς τὰς 5 Μαΐου εἰσῆλθον εἰς τὸν Ἁλμυρὸν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐλεηλάτησαν τὴν πόλιν. Κατεστράφησαν πολλὰ χειρόγραφα βιβλία τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄθρυος εὑρισκόμενα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ προέδρου κ. Εὐαγγέλου Βαρβαρέζου, ἰατροῦ, καὶ τὰ ἀγάλματα ἐκλάπησαν».

Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ παραπάνω χειρόγραφα βιβλία τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ ἦταν προσφορὰ σ’ αὐτὴν ἐκ μέρους τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ἀκόμη καὶ πολλὰ ἀπὸ ὅσα εἶχαν προσφερθεῖ σ’ αὐτὴν ἀπὸ ἄλλες τοπικὲς ἐκκλησίες (Κωφῶν, Κοκκωτῶν, Γούρας, Πλατάνου) ἤ καὶ ἀπὸ διάφορα ἄτομα, προέρχονταν κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τους ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Χαρακτηριστικὴ καὶ ἐπιβεβαιωτικὴ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς σημείωση γραμμένη σ’ ἕνα ἄλλο χειρόγραφο:

«Βιβλίον Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄθρυος ἐν Ἁλμυρῷ. Ἐδωρήθη ὑπὸ τῆς Κοινότητος Κοκκωτῶν, ἀνῆκον πρὶν εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς, τῇ 25 Ἰανουαρίου 1891. Νικόλαος Ι. Γιαννόπουλος».

Στὸ περιοδικὸ «Ἱερὸς Σύνδεσμος»,[1] ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ γιὰ  τὴ Μονὴ Ξενιᾶς καὶ  τὸ συγκεκριμένο θέμα:

«Ἡ Μονὴ (Ξενιᾶς) ἐκέκτητο σταυροὺς ὁλογλύφους ξυλίνους, ὧν ἕναν λεπτοτάτης τέχνης διεσώσαμεν τῷ 1896 ἐν τῷ τότε ἀρτισυστάτῳ μουσείῳ τοῦ Ἁλμυροῦ, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἁρπαγέντι τῷ 1897 ὑπὸ τῶν ἐπιδραμόντων Τούρκων μετὰ καὶ ἄλλων ἀρχαίων. Ἕτερον δὲ σταυρὸν μετρίας τέχνης ἐσώσαμεν βραδύτερον μετὰ τὸ 1897 ἐν τῷ μουσείῳ Ἁλμυροῦ.  Ἀπόκειται δὲ εἷς σταυρὸς καλῆς τέχνης ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ παρακειμένου χωρίου Κοκωτῶν, μετενηνεγμένος ἀναμφιβόλως ἐκ τῆς μονῆς…».

Πολὺ χαρακτηριστική, ἐνδεικτικὴ τῶν μεγάλων ἀπωλειῶν πολύτιμων ἀντικειμένων καὶ ἱστορικῶν στοιχείων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ παραπάνω σημειώματος, τὴν ὁποία ἐπισημαίνουμε ἰδιαιτέρως «…ὡς καὶ χειρόγραφοι κώδικες, ὧν σπαράγματα εὕρομεν ἐν οἰκίαις τῶν ἐγγὺς χωρίων Βρυνίνης καὶ Κοκωτῶν καὶ ἕνα κώδικα θεολογικῆς ὕλης χαρτῷον ἐν τῷ κοιμητηρίῳ τοῦ χωρίου μετ’ ὀστῶν».

Πολλὰ χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα, δηλωτικὰ τῶν μεγάλων ἀπωλειῶν πολύτιμων ἀντικειμένων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἐντοπίζονται στὴν ἀλληλογραφία τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου. Παραθέτουμε ἕνα ἐλάχιστο δεῖγμα τέτοιων μαρτυριῶν:

«Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 4 Ἀπριλίου 1895.  Ἀξιότιμε κύριε Γ. Λαμπάκη εἰς Αθήνας.…… Ἐν τῇ κάτω Μονῇ Ξενιᾶς εὗρον σιγγίλλια, πατριαρχικά, ὧν δύο ἐν μεβράναις, μολυβδόβουλα Γαβριὴλ (1702), καὶ Γρηγορίου Ε΄ (1798). Οἱ μοναχοὶ τὰ κρύπτουσιν ἰδίως κατέχει αὐτὰ ὁ Ἀγαθάγγελος περί οὗ ἐν προτέρᾳ μου ἐπιστολῇ εἶχον γράψει ὑμῖν. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ τὰ φανερώσῃ διότι ὑπὸ ἐχεμύθειαν μοὶ τὰ ἔδειξε . . .

Χειρόγραφα τινὰ ἐκκλησιαστικῆς ὕλης παρά τινι μοναχῷ εἶδον ἐρριμένα. Ὑπάρχουσι πολλὰ τοιαῦτα καὶ ἕν χειρόγραφον ἐν μεμβράναις Εὐαγγέλιον τὸ ὁποῖον δὲν εἶδον. …. Ἐν τῇ ἄνω Μονῇ εἶδον πολλὰ χειρόγραφα  χάρτου ὀγκώδη ἀλλ’ ἐκκλησιαστικῆς ὕλης. Τούτων τινὰ εἶδον ἐν κελλίῳ τοῦ μοναχοῦ Ἱεροθέου περιέχοντα μουσικοὺς χαρακτῆρας. 12 ὀγκώδη τοιαῦτα βιβλία ἐμέτρησα. Ἀγγεῖα τινὰ καὶ σταυροὶ καὶ εἰκόνες ἀρχαῖαι εἰσὶν ἐρριμένα  ἐν τῷ σκευοφυλακίῳ τοῦ ναοῦ ὡς ἄχρηστα.…»

«Ἁλμυρὸς τῇ 29 Μαΐου 1895. Γερμανῷ Μητροπολίτῃ Δράμας … Πλεῖστα δὲ χειρόγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς κατεστράφησαν ὑπ’ ἀμελείας τῶν μοναχῶν, ὡς συμβαίνει συνήθως ἐν τοῖς μοναστηρίοις νῦν…..».

«Ἀγαπητέ μοι κ. Νικολάκη, … Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἀφηρέθησαν καὶ ἀποξενώθηκαν τὰ ἀρχαῖα χρονικὰ τῆς Μονῆς. Διελύθη καὶ ἐξηφανίσθη ἡ βιβλιοθήκη καὶ ἡ ἀρχαία τῶν χαλκωμάτων μεγάλη ἀποσκευὴ  ἀπωλέσθη ἐκ τῆς Μονῆς!», ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, στὶς 28 Ἰουλίου 1898, ὁ ἁγιογράφος μοναχὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Χαρίτων.

Ἕνα, μικρὸ ἴσως, δεῖγμα, ἀλλὰ χαρακτηριστικὸ τῆς εὐκολίας μὲ τὴν ὁποία χάνονταν πολύτιμα κειμήλια, ἀκόμη καὶ ἱερὰ λείψανα ἀπὸ τὴ Μονὴ Ξενιᾶς, εἶναι μία ἀναφορὰ ποὺ ὑποβλήθηκε στὶς 13 Μαρτίου 1907 στὸ Μητροπολίτη Δημητριάδος:

«Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς τῇ 13 Μαρτίου 1907

                               Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος.

                                               Αἴτησις προκλήσεως ἀφορισμοῦ.

Πρό τινος χρόνου, ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος τῆς ἐκκλησίας τῆς ἡμετέρας Μονῆς, ἀφῆκεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀγροφύλακος τῆς ἡμετέρας Μονῆς Ἰωάννης Μιχ. Μίλιας ἕνα σταυρὸν ἀργυροῦν μετ’ ἀλύσεων ἐπίσης ἀργυρῶν, χρησιμεύοντα ὡς φυλακτικὸν μετὰ φλωρίων ἀξίας, ὅστις πρὸ δύω ἡμερῶν ἀφῃρέθη, καίτοι δὲ κατεβλήθη παρ’ ἡμῶν πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια, δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀνακαλύψωμεν τὸν κλέπτην αὐτοῦ.

Ἐπίσης δὲ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου βήματος πρό τινος χρόνου ἐκλάπησαν ἕν τμῆμα ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ ἕν ζεῦγος ἱερῶν ἀμφίων τῆς Ἐκκλησίας ἀξίας ἐπίσης μεγίστης, πρὸς περιστολὴν δὲ τοῦ κακοῦ τούτου, ὅπερ δυστυχῶς ἐπικρατεῖ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Μονῇ καὶ ἵνα μὴ κατακρίνῃ ἡμᾶς ἡ κοινωνία καὶ καταρρίπτεται τὸ γόητρον τῆς Μονῆς, παρακαλοῦμεν τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα ἵνα εὐαρεστουμένη προκαλέσῃ τὸν προσήκοντα ἀφορισμὸν κατὰ τοῦ διαπράξαντος τὰς ἀνωτέρω πράξεις καὶ ἀποστείλῃ ἡμῖν τοῦτον πρὸς ἀνάγνωσιν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς ἡμετέρας Μονῆς κατὰ τὰ κεκανονισμένα.

Εὐπειθέστατον

τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον Ξενιᾶς».

 

«Πολλὰ πατριαρχικὰ σιγίλλια ἀνηρπάγησαν», ἔγραψε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, στὴν ἐφημερίδα «Ταχυδρόμος» τοῦ Βόλου στὶς 13 Μαρτίου 1930.

Πολὺ χαρακτηριστικὸ καὶ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα δημοσίευμα, πάλι τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, σὲ τοπικὴ ἐφημερίδα τοῦ Βόλου, ποὺ ἀναφέρεται σὲ τέτοιες τραγικὲς ἀπώλειες πολυτίμων ἀφιερωμάτων, χρυσοβούλλων αὐτοκρατορικῶν διαταγμάτων, περγαμινῶν βιβλίων κ.τ.λ. τῆς «Μονῆς Ξενιᾶς»:

«Ἡ μονὴ αὔτη ἔχει γύρω πολλὰ ἀσκητήρια. Λέγεται δὲ ὅτι γύρω τῆς μονῆς εἶναι ὑπὸ τὸ ἔδαφος θόλοι κτιστοὶ βυζαντινοί, ὡς κρυψῶνες, διὰ νὰ κρύπτουν οἱ μοναχοὶ τὰ τιμαλφῆ πράγματα τῆς μονῆς ἐν καιρῷ ἐπιδρομῶν.

Κατὰ δὲ τὸ 1821, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἔκρυψαν οἱ μοναχοὶ ὅλα τὰ τιμαλφέστερα εἴδη, ἀφιερώματα, χρυσόβουλλα, ἀργυρᾶ σκεύη, μεμβράνινα βιβλία, τὸ ἀρχεῖον ὅλον ἐντὸς ἑνὸς τῶν περὶ τὴν μονὴν θόλων, ὁ ὁποῖος ἦτο γνωστὸς εἰς τοὺς γεροντοτέρους μοναχούς, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον ἀπεβίωσαν, ἦτο ἄγνωστος ὁ θόλος εἰς τοὺς νεωτέρους μοναχούς.

Μόνον ἐπέζη μέχρι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν εἷς γέρων μοναχός, ὁ ὁποῖος ἐμόναζεν εἰς ἕνα μοναστήρι τοῦ Πηλίου, ὅστις ἐγνώριζε τὸ μέρος καὶ πολλάκις ἔλεγεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ μετέβαινεν εἰς τὴν Ἄνω Μονὴν Ξενιᾶς διὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς μοναχοὺς τὸν θόλον, διότι μετὰ τὸν θάνατόν του θὰ ἔμενεν ἄγνωστος καὶ τὰ πράγματα χαμένα.

Δυστυχῶς ὅμως οἱ μεταγενέστεροι μοναχοὶ περὶ ἄλλα τυρβάζοντες καὶ ἰδίως τὴν ἀργυρολογίαν καὶ τὰς κατ’ ἀλλήλων καταγγελίας, δὲν ἐφρόντισαν νὰ παραλάβουν τὸν γέροντα νὰ τοῖς δείξῃ τὸν θόλον καὶ ἔτσι ἀπέθανεν».

Παρ’ ὅλες, ὡστόσο, τὶς καταστροφές, λεηλατήσεις καὶ ἀπώλειες  χειρογράφων καὶ κειμηλίων τοῦ ἱστορικοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως ἐνδεικτικὰ διαφαίνονται ἀπὸ τὰ παραπάνω, στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ ἐξακολουθοῦσαν νὰ ὑπάρχουν πολλὰ καὶ σημαντικὰ καὶ μάλιστα καλὰ διατηρημένα χειρόγραφα, γιατὶ ὅσα προσφέρθηκαν στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία ἦταν κυρίως ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν φθαρεῖ καὶ δὲν θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς καλογέρους τόσο πολύτιμα ὥστε νὰ διστάζουν νὰ τὰ δώσουν σὲ ἄλλους.

Παρ’ ὅλα αὐτά, πολλὰ πολύτιμα ἀντικείμενα τοῦ Μοναστηριοῦ, πολὺ μεγαλύτερης ἀξίας ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρουμε, φαίνεται ὅτι διέφυγαν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Αὐτὸ δηλώνεται ἀπὸ κάποιες ἐνδείξεις ποὺ διασώθηκαν.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος σὲ μία ἐπιστολή του πρὸς τὸν Πρόεδρο τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, στὴν Ἀθήνα, στὶς 2 Ἀπριλίου 1895, ἔγραψε τὰ ἑξῆς:

«Ἁλμυρὸς τῇ 2ᾳ Ἀπριλίου 1895

Ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε,

Εὐχαρίστως ἐκομισάμην τὸ ὑμέτερον ἔγγραφον μετὰ τοῦ συννημένου ἐπισήμου γράμματος δι’ οὗ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ μέλος ἀντεπιστέλλον τῆς ὠφελιμωτάτης Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.

Εὐχαριστῶν ὑμῖν διὰ τὴν τιμὴν ταύτην θέλω προσπαθήσει ὅπως φανῶ ἀντάξιος αὐτῆς ἐξυπηρετῶν προθύμως τὰ συμφέροντα τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.

Δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας κατατίθημι σὺν τῷ ταλάντῳ τοῦ πλουσίου κἀγὼ τὸν πενιχρόν μου ὀβολόν εἰς τὸ ὑμέτερον Μουσεῖον δωρούμενος αὐτῷ:

1) Χειρόγραφον πολυσέλιδον ὀγκῶδες βιβλίον μικροῦ, 16ου σχήματος, τοῦ 16ου αἰῶνος περιέχον λόγους ἐκκλησιαστικοὺς καὶ ἀποφθέγματα ἁγίων ἀνδρῶν.

2) Σταυρὸν γεγλυμμένον ἐκ ξύλου πίξου λεπτοτάτης τέχνης τοῦ 16ου αἰῶνος παριστάνοντα δωδεκάορτον  ὅμοιον τῷ ὑπὸ τῆς αὐτῆς Μ. τῆς Αὐτοκρατείρας τῆς Βασιλίσσης δωρηθέντα ἀλλ’ ἄνευ ἀργυροεπιχρυσώσεως.

3) Ἀρχαῖόν ἐλλιπές ἔντυπον βιβλίον ἐκκλησιαστικῆς ὕλης ἀκατάληπτον ἐμοί.

Εὔελπις ὤν ὅτι καὶ ἄλλας προσφορὰς καὶ ἀνακαλύψεις διαφόρων ἀντικειμένων ἀναγγελῶ ὑμῖν, διατελῶ μετὰ τῆς βαθείας πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεως

                                                Ν. Ι. Γιαννόπουλος

Τῷ ἀξιοτίμῳ κυρίῳ Ἀριστείδῃ Παπούδωφ, προέδρῳ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, εἰς Αθήνας» .

 

Εἶναι βέβαιο ὅτι τὰ τρία παραπάνω ἀντικείμενα ἀνῆκαν στὴ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς καὶ προσφέρθηκαν στὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο.

Χαρακτηριστικὸ τοῦ ἴδιου κλίματος τῆς εὐκολίας μὲ τὴν ὁποία προσφέρονταν πολύτιμα ἀντικείμενα καὶ κειμήλια ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶναι τὸ παρακάτω πρακτικὸ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου του κατὰ τὸ 1908:

«Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν ἑβδόμην τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1908 ἔτους, συνελθὸν τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς εἰρημένης μονῆς, ἀπαρτιζόμενον ἐκ τῶν Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου, ἡγουμένου, καὶ τῶν συμβούλων Ἀνθίμου Ἀποστόλου καὶ Ἀγαπίου Ἀθανασίου, καὶ ἀκοῦσαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος εὑρισκομένου ἐν τῇ Μονῇ δι’ ὑποθέσεις αὐτῆς, ὅπως μία παλαιὰ ἐκ βελούδου ἡγουμενική, μήτρα ἕχουσα τέσσαρας χρυσοϋφάντους ἁγίους καὶ  ἄλλα χρυσοκέντητα κοσμήματα, ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ὡς ἀφιέρωμα εἰς αὐτὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καὶ ἐκτιμοῦν δεόντως τὴν γνώμην τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος ἀποφαίνεται ὁμοφώνως: Γνωμοδοτεῖ ὅπως ἀποσταλῇ  ὡς ἀφιέρωμα τῆς Μονῆς ἡμῶν εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ἡ ὡς ἄνω ἀναφερομένη ἡγουμενικὴ μήτρα, ὡς ἄχρηστος ἐν τῇ Μονῇ, καὶ παρακαλεῖ τὸν Σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον Δημητριάδος, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω καὶ μεριμνήσῃ περὶ ἀποστολῆς ἡμῖν τῆς σχετικῆς ἀποδείξεως παραλαβῆς παρὰ τῆς εἰρημένης Ἑταιρειας…».

Τὰ παραπάνω παρέχουν μία ἀμυδρὰ εἰκόνα τοῦ πλούτου ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ στὴ Μονὴ Ξενιᾶς καὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὸς διασκορπίστηκε.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὑπῆρχαν ἀκόμη στὸ Μοναστήρι πολλὰ πολύτιμα ἀντικείμενα καὶ ἱερὰ σκεύη. Αὐτὰ ποὺ ὑπῆρχαν στὸ Μοναστήρι λεηλατήθηκαν ἤ ἁρπάχτηκαν σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1897 καὶ ἀργότερα κατὰ τὴν περίοδο τῆς «Κατοχῆς» 1941 -1944 καὶ τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν 1945 -1948.

 

Α΄. Χειρόγραφα Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Εἰσαγωγικὰ

Ἀντιμετωπίζοντας κάποιος μελετητὴς τὸ πρόβλημα τῆς καταγραφῆς τῶν χειρογράφων κωδίκων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς γρήγορα διαπιστώνει ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ καὶ δισεπίλυτα προβλήματα.

Πρῶτο ζήτημα ποὺ προκύπτει εἶναι ἐὰν στοὺς κώδικες αὐτοὺς πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ ὅσοι ἀνῆκαν κάποτε στὸ Μοναστήρι, ὅπως αὐτοὶ  ποὺ ἀπωλέσθηκαν, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο στὸ πέρασμα του χρόνου, ἀλλὰ γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν ἤ αὐτοὶ ποὺ προσφέρθηκαν ἐκ μέρους τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπως, π.χ., στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἤ σὲ ἐκκλησίες τῶν γειτονικῶν χωριῶν, ἤ αὐτοὶ ποὺ ἄν καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι ἀνῆκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, βρέθηκαν σὲ χέρια ἰδιωτῶν. Ἀκόμη καὶ στὴ σημερινὴ ἐποχὴ ὑπάρχουν χειρόγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς σὲ χέρια ἰδιωτῶν.

Στὸ κεφάλαιο τοῦτο τῆς  ἐργασίας μας, ἀποβλέποντας στὴν καταγραφή, ὅσο αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπουν οἱ δυνατότητές  μας, πληρέστερης τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ ὄχι στὴν καταγραφή τοῦ σημερινοῦ της ἀρχείου, θὰ συμπεριλάβουμε ὅλους τοὺς κώδικες ποὺ ἀνῆκαν κάποτε καὶ ὅσους γνωρίζουμε ὅτι ἀνήκουν σήμερα ὅπως καὶ ὅ,τι γνωρίζουμε γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Δὲν ἀποβλέπουμε στὴν ἀκριβῆ καταγραφή τῶν «ἀντικειμένων» μιᾶς «Μουσειακῆς Συλλογῆς».

Πρόβλημα ἐπίσης δημιουργεῖται μὲ τὴν ἀρίθμηση καὶ καταλογογράφηση τῶν κωδίκων ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἡ ταύτιση μεταξὺ τῶν διαφόρων καταγραφῶν ποὺ ἐπιχειρήθηκαν καὶ δημοσιεύθηκαν κατὰ καιρούς. Καὶ αὐτὴ ἡ θεώρηση τοῦ θέματος εἶναι ξένη πρὸς τὶς ἐπιδιώξεις μας.

Μία πρώτη καταγραφή τῶν χειρογάφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἔγινε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο καὶ δημοσιεύθηκε στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων».[2] Ἄγνωστο ὅμως γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Γιαννόπουλος στὸ δημοσίευμά του αὐτό συμπεριέλαβε δέκα μόνο κώδικες, χωρὶς νὰ συνεχίσει σὲ ἑπόμενο δημοσίευμά του μὲ τοὺς ὑπόλοιους κώδικες τῆς Μονῆς ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ κάνει κάποια σχετικὴ μνεία.

Στὶς 23 – 24 Μαρτίου 1975 ὁ καθηγητὴς καὶ ἀκαδημαϊκὸς Λίνος Πολίτης φωτογράφησε γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοὺς χειρόγραφους κώδικες τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Τὸ ἔτος 2000, ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέντζας, μοναχὸς τότε τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, παρουσίασε στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ»,[3] τὴν ἐργασία του «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς».  καταγράφοντας εἴκοσι τέσσερις (24) κώδικες ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας μουσικός.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης, στὸ Γ΄ Συνέδριο Αλμυριώτικων Σπουδῶν[4] παρουσίασε τὴν ἐργασία «Ἕνα μουσικὸ στιχηράρι τοῦ ΙΗ΄αἰῶνος ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ ὁποία καὶ δημοσιεύθηκε στὰ «Πρακτικὰ» τοῦ Συνεδρίου[5] καὶ σὲ «ἀνάτυπο».

Ὁ ἴδιος, Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης, στὸ «Proceedings of the 1st International Conference of the ASBMH»,[6] σελ. 599 – 667, παρουσίασε τὴν ἐργασία «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας».

Μὲ βάση ὅλες τὶς παραπάνω δημοσιεύσεις, τὰ περιεχόμενά τους, τὶς διατυπούμενες ἰδιαίτερες σ’ αὐτὲς ἀπόψεις, τὰ κενά, τὰ λάθη, τὶς παραλείψεις καὶ τὶς  μεταξύ τους ἐπικαλύψεις, τὶς διορθώσεις καὶ ἀλληλοσυμπληρώσεις, καὶ μὲ τὰ συμπεράσματα ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν ἰδιαίτερη προσωπική μας ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, θὰ παρουσιάσουμε στὴ συνέχεια, σὲ τρία μερικότερα ὑποκεφάλαια, μὲ τίτλους: Ι.«Χειρόγραφοι Κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», ΙΙ. «Χειρόγραφοι Κώδικες Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»» καὶ ΙΙΙ. «Μουσικοὶ Κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», μία συνοπτική, συγκερασματικὴ ἀναφορὰ ὅλων τῶν  χειρογράφων κωδίκων, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὸν ἕνα ἤ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο ἀνῆκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν πολυτίμων και ἱερῶν κειμηλίων τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ.

 

Ι. Χειρόγραφοι κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

  1. Κώδικας Α΄.

Εἶναι ἕνας ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα[7] μὲ 155[8] φύλλα  σχήματος 4ου μεγάλου, διαστάσεων 0,30 Χ 0,21 μ., ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐαγγελιστάριον».

Τὸ κείμενο τοῦ κώδικα εἶναι γραμμένο σὲ δύο στῆλες σὲ κάθε σελίδα. Στὸν κώδικα περιλαμβάνονται εὐαγγελικὲς περικοπὲς κατ’ ἐπιλογήν. Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα εἶναι κόκκινα, γραμμένα μὲ κιννάβαρη, καὶ ἄκομψα ὅπως καὶ οἱ ἐπικεφαλίδες τῶν περικοπῶν.

Τὸ κείμενο εἶναι γραμμένο μὲ ὑπόξανθη μελάνη. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν περικοπὴ: «Εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἰς πλοιάριον», καὶ τελειώνει: «ἅτινα ἐὰν γράφηται καὶ  οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία, ἀμήν».

Τὸ κείμενο παρουσιάζει κάποιες ἀνορθογραφίες. Μερικὰ ἀξιοπαρατήρητα χαρακτησιστικὰ εἶναι τὰ ἑξῆς: Τὸ κεφαλαῖον Ε σχεδιάζεται ἔχοντας ἕνα ἀπλωμένο χέρι. Στὸ κείμενο ἀντὶ  τοῦ σημείου τῆς τελείας χρησιμοποιεῖται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.

 

  1. Κώδικας Β΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα, μὲ ξύλινα ἐξώφυλλα δερματόδετα. Ἔχει 223[9] φύλλα διαστάσεων 0,19 Χ 0,14 μ.

Ὁ κώδικας, ποὺ τιτλοφορεῖται «Λόγοι ἀσκητικοί», εἶναι μονόστηλος, περιέχει δέ, σύμφωνα μὲ τὴν  περιγραφὴ τοῦ Γιαννόπουλου,[10] τὰ ἑξῆς:

«1) Εὐχὴ συγχωρητικὴ τοῦ σοφωτάτου κυρίου Ἐμμανουὴλ τοῦ Μεγάλου Ῥήτορος, προσηρτημένη ἐν τρισὶ φύλλοις ἔμπροσθεν, μεθ’ ὅ ἕπεται ἐν ἀρχῇ τοῦ κυρίως κώδικος: 2) Λόγος περὶ ἀρετῆς καὶ  κακίας.  3) Τοῦ  αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τρεῖς τρόπους κακοπαθοῦσιν οἱ ἅγιοι.  4) Τοῦ Ἁγ. Νείλου ἐκ τῶν ὅρων: Ἅδης ἐστὶ χωρίον ἀφεγγές.  5) Τοῦ Ἁγ. Μακαρίου, ἐν τῇ ἀναστάσει ὅλα τὰ μέλη ἀνίστανται.  6) Γερασίμου χρονογράφου, «Ἐπὶ τῆς βασιλείας τῶν Ῥωμαίων τὸ Βέσβιον[11]  ὄρος ἐν τῇ δύσει κατὰ κορυφῆς ῥαγὲν πῦρ ἀνέβλυσε τοσοῦτον, ὥστε καταφλέξαι τὴν παρακειμένην χώραν σὺν ταῖς πόλεσιν». 7) Τοῦ Ἁγ. Εὐφραίμ, περὶ προσευχῆς.  8) Σύνταγμα Γλυκᾶ κυροῦ Μιχαήλ, ἐκ τοῦ αὐτοῦ  βιβλίου λόγος λε΄ τῷ μοναχῷ κυρῷ Ὀνουφρίῳ περὶ τῆς ὀπτασίας, ἥν εἶδεν ὁ Προφήτης  Ἰεζεκιὴλ καὶ ὅπως  αὐτὴν εἰς τοὺς τέσσαρας Εὐαγγελιστὰς ἐξελάβοντο. 9) Τοῦ αὐτοῦ, λόγος «εἰ χρὴ προσέχειν τοῖς λέγουσιν ὅτι ἀποφάσει μόνῃ καὶ οὐκ ἀληθείᾳ εἰσῆλθεν εἰς τὸν παράδεισον ὁ ληστής.  10) Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ βιβλίου, ἐκ τοῦ λόγου ιδ΄ περὶ  τῆς  Ἁγ. Τριάδος.  11) Παλλαδίου πατρὸς πρὸς  Λαισὸν περὶ νηστείας. 12) Θεοδωρήτου, τοῦ Ἁγ. Ἐπιφανείου περὶ τῶν ιβ΄  λίθων. 13) Εὐαγρίου, ὑποτύπωσις μοναχικὴ διδάσκουσα πῶς δεῖ ἀσκεῖν καὶ ἡσυχάζειν. 14) Τοῦ αὐτοῦ, περὶ τῶν ἐκπιπτόντων ἐξ οἰκείας ἀμελείας καὶ προφασιζομένων προφάσεσιν ἁμαρτίας.  15) Τοῦ αὐτοῦ πρὸς ἀδελφὸν ἐκπεσόντα καὶ περὶ μετανοίας. 16) Περὶ τοῦ μὴ ἔχοντος φόβον Θεοῦ ἐν ἑαυτῷ.  17) Περὶ τοῦ μὴ ἔχοντος ἀγάπην. 18) Περὶ τοῦ κεκτημένου μακροθυμίαν. 19) Περὶ τοῦ μὴ ἔχοντος μακροθυμίαν. 20) Περὶ τοῦ  κεκτῆσθαι ὑπομονήν. 21) Περὶ τοῦ ἔχοντος πρᾳότητα.  22) Περὶ τῶν μὴ ἐχόντων πρᾳότητα, ἀλλὰ πονηρίᾳ συνεζευγμένων. 23) Τοῦ αὐτοῦ περὶ ἀληθείας – περὶ ψεύδους.  24) Τοῦ αὐτοῦ, περὶ τοῦ ἔχοντος ὑπακοὴν ἀληθινὴν καὶ ἀνυπόκριτον.  25) Περὶ ἀνυποτάκτου καὶ γογγιστοῦ. 26) Περὶ τοῦ μὴ εἶναι λοίδωρον.  27) Περὶ λοιδωρίας καὶ λοιδώρων.  28) Τοῦ αὐτοῦ, περὶ ἐγκρατείας. 29) Τοῦ αὐτοῦ, ὅτι οὐ δεῖ γελᾶν καὶ μετεωρίζεσθαι ἀλλὰ μᾶλλον πενθεῖν καὶ κλαίειν ἑαυτούς. 30) Τοῦ αὐτοῦ, παραίνεσις κδ΄ περὶ ὑπακοῆς.- (Δι’ ἄλλης γραφῆς).  31)   Ἐπιστολὴ τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου, ἡγουμένου τῆς Ῥαϊθοῦ, πρὸς τὸν ὅσιον Ἰωάννην τὸν Σχολαστικὸν τοῦ Σινᾶ Ὄρους ἡγούμενον.  32) Τοῦ καθηγουμένου τοῦ Σινᾶ Ὄρους ἀντίγραφον πρὸς τὴν ἀναγεγραμμένην ἐπιστολὴν ἐπιστείλαντος.  33) Περὶ ἀποταγῆς κόσμου, βαθμὸς α. Ἑρμηνεία τῆς Κλίμακος

«+ Ἔτος  ζ ξ δ [12] μηνὶ Δεκεμβρίῳ κα΄. Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Νεοφύτου πόνος». Ἑπομένως ὁ κῶδιξ εἶναι κεχρονολογημένος.

Ἕπεται συνερραμένον ἕτερον βιβλίον ἔχον ἀλλοίαν γραφὴν διὰ γραμμάτων ἀγκυλωτῶν μεγάλων καὶ καλλιγραφικῶν.

1) Τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Παρασκευῇ, Εὐσεβίου ἐπισκόπου λόγος εἰς τὸ τοῦ Διαβόλου καὶ τοῦ Ἅδου συμβούλιον πρὸς τοὺς Ἰουδαίους κατὰ συλλογισμῶν. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ χάρτου δι’ ἄλλης γραφῆς: 2) Ἐκ τῶν ἀποκρίσεων καὶ διδαχῶν τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Νικήτα, περὶ Βασιλείου μονῆς τινος καθηγουμένου. 3) Διήγησις περὶ σημειοφόρου Πατρός.  4) Λόγος ἀσκητικὸς πάνυ ὠφέλιμος τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου.  5) Τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Εὐφραίμ, Λόγος κατανυκτικὸς περὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας καὶ περὶ τῶν Θείων Γραφῶν. 6) Διήγησις τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου πρὸς τὸν Ἅγ. Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου περὶ ἐξόδου ψυχῆς.  7) Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λόγος. 8) Λόγος ὠφέλιμος ἑκάστῃ ἡμέρᾳ ὠφείλει ἀναγινώσκεσθαι. 9) Περὶ φυλακῆς καρδίας καὶ θεωρίας λεπτοτέρας. 10) Περὶ τῶν ἔγγιστα τοῦ Θεοῦ ζώντων καὶ ἐν τῇ ζωῇ τῆς γνώσεως πάσας τὰς ἡμέρας αὐτῶν διαγόντων.  11) Σχόλια καὶ δηλώσεις περὶ τῶν ἐν ταῖς μαρτυρίαις διαφόρων νοημάτων ποία ἐστὶ χρεία ἑκάστῳ τούτων.  12) Πῶς ὀφείλει ὁ διακριτικὸς καθέσθαι ἐν τῇ ἡσυχίᾳ. 13) Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ νέου καὶ θεολόγου, λόγος περὶ γαστριμαργίας καὶ τοῦ μηδόλως γογγίζειν. 14) Τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ, Ἴδωμεν οἷος εἶναι ὁ μέγας Ἀντώνιος καὶ  Παχώμιος καὶ οἱ λοιποὶ θεοφόροι πατέρες. 15) Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ νέου καὶ θεολόγου, περὶ μέθης. 16) Τοῦ αὐτοῦ περὶ νηστείας καὶ γαστριμαργίας.  17) Τοῦ αὐτοῦ  ἕτερος λόγος. 18) Ἰω. τοῦ Χρυσοστόμου. 19)  Γεροντικό, Λόγοι διαφόρων ἀββάδων. 20) Εὐχὴ εἰς τὴν Δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον, ποίημα κυροῦ Μανασσῆ. 21)  Ὁμοίως εὐχὴ διὰ στίχων. 22) Εὐχὴ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν διὰ στίχων. 23) Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, εἰς τὸν Ἄγγελον τὸν φύλακα τῆς ψυχῆς ἡμῶν διὰ στίχων. 24) Εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν διὰ στίχων. 25) Ἑτέρα (εὐχὴ) διὰ στίχων. 26) Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀντωνίου τοῦ Ζωγράφου, εὐχαὶ συντετμημέναι.  27) Εὐχὴ ἑτέρα τοῦ Χρυσοστόμου.

 

  1. Κώδικας Γ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος κώδικας, δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα, τοῦ 13ου αἰῶνα[13] καὶ ἔχει 300[14] φύλλα διαστάσεων 0,21 Χ 0,16 μ., σχήματος 8ου .

Στὴν ἀρχὴ του διακοσμεῖται μὲ ἔγχρωμο ἐπίτιτλο. Περιέχει τὸ Τυπικὸν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας τῆς ἀρχαίας μονῆς τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάββα τῶν Ἱεροσολύμων. Εἶναι γραμμένος μὲ γραφὴ συντετμημένη καὶ μικρογραφία. Στὴν ἀρχὴ κάποιων κεφαλαίων ἔχει διακοσμήσεις.

Ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέτζας, ποὺ εἶδε τὸν κώδικα τὸ ἔτος 2000, λέει ὅτι στὰ τελευταῖα δύο φύλλα περιέχεται βιογραφικὸ σημείωμα Γρηγορίου ἱερέως ἱερομνήμονος.[15]

 

  1. Κώδικας Δ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 236 φύλλα διαστάσεων 0,22 Χ 0,14 μ. Εἶναι δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

Ὁ κώδικας εἶναι γραμμένος μὲ χρυσίζουσα μελάνη. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο ξεχωριστὰ τμήματα τὰ ὁποῖα δέθηκαν σὲ ἕνα τόμο. Τὸ πρῶτο τμῆμα (φύλλα 1 -188) περιέχει «Εὐχολόγιον», ἐλλιπὲς ὡς πρὸς τὴν ἀρχή του. Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα κάθε μέρους εἶναι διακοσμημένα.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα ὑπάρχει, γραμμένη ἀπὸ πάλι τὸν γραφέα τοῦ Εὐχολογίου, ἡ «ἐνθύμηση»:

«Τελειωθὲν τὸ παρὸν Εὐχολόγιον μηνὶ Ἰουνίῳ Κ, ἔτους Sου Ωου Που Sου, ἰνδικτιῶνος α».

Δηλαδὴ ὁ κώδικας γράφηκε στὰ 1378 μ. Χ. (6886 (ἀπὸ κτίσεως  κόσμου) -5508  = 1378 μ. Χ. ).

Τὸ δεύτερο τμῆμα του (φύλλα 189 – 236) περιλαμβάνει «Ἀποστολικὲς καὶ Εὐαγγελικὲς περικοπές», τὰ «Ἀποστολοευαγγέλια», τῆς ἑβδομάδος καὶ ἁγίων διαφόρων.

Στὸ τέλος τοῦ δεύτερου αὐτοῦ τμήματος ὑπάρχει, γραμμένη καὶ πάλι μὲ κόκκινη μελάνη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν γραφέα τῶν «Ἀποστολοευαγγελίων», ἡ «ἐνθύμηση»: «+ Τῷ Συντελεστῇ τῶν καλῶν Θεῷ χάρις· ἐν ἔτει  ζε  ἰνδ. ιε΄». Δηλαδὴ τὸ δεύτερο τμῆμα τοῦ κώδικα γράφηκε τὸ 1497 μ. Χ. (7005 (ἀπὸ  κτίσεως κόσμου) – 5508= 1497 μ. Χ.).

Ἑπομένως τὰ δύο τμήματα τοῦ κώδικα αὐτοῦ, σαφῶς χρονολογημένα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς γραφεῖς τους, δεμένα μαζί σὲ ἕνα τόμο, τὸ πρῶτο τοῦ 14ου αἰῶνα (1378) καὶ τὸ δεύτερο τοῦ 15ου (1497), ἔχουν μία διαφορὰ μεταξύ τους 119 χρόνια.[16]

 

  1. Κώδικας Ε΄.

Εἶναι ἕνας δερματόδετος χάρτινος κώδικας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο εἶναι τοῦ 15ου αἰῶνα, ἐνῶ κατὰ τὴν ἐκτίμηση τοῦ Μ.Ι.Ε.Τ. ἀνήκει στὸν 17ο αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ  μὲ 212[17] φύλλα διαστάσεων 0,205 Χ 0,155 μ.

Περιέχει Τυπικὸν τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα. Λείπουν μερικὰ φύλλα ἀπὸ τὴν ἀρχή του. Ἀρχίζει ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ Δεκεμβρίου καὶ τελειώνει στὸ Μέγα Σάββατο.

 

  1. Κώδικας ΣΤ΄.

Εἶναι χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 180 φύλλα, διαστάσεων 0,22 Χ 0,14 μ. καὶ ἔχει ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

Περιέχει μηναῖο τοῦ Ὀκτωβρίου ἐλλιπὲς ὡς πρὸς τὴν ἀκολουθία τῆς 31ης. Τὸ πρῶτο φύλλο εἶναι ἀπὸ μεμβράνη ποὺ ἔχει ξεθωριασμένα γράμματα παλαιοτέρου βιβλίου (παλίμψηστο). Αὐτὸ θὰ ἀνῆκε κάποτε σὲ μεγάλου σχήματος δίστηλο βιβλίο. Σώζεται μόνο μιάμιση στήλη τοῦ μισοῦ φύλλου.

Στὸ φύλλο 80 ὑπάρχει ἡ «ἐνθύμηση»: «Ἡ παροῦσα βίβλος ὑπάρχει τῆς ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς  ἐπονομαζομένης …».

 

  1. Κώδικας Ζ΄.

Εἶναι ἕνας ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 79[18] φύλλα διαστάσεων 0,22 Χ 0,14 μ., σχήματος 8ου .

Τὰ δύο πρῶτα φύλλα εἶναι φθαρμένα. Ὁ κώδικας εἶναι γραμμένος μὲ ἐπιμέλεια. Σὲ πολλὰ μέρη τὰ φύλλα του εἶναι σαρακοφαγωμένα. Πρόκειται  Συναξάριο τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου. Ἔχουν ἀποκοπεῖ κάποια φύλλα στὴν ἀρχὴ καὶ κάποια στὸ τέλος του.  Τελειώνει στὶς 22 Ἀπριλίου, μνήμη Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Συκεώτου.

 

  1. Κώδικας Η΄.

Εἶναι δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα μὲ 84[19] φύλλα, διαστάσεων 0, 22 Χ 0, 15 μ., σχήματος 16ου μικροῦ.

Ἐπιγράφεται «Νομοκάνων ἐκλεγμένος ὑπὸ διαφόρων διδασκάλων». Στὴν ἀρχὴ προτάσσεται πίνακας περιεχομένων μὲ  208 κεφάλαια. Ἀρχίζει ἀπὸ τὸ κεφάλαιο 25 καὶ τελειώνει στὸ 204.

 

  1. Κώδικας Θ΄.

Εἶναι χάρτινος κώδικας, σχήματος 4ου, τοῦ 18ου αἰῶνα μὲ 65 φύλλα διαστάσεων 0,305 Χ 0,175 μ., δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

Ἐπιγράφεται «Παρρησίαι» καὶ περιέχει ὀνόματα τῆς Προθέσεως. Τὰ ὀνόματα αὐτὰ εἶναι ὀνόματα ἱερομονάχων, μοναχῶν καὶ μοναστριῶν καὶ λαϊκῶν γραμμένα κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Γράφηκε κατὰ τὸ ἔτος  1774.  Ἑπομένως τὰ ἀρχαιότερα ὀνόματα ἀνάγονται σὲ προγενέστερους αἰῶνες.

 

  1. Κώδικας Ι΄.

Εἶναι δερματόδετος χάρτινος κώδικας  τοῦ 17ου αἰῶνα σχήματος 4ου μὲ 35 φύλλα, διαστάσεων 0,32 Χ 0,23 μ.

Εἶναι Πρόθεσις ἤ Παρρησία καὶ περιέχει ὀνόματα ἀρχιερέων, ἱερομονάχων, μοναχῶν καὶ  λαϊκῶν.[20]

 

  1. Κώδικας ΙΑ΄.

Εἶναι ἕνας ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα διαστάσεων 0,29 Χ 0,205 μ. Τιτλοφορεῖται «Γεροντικὸ (Εὐεργετηνός)» καὶ φέρει παλαιότερη ἀρίθμηση τῶν σελίδων του, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν σελίδα 40 καὶ τελειώνει στὴν 331, ἄν καὶ σώζονται καὶ οἱ σελίδες 334 καὶ 335. Ἀκολουθοῦν 38 φύλλα (76 σελίδες) τὰ ὁποῖα ἔχουν κοπεῖ ὅλα σχεδὸν δίπλα στὸ δέσιμό τους.

 

  1. Κώδικας ΙΒ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 15ου αἰῶνα μὲ 256 φύλλα διαστάσεων 0,19 Χ 0,15 μ. Τιτλοφορεῖται «Νομοκάνων Μαλαξοῦ» καὶ εἶναι δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα. Περιλαμβάνει 437 κεφάλαια.

 

  1. Κώδικας ΙΓ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα μὲ 167 φύλλα, διαστάσεων 0,205 Χ 0,15 μ. Λείπει τὸ ἐμπρὸς ἐξώφυλλο. Εἶναι ἐλλιπὲς «Ψαλτήριο» ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 34ου ψαλμοῦ.

 

  1. Κώδικας ΙΔ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 15ου αἰῶνα μὲ 307 φύλλα διαστάσεων 0,205 Χ  0,14 μ. Περιλαμβάνει «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ Ἐπιστολὲς» σὲ συνεχὲς κείμενο χωρὶς διαίρεση σὲ περικοπές. Στὸ πλάι ὑπάρχει ἀρίθμηση κεφαλαίων καὶ παραγράφων. Στὴν ἀρχὴ τοῦ κώδικα ὑπάρχει ὑπόμνημα τῶν ἑβδομάδων τοῦ ἔτους καὶ τῶν περικοπῶν τῆς κάθε ἡμέρας μὲ παραπομπὲς στὸ κείμενο. Φέρει ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

 

  1. Κώδικας ΙΕ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα μὲ 98 φύλλα διαστάσεων 0,305 Χ 0,215 μ. Τιτλοφορεῖται «Λόγοι πατέρων».

  1. Κώδικας ΙΣΤ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 59 φύλλα διαστάσεων 0,22 Χ 0,15 μ. Περιεχόμενα: α) Ἀκολουθίες τῶν Δεσποτοθεομητορικῶν ἑορτῶν (Θεοφάνεια, 15 Αὔγουστος), β) Λόγοι Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου κλπ. Πατέρων.

 

  1. Κώδικας ΙΖ΄.

Σπάραγμα χάρτινου κώδικα σὲ κακὴ κατάσταση μὲ φύλλα διαστάσεων 0,30 Χ 0,21 μ. Κείμενο γραμμένο σὲ δύο στῆλες. Περιλαμβάνονται  Λόγοι Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: α) εἰς τὴν Κυριακὴν τῶν 318 πατέρων καὶ β) εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἀναγράφεται ἡ «ἐνθύμηση»: «Ἐπὶ ἔτους ζρκζ΄, ἰνδικτιῶνος γ΄, μηνὶ Μαρτίου α΄».

 

  1. Κώδικας ΙΗ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 1817 μὲ 61 φύλλα διαστάσεων 0,235 Χ 0,16μ. Στὴν καταλογογράφηση τοῦ Μ.Ι.Ε.Τ. ὁ κώδικας φέρει ἀριθμό 19, χωρίς νὰ περιέχεται ὁ 18. Πρόκειται γιὰ μία «Παρρησία» τῆς Μονῆς.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα  ἀναγράφεται: «Ἔτος 1817 Σεπτεμβρίου 20 ἐγράφη ἡ παροῦσα παῤῥησία προτροπῇ τοῦ ὁσιωτάτου ἁγίου σκευοφύλακος κυρίου Δωροθέου μοναχοῦ, ἡγουμενεύοντος Γρηγορίου ἱερομονάχου τοῦ προσκυνητοῦ, διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου. Μηδεὶς οὖν γράψῃ ᾧδε ἄνευ ὀρθογραφίας ἀλλὰ ἄς σημειώνουν τὰ ὀνόματα εἰς ἐξώφυλλον καὶ ὅταν τύχῃ καλλιγράφος τις ἄς γράψῃ τὰ ὀνόματα».

 

  1. Κώδικας ΙΘ΄.

Δερματόδετος, μὲ χρυσότυπες στὰμπες, χάρτινος κώδικας τοῦ 1697. Στὴν καταλογράφηση τοῦ Μορφωτικοῦ ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης φέρει τὸν ἀριθμὸ 20. Ἔχει 71 φύλλα διαστάσεων 0,205 Χ 0,15 μ.

Τὰ πρωτογράμματα, οἱ στίξεις καὶ οἱ τυπικὲς διατάξεις εἶναι γραμμένα μὲ κόκκινη μελάνη. Περιλαμβάνει τρεῖς λειτουργίες στὶς ὁποῖες τὰ πρωτογράμματα καὶ τὰ καλλιτεχνικὰ ἐπίτιτλα εἶναι σχεδιασμένα μὲ κόκκινη καὶ πράσινη μελάνη. Στὸ 70ο φύλλο ἡ σημείωση: «Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Γρηγορίου πόνος ζσε΄[21]».

 

  1. Κώδικας Κ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 17ου αἰῶνα μὲ 151 φύλλα διαστάσεων 0,25 Χ 0,175 μ. Στὴν καταλογράφηση τοῦ Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης φέρει τὸν ἀριθμὸ 21. Εἶναι «Ἀρχιερατικὸν» καὶ διατηρεῖται σὲ ἄριστη κατάσταση, προφανῶς λόγω τῆς κατὰ ἀραιὰ διαστήματα χρησιμοποίησής του.

Στὸ 151ο φύλλο ἀναγράφεται: «Ἡ μὲν χεὶρ ἡ γράψασα σήπεται τάφῳ γραφὴ δὲ μένει εἰς χρόνους πληρεστάτους. Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Ἰωάσαφ πόνος καὶ ἐντυγχάνει κἀμοῦ τοῦ ταπεινοῦ Ἰωάσαφ ἱεροδιακόνου καὶ οἱ ἀναγινώσκοντες μνήσθητέ μοι διὰ τὸν Κύριον».

 

  1. Κώδικας ΚΒ΄.[22]

Ἁγιασματάριο (Μικρὸ Εὐχολόγιο) ξυλόδετο καὶ δερματόδετο, ἔτους 1871.[23] Στὴν τελευταία σελίδα του ἀναγράφεται: «1880 Αὐγούστου … παπᾶ Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου» καὶ πιὸ κάτω «1871 Μαΐου 21 ἐν Ἀργαλαστῇ. Ἔγραψα ἐγὼ ὁ Ἀναγνώστης Οἰκονομίδης διὰ ἐνθύμησιν τῶν ἁγίων πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς κυρίῳ παπα Γαλακτίωνι καὶ κυρίῳ Ἰωὴλ ἱεροδιακόνου» καὶ ἀκόμη πιὸ κάτω «1872 Ἰουλίου 30 Ἰωὴλ ἱεροδιάκονος». Ἀκολουθῦν δύο ἐξαποστειλάρια τοῦ 15αύγουστου.

 

  1. Κώδικας ΚΓ΄.

Σπάραγμα χειρόγραφου Μηναίου Δεκεμβρίου. Ἀνήκει στὸν 15ο -16ο αἰῶνα. Σώζονται ὀκτὼ μόνο φύλλα στὰ ὁποῖα περιέχονται ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ὁ Κανὼν (πλὴν τῆς α΄ ᾠδῆς), τὸ ὑπόμνημα τοῦ συναξαριστῆ καὶ τὰ στιχηρὰ τῶν Αἴνων.

 

  1. Κώδικας ΚΔ΄.

Σπάραγμα Θεοτοκαρίου. Σώζονται 14 μόνο φύλλα του, τὰ ὁποῖα ταξινομήθηκαν καὶ ἀριθμήθηκαν ἀπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Χερουβεὶμ Βελέτζα κατὰ τὸ ἔτος 2000, καὶ στὰ ὁποῖα περιέχονται «κανόνες ἐγκωμιαστικοὶ καὶ προσόμοια στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο» καὶ ἕνας κανὼν ποὺ ἐπιγράφεται «Θεοκτίστου μοναχοῦ τοῦ Στουδίτου».

 

 

ΙΙ.  Χειρόγραφοι κώδικες

Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»

Ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» εἶχε συγκεντρώσει στὴ βιβλιοθήκη της πολλὰ χειρόγραφα βιβλία καὶ ἄλλα ἔγγραφα. Ἀρκετὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶχαν προσφερθεῖ ἀπὸ τὴ Μονὴ Ξενιᾶς. Πολλὰ ἄλλα εἶχαν προσφερθεῖ στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμβούλια χωριῶν τῆς Ὄρθρης ἤ καὶ ἀπὸ ἄλλα προσωπα. Ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι κάποτε ἀνῆκαν στὴ Μονὴ Ξενιᾶς.

Θεωρῶντας, λοιπόν, ὅτι καὶ τὰ χειρόγραφα βιβλία τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ  «Ὄθρυς» κάποτε ἀνῆκαν, μὲ τὸν ἕνα ἤ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο, στὴ Μονὴ Ξενιᾶς, θὰ τὰ συμπεριλάβουμε στὸ κεφάλαιο τοῦτο τοῦ «Θησαυροῦ τῶν Κειμηλίων» τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἀλμυροῦ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο στὸν «Νέο Ἑλληνομνήμονα».[24] Τὸν κατάλογο αὐτὸν θὰ παρουσιάσουμε στὴ συνέχεια σὲ μία ἁπλούστερη ὅμως γλωσσικὴ διατύπωση γιὰ διευκόλυνση καὶ γλωσσικὴ ὁμοιομορφία τοῦ ὅλου κειμένου,[25] συμπληρώνοντας τὴ δημοσίευση τοῦ Γιαννόπουλου καὶ μὲ ἄλλες δικές μας πληροφορίες ὅταν τὸ νομίζουμε ἀπαραίτητο:

 

  1. Κώδικας Α΄.

Εἶναι  ἕνας δερματόδετος κώδικας τοῦ 11ου αἰῶνα, γραμμένος ἐπὶ περγαμηνῆς. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 130 φύλλα διαστάσεων 0,26 μ. μήκους καὶ 0,21 μ. πλάτους. Περιέχει δίστηλες κατ’ ἐπιλογὴν εὐαγγελικὲς περικοπὲς. Ἀρχίζει ἀπὸ  τὸ  πρῶτο  κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος» κ.τ.λ. καὶ περιέχει τὶς εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ διαβάζονται στοὺς ναοὺς κατὰ τὴ διάρκεια ὅλου τοῦ χρόνου.

Στὴν ἀρχὴ τοῦ κώδικα ὑπάρχουν τέσσερα φύλλα περγαμηνῆς, στὰ ὁποῖα περιέχεται ὕλη ἄσχετη μὲ τὰ  Εὐαγγέλια, σὲ δύο στῆλες. Ἡ ὕλη αὐτὴ δὲν ἔχει κάποια σαφὴ ἀρχή. Ἀπὸ αὐτὸ γίνεται φανερό ὅτι  στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχαν καὶ ἄλλα φύλλα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποκοπεῖ.

Στὸ λευκὸ περιθώριο τοῦ τρίτου φύλλου, μὲ γραφὴ σύγχρονη τοῦ χειρόγραφου, ἀναγράφεται ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή: «Ἀδελφοί, οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων» κλπ.

Κάθε μία ἐπικεφαλὶδα τοῦ Εὐαγγελίου στολίζεται μὲ ὡραῖα ἔγχρωμα κοσμήματα λαμπρῆς βυζαντινῆς καλλιγραφικῆς διακόσμησης ὡς ἐπίτιτλα. Τὰ  ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα παρυσιάζονται ἔγχρωμα καὶ στολισμένα μὲ  ὡραῖα διακοσμητικά σχέδια.

Ἀπὸ  τὰ κεφαλαῖα γράμματα τὸ μὲν Ε παριστάνεται ἄλλοτε μὲν ὡς ἕνα χέρι ποὺ  εὐλογεῖ, ἄλλοτε δὲ ὡς ἕνα χέρι ποὺ κρατάει εἱλητάριο. Τὸ ἀρχικὸ κεφαλαῖο Ο παριστάνεται ἄλλοτε μὲν μὲ ψάρι, ἄλλοτε δὲ μὲ δύο πτηνὰ ποὺ ἔχουν  ἀντιμέτωπες τὶς ράχες καὶ ραμφίζουν καὶ ἄλλοτε μὲ δύο φίδια ποὺ δακώνει τὸ ἕνα τὴν οὐρὰ τοῦ ἄλλου κλπ. Τὸ ἀρχικὸ κεφαλαῖο Τ παριστάνεται ἄλλοτε μὲν μὲ σταυρό, ἄλλοτε δὲ  μὲ ποιμαντορικὴ ράβδο καὶ ἄλλοτε μὲ  ἄλλα ποικίλα σχήματα στολισμένα καὶ ἔγχρωμα.

Δυστυχῶς ὅμως πολλὰ τέτοια ὄμορφα σχεδιασμένα κεφαλαῖα γράμματα καταστράφηκαν ἀπὸ βέβηλο χέρι ποὺ ἀπέκοψε τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἔτσι παραμορφώθηκε οἰκτρὰ ὁ κατὰ τὰ ἄλλα λαμπρὸς αὐτὸς κώδικας.

Στὸ ὑπ’ ἀριθ. 66 φύλλο τοῦ κώδικα, στὸ εὐαγγέλιο: «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον» κ.τ.λ. πρὶν ἀπὸ τὸ Τ εἶναι ζωγραφισμένος κάποιος ἅγιος ποὺ τρέχει πρὸς τὰ δεξιὰ (ὁ Πέτρος ἤ κάποια μυροφόρα;) καὶ τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπον ἔχει κάπως ξεθωριάσει.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα βρίσκονται προσκολλημένα ἕξι φύλλα περγαμηνῆς, στὰ ὁποῖα μὲ γραφὴ σύγχρονη μὲν μὲ τὴ γραφὴ τοῦ κειμένου τοῦ ὑπόλοιπου κώδικα ἀλλὰ ὄχι τόσο πολὺ προσεγμένη, ἀναγράφονται σὲ δύο στῆλες, μερικὰ εὐαγγέλια, τὰ ὁποῖα τελειώνουν «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον,  ἀλλ᾿  ἵνα σώσω τὸν κόσμον» κ.τ.λ.

Στὸ τέλος φαίνεται ὅτι ἀποκόπηκε μὲ ψαλίδι ἕνα φύλλο περγαμηνῆς ἀπὸ τὸ ὁποῖο, ὡστόσο, σώθηκε μόνο τὸ γράμμα  Τ. Ἀποκόπηκαν ἀκόμη καὶ κάποια φύλλα, μετὰ τὰ ὁποῖα διασώθηκε ἕνα φύλλο μεμβράνης, ποὺ περιέχει θεολογικὴ ὕλη περὶ ἀγγέλων, δυσανάγνωστη. Ὁ κώδικας φαίνεται ὅτι στολιζόταν καὶ μὲ ἔγχρωμες εἰκόνες τῶν Εὐαγγελιστῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως λεηλατήθηκαν.

Ὁ συγκεκριμένος κώδικας περιγράφηκε καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.[26] Συμπληρώνουμε, λοιπόν, τὰ παραπάνω καὶ μὲ μερικὰ πρόσθετα ἀπὸ τὸ δημοσίευμα αὐτὸ στοιχεῖα γιὰ νὰ καταδείξουμε τὴν σημαντικότητα αὐτοῦ τοῦ κώδικα καὶ γιὰ τὸν πρόσθετο λόγο ὅτι ὁ σπουδαῖος αὐτὸς κώδικας δὲν ὑπάρχει πλέον:

«Ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ὁ Σχολάρχης Ἁλμυροῦ κ. Δ. Πανόπουλος, συνεπομένων αὐτῷ τῶν κ. κ. Ἀθ. Ι. Σπυριδάκη, Ἑλληνοδιδασκάλου, καὶ Ν. Ι. Γιαννοπούλου, τῇ 11 Ἰουνίου 1902 ἐλθὼν εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς, ἧς ὁ ἡγούμενος κ. Γρηγόριος Μιχόπουλος καὶ ἕτεροι τῶν πατέρων τυγχάνουσιν ὄντες ἐκ τῶν ἑταίρων τῆς «Ὄθρυος», κατέγραψε τὰ χειρόγραφα αὐτῆς. Τῶν χειρογράφων ὄντων συμπάντων 12, πλείονος ἄξια εἶναι εἶναι δύο Εὐαγγέλια ἐπὶ μεμβράνης…»[27]

«Τούτου ἕνεκα ὁ κ. Δ. Πανόπουλος ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας νὰ κατατεθῇ τὸ χειρόγραφον τοῦτο ἐν τοῖς τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς «Ὄθρυος» ὑπὸ τὴν ἄμεσον φύλαξιν τοῦ ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διοριζομένου ἐπιμελητοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων, νὰ διαταχθῇ δὲ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὅταν παρέχῃ πρὸς μελέτην τινὶ τὰ χειρόγραφα, νὰ ποιῇ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἐν τῇ μονῇ».

 

  1. Κώδικας Β΄.

Εἶναι δερματόδετος κώδικας τοῦ 12ου αἰῶνα γραμμένος ἐπὶ περγαμηνῆς. Ἔχει 223[28]  φύλλα διαστάσεων 0,18 μ. μήκους καὶ 0,14 μ. πλάτους. Τὸ πάχος τοῦ κώδικα κώδικα μαζί μὲ τὰ ἐξώφυλλα ἦταν 0,08 μ.[29]

Ὁ κώδικας περιέχει σὲ μονόστηλη γραφὴ τὰ Εὐαγγέλια τῶν τεσσάρων γνωστῶν Εὐαγγελιστῶν. Στὸ κείμενο καὶ στὰ περιθώρια  τῶν  σελίδων του παρεμβάλλονται, γραμμένες μὲ κόκκινη μελάνη, ἐπεξηγηματικὲς σημειώσεις καὶ ἐπικεφαλίδες γιὰ κάθε θέμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὰ φύλλα τῆς περγαμηνῆς εἶναι λεπτὰ λευκοῦ χρώματος.  Στὴν ἀρχὴ δὲ εἰκοσιτέσσερα φύλλα ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, κάπου στὸ μέρον τους, εἶναι καμένα[30] κατὰ ἕνα μέρος τους.[31] Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν δαιμονιζομένων.[32] Στὴν ἀρχὴ κάθε Εὐαγγελιστοῦ ὑπάρχει ἡ βιογραφία του καὶ ἀκολουθεῖ πίνακας τῶν περιεχομένων κατὰ κεφάλαια.

Στὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγελίου προτάσσεται πρόλογος μὲ τίτλο: «Ἐξήγησις τοῦ θεοφιλεστάτου ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας κυρίου Θεοφυλάκτου, πρόλογος εἰς τὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον».

Φαίνεται δὲ ὅτι ὅλες οἱ βιογραφίες τῶν εὐαγγελιστῶν ἔχουν γραφεῖ πιθανότατα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεοφύλακτο, ἀρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας, ὁ ὁποῖος ἄκμασε κατὰ τὸν ΙΑ΄ αἰῶνα καὶ ἦταν πολὺ μορφωμένος. Οἱ βιογραφίες αὐτὲς φαίνεται νὰ εἶναι ἀνέκδοτες, διότι δὲν ἀναφέρονται στὴν Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας (σελ. 262 – 266, παρ. 52), ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῶν συγγραμμάτων τοῦ Θεοφυλάκτου. Ἀπὸ τὶς βιογραφίες αὐτὲς συμπεραίνεται ὅτι ὁ κώδικας αὐτὸς εἶναι τοῦ 12ου αἰῶνα.

Στὴ βιογραφία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, ὁ  Θεοφύλακτος ἀναφέρει γιὰ τὰ σύμβολα τῶν Εὐαγγελιστῶν τὰ ἑξῆς:

«Τὸ μὲν κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ἔχει λεοντοπρόσωπον· βασιλικὸν γὰρ ὁ λέων καὶ ἡγεμονικόν.  Ὁμοίως οὖν καὶ ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τοῦ βασιλικοῦ καὶ δεσποτικοῦ ἀξιώματος τῆς θεότητος τοῦ Λόγου ἤρξατο εἰπὼν «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Τὸ δὲ κατὰ Ματθαῖον ἀνθρωποπρόσωπον· ἀπὸ γὰρ τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως καὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου ἤρξατο. Τὸ δὲ κατὰ Μᾶρκον ἀετῷ παρεικαζόμενον· ἀπὸ γὰρ προφήτου ἤρξατο τοῦ Ἰωάννου· ἡ δὲ προφητικὴ χάρις, προορατικὴ οὖσα καὶ ὀξέως τὰ πόρρω βλέπουσα, ἀετός ἐστι· φασὶ γὰρ τὸν ἀετὸν ὀξυδερκέστατον εἶναι, ὥστε καὶ μόνον ἐκ τῶν ἄλλων ζῴων πρὸς τὸν ἥλιον δύνασθαι ἀτενίζειν μὴ καμμύοντα. Μόσχῳ δὲ ὅμοιον τὸ κατὰ Λουκᾶν· διότι ἀπὸ τῆς ἱερατείας τοῦ Ζαχαρίου ἤρξατο ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ θυμιῶντος, καὶ μόσχος δὲ ἦν ὁ θυόμενος τότε».[33]

Ἡ περιγραφὴ αὕτη δὲν συμφωνεῖ πρὸ τὴ σημερινὴ ἐπικρατοῦσα στὴν Ἐκκλησία παράδοση, ὅπου ὁ Μάρκος εἰκονίζεται μὲ τὸ σύμβολο τοῦ λιονταριοῦ  καὶ ὁ  Ἰωάννης μὲ τὸ σύμβολο τοῦ   ἀετοῦ.

Εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο γράφεται τὸ παρακάτω ἐπίγραμμα σὲ ἰαμβικοὺς στίχους:

Τρίτος δὲ Λουκᾶς ῥητορεύει μειζόνως

τοῦ μέχρις ἡμῶν μετριωθέντος Λόγου[34]

τὴν παιδικὴν αὔξησιν εἶτα καὶ μέσην

καὶ τὴν τελείαν τῆς θεώσεως χάριν.

Παῦλον γὰρ ἔσχε τεχνικὸν παιδοτρίβην.

Ἡ σημαντικότητα τῶν δύο παραπάνω κωδίκων διαφαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς παρακάτω σχετικῆς ἐπιστολῆς:

«Ἁλμυρὸς τῇ  12 Ἰουνίου 1902

 «Περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ Ξενιᾶς χειρογράφων, ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3476 καὶ 7399 διαταγῶν»

                                                                 Πρὸς

                                                        τὸ Σ. Ὑπουργεῖον

                 τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως

Ἐκτελοῦντες τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3476 ὑμετέραν διαταγὴν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 134 ἀναφορᾶς μας καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑμετέραν ὁμοίαν ὑπ’ ἀριθ. 7399 ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐπιμελητοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων ἐνταῦθα ἐκ μέρους τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας διωρισμένου Ν. Γιαννοπούλου, ἀναφέρομεν ὑμῖν τάδε:

Ὅτι τῇ 11 Ἰουνίου ἐ. ἔ. μετέβημεν εἰς τὴν μονὴν Ξενιᾶς μετὰ τοῦ εἰρημένου Ν. Γιαννοπούλου καὶ τοῦ διδασκάλου Α. Σπυριδάκη καὶ ἐπεδείξαμεν τὴν πρὸς ἡμᾶς διαταγὴν παραδόντες καὶ τὴν πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον ταυτάριθμον, τῷ ἡγουμένῳ τῆς μονῆς Γρ. Μιχοπούλῳ, ὅστις προθυμότατα παρέδωσεν ἡμῖν πρὸς μελέτην τὰ σπάνια χειρόγραφα βιβλία καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς μονῆς τὰ ἐντὸς τοῦ ἀρχείου ταύτης διασωζόμενα.

Ταῦτα μελετήσαντες καὶ ἐξετάσαντες λεπτομερῶς περιεγράψαμεν καὶ ἠριθμήσαμεν, τὸ δὲ καταρτισθὲν βιβλίον ὑποβάλλομεν ὑμῖν ἐν ἀντιγράφῳ, τούτου ὅμοιον ἐκρατήσαμεν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ σχολείου καὶ ὅμοιον κατελίπομεν τῇ μονῇ. [35]

 Ἄν παρατηρήσητε τὸ βιβλίον θὰ ἴδητε ὅτι ἡ βιβλιοθήκη ἀπαρτίζεται ἐκ κωδίκων 12 καὶ ὅτι ἐκ τῶν κωδίκων τούτων δύο, οἱ ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 2 εἰσίν ἐπὶ μεμβράνης καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἐπὶ χάρτου ὁ ὑπ’ ἀριθ. 8 (ἤ 7 (δὲν διακρίνεται σαφῶς))  περιέχει λόγους ὧν τινες εἰσίν ἀνέκδοτοι.

Οἱ ἐπὶ μεμβράνης δύο κώδικες καθ’  ἅ ἔστιν εἰκάσαι, εἶναι παλαιοὶ καὶ ὁ μὲν ὑπ’ ἀριθ. 1 εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τοῦ 12 αἰῶνος, ὁ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 2 εἶναι παλαιότερος καὶ ὁ μὲν α΄ ἔχει προλόγους εἰς τοὺς εὐαγγελιστὰς (πλὴν τοῦ Ματθαίου) Θεοφυλάκτου τοῦ ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, ἅτινα κατὰ τὸν Κρουμβάχερ φαίνονται ἀνέκδοτα ἐν τῇ ἐν Μαρασλείῳ Βιβλιοθήκῃ περὶ Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας παρ. 52 σελ. 262 – 266 ἀναγινωσκομένου καταφαίνεται: ἐν δὲ τῷ προλόγῳ τοῦ κατὰ Μάρκον Εὐαγγελίου ἐξηγεῖ ὁ Θεοφύλακτος τοὺς λόγους δι’ οὕς εἰκονίζονται πρὸ τῶν εὐαγγελίων οἱ εὐαγγελισταὶ μετὰ συμβόλων καὶ ἔρχεται εἰς διαφωνίαν πρὸς τὰ παρ’ ἄλλων εἰκονιζόμενα, ἀποδιδοὺς τὸν μὲν λέοντα τῷ Ἰωάννῃ, τὸν δ’ ἀετὸν τῷ Μάρκῳ.

Ὁ δὲ 2ος κῶδιξ, περιέχων τὸ εὐαγγέλιον κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐκκλησίας, ἔχει ἐν τῇ ἀρχῇ ἑκάστης περικοπῆς κεκοσμημένον καλλιτεχνικότατα τὸ πρῶτον γράμμα. Ἐν τῷ βιβλίῳ λεπτομερῶς περιγράφομεν καὶ τὰς παραστάσεις αἵτινες προσομοιάζουσι ταῖς τῶν ἐν τῇ Πατμιακῇ Βιβλιοθήκῃ τοῦ Ι. Σακελλίωνος περιγραφομένων, ἀλλ΄ ἀτυχῶς  πολλαχοῦ ἔχουσιν ὑφαιρεθῇ ὑπὸ βεβήλων χειρῶν καὶ ἔχουσιν ἀποκοπῇ ἴσως (δύο λέξεις δυσανάγνωστες)

Καλὸν ὅθεν κρίνομεν, ἵνα τὸ χειρόγραφον τοῦτο ζητηθῇ παρὰ τοῦ Σ. Ὑπουργείου ἵνα κατατεθῇ ἐν τῷ Μουσείῳ χειρογράφων τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Ἑταιρείας «Ὄθρυος» ὑπὸ τὴν ἄμεσον φύλαξιν τοῦ ἐπιμελητοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων τοῦ ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργείου διωρισμένου, εἴτε κατατεθῇ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην.

Καλὸν ὡσαύτως κρίνομεν νὰ διαταχθῇ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ὅπως μετὰ ζήλου διαφυλάττῃ τὰ χειρόγραφα νὰ μὴ παρέχῃ ταῦτα τοῖς πᾶσι πρὸς ἐξέτασιν, ἀλλὰ εἰς ἀνθρώπους εὐσυνειδήτους καὶ εἰ δυνατὸν ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν ἐν τῇ μονῇ, καθ’ ὅσον, ὡς προείπομεν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἔχει ὑποστῇ βλάβας λόγῳ τῶν κοσμημάτων καὶ εἶναι διατετρημένος πολλαχοῦ.

                                     Ὁ ἐπιμελητὴς τῶν ἐν Ἁλμυρῷ ἀρχαιοτήτων

                                                    Σχολάρχης Ἁλμυροῦ

                                                        Δ. Πανόπουλος»

 

  1. Κώδικας Γ.΄

Ὁ κώδικας αὐτὸς ἔχει 72 φύλλα διαστάσεων 0,20 μ. μήκους, 0,15 μ. πλάτους καὶ συνολικοῦ πάχους 0,033 μ. Ἡ γραπτὴ ἐπιφάνεια τῶν σελίδων εἶναι 0,14 μ. μήκους καὶ 0,08 μ. πλάτους. Εἶναι χάρτινος δερματόδετος καὶ ἀνήκει στὸν 12ο αἰῶνα. Προσφέρθηκε στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἀπὸ τὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τῶν Κοκκωτῶν

Ὁ κώδικας περιέχει τρεῖς πλήρεις θεῖες Λειτουργίες, τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Μεγ. Βασιλείου καὶ τῶν Προηγιασμένων. Τὸ χαρτί του εἶναι σκληρὸ καὶ στιλπνό. Ὁ κώδικας διακοσμεῖται μὲ ὡραῖα ἔγχρωμα ἐπίτιτλα ὅπως καὶ μὲ καλὰ διακοσμημένα κεφαλαῖα γράμματα.

Πίσω ἀπὸ τὴ σελίδα 72α εἶναι γραμμένα μέ κιννάβαρη  τὰ ἑξῆς: «+Τέλος τῶν τριῶν λειτουργιῶν» καὶ μὲ μαύρη μελάνη: «Δῶρον τὸ παρὸν τοῦ Θεοῦ συνεργίᾳ  ἔγραψεν ἰδοὺ Γρηγόριος ἐν πόνῳ».[36]

 

  1. Κώδικας Δ΄.

Ὁ κώδικας ἔχει 317 φύλλα διαστάσεων 0,29 μ. μήκους καὶ 0,20 μ. πλάτους καὶ ἀνήκει στοὺς 11ο -13ο αἰῶνες. Εἶναι δερματόδετος μὲ συνολικὸ πάχος 0,10 μ. καὶ χωρὶς τὰ ἐξώφυλλα 0,08 μ. Εἶναι γραμμένος σὲ βομβύκινο χαρτί.

Εἶναι «Παρακλητική». Τὰ περιεχόμενα τῶν πρώτων ὀκτὼ φύλλων εἶναι  νεότερης γραφῆς ἀπὸ αὐτὴν τοῦ ὑπόλοιπου κώδικα. Ἀρχίζει ἀπὸ τὰ ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Σαββάτου τοῦ α΄ ἤχου καὶ τελειώνει στὸ μέσον τῶν ἰδιόμελων στιχηρῶν δογματικῶν Θεοτοκίων τὰ ὁποῖα ψάλλονται, κατὰ τὸν μικρὸ Ἑσπερινὸ τοῦ Σαββάτου, ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ τοῦ πρεσβυτέρου. Στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ πρώτου ἐξώφυλλου εἶναι γραμμένα, σὲ κατοπινὴ ἐποχή, ἀπὸ κάποιον ὄχι πολὺ ἐγγράμματο τὰ ἑξῆς:

«+ ἡ παρούσαν παρακλιτικὴ ἴνε του Λεοντάρι από τι προυσα καί το επροσίλοσσε  στο μεγαν νικόλαον ριχοβο[37] κελέρια διά  ψηχίν σωτερίαν κε εγράψε κε το  όνομα του στίν ἁγίαν πρόθεσι λεοτάρης καί ο πατήρ αύτου θεόδωρος κε η μήτηρ αὐτου ρηπίνα κε η αδελφί του παρισιόνα  κε ο θίως αυτου στεφανης κε ἀλογεράκη καί ὀπιώς το αποξενοσί εκ το νάον  του αγιου νικολαον να εχή τας αράς  τῶν τρηακοσίων δέκα κε οκτώ  θεοφορών π ἀτέρὡν κε τον μεγαν νικόλαον ἀντίδικο ἐν ιμέρα κρισεως δια τοῦτο εγινεν η παρούσαν ὀμολογίαν εις πίστωσην κε ασφαλιαν αμίν».[38]

Ὡστόσο, παρ’ ὅλο ποὺ  ἡ σημείωση ἀναφέρει ὅτι ὁ κώδικας ἀφιερώθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο, βρέθηκε στὴν  Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς.

 

  1. Κώδικας Ε΄.

Εἶναι κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα, σχήματος  8ου μεγάλου καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 233 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων  0,21 μ. μήκους καὶ 0,15 μ. πλάτους. Εἶναι «Τριῴδιο» καὶ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Περιέχει μόνο τὶς ἀκολουθίες τῶν Κυριακῶν καὶ τελειώνει στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Πεντηκοστῆς.

 

  1. Κώδικας ΣΤ΄.

Εἶναι «Μηναῖο», σχήματος 8ου μεγάλου, ποὺ περιέχει τὶς ἀκολουθίες Ἀπριλίου, Μαΐου καὶ Ἰουνίου. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 280 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,22 μ. μήκους καὶ 0,15 μ. πλάτους. Ἀνήκει στὸν 15ο αἰῶνα καὶ ἔχει πάχος 0,07 μ.

Ὁ κώδικας, κατὰ τὴ λεηλασία τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ ποὺ ἔγινε κατὰ τὸν Ἑλληνο -Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897, πετάχθηκε στὸ ὕπαιθρο καὶ μένοντας ἐκεῖ ἐκτεθειμένος γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ἔχει ὑποστεῖ φθορὲς ἀπὸ τὴν  ὑγρασία.

 

  1. Κώδικας Ζ΄.

Εἶναι ἕνα πλῆρες «Πεντηκοστάριο». Ἀποτελεῖται ἀπὸ 236 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους καὶ 0,16 μ. πλάτους. Ἔχει πάχος 0,08 μ. καὶ ἀνήκει στὸν 15ο  αἰῶνα.

  1. Κώδικας Η΄.

Εἶναι κώδικας σχήματος 8ου μεγάλου. Πρόκειται γιὰ  «Μηναῖο» τοῦ Ἰανουαρίου καὶ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν 1η τοῦ μήνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 217 φύλλα στιλπνοῦ βομβύκινου χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους, 0,16 μ. πλάτους, μὲ συνολικὸ πάχος 0,05 μ. Ἀνήκει στὸν 15ο αἰῶνα.

Ὁ κώδικας ἔχει ὑποστεῖ βλάβες ἀπὸ ὑγρασία γιατὶ καὶ αὐτὸς πετάχθηκε, παραμένοντας γιὰ καιρὸ ἐκτεθειμένος στὸ ὕπαιθρο, κατὰ τὴ λεηλασία τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ στὸν Ἑλληνο – Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897.

 

  1. Κώδικας Θ΄.

Ὁ κώδικας αὐτὸς ἀνήκει στὸν 16ο αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 275 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους καὶ 0,16 μ. πλάτους καὶ συνολικοῦ πάχους 0,07 μ. Πρόκειται γιὰ δερματόδετο «Μηναῖο» τοῦ Αὐγούστου, σχήματος 8ου μεγάλου, ποὺ βρίσκεται σὲ καλὴ κατάσταση.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα, γραμμένες μὲ κιννάβαρη, βρίσκονται οἱ ἑξῆς «ἐνθυμήσεις»:

«Ὁ πληρῶν τὰ πάντα Θεὸς ἡμῶν δε ἕνεκα πάντων ἡμῶν ἀμήν».

«Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Ἰωακεὶμ ἱερομονάχου πόνος καὶ συνδρομή».

«+Ἐτελειώθη ἐπὶ ἔτους ζοδ΄ (+ 1526), ἰνδικτιῶνος ζ΄, μηνὶ Ὀκτωβρίου η΄».

«Μνημόνευσον κἀμοῦ τοῦ ἀμαρτωλοῦ Εὐφροσύνου, ὁποῦ τὸ ἐκεφάλωσα τὸ μηναῖον διὰ ψυχικὴν σωτηρίαν».[39]

 

  1. Κώδικας Ι΄.

Εἶναι ἕνας δερματόδετος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 χάρτινα φύλλα  διαστάσεων  0,30 μ. μήκους καὶ  0,21 μ. πλάτους καὶ ἔχει συνολικὸ πάχος  0,08 μ.

Πρόκειται γιὰ «Τριώδιον», γραμμένο σὲ δύο στῆλες 0,07 μ. πλάτους ἡ κάθε μία. Τριάντα περίπου φύλλα του εἶναι πολὺ ἀλλοιωμένα ἀπὸ ὑγρασία γιατὶ καὶ αὐτὸς ἐκτέθηκε γιὰ καιρὸ  στὸ ὕπαιθρο κατὰ τὸν  πόλεμο τοῦ 1897.

 

  1. Κώδικας ΙΗ΄.[40]

Πρόκειται γιὰ μία δερματόδετη φυλλάδα, σχήματος 8ου μεγάλου. Ἀνήκει στὸν 18ο αἰῶνα, ἀποτελεῖται ἀπὸ  22 χάρτινα φύλλα διαστάσεων  0,21 Χ 0,15 μ. καὶ ἔχει συνολικὸ πάχος 0,01 μ.

Περιέχει τὶς ἀκολουθίες τοῦ Ἁγ. Μοδέστου καὶ τοῦ Ἁγ. Στυλιανοῦ. Στὸ ἐσώφυλλο βρίσκεται γραμμένη ἡ «ἐνθύμηση»: «ἡ παροῦσα φυλλάδα ἀφηερόθη εἰς τὴν ἀγήαν παρασκεβὴν ὅπηος τὴν πάρη νὰ έχη τὴν κατάραν τοῦ ἀγίου μοδέστου ἀρχηεπισκόπου τὸν Ἱεροσολήμων «ἀμὴν».[41]

 

  1. Κώδικας ΙΘ΄.

Εἶναι ἕνας δερματόδετος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 27 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων  0,27 Χ 0,20 μ. Συνολικὸ πάχος τοῦ κώδικα 0,02 μ. Πρόκειται γιὰ μία φυλλάδα σχήματος 4ου μεγάλου ποὺ περιέχει τὶς ἀκολουθίες τῶν Ἁγίων Μοδέστου καὶ Στυλιανοῦ.

Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα εἶναι γραμμένα μὲ κιννάβαρη  καὶ διακοσμοῦνται μὲ ὡραίο τρόπο.

Στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου Μοδέστου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σημείωση: «Ἡ παροῦσα φυλλάδα τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Μοδέστου εἶναι τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων τοῦ χωρίου Κουφοὺς καὶ ἐγράφη διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου. 1805, ἰανουαρίου 15».

Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγ. Στυλιανοῦ εἶναι ἀρχαιοτέρας γραφῆς, τῆς ἐποχῆς τοῦ τέλους τοῦ  ΙΗ΄ αἰῶνα.

 

  1. Κώδικας Κ΄. 

Εἶναι ἕνας δερμάτινος χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,04 μ. καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 198 φύλλα διαστάσεων 0,27 μ. μήκους καὶ  0,20 μ. πλάτους.

Πρόκειται γιὰ ἕνα Ἁγιασματάριον. Στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος του ἔχει ἀπὸ τέσσερα πρόσθετα φύλλα στὰ ὁποῖα, ἀπὸ κάποιον μᾶλλον ἀμαθῆ, γράφτηκαν διάφορες εὐχές.

Μετὰ τὶς εὐχὲς  αὐτὲς ἀκολουθεῖ ὁ πίνακας τῶν περιεχομένων, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον, στὸν κώδικα  περιλαμβάνονται: 1. Ἀκολουθία τοῦ μικροῦ  Ἁγιασμοῦ (φύλ. 1-16). 2. Εὐχὲς τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος (φ. 17-22). 3. Εὐχὴ εἰς τὸν Ἅγιον Μιχαὴλ Σινάδων εἰς ἀκρῖδα (φ. 23 -26). 4. Εὐχὴ εἰς τὸν ἴδιον. (φ. 27). 5. Προσευχὴ χριστιανῶν εὐχαριστήριος εἰς τὸν Ἅγιον Μιχαὴλ τῶν Σινάδων (φ. 28). 6. Εὐχὴ τοῦ  Ἁγίου Ὑπατίου περὶ ἀκρίδων καὶ βροχῶν κλπ (φ. 29-32). 7. Ἀπόστολος εἰς λιτὰς ἀκρῖδος (φ. 33-34). 8. Εὐχὴ λεγομένη εἰς τὰ βαμβάκια (φ. 35-37). 9. Εὐχὲς εἰς πᾶν εἶδος ἀρρωστίας καὶ ἐπηρείας (φ. 38 – 48). 10. Εὐαγγέλιον εἰς ἀσθενεῖς (φ. 48).  11. Εὐχὲς τοῦ ἀγίου μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, ὅταν ἐμπέσῃ λοιμώδης νόσος εἰς τὰ ποίμνια, βόας ἤ ἀγέλην βοῶν ἤ εἰς τὰ κτήνη (φ. 49 – 55). 12. Εὐχὴ εἰς τὸ εὐλογῆσαι ποίμνιον (φ. 56). 13. Εὐχὴ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Μοδέστου, λεγομένη εἰς τὰς νόσους τῶν κτηνῶν καὶ βοῶν  (φ. 57). 14. Εὐχὴ τῶν μελισσίων (φ. 60-61).  15. Εὐχὴ εἰς τοὺς μεταξοσκώληκας (φ. 62-67). 16. Εὐχὴ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Χαραλάμπους, λεγομένη εἰς τὰς νόσους τῶν κτηνῶν καὶ βοῶν (φ. 68-74).  17. Ἀκολουθία του ἁγίου ἱερομάρτυρος Μοδέστου, ἀρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων (φ. 75 -110).  18. Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγόνος (φ.111-136). 19. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ὁσιομάρτυρος Νικολάου τοῦ Νέου ἐν τῷ ὄρει τῆς Βουνένης μαρτυρήσαντος (φ. 137)

Ἀμέσως μετὰ ὑπάρχουν τέσσερα φύλλα ποὺ περιέχουν ἐξορκισμοὺς  σὲ σεληνιαζόμενους στοὺς ὀποίους ἀναφέρονται περίεργα ὀνόματα δαιμόνων καὶ τέλος τὸ ἑξῆς ἐπίγραμμα:

«Ἀμπλακίαν ἔχω οἶδας, εὐσπλαχνίαν ἔχεις οἶδα,

                     ἔχω, οἶδας, ἔχεις οἶδα· σῶσόν με Χριστὲ ὡς οἶδας».

Στὴν ἀρχὴ κάθε  παραγράφου τὸ ἀρχικὸ γράμμα εἶναι κεφαλαῖο καὶ διακοσμεῖται μὲ ποικίλα σχέδια. Ἡ ἀκολουθία τοῦ ἁγ. Μοδέστου εἶναι περισσότερο πλήρης ἀπὸ  τὶς γνωστὲς ἄλλες ἀκολουθίες τοῦ ἴδιου ἁγίου στὰ διάφορα ἔντυπα. Οἱ εὐχὲς ποὺ περιέχονται στὴν ἀκολουθία αὐτὴ δὲν  ὑπάρχουν στὰ συνηθισμένα ἐν χρήσει ἁγιασματάρια  καὶ εὐχολόγια.

[1] Ἔτος ΙΒ΄ (Κ΄), Περίοδος Β΄, Ἀθῆναι 1 Δεκεμβρίου  1916, ἀριθ. φύλλου 278, σελ. 10-12.

[2] Τόμος 20ος (1925),  σελ. 104 -107.

[3] Περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρὸς 2000, σελ. 78 -85.

[4] Τὸ Γ΄ Συνέδριο Αλμυριώτικων Σπουδῶν πραγματοποιήθηκε στὸν Ἁλμυρό Θεσσαλίας στὶς 13 -15 Ὀκτωβρίου 2000.

[5] «Ἀχαιοφθιωτικὰ Γ΄, Πρακτικὰ τοῦ Γ΄ Συνεδρίου Ἁλμυριώτικων Σπουδῶν, Ἱστορία, Ἀρχαιολογία, Λαογραφία Ἀχαΐας Φθιώτιδας», 13 -15 Ὀκτωβρίου 2000, Ἁλμυρὸς 2007, Β΄ τόμος, σελ. 313 -327.

[6] ASBMH =  The American Society of Byzantine Music and Hymnology.

[7] Σύμφωνα μὲ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο (Νέος Ἑλληνομνήμων, τόμ. 20, σελ. 104). Τὸ ΜΙΕΤ (Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης), ὡστόσο, ἔχει κατατάξει τὸν κώδικα στὸν 15ο αἰῶνα.

[8] Ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέτζας ποὺ ἐπίσης δημοσίευσε «Κατάλογο τῶν χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ  «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»» (περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρός 2000, σελ. 78 -83) ἀναφέρει φύλλα 141.

[9] Κατὰ τὸ ΜΙΕΤ (Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης), στὸ ὁποῖο ὑπάρχει φωτογράφηση τοῦ κώδικα, τὰ φύλλα του εἶναι 226.

[10] Νέος Ἑλληνομνήμων, τόμος 20ος (1926), σελ. 104 -107.

[11]  Ὁ  Βεζούβιος ;.

[12] Ἡ χρονολογία 7064 ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ ἔτος 1556 μ. Χ. (7064 – 5508 = 1556).

[13] Κατὰ τὸ ΜΙΕΤ ὁ κώδικας ἀνήκει στὸν 16ο αἰῶνα.

[14] Κατὰ τὸν Χερουβεὶμ Βελέτζα τὰ φύλλα του κώδικα εἶναι 301, ἐνῶ κατὰ τὸ ΜΙΕΤ 201.

[15] Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρός 2000, σελ. 78 -83.

[16] Οἱ ἐνθυμήσεις τοῦ κώδικα παρουσιάζονται καὶ σχολιάζονται καὶ στὸ κεφάλαιο «Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἐνθυμήσεις».

[17] Κατὰ τὸ ΜΙΕΤ τὰ φύλλα του εἶναι 214.

[18] Ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέτζας (Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρός 2000, σελ. 78 -83) ἀναφέρει ὅτι ἔχει 114 φύλλα. Μὲ τὴν ἴδια ἄποψη συμφωνεῖ καὶ τὸ Μ. Ι. Ε. Τ.

[19] Ὁ Χερουβεὶμ Βελέτζας (ὅ. π.) ἀναφέρει 73 φύλλα, ἄποψη μὲ τὴν ὁποία συμφνεῖ καὶ τὸ Μ. Ι. Ε. Τ.

[20] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος στὸ δημοσίευμά του στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα (τόμος 20ος, 1926) κατέγραψε τοὺς παραπάνω δέκα κώδικες χωρὶς νὰ ἀναφέρει ἄν ὑπῆρχαν ἄλλοι ἤ ἐὰν θὰ ὑπῆρχε ἄλλη συνέχεια στὸ ἄρθρο του. Ὁ Χερουβεὶμ Βελέτζας κατὰ τὸ ἔτος 2000 βρῆκε στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς  καὶ ἄλλους 14, τοὺς ὁποίους καὶ κατέγραψε καὶ τοὺς παρουσιάζουμε στὴ συνέχεια.

[21] ζσε΄ = 7205 ἀπὸ κτίσεως κόσμου, ἤτοι 7205 -5508 = 1697 μ. Χ.

[22] Στὸ σχετικὸ δημοσίευμα τοῦ ἀρχιμανδρίτη κ. Χερουβεὶμ Βελέτζα (Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», Περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρὸς 2000, σελ. 78 -83) τὴ σειρά καὶ τὴν ἀρίθμηση τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦμε, προηγεῖται ἡ περιγραφὴ τοῦ κώδικα ΚΑ΄, ποὺ εἶναι μουσικὸς κώδικας. Τὸν παραλείπουμε στὴ θέση αὐτὴ για νὰ τὸν συμπεριλάβουμε στὸ ὑποκεφάλαιο «Μουσικοὶ κώδικες».

[23] Τὸ χειρόγραφο αὐτὸ (ΚΒ΄) ὅπως καὶ τὰ δύο ἑπόμενα (ΚΓ΄ καὶ  ΚΔ΄) δημοσιεύτηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν π. Χερουβεὶμ Βελέτζα στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ»

[24] Ὁ κατάλογος περιλαμβάνει σαράντα χειρόγραφα βιβλία (κώδικες) καὶ δημοσιεύθηκε σὲ τέσσερις συνέχειες: τόμ. 18 (1924) σελ. 448 – 450 καὶ τόμ. 19 (1925) σελ.  93 -95, 262 -266, 369 – 377.

[25] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος εἶχε συντάξει καὶ εἶχε ἀποστείλει γιὰ δημοσίευση στὸν «Νέο Ἑλληνομνήμονα» τὸν κατάλογο αὐτὸ πολὺ πρίν. Ἄγνωστο γιὰ ποιὸν λόγο ὁ κατάλογος παρέμεινε ἀδημοσίευτος μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ὑπεύθυνου τοῦ περιοδικοῦ στὸ ὁποῖο στάλθηκε. Βρέθηκε στὰ ἀρχεῖα του ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν παρακάτω σημείωση ποὺ συνόδευσε τὴν δημοσίευση: Στὰ κατάλοιπα τοῦ Λάμπρου βρέθηκε καὶ ὁ κατάλογος αὐτὸς τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄρθρυος, ποὺ συντάχθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο. Ὁ Λάμπρος, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴ σχετικὴ ἀλληλογραφία, εἶχε ὑποσχεθεῖ τὴν ἔκδοση τοῦ καταλόγου τούτου στὸν Νέο  Ἑλληνομνήμονα. Ἐκδίδομε λοιπὸν στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα τὸν κατάλογο αὐτὸν μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι σύμφωνα μὲ σημείωση τοῦ Γιαννοπούλου, «Ἡ ἀρίθμηση ἔγινε κατ’ ἀλφάβητον. Σὲ παρένθεση γράφονται οἱ ἀριθμοὶ μὲ τοὺς ὁποίους  εἶναι γραμμένοι οἱ κώδικες».

[26] Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος πέμπτον, ἐν Ἀθήναις 1903, σελ. 43 – 44.

[27] Τὸ ἕνα ἐκ τῶν δύο αὐτῶν εἶναι τὸ περιγραφόμενο ἐδῶ καὶ τὸ ἄλλο τὸ ἀμέσως ἑπόμενο (Β΄).

[28] Σήμερα (2012) ὁ κώδικας ἔχει 199 φύλλα.

[29] Στὴ σημερινή του κατάσταση (2012), κατὰ τὴν ὁποία  ὁ κώδικας δὲν ἔχει πλέον τὰ ἐξώφυλλά του, τὸ πάχος του εἶναι 0,05 μ.

[30] Ἀπὸ ἀπροσεξία τῶν μοναχῶν βεβαιώνει ὁ Γιαννόπουλος σὲ κάποια σχετικὴ σημείωσή του

[31] Στὴ σημερινή κατάσταση (2012) τὰ καμένα φύλλα εἶναι ἕντεκα.

[32] Σήμερα (2012) ἀρχίζει ἀπὸ κατὰ Ματθαῖον ιγ΄ 50 «… εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς. Ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς…».

[33] Περίληψη καὶ αὐτοῦ τοῦ κώδικα δημοσιεύθηκε στὸ «Δελτίον τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος», τεῦχος Ε΄, (1903) σελ. 43 – 44.

[34] Τὸ ἐπίγραμμα αὐτὸ ὑπάρχει καὶ στὸν ὑπ’ ἀριθ. ΤΛ΄ χάρτινο  κώδικα τοῦ ἔτους 1368 τῆς Πατμιακῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ἰω. Σακελλίωνος ( σ. 159), ὁ ὁποῖος  περιέχει τὰ τέσσερα κανονικὰ Εὐαγγέλια. Στὸ δεύτερο ὅμως στίχο ἀντί : «κυριωθέντος Λόγου» ἀναφέρεται «μετριωθέντος Λόγου», ποὺ ἴσως εἶναι ὀρθότερο καὶ γι’ αὐτὸ τὸ χρησιμοποιήσαμε.

[35] Δὲν ἔχομε ὑπ’ ὄψη μας καὶ δὲν μπορέσαμε νὰ ἐντοπίσουμε  αὐτὸ «τὸ καταρτισθὲν βιβλίον».

[36] Βλέπε γιὰ τὶς «ἐνθυμήσεις» αὐτὲς στὸ σχετικὸ κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας.

[37] Ἡ Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς εἶχε καὶ τὸ ὄνομα Ἅγιος Νικόλαος τοῦ Ρήχοβο ἤ Ράχοβο, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ πολλὰ ἔγγραφα  τῆς Μονῆς αὐτῆς.

[38] Γιὰ τὴν «ἐνθύμηση» αὐτὴ  ἀναφέρουμε καὶ στὸ κεφάλαιο Ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἐνθυμήσεις.

[39] Οἱ «ἐνθυμήσεις» ἀναφέρονται καὶ στὸ σχετικὸ μὲ αὐτὲς κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας,

[40] Στὸ σχετικό δημοσίευμα τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου («Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος 18, σελ. 448 -450, τόμος 19, σελ. 93 -95, 262 -266, 369 -377)  μεταξὺ τοῦ προηγούμενου ὑπ’ ἀριθ. Ι΄ καὶ τοῦ ΙΗ΄, παρεμβάλλονται καὶ περιγράφονται οἱ ὑπ’ ἀριθ.  ΙΑ΄, ΙΒ΄, ΙΓ΄, ΙΔ΄, ΙΕ΄, ΙΣΤ΄ καὶ ΙΖ΄ κώδικες. Αὐτοὶ ἐπειδὴ εἶναι μουσικοὶ παραλείφθηκαν ἀπὸ τὴ σειρά τους γιὰ νὰ συμπεριληφθοῦν στὸ εἰδικὸ  ὑποκεφάλαιο «Μουσικοὶ κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς».

[41] Ὁ κώδικας προσφέρθηκε στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἐκ μέρους τοῦ  ναοῦ τῆς  Ἁγ. Παρασκευῆς τοῦ χωρίου Κοκκωτῶν.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ (β΄ μέρος)

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν καὶ ὁ γενικὸς «πνευματικὸς πατέρας» ὅλων. Ἡ  γνώμη καὶ οἱ συμβουλὲς τοῦ ἑκάστοτε ἡγούμενου ἀλλὰ καὶ τῶν καλογέρων ἦταν σὲ κάθε περίπτωση σεβαστές. Ὅ,τι λεγόταν ἐκεῖ ἦταν «τὰ λόγια τῆς Παναγίας», ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι προστατευόταν ὄχι μόνο ἡ ἀλήθεια τῆς ἐκκλησίας ἀλλὰ τηροῦνταν καὶ οἱ κανόνες μιᾶς σωστῆς κοινωνίας και ἐνισχυόταν ἡ ἠθικὴ συμπεριφορὰ τῶν κατοίκων. Πολλὲς φορὲς ὁ ἡγούμενος καλοῦνταν μὲ τὴν προσωπική του παρέμβαση νὰ συμβιβάσει διαφορὲς καὶ νὰ ἐπιβάλλει «τὸ θέλημα τῆς Παναγίας», τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μιὰ τέτοια παρέμβαση, τῆς ὁποίας ἡ γραπτὴ βεβαίωση ἔφθασε ὡς τὶς ἡμέρες μας, εἶναι ἡ παρακάτω, ὅπως μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ μὲ σαφήνεια ἀπὸ τὸ σχετικὸ ἔγγραφο ποὺ διασώθηκε:

«Ἐν Βόλῳ τῇ 9 Δεκεμβρίου 1937

Ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Πρὸς τὸν ὁσιολογιώτατον καθηγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ὁσιολογιώτατε Πάτερ,

Πληροφορηθέντες ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἱερέως Κοκκωτῶν Πολυμέρου κατόπιν ἱερολογίας τῶν ἀρραβώνων του ὑπὸ τοῦ πατρός του καὶ ἔπειτα ἀπὸ πολύμηνον ἀναστροφὴν μετὰ τῆς μνηστῆς του καὶ τῆς οἰκογενείας της, ἐγκαταλείπει ταύτην καὶ θεωρεῖ τὸν ἀρραβῶνα του διαλελυμένον,

Ἐντελλόμεθα ὑμῖν νὰ πληροφορήσητε τοὺς ἐνδιαφερομένους ὅτι ἀρραβὼν κατόπιν ἱερολογίας δὲν διαλύεται ἄνευ ἐγκρίσεως δικαστηρίου καὶ συνεπάγεται εὐθύνας διὰ τὸν εὐλογήσαντα τοὺς ἀρραβῶνας καὶ συνεπῶς μεγάλας καὶ σοβαρὰς δι’  ἀμφοτέρας τὰς οἰκογενείας καὶ δι’ ὅλην τὴν κοινότητα καὶ ἐνορίαν τοῦ χωριοῦ.

Πρὸς πρόληψιν ὅλων τῶν συνεπειῶν τούτων, εἰρήνην καὶ ἀγάπην δι’ ὅλους θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νὰ μεταβῆτε προσωπικῶς εἰς τὴν κοινότητα Κοκκωτῶν, ὡς ἐκπρόσωπος ἡμῶν, καὶ ἐνασκήσητε ὅλην τὴν ἐπιρροὴν διὰ νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς καὶ διορθωθῇ ἡ ὑπόθεσις ἄνευ ἄλλων συνεπειῶν, ἐφ’ ὅσον μἀλιστα, ὡς ἔμαθον, ἡ διένεξις προῆλθεν ἐξ ἀσημάντων ἀφορμῶν καὶ οὐχὶ ἐκ λόγων σοβαρῶν.

Παρακαλοῦμεν νὰ ἐπισπεύσητε τὴν ἐκεῖ μετάβασίν σας καὶ νὰ γνωρίσητε ἡμῖν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προσπάθειῶν σας πρὸς εἰρήνευσιν ἁπάντων καὶ ἀγάπην πάντων. Ὁμοίαν ἐντολὴν διεβιβάσαμεν πρὸς τὸν ἀρχιερατικὸν ἐπίτροπον Ἁλμυροῦ. Συνιστῶμεν ὅπως συνεννοηθῆτε καὶ συντονίσητε τὰς προσπαθείας σας.

Εὐχέτης

ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

Μεγάλη ἦταν ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὰ δύσκολα χρόνια τῆς κατοχικῆς περιόδου 1941 -1944. Δὲν θὰ ἀναφέρουμε λεπτομέρειες, εἰδικὰ γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ, γιατὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθοῦμε πολύ. Θὰ ἀναφερθοῦμε μόνο σὲ γενικότητες γιὰ νὰ μὴν πάρει τὸ τμῆμα αὐτὸ δυσανάλογη ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἔκταση μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλὰ στοιχεῖα.

Τὸ μεγάλο μοναστηριακὸ δάσος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης μὲ τὴν ξυλεία του ἐξασφάλισε τὴν δυνατότητα νὰ κινηθεῖ ὁ θεσσαλικὸς σιδηρόδρομος καὶ νὰ ἐξυπηρετεθεῖ ὁ λαός. Ταυτόχρονα, τὸ δάσος αὐτό, παρὰ τὴν σκληρὴ καὶ παράνομη ἐκμετάλλευσή του ἀπὸ κάποιους ποὺ πάντοτε ἐκμεταταλλεύονται τὶς κάποιες τέτοιες  «εὐκαιρίες» ἀνώμαλων καταστάσεων ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς κατακτητές, ἐξασφάλισε καὶ τὴν ἀπαραίτητη καύσιμο ὕλη γιὰ τὴ λειτουργία τῶν λαϊκῶν συσσιτίων τῶν διαφόρων Ἱδρυμάτων καὶ τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Τὰ χωράφια καὶ τὰ κοπάδια τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν  ἐπίσης σ’ ὅλη τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, διαρκεῖς πηγὲς ἄντλησης ποικίλων ἀγαθῶν διατροφῆς τῶν ἀπόρων ποὺ τρέφονταν στὰ λαϊκὰ συσσίτια τῆς Μητροπόλεως ἀλλὰ πολλῶν ἄλλων κοινωνικῶν φορέων.

Ὁ μεγαλύτερος συντηρητὴς καὶ τροφοδότης τῶν λαϊκῶν συσσιτίων κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς σ’ ὁλόκληρο τὸ Νομὸ Μαγνησίας, μετὰ τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸ Σταυρό, ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Τὰ κοπάδια τοῦ Μοναστηριοῦ, ἰδιαίτερα, ἦταν ἐκεῖνα ποὺ πρόσφεραν τὰ πολὺ σπάνια γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀλλὰ καὶ τόσο πολύτιμα καὶ θρεπτικὰ προϊόντα ὅπως τὸ γάλα, τὸ τυρὶ καὶ τὸ βύτυρο ποὺ χορηγοῦνταν σὲ μικρὰ παιδιά, σὲ ἀσθενεῖς, σὲ θηλάζουσες μητέρες καὶ σὲ γέροντες.

Στὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς λειτούργησε Γηροκομεῖο. Σ’ αὐτὸ σιτίζονταν καὶ περιθάλπονταν γέροντες ποὺ εἶχαν μεταφερθεῖ ἀπὸ τὶς οἰκογένειὲς τους ἐκεῖ γιὰ προστασία καὶ περίθαλψη, ἐπειδὴ αὐτὲς λόγῳ τῆς κατάστασης δὲν μποροῦσαν νὰ προσφερθοῦν ἀπὸ τοὺς οἰκείους τους. Ἦταν πολλὲς οἱ οἰκογένειες τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, ποὺ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ μετακινοῦνται εὐκολότερα εἴτε γιὰ νὰ κρυφτοῦν,  προκειμένου νὰ ἀποφεύγουν κάποιον κίνδυνο, εἴτε γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν καλύτερες συνθῆκες διατροφῆς καὶ διαμονῆς, ἔστειλαν τὰ δυσκίνητα μέλη τους, ὅπως ἦταν οἱ γέροντες καὶ οἱ ἀνάπηροι, στὸ Μοναστήρι. Καὶ τὸ πάντα φιλόξενο Μοναστήρι, ἡ Παναγία Ξενιὰ, ἄνοιξε τὶς πόρτες του καὶ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό.

Πολλοὶ κάτοικοι τῆς περιοχῆς εἶχαν μεταφέρει ἐπίσης στὸ Μοναστήρι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς, γιὰ διαφύλαξη ἀπὸ τὶς ἁρπαγὲς καὶ λεηλασίες ποὺ γίνονταν ἀπὸ πολλοὺς ἐξαιτίας τῶν ἀνώμαλων συνθηκῶν, διάφορα πολύτιμα πράγματα καὶ ἀντικείμενα ποὺ διέθεταν ὅπως καὶ τὶς προῖκες τῶν κοριτσιῶν τους.

Οἱ Ἰταλοί, μετὰ τὴν ἐμφάνιση στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἀνταρτῶν, πυρπόλησαν πολλὰ χωριά. Ἔτσι πολλοὶ κάτοικοι ἔμειναν ἄστεγοι. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς κατέφυγαν τότε στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὅπου γιὰ μῆνες εὕρισκαν  προστασία, στέγη καὶ τροφή.

Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Καλλίνικος Χατζηϊωάννου στὶς 17 Ὀκτωβρίου τοῦ 1943, ἀνέφερε στὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος, ὅτι  «…ἐν τῇ Μονῇ διαμένουσι περὶ τοὺς 150 – 200 πυροπαθεῖς κ.τ.λ. ἐκ τῶν πέριξ χωρίων σιτιζόμενοι ἐκ τῆς Μονῆς….».[1]

Ὑπάρχουν μερικὰ ἔγγραφα ποὺ μαρτυροῦν μὲ τὸν τρόπο τους τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς εἰδικὰ γιὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς. Τὰ παραθέτουμε χωρὶς πολλὰ σχόλια.

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

                                           Ἐν Βόλῳ τῇ 19 Μαΐου 1942

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Εἰς Ἁλμυρόν.

Κατόπιν γενικῆς παρακλήσεως τῶν ἐπισιτιστικῶν ἐπιτροπῶν Βόλου παραγγέλομεν ὅπως, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐγκαίρως, ἐκπεμφθῶσιν δύο ἐκ τῶν καταλληλοτέρων ἀδελφῶν τῆς Μονῆς μετὰ τῆς ἱερᾶς αὐτῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν ἐν τοῖς συνημμένοις ἐγγράφοις ἀναφερομένων χωρίων πρὸς ἐρανικὴν συλλογὴν ἐλαίου, δημητριακῶν, ὀσπρίων κλπ. πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν συσσιτίων τῶν πεινόντων ἐν Βόλῳ, Ἁλμυρῷ καὶ ἀλλαχοῦ ἐν χωρίοις.

Ἡ περιοδεία τῆς ἱερᾶς εἰκόνος δέον νὰ γίνῃ ἐν σειρᾷ κατὰ τὸν παρατιθέμενον πίνακα διαδρομῆς ἐκτὸς ἀνάγκης νὰ ἀκολουθήσωσιν ἄλλην πορείαν οἱ συνοδεύοντες πατέρες καὶ συμφώνως πρὸς πάσας τὰς λοιπὰς ὑποδείξεις ἡμῶν τὰς ἀναγραφομένας εἰς τὰ συνημμένα ᾧδε ἔγγραφα καὶ σημειώσεις  ἡμῶν ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ τηρηθῶσιν ἀκριβεῖς λογαριασμοὶ περὶ τῶν εἰσπραττομένων ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅσον ἔνεστι μεγαλύτερα ἀποτελέσματα πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δυστυχίας τῶν πεινόντων.

Χάριν  τοῦ ἱεροῦ τούτου σκοποῦ ἡμεῖς καὶ ὁ κύριος ἔπαρχος ἐξεπέμψαμεν σχετικὰς ἐγκυκλίους πρὸς πληροφορίαν τῶν χριστιανῶν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς φιλανθρωπίας καὶ πάσης παρακλήσεως εἴθε νὰ εὐλογήσῃ τὴν ἀνατιθεμένην τῇ Ἱερᾷ Μονῇ φροντίδα ἵνα ἀποβῇ τὰ μάλιστα καρποφόρος πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τῶν ἐκ τῆς πείνας ἐκλελυμένων ἀδελφῶν ἡμῶν.

Διάπυρος πρὸς Κύριον εὐχέτης

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ἱερά Μητρόπολις Δημητριάδος

Γενικὸν Φιλόπτωχον Ταμεῖον     

Ἐν Βόλῳ τῇ 20 Μαΐου 1942

Πρὸς τοὺς αἰδεσιμοτάτους ἐφημερίους, κυρίους ἐπιτρόπους καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς.

Οὐδὲν ἄλλο ὠφελιμότερον εἰς τοὺς χριστιανικοὺς οἴκους εἶναι ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ παναγάθου Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογίαν τῆς εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς. Ἡ Παναγία ἀδιακόπως μεσιτεύει δι’ ὅλους ἡμᾶς ἵνα καὶ ἡ εὐφορία τῶν καρπῶν τῆς γῆς προοδεύει καὶ ὑγείαν ἔχομεν καὶ τὴν κραταιὰν προστασίαν τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ ἀποκτῶμεν.

Διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν καλὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν περιφορὰν τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἡ Μονὴ αὐτοπροαιρέτως πάντα τὰ εἰσπραχθησόμενα εἴδη  θὰ τὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἐνοριακῶν συσσιτίων τῶν ἀπόρων, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν καὶ ἐν Βόλῳ καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῇ προνοίᾳ ἡμῶν.

Ἑπομένως δύο θεοστηρίκτους εὐλογίας θὰ λαμβάνετε ἐκ τῶν γενναιοδώρων προσφορῶν σας, τὴν εὐλογίαν τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ, διότι προστατεύετε μὲ τὰ ἀγαθά σας τοὺς ἀπόρους συσσιτοῦντας, οἱ ὁποῖοι ἀδιακόπως θὰ εὔχωνται διὰ σᾶς καὶ δεύτερον τὴν θερμὴν μεσιτείαν τῆς Παναγίας  διότι εὐλαβῶς καὶ ἐμπράκτως ὑποδέχεσθε τὴν εἰκόνα αὐτῆς.

Εὐλογημένοι Χριστιανοί, οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι. Οἱ ἀδελφοί μας ἀποθνήσκουν τῆς πείνης καὶ αἱ θηλάζουσαι μητέρες ἔγιναν σκελετοί, τὰ παιδάκια καχεκτικά, διὰ τοῦτο μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ σᾶς παρακαλοῦμε νὰ προσφέρετε ὅ,τι ἔχετε εἴτε εἰς χρῆμα καὶ κυρίως εἰς εἴδη χάριν τῶν πασχόντων χριστιανῶν. Κάθε προσφορὰ κατὰ τὴν ρητὴν ὁμολογίαν τοῦ θεοπνεύστου Ἀποστόλου εἶναι ἱερά. Ἄρα τὰ ὀλίγα ποὺ θὰ δίδετε πολλαπλάσια θὰ λαμβάνετε διότι «ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεόν». Εὔχομαι δὲ ὁ πλουτοδότης Θεὸς χαρίζει εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας σας πᾶσαν εὐλογίαν του διὰ τὰς χριστιανικάς σας προσφοράς.

Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ἱερά Μητρόπολις Δημητριάδος

Γενικὸν Φιλόπτωχον Ταμεῖον      Ἐν Βόλῳ τῇ …. Μαΐου 1942

Πρὸς τοὺς αἰδεσιμοτάτους ἐφημερίους καὶ κυρίους ἐπιτρόπους

Κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ δραστηρίου κυρίου ἐπάρχου διὰ νὰ συντηρήσωμεν τοὺς πάσχοντας εἰς τὰ ἐνοριακὰ συσσίτια ἀπεφασίσαμεν νὰ περιέλθῃ ἡ ἱερὰ  εἰκὼν τῆς Ξενιᾶς ἀνὰ τὰ χωρία καὶ τοὺς οἴκους ὑμῶν πρὸς εὐλογίαν.

Τὰ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ  θὰ διατεθοῦν διὰ τοὺς συσσιτοῦντας. Διὰ τοῦτο παραγγέλομεν ὑμῖν:

1. Οἱ ἱερεῖς νὰ παρασκευάσουν τοὺς χριστιανοὺς διὰ τὸ ἱερὸν τοῦτο ἔργον ὅσον τὸ δυνατὸν μὲ περισσότερον ζῆλον. Διὰ τὴν χρηστὴν διαχείρισιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μονῆς ἔχουν εἰδικὸν βιβλίον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταγράφωνται ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ εἰσπραττόμενα εἴδη ἤ χρήματα, θὰ ὑπογράφεται ὑπὸ τῶν ἐφημερίων, ὑπὸ τῶν ἐπιτρόπων, τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μονῆς. Ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον συνεργήσατε νὰ γίνῃ προσφορὰ γενναιοτέρα, ἄρα θὰ φανῇ ὁ ζῆλος σας καὶ ἡ ἱερατική σας εὐσυνειδησία.

2. Ἰδιαιτέρως δὲ παρακαλοῦμεν θερμῶς τοὺς κυρίους ἐπιτρόπους ὅπως ἐνεργήσουν καὶ αὐτοὶ ἵνα τὸ ἔργον τῆς φιλανθρωπίας γίνῃ ἐκ μέρους αὐτῶν καὶ τῶν κατοίκων γενναιοδωρότερον. Πᾶσα δὲ αὐτῶν προσπάθεια θὰ ἔχῃ πλουσίαν τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ εἰς τοὺς οἴκους των.

Πρὸς Θεὸν εὐχέτης ὑμῶν

ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

«ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ  ΣΥΛΛΟΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 30 Μαρτίου 1947

Πανοσιότατον κύριον Καλλίνικον Χατζηιωάννου, ἡγούμενον Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Σεβαστέ μας πάτερ ἡγούμενε,

Ὁ ἡμέτερος Σύλλογος ἐκφράζει ὑμῖν διὰ τῆς παρούσης τὰς θερμοτάτας εὐχαριστίας του διὰ τὴν γενομένην αὐτῷ δωρεὰν πέντε ὀκάδων ἐλαίου ὅπερ διενεμήθη εἰς διαφόρους ἀπόρους τῆς πόλεώς μας καὶ δι’ οὕς ὑποβάλλομεν ὀνομαστικὴν κατάστασιν.

Εὔχεται δὲ εἰς τὸν Πανάγαθον Θεὸν ὅπως χαρίζῃ ὑμῖν ὑγείαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Μονῆς καὶ καθοδηγεῖ ὑμᾶς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς φιλανθρωπίας. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ὁ Σύλλογός μας λόγῳ τῶν ἐπερχομένων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἔλαβεν ἀπόφασιν ὅπως χορηγήσῃ εἰς ὀκτὼ τελείως ἄπορα παιδιὰ ἀνὰ ἕν ζεῦγος ὑποδημάτων καὶ εἰς ἰσάριθμα εἴδη ἱματισμοῦ, ὡς ἐπίσης θέλει προβῇ καὶ εἰς διανομὴν κρέατος καὶ τροφίμων εἰς διαφόρους οἰκογενείας ἀπόρων.

Δὲν κρίνομεν ἄσκοπον, γνωρίζοντες τὰ ἀλτρουϊστικὰ καὶ φιλάνθρωπα αἰσθήματα ὑμῶν, νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως ἐν τῇ εὐαρεσκείᾳ ὑμῶν ἔλθετε ἀρωγὸς εἰς ὅ,τι ἐκ τῶν ἀνωτέρω δύνασθε.

                                      Μετὰ σεβασμοῦ

Ἡ πρόεδρος     Ἡ γενικὴ γραμματεὺς        Ἡ ταμίας καὶ ἀποθηκάριος

           Μητάκου          Ἐρασμία Ἀποστόλου         Κατίνα Καλογήρου»

 

Συνημμένη κατάστασις ἐμφαίνουσα τοὺς ἀπόρους  εἰς οὕς διενεμήθη τὸ ἔλαιον.

Καραναστάσης Γρηγόριος  ½, Παρασκευᾶ Στυλιανὴ  ½, Μαλέγκου Ὄλγα  ¼ , Παπαδοπούλου Αἰκατερίνη ½, Πολιτόπουλος  Ἰωάννης ½, Παλιούρης               ½  ἐκ Βρυναίνης, Καμπούρη ¼, Καραδῆμος Κωνσταντῖνος ½, Γαργαλέτσου   ὀρφανὰ ½, Τελκῆ Μαρία  ½. Σὐνολον  5  ὀκάδες

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 30 Μαρτίου 1947

Ἡ πρόεδρος             Ἡ γενικὴ γραμματεὺς   Ἡ ἀποθηκάριος

Μητάκου               Ἐρασμία Ἀποστόλου       Κατίνα Καλογήρου».

 

Πολὺ σημαντικὲς ἦταν καὶ οἱ οἰκονομικὲς ἐνισχύσεις ἀλλὰ καὶ οἱ προσφορὲς σὲ ὑλικὰ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πρὸς διάφορα εὐαγῆ ἱδρύματα, ἐκκλησίας, ὀρφανοτροφεῖα ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλα μοναστήρια.

Στὸ ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ὑπάρχουν ἀντίγραφα πολλῶν πράξεων τῶν ἡγουμενοσυμβουλίων τῶν Μονῶν Παναγίας Ξενιᾶς, ἐγκριτικῶν τέτοιων προσφορῶν. Θὰ παραθέσουμε, ἐνδεικτικά, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον σὲ περιληπτικὴ μορφή, ἕνα μικρὸ μόνο μέρος τέτοιων ἀποφάσεων, ἀκολουθῶντας, περίπου καὶ κατὰ τὸ δυνατόν, χρονολογικὴ σειρά. Ὅλες οἱ περιπτώσεις ἀναφέρονται στὰ τελευταῖα ἔτη, 1968 καὶ μετά, γιατὶ αὐτὲς διασώθηκαν.

Συνεχίζοντας τὶς κατὰ παράδοση διαρκεῖς προσφορές του τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, στὶς 29 Ὀκτωβρίου 1969 προσέφερε εἴκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμὲς στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Δημητρίου Ἁλμυροῦ γιὰ τὴ δημιουργία «Κέντρου Νεότητος», ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ τὸ σχετικὸ ὑπ’ ἀριθ. 48/29-10-1969 πρακτικὸ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς:

«Ἀριθ. πράξεως 48

Σήμερον τὴν 29ην Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1969, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τετάρτην, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, Ἡγουμένου, καὶ 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου, μέλους, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱ. Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ἐξ εἴκοσιν χιλάδων (20.000) δραχμῶν τοῦ ἐν Ἁλμυρῷ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πρὸς δημιουργίαν «Κέντρου Νεότητος» (δι’ ἀνακαίνισιν τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν ὡς ἄνω Ἱ. Ναὸν κτιρίου ἐν Ἁλμυρῷ, δωρεᾶς Συνοδῆς Φράγκου), κατόπιν καὶ δι’ ἐγγράφου σχετικῆς παρακλήσεως τοῦ προέδρου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου (καὶ διὰ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον) πρωτοπρεσβυτέρου π. Θρασυβούλου Βαλωμένου, ἀρχιερατικοῦ ἐπιτρόπου Ἁλμυροῦ,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει, ἔχον σύμφωνον καὶ τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν, ὅπως προσφέρει δωρεὰν τὸ ποσὸν τῶν εἴκοσιν χιλιάδων (20.000) δραχμῶν, διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κτιρίου τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἁλμυροῦ, διὰ τὴν δημιουργίαν Κέντρου Νεότητος ἐν Ἁλμυρῷ καὶ ἐπὶ ἀποδείξει.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

(Τ.Σ. ὑπογραφὲς)»

Τὸ μεγάλο ἐλαιόκτημα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης ἀποτελοῦσε πάντοτε πηγὴ σημαντικῶν εἰσοδημάτων γιὰ τὸ Μοναστήρι. Σὲ περιόδους πείνας, ὅπως στὴν περίοδο τῆς «Γερμανοϊταλικῆς Κατοχῆς» τῆς χώρας μας  πολλοὶ ἄνθρωποι «σώθηκαν» κυριολεκτικὰ παίρνοντας δωρεὰν λάδι ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, πέραν ἀπὸ τὸ λάδι ἀλλὰ καὶ τὶς ἐλιὲς ποὺ δόθηκαν γιὰ τὴ συντήρηση τῶν λαϊκῶν συσσιτίων.

Προσφορὲς μεγάλων ποσοτήτων λαδιοῦ ἔγιναν καὶ στὰ οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος στὰ νεότερα χρόνια.

 Στὶς 12 Φεβρουαρίου 1970, π. χ., μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν  8 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, προσφέρθηκαν ἑκατὸν ἐνενήντα πέντε (195)  χιλιόγραμμα λαδιοῦ «διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων τοῦ Γυμνασιακοῦ Οἰκοτροφείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος». Τὶς πληροφορίες παίρνουμε ἀπὸ σχετικὸ πρακτικό, τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου διασώθηκε:

« Ἀριθ. πράξεως 8

Σήμερον τὴν 12ην Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Πέμπτην, καὶ ὥραν 3ην μ.μ. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, παρόντων καὶ ἄλλων  ἀδελφῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου περὶ ἀποστολῆς (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος  ἑνὸς βαρελίου ἐλαίου, ἑκατὸν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων,

ἀποφασίζει

νὰ σταλῆ (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος  ποσότης ἐλαίου ἑκατόν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων, ἤτοι ἑνὸς πλήρους βαρελίου, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη τὸ παρὸν καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον                         Οἱ λοιποὶ ἀδελφοὶ

     (Τ.Σ. ὑπογραφὲς)                                 ( ὑπογραφὲς)»

Στὰ  1970 ἡ Ἱερὰ  Μητρόπολη Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ ἀποφάσισε νὰ προβῇ στὴν ἵδρυση ἑνὸς εὐαγοῦς ἱδρύματος μὲ τὴν ἐπωνυμία «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης», μὲ σκοπὸ τὴν περίθαλψη πασχόντων ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες. Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς ἔσπευσε, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνακοίνωση ἁπλῶς καὶ μόνο τῆς ἵδρυσης τοῦ εὐαγοῦς αὐτοῦ ἱδρύματος, νὰ προσφέρει τὸ ποσὸν τῶν τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμῶν, ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22/18-4-1970 πρακτικὸ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου της:

«Ἀριθμ. πράξεως 22

Σήμερον τὴν 18ην Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Σάββατον, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου καὶ 3) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου, μελῶν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, περὶ ὥραν 10ην πρωινήν, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἠγουμένου περὶ προσφορᾶς (δωρεᾶς) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος «Ἐκκλησιαστικὴ Στέγη «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης»», τὸ ὁποῖον θὰ περιθάλπῃ ἀνιάτους πάσχοντας, τὸ χρηματικὸν ποσὸν ἐκ τριάκοντα χιλιάδων (30.000) δραχμῶν,

Ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως προσφέρῃ (ὡς δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος «Ἐκκλησιαστικὴ Στέγη «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης»», τὸ ὁποῖον θὰ περιθάλπῃ ἀνιάτους πάσχοντας, τὸ χρηματικὸν ποσὸν ἐκ τριάκοντα χιλιάδων (30.000) δραχμῶν.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὑπογράφεται δεόντως:

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ                                              ΤΑ ΜΕΛΗ

Ἀρχιμ. Καλλίνικος Μεταξογένης               Ἀρχιμ. Εὐσέβιος Παπανάτσιος

                                                                      Ἀρχιμ.  Τιμόθεος Σκαρλάτος».

Τὸ ἴδιο ἔτος, 1970, ἡ Μητρόπολη Δημητριάδος, ἀποφάσισε, ἐπίσης, νὰ ἱδρύσει «ἐν Βόλῳ» καὶ «Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Θηλέων». Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, πάντοτε πρῶτο σὲ τέτοιες προσφορές, ἔσπευσε καὶ πρόσφερε, εὐθὺς καὶ πάλι ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακοίνωση τῆς ἵδρυσης αὐτῆς, γιὰ τὴν ὑλοποίηση τῆς «θεαρέστου καὶ κοινωφελοῦς αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος», τὸ ποσὸ τῶν πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμῶν, ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ  τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 33/ 13-7-1970 ἀπόφασή του:

«Ἀριθμ. πράξεως 33

Σήμερον τὴν 13ην Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Δευτέραν, καὶ περὶ ὥραν 11ην π.μ. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου καὶ 3) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου, μελῶν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου περὶ ἐνεργοῦς συμμετοχῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὴν θεάρεστον καὶ κοινωφελῆ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας εἰς Βόλον Γυμνασιακοῦ Οἰκοτροφείου Θηλέων, διὰ προσφορᾶς (δωρεᾶς) τοῦ ποσοῦ τῶν πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) δραχμῶν 

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως ἐνεργῶς συμμετάσχει ἡ Ἱερὰ Μονὴ εἰς τὴν θεάρεστον καὶ κοινωφελῆ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος περὶ ἱδρὐσεως καὶ λειτουργίας ἐν Βόλῳ καὶ Γυμνασιακοῦ Οἰκοτροφείου Θηλέων διὰ προσφορᾶς (δωρεᾶς) τοῦ ποσοῦ τῶν πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) δραχμῶν  ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡγούμενος Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης

Ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σκαρλάτος».

Στὴν Μαγνησία ὅμως, ἐκτὸς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, ὑπῆρχαν  καὶ ἄλλα μοναστήρια ποὺ ὄχι μόνο δὲν εἶχαν τὴν περιουσία ποὺ εἶχε τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀλλὰ εἶχαν ἀνάγκη στήριξης γιὰ τὴν ἐπιβίωσή τους. Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς  ἐνίσχυε καὶ τέτοια μοναστήρια. Ἕνα τέτοιο μοναστήρι ἦταν ἡ «ἐν Μακρυνίτσῃ» «Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου».

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γνωρίζοντας τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσει τὸ μοναστήρι αὐτὸ ἔσπευσε καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ νὰ ἐνισχύσει ὅπου μποροῦσε, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὸ παρακάτω ὑπ’ ἀριθ. 42/1-9-1970 πρακτικό του:

«Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 1ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τρίτην, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου καὶ 3) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου, μελῶν τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου ὅπως προσφέρῃ ὡς δωρεὰν καὶ ἐνίσχυσιν ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς εἰς τὴν ἐν Μακρινίτσῃ γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ἕν βαρέλιον ἐξ ἑκατὸν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων ἐλαίου, ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς καὶ διὰ ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) ὡς δωρεὰν καὶ ἐνίσχυσιν εἰς τὴν ἐν Μακρινίτσῃ γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου,  ἕν βαρέλιον ἐξ ἑκατὸν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων ἐλαίου, ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς καὶ διὰ ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν. Τὸ ἔλαιον θὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ἐν Μακρινίτσῃ, δαπάναις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ὁ Ἡγούμενος Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σκαρλάτος

Ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος».

Ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο πολλῶν τέτοιου εἴδους πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν διασωθεῖ, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἐξακολουθοῦσε ἐπὶ χρόνια πολλὰ νὰ δίνει τὴ βοήθειά του ὅπου παρουσιαζόταν ἀνάγκη.

Παραλείποντας τὴν λεπτομερῆ καὶ κατὰ λέξη παράθεση τῶν κειμένων πολλῶν ἄλλων παρόμοιων πρακτικῶν, γιὰ λόγους ἀποφυγῆς περιττολογιῶν, θ’ ἀναφέρουμε στὴ συνέχεια μόνο τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα κάποιων πράξεων ποὺ ἀποδεικνύουν τέτοιου εἴδους  προσφορές.

Μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμ.  46/18-9-1970 «πρακτικὸν» προσφέρθηκαν δωρεὰν «εἰς ἀπόρους οἰκογενείας ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ ποσότητες δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) χιλιογράμμων σίτου».

Τὴν ἴδια ἡμέρα, 18 Σεπτεμβρίου 1970, μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 47/18-9-1970 «Πρακτικὸν», τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Παναγίας Ξενιᾶς «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου περὶ προσφορᾶς (δωρεᾶς) χρηματικοῦ ποσοῦ εἰς τὸ ἀνεγειρόμενον ἐν Βόλῳ Πνευματικὸν Κέντρον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἐργασίας ἀνεγέρσεως καὶ ἀποπερατώσεως αὐτοῦ», ἀποφάσισε νὰ «προσφέρῃ» τὸ ποσὸ τῶν ἑκατὸν χιλιάδων (100.000)  δραχμῶν «ὡς συμβολὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὰς ἐργασίας ἀνεγέρσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Δὲν πέρασαν παρὰ μόλις πέντε ἡμέρες ἀπὸ τὶς παραπάνω προσφορὲς καὶ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς προέβη σὲ νέα δωρεά. Στὶς 23 Σεπτεμβρίου 1970, μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 55 πρακτικό του, ἀποφάσισε νὰ προσφέρει «εἰς τὴν ἐν Βόλῳ (Ἀνακασιᾷ) Σχολὴν Κωφαλάλων» ἕνα βαρέλι μὲ ἑκατόν ἐνενήντα (190) χιλιόγραμμα λαδιοῦ. Καὶ γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν προσφορά του ἀποφάσισε ἀκόμη ὅτι «τὸ ἔλαιον θὰ μεταφερθῇ ἐξ Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς εἰς τὸ ἐν Ἀνακασιᾷ Βόλου Ἵδρυμα (Σχολὴν) Κωφαλάλων, δαπάναις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς».

Στὸ μεταξὺ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς, ὕστερα ἀπὸ ἀλλεπάλληλες ἀλλαγὲς ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, εἶχε μετατραπεῖ τελικὰ ἀπὸ ἀνδρικὴ σὲ γυναικεία καὶ τὴν τεράστια περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ τὴν διαχειριζόταν πλέον τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς «Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Ἔτσι οἱ πολλὲς παρόμοιες πράξεις προσφορῶν της πραγματοποιοῦνταν πλέον ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς «Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὸ πρῶτο ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς διορίστηκε, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ ἀπόφαση τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος, τὴν 16η  Νοεμβρίου 1970 καὶ ἀποτελοῦνταν, ἀπὸ τὴν μοναχὴ Νυμφοδώρα Πατρινάκου, ὡς ἡγουμένη, καὶ τὶς μοναχὲς Σαλώμη Γελαδάκη καὶ Χριστοφόρα Ἀργυρίου, ὡς μέλη.

Ἡ πρώτη πράξη τοῦ νεοδιορισθέντος αὐτοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου πραγματοποιήθηκε στὶς 25 Νοεμβρίου καὶ ἀφοροῦσε στὴν «Προσφορὰ ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὸ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος»:

«Πρᾶξις 1η

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Ξενιᾶς συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρικάνου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου 3) Σαλώμης Γελαδάκη, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν σήμερον τὴν 25ην Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1970 καὶ ὥραν 11ην π. μ. ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱ. Μονῆς, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης περὶ ἀποστολῆς (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἑνὸς βαρελίου ἐλαίου ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιογράμμων ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς Ἱ. Μ. Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων

ἀποφαίνεται

ὅπως σταλῇ (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων  τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ποσότης ἐλαίου ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιογράμμων, ἤτοι ἑνὸς πλήρους βαρελίου ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων του.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα ἥτις ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                  (Τ.Σ.)                           τὰ Μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου                                 Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                                            Σαλώμη Γελαδάκη».

Στὶς 9 Ἰανουαρίου τοῦ 1971 τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς «συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν …», μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 8/9-1-1971 πράξη του» ἀποφάσισε τὴν προσφορὰ «διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων τῶν ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφείων τῆς Ἱερᾶς  Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑκατόν δέκα (110) τεμαχίων προσοψίων καὶ πεντήκοντα (50) τεμαχίων ρινομάκτρων».

Τὴν ἑπόμενη ἀκριβῶς ἡμέρα, 10 Ἰανουαρίου 1971, τὸ ἴδιο ἡγουμενοσυμβούλιο μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «πρακτικό» του ἀποφάσισε τὴν προσφορὰ ὀγδόντα ἐννέα χιλιάδων (89.000) δραχμῶν ὡς συμβολή του  στὶς δαπάνες ἀνέγερσης τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Συνεχίζοντας τὶς προσφορὲς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς  ἀναφέρουμε ὅτι λίγες ἡμέρες ἀργότερα, στὶς 27 Ἰανουαρίου 1971, προσφέρθηκαν ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτά (197) χιλιόγραμμα λαδιοῦ στὸ Γυμνασιακὸ Οἰκοτροφεῖο τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος:

«Πρᾶξις 11η. Σήμερον, τὴν 27ην Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1971, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τετάρτην καὶ ὥραν 10 π. μ., τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μοναχῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς ἡγουμένης ….. ἀποφαίνεται ὅπως σταλῇ (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ποσότης ἐλαίου   ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) κιλῶν, ἤτοι ἑνὸς βαρελίου ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφἰμων».

Στὶς 12 Ἰουλίου 1971, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, «ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς ἡγουμένης» μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ.  20/12-7-1971 πράξη του, προσέφερε ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) κιλὰ λάδι, ἤτοι  «ἑνὸς βαρελίου πλήρους ἐλαίου διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν» τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Ἦταν, ἤδη καλοκαίρι καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ λειτουργοῦν οἱ παιδικὲς κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης Δημητριάδος, οἱ ὁποῖες χρειάζονταν καὶ αὐτὲς λάδι. Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦρθε καὶ πάλι νὰ βοηθήσει. Μὲ τὴν ἴδια παραπάνω πράξη του, 20/12-7-1971, προσέφερε ἄλλα ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) κιλά λάδι: «ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ δωρεὰν εἰς τὰς κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιόγραμμα ἐλαίου, ἤτοι ἑνὸς πλήρους βαρελίου, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατασκηνωτῶν».

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ ἴδιου χρόνου εἶχαν ἀρχίσει, ὅπως κάθε χρόνο τὴν ἴδια ἐποχή, νὰ λειτουργοῦν τὰ σχολεῖα. Παράλληλα ἄρχισε τὴ λειτουργία του καὶ τὸ τὸ «ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος». Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἦρθε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀρωγὸς στὸ ἔργο αὐτὸ τῆς Μητρόπολης: «Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς ἡγουμένης περὶ ἀποστολῆς (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑνὸς βαρελίου πλήρους ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ….ἀποφαίνεται ὅπως σταλῇ δωρεὰν….ποσότης διακοσίων (200)  χιλιογράμμων ἐλαίου διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων…». (Ἁριθμ. Πρακτικοῦ 33/12-10-1971».

Στὶς 16 Δεκεμβρίου 1971, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 40/16-12-1971  πράξη του, τὸ  Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, προέβη στὴν «προσφορὰ διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν».

Μὲ τὴν ἴδια πράξη (40/16-12-1971), ἔγινε παράλληλα καὶ μία ἄλλη ἰσόποση προσφορὰ ἄλλων «διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰ  Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

 Στὶς 3 Φεβρουαρίου τοῦ 1972, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ.  2/3-2-1972  πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀποφασίστηκε ἡ  «προσφορὰ εἰς τὰ ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ τὴν Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος τριακοσίων (300) προσοψίων, ἤτοι ἀνὰ ἑκατὸν τεμάχια εἰς ἕκαστον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

 Δύο μόλις μῆνες ἀργότερα, στὶς 19 Ἀπριλίου τοῦ 1972, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 8/19-4-1972 πράξη, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, πραγματοποίησε ἄλλη μία  «προσφορὰ τετρακοσίων (400) χιλιογράμμων ἐλαίου, ἤτοι δύο πλήρη βαρέλια τῶν διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον» καὶ πάλι, «εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 11 Σεπτεμβρίου τοῦ 1972, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 23/11-9-1972 πράξη του «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης …. ἀποφαίνεται: Ψηφίζει ὅπως σταλῇ δωρεὰν εἰς τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου, διακοσίων (200) χιλιογράμμων, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν».

Στὶς 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1972, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 27/27-9-1972 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου του, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς πρόσφερε «εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος» «ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Μονήν», δύο βαρέλια πλήρη ἐλαίου τετρακοσίων (400) συνολικῶς χιλιογράμμων «διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 17 Ἰανουαρίου 1974, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1/17-1-1973 πράξη του, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς» ἀποφάσισε «νὰ σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διακόσια (200) τεμάχια  προσοψίων διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 31 Ἰανουαρίου 1973, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2/31-1-1973 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, πραγματοποιήθηκε ἄλλη μία ἀκόμα προσφορὰ «τετρακοσίων (400) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 27 Ἰουλίου 1973, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 12/27-7-1973 πράξη του τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς «ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης» … «ἀποφαίνεται: ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) δωρεὰν  εἰς τὰς κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διακόσια (200) χιλιόγραμμα ἐλαίου, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατασκηνωτῶν».

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὰ πλαίσια τῶν παντοειδῶν κοινωνικῶν του προσφορῶν συμπεριλάμβανε, ὅπως ἀναφέρθηκε, καὶ τὴν ἐνίσχυση ἄλλων μοναστηριῶν ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἀνάγκες ἐπιβίωσης. Ἔτσι στὶς 23 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1973, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 20/23-9-1973 πράξη του τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιό του ἀποφάσισε τὴν   «προσφορὰ διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν».

Τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ μὲ τὴν ἴδια παραπάνω πράξη του (20/23-9-1973) τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀποφάσισε ἐπίσης νὰ προσφέρει «εἰς τὰ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων τῆς Ἱερᾶς Μητροπολεως Δημητριάδος ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου, διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων». Συνολικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 20/23-9-1973 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου του ἑξακόσια (600) χιλιόγραμμα ἐλαίου

Στὶς 7 Ἰανουαρίου τοῦ 1974, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1/7-1-1974 πράξη του τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀποφάσισε τὴν  «προσφορὰ τετρακοσίων (400)  χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1974, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4/10-1-1974 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀποφασίστηκε ἡ δωρεὰν ἀποστολὴ «Διακοσίων (200) τεμαχίων προσοψίων εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων», «ἤτοι ἀνὰ ἑβδομήκοντα πέντε (75) τεμάχια εἰς τὰ «Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων» καὶ πεντήκοντα (50) τεμάχια «εἰς τὴν Σχολὴν Κωφαλάλων»».

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10 πράξη του, στὶς 20 Μαρτίου τοῦ 1974 «τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν …» ἀποφάσισε «ὅπως σταλοῦν δωρεὰν ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων». Συνολικὴ προσφορὰ μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς πράξης αὐτῆς τετρακοσίων (400) χιλιογράμμων ἐλαίου.

Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἴδιου χρόνου,  μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 13/9-9-1974 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἔγινε μία ἄλλη ἀκόμα προσφορὰ, συνολικῶς ἑξακοσίων (600) χιλιογράμμων ἐλαίου. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον ἀποφάσισε ὅπως σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος «ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

 Σημαντικὴ πάντοτε ἦταν ἡ συμβολὴ καὶ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὸ πνευματικό, ἐν γένει, ἔργο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 17/5-10-1974 πράξη του «τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …. συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν …. καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης …. ἀποφαίνεται: Ψηφίζει ὅπως δοθοῦν δωρεὰν πεντήκοντα χιλιάδες (50.000) δραχμαὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ πνευματικοῦ ἔργου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος κατὰ τὴν ἀρξαμένην περίοδον (ἀγορὰ βιβλίων κ.τ.λ.)».

Συνεχίζοντας τὸν κατάλογο τῶν συνεχῶν προσφορῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, φτάνουμε στὸν Ἰανουάριο τοῦ 1975. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1975 συνεχίστηκαν οἱ προσφορὲς τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ.  1/22-1-1975 ἀποφασίστηκε «ὅπως σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων, ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου εἰς μὲν τῶν Ἀρρένων διακοσίων (200) χιλιογράμμων εἰς δὲ τῶν Θηλέων ἑκατὸν ἑπτὰ (107) χιλιογράμμων». Σύνολον προσφορᾶς μὲ τὴν πράξη αὐτὴ τριακοσίων ἑπτὰ (307) χιλιογράμμων ἐλαίου.

Ἀλλὰ καὶ τὴν λειτουργία τῶν παιδικῶν κατασκηνώσεων τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος  ἐνίσχυε τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4/14-7-1975 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου της πραγματοποιήθηκε «προσφορὰ διακοσίων δέκα πέντε (215) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰς  κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 12/5-11-1975 «τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Ἀργυρίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ….. ἀποφαίνεται: ψηφίζει ὅπως σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες τῶν διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων». Συνολικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μὲ τὴν παραπάνω πράξη ἑξακοσίων (600) χιλιογράμμων ἐλαίου,

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2/9-2-1976 πράξη πραγματοποιήθηκε ἄλλη μία ἀκόμη «προσφορὰ διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὸ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖον ἀρρένων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 4 Ὀκτωβρίου 1976 μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10 πράξη ἔγινε μία ἀκόμη προσφορὰ  ἑξακοσίων (600) συνολικὰ χιλιογράμμων ἐλαίου σὲ ἱδρύματα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω πράξη τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς «ἀποφαίνεται ὅπως σταλοῦν δωρεὰν ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον εἰς τὰ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων  καὶ εἰς τὴν Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Πλήρης καὶ ἀναλυτικὸς κατάλογος τῶν προσφορῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολον νὰ καταρτισθεῖ καὶ γιατὶ τὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς σώζεται ἀποσπασματικὰ καὶ εἶναι καὶ διασκορπισμένο ἀλλὰ καὶ γιατὶ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός μας. Κάποια εὐχαριστήρια ἔγγραφα τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος, ὡστόσο, θὰ παραθέσουμε στὴ θέση αὐτή, γιατὶ συμπληρώνουν τὴν εἰκόνα.

«Βόλος, τῇ 5 Ἰουλίου 1972.

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς ἐνθέρμους διὰ τὰς ὑπὸ τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς χορηγηθείσας εἰς τὸ Σχολεῖον Κωφαλάλων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ποσότητας ἐλαίου κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ λήξαντος σχολικοῦ ἔτους 1971 -1972. Διερμηνεύομεν δὲ καὶ τὰ εὐγνώμονα ἔναντι ὑμῶν αἰσθήματα τῶν μαθητῶν τοῦ Σχολείου.

Ἐπικαλούμενοι δ’ ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ πάσας τὰς ἀδελφὰς τῆς Ἱερᾶς ὑμῶν Μονῆς πλουσίαν τὴν χάριν  καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ Κυρίου.

Διατελοῦμεν

Ἔνθερμος πρὸς Θεὸν εὐχέτης

(Ὑπογραφή)».

«Βόλος 15 Νοεμβρίου 1975

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς Ξενιᾶς,

Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς θερμὰς ἡμῶν εὐχαριστίας διὰ τὰ ὑπὸ τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς προσφερθέντα δύο δοχεῖα ἐλαίου καὶ 30 κιλὰ ρεβύθια πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Οἰκοτροφείων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ὁλοψύχως δ’ εὐχόμεθα, ὅπως ὁ Κύριος χορηγῇ εἰς ὅλην τὴν Ἀδελφότητα τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς πλουσίας τὰς εὐλογίας καὶ τὰ δωρήματα Αὐτοῦ.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

«Βόλος 15 Δεκεμβρίου 1975

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς Ξενιᾶς,

Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς θερμοτάτας ἡμῶν εὐχαριστίας διὰ τὰ ἐκ μέρους ὑμῶν προσφερθέντα τρόφιμα ὑπὲρ τῶν Οἰκοτροφείων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ὁλοψύχως δ’ εὐχόμεθα, ὅπως ὁ Δωροδότης Κύριος χορηγῇ πάντοτε εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συντρέχουν τὸ ἔργον τῆς Ἱερᾶς Μητροπολεως, πλουσίας τὰς εὐλογίας καὶ τὰ δωρήματά Του.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ἀριθ. Πρωτ. 1050

Ἐν Βόλῳ τῇ 6 Ἀπριλίου 1976

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς Ξενιᾶς,

Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς θερμὰς ἡμῶν εὐχαριστίας διὰ τὴν προσφορὰν εἰδῶν διατροφῆς πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Οἰκοτροφείων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως (400 κιλὰ ἐλαίου ἐκ τῶν ἀποθεμάτων τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς).

Ὁλοψύχως δ’ εὐχόμεθα, ὅπως ὁ μισθαποδότης Κύριος χορηγῇ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς πάντας τοὺς προσφέροντας τὴν συνδρομήν των ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων Ἱδρυμάτων πλουσίας τὰς εὐλογίας καὶ τὰ δωρήματα Αὐτοῦ.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

Ἐντελῶς ἰδιαίτερο κεφάλαιο στὸν τομέα τῆς τομέα τῆς γενικότερης κοινωνικῆς προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς θὰ μποροῦσε ν’ ἀποτελέσει ἡ προσφορὰ της πρὸς τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δημητριάδος γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου της.

Ἐκτὸς απὸ ὅσα σποραδικὰ ἀναφέρθηκαν παραπάνω θὰ μνημονεύσουμε στὴ  συνέχεια κάποιες μόνο προσφορὲς ποὺ δόθηκαν εἰδικὰ στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος.

Στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1968, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀποτελούμενο ἀπὸ τὸν ἡγούμενο ἀρχιμανδρίτη Καλλίνικο Μεταξογένη καὶ τοὺς ἀρχιμανδρίτες Εὐσέβιο Παπανάτσιο καὶ Παῦλο Λάιο, πρόσφερε στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δημητριάδος τὸ ποσὸ τῶν δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) δραχμῶν, γιὰ τὴν ἐνίσχυση τοῦ ἔργου της.

Στὶς 6 Ἰανουαρίου 1969 τὸ ἴδιο, ὅπως παραπάνω, ἡγουμενοσυμβούλιο, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2 πράξη του, πρόσφερε ὅλο τὸ χρηματικὸ ποσὸ ποὺ εἶχε κατατεθειμένο στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα. «Ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς δυσκολίας, ἅς συναντᾶ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Δημητριάδος… ἀποφαίνεται ὁμοφώνως: ἀποφασίζει ὅπως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν εἴκοσι πέντε χιλάδων ἑβδομήκοντα τριῶν καὶ 0,80 (125.073, 80) δραχμῶν τὸ κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσφερθῇ ὡς οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως».

Στὶς 22 Ἰανουαρίου 1969, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίας ἀπηύθυνε τὸ παρακάτω ἔγγραφο  «Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς»:

«Ἀναλαβὼν τὴν διαποίμανσιν τῆς παλαιφάτου ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως, εὑρέθην πρὸ πολλῶν δυσχερειῶν. Ἡ σπουδαιοτέρα δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν συναντῶ, εἶναι οἰκονομικῆς φύσεως. Τὰ οἰκονομικὰ τῆς Μητροπόλεως  εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε κινδυνεύωμεν νὰ διασυρθῶμεν, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις.

Πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως εὑρισκόμενοι καὶ προκειμένου νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ κύρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας, ἀπευθυνόμεθα πρὸς ὑμᾶς, μὲ τὴν προτροπὴν ὅπως συνδράμητε τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν οἰκονομικῶς, προσφέροντες εἰς αὐτὴν ὑπὸ τύπον δωρεᾶς ἤ δανείου τὸ εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν εὑρισκόμενον χρηματικὸν ποσόν.

Μετ’ εὐχῶν πρὸς Κύριον

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ο Δημητριάδος

+ Ἠλίας».

Καὶ ἐνῶ, μόλις λίγες ἡμέρες πρίν, στὶς 6 Ἰανουαρίου 1969, ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς εἶχε προσφέρει στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος ὅλο τὸ χρηματικὸ ποσὸ ποὺ εἶχε κατατεθειμένο στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔσπευσε καὶ πάλι νὰ προσφέρει ὅλο τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὴν διάθεσίν του χρηματικὸν ποσὸν, ἀνταποκρινόμενη στὸ αἴτημα τοῦ Μητροπολίτη.

Ὅταν ἡ Μητρόπολη Δημητριάδος ἀποφάσισε νὰ δημιουργήσει δικό της Κηροπλαστεῖο, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἔσπευσε νὰ στηρίξει στὰ πρῶτα βήματα καὶ αὐτὴν τὴν προσπάθεια.

Στὶς 4 Νοεμβρίου 1975, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιό του, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11/4-11-1975 πράξη του, «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, περὶ ὥραν 10ην π. μ.. ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης …. ἀποφαίνεται: Ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) δωρεὰν εἰς τὸ Κηροπλαστεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑξακόσια (600) χιλιόγραμμα ἀποκήρου ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ νεοσυσταθέντος καταστήματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Στὶς 27 Μαρτίου 1978, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 1/27-3-1978 πράξη του, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πρόσφερε  ὀκτακόσια (800) χιλιόγραμμα ἀποκήρου «διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κηροπλαστείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Δυὸ χρόνια νωρίτερα, ὡστόσο, τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1976, εἶχε πραγματοποιήσει μία ἄλλη πολὺ σημαντικότερη προσφορά. Πρόσφερε τὸ αὐτοκίνητο ποὺ εἶχε τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς «διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κηροπλαστείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος»:

«Πρᾶξις 1η. Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν 7ην Φεβρουαρίου ἔτους 1976, ἡμέραν Σάββατον καὶ ὥραν 10ην π. μ., τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης  περὶ ἀποστολῆς δωρεὰν τοῦ αὐτοκινήτου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος,

ἀποφαίνεται

Ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) δωρεὰν τὸ αὐτοκίνητον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κηροπλαστείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ ὑποβάλλει ταύτην τὴν πρᾶξιν τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Δημητριάδος κ. κ. Χριστοδούλῳ, μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ  ἐγκρίνῃ  ταύτην,

 Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα πρᾶξις καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                                      Τὰ μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου  (Τ.Σ.)     Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                       Σαλώμη Γελαδάκη».

Στὰ ἑπόμενα χρόνια ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς συνεχίζει τὴν προσφορά της μὲ μεγαλύτερες παροχές. Ἔτσι στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1979 παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιό της στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος ἕνα οἰκόπεδό της στὸν Ἁλμυρὸ γιὰ ἀνέγερση «Πνευματικοῦ Κέντρου»:

«Πρᾶξις 9η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν 12ην Ὀκτωβρίου 1979, ἡμέραν Παρασκευὴν καὶ ὥραν 10ην π. μ. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας  Αὐγερίου καὶ  3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ.  1642/28-9-1979 ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, δι’ οὗ παραγγέλλεται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἀδελφή τις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ οἰκοπέδου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ κειμένου εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅπερ παραχωρεῖ αὔτη δωρεὰν εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος πρὸς ἀνέγερσιν Πνευματικοῦ Κέντρου

Ἀποφασίζει καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὴν ἀδελφὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μοναχὴν Σαλώμη Γελαδάκη, ὅπως μεταβῇ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ προαναφερθέντος οἰκοπέδου.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα πρᾶξις καὶ ἀναγνωσθεῖσα ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                                              Τὰ μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου (Τ.Σ.)                   Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                                 Σαλώμη Γελαδάκη».

Ἡ παραπάνω παραχώρηση πραγματοποιήθηκε, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ παραπάνω πρακτικό, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος: «λαβὸν ὑπ’ ὄψιν (τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον) τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ.  1642/28-9-1979 ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, δι’ οὗ παραγγέλλεται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἀδελφή τις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων…».

Μὲ τὸ ἴδιο  ἔγγραφο «παραγγελλόταν» νὰ γίνει καὶ ἡ ἐξουσιοδότηση γιὰ τὴν ὑπογραφὴ «παραχωρητηρίων συμβολαίων» τοῦ μεγάλου ἐλαιοπεριβόλου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς στὶς «Νηὲς» τῆς Σούρπης, συνολικῆς ἐκτάσεως 1.100 περίπου στρεμμάτων στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δημητριάδος, παραχώρηση ποὺ σήμανε καὶ τὴν σχεδὸν ὁλοκληρωτικὴ ἀποστέρηση τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὴν περιουσία της ἐκείνη, ποὺ στάθηκε ὁ ἀκένωτος τροφοδότης καὶ πάροχος τόσης συμπαράστασης καὶ προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ στοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς σἐ κάθε δύσκολη περίσταση καὶ σὲ κάθε ἀνάγκη.

Ἡ δεύτερη αὐτὴ μεγάλη παραχώρηση ποὺ σήμανε καὶ τὸ ὁριστικὸ  τέλος τῆς δυνατότητας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γιὰ παροχὴ συνεχοῦς καὶ ἀποτελεσματικῆς βοήθειας, πραγματοποιήθηκε δύο μῆνες ἀργότερα, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ σχετικὸ πρακτικό:

«Πρᾶξις 12η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν 22αν Δεκεμβρίου 1979, ἡμέραν Σάββατον καὶ ὥραν 10ην π. μ. , τὸ  Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, Χριστοφόρας Αὐγερίου, μοναχῆς καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μοναχῆς, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ.  1642/28-9-1979 ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, δι’ οὗ παραγγέλλεται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἀδελφή τις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ εἰς θέσιν «Νηὲς» ἐλαιοπεριβόλου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἐκτάσεως 1.100 περίπου στρεμμάτων, ὅπερ παραχωρεῖ αὔτη δωρεὰν εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος, ὅπως ἀξιοποιήσῃ αὐτὸ πρὸς ἀνέγερσιν καὶ συντήρησιν τῶν Ἱδρυμάτων τῆς «Πολιτείας Ἀγάπης»

Ἀποφασίζει καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὴν ἀδελφὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μοναχὴν Σαλώμη Γελαδάκη, ὅπως μεταβῇ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ προαναφερθέντος ἐλαιοπεριβόλου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς πρὸς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                                              Τὰ μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου (Τ.Σ.)                   Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                                 Σαλώμη Γελαδάκη».

Μεγάλες ἦταν καὶ οἱ προσφορὲς χρηματικῶν ποσῶν ἐκ μέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ποσὰ ποὺ εἰσπράττονταν  ἀπὸ τὶς περιοδεῖες ποὺ γραγματοποιοῦσαν οἱ μοναχοὶ σὲ διάφορα χωριὰ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.

Ἔτσι ἀπὸ τὰ ποσὰ ποὺ συγκεντρώθηκαν σὲ μία μόνο περιοδεία, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομε πόσα ἦταν συνολικά, προσφέρθηκαν ἑξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμές «πρὸς ἀντιμετώπισιν δαπανῶν ἀνεγέρσεως κτιρίων τῶν Παιδικῶν Κατασκηνώσεων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς θέσιν «Νηὲς» τῆς Σούρπης».

Γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ἔχουμε ὑπ’  ὄψη μας τὴν σχετικὴ πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου ἀλλὰ μόνο τὴν ἐγκριτικὴ ἀπόφαση τοῦ Μητροπολίτη:

«ΑΠΟΦΑΣΙΣ

Ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἡ Ἱερὰ Μητρόπολίς μας συναντᾷ πρὸς ἀντιμετώπισιν δαπανῶν ἀνεγέρσεως  κτιρίων τῶν Παιδικῶν Κατασκηνώσεων εἰς θέσιν «Νηὲς» Σούρπης

Ἀποφασίζομεν

Ἐγκρίνομεν τὴν ἐκ τῶν συλλεγέντων ποσῶν ἀπὸ τὴν περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος Παναγίας Ξενιᾶς διάθεσιν  ποσοῦ ἐκ δραχμῶν ἑξακοσίων χιλιάδων, (600.000), πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐξόδων ἀνεγέρσεως  κτιρίων τῶν Παιδικῶν Κατασκηνώσεων εἰς θέσιν «Νηὲς» Σούρπης.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

 

 

 

Πολὺ σημαντικὲς εἶναι οἱ προσφορὲς καὶ ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς πρὸς κάποιες κοινότητες χωριῶν τῆς περιοχῆς.

Στὶς 11 Νοεμβρίου τοῦ 1979 οἱ κάτοικοι τῆς Ἁγίας Τριάδας ἀντιμετώπιζαν τὸ πρόβλημα τῆς ἀκαταλληλότητας τοῦ πόσιμου ὕδατος ποὺ κατανάλωναν ἀπὸ τὸ ὑπάρχον δίκτυο  ὕδρευσης τοῦ χωριοῦ. Γιὰ τὴ λύση τοῦ προβλήματος τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο τοῦ χωριοῦ σκέφθηκε νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Σ’ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν πασίγνωστο τὸ περίφημο νερὸ τῆς «Κερασιᾶς». Ἡ «Κερασιὰ» ἦταν μιὰ θαυμάσια τοποθεσία στὴν περιοχὴ τοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ». Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ ὁμώνυμη πηγὴ μὲ ἄφθονο καὶ πολὺ καλὸ νερὸ. Τὸ νερὸ αὐτῆς τῆς πηγῆς ζήτησε τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο τῆς Ἁγίας Τριάδας ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ξενιᾶς. Ἐπειδὴ δὲ γιὰ μιὰ τέτοια παραχώρηση χρειαζόταν ἡ ἄδεια τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος ἀπευθύνθηκε σχετικὸ ἔγγραφο πρὸς αὐτόν:

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΛΜΥΡΟΥ

ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ      

                                                    Ἐν Ἁγίᾳ Τριάδι τῇ 11 -11 – 1979

                     Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

                         Κύριον Χριστόδουλον

                         Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος

                                                             Εἰς Βόλον

Σεβασμιώτατε,

Κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου μας, λόγῳ τῆς ἀκαταλληλότητος πρὸς πόσιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος ὕδατος, ἐξ οὗ ὑδρεύονται οἱ κάτοικοι τῆς ἡμετέρας Κοινότητος, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν δυσμενῶν ἐπιπτώσεων ἐπὶ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων μας, ἀποφασίσαμε ν’ ἀποτανθοῦμε  εἰς τὴν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα καὶ νὰ παρακαλέσωμεν Ὑμᾶς ὅπως ἐγκρίνητε τὴν παραχώρησιν τοῦ ὕδατος ἐκ τῆς ὑπαρχούσης πηγῆς εἰς θέσιν «Κερασέα» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς Κοινότητός μας.

Παρακαλοῦμεν Ὑμᾶς ὅπως οἱ ὅροι δεσμεύσεως νὰ εἶναι εὐνοϊκοί, διὰ τὴν χορήγησιν μελλοντικοῦ δανείου παρὰ τῆς Νομαρχίας, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὅλου ἔργου.

Ὑποβάλλομεν τὰ Σέβη μας

Διὰ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον τῆς Κοινότητος

Ὁ Πρόεδρος

(Τ.Σ.Υ.)

Ἰωάννης Ἀθ. Ντούκας»

Ἡ αἴτηση ἐγκρίθηκε, τὸ περίφημο καὶ ζηλευτὸ νερὸ τῆς «Κερασιᾶς» ἔφτασε μέχρι τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ οἱ κάτοικοί της ἀπολάμβαναν πλέον πολὺ καλό νερό. Πολλοὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ἀκόμη καὶ ἀπὸ γειτονικὰ μέρη, γνωρίζοντας τὴν καλὴ ποιότητα τοῦ νεροῦ αὐτοῦ, πήγαιναν μὲ παγούρια καὶ διάφορα ἄλλου εἴδους δοχεῖα νὰ πάρουν καὶ νὰ πιοῦν νερὸ τῆς «Κερασιᾶς». Ἦταν μία ἀκόμα σημαντικότατη προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στοὺς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς του.



[1] Ἀρχεῖον Ι. Μ. Δημητριάδος,  τόμ. Γ΄, ἔγγρ. 243.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο ένατο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ (α΄ μέρος)

Οὐδέποτε στὴ μακραίωνη ἱστορία του τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς λειτούργησε ὡς ἕνα αὐστηρὸ καὶ καθαρὰ μοναστικὸ κέντρο, ἀπομονωμένο ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς βιωτικές τους ἀνάγκες καὶ ἀπὸ τὴν γύρω του ὑπάρχουσα ζῶσα κοινωνία μὲ τὰ προβλήματά της. Οἱ καλόγεροι ποὺ ἐγκαταβίωναν σ’ αὐτὸ δὲν ζοῦσαν ἀπομονωμένοι καὶ περιορισμένοι αὐστηρὰ καὶ μόνο στὸν ἰδιαίτερο δικό τους χῶρο τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀφοσιωμένοι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὶς «διακονίες» τους, στὴν προσευχὴ καὶ στὴ λατρεία.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν ἕνα μοναστήρι δεμένο ἀναπόσπαστα μὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς γύρω περιοχῆς του.  Στὴν πραγματικότητα ἦταν δημιουργημένο ἀπὸ αὐτούς καὶ ἐπανδρωμένο κατὰ τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ ἀπὸ ντόπιους καλογέρους. Οἱ μοναχοί του, παράλληλα μὲ τὴν ἀτομική τους ἀφιέρωση στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὑπηρετοῦσαν καὶ ἐξυπηρετοῦσαν καὶ τὶς λατρευτικὲς  καὶ κατηχητικὲς ἀνάγκες τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς. Παρενέβαιναν εὐεργετικὰ στὶς οἰκονομικὲς δυσχέρειες τῶν γύρω ἀπὸ αὐτὸ κατοίκων ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς δύσκολες περιστάσεις. Ὅλες αὐτὲς οἱ ὑπηρεσίες θεωροῦνταν καὶ ἐντάσσονταν στὴν ἀποστολὴ τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἐξ  ἄλλου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει κάτι διαφορετικὸ ἀφοῦ στὶς ἐργασίες ἀξιοποίησης τῆς μεγάλης κτηματικῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπασχολοῦνταν καθημερινὰ μονίμως πολλοὶ λαϊκοί, κάτοικοι τῶν διπλανῶν χωριῶν, ποὺ διέμεναν σὲ παράλληλα οἰκήματα τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τρέφονταν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Πάρα πολλοὶ ἦταν ἀκόμη ἐκεῖνοι ποὺ συμμετεῖχαν ἐθελοντικὰ χωρὶς ἀμοιβὴ στὶς διάφορες γεωργικὲς ἤ ἄλλου εἴδους ἐργασίες τοῦ Μοναστηριοῦ.

Γιὰ τοὺς κατοίκους κυρίως τῶν γύρω ἀπὸ αὐτὸ χωριῶν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἦταν τὸ δικό τους Μοναστήρι, τὸ ἱερό τους κέντρο, τὸ κοινὸ προσκύνημά τους, τὸ καταθετήριο τῶν ἐρωτημάτων τους καὶ τῶν προβληματισμῶν τους, ὁ συμβουλάτοράς τους, ὁ σίγουρος καὶ πάντοτε πρόθυμος εὐεργέτης τους, ἡ καταφυγὴ καὶ τὸ ἀσφαλὲς καὶ μόνιμο, ὅποτε χρειαζόταν, στήριγμά τους

Ἡ καλλιέργεια τῶν ἀπέραντων χωραφιῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἡ περιποίηση τῶν πολλῶν περιβολιῶν του, τῶν ἐλαιοκτημάτων του, ἡ βόσκηση τῶν κοπαδιῶν του, ἡ φροντίδα τῶν ὀρνιθώνων, τῶν μελισσιῶν, ἡ περιποίηση τῶν κήπων του, ἡ συγκομιδὴ τῶν παντοειδῶν καρπῶν καὶ ἄλλων προϊόντων, ἀπασχολοῦσε ἕνα πολυπληθὲς ἐργατικὸ προσωπικὸ λαϊκῶν ὑπὸ τὴν ἄμεση προσωπικὴ ἐποπτεία τῶν καλογέρων.

Ἕνα πλῆθος ἐπισκεπτῶν καὶ προσκυνητῶν ἀπὸ μακρινότερα μέρη, ποὺ θὰ διανυκτέρευαν στὸ Μοναστήρι, ἦταν μιὰ τακτικὴ καὶ συνήθης καθημερινὴ πραγματικότητα. Ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν λατρευτικῶν καὶ τῶν ἄλλων ποικίλων ἀναγκῶν τῶν ἐπισκεπτῶν καὶ προσκυνητῶν αὐτῶν δὲν ἦταν μόνο μία ἀπὸ τὶς βασικὲς παροχὲς καὶ καθιερωμένες ὑποχρεώσεις τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ ἀποτελοῦσε καὶ θεωροῦνταν, καὶ ἀπὸ τοὺς μοναχούς του καὶ ἀπὸ ὅλους ὅσους ζοῦσαν γύρω ἀπὸ αὐτό, μία βασικὴ κοινὴ ἀποστολὴ ὅλων. Ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν ἐπισκεπτῶν προσκυνητῶν τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἡ φιλοξενία τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀπὸ ὅσους ζοῦσαν στὸ Μοναστήρι, καλόγερους καὶ λαϊκούς, ἦταν τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἡ Παναγία γιὰ τὴν παροχὴ αὐτῆς τῆς φιλοξενίας.

Ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν  ἐπισκεπτῶν, ἡ βοήθεια στὴν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τους, θεωροῦνταν ἀπὸ ὅλους, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, ὅτι ἦταν ὄχι μόνο ἕνας ἀπὸ τοὺς προορισμοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ καὶ ἕνα μέσον ἔμμεσης ἐξυπηρέτησης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἕνας ἀπαραίτητος ρόλος στὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τοῦ Μοναστηριοῦ. Οἱ ξενῶνες τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν πάντοτε ἀνοικτοὶ γιὰ ὅσους χρειαζόταν νὰ διανυκτερεύσουν ἐκεῖ.

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, κυρίως κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες τῆς μακροχρόνιας περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχουμε καὶ τὶς περισσότερες καὶ πιὸ συγκεκριμένες πληροφορίες, ἦταν ἕνα κέντρο καθημερινῆς σχεδὸν ἀναφορᾶς γιὰ τοὺς περισσότερους κατοίκους τῶν κοντινῶν τουλάχιστον καὶ γύρω ἀπὸ αὐτὸ χωριῶν. Κατὰ τὴν περίοδο ἰδίως τῆς σκληρῆς Τουρκοκρατίας τὸ «Μοναστήρι» ἦταν ἡ καρδιὰ καὶ ἡ βασικὴ κινητήρια δύναμη καὶ τὸ στήριγμα τῆς γύρω κοινωνίας.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἦταν γιὰ πάρα πολλοὺς ὄχι μόνο τὸ ἀγαπημένο λατρευτικό τους κέντρο ἀλλὰ καὶ τὸ μοναδικὸ ἀσφαλὲς καταφύγιό τους γιὰ τὴ λύση ὅλων τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς τους. Καθὼς μάλιστα στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ἦταν δυνατὸν  νὰ ὑπάρχει δυναμικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ κεντρικὴ πολιτική, κοινοτικὴ καὶ κοινωνικὴ διοίκηση, τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἔπρεπε νὰ καλύπτει, καὶ «ἐν πολλοῖς» κάλυπτε καὶ ἀναπλήρωνε ἀρκετὰ ἀποτελεσματικά, καὶ τὸ «κενὸ» αὐτό.

Σ’ αὐτὸ  βοηθοῦσε σημαντικὰ τὸ ὅτι  τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας» ἦταν σεβαστὸ ἀπὸ ὅλους, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Στὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διαχεόταν  τριγύρω, λόγῳ θρύλων, λόγῳ ἀκουσμάτων καὶ παραδόσεων, μιὰ ἀτμόσφαιρα «θεϊκοῦ» μυστηρίου καὶ «φόβου Θεοῦ». Ὑπῆρχε μία διαχρονικὴ καθολικὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀκτινοβολούσας ἱερότητας. Ὑπῆρχε διάχυτη τριγύρω ἡ βεβαιότητα ὅλων γιὰ τὴν θεϊκὴ παρουσία ἐκεῖ. Καὶ  ἦταν αὐτὴ ἡ βεβαιότητα τῆς θεϊκῆς παρουσίας ποὺ  μποροῦσε καὶ κρατοῦσε μακριά του διστακτικούς,  «φοβισμένους» καὶ ἄτολμους καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀλλόθρησκους κατακτητές.

Σὲ παλιότερες ἐποχές, στὰ δύσκολα χρόνια τῆς ὕστερης βυζαντινῆς ἐποχῆς καὶ ἐκεῖνα τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Τουρκοκρατίας, πολλοὶ ἦταν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ποὺ  εὕρισκαν σ’ αὐτὸ προστασία καὶ καταφύγιο ἀπὸ τὴν σκληρὴ ἐκμετάλλευση τῶν κάθε μορφῆς μεγαλοϊδιοκτητῶν, τιμαριούχων καὶ τσιφλικούχων τῆς εὔφορης γῆς τοῦ ἁλμυριώτικου κάμπου. Πολλοὶ  ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦσαν καὶ ἐπιβίωναν ἀποκλειστικὰ χάρη στὴν ὕπαρξη τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ἱκανοποίηση τῶν λατρευτικῶν ἀναγκῶν τῶν κατοίκων τῶν γύρω χωριῶν, τὸ Μοναστήρι ἐξυπηρετοῦσε, σὲ ὅποιο βαθμὸ ἦταν αὐτὸ δυνατό, καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐκπαίδευσης τῶν παιδιῶν τῶν κατοίκων τῶν γύρω ἀπὸ αὐτὸ χωριῶν. Καλόγεροι δίδασκαν στὰ παιδιὰ τὰ «ἐγκύκλια» γράμματα ὄχι μόνο μέσα στοὺς χώρους τοῦ «Πάνω» καὶ τοῦ «Κάτω» Μοναστηριοῦ ἀλλὰ μεταβαίνοντας οἱ ἴδιοι, εἰδικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, καὶ στὰ γύρω χωριὰ στὰ ὁποῖα λειτουργοῦσαν σχολεῖα μὲ δασκάλους κάποιους ἀπὸ τοὺς καλογέρους του.

Δὲν ἔχουμε, βεβαίως, στὴν διάθεσή μας σήμερα, ἐπειδὴ δὲν διασώθηκαν, ἔγγραφα ποὺ νὰ βεβαιώνουν τέτοιες «ἐπίσημες» προσλήψεις, ἀναθέσεις καὶ «διορισμοὺς» μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ ὡς δασκάλων στὰ σχολεῖα τῶν γύρω χωριῶν. Σώθηκαν ὅμως ὡς τὶς ἡμέρες μας κάποιες «ἐνθυμήσεις», σκορπισμένες στὰ λευκὰ περιθώρια ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ καὶ τῶν ναῶν τῶν γύρω χωριῶν, ἐπιβεβαιωτικὲς τέτοιων γεγονότων.

«Ἀθανάσιος, μοναχός, ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς» γράφει μία «ἐνθύμηση» σὲ ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο τῶν Κωφῶν ποὺ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ μοναχὸς Ἀθανάσιος δίδασκε στὸ σχολεῖο ποὺ ὑπῆρχε στοὺς Κωφούς.

Ὁ ἴδιος μοναχὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ἀπὸ παιδαγωγός, «ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς», φαίνεται νὰ ἦταν καὶ ἱερέας στοὺς Κωφοὺς καὶ νὰ ἀντέγραφε καὶ ἐκκλησιαστικὰ λειτουργικὰ βιβλία, μᾶς ἄφησε καὶ μιὰ ἄλλη «ἐνθύμηση»:

«Ἡ παροῦσα φυλλάδα τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Μοδέστου εἶναι τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ χωρίου Κουφούς καὶ ἐγράφη διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου 1805 , Ἰανουαρίου 15».

Πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὸ 1792 δίδασκε, σύμφωνα μὲ μιὰ παρόμοια «ἐνθύμηση»  σὲ βιβλίο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὸ σχολεῖο τῆς Σούρπης, ὁ καλόγερος Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος ὑπέγραφε μάλιστα  ὡς «παιδαγωγός».

Ὑπῆρχε ὅμως καὶ ἄλλος  Ἀθανάσιος, σὲ παλιότερες ἐποχές, ἱερομόναχος καὶ αὐτὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα «παιδαγωγὸς» καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος καταγόταν  ἀπὸ τὰ Ἄγραφα. Εἶχε χρηματίσει μαθητὴς τοῦ Ἀναστασίου τοῦ Γορδίου, ὅπως φαίνεται ἀπὸ μία ἄλλη «ἐνθύμηση» σὲ χειρόγραφο σχολικὸ βιβλίο τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, προσφορὰ σ’ αὐτὴν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ἡ «ἐνθύμηση» αὐτὴ εἶναι γραμμένη σ’ ἕνα χειρόγραφο κώδικα τοῦ 18ου αἰῶνα μὲ 35 φύλλα διαστάσεων μήκους 0,20 μέτρα καὶ πλάτους 0,14 μέτρα ὁ ὁποῖος περιέχει μαθήματα Γραμματικῆς ὑπὸ τύπον ἐρωτήσεων δασκάλου καὶ ἀπαντήσεων μαθητοῦ.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ ἐρώτηση: «Τὶ ἐστὶ Γραμματικὴ» καὶ ἡ σχετική απάντηση:

«Τεχνολογία συντομωτάτη κατ’ ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν, συντεθεῖσα κατὰ τὸ α χου (;) βιβλίον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Λασκάρεως γραμματικῆς[1] χάριν τῶν ἀρχαρίων καὶ νέων μαθητῶν παρὰ τοῦ ταπεινοῦ Ἀθανασίου ἱερομονάχου τοῦ ἐξ Ἀγράφων τοὐπίκλην ἐλαχίστου ἀδελφοῦ καὶ μαθητοῦ τοῦ σοφωτάτου καὶ λογιωτάτου κυρίου Ἀναστασίου ἱερομονάχου τοῦ Γορδίου εἰς τὸ Ἀνατολικὸν τῆς Αἰτωλίας αψιβ΄(= 1712) δεκεμβρίου τῇ κ΄. ».  

Λίγα ἀποσπάσματα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ θὰ δώσουν μιὰ εἰκόνα τοῦ εἴδους τῶν μαθημάτων τῆς γραμματικῆς ποὺ διδάσκονταν ἀπὸ τοὺς καλογέρους τῆς Ξενιᾶς στοὺς μαθητὲς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὑπὸ τύπο ἐρωτήσεων Δασκάλου καὶ ἀπαντήσεων μαθητοῦ (Δ.= Δάσκαλος,  μ.= Μαθητής) :

«Δ. – Τὶ ἐστὶ γραμματική;

μ. – Γραμματικὴ ἐστὶ τέχνη περὶ τὰ ὀκτὼ μέρη τοῦ λόγου καταγινομένη, τέλος[2] ἔχουσα τὸ ὀρθῶς γράφειν καὶ τὸ ὀρθῶς λέγειν.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ἡ γραμματικὴ εἶναι τέχνη ὁποῦ καταγίνηται εἰς τὰ ὀκτὼ μέρη τοῦ λόγου, ὁποῦ ἔχει τέλος τὸ νὰ μιλῇ καλὰ καὶ νὰ γράφῃ διορθωμένα.

Δ. – Πόσα τὰ μέρη τῆς γραμματικῆς;

μ. – Τέσσαρα: Γράμμα, συλλαβή, λέξις καὶ λόγος.»

……..

«Δ. – Τὶ ἐστὶ συλλαβή;

μ. – Συλλαβὴ ἐστὶ σύλληψις τοὐλάχιστον δύο γραμμάτων. Καταχρηστικῶς δὲ καὶ τὰ φωνήεντα συλλαβαὶ λέγονται.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ἡ συλλαβὴ εἶναι σμίξις τὸ ὀλιγώτερον ἀπὸ δύο γράμματα καὶ μεταχειριστικὰ λέγονται καὶ τὰ φωνήεντα συλλαβαί, ἤγουν μεταχειριζομένσθεν καὶ τὰ φωνήεντα μοναχὰ ὡσὰν συλλαβάς, οἷον ἀετός, ὁποῦ τὸ α εἶναι μία συλλαβὴ καὶ τὸ ε ἄλλη καὶ τὸ τος ἄλλη.»

…………………

«Δ. – Τὶ ἐστὶ λόγος;

μ. – Λόγος ἐστὶ λέξεων σύνθεσις, διάνοιαν αὐτοτελῆ δηλοῦσα.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ὁ λόγος εἶναι συμμάζωξις πολλῶν λέξεων ὁποῦ φανερώνουσι ἔννοιαν σωστήν.

Δ. – Πόσα τὰ μέρη τοῦ λόγου;

μ. -Ὀκτώ, ὄνομα, ῥῆμα, μετοχή, ἄρθρον, ἀντωνυμία, πρόθεσις, ἐπίρρημα, σύνδεσμος.»

……..

«Δ. – Τὶ ἐστὶ προσωδία;

μ. – Προσωδία ἐστὶ τόνος φωνῆς ἐγγραμμάτου.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ἡ προσωδία εἶναι δύναμις (ἤ κτύπος) φωνῆς γραμμένης.

Δ. – Πόσαι προσωδίαι;

μ. – Δέκα, ὀξεῖα, βαρεῖα, περισπωμένη, μακρά, βραχεῖα, δασεῖα, ψιλή, ἀπόστροφος, ὑφὲν καὶ  ὑποδιαστολή» .

……….

«Δ. – Ποῦ βάνεται ἡ βαρεῖα;

μ. – Πάντοτε εἰς τὴν λήγουσαν, ἤγουν εἰς τὸ τέλος τῆς λέξεως, ὁπόταν εἶναι εἰς συνέπειαν.

Δ. – Τὶ εἶναι ἡ συνέπεια;

μ. – Ἡ συνέπεια εἶναι ἡ ἀκολούθησις, ἤγουν ὁπόταν ἀκολουθοῦσιν ἀντάμα λέξεις πολλαί, ὡσὰν νὰ εἰποῦμε, ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς ἐμὸς μαθητής. Τὸ γὰρ μαθητὴς διὰ νὰ μὴν εἶναι εἰς συνέπειαν ἑτέρας λέξεως, ἤγουν δὲν εἶναι ἄλλη λέξις μπροστὰ νὰ ἀκολουθήσῃ ἐκείνην, ἀλλὰ ἔχοντας εἰς τὸ τέλος στιγμήν, δὲν δέχεται καμίαν φορὰν βαρεῖαν, ὡσάν ταῖς ἄλλαις λέξεις, ὁποῦ εἶναι προτήτερα ἀπὸ αὐτήν, ἀλλά πάντοτε ὀξεῖαν.»[3]

 

Ὁ χαρακτηρισμὸς «ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς» συνηθιζόταν μεταξὺ τῶν δασκάλων τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος  μᾶς βεβαιώνει ὅτι βρῆκε σὲ ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο στὸ χωριὸ Ἀϊδίνι τοῦ Ἁλμυροῦ μὶα παρόμοια «ἐνθύμηση» στὴν ὁποία ὁ δάσκαλος αὐτοχαρακτηριζόταν «ἐλάχιστος ἐν παιδαγωγοῖς». Ὁ «παιδαγωγὸς» τοῦ Ἀϊδινίου παρουσιάζεται νὰ δίδασκε ἐκεῖ στὰ 1795. Ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος Γουριώτης καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Γεωργίου, ποὺ ἦταν γνωστὸς μὲ τὸ παρατσούκλι «Μπακαλάκης». Ἱερέας στὰ 1795 στὸ Ἀϊδίνι ἦταν ὁ παπα Δημήτριος Ντακογιάννης καὶ ἐπίτροπος ὁ Θανάσης Μπαταλιάς.

Τὰ μαθαίνουμε ὅλα ἀπὸ τὴν «ἐνθύμηση» ποὺ μᾶς διέσωσε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος: «Ἐγράφησαν τὰ παρόντα τροπάρια διὰ χειρὸς τοῦ ἐλαχίστου ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου Γουριώτη καὶ υἱοῦ τοῦ ποτὲ Γεωργίου τοὐπίκλην Μπακαλάκη, ἐφημερεύοντος τοῦ αἰδεσιμωτάτου καὶ εὐλαβεστάτου ἐν ἱερεῦσι παπᾶ κυρ Δημητρίου Ντακογιάννη καὶ ἐπιτροπεύοντος τοῦ τιμιωτάτου Θανάση Μπουταλιᾶ κατὰ τὸ χωρίον Ἀϊδίνιον (1795)».

Στὸ ἀρχεῖο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ ὑπῆρχαν καὶ ἄλλα χειρόγραφα βιβλία σχολικοῦ περιεχομένου, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ τὴν προσφορά του στὸ λαὸ τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅπως σημειώσεις φυσικῆς καὶ χημείας, προβλήματα καὶ λύσεις ἀριθμητικῆς, μύθοι τοῦ Αἰσώπου, ποιήματα, ἠθικὲς διδασκαλίες κτ.λ. Ὅλα αὐτὰ ἀσφαλῶς χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς γιὰ διδασκαλία.

Μιὰ σημείωση σὲ χειρόγραφο κώδικα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ὑποδηλώνει τὴν ὕπαρξη μαθητῶν καὶ σχολείου  στὸν Πλάτανο κατὰ τὸ  1721:  «Τέλος Πεντηκοσταρίου. Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψκα΄(1721) Ἰουλίου κε΄ (25) ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι, μαθητοῦ Στεργίου ἐκ Τυρνάβου, ἤγουν Στεργίου, καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ εὐτελοῦς».

Στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὑπῆρχε πλουσιότατη βιβλιοθήκη τὰ βιβλία τῆς ὁποίας χρησιμοποιοῦνταν εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ποὺ εἶχε  ἀσχοληθεῖ καὶ μὲ τὸ θέμα αὐτό, γράφει στὰ «Φθιωτικά» του: «Ἐν δὲ τῇ μονῇ τῆς Ξενιᾶς, ἀκμαζούσῃ τότε οὐ μόνον διὰ τὸν πλοῦτόν της, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐν αὐτῇ πεπαιδευμένους μοναχοὺς καὶ τὴν πλουσίαν βιβλιοθήκην της, ἐφοίτων οἱ Ἑλληνόπαιδες ιδασκόμενοι τὰ ἐγκύκλια γράμματα».[4] Ὑπῆρχαν, λοιπόν, στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, «πεπαιδευμένοι μοναχοί».

Σχετικὸ εἶναι καὶ τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα δημοσιεύματος γιὰ τὴ Μονὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς: «Ἡ ἐν λόγῳ ἱερὰ μονὴ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ αὑτῆς ἀκμῇ, ἐκτὸς τῶν ἐν αὐτῇ ἀσκητικῶς διαπρεψάντων ἐναρέτων μοναχῶν, ὡς τὰ περὶ αὐτῆς ἐρειπιώδη ἀσκητήρια μαρτυροῦσιν, εἶχεν πρὸς τούτοις καὶ σχολεῖον κατηρτισμένον διατηρούμενον καὶ πολλοὺς ἐγγραμμάτους μοναχοὺς, οἵτινες ὑποστήριξαν τὴν ἱερὰν θρησκείαν καὶ διετήρησαν καὶ τὴν ἡμετέραν ἑλληνικὴν γλῶσσαν».[5]

 

Παρὰ τὴ μεγάλη ἀπώλεια καὶ καταστροφὴ τοῦ κάποτε πλουσιότατου ἀρχείου τοῦ Μοναστηριοῦ, μέσα στὰ πολὺ ἐλάχιστα σπαράγματα, ποὺ τυχαίως  διασώθηκαν ὡς τὴν ἐποχή μας, ἕνα διεισδυτικὸ ἐξεταστικὸ μάτι μπορεῖ νὰ διακρίνει τὴ συμβολὴ αὐτοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ στὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ ἀνάπτυξη γενικότερα ποὺ εἶχαν καλλιεργήσει κάποιοι μοναχοὶ ἐκεῖ.

Στὰ χαλάσματα τοῦ γκρεμισμένου ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς τοῦ 1980 «Κάτω Μοναστηριοῦ» βρέθηκε, ἐντελῶς συμπτωματικά, πεταμένο ἀνάμεσα σὲ σκόρπια χαρτιά, ἕνα χειρόγραφο κολοβωμένο, ἀποσπασματικὸ κείμενο. Πρόκειται γιὰ μέρος μιᾶς ἐπιστολῆς, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσή του. Δὲν μᾶς εἶναι γνωστά, γιατὶ στὸ ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολῆς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἀρχὴ οὔτε τὸ τέλος της. Ἔτσι δὲν μᾶς εἶναι γνωστὸς οὔτε ὁ παραλήπτης, οὔτε ὁ ἀποστολέας, οὔτε ἡ χρονολογία τῆς ἐπιστολῆς.[6]

Ἡ προσεκτικὴ ὅμως ἀνάγνωση τοῦ μέρους τοῦ κειμένου ποὺ σώθηκε φανερώνει  εὔκολα ὅτι πρόκειται γιὰ μία ἐπιστολὴ γραμμένη ἀπὸ καλόγερο τοῦ Μοναστηριοῦ, ἡ ὁποία ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον πλούσιο ἄνθρωπο, τοπικὸ ἄρχοντα κάποιου χωριοῦ τῆς γύρω περιοχῆς.

Ὁ ἄγνωστος σὲ μᾶς παραλήπτης τῆς ἐπιστολῆς, ἀπὸ ὅσα μπορεῖ κάποιος νὰ διαβλέψει μελετῶντας τὸ μέρος τοῦ κειμένου ποὺ διασώθηκε, εἶχε προηγουμένως ἀποτανθεῖ στὸν ἀποστολέα καλόγερο ζητῶντας ἀπὸ αὐτὸν τὴ γνώμη του ἐπειδὴ σκεπτόταν νὰ διαθέσει χρήματά του προκειμένου νὰ ἱδρύσει σχολεῖο στὸ χωριό του.

Ὁ καλόγερος, ποὺ ἀσφαλῶς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς «πεπαιδευμένους» μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς, ἀπαντῶντας στὸν ἄρχοντα τῆς περιοχῆς, τοῦ γράφει μεταξὺ ἄλλων: «Μὲ ὅλην τὴν ἔφεσιν καὶ συνδρομὴν τῶν σωματικῶν μου αἰσθήσεων καὶ ψυχικῶν μου δυνάμεων,  ἀποδέχομαι τὴν μελετωμένην βουλήν σου καὶ σκέψιν σου.  Ἐπαινῶ τὸν σκοπόν σου καὶ τὸν διακαῆ πόθον καὶ ζῆλον, ἐγκωμιάζω τὴν καλήν σου γνώμην καὶ ἀγαθὴν διάθεσιν, ὁποῦ τρέφοντες  ἔχετε, ὡς καὶ ποθοῦντες διάκεισθε καὶ προθύμως μελετῶντες εὑρίσκεσθε περὶ τῆς τῶν ἑλληνικῶν μαθημάτων ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐπιστήμης, τὸ ὁποῖον  ἄμποτε ἡ θεία χάρις ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα, νὰ τὸ φέρῃ καὶ εἰς ἔκβασιν καλήν, καὶ ἀποπλήρωσιν χρηστὴν κατὰ τὴν ἐπικειμένην σου ἐπιθυμίαν καὶ ὄρεξιν».

Ὁ ἀποστολέας τῆς ἐπιστολῆς καλόγερος, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὸ παραπάνω ἀπόσπασμα,  εἶχε προηγουμένως δεχθεῖ παράκληση ἀπὸ τὸν ἐν λόγῳ ἄρχοντα ὄχι μόνο νὰ τοῦ διατυπώσει τὶς σκέψεις του καὶ τὴν γνώμη του γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ σχολείου ποὺ προγραμμάτιζε νὰ ἱδρύσει ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης δεχθεῖ καὶ ἐπίσημη πρόσκληση νὰ διδάξει καὶ ὁ ἴδιος ὁ καλόγερος στὸ ὑπὸ ἵδρυση σχολεῖο γιατὶ τὸν θεωροῦσε τὸν πιὸ κατάλληλο γιὰ τὴν δουλειὰ αὐτή.

Φαίνεται ὅτι ὁ καλόγερος ὄχι μόνο ἦταν πολὺ μορφωμένος ἀλλὰ ἡ μόρφωσή του ἀναγνωριζόταν ἀπὸ πολλούς. Ἐξ  ἄλλου καὶ ἀπὸ μόνη τὴν ἀνάγνωση τῆς ἐπιστολῆς αὐτὸ γίνεται φανερό. Αὐτὴ ἡ μεγάλη καὶ εὐρύτατα διαδεδομένη φήμη του «ἐνοχλοῦσε» τὸν ταπεινὸ καλόγερο. Ἔτσι στὴν ἀπαντητικὴ αὐτὴ ἐπιστολή του, ὅπως ἔπρεπε σ’ ἕνα καλὸ χριστιανὸ μοναχό, ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς προσπαθεῖ νὰ μειώσει αὐτὴ τὴ φήμη καὶ νὰ ταπεινώσει  τὸν ἑαυτό του, ποὺ ὅλοι τὸν θεωροῦσαν ὡς μεγάλο δάσκαλο, ἀποδίδοντας αὐτὴ τὴν φήμη του στὴν τύχη.

Γράφει στὸν ἄρχοντα γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ καλόγερος: «ἐγώ μόλις καὶ μετὰ βίας ἔφθασα νὰ γευθῶ ἄκροις δακτύλοις αὐτὴν τὴν δούλην γραμματικήν».

Ἔτσι συνεχίζοντας ὁ καλόγερος τὴν ἐπιστολή του λέει, παρεμβάλλοντας λίγα λόγια γιὰ τὸν ἑαυτό του: «μέμφομαι δὲ ὅμως ἐξ ἐναντίων τὸν ἑαυτόν μου καὶ δὲν παύω παντοτινὰ νὰ κατηγορῶ καὶ νὰ ψέγω τὴν τύχην, ὁποῦ κοινολογοῦσα μὲ ἀνεκήρυξε τρανῶς εἰς ὅλους τοῦτο τὸ ἐπάγγελμα τῆς διδασκαλίας, καὶ πεπαῤῥησιασμένῃ φωνῇ ἐθριάμβευσεν εἰς εὐθείαν   τὸ ὄνομα τῆς σπουδῆς ὥστε νὰ καλοῦμαι εἰς τὸν κόσμον σπουδαῖος καὶ ἔμπειρος τῶν ἐπιστημῶν, ὁποῦ ἐγὼ μόλις καὶ μετὰ βίας ἔφθασα νὰ γευθῶ ἄκροις δακτύλοις αὐτὴν τὴν δούλην γραμματικήν. Ἀλλ’ ὅμως τοῦτο ἴσως νὰ τὸ ἔπαθα ὄχι ἀπὸ ἄλλων, παρὰ ἀπὸ τῶν συνετῶν καί πονηρῶν  φίλων, καὶ ἐξαιρέτως ἀπὸ τὴν φιλοκάγαθον καὶ καλοπροαίρετόν σου γνώμην τῆς εὐγενείας σου».

Διακόπτοντας στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς, τὴν παρένθεση αὐτὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς ἔρχεται καὶ πάλι «ἐπὶ τὸ προκείμενον» ὑμνῶντας τὴν ὑπεροχὴ τῆς μόρφωσης καὶ τῆς παιδείας ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων ἀγαθῶν τῆς ζωῆς καὶ ἰδιαιτέρως ἔναντι τοῦ πλούτου. Γράφει χαρακτηριστικὰ πρὸς τὸν ἄρχοντα:

« ἐπαινετὴ ἡ γνώμη σου,  ἐγκωμιαστικὴ ἡ βουλή σου, καλλίστη ἡ διάθεσίς σου, ἀξιέπαινος ἡ προθυμία σου, ἀρίζηλος ἡ ὄρεξίς σου, ἀξιοτίμητος ἡ προαίρεσίς σου, καὶ πολὺ πλέον ἐπαινετώτερος ὁ τρόπος καὶ ὁ ἐπικείμενος πόθος ὁποῦ νῦν ἀνὰ χεῖρας ἔχετε, ἐπειδὴ καὶ ποθεῖτε καὶ ἀγαπᾶτε τὸ πλέον χρησιμώτερον καὶ τιμιώτερον ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ὁποῦ εὑρίσκονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν.

Τὶ δέ ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ γένῃ κοντὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους πλέον ἐράσμιον καὶ ἐπιθυμητὸν κτῆμα, ἀπὸ τὸν πλοῦτον καὶ θησαυρόν; ἀλλ’ ὅμως τὸ ἀπόκτημα τῆς σοφίας ἐκ διαμέτρου εἶναι κατὰ πολὺ πλουσιώτερον καὶ εὐτυχέστερον ἀπὸ τὸν πλοῦτον. Διότι κάθε χρυσὸς ὡς ὀλίγη ἄμμος ἔμπροσθέν της λογίζεται. ὁμοίως καί ὁ ἄργυρος καὶ κάθε πολυτελὲς κτῆμα ὡς πηλὸς φαίνεται. Αὐτὴν ἄν τὴν παραβάλλῃς μὲ τὸν ἥλιον, εἶναι ὡραιωτέρα, ἄν τὴν ἐξετάσῃς μὲ τὴν θέσιν τῶν ἄστρων εἶναι εὐπρεπεστέρα, ἄν μὲ τῆς σελήνης τὸ φῶς εὑρίσκεται προτέρα, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ διαδέχεται νύξ

Θὰ συνεχίσουμε παραθέτοντας ἀποσπάσματα αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς γιατὶ βρίσκουμε ὅτι, ἔστω καὶ ἄν εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ σχετικὰ κείμενο, ἀντανακλᾶ τὴν ὑπάρχουσα καὶ καλλιεργούμενη στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Παιδεία. Θεωροῦμε τὸ κείμενο αὐτὸ μεστὸ δεῖγμα σοφίας.

Γιατὶ, ὅμως, νὰ λέμε πολλά; ἀναρωτιέται στὴ συνέχεια ὁ σοφὸς μοναχὸς. Κανένα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐκτιμῶνται στὴ ζωὴ δὲν ἀξίζει ὅσο ἡ Παιδεία:

«Ἀλλὰ τὶ τὰ πολλά; πᾶν τὸ τίμιον δὲν εἶναι ἄξιον αὐτῆς ἐν τῷ κόσμῳ οὐδαμῶς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ αὐτὴν ἔχουσιν ὄχι μοναχὰ πῶς  τοὺς κάμῃ εὐγενεῖς καί λαμπρούς, ἀλλὰ καὶ εὐτυχεῖς καὶ πλουσίους καὶ  πολυφανεῖς. Μάλιστα τοὺς λαμπροὺς πλέον λαμπροτέρους καὶ τοὺς πλουσίους πλουσιωτέρους ἀπεργάζεται καθὼς καὶ τοὺς ἀγενεῖς ποιεῖ εὐγενεῖς καὶ τοὺς δυστυχεῖς εὐτυχεῖς καὶ τοὺς ἀτίμους ἐντίμους καὶ τοὺς ἀκλεεῖς εὐκλεεῖς.

Οἱ φιλοῦντες αὐτὴν καὶ ἀγαπῶντες ὄχι μόνον λυτρώνονται ἀπὸ κόπους καὶ ἀγῶνας, ἀλλὰ καὶ διαφυλάτονται ἀπὸ κάθε ἔνεδρα καὶ σκευωρίαν ἰσχυρῶν καὶ ἀντικειμένων.  Γίνονται ὡς ἄλλος μυθευόμενος Ἴανος, ὁποῦ  ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν εἶχεν ὀθφαλμοὺς βλέπων τοῦ διπλασίου ἀπὸ ὅ,τι βλέπουν οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, διὰ τὸ ὁποῖον  συνετῶς ἔλεγε καὶ ὁ σοφώτατος Πλάτων πῶς τότε θέλει εἶναι τρισευδαίμων  ὁ κόσμος καὶ ὀλβιωτάτη πολιτεία καὶ χώρα ἐκείνη, ὅταν ἀρχίσουν ἤ νὰ βασιλεύσωσι σοφοί, ἤ νὰ φιλοσοφῶσι βασιλεῖς

Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐμπεριστατωμένη αὐτὴ εἰσήγηση ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς, φτάνοντας στὴ συγκεκριμένη πρόταση τοῦ ἄρχοντα καὶ υἱοθετῶντας την, τὸν ἐπαινεῖ καὶ τονίζει ἰδιαίτερα τὴν ἀξία τῆς ἀπόφασής του, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἀπόφαση θὰ ὑλοποιοῦνταν τώρα:  «εἰς τοὺς ἐσχάτους καιροὺς εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ τὸν θεῖον χρησμὸν διὰ τὸ πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν   κατεψύγη  καὶ πολλῶν ἡ ἀγάπη, ὁποῦ καὶ πρόβατα ἀπὸ  βρῶσιν ἐξέλειψαν καὶ βόες ἐπὶ φάτνης δὲν   εἶναι»:

«Τὸ ὁποῖον καὶ ἡ εὐγενία σου ὡσὰν νὰ εἴχετε μετὰ τὸν γραπτὸν νόμον εἰς τὴν καρδίαν σου, πρὸ ὀφθαλμῶν σου καὶ τὸ ῥητὸν τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος ὁποῦ λέγει προέκρινα σοφίαν σκήπτρων καὶ θρόνων καὶ οὐδὲν πλοῦτον ἡγησάμην ἐν συγκρίσει αὐτῆς, προκρίνετε καὶ προτιμᾶτε ἀπὸ ὅλα τὰ πλούτη καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ παρόντος κόσμου καὶ προθυμοποιεῖσθε τώρα  εἰς τοὺς ἐσχάτους καιροὺς εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ τὸν θεῖον χρησμὸν διὰ τὸ πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν   κατεψύγη  καὶ πολλῶν ἡ ἀγάπη, ὁποῦ καὶ πρόβατα ἀπὸ  βρῶσιν ἐξέλειψαν καὶ βόες ἐπὶ φάτνης δὲν   εἶναι. Ὅθεν καὶ ἀνάγκη ἐστὶ νὰ πωλῇ τινὰς καὶ αὐτὸ τὸ ἱμμάτιον καὶ νὰ ἀγοράζῃ μάχαιραν, τὸ ὁποῖον εἶναι ῥῆμα Θεοῦ τοῦτ’ ἔστιν ἡ παιδεία καὶ ἡ μάθησις τῶν γραμμάτων».

Ἔτσι τὸ χωριὸ τοῦ ἐν λόγῳ ἄρχοντα, ἡ «χώρα» του, ἡ ὁποία, κάτω  ἀπὸ «τὴν καλὴν ἐπιστασίαν καὶ διοίκησιν καὶ ἐπιτηδείαν κυβέρνησίν» του, φαινόταν νὰ ἦταν «πεπλουτισμένη καὶ εὐτυχισμένη καὶ πλέον ὀλβιωτέρα ἀπὸ τὰ πλησιόχωρα ἐπίλοιπα χωρία καθὼς καὶ τὰ πράγματα τρανῶς τὸ μαρτυροῦσι», τώρα, μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ σχολείου, θὰ γινόταν «πλέον λαμπροτέρα καὶ πλουσιωτέρα εἰς τὰς ἡμέρας σου μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἠξιώθησαν νὰ ποιήσωσιν οὔτε οἱ προπάτορες οὔτε οἱ πρὸ ὑμῶν γέροντες, καὶ οἱ τὴν  τῆς πολιτείας ἀρχὴν κρατοῦντες καὶ περιβάλλοντες, πρᾶγμα ὄντως γνώμης ἀγαθῆς καὶ προαιρέσεως ἐσθλῆς» :

«καθὼς καὶ ἡ εὐγενία σου πάντα λίθον κινεῖτε κατὰ τὴν παροιμίαν νὰ τὸ ἐκτελέσητε καὶ ἐμπράκτως. Ἀγκαλὰ καὶ μὲ τὴν καλήν σου ἐπιστασίαν καὶ διοίκησιν καὶ ἐπιτηδείαν κυβέρνησιν, φαίνεται νὰ εἶναι πεπλουτισμένη καὶ εὐτυχισμένη καὶ πλέον ὀλβιωτέρα ἀπὸ τὰ πλησιόχωρα ἐπίλοιπα χωρία ἡ ἐδική σου χώρα, καθὼς καὶ τὰ πράγματα τρανῶς τὸ μαρτυροῦσι καὶ λαμπρῶς τὸ βεβαιοῖ καὶ εἰς τοὺς ἀκούοντας καὶ εἰς τοὺς ὁρῶντας, ἀλλ’ ὅμως σπουδάζετε ἔτι καὶ ἐπιμελεῖσθε νὰ τὴν στολίσητε κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα εὐτυχήματα καὶ νὰ τὴν καταστήσητε πλέον λαμπροτέραν καὶ πλουσιωτέραν εἰς τὰς ἡμέρας σου μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δέν ἠξιώθησαν νὰ ποιήσωσιν οὔτε οἱ προπάτορες οὔτε οἱ πρὸ ὑμῶν γέροντες, καὶ οἱ τὴν  τῆς πολιτείας ἀρχὴν κρατοῦντες καὶ περιβάλλοντες, πρᾶγμα ὄντως γνώμης ἀγαθῆς καὶ προαιρέσεως ἐσθλῆς» .

«Τὶς λοιπὸν ἀκούωντας τὸν καλόν σου τοῦτον σκοπὸν καὶ θεάρεστον ἔργον», συνεχίζει ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς, «δὲν ἤθελεν ἐπαινῆ πρεπόντως καὶ κατ’ ἀξίαν ἐγκωμιάζῃ τὴν γνώμην σου;». Καὶ κλείνει τὴν ἐπιστολή του λέγοντας: «τοῦτο καὶ εἰς  εὐθείαν  τώρα ὄχι πῶς δὲν εἶναι ἐπιθυμητόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἱκανὸν καὶ ἀρκετὸν εἰς τὸν ἀμαθῆ κάλαμον, εἰς τὸ νὰ ἐπαινῇ κατὰ μέρος τὰ  προτερήματα τῶν ἐξαιρέτων ὑμῶν ὑποκειμένων καὶ τὰ  πλείονα εἰς προτερήματα. ὃθεν ἀφίνωντας εἰς τοὺς ἐμπόρους αὐτὰ εἰς τὸ νὰ τὴν ἐξετάζωσι, τοῦτο μόνον ἔρχομαι ἤδη νά εἰπῶ  ὃτι ὁ τὴν σοφίαν ἀγαπῶν ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, ὁ δὲ τὸν Θεὸν ἀγαπῶν  φοβεῖται τὸν Θεόν. Φόβος λοιπὸν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας καὶ τῆς  ἐπιστήμης τῶν γραμμάτων» .

Αὐτὴ τὴν σοφία καὶ ἐγώ, συνεχίζει ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς, τὴν ἀγάπησα περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴν ὑγεία καὶ ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν νυμφεύθηκα, «διακαὴς ἐραστὴς γενόμενος τοῦ κάλλους αὐτῆς». Ἔτσι ὁ καλόγερος κλείνει συμφωνῶντας νὰ διδάξει καὶ ὁ ἴδιος στὸ σχολεῖο ποὺ θὰ ἱδρυόταν σἐ κάποιο χωριὸ τῆς Ὄρθρης:

«ταύτην μὴ οὖν  καὶ ἐγὼ (εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, ἀλλ’ ἑξῆς τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι) ὑπὲρ ὑγείαν καὶ εὐμορφίαν  ἠγάπησα καὶ φιλῶν ὁμοῦ ἐξεζήτησα καὶ ποθῶν  ἔστερξα καὶ ἐζήτησα νύμφην ἀγαγέσθαι ἐκ νεότητός μου, διακαὴς ἐραστὴς γενόμενος τοῦ κάλλους αὐτῆς ἐπειδὴ καὶ πάντων δεσπότης ἠγάπησεν αὐτὴν καὶ καθὼς ἡ εὐγενία σου τώρα. ἐν ἑαυτοῖς λογίζεσθε καὶ ἐν καρδίᾳ φροντίζετε καὶ μεριμνᾶτε περὶ αὐτήν».  «Καὶ ἐγώ  ἐφρόντιζα  καὶ ἐλογιζόμην νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν καὶ δὲν ἔλειπα ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξετάζω καὶ νὰ πολυπραγμονῶ διὰ αὐτήν. μάλιστα νὰ κράζω καὶ νὰ λέγω (συγχωρίσατέ μοι ὑπερφρονῶν λαλῶ) μετά τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι.[7] Τί μοι κέρδος ζωῆς; ἐάν ἀλόγως τὸ ζῆν βιοτεύω; τίς ἡ ὠφέλεια τοῦ φθαρτοῦ πλούτου; ἄν ταχέως τρέχω; ποία λυσιτέλεια τῶν χρημάτων, ἄν ὀξέως φεύγω; …».

Στὸ σημεῖο αὐτὸ σταματάει ἡ ἐπιστολή. Λείπει ἡ συνέχεια ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅ,τι ἦταν νὰ μᾶς δώσει ὡς πρὸς τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ κεφάλαιο τῆς ἐκπαίδευσης στὴν περιοχὴ τοῦ Αλμυροῦ μᾶς τὸ ἔδωσε τὸ κολοβωμένο αὐτὸ ἀπόσπασμα τῆς καλογερικῆς ἐπιστολῆς. Ἀπηχεῖ θαυμάσια τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖο  ἐκπορευόταν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ διαπότιζε τὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων γύρω του γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὴν Ἀγωγὴ τοῦ Ἔθνους μας. Κάτω ἀπὸ τέτοιας μορφῆς ἐπιδράσεις μποροῦσε ἡ σκλαβωμένη καὶ καταδυναστευόμενη ὀρεινὴ περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ νὰ ἔχει πνευματικά της παιδιὰ τοῦ διαμετρήματος ἑνὸς Στεφάνου Κομμητᾶ.

 

Ἕνα μικρὸ δεῖγμα τῆς συνεισφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὴν ἐκπαίδευση τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὰ βιβλία σχολικοῦ ἤ γενικῶς ἐκπαιδευτικοῦ περιεχομένου ποὺ ἦταν συγκεντρωμένα στὴ βιβλιοθήκη του.

Παραθέτουμε στὴ συνέχεια ἕνα μικρὸ κατάλογο τέτοιων βιβλίων, τὰ ὁποῖα, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τοὺς τίτλους τους, πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ ἐκπαίδευση μαθητῶν:

  1. Φυσικὴ Γεωγραφία. 2. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία.  3. Γεωγραφικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος.  4. Συλλογὴ δημωδῶν ἀσμάτων. 5.  Χριστόφορος Κολόμβος. 6. Στοιχεῖα ἀριθμητικῆς. 7. Οἱ ἥρωες τῆς Ἑλλάδος.  8. Χριστιανικὴ κατήχησις.  9. Σειρὰ ἐγκυκλίων μαθημάτων.  10. Ἐγχειρίδιον λειτουργικῆς.  11. Συντακτικὸν Ἑλληνικῆς Γλώσσης. 12. Σύνοψις Παγκοσμίου Ἱστορίας. 13. Ἱστορία σφαγῶν Συρίας.  14. Ἡ μάνα Γενιτσάρων.  15. Στενογραφία. 16. Ὁδηγὸς Εὐβοίας.  17.  Ἡ Ὀδησσός. 18. Μεσσολογγίτης.  19. Φυσικὴ Ἱστορία Ζωολογίας.  20. Διδακτικὴ Γραμματική.  21. Γραμματικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης.  22. Γυμνάσματα πνευματικά. 23. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. 24. Ἐπιτομὴ τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας.  25. Ἱερὰ κατήχησις.  26.  Παλαιὰ Διαθήκη. 27. Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Ἱστορία.  28. Φυσικὴ Ἱστορία.  29. Σχολεῖον παίδων.  30. Γεωμετρία. 31. Αὐτοκράτορες Βυζαντίου.  32. Ἡ Κωνσταντινούπολις Ἑλληνική.  33. Λεξικὸν ἑλληνογαλλικὸν 34. Λεξικὸν γαλλοελληνικόν.

Οἱ καλόγεροι βεβαίως ποὺ δίδασκαν σὲ σχολεῖα στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας χρησιμοποιοῦσαν καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ λειτουργικὰ βιβλία τῶν μοναστηριῶν τους. Αὐτὸ γινόταν καὶ ἀπὸ τοὺς καλογέρους τῆς Ξενιᾶς. Ὁ κατάλογος ὅμως τῶν παραπάνω βιβλίων δείχνει ὅτι ἡ συνεισφορὰ τῆς Ξενιᾶς στὴν ἐκπαίδευση τῆς γύρω περιοχῆς πρέπει νὰ γινόταν κάπως συστηματικὰ καὶ  μεθοδικὰ καὶ νὰ ἦταν καλὰ ὀργανωμένη, ὡς μία βασικὴ ἀποστολὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς. Εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο τοῦ στενοῦ συνδέσμου μεταξὺ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς. Εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς  Παναγίας Κισσιώτισσας καὶ ἀργότερα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς ἦταν τὸ ἀκτινοβολοῦν κέντρο, ὁ φάρος τῆς ζωῆς, ἡ ζωογόνος δύναμη, ἡ καρδιά τους, αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ εἶναι τους.

 

Ὑπάρχουν πολλὲς μαρτυρίες σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες κάποιοι καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀσχολοῦνταν καὶ μὲ τὴν ἀντιγραφὴ συγγραμμάτων ἀρχαίων Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων καὶ σχηματίστηκε ἔτσι μία πολὺ  ἀξιόλογη βιβλιοθήκη. Μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ χειρόγραφα ἀλλὰ καὶ ἔντυπα βιβλία τῆς βιβλιοθήκης του δόθηκαν στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ.

Σὲ χειρόγραφο βιβλίο τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»[8] ὑπῆρχαν πολλὰ διδακτικὰ καὶ ἠθικοπλαστικὰ ποιήματα διαφόρων ποιητῶν τοῦ 18ου αἰῶνα, τὰ ὁποῖα προφανῶς χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς γιὰ διδασκαλία τῶν μαθητῶν τους.

Δύο ἀπὸ αὐτὰ τὰ δίνουμε στὴ συνέχεια γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ  τὸ πνεῦμα ἐκείνης  τῆς ἐποχῆς, τὸ  πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο  διακατεχόταν ἡ διαπαιδαγώγηση τῶν νέων. Διδασκόταν ἡ περιφρόνηση πρὸς τὸν πλοῦτο καὶ ἡ προτίμηση ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ὁ σωστὸς καὶ ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος  πρὸς τὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ ὅτι αὐτὰ ἦταν ἀπόλυτα σύμφωνα μὲ ὅσα ὁ καλόγερος, ἀποστολέας τῆς ἐπιστολῆς πρὸς τὸν τοπικὸ ἄρχοντα ποὺ ἤθελε νὰ ἱδρύσει σχολεῖο στὴν πατρίδα του, τὴν ὁποία εἴδαμε πιὸ πάνω, συμβούλευε.

Τὸ πρῶτο ποίημα ἐπιγράφεται: «Ὡς ἀπὸ τοῦ χλωμοῦ καὶ χρυσοῦ» καὶ τὸ δεύτερο: «Περί ματαιότητος».[9]

 

      Ὡς ἀπὸ τοῦ χλωμοῦ καὶ χρυσοῦ

Χλωμὸς καὶ κίτρινος εἰμί, πάντες μὲ ἀγαποῦσι,

Μικροί, μεγάλοι, ἄρχοντες, πτωχοὶ μ’ ἐπιθυμοῦσι.

Ἐξόχως ‘ς τοὺς ἀρχιερεῖς συχνὰ πάγω καὶ φεύγω.

Δὲν στέκομαι οὐδὲ στιγμήν, ἀληθινὰ σοῦ λέγω.

Διότι ἔχουν οἱ πτωχοὶ πολλοὺς ποὺ τοὺς γυρεύουν,

Κίτρινα, κίτρινα πολλά, ποτὲ δὲν τοὺς πιστεύουν,

Πλὴν ἱεροδιάκονοι ἀργὰ ἀργὰ μὲ παίρνουν,

Ὅμως πολὺ μὲ κρύπτουσι καὶ δυνατὰ μὲ δένουν,

Κάμνω νὰ φύγω δὲν μπορῶ μ’ ἔχουν εἰς κηροπάνι.

Ἐκεῖ σωπαίνω, κάθομαι, δὲν βγαίνω εἰς μεντάνι,

Ἔως νὰ ἔλθουν καὶ αὐτοὶ εἰς τέτοιαν φαντασίαν,

Θελήσουν δόξαν καὶ τιμήν, νὰ λάβουν ἐπαρχίαν.

Τότε εὐθὺς βρίσκω καιρόν, πηδῶ καὶ ἀποφεύγω,

Πάγω εἰς μεγαλείτερους καὶ ἐκεῖ δὲν ἀποστέκω,

Ἀναχωρῶ λοιπὸν εὐθύς, ἀφήνω δὲ καὶ τούτους

Γυμνούς, πτωχοὺς καὶ αθλίους, τοὺς κράζουν καὶ λύκους,

Πηγαίνω δὲ καὶ εἰς μερικοὺς μπέηδες καὶ ἀγάδες,

Μὲ κρύπτουσιν ἐνίοτε καὶ μερικοὶ ραγιάδες,

Μὲ δένουσι σφιγκτὰ καὶ κάποιοι ἀβάδες

Μὲ δένουσι ποτὲ καὶ κοσμικοὶ παπάδες,

Πολλάκις δὲ μὲ κρύπτουσι καὶ κάποιοι βαβάδες

Οἱ προεστοί, οἱ ἔνδοξοι, ὅλοι οἱ γεροντάδες.

Αὐτὰ ὅλα ἐγράφησαν εἰς Νεοχώρι Καστριάδος

Στὴν κάβια ὅπου κάθεται ἄλλος ἅγιος Σάββας

 

Ὅστις τὸν χρυσὸν κρατεῖ

Τὸν Θεὸν δὲν προσκυνεῖ

Ὁ ἀπόστολος φησὶ

Ρίζα τῶν κακῶν ἐστὶ

Πάντων ἡ φιλαργυρία

Εἶναι εἰδωλολατρεία

Ὁ ἀχόρταστος χρυσοῦ

Οὐδὲ πρόσωπον Θεοῦ

Εἰς αἰῶνας δὲν θὰ ἰδῇ

Οὔτε θὰ ἀξιωθῇ

 

Βασιλείας οὐρανῶν

Νὰ δοξάζῃς τὸν Θεὸν

Ὅν ἐὰν τὸν προσκυνῇς

Τὸν χρυσὸν δὲν τὸν πονεῖς

Ὅθεν θὰ ἀξιωθῇς

Καὶ ἐδῶ καλὰ νὰ ζῇς

Καὶ ἐκεῖ θὰ εὑρεθῇς

Εἰς παράδεισον θὰ ‘μβῇς.

 

    Περί ματαιότητος

- Κόσμε πλάνε, ἐρωτῶ σε καὶ νὰ μὲ ἀποκριθῇς,

Ἄν τὴν πλάνην σου ἐλέγξω, πρόσεχε μὴν συγχαθῇς.

Τὶ καλὸν ἀνταποδίδεις εἰς τὸ γένος τῶν βροτῶν,

Καὶ σὲ ἀγαπῶσι τόσον, ὡς μητέρα τὸν υἱόν;

Καὶ τὸν πλοῦτον σου ζηλεύουν καὶ τὴν δόξαν σου ποθοῦν,

Τοὺς καλοὺς καταφρονοῦσι καὶ τοὺς πονηροὺς τιμοῦν;

Τὸν Θεὸν δὲν ἐνθυμοῦνται, τοὺς πτωχοὺς παρατηροῦν,

Κρίσιν δὲν ἀπαντυχαίνουν, θάνατον δὲν καρτεροῦν;

 

                     Κόσμος:

- Ἐρωτᾶς διὰ νὰ μάθῃς τὶ χαρίζω τῶν βροτῶν,

Πλοῦτον, δόξαν, βασιλείαν, ἐξουσίαν δυναστῶν.

Καὶ καλὰ δὲν ἀπανταίνεις μέσα εἰς τὴν ἀγοράν,

Ἄρχοντες μὲ τόσας γούνας, μὲ τῶν λύκων τὴν δοράν,

Καὶ παλάτια στρωμμένα μὲ ταῖς κλίναις ταῖς χρυσαῖς,

Ἄλογα χαλινωμένα μὲ πολύτιμαις χασιαῖς;

Καὶ τοὺς εὐγενεῖς χαρίζω ἄσπρα τόσα περισσά,

Τὰς γυναίκας τὰς στολίζω μὲ ἱμάτια χρυσᾶ.

Καὶ σαμούρια καλπακιὰ ἄξια πολλῆς τιμῆς

Καὶ μοῦ λέγεις τὶ χαρίζω; Τὶ καλέ, παραλαλεῖς;

Νὰ εἰπῶ θέλεις καὶ ἄλλα, ἤ σοῦ εἶναι ἀρκετά,

Χίλια ὡσὰν τὰ ἄνω ἤ σοῦ ἔφτασαν αὐτά;

 

-Ἔτι ἕνα ἐρωτῶ σε, κόσμε καὶ παρακαλῶ

Διὰ νὰ μὲ συμπαθήσῃς, λέγεις πῶς παραλαλῶ.

Τὰ καλὰ ὅπου μοῦ εἶπες μένουσι παντοτεινὰ

Ἤ εὑρίσκονται ‘ς τὸ μέσον νὰ γεννοῦν οὐτιδανά;

Μετὰ θάνατον τὰ παίρνουν ἤ ἀπέρχονται γυμνοὶ

Ἤ ἐσὺ τὰ ματαπαίρνεις καὶ αὐτοὶ  μένουν γυμνοί;

 

                      Κόσμος:

Καὶ καλὰ ἀποθαμένον δὲν ὑπῆγες νὰ ἰδῇς;

Μὲ τὸ σάββανον τὸν βάνουν εἰς τὰς δύο πήχεις γῆς.

Μὲ τὸ χῶμα τὸν σκεπάζουν καὶ αὐτὸν ὡς τὸν πτωχόν,

Τέλος πάντων τὸν ἀφήνουν εἰς τὸν τάφον μοναχόν.

Καὶ ἐγὼ πάλιν γυρίζω εἰς τὸ γένος τῶν βροτῶν

Νὰ πλανήσω καὶ  τοὺς ἄλλους, τὸν σιγούρευσα αὐτόν,

Καὶ νὰ τοὺς παρακινήσω ψεύματα νὰ ὁμιλοῦν

Καὶ μὲ τόσαις νοθευμέναις πραγματεῖαις νὰ πωλοῦν,

Πλούσιοι διὰ νὰ γίνουν, τὰ καλά μου νὰ χαροῦν

Τοὺς πτωχοὺς νὰ ἀτιμάζουν καὶ νὰ τοὺς καταφρονοῦν.»

 

Ἡ καλὴ σχέση μεταξὺ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς, ἰδιαίτερα τῶν κατοίκων τῶν πιὸ κοντινῶν χωριῶν, ἦταν δεδομένη γιὰ ὅλους καὶ θεωροῦνταν ὡς φυσικὴ κατάσταση. Ἡ «Παναγία Ξενιὰ» δὲν ἦταν μόνο τὸ καταφύγιο καὶ ἡ παρηγοριά τους σὲ ἀρρώστειες, σὲ ἐπιδημίες, σὲ καταστροφὲς καὶ σὲ συμφορές. Ἦταν γιὰ ὅλους «ἡ καλὴ γειτόνισσα», ὁ σύντροφος καὶ ὁ συμπαραστάτης, ὁ σοφὸς καθοδηγητὴς  ἀλλὰ καὶ ὁ πάντοτε πρόθυμος καὶ καλὸς συνεργάτης. Καὶ ἡ σχέση αὐτὴ τῆς «καλῆς γειτονίας», τῆς συντροφικότητας, τῆς συνεργασίας καὶ τῆς ἀλληλοβοήθειας βρισκόταν πάντοτε στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀμοιβαιότητας. Ὅλοι πρόσφεραν στὴν «Παναγία» ἀλλὰ καὶ ὅλοι γνώριζαν ὅτι σ’ αὐτὴν μποροῦσαν νὰ καταφύγουν καὶ νὰ ζητήσουν ὅποτε καὶ γιὰ ὅ,τι εἶχαν ἀνάγκη.

Κατὰ τὸ  ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1878 στὸν Πλάτανο τοῦ Ἁλμυροῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σπίτια, πυρπολήθηκε καὶ καταστράφηκε καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνα καὶ κυρίως μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλίας τὸ 1881, οἱ Πλατανιῶτες, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι κάτοικοι τῆς περιοχῆς, ἄρχισαν νὰ ξαναφτιάχουν τὴ ζωή τους καὶ νὰ ξαναχτίζουν τὰ σπίτια τους. Τὸ ἴδιο ἔπρεπε νὰ κάνουν καὶ γιὰ τὴν καταστραμμένη τους ἐκκλησία οἱ Πλατανιῶτες. Εἶχε φτάσει τὸ 1893 καὶ τὸ χτίσιμο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου δὲν εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ἄν καὶ ὅλοι βοηθοῦσαν ὅσο μποροῦσαν.

Οἱ Πλατανιῶτες δὲν δίστασαν νὰ ζητήσουν βοήθεια καὶ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τους.  Ἀλλὰ δὲν σταμάτησαν γενικὰ καὶ ἀπρόσωπα μόνο στὸ Μοναστήρι. Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς εἶχαν καὶ ἰδιαίτερες φιλικὲς προσωπικὲς σχέσεις καὶ ἐπαφὲς μὲ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἔτσι στὶς 12 Σεπτεμβρίου 1893 ὁ Δήμαρχος τοῦ  Πλατάνου ἔστειλε τὴν παρακάτω ἐπιστολὴ στὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς:

«Πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

Ὡς εἶναι γνωστόν σας ὁ πυρποληθεὶς ναὸς Ἅγιος Ἰωάννης Πρόδρομος τῆς ἐνταῦθα κωμοπόλεώς μας κατεστράφη κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 καὶ φροντίζομεν νὰ τὴν κτίσωμεν ἐκ θεμελίων ὡς καὶ πρὸ πολλοῦ ἐθεμελιώθη καὶ ὡς ἐφέτος ἐκτίσαμεν καὶ σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῶν τοίχων ἐκάναμε.

Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν χρήματα παρακαλοῦμεν τὸ Σεβαστὸν Ἡγουμενοσυμβούλιον ὅπως ἀνακοινώσῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πατέρας τὴν εἴδησιν ταύτην καὶ ὅ,τι ἔχει εὐχαρίστησιν ἀτομικῶς ἕκαστος πατὴρ ὡς φαίνονται κάτωθι τὰ ὀνόματα σημειούμενα νὰ ὑπογράψῃ μόνος του τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων καὶ θὰ μείνῃ ὑπόχρεως ἅπασα ἡ κοινότης τοῦ χωρίου Πλατάνου.

Γινώσκομεν δὲ ὅτι καὶ ὑμεῖς ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀνεγείρητε τὴν πυρποληθεῖσαν πλευρὰν τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἀλλ’ ὅταν γίνῃ ἔναρξις αὐτῆς πέμψατε καὶ ὑμεῖς ἀντιπρόσωπον ὅπως διέλθῃ τὴν κοινότητά μας ὡς καὶ ἅπαντα τὸν Δῆμον μας καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἅπαντες οἱ χριστιανοὶ θὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι ἕκαστος δύναται κατὰ πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεώς μας.

Σᾶς παρακαλῶ ὅπως φανῆτε πρόθυμος καὶ κάνετε ἕκαστος ἀνάλογον συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ ἀνεγερθέντος ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου διότι εἶναι μέγα ἄδικον νὰ μείνῃ ἄκτιστος διότι μὲ τὴν ὀλίγην συνδρομὴν τῶν χριστιανῶν ἔρχεται εἰς πέρας ἡ ἐκκλησία μας.

Τὴν ἀναφοράν μας ταύτην παρακαλῶ νὰ τὴν ἀνακοινώσητε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πατέρας καὶ νὰ μοὶ γράψετε ὅπως πέμψω τὸν ταμίαν τῆς ἐκκλησίας καὶ παραλάβῃ τὴν προσφερθεῖσαν βοήθειαν.

Ὁ Δήμαρχος Πλατάνου

Χρῆστος Δεσποτόπουλος».

Γιὰ νὰ βοηθήσει περισσότερο τὴν κατάσταση ὁ Δήμαρχος καὶ νὰ συγκεκριμενοποιήσει καὶ προσωποποιήσει τὴν βοήθεια ποὺ περίμενε, στὸ κάτω μέρος  τοῦ παραπάνω ἐγγράφου, κατέγραψε τὰ ὀνόματα τῶν μοναχῶν γιὰ νὰ ἀναγραφεῖ δίπλα τὸ ποσὸ ποὺ θὰ πρόσφερε ὁ καθένας τους:

«Γαλακτἰων Εὐσταθίου ἡγούμενος …., Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου …., Σπυρίδων Χρήστου…., Παπα-Στέφανος …., Κύριλλος …., Ἀγαθάγγελος …., Ἀχίλλειος…., Γρηγόριος…., Ἄνθιμος ….».

 

Πολυσχιδὴς καὶ πολυειδὴς ἦταν ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Αλμυροῦ. Ἡ  «Παναγία Ξενιὰ» ἦταν ἡ πλουσιοπάροχη πηγὴ πολλῶν ἀγαθῶν καὶ ποικίλων παροχῶν. Τὰ ὅσα καταγράφουμε ἐδῶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικὰ καὶ ἀποσπασματικά, χωρὶς ἀσφαλῶς αὐτὰ νὰ εἶναι καὶ τὰ πλέον χαρακτηριστικά, ἀφοῦ δὲν διαθέτουμε πλήρη καὶ ἐπίσημα ἀποδεικτικὰ τεκμήρια καὶ ἀφοῦ τὰ ἑκάστοτε ἡγουμενοσυμβούλια, ἀκολουθῶντας πάντοτε τὴν ρήση «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τὶ ποιεῖ ἡ δεξιά σου», δὲν γνωστοποιοῦσαν πάντοτε τὶς ἀγαθοεργίες τους  ἀλλὰ καὶ  διότι δὲν ἔχουν διασωθεῖ σὲ πλήρη μορφὴ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Μοναστηριοῦ, ἄν, βεβαίως καὶ σ’ αὐτὰ καταγράφονταν ὅλα.                                                             .

Ἕνας, ὡστόσο, ἀξιοπρόσεκτος, ἀλλὰ πολὺ ἄγνωστος, τομέας τῶν προσφορῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς εἶναι ἡ συμβολὴ του στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευση εἰδικῶς νέων τῆς περιοχῆς προκειμένου αὐτοὶ  νὰ ὑπηρετήσουν ὡς κληρικοί. Ἄμεσοι γνῶστες τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἁρμόδιες νὰ δώσουν βέβαιες καὶ ὑπεύθυνες πληροφορίες  εἶναι οἱ Ἐκκλησιαστικὲς Σχολές, ὅπως ἡ «Ῥιζάρειος Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή» καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀντλήσουμε κάποια στοιχεῖα.

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πλήρωνε τὰ δίδακτρα σπουδαστῶν τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ οἱ ὁποῖοι φοιτοῦσαν στὴ Ριζάρειο Σχολή. Γιὰ δύο τοὐλάχτιστον τέτοιους ἔχουμε σαφῆ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα: τὸν Κωνσταντῖνο Πριάκο καὶ τὸν Ν. Μυλωνᾶ.

Ὁ Κωνσταντῖνος Πριάκος, σπουδαστὴς τῆς Ῥιζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς στὰ 1896, γνωρίζοντας προφανῶς σχετικὴ πρόθεση ἀλλὰ καὶ ἀπόφαση τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὑπέβαλε  σ’ αὐτὸ αἴτηση νὰ τὸν βοηθήσει στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐξόδων τῶν σπουδῶν του, συνοδεύοντάς την καὶ μὲ σχετικὴ ἔγγραφη βεβαίωση καὶ συνηγορητικὸ ἔγγραφο τῆς Σχολῆς.  Ἡ αἴτηση τοῦ Κωνσταντίνου Πριάκου καὶ τὸ συνοδευτικὸ ἔγγραφο, ποὺ προσωπικὰ δὲν γνωρίζω ἄν διασώθηκαν, διαβιβάστηκαν πρὸς τὸν ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς μὲ τὴν παρακάτω συνηγορητικὴ ἐπιστολὴ τοῦ καθηγητῆ τῆς Σχολῆς Ἀγαθόνικου Δανασόπουλου:

«Πανοσιότατε,

Ἐντολῇ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, διαβιβάζομεν ἡμεῖς ἐγγράφως ᾧδε τὴν αἴτησιν τοῦ μαθητοῦ Κωνσταντίνου Πριάκου μετὰ τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, συνιστῶν καὶ ἐγὼ τὴν θερμήν μου παράκλησιν ὑπὲρ τοῦ ἀπόρου μὲν ἀλλὰ ἐπιμελεστάτου αὐτοῦ μαθητοῦ, πεποιθὼς ἐπὶ τῶν φιλανθρώπων καὶ φιλομούσων ὑμῶν αἰσθημάτων.

Διατελῶ τῆς ὑμετέρας Πανοσιότητος ὁλοπρόθυμος φίλος

Ἀγαθόνικος Δανασόπουλος, καθηγητής.

Τῷ ἡγουμενοσυμβουλίῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, εἰς Λάρισαν».

Τὸ Διοικητικὸ Συμβούλιο τῆς Ῥιζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς, ἐκτιμῶντας τὴν προσφορὰ αὐτὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ θέλοντας νὰ συνεισφέρει καὶ τὸ ἴδιο στὸ θεάρεστο αὐτὸ ἔργο του, ἀπάλλαξε τοὺς δύο ὑποτρόφους τῆς Ξενιᾶς Κ. Πριάκο καὶ Ν. Μυλωνᾶ  ἀπὸ τὴν ἐτήσια ἐγγύηση τῶν τριακοσίων δραχμῶν ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνει ὁ καθένας τους γιὰ ὁλόκληρη τὴν πενταετῆ φοίτηση στὴ Σχολή, ὅπως δηλώνεται στὸ σχετικὸ ἔγγραφο:

«Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1896

Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ῥιζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Θεσσαλίας.

Εἰς Ἁλμυρόν.

Τὸ πολυμελὲς Συμβούλιον τῆς καθ’ ἡμᾶς Σχολῆς ἐν τῇ Συνεδρίᾳ αὐτοῦ τῆς 21ης λήξαντος  καθορῶν τὸν ζῆλον τῶν ἰθυνόντων τὴν καθ’ ὑμᾶς Μονὴν ὅπως ἐκπαιδεύῃ νέους δαπάναις τῆς Μονῆς  προοριζομένους ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ  ἱερατικὸν στάδιον καὶ ἐπιθυμοῦν ὅπως διευκολύνῃ τὸ ἔργον αὐτῶν  ἀπεφάσισεν ὅπως προσωρινῶς ἀπαλλάξῃ τοὺς ὑποτρόφους τῆς Μονῆς ὑμῶν Κωνσταντῖνον Πριάκον καὶ Ν. Μυλωνᾶν τῆς καταβολῆς τῆς ἐτησίας  ἐγγυήσεως ἐκ δραχμῶν τριακοσίων καθ’ ὅλην τὴν πενταετίαν ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἐγγυηθῇ ἡ Μονὴ  ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἱερωθῶσιν οὗτοι θὰ πληρώσῃ διὰ μιᾶς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν πέντε ἐτῶν ἤτοι δραχμὰς 3.000.[10] Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐκύρωσεν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ ἐγγράφου τοῦ ὁποίου ἐπισυνάπτομεν ᾧδε ἀντίγραφον πρὸς γνῶσιν σας. Παρακαλοῦμεν ὅθεν ὑμᾶς ὅπως συμφώνως τοῖς ἀνωτέρω ἐκτιθεμένοις συντάξητε μονομερὲς συμβόλαιον δι’ οὗ ἡ Μονὴ  θὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑποχρέωσιν  ταύτην καὶ ἀντίγραφον τούτου ἐπίσημον  νὰ ἀποστείλῃ ἡμῖν ἐγκαίρως διὰ τὰ περαιτέρω.

Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον

                                ὁ γραμματεύς».

Ἡ ἀτομικὴ ἐτήσια ἐγγύηση τῶν 300 δραχμῶν καταβαλλόταν στὴ Σχολὴ γιὰ νὰ ἐξασφαλισθεῖ ὅτι οἱ σπουδαστές, μετὰ τὴν ἀποφοίτησή τους ἀπὸ τὴ σχολή, θὰ γίνονταν κληρικοί. Γιὰ τὸν ἴδιο, ἐξ ἄλλου σκοπὸ, νὰ γίνουν ὁπωσδήποτε κληρικοί, χορηγοῦσε τὶς ὑποτροφίες αὐτές καὶ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς.

Μὲ τὸ παραπάνω ἔγγραφο τοῦ «πολυμελοῦς» Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ριζαρείου Σχολῆς καὶ μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ Μονὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καλοῦνταν νὰ ἀναλάβει, σὲ περίπτωση ἀθέτησης τῆς σχετικῆς ὑπόσχεσης ποὺ εἶχαν δώσει οἱ σπουδαστές, νὰ καταβάλει αὐτή, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ποσὰ τῶν ὑποτροφιῶν ποὺ θὰ εἶχε πληρώσει ἐπὶ πέντε χρόνια καὶ τὸ ποσὸ τῆς ἐγγύησης τῶν 3.000 δραχμῶν. Καὶ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἀνέλαβε καὶ αὐτὴ  τὴν ὑπόσχεση.

Ὁ Κωνσταντῖνος Πριάκος, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχε γίνει «δόκιμος» μοναχός, τὸν ἑπόμενο χρόνο, 1897, ζήτησε νὰ τοῦ σταλεῖ τὸ ποσὸ τῆς ὑποτροφίας του:

«Πρὸς τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ἐν Ἀθήναις 1897 Μαρτίου 4

Ληξάσης ἤδη τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ τρέχοντος σχολικοῦ ἔτους δι’ ἥν ἐχορηγήσατέ μοι χρήματα πρὸς πληρωμὴν τῆς ὑποτροφίας μου ἐν τῇ Ἐκκλησιαστικῇ Ῥιζαρείῳ Σχολῇ καὶ παρισταμένης ἀνάγκης πρὸς πληρωμὴν τῆς ὑποτροφίας μου διὰ τὴν β΄  ἑξαμηνίαν,  παρακαλῶ τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, κατὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 231 ἔγγραφον ὑμῶν ἀπὸ ὀγδόης Αὐγούστου, τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν β΄ ἑξαμηνίαν.

Διατελῶ μετὰ σεβασμοῦ

Ὁ εὐπειθέστατος

Κωνσταντῖνος Γ. Πριάκος

δόκιμος ἀδελφὸς καὶ ὑπότροφος τῆς καθ’  ὑμᾶς Μονῆς».

 

Ἡ παραπάνω περίπτωση δὲν εἶναι φυσικὰ ἡ μόνη. Εἶναι αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία διαθέτουμε στοιχεῖα. Ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν τομέα τῆς Ἐκπαίδευσης στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ὑπῆρξε συνεχὴς καὶ πολλαπλῆ.

Στοὺς πίνακες τῶν ἐτήσιων οἰκονομικῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τοῦ Μοναστηριοῦ, σ’ αὐτοὺς τοὺς ἐλάχιστους, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὶς μεγάλες ἀπώλειες καὶ ἀλλεπάληλες καταστροφὲς τὶς ὁποῖες ὑπέστη τὸ ἀρχεῖο του, διασώθηκαν, καὶ τοὺς ὁποίους γιὰ λόγους οἰκονομίας χώρου δὲν παρουσιάζουμε ἐδῶ, ὑπάρχει καταγραμμένο μονίμως σὲ εἰδικὸ ἄρθρο μὲ τίτλο «Ὑπὲρ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῶν παίδων» σημαντικὸ χρηματικὸ ποσό.

Ἀτελείωτες, ὡστόσο, εἶναι οἱ περιπτώσεις προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γενικῶς στὴν ἐπιμόρφωση τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν του μὲ τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῶν σχολείων του καὶ τὴν παροχὴ ὑποτροφιῶν σὲ φοιτητὲς ποὺ δὲν εἶχαν τὴν ἀπαραίτητη γιὰ τὶς σπουδές τους οἰκονομικὴ δυνατοτητα.

Ἕνα δημοσίευμα μιᾶς ἀθηναϊκῆς ἐφημερίδας τοῦ 1906, ποὺ γράφτηκε ὕστερα ἀπὸ πληροφορίες ποὺ πῆρε ὁ δημοσιογράφος κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πανηγυριοῦ τοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς (15 Αὐγούστου) ἀναφέρεται στὴν προσφορὰ τοῦ εἴδους αὐτοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὴ σπουδάζουσα νεολαία τοῦ Ἁλμυροῦ:

«ΑΛΜΥΡΟΣ, Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς. Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας. 15 Αὐγούστου: Δαπάνῃ τοῦ Ταμείου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἐξεπαιδεύθησαν τέσσαρες νέοι ἐπὶ τῇ προϋποσχέσει, ὅτι θὰ ἀκολουθήσωσι τὸ μοναχικὸν ἤ κληρικὸν στάδιον. Καὶ κανεὶς τούτων δὲν ἐτήρησε τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν.

Τελευταῖον δὲ εἷς τούτων, ἀφοῦ ἐγένετο προλύτης[11] τῆς Θεολογίας, ἀπέβαλε τὰ καλογηρικὰ ράσα καὶ διωρίσθη ἑλληνοδιδάσκαλος, ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ μοναχολογίου καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῆς κουρᾶς αὐτοῦ παρὰ τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἀρχῆς Δημητριάδος καὶ ὡς ἐμάθομεν εὑρέθη νόμιμος ἡ αἴτησις καὶ διετάχθη ἡ διαγραφὴ ἐκ τοῦ Μοναχολογίου.

Τὸ γεγονὸς τοῦτο προὐξένησε κατάπληξιν εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν, διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος νέος εἶναι μεγάλης μορφώσεως καὶ ἐπιδιδόμενος εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν στάδιον θὰ κατελάμβανε μεγάλα ἀξιώματα καὶ θὰ ἐτίμα οὐ μόνον ἑαυτὸν ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ἡμῶν πατρίδα καθὼς καὶ τὴν δαπανήσασαν Μονήν.

Ἕνεκα τούτου οἱ πατέρες τῆς Μονῆς βαρέως φέρουσι τὸ διάβημα τοῦτο καὶ μετὰ πικρίας ἐκφράζονται περὶ τῶν παρασπονδησάντων νέων».[12]

Οἱ περισσότεροι ἐτήσιοι οἰκονομικοὶ ἀπολογισμοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ μπορούσαμε ν’ ἀντλήσουμε σχετικὰ στοιχεῖα, δυστυχῶς δὲν διασώθηκαν. Ὡστόσο, στὸν οἰκονομικὸ ἀπολογισμὸ τοῦ ἔτους 1908, ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τυχαίως ἔφτασε ὡς τὰ χέρια μας, ὑπάρχουν ἐνδιαφέροντα χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ στὸν τομέα τῆς Παιδείας. Τὰ  καταγράφουμε ὡς ἕνα, ἀσφαλῶς τυχαῖο καὶ μὴ ἀντιπροσωπευτικό, δεῖγμα στὴ θέση αὐτή:

«Κεφάλαιον Α΄, ἄρθρον 4: Πρόσκτησις (ἀρχαιο)ἑλληνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραμμάτων δραχμαὶ ἑκατὸν (100).

Κεφάλαιον Α΄, ἄρθρον 6: Συνδρομὴ εἰς ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ, Ἐφημερίδος Κυβερνήσεως, διαφόρων πολιτικῶν ἐφημερίδων, θρησκευτικῶν τοιούτων καὶ ἄλλων περιοδικῶν ἑξήκοντα τρεῖς (63) δραχμαί.

Κεφάλαιον Η΄, ἄρθρον 3: Συνδρομὴ ὑπὲρ τῆς ἐν Τριπόλει συσταθείσης Ἱερατικῆς Σχολῆς διακόσιαι (200) δραχμαὶ.

Κεφάλαιον Η΄, ἄρθρον 5: Συνδρομὴ ὑπὲρ διαφόρων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων  διακόσιαι (200) δραχμαὶ.

…… Δι’ ἐνίσχυσιν τοῦ τμήματος Βυζαντινῆς Μουσικῆς τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν ἑκατὸν (100) δραχμαί».

 

Στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλὰ πολύτιμα κειμήλια, τὰ ὁποῖα φυλάσσονταν στὸ εἰδικὸ Μουσεῖο ποὺ εἶχε συγκροτηθεῖ γιὰ τὴ φύλαξή τους. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ἁρπάχτηκαν σὲ δύσκολες περιστάσεις κατὰ τὴ διάρκεια λεηλασιῶν. Ὡστόσο πολλὰ προσφέρθηκαν σὲ Μουσεῖα καὶ ὑψηλοὺς ἐπισκέπτες. Ἡ προσφορὰ ἑνὸς σημαντικοῦ πολύτιμου κειμηλίου ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ παρακάτω πρακτικὸ:

«Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν ἑβδόμην τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1908 ἔτους, ἡμέραν Πέμπτην π. μ. ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς συνελθὸν τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς εἰρημένης Μονῆς ἀπαρτιζόμενον ἐκ τῶν Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου, ἡγουμένου, καὶ τῶν συμβούλων Ἀνθίμου Ἀποστόλου καὶ Ἀγαπίου Ἀθανασίου, καὶ ἀκοῦσαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος εὑρισκομένου ἐν τῇ Μονῇ δι’ ὑποθέσεις αὐτῆς, ὅπως μία παλαιὰ ἐκ βελούδου ἡγουμενικὴ μήτρα ἔχουσα τέσσαρας χρυσοϋφάντους ἁγίους καὶ ἄλλα χρυσοκέντητα κοσμήματα ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ὡς ἀφιέρωμα εἰς αὐτὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ἐκτιμοῦν δεόντως τὴν γνώμην τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος

Ἀποφαίνεται ὁμοφώνως

Γνωμοδοτεῖ ὅπως ἀποσταλεῖ ὡς ἀφιέρωμα τῆς Μονῆς ἡμῶν εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἑταιρείαν ἡ ὡς ἄνω ἀναφερομένη ἡγουμενικὴ μήτρα ὡς ἄχρηστος ἐν τῇ Μονῇ καὶ παρακαλεῖ τὸν Σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον Δημητριάδος ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω καὶ μεριμνήσῃ περὶ ἀποστολῆς ἡμῖν τῆς σχετικῆς ἀποδείξεως παραλαβῆς παρὰ τῆς εἰρημένης ἑταιρείας.

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον Ξενιᾶς

ὁ ἡγούμενος  Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου

Ἀγάπιος Ἀθανασίου» .

 

Βεβαίως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταχωρηθοῦν ἐδῶ ὅλες οἱ κοινωνικὲς προσφορὲς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὅχι μόνο γιατὶ αὐτὲς εἶναι πάμπολλες ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ γιὰ τὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς δὲν διασώθηκαν ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Ὡστόσο κάποιες τέτοιες προσφορὲς πρέπει νὰ τὶς καταγράψουμε, ἔστω ὡς ἐνδεικτικὰ στοιχεῖα.

Στὶς 7 Ἀπριλίου 1921 ὁ Γυμνασιάρχης τοῦ Γυμνασίου τοῦ Βόλου Σπυρίδων Φιλιππίδης μὲ σχετική του ἐπιστολὴ ἀπευθύνθηκε πρὸς διὰφορες ἀρχὲς καὶ συλλόγους τῆς Μαγνησίας ζητῶντας τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τοῦ Γυμνασίου στὴν ὁποία ἐπιστολὴ καταλήγοντας ἔλεγε: «….Διὰ τοῦτο ἔχομεν πάντα λόγον νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θέλετε εἰσακούσει τὴν παράκλησιν ἡμῶν, ὅτι θὰ ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς γνωρίσητε τὴν ἀναγραφησομένην ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ὑμῶν πίστωσιν, ἵνα φροντίσωμεν διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῆς».

Ἡ παραπάνω ἐπιστολὴ τοῦ Σπ. Φιλιππίδη, μὲ ἐντολὴ τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος, διαβιβάστηκε καὶ στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς:  «Ἐντολῇ Σεβασμιωτάτου: Διαβιβάζεται πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ ἀνωτέρω ἔγγραφον καὶ ψηφίσῃ κονδύλιόν τι ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου Βόλου διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν.

Ἐν Βόλῳ τῇ 26 Ἀπριλίου 1921».

Καὶ ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς» ἀνταποκρίθηκε καὶ στὴν παράκληση αὐτή.

 

Μία ἄλλη περίπτωση προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, καὶ πάλι στὴν ἐκπαίδευση, καταδεικνύεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ παρακάτω «πρακτικοῦ» τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς:

«Ἀριθμὸς πράξεως 168.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

Συγκείμενον ἀπὸ τὸν ἡγούμενον Ἀμβρόσιον Ἀνδρεάδην καὶ τὰ μέλη Βενέδικτον Παπανικολάου καὶ Γαβριὴλ Μιχαλόπουλον,

Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 27ην Ἰανουαρίου τοῦ 1923 ἔτους, ἡμέραν Παρακευὴν καὶ ὥραν 10ην π. μ. ἵν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου:

Περὶ

δωρεᾶς πρὸς τὴν Κοινότητα Ἁλμυροῦ τοῦ ἐν Ἁλμυρῷ μετοχίου τῆς Μονῆς ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ Γυμνάσιον καὶ γυμναστήριον.

Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἐ. ἔ. ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ καὶ τὸ συνημμένον αὐτῷ ψήφισμα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τῆς εἰρημένης Κοινότητος, δι’ οὗ ἐκφράζει εὐχὴν ὅπως ἡ Μονὴ δωρήσῃ πρὸς τὴν Κοινότητα Ἁλμυροῦ τὸ ἐν Ἁλμυρῷ Μετόχιον αὐτῆς μετὰ τοῦ προαυλίου, ἵνα τοῦτο ἐπισκευαζόμενον καταλλήλως χρησιμοποιηθῇ διὰ Γυμνάσιον καὶ γυμναστήριον τῆς πόλεως Ἁλμυροῦ

Ἐπειδὴ τὸ ἐν λόγῳ μετόχιον, εἰς τὸ ὁποῖον δωρεὰν κατοικεῖ πτωχὴ καὶ ὀρφανὴ οἰκογένεια, οὐδεμίαν πρὸς τὴν μονὴν ἀποδίδει πρόσοδον, καὶ ἐπειδὴ ὁ σκοπὸς δι’ ὅν ζητεῖται ἡ δωρεὰ τούτου ἐκ μέρους τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ θεωρεῖται κοινωφελὴς δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, προκειμένου περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ μορφώσεως τῆς νεολαίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρκετὰς ἀπήλαυσε καὶ ἀπολαμβάνει προσόδους ἡ καθ’ ἡμᾶς Μονὴ διὰ ταῦτα

ὁμοφώνως ἀποφαίνεται

Ἔχον ὐπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 21 τοῦ ΓΥΙΔ΄ Νόμου περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, γνωμοδοτεῖ ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ αἴτησις τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ καὶ δωρηθῆ πρὸς αὐτὴν τὸ ἐν Ἁλμυρῷ Μετόχιον τῆς Μονῆς μετὰ τοῦ προαυλίου αὐτοῦ, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον ὅπως τοῦτο χρησιμεύσῃ διὰ Γυμνάσιον καὶ Γυμναστήριον αἱ δὲ ἀπαιτούμεναι δαπάναι διὰ τὰς ἐπισκευὰς αὐτοῦ διατεθῶσιν ὑπὸ τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ καὶ ἐξ εἰσφορῶν τῶν κατοίκων καὶ λοιπῶν κοινοτήτων τῆς Ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, προσέτι δὲ ὅπως ἡ ἐγκατάστασις τοῦ σχολείου καὶ γυμναστηρίου συντελεσθῇ ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς δωρεᾶς, τῆς ὁποίας παρερχομένης ἀπράκτου ἡ δωρεὰ νὰ θεωρῆται ἄκυρος καὶ νὰ περιέρχηται τὸ οἴκημα καὶ προαύλιον ἐκ νέου εἰς τὴν κυριότητα τῆς Μονῆς, καὶ παρακαλεῖ τὸ Σεβαστὸν Διοικητικὸν Συμβούλιον ὅπως σὺν τῇ ἐγκρίσει ταύτης ἐνεργήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου τοῦ Νόμου προβλεπομένου εἰδικοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος.

Τὸ

Ἡγουμενοσυμβούλιον Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ Ἡγούμενος

Ἀμβρόσιος Ἀνδρεάδης

Βενέδικτος Παπανικολάου

Γαβριὴλ Μιχαλόπουλος».

 

Τρία χρόνια ἀργότερα, κατὰ τὸ ἔτος 1924, τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο καὶ ἡ Σχολικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Πτελεοῦ ἀποφάσισαν νὰ χτίσουν μὲ τὶς δικές τους δυνάμεις καὶ προσπάθειες κτίριο γιὰ τὴ στέγαση τοῦ δημοτικοῦ τους σχολείου. Χρειάζονταν πολλὰ χρήματα. Γιὰ τὴν ἐξοικονόμησή τους ἀπευθύνθηκαν καὶ «πρὸς τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἁγίας Μονῆς Ξενιᾶς», ὅπως ἔκαναν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς σὲ τέτοιες περιπτώσεις:

«Ἐν Πτελεῷ τῇ 6-7-1924

Πρὸς τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον Ἁγίας Μονῆς Ξενιᾶς

Προκειμένου νὰ ἀνεγείρωμεν διδακτήριον ἐν τῇ κωμοπόλει μας, οὗτινος σήμερον ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος, καὶ ἀδυνατοῦντες λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων νὰ συνεχίσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τούτου θερμῶς ἱκετεύομεν ὅπως συντρέξῃτε ἄμεσον καὶ ταχείαν συνδρομὴν ψηφίζοντες ἀναγκαίαν πίστωσιν δαπάνης.

Πεποιθότες διὰ τὸν εὐγενῆ καὶ πατριωτικὸν ὑμῶν ζῆλον ἐπὶ τὰ τοιαῦτα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα διατελοῦμεν μετ’ ἄκρας εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ πρὸς ὑμᾶς.

Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Πτελεοῦ

Ὁ πρόεδρος

Δ.Ι.Παπαστεργίου           Τὰ μέλη

                      Σκούρας Δ. Ε. Παππάς Δ. Ε. Κεχαγιάς Χρ.».

 

Καὶ ἡ «Παναγία Ξενιὰ», ἀποδεικνύοντας γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀκόμα ὅτι πάντοτε παραστεκόταν σὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν παιδιῶν Της, ἀνταποκρίθηκε θετικὰ καὶ πλουσιοπάροχα καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ τοῦ Σχολείου τοῦ Πτελεοῦ.

 

Δὲν περιοριζόταν ὅμως ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ ὅταν ἦταν νὰ χτισθοῦν σχολικὰ κτίρια. Ἡ βοήθειά του ἁπλωνόταν σὲ κάθε πνευματικὸ καὶ πολιτιστικὸ τομέα. Ὅλοι ἦταν βέβαιοι ὅτι ἡ Παναγία Ξενιὰ «ἡ  τόν Θεόν ἀφράστως τεκοῦσα» «οὐ παύει προστατεύουσα, καὶ ποικιλοτρόπως εὐεργετοῦσα, τῇ ταχείᾳ ἀντιλήψει» Της ὅλους καὶ σὲ ὅλα «οἷα μήτηρ φιλόστοργος».

Στὰ 1896 εἶχε ἱδρυθεῖ «Ἡ ἐν Ἁλμυρῷ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία τῆς «Ὄθρυος»». Γιὰ νὰ στηριχθεῖ τὸ ἔργο της χρειαζόταν τὴ βοήθεια ὅλων καὶ ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους. Στὰ 1924 τὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἔχτιζε ἀκόμη ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ, γιὰ τὴ στέγαση καὶ τὴ διαφύλαξη τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων τῆς περιοχῆς ποὺ εἶχε συγκεντρώσει, δὲν εἶχε ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ. Ἔπρεπε ὅλοι νὰ βοηθήσουν καὶ ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἀπευθύνθηκε σὲ πολλούς. Ἀπευθύνθηκε καὶ στὴν «Μεγάλη Μάνα» ὅλων, τὴν Παναγία Ξενιά:

«ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «Η ΟΘΡΥΣ»

ΕΝ ΑΛΜΥΡΩ

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ὡς γνωστὸν ἤδη ὑμῖν ἀπὸ ἐτῶν εὑρίσκεται ἐν τῇ πόλει ἡμῶν σωματεῖον ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Φιλάρχαιος Ἑταιρεία «ἡ Ὄθρυς», σκοπὸς δ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ καταστατικόν, εἶναι οὐ μόνον ἡ περισυλλογὴ καὶ ἡ διαφύλαξις τῶν ἀρχαιοτήτων ἀλλὰ καὶ ἡ κατάρτισις καὶ συντήρησις βιβλιοθήκης καὶ ἀναγνωστηρίου πρὸς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ τῆς πόλεως. Ἡ συντήρησις δὲ καὶ ἡ διαφύλαξις τῶν τε ἀρχαιοτήτων ὡς καὶ ἡ κατάρτισις βιβλιοθήκης θέλει γίνει ἐν Μουσείῳ κτιρίῳ οἰκοδομουμένου ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ ἐτῶν ἤδη.

Δυστυχῶς ὅμως δὲν κατωρθώθη ἄχρι σήμερον εἰμὴ μόνον ἡ ἀποπεράτωσις τῆς τοιχοποιίας, ἐναπολείπεται δὲ εἰσέτι ἡ στέγασις τοῦ κτιρίου ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ λοιπὴ γενικὴ συμπλήρωσις καὶ κατασκευὴ τοῦ μουσείου καὶ νὰ ἐναποτεθῶσι ἐν αὐτῷ κατὰ τὴν δέουσαν τάξιν αἱ περισυλλεγεῖσαι ἀρχαιότητες ἐν αἷς περιλαμβάνονται καὶ ἀρκετὰ χριστιανικὰ κειμήλια καὶ δὴ ἀντικείμενα ἐκκλησιῶν καὶ ἱερὰ βιβλία ἅτινα παντοιοτρόπως καὶ πολυμόχθως συλλεγέντα περισώθησαν ἐκ βεβαίας φθορᾶς.

Ἐπειδὴ ὅθεν τὰ μέγιστα οὕτω συνέβαλεν καὶ εἰς τὰ τῆς ἡμετέρας θρησκείας ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἑταιρεία, παρακαλοῦμεν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἵνα λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τοὺς προεκτεθέντας λόγους εὐαρεστηθῇ καὶ ψηφίσῃ χρηματικὴν πίστωσιν διὰ τὴν στέγασιν τοῦ Μουσείου ἡμῶν, ὅπερ οὕτω ἀποπερατούμενον θέλει καταστῇ τὸ πνευματικὸν κέντρον τοῦ κοινοῦ τῆς πόλεως καὶ ἐπαρχίας ἡμῶν καὶ συγχρόνως καὶ ἀφετηρία τῆς ἀναμορφωτικῆς κινήσεως τῆς πόλεως ἡμῶν.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 18ῃ Φεβρουαρίου 1924

Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας                  Ὁ γραμματεὺς

     Παπαδόπουλος                        Χρῆστος Ἀναγνώστου».

 

Καὶ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα καὶ στὸ αἴτημα αὐτὸ. Ἐξ  ἄλλου οἱ σχέσεις τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν πάντοτε ἀγαθὲς  καὶ πλήρεις ἀμοιβαίας κατανόησης καὶ ἀλληλοβοήθειας. Πολλοὶ μοναχοὶ ἦταν μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας, ἀποδεικνύοντας ἔτσι γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν  στενὸ δεσμὸ τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ὅλες τὶς πνευματικὲς κινήσεις  τοῦ λαοῦ. Ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἀλμυροῦ, ἐξ ἄλλου, μὲ σχετικὲς ἐργασίες καὶ ἔρευνες τῶν μελῶν της εἶχε συντελέσει πολὺ ἀποτελεσματικὰ τόσο στὴν καταγραφὴ τῶν χειρογράφων τῆς Μονῆς ὅσο καὶ στὴ μελέτη τους καὶ στὴν ἀξιοποίηση τοῦ περιεχομένου τους.

Στὸ «Μοναστήρι» τους κατέφευγαν ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀνάγκη καὶ σὲ γενικὲς δύσκολες καταστάσεις. Ἦταν ἡ ἀσφαλὴς καταφυγὴ ὅλων σὲ κάθε δύσκολη περίσταση.

Τὸ ἔτος  1936 ἦταν μιὰ δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ. Οἱ γεωργικὲς ἐσοδεῖες, στὶς ὁποῖες σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στηριζόταν πάντοτε ἡ οἰκονομία τῆς περιοχῆς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, εἶχαν καταστραφεῖ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπόρων κατοίκων εἶχε αὐξηθεῖ κατὰ πολύ.

Οἱ κοινωνικοὶ καὶ κοινοτικοὶ παράγοντες τοῦ Ἁλμυροῦ προχώρησαν στὴ σύσταση εἰδικῆς γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ «Ἐπιτροπῆς Συλλογῆς Ἐράνων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πτωχῶν» μὲ ὑπεύθυνους τὸν Διοικητὴ τῆς Ἀστυνομίας, τὸν Διευθυντὴ τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας καὶ τὸν Πρόεδρο τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἁλμυροῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπευθύνθηκε, ὅπως ἦταν φυσικό, καὶ στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς:

«Ἐπιτροπὴ Συλλογῆς Ἐράνων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πτωχῶν»

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 16 Δεκεμβρίου 1936

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Πανοσιότατε,

Πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνακούφισιν τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τοῦ Ἁλμυροῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν, λόγῳ τῆς καταστροφῆς τῶν ἐσοδειῶν καὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς κρίσεως, τυγχάνει σεβαστός, συνέστη ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως Ἁλμυροῦ πρὸς περισυλλογὴν ἐράνων καὶ διανομὴν  τοῦ συλλεγησομένου ποσοῦ κατὰ τὰς ἑορτάς.

Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπευθύνει θερμὴν παράκλησιν ἵνα καὶ ἡ Ἱερὰ Μονὴ προέλθῃ ἀρωγὸς καὶ δι’ ἀναλόγου πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν ὑλικῆς εἰσφορᾶς.

Διὰ τὴν ἐπιτροπὴν

Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἀστυνομίας      Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης

Τ.Υ.                                                  Τ.Υ

Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου

Τ.Υ.»

Ὅπως ἦταν φυσικὸ καὶ ἀναμενόμενο καὶ τούτη τὴ φορὰ τὸ Μοναστήρι ἀποδείχτηκε ἡ «σανίδα σωτηρίας», ὅπως πάντοτε.

 

Εἶναι πάμπολλες οἱ φορὲς ποὺ τὸ Μοναστήρι ἐρχόταν νὰ βοηθήσει σὲ τέτοιες δύσκολες περιόδους θλίψης καὶ ἀνέχειας τοὺς κατοίκους ὄχι μόνο τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ τῆς Θεσσαλίας ὁλόκληρης.

Ἐκφράζονταν, λοιπόν, μὲ εἰλικρίνεια τὰ αἰσθήματα τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, μὲ τὸν ὕμνο ποὺ συνέθεσε ἀργότερα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ἀνάμνησης τέτοιων γεγονότων ὁ ψαλμωδός:

«Δεῦτε πᾶσα ἡ Θετταλία καὶ ἅπασα ἡ Χριστώνυμος Ἑλλὰς χαριστηρίους ὕμνους προσοίσωμεν τῇ Θεοτόκῳ Παρθένῳ, τῇ πολλαχῶς ἡμᾶς εὐεργετούσῃ ἐν εὐκαιρίαις καὶ θλίψεσι. Καὶ τὴν τοῦ Δαβὶδ ἀναλαβόντες φωνήν, ταύτῃ βοήσωμεν. Τὶ σοι ἀνταποδώσωμεν, Ἄχραντε,  περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκας ἡμῖν; Πᾶσα γὰρ ἡμῶν ἡ χώρα, οὐ μόνον τῶν θαυμάτων σοι ἀλλὰ καὶ τῆς αἰνέσεώς σου πλήρης.   Ἀλλ’, ὦ Πάναγνε Δέσποινα, πρέσβευε ἀπαύστως σώζεσθαι τοὺς σὲ μεγαλύνοντας».

[1] Ἡ Γραμματικὴ τοῦ Κωνσταντίνου Λάσκαρη συντάχθηκε μὲ σκοπὸ νὰ διδαχθοῦν τὴν ἑλληνικὴ  γλῶσσα οἱ Δυτικοί. Ὁ Κωνσταντῖνος Λάσκαρης ἐγκατέλειψε τὴν γενέτειρά του Κωνσταντινούπολη λίγο πρὶν τὴν πτώση της καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ Μιλᾶνο μετὰ τὸ 1460, ὅπου δίδαξε ἑλληνικὰ. Ἡ Γραμματική του τυπώθηκε στὰ 1476.

[2] Τέλος = σκοπός.

[3] Λεπτομέρειες γιὰ τὸν χειρόγραφο αὐτὸν κώδικα  μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»»,  περίοδος Β΄, τεῦχος 12, Ἁλμυρὸς 2008, σελ. 111 – 137, Ἀθανασίου ἱερομονάχου τοῦ ἐξ Ἀγράφων, Τεχνολογία συντομωτάτη τῶν ὀκτὼ μερῶν τοῦ λόγου, κατ’ ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν.

[4] Νικόλαος Ι. Γιαννόπουλος, Τὰ Φθιωτικά, ἤτοι Περιγραφὴ τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ ὑπὸ ἱστορικὴν τε καὶ τοπογραφικὴν ἔποψιν, Ἀθῆναι 1891, σελ. 20.

[5] Περιοδικὸ Προμηθεὺς, ἔτος στ΄, ἀριθ. ξθ΄, Βῶλος Αὔγουστος 1894, σελ. 558.

[6] Σήμερα βρίσκεται στὸ ἀρχεῖο τοῦ συγγραφέως τῆς ἐργασίας αὐτῆς.

[7] Πρὸς Κορινθίους Β΄ , 11, 29.

[8] Ἡ βιβλιοθήκη αὐτὴ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» μὲ ἀπόφαση τοῦ Διοικητικοῦ της Συμβουλίου προσφέρθηκε καὶ ἤδη ἀνήκει στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ «Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ».

[9] Βλ. Ἐπετηρίδα Φιλολογικοῦ Συλλόγου Παρνασσός, τόμ. ΣΤ΄, 1902. (Δημοσιεύτηκαν ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο).

[10] Ἐτήσια έγγύηση 300 Χ  5 ἔτη = 1500 δραχμές ὁ κάθε ὑπότροφος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Χ 2 ἄτομα (Πριάκος καὶ Μυλωνᾶς) =3.000 δραχμές.

[11] Προλύτης, στὴ νεότερη ἐποχή, ἦταν τίτλος ποὺ ἀπένειμε μέχρι τὸ 1911 τὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν σὲ πτυχιούχους μὲ βαθμὸ πτυχίου σχεδὸν καλῶς.

[12] Ἐφημερίδα Ἀλήθεια, 19 Αὐγούστου 1906.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο όγδοο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ συνεισφορά τοῦ Μοναστηριοῦ στοὺς ἐθνικούς ἀγῶνες (β΄ μέρος)

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸ ἀπελευθερωτικό κίνημα τοῦ 1821 -1832

Ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες, γιὰ τὴν ὁποία, ἴσως  κάπως γενικὰ καὶ χωρὶς ἀναφορὰ σὲ συγκεκριμένα γεγονότα καὶ περιστατικά, ἔγινε ἀναφορὰ παραπάνω, ἔγινε πολὺ συγκεκριμένη κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν στὰ βουνὰ τῆς πατρίδας μας ἡ παρουσία τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἀρματολῶν ἄρχισε νὰ φτερώνει  τὶς ἐλπίδες τοῦ ἔθνους μας γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὴν τουρκικὴ σκλαβιά.

Οἱ ὁμάδες τῶν κλεφτῶν τῆς Ὄρθρης εὕρισκαν στὸ Μοναστήρι αὐτὸ τὸν βασικό, μόνιμο καὶ μεγάλο ὑποστηρικτὴ ἀλλὰ καὶ τὸν σοφὸ καὶ ἐνημερωμένο καθοδηγητὴ τοῦ ἀγῶνα τους. Οἱ καλόγεροι χορηγοῦσαν τρόφιμα ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες τοῦ Μοναστηριοῦ γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν κλεφτῶν.

Σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ προφορικὴ παράδοση,  στὸ νοτιοδυτικὸ μέρος τοῦ περιβόλου τοῦ Μοναστηριοῦ (Πάνω Μοναστήρι) ὑπῆρχε μυστικὴ εἴσοδος, γνωστὴ σὲ μερικοὺς μόνο, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμπαινε ὁ ἔμπιστος ἀντιπρόσωπος τοῦ καπετάνιου, συνεννοημένος ἐκ τῶν προτέρων μὲ τὸν ἡγούμενο καὶ τὸν ὑπεύθυνο καλόγερο, καὶ ἔπαιρνε τὰ ἀπαραίτητα τρόφιμα ἤ ὅποια ἄλλη βοήθεια καὶ πληροφορίες εἶχαν ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό..

Στὸ μέρος αὐτὸ τοῦ Μοναστηριοῦ ὑπῆρχαν ἀπὸ πολλὰ χρόνια πρίν, χρησιμεύοντας γιὰ τὶς ἀποθηκευτικὲς διατροφικὲς ἀνάγκες τῶν πάμπολλων μοναχῶν, οἱ γνωστὲς, ὡς τὰ τελευταῖα ἀκόμα χρόνια στοὺς κατοίκους τῆς γύρω περιοχῆς, «χαβοῦζες». Οἱ «χαβοῦζες» ἦταν ὑπόγειες σπηλιές, σκαμμένες σὲ κατάλληλα σκιερὰ καὶ δροσερὰ μέρη, μέσα στὶς ὁποῖες  κυκλοφοροῦσε κρύο νερὸ φυσικῶν πηγῶν. Ἔτσι ἐκεῖ διατηροῦνταν τὸ καλοκαίρι ἀρκετὴ δροσιὰ μέχρι καὶ ψῦχος ὥστε νὰ μποροῦν νὰ λειτουργοῦν ἀποτελεσματικὰ σὰν ἕνα εἶδος ψυγείων. Ἦταν τὰ ἀπαραίτητα πρακτικὰ ψυγεῖα – ἀποθῆκες τοῦ Μοναστηριοῦ γιὰ τὴν κατάλληλη διατήρηση τῶν εὐπαθῶν τροφίμων ποὺ χρειάζονταν γιὰ τὴ διατροφὴ τῶν μοναχῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτοὶ ἦταν πολυάριθμοι ἀλλὰ καὶ τῶν πολυάριθμων λαϊκῶν ποὺ καθημερινὰ σιτίζονταν σ’ αὐτό.

Ὅταν, στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας,  ἡ συντήρηση τῶν κλεφτῶν τῆς Ὄρθρης, ἀπὸ ἀτομικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ καὶ μόνο φροντίδα τῶν ἴδιων, ἔγινε καὶ συγκεκριμένη φροντίδα, ἀποστολὴ καὶ μέριμνα κάποιων ὀργανωμένων συνεργατῶν τους, οἱ  «χαβοῦζες» αὐτὲς διαμορφώθηκαν κατάλληλα καὶ ξαναχρησιμοποιήθηκαν. Οἱ καλόγεροι διατηροῦσαν σ’ αὐτὲς κρυμμένα τρόφιμα, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ βρίσκουν ὅσοι δὲν γνώριζαν. Ἀπὸ αὐτὰ τροφοδοτοῦνταν οἱ μυημένοι στὸ μυστικὸ κλέφτες, ὅταν ἦταν ἀνάγκη.

Ὁ ἐκδότης καὶ διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ  «Ἀχιλληίς», Εὐστάθιος, Καλτσέτας δικαστικὸς κλητῆρας στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ στὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰῶνα, εἶχε πολλὲς φορὲς διανυκτερεύσει στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς. Εἶχε συνομιλήσει ὧρες πολλὲς μὲ τοὺς μοναχοὺς  καὶ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ αὐτοὺς πολλὰ τέτοια σχετικὰ γεγονότα. Πολλὰ σχετικὰ τοῦ εἶχε ἀναφέρει ὁ ἡγούμενος γέρο – Γαβριὴλ, ποὺ διατηροῦσε ζωντανὲς προσωπικὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν συνεργασία του μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο. Ὁ ἴδιος ὁ Καλτσέτας εἶχε ἐπισκεφθεῖ καὶ εἶχε ἰδεῖ νὰ χρησιμοποιοῦνται ἀκόμη οἱ «χαβοῦζες» αὐτές. Ἔτσι σὲ ἕνα δημοσίευμά του ἔγραψε ἁπλὰ καὶ λιτὰ:

«Ἐγένετο δὲ ἡ Μονὴ Ξενιᾶς τροφὸς τῶν ἱεροφαντῶν τῆς λεβεντιᾶς τῶν ἀθανάτων «Κλεφτῶν τῆς Τουρκοκρατίας», τῶν ἀπεργασαμένων τὴν ἀνάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ διότι διετήρει μυστικὴν σύραγγα συγκοινωνοῦσαν ἀπὸ τοῦ ἀνωγείου διαμερίσματος πρὸς τὸ ὑπόγειον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ μεμυημένος οἰκονόμος τῆς Μονῆς παρέδιδεν εἰς τὸν διολισθαίνοντα διὰ μυστικῆς εἰσόδου ἀπεσταλμένον τοῦ καπετάνου τὴν ἀπαιτουμένην τροφήν τοῦ μπουλουκίου».

Πολὺ σημαντικὴ ἔγινε ἡ προσφορὰ αὐτὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους μας (1821-1828) ἐξαιτίας τῆς ἰδιάζουσας κατάστασης τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ. Στὴν πόλη τοῦ Ἁλμυροῦ  καὶ στὰ πεδινὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς του ἦταν μόνιμα στρατοπεδευμένες ἰσχυρὲς στρατιωτικὲς τουρκικὲς δυνάμεις. Αὐτὸ δροῦσε ἀποτρεπτικὰ στὴ συμμετοχὴ οἰκογενειαρχῶν Ἁλμυριωτῶν στὶς ὁμάδες τῶν κλεφτῶν τῆς Ὄρθρης. Οἱ οἰκογένειές τους διέτρεχαν   ἄμεσο κίνδυνο νὰ συλληφθοῦν, νὰ αἰχμαλωτισθοῦν καὶ νὰ βασανισθοῦν εἰς ἀντίποινα.

Τὸ μεγάλο αὐτὸ πρόβλημα ἦρθε νὰ λύσει πολὺ ἀποτελεσματικὰ  καὶ πάλι τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Τὰ γυναικόπαιδα  τῶν οἰκογενειῶν τῶν καταδιωκόμενων καὶ καταζητούμενων ἐπαναστατῶν, κλεφτῶν καὶ ἀρματολῶν, κατέφευγαν στὰ βουνὰ γιὰ νὰ κρυφτοῦν, γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τὴν φροντίδα, τὴν τροφοδοσία καὶ τὴ συντήρησή τους σ’ ὁλόκληρο τὸ διάστημα τοῦ ἔνοπλου ἀγῶνα τὴν εἶχε ἀναλάβει τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς.

«Κατὰ τὴν ἑπταετῆ Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν περὶ τὰς τρεῖς χιλιάδας γυναικόπαιδα διαιτώμενα ἀνὰ τοὺς δρυμοὺς, σπήλαια καὶ φάραγγας τῆς Ὄθρυος, ἐνῶ οἱ ἄνδρες ἐμάχοντο, ἐτροφοδοτοῦντο ἀπὸ τὸ ὀψοφυλάκιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», ἀνέφερε γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ λιτὰ καὶ περιληπτικὰ ὁ Εὐστάθιος Παπακωνσταντίνου Καλτσέτας, παρουσιάζοντας  σὲ μία ὁμιλία του τὸ ἔργο τῆς Μονῆς κατὰ τὸ Μάιο τοῦ 1935. Καὶ στηριζόταν, λέγοντας αὐτὰ, σὲ ἐξακριβωμένα στοιχεῖα ποῦ τοῦ εἶχαν παραδώσει οἱ μοναχοὶ τῆς Ξενιᾶς καὶ ἰδίως ὁ γέρο – Γαβριήλ.

Σύμφωνα μὲ μία  παράδοση, πολλαπλῶς ἐπιβεβαιωμένη, στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821 καὶ μέχρι τὸ 1840 εἶχε πάνω ἀπὸ 100 μοναχούς, στὰ 1821 φιλοξενήθηκε γιὰ τρεῖς ἡμέρες καὶ εἶχε συνεργασία μὲ τοὺς μοναχοὺς του γιὰ τὴ συμμετοχή τους στὴν ἐπανάσταση, ὁ Ἀθανάσιος Διάκος.

Μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο συνέφαγε καὶ ὁ νεαρὸς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἱερομόναχος τῆς Ξενιᾶς  Γαβριήλ. Ὁ Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος ἔζησε γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ πέθανε, σὲ ἡλικία 118 χρόνων, τὸ 1908, διηγοῦνταν τὸ περιστατικὸ στοὺς ἄλλους μοναχούς.

Ἀργότερα ὁ Γαβριὴλ, ὁ ὁποῖος εἶχε γεννηθεῖ στὰ 1790, ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ὁ ἴδιος διηγήθηκε καὶ στὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο τὸ περιστατικὸ τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀθανασίου Διάκου στὸ Μοναστήρι καὶ τὸν βεβαίωσε  ὅτι εἶχε καθήσει στὸ ἴδιο τραπέζι καὶ εἶχε συμφάγει μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο. Γιὰ τὸ ἴδιο γεγονὸς εἶχε ἀκούσει καὶ ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας καὶ βεβαίωνε καὶ αὐτὸς γιὰ τὴν ἀλήθειά του.

Κατὰ τὸ 1844, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἐπισκόπου «Ἁλμυροῦ καὶ Κοκουσίου» Ἰωακείμ,[1] προτάθηκε στὸν ἡγούμενο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Γαβριὴλ νὰ γίνει αὐτὸς ἐπίσκοπος Ἁλμυρού. Ὁ Γαβριὴλ ὅμως δὲν δέχτηκε καὶ προτίμησε νὰ παραμείνει ἡγούμενος τῆς Ξενιᾶς. Ἔτσι διορίστηκε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως   τοποτηρητὴς τῆς Ἐπισκοπῆς Ἁλμυροῦ ὁ ἐπίσκοπος Θαυμακοῦ.

Στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς σωζόταν μία σχετικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, ἀντίγραφο τῆς ὁποίας εἶχε πάρει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος γιὰ τὸ ἀρχεῖο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.[2]

Ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ καὶ ἡ ἐπικοινωνία τοῦ Ἀθανασίου Διάκου μὲ τοὺς καλογέρους τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ προφανῶς καὶ μὲ κάποιους λαϊκοὺς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ οἱ ὁποῖοι πρωτοστατοῦσαν, ἔγινε στὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, στὴ γνωστὴ θέση  «Ράχοβο». Ὁ Ἀθανάσιος Διάκος στὴν ἐπιστολὴ του πρὸς τοὺς μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς ὀνομάζει τοὺς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ «Ραχοβίτες». Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου στάλθηκε στὶς 28 Μαρτίου 1821.

Σήμερα ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου πρὸς τοὺς «Ραχοβίτες» μοναχοὺς βρίσκεται στὴν Ἐθνική Βιβλιοθήκη στὸ τμῆμα χειρογράφων μὲ αὔξοντα ἀριθμὸ 10318. Θεωροῦμε βέβαιο ὅτι τὸ γράμμα αὐτὸ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Γιαννόπουλος λέει ὅτι σωζόταν στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος εἶχε πάρει ἀντίγραφο.  Ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἄγνωστο μὲ πιὸ τρόπο βρέθηκε στὴ Μονὴ Βαρνάκοβας τῆς Φωκίδας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ παραδόθηκε στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη, ὅπου βρίσκεται σήμερα.

Τὸ γράμμα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου πρὸς τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ «Ραχόβου» (= Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς = παλιό Κάτω Μοναστήρι Ξενιᾶς), ποὺ βρίσκεται στὸ τμῆμα χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:

«Αἰδεσιμώτατε ἅγιε πρωτόπαπα καὶ παπᾶ δημήτρι εὐλαβῶς προσκυνῶ, καὶ ἀγαπητοί μου γεωργάκη σηδερᾶ καὶ γιάννη ἀλεξανδρῆ, Σᾶς φανερόνω λαμβάνοντας τὸ παρόν μου ἀμέσως νὰ σηκοθῆτε νὰ μαζόξετε ὅλους τοὺς ῥαγιάδες νὰ μοῦ τοὺς ξημερόσετε τρίτη πουρνὸ εἰς Λυκούρασιν[3] ὁποῦ θὰ ἔλθετε ὅλοι :200: διακόσι ὀνομάτοι καὶ τῆς ὥρας μαζὺ μὲ τὰ ἅρματά σας νὰ πάρετε καὶ  :10: φορτώματα ψωμὶ καὶ κρασὶ καὶ ἐλιὲς καὶ ὅλον τὸν  τζημπχανὲν[4] ὁποῦ ἔχετε μπαρούτην καὶ κουρσούμια[5] καὶ νὰ μοῦ φέρετε καὶ :6: ἕξη ἄλογα καλὰ  μεζηλιάρικα[6] καὶ ἔτζη νὰ μοῦ ἀκολουθήσετε ἐξ ἀποστάσεως. ὑγιαίνετε.

ὁ ἀγαπητός σας ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ

(Τ.Σ.)[7]

1821 μαρτίου 28 κάπερνα[8]

Τοῖς ἀγαπητοῖς ῥαχωβῆτες[9]      εἰς ῥάχοβον».[10]

 

Στὸ λευκὸ περιθώριο τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ εἶναι γραμμένη μιὰ ἰδιαίτερη ἐπισημείωση τοῦ Διάκου:

«γιάννη ἀλεξανδρῆ καὶ πατέρα γεωργάκη ἀτοί σας νὰ πάρετε τοὺς ἀνθρώπους ἐν τῷ ἅμα καὶ νὰ μοῦ εὑρεθῆτε ἐδῶ».

Ὁ Γιάννης Ἀλεξανδρῆς καὶ ὁ Γιωργάκης Σιδερᾶς, τὸν ὁποῖον ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, προσφωνεῖ «πατέρα» ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν τοὺς διακόσιους ἁρματωμένους τῆς περιοχῆς τους (διακόσι ὀνομάτι = διακόσια ὀνόματα = διακόσιοι νοματέοι) κοντὰ του μὲ ὅλες τὶς προμήθειες ποὺ θα τοὺς ἐφοδίαζε τὸ Μοναστήρι τοῦ «Ραχόβου» (κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς). «Ὁ αἰδεσιμώτατος ἅγιος πρωτόπαπας» (ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ) θὰ τοὺς ἐφοδίαζε μὲ δέκα μουλάρια φορτωμένα μὲ ψωμὶ, ἐλιὲς, κρασί καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἐφόδια ὅσα εἶχαν στὸ Μοναστἠρι, «ὅλον τὸν τζημπχανὲν ὁποῦ ἔχετε. Μαζί τους θὰ κουβαλοῦσαν μπαρούτι καὶ κουρσούμια και ἕξι ἄλογα «καλὰ μεζηλιάρικα».[11]

Δὲν γνωρίζουμε ποιὰ ἦταν ἡ συνέχεια στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ. Ἐκεῖνο ποὺ μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε, ἀπὸ ὅσα ἄλλα γεγονότα συνέβησαν στὴ συνέχεια καὶ μᾶς εἶναι γνωστά, εἶναι ὅτι ἡ συγκεκριμένη αὐτὴ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸ αἴτημα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου καὶ ἡ ὁποία στάλθηκε, δὲν συνδεόταν ἄμεσα μὲ τὴν συμμετοχὴ τῆς Ξενιᾶς στὴν προετοιμασία καὶ στὰ συγκεκριμένα ἐπαναστατικὰ σχέδια ποὺ ὑπῆρχαν γιὰ τὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ καὶ τὴ Μαγνησία γενικότερα.

Ἦταν μιὰ ἄλλη παράλληλη συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ μία ἄλλη βοήθεια πρὸς τὴ μεριὰ τῆς Φθιώτιδας, στὴν περιοχὴ τῆς ὁποίας ἁπλωνόταν ἐπίσης οἱ σύνδεσμοι καὶ ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Μοναστηριοῦ. Τὸ ὅτι ἀναφέρεται συγκεκριμένος ἀριθμὸς ἀτόμων «διακόσιοι ονομάτι» ποὺ ἔπρεπε σὲ συγκεκριμένη ὥρα καὶ μέρα,  Τρίτη πρωί, «νὰ μοῦ τοὺς ξημερώσετε τρίτη πουρνό»,  νὰ βρεθοῦν σὲ συγκεκριμένη μέρος «εἰς Λυκούρασιν», σημαίνει  ὅτι τὰ ἄτομα  αὐτὰ βρίσκονταν ἤδη στὸ Μοναστήρι ἤ ἐκεῖ γύρω φιλοξενούμενα περιμένοντας αὐτὸ τὸ κάλεσμα. Ὑπεύθυνοι ἦταν ὁ Γιάννης Ἀλεξανδρῆς καὶ ὁ Γιωργάκης Σιδερᾶς.

Ὡστόσο πολὺ ἐνεργὴ ἦταν ἡ συμμετοχὴ τῆς Ξενιᾶς στὴν ἐξέγερση ποὺ ἑτοιμαζόταν καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ. Σύμφωνα μὲ τὸ γενικότερο σχέδιο ποὺ ὑπῆρχε γιὰ τὴν περιφέρεια τῆς Μαγνησίας, καὶ στὸ ὁποῖο ἐκ μέρους τοῦ Ἁλμυροῦ συμμετεῖχε ἐνεργὰ ὁ Ἰωάννης Βελέντζας, ὁ Ἁλμυρὸς καὶ τὰ χωριά του θὰ ξεσηκωνόταν στὸν ἔνοπλο ἀγῶνα στὶς 8 Μαΐου 1821.

Τὸ σχέδιο ὅμως αὐτὸ προδόθηκε στοὺς Τούρκους τοῦ Ἁλμυροῦ. Οἱ Τοῦρκοι ἐνήργησαν κεραυνοβόλα. Μόλις πληροφορήθηκαν τὶς ἑτοιμασίες γιὰ τὸ κίνημα ἔπιασαν ὅλα τὰ γυναικόπαιδα τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ  τὰ κρατοῦσαν κλεισμένα μέσα σὲ ὀχυρωμένα σπίτια τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅπως στὸν πύργο τοῦ Μεμὲτ Κουτσιούκου, ἀπειλῶντας ὅτι σὲ περίπτωση ποὺ οἱ Ἁλμυριῶτες ἔπαιρναν μέρος στὸ κίνημα θὰ τοὺς κάψουν ὅλους ζωντανούς.

Ἔτσι ἡ μαζικὴ συμμετοχὴ τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ στὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τῆς Μαγνησίας ματαιώθηκε καὶ δὲν εἶχε τὰ ἀποτελέσματα ποὺ ὅλοι προσδοκοῦσαν. Ὡστόσο ὁ Ἄνθιμος Γαζῆς, ἀγνοῶντας προφανῶς ὅσα εἶχαν γίνει στὸ μεταξὺ στὸν Ἁλμυρό, σὲ γράμμα ποὺ ἔστειλε μία ἡμέρα μετά,  «τῇ 9 Μαΐου 1821, ἀπὸ τὸ στρατόπεδον Γόλου» πρὸς τοὺς «εὐγενέστατους ἄρχοντες Ὕδρας, ἥρωας καὶ εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος», γιὰ νὰ ἀνακοινώσει τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα στὸ νομὸ Μαγνησίας, ἔγραψε, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ τὰ ἑξῆς, φέρνοντας ὡς δεδομένο τὴν ἐξέγερση τοῦ Ἁλμυροῦ:

«Εἰς τὰς 7 τοῦ παρόντος ἐκινήθημεν κατὰ τῶν τυράννων καὶ μέρος ἐξ αὐτῶν αἰχμαλωτίσθησαν εἰς τὸ κάστρον τοῦ Γόλου (Βόλου) τοὺς ὁποίους πολιορκοῦμεν καὶ διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης καὶ ἐλπίζομεν σήμερον ἤ αὔριον νὰ τοὺς κυριεύσωμεν. Ὁ λαός μας ἐκινήθη μὲ μεγάλον ἐνθουσιασμόν, ἐξεστράτευσε σήμερον τὸ στράτευμά μας ἔξω εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας. Οἱ τῆς Ὄσσας ἐγκάτοικοι καὶ τοῦ Ὀλύμπου κινοῦνται καὶ αὐτοὶ σήμερον, τὰ μέρη τοῦ Ἁρμυροῦ ἐκινήθησαν χτές,[12] στράτευμα ἐξεκινήσαμεν διὰ νὰ βοηθήσῃ τὸ στράτευμα τῶν Βοιωτῶν καὶ Ὀπουντίων καὶ νὰ πολιορκήσῃ τὸ Ζητούνι».[13]

Ἡ εἴδηση ὅτι οἱ Ἁλμυριῶτες δὲν ξεσηκώθηκαν, ὅπως ὅλοι περίμεναν, κλόνισε τὸ ἠθικὸ ὅσων πολιορκοῦσαν τότε τὸ κάστρο τοῦ Βόλου. Ὡστόσο, ὁ Ἁλμυριώτης καπετάνιος Ἰωάννης Βελέντζας, μετὰ τὴν ἀποτυχία τοῦ κινήματος στὸν Ἁλμυρό, μὲ πενήντα παλικάρια κατέφυγε στὸ στρατόπεδο στὸ Τρίκερι γιὰ νὰ λάβει μέρος στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν κατακτητῶν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀρχηγούς, τὸν Γαρέφη, τὸν Μπασδέκη, τὸν Κοντονίκο καὶ ἄλλους.

Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ λάβουν ἐνεργὸ μέρος, μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦσαν καὶ τοὺς ἀνῆκε, στὸ ἐπαναστατικὸ κίνημα, ὅπως  φάνηκε καὶ ἀπὸ τὴ συνεργασία τους μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο, βλέποντας τὴν ματαίωση τῆς ἀπελευθερωτικῆς κίνησης στὸν Αλμυρό, πῆραν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τρεῖς χιλιάδες γιδοπρόβατα καὶ 150 βόδια καὶ πέρασαν μὲ καΐκια ἀπέναντι στὸ Τρίκερι μὲ σκοπὸ νὰ ἐνισχύσουν ἐκεῖ πλέον τοὺς ἀγωνιστές. Ὅλα τὰ ζῶα αὐτὰ τοῦ Μοναστηριοῦ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν τροφοδοσία τῶν ἀγωνιστῶν. Ὅταν σταμάτησε ὁ ἀγῶνας οἱ καλόγεροι γύρισαν στὸ Μοναστήρι τους. Ἀπὸ τὶς  τρεῖς χιλιάδες γιδοπρόβατα ἔφεραν πίσω μόνο ἑβδομήντα καὶ ἀπὸ τὰ 150 βόδια μόνο ἕνα.

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1854

 

Κατὰ τὴν ἐξέγερση τοῦ 1854 ἡ περιφέρεια Ἁλμυροῦ ἦταν τὸ κέντρο τῶν διαφόρων κατὰ τόπους ἐπαναστατικῶν κινημάτων.  Ὁ οὐσιαστικὸς πυρήνας καὶ ἡ ἐπιτελικὴ  ἕδρα τῶν συσκέψεων καὶ ἀποφάσεων γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ αὐτοῦ κινήματος στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Στὸ Μετόχι τοῦ Μοναστηριοῦ, στὴ θέση «Κελέρια», λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ κτίριο τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ, συγκεντρώθηκαν, τὴν Τετάρτη 10 Μαρτίου τοῦ 1854, σαράντα δύο καπεταναῖοι καὶ ὅλοι μαζὶ μὲ τὸ χέρι στὸ Εὐαγγέλιο ὁρκίστηκαν νὰ ἀγωνισθοῦν γιὰ νὰ ἐλευθερώσουν τὴ Θεσσαλία.

Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος τοῦ 1854 πολλοὶ κάτοικοι τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῶν χωριῶν του εἶχαν καταφύγει στὴν περιοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς  Παναγίας Ξενιᾶς γιὰ προστασία.

Τὰ «Κελέρια» τῆς Ξενιᾶς ἦταν ἡ πιὸ κατάλληλη θέση γιὰ τὴ συγκέντρωση τῶν ἀπελευθερωτικῶν στρατευμάτων. Εἶναι μιὰ πεδινὴ ἔκταση, λίγο ἔξω ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες καὶ τὶς ἄλλες κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις τῆς «Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς». Ἦταν Μετὀχι τῆς Ξενιᾶς. Ὑπῆρχε νερὸ γιὰ ὅλους καὶ μεγάλο οἴκημα γιὰ τὴν στέγαση τοῦ ἐπιτελείου. Στὸ ἴδιο μέρος συγκεντρώθηκαν πρὶν ξεκινήσουν τὸν ἀγῶνα τους  τὰ ἀπελευθερωτικὰ στρατεύματα καὶ κατὰ τὸ 1878. Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς κατὰ τὸ 1854 ἦταν ὁ Γαβριὴλ, ποὺ εἶχε λάβει μέρος καὶ στὶς συνομιλίες μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο στὶς παραμονὲς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος τοῦ 1821.  Ὁ ἴδιος ἦταν ἡγούμενος καὶ κατὰ τὸ 1878.

Εἶναι μία «εὐλογία» Θεοῦ αὐτὴ ἡ «τύχη», αὐτὴ ἡ «εὔνοια» τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ὑπεραιωνόβιο αὐτὸν ἱερομόναχο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, τὸν Γαβριήλ, ποὺ ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ στὴ θέση αὐτή.

Νεαρὸς καλόγερος σὲ  ἡλικία 31 ἐτῶν, στὸ «Κάτω Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς» κουβέντιασε μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο, παραμονὲς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος τοῦ 1821, καὶ ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴ συμμετοχὴ τοῦ μοναστηριοῦ του σ’ αὐτό.

Δὲν εἶδε, δυστυχῶς, τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἐλεύθερη. Ζῶντας στὴν σκλαβιά, μένοντας στὸ ἴδιο πάντοτε μοναστήρι, ἡγούμενος τούτη τὴ φορά, σὲ ἡλικία 64 ἐτῶν, ἔπαιξε δραστήριο ρόλο στὸ ἀπελευθερωτικὸ  κίνημα τοῦ 1854, χωρίς καὶ πάλι νὰ ἰδεῖ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἐλεύθερη.

Ἀφοσιωμένος στὸ ἴδιο πάντοτε μοναστήρι, 24 χρόνια ἀργότερα, ἡγούμενος καὶ πάλι, σὲ ἡλικία 88 ἐτῶν, ἡγήθηκε τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος τοῦ 1878, χωρὶς καὶ πάλι νὰ ἰδεῖ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἐλεύθερη.

Ἀξιώθηκε ὅμως, τρία χρόνια ἀργότερα, στὰ 1881, σὲ ἡλικία 91 ἐτῶν, νὰ ἰδεῖ τὴν περιπόθητη ἐλευθερία στὴν πατρίδα του καὶ νὰ λάβει μέρος στὴν δοξολογία ποὺ τελέστηκε γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ στὸν Ἅγιο Νικόλαο τοῦ Ἁλμυροῦ.

Δυστυχῶς δεκαέξι χρόνια ἀργότερα, στὰ 1897, εἶδε καὶ πάλι τοὺς Τούρκους νὰ πατοῦν καὶ νὰ λεηλατοῦν τὸ ἀγαπημένο του Μοναστήρι γιὰ ἕνα σχεδὸν χρόνο, σὲ ἡλικία 107 ἐτῶν.

Ἔζησε καὶ αὐτὴ τὴν περιπέτεια, ἐπανῆλθε στὸ Μοναστήρι του, ἔζησε ἄλλα δέκα χρόνια σ’ αὐτὸ καὶ «ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ», στὰ 1908, σὲ ἡλικία 118 ἐτῶν.

Ὑπηρέτησε ἐπί, περισσότερο ἀπὸ ἐνενήντα τρία (93) χρόνια, ἀπὸ τὸ 1815 μέχρι τὸ 1908, ὡς μοναχὸς στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τριάντα ἕξι (36) χρόνια ὡς ἡγούμενος.

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1878

Σημαντικότατη ἦταν ἡ συνεισφορὰ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς στὸ τελευταῖο ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, κατὰ τὸ 1878,  τελικὸ ἐπακόλουθο ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ἦταν ἡ ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, τρία χρόνια ἀργότερα, στὶς 17 Αὐγούστου τοῦ 1881.

Στὶς 10 Ἰανουαρίου 1878 συγκεντρώθηκαν στὴ Βρύναινα ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα τοῦ Ἁλμυροῦ μὲ γενικὸ ἀρχηγὸ τὸν Θρασύβουλο Βελέντζα. Τὸ κίνημα  ὑποστηριζόταν καὶ ἀπὸ τοὺς προύχοντες τοῦ Ἁλμυροῦ μὲ πρωτοστάτη τὸν Δημήτριο Οἰκονομίδη. Στὴν ἐκκλησία τῆς Βρύναινας τελέσθηκε δοξολογία ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἀγαθάγγελο Τσακμακόπουλο καὶ ὑψώθηκε ἡ σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως.

Τὴν Κάτω Ξενιὰ εἶχαν ἤδη καταλάβει καὶ εἶχαν ὀχυρωθεῖ σ’ αὐτὴν πενήντα  Τοῦρκοι στρατιῶτες. Οἱ ἐπαναστάτες σκέφτηκαν ἀρχικὰ νὰ ἐπιτεθοῦν καὶ νὰ καταλάβουν τὸ Μοναστήρι ἤ, σὲ περίπτωση ἀνάγκης, καὶ νὰ τὸ ἀνατινάξουν.

Δὲν ἔγινε δεκτὴ ὅμως ἡ σκέψη αὐτὴ καὶ ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα οἱ Ἕλληνες ἄρχισαν νὰ πολιορκοῦν τὸ Μοναστήρι πιάνοντας ἐπίκαιρες θέσεις γύρω του. Τὸ βράδυ, ὕστερα ἀπὸ σκληρὲς μάχες καὶ ἀφοῦ διέτρεξαν μεγάλο κίνδυνο νὰ αἰχμαλωτισθοῦν, κατόρθωσαν καὶ μπῆκαν στὸ Μοναστήρι καὶ ὀχυρώθηκαν σ’ αὐτὸ ἄλλοι 600 Γκέκηδες ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό. Τόση ἦταν ἡ μανία τῶν Γκέκηδων αὐτῶν γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεξαν καὶ τὶς μεγάλες ἀπώλειες ποὺ εἶχαν ὥστε θέλησαν νὰ σφάξουν τὸν ἡγούμενο τῆς Ξενιᾶς Γαβριήλ μόλις μπῆκαν στὸ Μοναστήρι.

Εὐτυχῶς τὸ μεγάλο κακὸ ἐμποδίστηκε τὴν τελευταία στιγμὴ ἀπὸ τὸν  Τοῦρκο ταγματάρχη τοῦ Ἁλμυροῦ Μουσταφᾶ Μπίμπας, ἴσως καὶ ἀπὸ τὸν ἰδιαίτερο σεβασμὸ ποὐ ἔτρεφαν ἀνέκαθεν οἱ ντόπιοι Τοῦρκοι γιὰ τὸ Μοναστήρι καὶ τὴν Παναγία Ξενιὰ καὶ προσωπικὰ γιὰ τὸν ἡγούμενό του Γαβριήλ.

Στὶς 20 Ἰανουαρίου 1878, συγκροτήθηκε καὶ δεύτερη μάχη στὴν περιοχὴ τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ἐπαναστατῶν καὶ τῶν Τούρκων ποὺ εἶχαν ἀρχηγὸ τὸν Μουσταφᾶ Μπίμπας. Εἶναι ἡ δεύτερη μάχη τῆς Ξενιᾶς. Οἱ Τοῦρκοι κατατροπώθηκαν στὴ μάχη αὐτὴ καὶ ἀναγκάστηκαν νὰ καταφύγουν καὶ νὰ ὀχυρωθοῦν καὶ πάλι στὴν Κάτω Ξενιά. Ἡ θέση τους ὅμως ἦταν ἀπελπιστική. Ἄν ἔμειναν ἐκεῖ κινδύνευαν ὅλοι νὰ χαθοῦν. Ἔτσι τὰ μεσάνυχτα οἱ πολιορκημένοι στὴν Ξενιὰ Τοῦρκοι, κινδυνεύοντας νὰ χαθοῦν ὅλοι, ἀποπειράθηκαν νὰ διαφύγουν πρὸς τὸν Ἁλμυρό, ἐκμεταλλευόμενοι τὸ πυκνὸ σκοτάδι ποὺ ἐπικρατοῦσε καὶ τὴ σύγχυση ἀπὸ τὴ ραγδαία βροχὴ ποὺ ἔπεφτε. Γιὰ νὰ κάνουν ἀσφαλέστερη τὴ διαφυγή τους, προκαλῶντας σύγχυση καὶ ἀναστάτωση, φεύγοντας πυρπόλησαν ὅλη τὴν βόρεια πλευρὰ τοῦ Μοναστηριοῦ. Στὸ Μοναστήρι, ὡστόσο,  ἔμειναν πολλὰ πτώματα νεκρῶν Τούρκων. Τὰ  πτώματα αὐτὰ τῶν νεκρῶν Τούρκων θάφτηκαν στὸ προαύλιο τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς.

Ὡς ἐνθύμιο τῶν μαχῶν αὐτῶν βρισκόταν ἐπὶ πολλὰ χρόνια στὸ Μουσεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ μία θύρα τῆς θολωτῆς εἰσόδου του  διάτρητος ἀπὸ τὶς σφαῖρες τῶν πολεμιστῶν καὶ ἔχοντας πάνω της κάποιες σφαῖρες σφηνωμένες.

Ἡ ἐφημερίδα  «Εὐνομία»,  στὶς 9  Φεβρουαρίου 1878, ἔγραψε μεταξὺ πολλῶν ἄλλων γιὰ τὴ μάχη αὐτή: «Οἱ ἐπαναστάται τῶν μερῶν αὐτῶν ἐπιτυχῶς πολεμήσαντες ἐν Ξενιᾷ, ἐν Βρύνιανῃ καὶ ἐν Πλατάνῳ ἐσυνήθισαν ν’ ἀντιμετωπίζωσιν τοὺς Νιζάμηδας καὶ Γκέκηδες μεθ’ ἡρωικῆς ἀταραξίας. Καίτοι δὲ εἰς ὅλας τὰς μάχας ἦσαν διπλάσιοι οἱ ἐχθροί, οἱ ἐπαναστάται ἐνίκησαν αὐτοὺς καὶ εἰς τὰς τρεῖς θέσεις. Εἶναι δ’ ἀπείρων ἐγκωμίων ἄξιοι διότι πολεμήσαντες πρὸς διπλάσιον καὶ γεγυμνασμένον στρατὸν…ἠγωνίσαντο μετὰ τοσαύτης ἐπιδεξιότητος».

Στὶς 24 Μαρτίου 1878 οἱ ἐπαναστατικὲς δυνάμεις τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ μἐ ὅλους τοὺς καπεταναίους τους συγκεντρώθηκαν στὰ «Κελέρια», μετόχι τοῦ Μοναστηριοῦ, σὲ πολὺ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Στοὺς συγκεντρωμένους ἐκεῖ ἐπαναστάτες μίλησε ὁ ἀρχηγὸς τους  Θρασύβουλος Βελέντζας, λέγοντας, ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα, δείχνοντας τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς «Τὰ τείχη του Μοναστηριοῦ αὐτοῦ εἶναι βαμμένα ἀπὸ τὸ χθεσινὸν αἷμα τῶν ἐχθρῶν μας……Ὁ Γκέκας βλέπει ὄνειρο τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ ξυπνᾶ ἀκόμα τρομαγμένος» .

Στὴν ἐφημερίδα «Πρωία», στὶς 19 Δεκεμβρίου 1910, δημοσιεύθηκε, μεταξὺ ἄλλων πολλῶν, καὶ τὸ ἑξῆς χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴ συμβολὴ τῶν μοναχῶν καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, κάνοντας ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὸν ἡγούμενο Γαβριὴλ:  «Τέκνον δὲ τῆς Σούρπης (ἦταν) ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Γαβριήλ, εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ σύνεσιν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται κατὰ πολὺ ἡ ἐπιτυχία τῆς μεγάλης μάχης τῆς Μονῆς Ξενιᾶς τοῦ 1878, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρον τάγμα τουρκικοῦ στρατοῦ ἐτάφη εἰς τὸν περίβολον τοῦ μοναστηριοῦ ὑπὸ τὸ φονικὸ πῦρ τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων» .

Ὁ ἡγούμενος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Γαβριὴλ, «εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ σύνεσιν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται κατὰ πολὺ ἡ ἐπιτυχία τῆς μεγάλης μάχης τῆς Μονῆς Ξενιᾶς τοῦ 1878», ἦταν τότε 88 ἐτῶν καὶ ἦταν γιὰ δεύτερη φορὰ ἡγούμενος. Εἶχε ἀναλάβει καθήκοντα ἡγουμένου ἀπὸ τὸ 1869 καὶ παρέμεινε στὴ θέση του μέχρι καὶ τὸ 1885.

Ὁ ἴδιος ἦταν ἡγούμενος καὶ  κατὰ τὴ  διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος τοῦ 1854, σὲ ἡλικία 64 ἐτῶν, στὴν πρώτη θητεία ὡς ἡγουμένου τῆς Ξενιᾶς, ἀπὸ τὸ 1846 μέχρι τὸ 1865. Ἦταν ὁ ἴδιος ποὺ στὰ 1821, νεαρὸς μοναχὸς τότε τῆς Ξενιᾶς, σὲ ἡλικία 31 ἐτῶν, ὅταν στὸ Μοναστήρι ἡγουμένευε ὁ Ἰγνάτιος, εἶχε καθήσει στὸ ἴδιο τραπέζι καὶ εἶχε συμφάγει μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο.

Ὁ ἴδιος εἶχε ἀκόμα τὴν εὐτυχία νὰ ἰδεῖ καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς περιοχῆς τοῦ Μοναστηριοῦ του καὶ τοῦ Ἁλμυροῦ, στὰ 1881, καὶ νὰ λάβει μέρος, ὡς ἡγούμενος καὶ πάλι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Ἁλμυροῦ, στὶς 17 Αὐγούστου 1881, σὲ ἡλικία 91 ἐτῶν.

Γιὰ τοὺς παραπάνω λόγους ἀνταποκρινόταν στὴν πραγματικότητα τὸ χαρακτηριστικὸ ἀπόφθεγμα τοῦ λόγου τοῦ Θρασύβουλου Βελέντζα: «Ὁ Γκέκας βλέπει ὄνειρο τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ ξυπνᾶ ἀκόμα τρομαγμένος.»

Ἡ τοπικὴ λαϊκὴ μοῦσα, ἀποθανατίζοντας πάντα μὲ λιτότητα τὴν πραγματικότητα τῶν γεγονότων, ὕμνησε τὴ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν ἀγῶνα τοῦ 1878 μὲ ἕνα ἁπλὸ δίστιχο:

«Ἕνα μπαϊράκι ξέβγαινε ἀπ’ τῆς Ξενιᾶς τὰ μέρη

ἔλαμψε ὁ κάμπος τ’  Ἁλμυροῦ ταράχτηκε τ’ ἀσκέρι».

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸν  Ἑλληνο -Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897

Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους μας, δίπλα πάντοτε στοὺς ἀγωνιστὲς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὸ τελευταῖο ἐπαναστατικὸ κίνημα τοῦ 1878 ποὺ εἶχε ὡς τελικὸ ἀποτέλεσμα, ἔστω καὶ μετὰ τρία χρόνια, τὴν ὁριστικὴ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ καὶ τοῦ ὑπόλοιπου τμήματος τῆς περιοχῆς καὶ  τὴν ἐνσωμάτωσή της  στὸ ἐλεύθερο ἑλληνικὸ κράτος στὶς 17 Αὐγούστου 1881.

Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν τὴν ἀπελευθέρωση οἱ ὑπεύθυνοι παράγοντες τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν προβλήματα ἐσωτερικῆς ὀργάνωσης, ἀσφάλειας, προστασίας καὶ περίθαλψης. Ἦταν προβλήματα ποὺ πάντοτε ἀπασχολοῦσαν τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ στὰ δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸ βλέμμα τοῦ κατακτητῆ.

Μετὰ  τὴν ἀπελευθέρωση τὰ προβλήματα αὐτὰ ἔγιναν περισσότερο ἐσωτερικά. Ἡ βοήθεια καὶ ἡ συμπαράσταση τοῦ Μοναστηριοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς ἦταν τώρα πιὸ συγκεκριμένη καὶ πιὸ φανερή.

Ἀποφεύγοντας γενικόλογα καὶ ἀοριστολογίες θὰ περιοριστοῦμε μόνο σὲ ὅσα γεγονότα σχετικὰ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ξενιᾶς στὴν ἀνασυγκρότηση τῆς τοπικῆς κοινωνικῆς καὶ κοινοτικῆς ὑπόστασης στηρίζονται σὲ ἔγγραφα.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα προβλήματα στὸ ἐλεύθερο πιὰ καθεστὼς στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν ἡ ληστεία. Τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα ποὺ δροῦσαν στὴν περιοχὴ τῆς Ὄρθρης κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια δὲν διέκοψαν ὅλα τὶς δραστηριότητές τους μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ 1881. Κάποια παρέμειναν ἀσυμβίβαστα καὶ εἶχαν προσλάβει μία ἰδιάζουσα μορφὴ μεταξὺ ληστρικῶν καὶ ἐπαναστατικῶν ὁμάδων.

Ἡ συντήρησή τους δὲν μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενο οὔτε κρατικῆς οὔτε κοινωνικῆς συστηματικῆς ὀργάνωσης. Αὐτὸ δημιουργοῦσε προβλήματα. Οἱ διάφοροι ἀρχηγοὶ τῶν ὀργανωμένων ὁμάδων, τῶν καθαρὰ ἐπαναστατικῶν, μὲ σαφῶς ἀπελευθερωτικοὺς σκοποὺς στὶς ἐπιδιώξεις τους, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνοργάνωτων καὶ ἀπειθάρχητων «μπουλουκιῶν» συγχέονταν μεταξύ τους στὴν κοινὴ λαϊκὴ ἀντίληψη. Πολλὲς φορὲς τέτοιοι «κατεταναῖοι» ἀντιδικοῦσαν καὶ μεταξύ τους γιατὶ δὲν ὑπῆρχε μία ἀναγνωρισμένη ἀπὸ ὅλους κεντρικὴ διοίκηση. Στὴν προσπάθειά τους νὰ ἐξασφαλίσουν τὴ διατροφή τους οἱ ὁμάδες αὐτὲς τῶν κάθε φύσης «ἐπαναστατῶν» πραγματοποιοῦσαν «ληστρικὲς» ἐπιδρομές.

Στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, πολλὰ «ἐπαναστατικὰ σώματα» ἤ «μπουλούκια» ἐξακολούθησαν καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση, στὶς 17 Αὐγούστου 1881 νὰ  παραμένουν στὰ βουνὰ. Μετατράπηκαν πλέον, γιὰ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς κοινῆς ἀντίληψης τοὐλάχιστον, σὲ «ληστρικὰ» μπουλούκια. Αὐτὰ ἐξακολουθοῦσαν τὴν ἴδια ζωὴ καὶ ἐπαναλάμβαναν τὶς δραστηριότητές τους εἴτε γιατὶ θεωροῦσαν ὅτι δὲν δικαιώθηκαν οἱ ἀγῶνες τους εἴτε γιατὶ αὐτὸ ἦταν ἕνας τρόπος ζωῆς καὶ ἐπιλογή τους.

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος εἶχε ἐγκαταστήσει κατὰ τὸ 1894 στὸν Ἁλμυρὸ εἰδικὸ καταδιωκτικὸ τῆς ληστείας σῶμα ποὺ εἶχε τὴν ὀνομασία  «Μεταβατικὸ Ἁλμυροῦ», ὅπως, τοὐλάχιστον, ὀνόμαζε αὐτὸ ὁ «ἀρχηγός» του Ρήγας Νικόλαος. Τὸ «Μεταβατικὸ Ἁλμυροῦ», στὴν ὅλη προσπάθειά του γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς «ληστείας», ἐγκατέστησε στὴ Μονὴ Ξενιᾶς ἕνα «σταθμό» γιὰ τὴ φύλαξή της. Γιὰ τὴ συντήρηση τῶν ἀνδρῶν τοῦ «Σταθμοῦ» αὐτοῦ ὁ ἀρχηγός τοῦ Μεταβατικοῦ Ἁλμυροῦ ἀπευθύνθηκε μὲ ἔγγραφό του πρὸς τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς:

«Ὁ ἀρχηγὸς Ρήγας Νικόλαος, ἐπόπτης Μεταβατικοῦ Ἁλμυροῦ

Πρὸς τὸν ἡγούμενον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ξενιά.

Ἐπὶ τῆς ἀνάγκης αὐτόθι τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ σταθμοῦ ἀναγκαζόμεθα νὰ προμηθευόμεθα τοὺς ἄντρες δι’ ἄρτου  ἐντεῦθεν ἐκδόσῃς ἀποφάσεως ἀποφυγόντες τὸ βάρος τούτου ἐκ τῆς Μονῆς δι’  ἥν ὁ σταθμὸς ἐγκαθιδρύθη πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῆς.

Εἰς ταῦτα τὰ ἀνεπαίσθητα ζητήματα ἀναγκαιοῦται εἰς τοὺς ἄντρας μικρὰ πράγματα τοὐτέστι ἔλαιον καὶ φακῆν καὶ ἄλλαι χάριται ἐκ τῶν περιβόλων τῆς Μονῆς. Πιστεύομεν ὅτι δὲν ἀπαιτεῖταί τι σημαντικὸν τῆς Μονῆς ἥτις προορισμὸν καὶ σκοπὸν ἔχει τοιαῦτα τὰ προηγούμενα ἄγεται καλέσει. Κατ’ ἄλλον λόγον ὁ σταθμὸς αὐτοῦ ὡς ἀνωτέρω σκοπὸν ἔχει τὴν διαφύλαξιν τῆς Μονῆς ἀπὸ τῆς ληστρικῆς συμμορίας σήμερον τῆς καταμαστιζούσης τὸν τόπον τοῦτον. Ὅθεν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἡ Μονὴ πρὸς εὐκολίαν τῶν ἀνδρῶν παρακαλεῖται καὶ παρέχῃ ἡ Μονὴ καὶ θυσίας ὑπερβολικὰς νὰ κάμῃ.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 14 Μαρτίου 1894».

 

Παρ’ ὅλη τὴν ἀσάφεια, τὴν ἀσυνταξία καὶ τοὺς σολοικισμούς του, τὸ ἔγγραφο τοῦ Ρήγα Νικολάου εἶναι, νομίζω, κατατοπιστικὸ σὲ πόσα προβλήματα τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν βοηθός καὶ συμπαραστάτης ἡ Μονὴ Ξενιᾶς, ποὺ καλοῦνταν χάριν τῶν ἀναγκῶν της «καὶ θυσίας ὑπερβολικὰς νὰ κάμῃ».

Χαρακτηριστικὸ σταθμὸ στὴν ἀνάπτυξη καὶ καλλιέργεια τοῦ στενοῦ συνδέσμου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀποτέλεσε ὁ Ἑλληνο – Τουρκικὸς Πόλεμος τοῦ 1897.

Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀναγκάστηκαν κατὰ τὸν πόλεμο αὐτὸ νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ σπίτια τους καὶ νὰ καταφύγουν γιὰ ἀσφάλειά τους σὲ μέρη ποὺ θεωροῦνταν ἀσφαλῆ ὅπως ἡ Εὔβοια καὶ ἄλλα μέρη τῆς λεγόμενης «παλιᾶς Ἑλλάδας».

Μαζὶ μὲ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς, ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό, ἔφυγαν καὶ μερικοὶ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς  παίρνοντας μαζί τους τὴν ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τὰ πιὸ πολύτιμα ἱερὰ κειμήλια καὶ βρῆκαν καταφύγιο στὴν Εὔβοια.

Μαζί τους εἶχαν ἀκόμη καὶ τὸ πολυτιμότερο κειμήλιο τοῦ Μοναστηριοῦ, τὰ δύο τεμάχια τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Παναγίας, τοποθετημένα σὲ πολυτιμότατη θήκη, δῶρο πρὸς τὸ Μοναστήρι, τῆς Μονῆς Βατοπεδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κατὰ τὸ ἔτος 1522.

Ὅταν, μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν Τούρκων,  οἱ μοναχοὶ ἐπέστρεψαν στὸ Μοναστἠρι τους δὲν ἔφεραν μαζί τους, ἄγνωστο γιὰ ποιὸ λόγο, τὴν πολύτιμη θήκη μὲ τὰ δύο τεμάχια τῆς Τιμίας Ζώνης. Ἡ θήκη τελικὰ ἐπέστρεψε καὶ τοποθετήθηκε στὴ θέση της, στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς ἔρευνες, ἐνέργειες καὶ διαμαρτυρίες, μετὰ ἀπὸ 36 ὁλόκληρα χρόνια, τὸ 1933.[14]

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεύτερης αὐτῆς «Τουρκοκρατίας» στὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ, ἀπὸ τὶς 4 Μαΐου  1897 μέχρι, περίπου, καὶ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1898, τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὑπέστη μεγάλες καταστροφὲς καὶ λεηλασίες, παρ’ ὅλο  ὅτι ὁ ἡγούμενος καὶ κάποιοι μοναχοί, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχε ἡ ζωή τους, προτίμησαν νὰ παραμείνουν στὸ Μοναστήρι καὶ νὰ τὸ διαφυλάξουν ὅσο καὶ ὅπως μποροῦσαν.

Στὴν ἐφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ τῆς 12ης Ἰουνίου 1897 ἀναφέρεται σχετικὰ: «Ἐπιβάται ἀφικόμενοι χθὲς εἰς Πειραιᾶ πληροφοροῦσιν ὅτι ἡ ἐν Ἁλμυρῷ διαρπαγὴ ὑπῆρξε τελείως ἀπογυμνωτικὴ διὰ τὰ καταστήματα καὶ τὰς οἰκίας. Ἐπίσης οἱ Τοῦρκοι διήρπασαν καὶ τὴν ἐκεῖ  μονὴν τῆς Ξενιᾶς, ἀφαιρέσαντες πᾶν ὅ,τι πολύτιμον ὑπῆρχε εἰς σκεύη ἱερὰ ἤ ἐπὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων».

Φαίνεται δὲ ὅτι οἱ καλόγεροι ποὺ παρέμειναν στὸ Μοναστήρι ἔπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο στὴν ἀντίσταση κατὰ τῶν Τούρκων γιατὶ βοήθησαν νὰ κρυφτοῦν σ’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ διαφύγουν ἀσφαλεῖς καὶ κάποιοι λαϊκοὶ. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ  Ἰωάννης Κομνόπουλος, ὁ ὁποῖος διέφυγε ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό μετὰ τὴν εἰσβολή τῶν Τούρκων σ’ αὐτὸν.

Ὁ Κομνόπουλος ἦταν νέος στὴν ἡλικία μὲ σχέδια καὶ ὄνειρα γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἕνας σημαντικὸς πολιτικὸς παράγοντας τοῦ τόπου. Ἔμεινε στὸν Ἁλμυρὸ ἐλπίζοντας νὰ φανεῖ χρήσιμος στὴν πατρίδα του καὶ νὰ βοηθήσει ἄν καὶ ὅπου μποροῦσε στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς. Ἔζησε στὸ πρῶτο στάδιο τὶς λεηλασίες τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τελικὰ, ὕστερα ἀπὸ περιπέτειες κατώρθωσε καὶ διέφυγε στὸ Ξηροχώρι «διά τοῦ Μοναστηρίου», ὅπως ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του.

Ὁ ἡγούμενος τῆς Ξενιᾶς, Ἄνθιμος Ἀποστόλου,  ἔπαιξε ἕναν προστατευτικό καὶ ἡγετικό ρόλο στὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς δεύτερης αὐτῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Οἱ Τοῦρκοι κατακτητὲς δὲν ἀρκέστηκαν μόνο στὴ φορολόγηση τῶν μερῶν ποὺ εἶχαν καταλάβει. Θέλησαν νὰ ἐπεκτείνουν τὴ φορολογία καὶ στὰ μέρη τῆς «οὐδέτερης ζώνης». Οἱ πρόκριτοι τῶν οὐδέτερων αὐτῶν μερῶν, ὅπως κυρίως τῆς  Σούρπης, τῆς Μιτζέλας καὶ τοῦ Πτελεοῦ, ἀντέδρασαν. Πρωτοστάτης καὶ μεγάλος προστάτης τους στάθηκε καὶ πάλι ὁ ἡγούμενος τῆς Ξενιᾶς, ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια.

Τὰ μαθαίνουμε ὅλα ἀπὸ ἕνα δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας  «ΕΣΤΙΑ» τῆς 29ης Ἰανουαρίου 1898: «Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς τηλεγραφεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ Νέας Μιτζέλης ὅτι αἱ τουρκικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπέστειλαν στρατὸν εἰς τὰ χωρία τῆς οὐδετέρας ζώνης ὅστις ἐκάλεσε τοὺς κατοίκους ἵνα μεταβῶσιν εἰς Ἁλμυρὸν καὶ πληρώσουν τοὺς ὀφειλομένους φόρους διότι ἄλλως τὰ χωρία των θὰ καταληφθῶσι οἱ δὲ φόροι θὰ εἰσπραχθῶσι βιαίως. Οἱ πρόκριτοι τῶν χωρίων τούτων συναθροισθέντες εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς ἀναμένουσιν ὁδηγίας περὶ τοῦ πρακτέου».

Ἀλλὰ ἡ βοήθεια καὶ ἡ συμπαράσταση τῆς  Ξενιᾶς δὲν περιοριζόταν μόνο στὴν τοπικὴ κοινωνία. Ἐπεκτεινόταν σ’ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα ἄν ἦταν ἀνάγκη. Τὰ δύο ἔγγραφα ποὺ παρουσιάζουμε στὴ συνέχεια καὶ τὰ ὁποῖα σώθηκαν στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ φανερώνουν ὅτι βοήθησε καὶ στὴν περίθαλψη καὶ βοήθεια πρὸς τοὺς πρόσφυγες τῆς Κρήτης ποὺ ἔφτασαν κυνηγημένοι στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1897:

«Βασίλειον τῆς Ελλάδος

Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Πρὸς τοὺς ἀνὰ τὸ Κράτος σεβασμιωτάτους ἱεράρχας καὶ τὰς ἐπισιτιστικὰς ἐπιτροπὰς.

Περίληψις: «Περὶ συνδρομῆς  ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν»

Διαπέμποντες ᾧδε συνημμένως ἡ Σύνοδος ἐγκύκλιον αὐτῆς ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς ἀνὰ τὸ Κράτος χριστιανοὺς, δι’ ἧς προτρέπει αὐτοὺς νὰ ἔλθωσι ἐπίκουροι καὶ ἀντιλήπτορες ὑπὲρ τῶν γυναικοπαίδων τῶν καταφυγόντων εἰς τὴν Μητέρα Ἑλλάδα πρὸς σωτηρἰαν ἀπὸ τὰς μαχαίρας τῶν ἀγρίων σφαγέων, προσκαλεῖ ὑμᾶς νὰ διατάξητε τὴν ἐπ’ ἐκκλησίαις ἀνάγνωσιν αὐτῆς ἐπὶ τρεῖς κατὰ συνέχειαν Κυριακὰς ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐνοριακαῖς ἐκκλησίαις τῆς πνευματικῆς ὑμῶν περιφερείας.

Ἔτι δὲ νὰ προσκαλέσητε τὰ συμβούλια τῶν εὐαγῶν ἱερῶν μονῶν νὰ εἰσφέρῃ ἕκαστον τούτων ποσὸν χρηματικὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ κατάστασιν. Τὰς συλλεγείσας συνδρομὰς διὰ ταμειακοῦ γραμματίου θέλετε διαπέμψει πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων Κρητῶν Κεντρικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Σύνοδος ἀπεκδέχεται ταχεῖαν τὴν προκειμένου ζητήματος ἐνέργειαν ὑμῶν.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1897

ὁ Ἀθηνῶν Προκόπιος, πρόεδρος.

ὁ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας Παρθένιος

ὁ  Κεφαλληνίας Γεράσιμος

ὁ  Ὕδρας καὶ Σπετσῶν Ἀρσένιος

ὁ Τριφυλλίας καὶ Ὀλυμπίας Νεόφυτος.

                               Ὁ Γραμματεὺς ἀρχιμανδρίτης

                                  Βαρθολομαῖος Γεωργιάδης

                                    ὅτι ἀκριβὲς ἀντίγραφον».

 

Ἡ Μονὴ Ξενιᾶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ παραπάνω ἔμμεσα πρὸς αὐτὴν ἀπευθυνόμενο ἔγγραφο, πῆρε καὶ τὸ παρακάτω εἰδικὰ πρὸς αὐτὴν ἀπευθυνόμενο:

«Ἀριθ. 51.

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ Ἑπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Λαρίσης

Πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπισυνημμένως διαβιβάζει τῷ ἡγουμενοσυμβουλίῳ δύο ἀντίτυπα, τὰ περὶ συνδρομῆς ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν ἀφορῶντα, προτρεπομένη αὐτῷ ἵνα συνοδᾶ τῇ ὑπ’ ἀριθ. 107 ἐγκυκλίῳ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰσφέρῃ ποσὸν χρηματικὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, ἀφοῦ ἐξαποστείλῃ αὐτὸ ἐνταῦθα τῇ Ἐπιτροπῇ ἵνα αὕτη διὰ ταμειακοῦ γραμματίου διαπέμψῃ αὐτὸ πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων Κρητῶν Κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν ἤ τὸ ἴδιον ἡγουμενοσυμβούλιον ἀπ’ εὐθείας στείλῃ διὰ ταμειακοῦ γραμματίου πρὸς τὴν μνησθεῖσαν Κεντρικὴν Ἐπιτροπήν.

Ἐν Λαρίσῃ  1897 Δεκεμβρίου 20

Ἡ Ἐπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Λαρίσης

Οἰκονόμος Νικόλαος Γιαννής, Χαρτοφύλαξ».

 

Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἀνταποκρίθηκε ἀποτελεσματικὰ στὶς παραπάνω ἐκκλήσεις τῆς πατρίδας μας.

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴν περίοδο 1912 -1941

Ἡ συμπαράσταση τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στοὺς κατοίκους τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ γενικότερα τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας κατὰ τοὺς ἐθνικοὺς μας ἀγῶνες ἦταν συνεχὴς τόσο πρὸς τοὺς μαχόμενους πολεμιστὲς μας ὅσο καὶ κυρίως πρὸς τὸν ἄμαχο πληθυσμό.

Ἡ συμπαράσταση καὶ ἡ βοήθειά του  πρὸς τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ καὶ ἰδίως πρὸς τὶς οἰκογένειες τῶν στρατευμένων, ποὺ εἶχαν στερηθεῖ τοὺς φυσικούς τους προστάτες, ἐκδηλώθηκε μὲ πολὺ καλὰ ὀργανωμένο τρόπο κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων 1912 -1913, τῆς Μικρασιατικῆς Ἐκστρατείας 1921 -1922 καὶ τοῦ Ἑλληνο – Ιταλικοῦ πολέμου τοῦ 1940.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πολεμικῶν αὐτῶν περιπετειῶν ἡ βασικὴ μέριμνα καὶ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ ἐπικεντρώθηκε κυρίως στὶς οἰκογένειες τῶν στρατιωτῶν ἀφοῦ τὸ κυρίως μέτωπο τῶν πολεμικῶν αὐτῶν συγκρούσεων δὲν ἄγγιξε τὴν περιοχή μας.

Στὸν Ἑλληνοϊταλικὸ Πόλεμο τοῦ 1940 -1941, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ βοήθεια πρὸς τὶς οἰκογένειες τῶν στρατευμένων κατοίκων, σημαντικὴ ἦταν ἡ συνεισφορά του γιὰ τὸν πολεμικό ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους μας.

Δὲν διασώθηκαν, δυστυχῶς, ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ποὺ ἀποδεικνύουν αὐτὴ τὴ συνεισφορά του. Τὰ περισσότερα χάθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Γερμανοϊταλικῆς «Κατοχῆς» ἀλλά τοῦ ἐμφυλίου πολέμου 1945 -1949. Ἔτσι θὰ παραθέσουμε ἕνα μόνο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔφτασε ὡς τὶς ἡμέρες μας:

«Ἀριθμὸς πράξεως  431

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

Συγκείμενον ἐκ τοῦ Ἡγουμένου Καλλινίκου Χατζηϊωάννου, μοναχοῦ, καὶ τῶν συμβούλων Βενεδίκτου Παπανικολάου καὶ Κυρίλλου Χαραλάμπους, ἱερομονάχων,

Συνελθὸν εἰς συνεδρίαν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 10ην τρέχοντος μηνὸς Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1940, ἡμέραν Τρίτην καὶ ὥραν 10ην π. μ.,

Λαβὸν ὐπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ Ἡγουμένου 1) ὅπως ἡ Ἱερὰ Μονὴ εἰσφέρῃ διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ ὑπὲρ τοῦ διεξαγομένου ἐθνικοῦ ἀγῶνος (τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Ιταλίας ἐν Ἀλβανίᾳ) ποσόν τι χρηματικόν 2)  ζητηθῇ συμπληρωματικὴ πίστωσις διὰ τὴν τροφοδοσίαν τῶν ἐν τῇ Μονῇ βιούντων (Κεφ. Γ΄, ἄρθρον 1) 5.000 δραχμῶν λόγῳ  τῆς ὑπερβολικῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν τῶν τροφίμων και 3) ἑτέρα πίστωσις ἐκ 5.500 δραχμῶν ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς δαπάναι συλλογῆς τοῦ ἐλαχίστου εἰς ποσότητα ἐλαιοκαρποῦ τοῦ κτήματος τῆς Μονῆς  «Νηὲς», παρασχεθείσης πρὸς τούτῳ προφορικῆς ἀδείας τῷ Ἡγουμενοσυμβουλίῳ ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος,

Ἀποφαίνεται

Γνωμοδοτεῖ ὅπως 1) ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος διατεθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος 5.000 δραχμαὶ, 2)  διὰ συμπληρωματικὴν πίστωσιν τροφίμων 5.000 δραχμαὶ καὶ 3)  διὰ δαπάνας συλλογῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου τοῦ ἐλαιοκτήματος «Νηὲς»  5.500 δραχμαί, παρακληθῇ δὲ πρὸς τοῦτο ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος καὶ ἐγκρίνει τὰς ὡς ἄνω αἰτουμένας πιστώσεις.

Τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν ἀφίησι τῷ Ἡγουμένῳ τῆς Μονῆς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα πρᾶξις ἥτις ἀναγνωσθεῖσα ὑπογράφεται.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Καλλίνικος Χατζηϊωάννου, μοναχός.

Βενέδικτος Παπανικολάου, ἱερομόναχος.

Κύριλλος Χαραλάμπους, ἱερομόναχος» .

 

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς,   ὀστεοφυλάκιο Γερμανῶν νεκρῶν στρατιωτῶν τοῦ 1941

Στὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ συγκεκριμένα στοὺς πάνω ὀρόφους τῶν  «μεγάλων κελιῶν», τῶν λεγόμενων «πύργων», εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἀπὸ χρόνια, κατὰ τὸ 1960 περίπου, καὶ διαφυλάσσονταν σὲ σιδερένια κιβώτια τὰ ὀστὰ νεκρῶν Γερμανῶν στρατιωτικῶν ποὺ εἶχαν σκοτωθεῖ κατὰ τὴν ἐπιχείρηση τῆς Γερμανίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας τοῦ 1940 -1941 καὶ κατὰ τὴν ἐχθρικὴ κατοχὴ τῆς χώρας μέχρι τὸ 1944. Παρέμειναν συγκεντρωμένα ἐκεῖ μέχρι καὶ τὸ 1970.

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1968 πάρθηκε ἐκ μέρους τῆς Γερμανίας ἀπόφαση περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὀστῶν αὐτῶν σὲ μνημεῖο ποὺ θὰ ἀνήγειραν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό. Ἔτσι ἔστειλαν πρὸς τὸ Μητροπολίτη Δημητριάδος  τὸ παρακάτω ἔγγραφο:

«VOLKSBUND DEUTSCHE KRIEGSRÄBERFURSORGE

GERMAN WAR GRAVES COMISSION REG.

ASSOCIATION POPULAIRE ALLEMANDE POUR L’ ENTRETIEN

DES SEPULTURES MILITAIRES

35 KASSEL, DEN 2 Ὀκτωβρίου 1968

Μακαριώτατον Ἐπίσκοπον Δαμασκηνὸν

ΒΟΛΟΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

ΕΛΛΑΣ

ἈφορᾷΜεταφορὰ πεσόντων ἐν πολέμῳ εἰς τὴν γενέτειραν.

Μακαριώτατε,

Ἀριθμὸς οἰκείων κατέθεσεν αἴτησιν πρὸς μεταφορὰν τῶν ὀστῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ εἰς Γερμανίαν. Τὸ Ἵδρυμα ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ ἀναβάλλῃ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς ἐπιθυμίας ταύτης τῶν οἰκείων. Οἱ οἰκεῖοι ὅμως ἀσκοῦν πίεσιν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας των, ἐξ εὐνοήτων λόγων, ἡμεῖς δὲ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν πλέον μακρυτέραν καθυστέρησιν μὲ καλὴν συνείδησιν, διότι τὸ ἐνωρίτερον κατὰ τὸ ἔτος 1970 θὰ εἶναι δυνατὴ διάλυσις τῶν ἀποθηκῶν καὶ εἰσαγωγὴ τῶν ὀστῶν εἰς τὸ κενοτάφειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἑτοιμασθῇ ὡς τότε.

Γίνεται οὕτω ἀπαραίτητη ἔκθεσις ἁπάντων σαρκοφαγῶν προσωρινῶς ἐκ τῶν αἰθουσῶν, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ διαλογὴ τῶν σαρκοφαγῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ μεταφερθοῦν. Δυστυχῶς δὲν κατέχομεν κατάστασιν περὶ τῆς σειρᾶς τῆς νῦν τοποθετήσεως, οὕτως ὥστε νὰ γίνεται μία ἔκθεσις 2-3 ἡμερῶν εἰς τὸ προαύλιον τῆς Μονῆς ἀναγκαία.

Ἐπιθυμοῦμεν νὰ διεκπεραιώσωμεν τὰς ἐργασίας αὐτὰς κατὰ χρονικὸν διάστημα μετὰ τὸ φθινόπωρον, ὅταν δὲν ἀναμένονται πλέον ἐπισκέψεις εἰς τὴν Μονήν.

Παραλεῖσθε, Μακαριώτατε, ὅπως ἐγκρίνητε τὸ αἴτημα τοῦτο ἡμῶν ἐν ὀνόματι τῶν οἰκείων τῶν πεσόντων.

Μετ’ ἐξαιρετικῆς τιμῆς

ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΝ ΙΔΡΥΜΑ ΠΡΟΣ ΠΕΡΙΠΟΙΗΣΙΝ ΤΑΦΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΕΝ ΠΟΛΕΜῼ

(Κλάους Φον Λούτσαου)

  1. Διευθύνων

Ἀκριβὲς ἀντίγραφον

Ἐν Βόλῳ τῇ 2  – 12 –  1968

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ

(Τ.Υ.)»

 

Παρ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὀστὰ παρέμειναν στὸ Μοναστήρι τῆς Κάτω Ξενιᾶς, στὴν ἴδια θέση μέχρι καὶ τὸ 1970. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ξενιᾶς ὅμως ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀξιοποιήσει τὸν χῶρο τῶν κελιῶν αὐτῶν καὶ ἔστειλε τὸ παρακάτω ἔγγραφο πρὸς «τὴν Γερμανικὴν Ὑπηρεσίαν «Μερίμνης Τάφων Γερμανῶν πεσόντων ἐν Ἑλλάδι»».

«Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Παναγίας  Ξενιᾶς

        τῇ 28ῃ Φεβρουαρίου 1970

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

ΤΗΣ ΕΝ ΤΗι ΙΕΡΑι ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΕΝΙΑΣ

(ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)

 

Πρὸς

τὴν Γερμανικὴν Ὑπηρεσίαν

«Μερίμνης Τάφων Γερμανῶν πεσόντων ἐν Ἑλλάδι»

Θησέως 12

Εἰς Χαλάνδρι Ἀθηνῶν

 

Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ἵνα παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστούμενοι πληροφορήσητε ἡμᾶς, περὶ ὁποίας σκέψεως ἤ σχεδίου ὑπάρχει σχετικῶς μὲ τὴν ἀπὸ ἱκανῶν ἐτῶν τοποθέτησιν ἐν τοῖς μεγάλοις κελλίοις (πύργοις) τῆς ἡμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς τῶν ὀστῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι πεσόντων Γερμανῶν.

Διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἀφ’ ἐνὸς μὲν ἐρωτώμεθα ἀπὸ τὸν νέον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην ἡμῶν κ. κ. Ἠλίαν, πότε θὰ παραληφθῶσιν ἐξ ὑμῶν τὰ ὀστᾶ, ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλομεν νὰ ἐπιδιορθώσωμεν τὰ ὡς ἄνω κελλία, εἰς ἅ φιλοξενοῦνται τὰ ὀστᾶ, καὶ διαμορφώσωμεν εἰς αἰθούσας βιβλιοθήκης κ. ἄ., παρακαλοῦμεν καὶ αὖθις θερμότατα ὅπως ἀνακοινώσητε ἡμῖν τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, σκέψεις καὶ ληφθησομένας ἐξ ὑμῶν ἀποφάσεις.

Μετὰ πλείστης τιμῆς

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σκαρλάτος

Ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος» .

 

Ἡ ἀπάντηση στὸ ἔγγραφο αὐτὸ δὲν στάλθηκε στὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς ἀλλὰ στὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1970:

 

«ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΤΑΦΩΝ

Κάσσελ τὴν 5  Ὀκτωβρίου 1970

Πρὸς τὴν Α. Σεβασμιότητα τὸν Μητροπολίτην κ. Ἠλίαν

Βόλον – Ἑλλάς.

Ἀφορᾶ: Μεταφορὰν τῶν Γερμανῶν πεσόντων εἰς τὸν χῶρον τῶν μελλοντικῶν πολεμικῶν νεκροταφείων Διονύσου – Ραπεντόζης.

Σεβασμιώτατε,

Ἐνθυμοῦμαι εὐχαρίστως τὴν συνάντησίν μας εἰς τὴν Μονὴν Ξενίας εἰς τὰς ἀρχὰς Μαΐου τρέχοντος ἔτους. Μοὶ παρέσχεν αὕτη τὴν ἐπιθυμητὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναζητήσωμεν τοὺς χώρους οἱ ὁποῖοι διετέθησαν παρὰ τῆς Μονῆς Ξενίας ὡς προσωρινὸν Κοιμητήριον τῶν Γερμανῶν πεσόντων καὶ νὰ ἐκφράσω ὑμῖν, Σεβασμιώτατε, τὰς προσωπικάς μου εὐχαριστίας διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπιδειχθεῖσαν ἐξαιρετικὴν συναντίληψιν.

Ἐπιθυμῶ ὅπως μὴ παραλείψω νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπὸ τὰς τότε συνθήκας ἐσήμαινεν μεγάλην βοήθειαν διὰ τὸν Λαϊκὸν Σύνδεσμον καὶ μεγάλην ἀνακούφισιν διὰ τοὺς συγγενεῖς νὰ γνωρίζουν ὅτι οἱ Γερμανοὶ πεσόντες ἀναπαύονται ὄπισθεν τῶν προστατευτικῶν τοίχων τῆς Μονῆς. Καλύτερον καὶ ἀντάξιον τόπον διαμονῆς διὰ τοὺς νεκρούς μας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν.

Ὁ Λαϊκὸς Σύνδεσμος γνωρίζει τὶ σημαίνει νὰ δεχθῆτε ἐπὶ δέκα ἔτη τὰς σαρκοφάγους τῶν Γερμανῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου, καὶ θὰ ἐνθυμεῖται πάντοτε μὲ εὐγνωμοσύνην τὴν ὑπὸ τῆς Μονῆς παρασχθεῖσαν ὑποστήριξιν.

Θεωρῶ ἰδιαιτέραν μου ὑποχρέωσιν, Σεβασμιώτατε, νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐν τῷ μεταξὺ γενομένης μετακομιδῆς τῶν Γερμανῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου ἀπὸ τὴν Μονὴν εἰς τὸν χῶρον τοῦ Νεκροταφείου ἐν Διονύσῳ – Ραπεντόζα, νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς καὶ αὖθις τὰς ἰδιαιτέρας εὐχαριστίας μου καθὼς καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν συγγενῶν, διὰ τὴν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν παρασχεθεῖσαν φιλοξενίαν.

Ταυτοχρόνως δράττομαι τῆς παρούσης εὐκαιρίας νὰ διαβιβάσω ὑμῖν τὰς ἰδιαιτέρας μου εὐχὰς διὰ τὴν προσωπικήν σας εὐημερίαν.

Μὲ τὴν ἔκφρασιν τῆς διακεκριμἐνης μου ὑπολήψεως

(ὑπογραφή):  Τρέπτε».

Ἔτσι ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ τὰ ὀστὰ αὐτὰ μεταφέρθηκαν στὸ εἰδικὸ νεκροταφεῖο Γερμανῶν στρατιωτικῶν ποὺ βρίσκεται στὸ Διόνυσο Ἀττικῆς, στὴν τοποθεσία «Ραπεντόζα».

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴν περίοδο 1941-1944

Σὲ δύο κυρίως τομεῖς δραστηριοτήτων μπορεῖ νὰ κατατμηθεῖ ἡ συνολικὴ συνεισφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κατὰ τὴν περίοδο ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, ὁπότε ἄρχισε ἡ «Κατοχή» τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τὰ γερμανοϊταλικὰ στρατεύματα, μέχρι τὸ 1944 -1945, ὁπότε τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα «Κατοχῆς», μὲ τὸ τέλος τοῦ Πολέμου, ἐγκατέλειψαν τὴ χώρα μας.

Ὁ ἕνας τομέας εἶναι αὐτὸς τῆς βοήθειας πρὸς τὸ λαὸ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει στὶς δύσκολες συνθῆκες μιᾶς ἐχθρικῆς κατοχῆς, μιᾶς σκλαβιᾶς. Ὁ δεύτερος τομέας εἶναι αὐτὸς τῆς ἀντίστασης κατὰ τῶν κατακτητῶν καὶ τῆς ἐνίσχυσης τοῦ ἰδιόμορφου πολέμου ἑνὸς κατακτημένου λαοῦ γιὰ τὴν ἐκδίωξη τοῦ κατακτητῆ καὶ τὴν ἀπελευθέρωσή του.

Οἱ δραστηριότητες καὶ οἱ σχετικὲς ἐνέργειες τῶν μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς στοὺς δύο αὐτοὺς τομεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχωρισθοῦν πλήρως. Λογικὸ εἶναι νὰ συγχέονται,  νὰ ἀλληλοσυμληρώνονται καὶ  νὰ ἀλληλοκαλύπτονται.

Θὰ παραθέσουμε μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰωακείμ, «Μεταξὺ Κατακτητῶν καὶ Ἀνταρτῶν»,[15] ποὺ ἀναφέρονται στὴν προσφορὰ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Κατοχῆς γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ ἔθνους μας καὶ τοῦ λαοῦ μας:

Γιὰ τὶς λεηλασίες καὶ ἁρπαγὲς στὸ Μοναστήρι ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς κατακτητὲς καὶ τοὺς συνεργάτες τους ἀναφέρεται:

«Ἄλλοι θρασεῖς Κουτσόβλαχοι … καὶ μὲ τὴν ἀνοχὴν τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ, ἐξεβίασαν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱ. Μονῆς Ξενιᾶς και ἔλαβον ἐκεῖθεν οὐκ ὀλίγα τρόφιμα καὶ χρήματα, ἀπειλήσαντες τὸν Ἡγούμενον ὅτι ἐὰν ἀναφέρῃ τίποτε θὰ τὸν φονεύσουν καὶ ὅ,τι χρειάζεται ἡ Μονὴ νὰ τὸ ζητοῦν παρ’ αὐτῶν.

Εἰς μάτην μετὰ τοῦ τότε ἐπάρχου Γ. Παπαδοπούλου και δι’ ἐγκρίτων προσώπων παρεκαλέσαμεν ἀνωτέρους Ἰταλοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ περιορίσωσι τὴν ἔκρυθμον ἐκείνην κατάστασιν. Μετ’ ὀλίγον ἡ ἰδία Μονὴ ἐδεινοπάθησεν ὑπὸ τακτικοῦ ἰταλικοῦ ἀποσπάσματος. Τοῦτο, ἐκκινῆσαν ἐκ Σούρπης, ἀφοῦ περιεκύκλωσε τὴν Μονὴν καὶ ἐτοποθέτησε δυναμίτιδα εἰς τὰς γωνίας τῆς Μονῆς, εἰσελθὸν εἰς αὐτήν, παρὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πρόθεσιν τοῦ Ἡγουμένου Καλλινίκου Χατζηϊωάννου νὰ δώσῃ οἱασδήποτε θὰ ἤθελον οἱ Ἰταλοὶ πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις, ἀφοῦ συνεκέντρωσε τοὺς μοναχοὺς καὶ δοκίμους, εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Μονῆς καὶ ἀφοῦ ἔδειρε τοὺς δοκίμους, ἠπείλησε διὰ θανάτου πάντας νὰ μαρτυρήσουν ἐὰν εἶναι κεκρυμμένοι Ἄγγλοι πέριξ τῆς Μονῆς ἤ ἄν οἱ μοναχοὶ ἔχουν ὅπλα κεκρυμμένα.

Μετὰ τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν τῶν μοναχῶν ἤρχισαν νὰ ἐρευνοῦν μόνοι των τὰ ὑπόγεια, τὰ κελλία καὶ πάντα μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἱεροφυλακίου τῆς Μονῆς. Καὶ ἐνῶ οἱ μοναχοὶ ἐκρατοῦντο ὑπὸ φρουρὰν ἐν τῇ αὐλῇ, τὰ κελλία των ἠνοίχθησαν καὶ ἠρευνήθησαν. Τὰ πλεῖστα ἐσώρουχά των καὶ τὰ ὀλίγα χρήματά των  ἀφῃρέθησαν. Αὐτὸ τὸ ἱεροφυλάκιον τῆς Μονῆς μὲ ἀρκετὰ παλαιὰ καὶ καλῶς φυλαττόμενα κειμήλια τῆς Μονῆς, ἤτοι ἱερὰ λείψανα εἰς ἐντέχνους ἀργυρᾶς θήκας, ἀρχαῖα ἄμφια, βιβλία χειρόγραφα ὡς τῶν Μετεώρων, καλλιτεχνικὰς εἰκόνας ἀρχαιολογικῆς ἀξίας, δισκοπότηρα, σταυροὺς τέχνης καθὼς καὶ χρυσᾶ ἐνώτια, δαχτυλίδια, ὡρολόγια καὶ ἄλλα ἀξίας ἀφιερώματα προσκυνητῶν, ἐρρίφθησαν ἐπὶ τοῦ πατώματος φύρδην μίγδην καὶ τὸ θέαμα ἦτο οἰκτρὸν.

Ἐκ τῶν οὕτως ριφθέντων ἱερῶν ἀντικειμένων δὲν εὑρέθησαν ἔπειτα τὰ χρυσᾶ ἀφιερώματα, οἱ δύο καλλιτεχνικῆς ἀξίας ξυλόγλυπτοι σταυροὶ καὶ ἄλλα τινὰ μικρὰ εἴδη. Ἐπὶ τούτοις μεθυσθέντες ἐκ τῶν εὑρεθέντων ποτῶν, κατέσφαξαν πλέον τῶν 100 ὀρνίθων καὶ κονίκλων καὶ ἀφήρεσαν ἄλλα τινὰ τρόφιμα καὶ ἀπῆλθον».

Τὰ παραπάνω ἔγιναν στὸ «Κάτω Μοναστήρι» τῆς Ξενιᾶς. Οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν ὅμως  φαίνεται τὶς πληροφορίες τους γιὰ τὶς δραστηριότητες ποὺ ἀναπτύσσονταν ἐναντίον τους στὸ Μοναστήρι. Ἔτσι, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακείμ:

«Τὴν ἑπομένην τὸ αὐτὸ ἀπόσπασμα ἀναβὰν εἰς τὴν τρίωρον ἀπέχουσαν ἐκεῖθεν παλαιὰν Μονήν, ἔνθα εἶχον πρό τινος καταφύγει Ἄγγλοι στρατιῶται, ἀνετίναξεν ὅλα τὰ κτίρια αὐτῆς διὰ δυναμίτιδος … καὶ τὸν  ἱερομόναχον Εὐσέβιον Μαντζῶρον, διαμένοντα εἰς τὴν Ἄνω Μονήν,  συλλαβόντες ἐν Ἁλμυρῷ διότι ὡς χριστιανὸς κληρικὸς παρέσχεν ἄρτον καὶ στέγην εἴς τινας  Ἄγγλους εἰς τὴν Ἄνω Μονήν,  μετὰ κακοποίησιν αὐτοῦ καὶ φυλάκισιν ἐν Ἁλμυρῷ τὸν ἐξόρισαν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὁπόθεν ἐπέστρεψεν ἐξηντλημένος μετὰ τὴν συνθηκολόγησιν τῆς Ἰταλίας».

Ὁ ἱερομόναχος ἀρχιμανδρίτης Κυπριανὸς Τσιρούκης, ὁ ὁποῖος πληροφορήθηκε τὰ γεγονότα αὐτὰ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἐγκαταβίωσή του στὴ Μονὴ τὸ 1944, βεβαίωσε καὶ τὰ παρακάτω:

«Οἱ Ἰταλοὶ, ἀφοῦ ἀνετίναξαν ὅλα τὰ κτίσματα τῆς Μονῆς ἐστράφησαν πρὸς τὸ καθολικόν της, τὸν ναὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ σήμερα, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν κάψουν. Ὁ ἐπικεφαλῆς ἀξιωματικὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ διατάξει τὴν πυρπόλησιν τοῦ ναοῦ, ὁπότε ξαφνικά πέφτει ἀναίσθητος στὸ ἔδαφος χωρὶς αἰτία. Οἱ στρατιῶτες του τὸν περικυκλώνουν ἀνίκανοι νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ συμβὰν γνωρίζονες τὴν σκληρότητα καὶ ἀντοχή του. Ὅταν κάποια στιγμὴ συνῆλθε καὶ στάθηκε στὰ πόδια του ἀποφασίζει νὰ μὴ καταστρέψει τὸν ἱερὸ ναὸ. Οἱ μοναχοὶ τὸ ἀπέδωσαν σὲ θαῦμα».[16]

Ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ εἰδικὰ τοῦ ψυχωμένου Ἁλμυριώτη μοναχοῦ Εὐσεβίου Μαντζώρου στὸν τομέα τῆς φιλοξενίας, τῆς φύλαξης καὶ τελικὰ τῆς διαφυγῆς Ἄγγλων στρατιωτῶν πρὸς τὴ Μέση Ἀνατολὴ γιὰ τὴ συνέχιση τοῦ ἀγῶνα τους εἶναι πολύ σημαντικὴ.

Ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωση γιὰ τὴ διαφυγὴ τῶν συμμάχων στρατιωτικῶν πρὸς τὴ Μέση Ἀνατολὴ καὶ ἡ ἔντονη κινητικότητα στὴ συνήθως ἤρεμη καὶ ἀπόμακρη περιοχὴ τῆς Μονῆς ἦταν ἑπόμενο νὰ πέσει στὴν ἀντίληψη   τῶν Κουτσόβλαχων μεταφορέων ποὺ μὲ ζῶα περιδιάβαζαν τὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ, ἀφοῦ τὸ κουτσοβλαχικὸ προδοτικὸ δημιούργημα τοῦ λεγόμενου «Πριγκιπάτου τῆς Πίνδου» καὶ ἡ «Λεγεὼν τῶν Βλάχων», ὄργανα τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας, εἶχαν ὁπαδοὺς καὶ στὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ.

Πολὺ ἀποκαλυπτικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν τομέα αὐτὸν μᾶς δίνει ὁ Δημήτριος Τσιλιβίδης, σὲ ἄρθρο του ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ  «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»»,[17] μὲ τίτλο «Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς στὸν πόλεμο καὶ στὴν κατοχή (1940-1941)». Στὸ ἄρθρο αὐτὸ ἀναφέρει:

«Ἡ Μονὴ Ξενιᾶς, ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες τῆς κατάρρευσης τοῦ Μετώπου, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, πρόσφερε πολύτιμες ὑπηρεσίες στοὺς στρατιῶτες τοῦ ἀγγλικοῦ ἐκστρατευτικοῦ σώματος στὴν  Ἑλλάδα.

Ἡ ἀστραπιαία προέλαση τῶν ταχυκίνητων γερμανικῶν μονάδων, μετὰ τὴ διάσπαση τῆς γραμμῆς ἄμυνας Ὀλύμπου – Τεμπῶν, προκάλεσε τὸν ἐγκλωβισμὸ περίπου δύο χιλιάδων ἀνδρῶν Ἄγγλων, Αὐστραλῶν, Νεοζηλανδῶν, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ διαφύγουν….Ἕνας ἀριθμὸς ἀπὸ αὐτοὺς ὅδευσε πρὸς τὶς βουνοκορφὲς τῆς Ὄθρης κι ἔφτασε στὰ χωριὰ Βρύναινα καὶ Κοκκωτοί…. Ἔτυχε θερμῆς φιλοξενίας ἀπὸ τοὺς κατοίκους καὶ στὴ συνέχεια προωθήθηκε πρὸς τὴ Μονὴ Ἄνω Ξενιᾶς, ἡ ὁποία ἐξαιτίας τῆς ἀπόμακρης θέσης της πρόσφερε μεγαλύτερη ἀσφάλεια.

Στὸ μοναστήρι τοὺς ὑποδεχόταν ὁ γέροντας Εὐσέβιος Μαντζῶρος μὲ τοὺς βοηθούς του, ἀγνοῶντας τὴν αὐστηρότατη ἀνακοίνωση τῶν ἀρχῶν κατοχῆς γιὰ βαριὲς τιμωρίες σὲ ὅσους περιθάλπουν ἄγγλους στρατιῶτες. Ἡ παραπέρα πρὸς τὴν παραλία μετακίνησή τους εἶχε ἰδιαίτερες δυσκολίες καὶ ὡς πρὸς τὸν κίνδυνο προδοσίας ἀπὸ φιλοϊταλικὰ βλάχικα στοιχεῖα καὶ ἀπὸ ἐχθρικὰ ἀεροπλάνα. Ἡ ἐπιχείριση φυγάδευσης ὀργανώθηκε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ π. Εὐσεβίου ἀλλὰ καὶ τὴ συμπαράσταση τοῦ ἡγουμένου Καλλινίκου. Συνεργάτες τῶν μοναχῶν ἦταν οἱ ἱερεῖς, οἱ πρόεδροι καὶ οἱ δάσκαλοι τῶν πλησιόχωρων κοινοτήτων. Τὸ δίκτυο φυγάδευσης πρὸς τὸ Μετόχι τῆς Ξενιᾶς «Νηὲς» στὸν Παγασητικό Κόλπο καὶ νοτιότερα πρὸς τὴ «Γλύφα» στὸν Εὐβοϊκό, λειτούργησε ἄριστα».

Ἡ προσφορὰ τοῦ μοναχοῦ Εὐσέβιου Μαντζώρου, τοῦ φλογεροῦ αὐτοῦ Ἁλμυριώτη «Παπαφλέσσα», ἀξίζει περισσότερη προσοχή. Συνεχίζοντας ὁ Δημήτριος Τσιλιβίδης γράφει γιὰ τὸ ἴδιο θέμα:

«Εἶναι ἀνεξακρίβωτος ὁ ἀριθμὸς τῶν συμμάχων στρατιωτῶν ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν Ξενιὰ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἦταν λίγοι ἄν κρίνουμε ἀπὸ ἔγκυρες πληροφορίες σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες εἶχαν ἐγκαταστήσει στὸ Μοναστήρι ἀσύρματο καὶ ἐπικοινωνοῦσαν μὲ τὸ στρατηγεῖο τους. Μαρτυρίες ἐπίσης ἔγκυρες ὁμιλοῦν γιὰ ρίψεις ἐφοδίων στὴν περιοχὴ Ἄνω Ξενιᾶς ἀπὸ συμμαχικὰ ἀεροπλάνα».

Ἕνας ἀπὸ τοὺς θερμοὺς καὶ πολὺ ἐνεργοὺς συνεργάτες τοῦ Εὐσέβιου Μαντζώρου ἦταν ὁ Ἁλμυριώτης δάσκαλος Ἀθανάσιος Παπαθεοδώρου. Γιὰ τὴν προσφορά του στὸν τομέα διαφυγῆς καὶ διάσωσης Ἄγγλων στρατιωτῶν τιμήθηκε μὲ ἔπαινο ἀπὸ τὸν ἀνώτερο διοικητὴ τῶν Συμμαχικῶν Δυνάμεων Μεσογείου Στρατάρχη Ἀλεξάντερ. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν δάσκαλος στὶς Κοκκωτοὺς. Ἀναφέροντας τὰ σχετικὰ μὲ τὴ δράση του αὐτή, εἶπε, μεταξύ ἄλλων:

«Ἔκανα δεκάξι χρόνια δάσκαλος μέχρι τὸ 1948 στὸ χωριὸ Κοκκωτοὶ ποὺ γειτονεύει μὲ τὴν Πάνω Ξενιά. Γνώριζα καλὰ τὸν π. Εὐσέβιο καὶ τὸν ἐμπιστευόμουν. Πρωτεργάτες στὴ φυγάδευση Ἄγγλων εἴμασταν ὁ πρόεδρος τοῦ χωριοῦ Κωνσταντῖνος Σαρσώνης, ὁ γέροντας Εὐσέβιος καὶ ἐγώ. Οἱ  Ἐγγλέζοι κατέβαιναν πρὸς τὰ παράλια περνῶντας ἀπὸ Βρύναινα, Κοκκωτούς καὶ ἄλλα χωριὰ καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν κατοίκων κατέληγαν οἱ περισσότεροι στὴν Ἄνω Ξενιά. Ἡ ἐπιχείρηση δούλεψε καλὰ γιὰ ἕνα διάστημα, ἀλλὰ τελικὰ προδόθηκε στοὺς Ἰταλοὺς ἀπὸ Βλάχους κερατζῆδες μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνει ἐπιδρομὴ Ἰταλῶν καὶ Λεγεωνάριων Βλάχων στὸ χωριὸ, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν ἐμένα καὶ τὸν πρόεδρο Κοκκωτῶν Κ. Σαρσώνη μὲ τὴν κατηγορία τῆς συνεργασίας μὲ τὸν Εὐσέβιο στὴν ἀπόκρυψη ὅπλων καὶ Ἐγγλέζων. Δεμένους μᾶς μετέφεραν σὲ φυλακὴ στὸν Ἁλμυρὸ ὅπου συναντήσαμε ἐπίσης κρατούμενο τὸν γέροντα Εὐσέβιο καὶ ἄλλους πατριῶτες. Ὑποφέραμε ὅλοι ἀπὸ ξυλοδαρμὸ, περισσότερο ὅμως ὁ πρόεδρος τῶν Κοκκωτῶν, τὸν ὁποῖον βασάνιζαν μὲ καψίματα τσιγάρων στὸ γυμνό του σῶμα ὅσο ἐκεῖνος ἀρνιόταν νὰ ὁμολογήσει γιὰ ὅπλα καὶ  Ἐγγλέζους.

Ὁ βασανισμὸς τοῦ προέδρου, οἱ κραυγές του καὶ τὸ ἐνδεχόμενο βασανισμοῦ ὅλων μας, λύγισε τὴν ἀντίσταση τοῦ γέροντα Εὐσέβιου. Ὁ γενναῖος ἐκεῖνος καλόγερος σηκώνει ξαφνικὰ μεγάλη φωνὴ καὶ ζητάει νὰ σταματήσει ὁ βασανισμός. Ὅλοι στρέφονται πρὸς τὸν Εὐσέβιο καὶ ἄφωνοι τὸν ἀκοῦμε νὰ φωνάζει ὅτι αὐτὸς ἔκρυψε ὅπλα καὶ  Ἐγγλέζους. Ζήτησε τὴν ἀπελευθέρωσή μας μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μέρους ὅπου ἦταν κρυμμένα τὰ ὅπλα.

Οἱ Ἰταλολεγεωνάριοι πῆγαν μαζί του στὸ Μοναστήρι, βρῆκαν τὰ ὅπλα ἐκεῖ ποὺ τοὺς ὑπέδειξε, στὴ «Σπηλιὰ τῆς Παναγίας», ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐλευθέρωσαν. Μεταφερθήκαμε μαζί μὲ τὸν Εὐσέβιο στὴ φυλακὴ «Ἀλεξάνδρας» τοῦ Βόλου, ἐνῶ τὸν γέροντα μοναχὸ τὸν ἀπομόνωσαν…

Ὁ π. Εὐσέβιος, ὕστερα ἀπὸ παράκλησή μας, μεταφέρθηκε στὸν ἴδιο μὲ μᾶς θάλαμο. Ἄνθρωπος γενναῖος, περίπου πενῆντα χρονῶν τότε, εὐχάριστος καὶ ἀτρόμητος, καρτερικὸς καὶ πάντα αἰσιόδοξος παρὰ τὶς βαρειὲς κατηγορίες ποὺ ἦταν φορτωμένος, ἔδινε κουράγιο σὲ ὅλους τοὺς κρατούμενους.

Τελικὰ ἀποφυλακιστήκαμε ὅλοι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο. Ὅπως μάθαμε μεταφέρθηκε σὲ φυλακὴ στὴν Ἀθήνα, δικάστηκε ἀπὸ  ἰταλικὸ στρατοδικεῖο καὶ καταδικάστηκε σὲ εἴκοσι πέντε χρόνια φυλακὴ στὴν Ἰταλία.

Τὸν εἴδαμε ξαφνικὰ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1943 ὅταν ἔφτασε σὲ ἄθλια κατάσταση, πραγματικὸ ράκος ἀπὸ τὴν Ἰταλία καὶ μᾶς ἀφηγήθηκε τὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέφερε στὴν ὑψίστης ἀσφάλειας ἰταλικὴ φυλακὴ ὅπου οἱ περισσότεροι κατάδικοι πέθαιναν ἀπὸ πεῖνα, καὶ πῶς ἐλευθερώθηκε μετὰ τὴν συνθηκολόγηση τῶν Ἰταλῶν, πῶς γλίτωσε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Γερμανῶν».[18]

Γιὰ τὸν Εὐσέβιο Μαντζῶρο μίλησε καὶ ὁ Γεώργιος Παπαϊωσήφ:

«Ὁ κρατούμενος στὴ φυλακὴ «Ἀλεξάνδρας» Γεώργιος Παπαϊωσὴφ ἀναφέρει μὲ συγκίνηση δυὸ ψυχωμένους φυλακισμένους κληρικοὺς, τοὺς ἀρχιμανδρίτες Θεοφάνη Μπετσίστα καὶ Εὐσέβιο Μαντζῶρο, καλόγερο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, «ποὺ ἔδιναν κουράγιο καὶ δύναμη σὲ ὅλους τοὺς πατριῶτες».

Γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἀναφέρει καὶ κάποια ἄλλα στοιχεῖα ὁ Μητροπολίτης Ἰωακείμ:

«Τὸ …. δάσος ἐξ ἀγρίων κυπαρίσσων τῆς Ἱ. Μονῆς Ξενιᾶς εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Παγασητικοῦ Κόλπου «Νηές», κατακοπτόμενον ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπωλεῖτο εἰς διαφόρους ἐπιτηδείους, ὡς μετὰ ταῦτα ἀπέδειξεν ἡ διεύθυνσις τοῦ Τελωνείου Βόλου.

Διὰ νὰ τεθῆ κάποιος περιορισμὸς εἰς τὴν τόσον ἐπιζημίαν διὰ τὴν Μονὴν ταύτην ἐπιχείρησιν ἠδυνήθημεν νὰ μισθώσωμεν τὸ δάσος ἐκεῖνο ἔναντι μιᾶς λογικῆς τιμῆς δι’ ὡρισμένην ποσότητα καυσίμων ξύλων εἰς τὴν Ἑταιρείαν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, διὰ νὰ κινῆται ἐπὶ τέλους ὁ σιδηρόδρομος οὗτος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ λαοῦ».

Τὰ παραπάνω στοιχεῖα συμπληρώνονται μὲ σχετικὲς πληροφορίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Δημήτριος Τσιλιβίδης στὸ σχετικὸ ἄρθρο του στὸ Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας:

«Ὁ σκληρὸς χειμώνας τοῦ 1941 – 42 ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ στερήσεων καὶ δεινῶν γιὰ τὸ λαό μας. Δὲν ἔλειψαν μόνο τὰ τρόφιμα ἀλλὰ καὶ τὰ καύσιμα. Τὰ ξυλοκάρβουνα καὶ τὰ ξύλα ἀποτελοῦσαν τότε τὰ μοναδικὰ μέσα θέρμανσης καὶ οἰκιακῆς χρήσης, ἀλλὰ καὶ ὁ θεσσαλικὸς σιδηρόδρομος χρησιμοποίησε τὰ ξύλα γιὰ κίνηση ὅταν ἔλειψαν τὰ κάρβουνα. Τὸ πανέμορφο δάσος, ἀπὸ κυπαρίσσια καὶ ἄλλα δέντρα, τῆς Μονῆς Ξενιᾶς στὸ μετόχι «Νηὲς» ὑλοτομήθηκε ἄγρια ἀπὸ Ἰταλοὺς καὶ  Ἕλληνες ἐκμεταλλευτὲς συνεργάτες».

«Τὸ  μοναστηριακὸ ἐκεῖνο  δάσος  ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸ Σιδηρόδρομο νὰ λειτουργήσει πρὸς ὄφελος τοῦ πεινασμένου λαοῦ, ἐξασφάλισε καύσιμα γιὰ τὴ λειτουργία τῶν συσσιτίων, ἱδρυμάτων κ.τ. λ.  Οἱ ἀγροὶ καὶ τὰ ποίμνια τῆς Ξενιᾶς ἀποτέλεσαν σωτήριες πηγὲς ἄντλησης ἀγαθῶν διατροφῆς τῶν ἄπορων μέσα ἀπὸ τὰ συσσίτια τῆς Ι. Μητροπόλεως. Μετὰ τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸ Σταυρὸ ἡ Μονὴ Ξενιᾶς ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος τροφοδότης τῶν συσσιτίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ ποίμνια τῆς Μονῆς ἔδωσαν ἰδιαίτερα δυσεύρητα τότε προϊόντα, ὅπως γάλα, βούτυρο, τυρί, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία χορηγοῦσε σὲ παιδάκια καὶ ἀσθενεῖς, σὲ θηλάζουσες μητέρες καὶ γέροντες. Ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακεὶμ ἀναφέρει ὅτι «στὴν Κατοχὴ ἡ Μονὴ Ξενιᾶς ἔδωσε πολλὰ τρόφιμα καὶ χρήματα γιὰ τὰ συσσίτια» καὶ «ἀπέβη τὸ ἀφανὲς Γηροκομεῖον πολλῶν ἀτυχῶν γερόντων τῆς Περιφέρειας».

«Τὸ μοναστήρι (τῆς Παναγίας Ξενιᾶς) ὀργάνωσε εἰδικὸ συσσίτιο γιὰ τὴ διατροφὴ γερόντων καὶ μικρῶν πεινασμένων παιδιῶν ποὺ κατέφυγαν ἐκεῖ. Ὑπῆρξαν ὅμως περίοδοι δυσκολιῶν καὶ στερήσεων ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς μοναχούς. Ὁ μακαρίτης γιατρὸς τοῦ Βόλου Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ἀφηγήθηκε στὸν γράφοντα (Δημήτρη Τσιλιβίδη) ὅτι ὅταν πῆγε στὴν Ξενιὰ ὡς γιατρὸς ἀντάρτης νὰ ὀργανώσει μαζὶ μὲ ἕναν ἄλλο γιατρό νοσοκομεῖο ἀνταρτῶν στὴ Μονὴ διαπίστωσαν, κατὰ τὴν παραμονή τους, ὅτι ἐνῶ στοὺς δυό τους προσφερόταν τὸ καλύτερο γιὰ φαγητὸ, οἱ μοναχοὶ διατρέφονταν μὲ ψωμί, χόρτα καὶ ἐληές.

Ἀπὸ ἔγγραφο ποὺ βρέθηκε στὴν Κάτω Ξενιὰ, γραμμένο ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἰωακείμ, ἀποκαλύπτεται ὅτι ἕνας ἀξιόλογος μοναχός, ὁ ἱεροδιάκονος Χρύσανθος Μαλάκης, εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ φυματίωση».

«Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1942 ὁ Μητροπολίτης προκειμένου νὰ ἐνισχύσει ἀκόμα περισσότερο τὰ συσσίτια τῆς Ἐκκλησίας ἀποφάσισε τὴν πρώτη ἔξοδο τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας στὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς. Προκαταρκτικὰ συνεννοεῖται μὲ τὸ νομάρχη Μαγνησίας καὶ στὴ συνέχεια ἀποστέλλει ἔγγραφα πρὸς τοὺς ἐφημερίους καὶ τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων διαφόρων χωριῶν καὶ κωμοπόλεων τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Δημητριάδος, Λαρίσης, Φθιώτιδος, Χαλκίδος καὶ τοὺς ἐνημερώνει γιὰ τὴν ἔξοδο τῆς σεπτῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μὲ συνοδοὺς τὸν ἱερέα Λάμπρο Μότσια καὶ τὸν ἱεροδιάκονο θεολόγο Χρύσανθο Μαλάκη, μὲ σκοπὸ τὴ συλλογὴ βοηθημάτων «οὐχὶ πλέον ὑπὲρ τῆς Μονῆς, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν πεινόντων ἀνδρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν τῶν ἰδίων κωμοπόλεων καὶ χωρίων ἔνθα λειτουργεῖ συσσίτιον ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῆς πόλεως Βόλου ἔνθα ἡ ἔλλειψις ἄρτου καὶ ἄλλων τροφίμων εἶναι τόσον τρομακτικὴ ὥστε πολλοί ἀποθνήσκουν ἐκ πείνης».

«Τὸ μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὑπῆρξε φυλακτήριο πολλῶν πολυτίμων πραγμάτων, κυρίως προικῶν κοριτσιῶν, ἀπὸ τὰ γύρω χωριά προκειμένου νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸ κάψιμο. Οἱ  Ἰταλοὶ μετὰ τὴν ἐμφάνιση τῶν ἀνταρτῶν ἔκαψαν χωριὰ στὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ μὲ ἀποτέλεσμα ἑκατοντάδες πυροπαθεῖς νὰ καταφεύγουν ἄστεγοι στὸ μοναστήρι».

Ὁ ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Καλλίνικος Χατζηιωάννου, μὲ ἔγγραφό του τῆς 17-10-1943 πρὸς τὸν Μητροπολίτη, ἀναφέρει ὅτι  «ἐν τῇ μονῇ διαμένουσι περὶ τοὺς 150 – 200 πυροπαθεῖς κ.τ.λ. ἐκ τῶν πέριξ χωρίων σιτιζόμενοι ἐκ τῆς Μονῆς. Οἱ μοναχοὶ Μετεώρων ἀνεχώρησαν ἐντεῦθεν διὰ τὰς μονάς των. Τοὺς ἐδώκαμεν ἡμεῖς 150.000 δραχμὰς.  Παρακαλῶ εὐλαβῶς ὅπως εὔχεσθε δι’ ἐμὲ ἵνα ὁ Κύριος μοὶ χαρίζῃ ὑπομονή».[19]

Σημαντικὴ ἦταν ἡ συμπαράσταση καὶ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ στὴν ἔνοπλη ἀντίσταση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τῶν κατακτητῶν.

Ἡ λεπτομερὴς καὶ ἡμερολογιακὴ ἀναφορὰ στὴ συνεισφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ στὸν τομέα αὐτὸν εἶναι καθαρὰ ἱστορία τῆς ἔνοπλης ἀντίστασης τοῦ λαοῦ μας κατὰ τῶν κατακτητῶν καὶ δὲν ἔχει θέση στὴν ἐργασία μας τούτη.

Θα κάνουμε, λοιπόν, μία περιληπτικὴ ἀναφορά, μία ἀποσπασματικὴ καταγραφὴ τῆς βοήθειας αὐτῆς, χρησιμοποιῶντας συγκεντρωτικὰ πληροφορίες ἀπὸ ἀποσπάσματα καὶ ἔγγραφες μαρτυρίες ποὺ κατατίθενται καὶ διασταυρώνονται στὴν ἐργασία τοῦ Δημήτρη Τσιλιβίδη, τὴν ὁποία προμνημονεύσαμε, στὸ δίτομο ἔργο  τῆς Νίτσας Κολιοῦ «Ἄγνωστες πτυχὲς Κατοχῆς καὶ Ἀντίστασης, 1941-1944» καὶ στὸ ἔργο τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰωακείμ, «Μεταξύ κατακτητῶν καὶ ἀνταρτῶν».

Οἱ μοναχοὶ τῆς Ξενιᾶς, μετέχοντας ἐνεργὰ στὴν προπαρασκευὴ τοῦ ἔνοπλου ἀγῶνα, ποὺ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς Κατοχῆς εἶχε ἀρχίσει στὴν περιφέρεια Ἁλμυροῦ, εἶχαν μετατρέψει τὴν γνωστὴ ἀπὸ παρόμοια περιστατικά «Σπηλιὰ τῆς Παναγίας» σὲ κρησφύγετο ὅλων.

Ὁ καρπὸς τοῦ τεράστιου ἐλαιοκτήματος τῆς Ξενιᾶς στὶς «Νηές» τῆς Σούρπης διατέθηκε ὁλόκληρος γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνταρτῶν μέχρι καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς χώρας μας ἀπὸ τοὺς κατακτητές.

Τὰ κοπάδια τοῦ Μοναστηριοῦ, ποὺ τόσα πολλὰ εἶχαν προσφέρει στὰ συσσίτια τοῦ Βόλου καὶ του Ἁλμυροῦ, πέρασαν στὴν ἐπιμελητεία τῶν ἀνταρτῶν.

Ὁ Μητροπολίτης Ἰωακεὶμ, σὲ ὑπόμνημά του πρὸς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴ τῶν Ἀθηνῶν, ἀνέφερε ὅτι «ὀκτακόσια πενῆντα αἰγοπρόβατα τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἐνίσχυσαν τὴν ἐπιμελητεία τοῦ ἀντάρτη».

Τὰ κτίρια καὶ τὰ ὑποστατικὰ τῆς Μονῆς στὸ πάνω καὶ στὸ κάτω κτιριακὸ συγκρότημά της, ἀλλά καὶ στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης χρησιμοποιήθηκαν πολλὲς φορὲς καὶ γιὰ μεγάλα χρονικὰ διαστήματα ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες, οἱ ὁποῖοι σιτίζονταν μὲ δαπάνες τοῦ μοναστηριοῦ.

Ὁ ἄλλοτε δήμαρχος Ἁλμυροῦ καὶ ἀντιστασιακὸς Ρῖζος Μετσοβίτης βεβαίωσε ὅτι «στὸ μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἔγινε σύσκεψη καὶ ἀποφασίστηκε νὰ βοηθηθοῦν οἱ πρῶτοι ἀντάρτες. Ὁ προηγούμενος Εὐσέβιος Μαντζῶρος καὶ ἄλλοι καλόγεροι βοήθησαν πολύ. Τὸ ἴδιο ἔκαμαν καὶ ἀργότερα μὲ τὶς ὁμάδες ποὺ δημιουργήθηκαν τὸ 1943 -44».

Ὁ Θανάσης Πανταζάρας, βολιώτης ἀγωνιστὴς τῆς Ἀντίστασης, βεβαίωσε ὅτι «στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς κατέφυγε μὲ τὴ μονάδα του καὶ ἐκεῖ τοῦ ἀνατέθηκε ἡ ἐπιμελητεία τοῦ τάγματος. Στὸ Μοναστήρι ἔγινε ἀνασυγκρότηση τοῦ τάγματος τοῦ ὁποίου οἱ ἄνδρες ἦταν κατὰ 60% ξυπόλητοι».

Στὴν Κάτω Ξενιὰ γιὰ ἕνα διάστημα λειτούργησε νοσοκομεῖο τῶν ἀνταρτῶν, ὅπως ἀνέφερε καὶ ὁ γιατρὸς Λαυρέντιος  Ἀγορίτσης, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε σ’ αὐτό. Ἡ Τούλα Χασάπη, ἀγωνίστρια τῆς Ἀντίστασης ἐπίσης, βεβαιώνει ὅτι στὸ Μοναστήρι λειτούργησε νοσοκομεῖο.

Ὁ γέροντας Κυπριανὸς Τσιρούκης εἶπε ὅτι «οἱ ἀντάρτες εὕρισκαν καταφύγιο στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ὅπου εἶχε δημιουργηθεῖ καὶ μικρονοσοκομεῖο».

Τὸ ἴδιο ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος  γράφοντας ὅτι «Ἡ Μονὴ μετεβλήθη εἰς νοσοκομεῖον τῶν ἀνταρτῶν μὲ συναγωνίστριες νοσοκόμους».

Ὁ γέροντας Κυπριανὸς ἀνέφερε ὅτι ὅταν μπῆκε στὴν Ξενιὰ τὸ 1944, ὁπότε εἶχε τελειώσει ὁ ἀντιστασιακὸς ἀγῶνας κατὰ τῶν κατακτητῶν, τὸ Μοναστήρι, ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν προσφορῶν του, ἦταν σὲ κακὸ χάλι ἐξαντλημένο τελείως οἰκονομικά. Δὲν εἶχε οὕτε καλλιέργειες, οὔτε ποίμνια, οὔτε πόρους, ἀκόμα καὶ τὸ ἐσωτερικὸ τῶν κελιῶν ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση.

Ἕνα ἔγγραφο τῆς Ι. Μ. Δημητριάδος, μὲ ἡμερομηνία 3 Ἰουνίου 1944, πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπο  τοῦ Δ. Ε. Σταυροῦ Βόλου, Ἐλβετὸ δρ. E. R. Haenni, περιγράφει τὴν τραγικὴ οἰκονομικὴ  καὶ ἐπισιτιστικὴ κατάσταση τῆς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ζητεῖται βοήθεια μὲ λίγα τρόφιμα.

Θα κλείσουμε τὸ κεφάλαιο τοῦτο μὲ τὰ καταληκτικὰ λόγια τοῦ Δημήτρη Τσιλιβίδη:

«Ἡ Παναγία Ξενιὰ «τῶν ἀκρίδων διωλέσασα σμῆνος τὸ ὀλέθριον καὶ τοῖς πόρρω καὶ ἐγγύς πᾶσι δώσασα τὴν ἴασιν» ἀποκάλυψε τὸ «ἀλεξίκακον τῆς εἰκόνας της ἀπέναντι στὴ βία, τὴν πεῖνα, τὴν ἀρρώστια, τὴ φωτιά καὶ τὸ κρύο, τὴν προδοσία καὶ τὸν καταναγκασμό.

Κάτω ἀπὸ τὴν ἱερὴ της σκέπη βρῆκαν παρηγοριά καὶ προστασία γέροντες καὶ παιδιὰ, καμένοι καὶ ἄστεγοι, καταδιωγμένοι καὶ λαβωμένοι, σύμμαχοι ξένοι στρατιῶτες καὶ  Ἕλληνες πατριῶτες τῆς Ἀντίστασης.

Οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ λαὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κράτησαν τὸ μοναστήρι πραγματικὸ «φυλακτήριο» τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἐθνικῶν μας παραδόσεων στὰ σταυρικὰ χρόνια τοῦ Πολέμου καὶ τῆς Κατοχῆς 1940 -1944».

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴν περίοδο 1945  -1949

Στὰ δύσκολα χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν γερμανοϊταλικὴ κατοχὴ τὸ Μοναστήρι τῆς  Ξενιᾶς προσπάθησε νὰ ἐπουλώσει τὶς πληγὲς ποὺ ὑπέστη, νὰ ἐπανακτήσει τὴν ἀκμὴ ποὺ εἶχε καὶ νὰ παίξει τὸν ρόλο ποὺ ἔπαιζε στὶς  ἥσυχες καὶ ἤρεμες ἐποχές.

Ἐπιθυμῶντας νὰ στηριχτοῦμε καὶ πάλι σὲ γραπτὲς καὶ μόνο πηγὲς θὰ παραθέσουμε κάποια χαρακτηριστικὰ κείμενα ποὺ διασώθηκαν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ.

Μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες προσφορὲς τοῦ Μοναστηριοῦ πρὸς τὸ Κράτος μας κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1940, τὸ Μοναστήρι εἶχε προσφέρει τοὺς «ἀρωτριῶντας ἡμιόνους» του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιταχθεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ στρατοῦ μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου. Τὰ ζῶα αὐτὰ χάθηκαν κατὰ τὴ  διάρκεια τοῦ πολέμου. Τὸ Μοναστήρι χρειάζονταν τέτοια ζῶα.

Τὸ παρακάτω ἔγγραφο τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος γιὰ λογαριασμὸ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικό αὐτῆς τῆς προσπάθειας:

«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Αριθ. Πρωτ. 698                            Ἐν Βόλῳ  τῇ 13 Μαΐου 1946

Πρὸς τὸν ἐπαρχιακὸν γεωπόνον Ἁλμυροῦ

κ. Γ. Παπαστεργίου  εἰς Ἁλμυρόν.

Ὡς εἶναι ὑμῖν γνωστὸν ἡ Ἱερά Μονὴ Ξενιᾶς εἶχεν ἀρωτριῶντας ἡμιόνους τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἐπέταξεν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἤδη ἡ Μονὴ στερεῖται τοιούτων διὰ τὰς γεωργικὰς ἐργασίας της καὶ λοιπὰς ἀνάγκας αὐτῆς χωρὶς νὰ ἔχῃ λάβει ἀποζημίωσιν τινά.

Δι’ ὅ προαγόμεθα νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως ἐκ τῶν κομισθέντων ἐξ Ἀμερικῆς καὶ Μεξικοῦ ἡμιόνων χορηγήσητε εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς ἀντὶ μιᾶς λογικῆς τιμῆς δύο τουλάχιστον νέους ἡμιόνους ἵνα ἀνακουφισθῇ ἐκ τῶν μεγάλων ζημιῶν τὰς ὁποίας ἔχει ὑποστῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς.

Μετὰ τιμῆς καὶ εὐχῶν πρὸς Θεὸν

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ» .

 

Στὴν ἴδια παραπάνω προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ πάλι ἐκ μέρους τῆς Μονῆς Ξενιᾶς κάποιων περιουσιακῶν στοιχείων, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀσκήσει καὶ πάλι τὸν παλιὸ εὐεργετικό του ρόλο πρὸς τὸ λαὸ τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς, ἐντάσσεται καὶ τὸ παρακάτω ἔγγραφο, ποὺ μᾶς συμπληρώνει ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβαιώνει κάποια ἀπὸ ὅσα ἀναφέρθηκαν παραπάνω:

«Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον

τῆς ἐν Ἱερᾷ Μητροπόλει Δημητριάδος

Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς τῇ 28 Αὐγούστου 1945

Διὰ τοῦ παρόντος τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς παρέχει τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπηρέτην τῆς Μονῆς Σταμούλην Πολύζον, καταγόμενον ἐκ τοῦ χωρίου Μακρινίτσα τῆς Νομαρχίας Μαγνησίας Βόλου, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον Μπλάζι τῆς Καρδίτσας καὶ παραλάβῃ ἀπὸ τὸν Κλεομένην Μηλιώνην, κάτοικον τοῦ εἰρημένου χωρίου, τὴν ἡμίονον τῆς Μονῆς, ἥν οὗτος παρανόμως κατέχει κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν, παραλαβὼν ταύτην ἀπὸ τὸν ΕΛΑΣ. Τὸ εἰρημένον ζῶον εἶναι γένους θηλυκοῦ ἐτῶν 15-16, μετρίου ἀναστήματος, χρώματος γκέσου.

Τὴν ἀσφαλῆ ταύτην πληροφορίαν μετέδωσεν ἡμῖν ὁ ἐθνοφύλαξ Δημήτριος Ε. Ζυγογιάννης, ποιμὴν τῆς Μονῆς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ γνωρίζων καλῶς τὸ ζῶον, ἀνήκων ἤδη εἰς τὸ 301 τάγμα, 4ον λόχον τῆς Καρδίτσης, ὅστις ἐλθὼν ἐνταῦθα ἐπ’ ἀδείᾳ μᾶς ὁμολόγησεν τὰ ἀνωτέρω καὶ ὅτι εἶδεν προσωπικῶς τὸν ὡς ἄνω Κλεομένην Μηλιώνην, ὅν καὶ προσήγαγε ἐνώπιον τοῦ λοχαγοῦ του καὶ κατέσχε τὸ ζῶον μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως ἡ Μονὴ ἀποστείλῃ ἄνθρωπόν της πρὸς παραλαβήν.

Ἐφ’ ᾧ χορηγοῦμεν τὸ παρὸν ὅπως χρησιμεύσῃ αὐτῷ ὅπου δεῖ διὰ τὴν ἀσφαλῆ παράδοσιν τῆς ἡμιόνου εἰς τὸν ἐπιφέροντα ὑπηρέτην τῆς Μονῆς Σταμούλην Πολύζον.

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον

ἡγούμενος Καλλίνικος

μοναχὸς Χατζηϊωάννης.

Ἀριθ. 180.

Ἐπικυροῦται ἐξ ὁλοκλήρου τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄνω ἐγγράφου καὶ παρακαλοῦμεν πάσας τὰς στρατιωτικάς, ἀστυνομικὰς καὶ πολιτικὰς  ἀρχὰς τοῦ νομοῦ Τρικάλων  ὅπως παράσχωσι πᾶσαν διευκόλυνσιν εἰς τὸν ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς ἀποστελλόμενον Σταμούλην Πολύζον ἵνα παραλάβῃ διὰ λογαριασμὸν τῆς Μονῆς τὴν περιγραφομένην ἡμίονον.

Ἐν Βόλῳ τῇ 30 Αὐγούστου 1945

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ» .

 

Σημαντικὴ ἦταν ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ πρὸς τὸ λαὸ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ στὰ πρώτα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια.

Κατὰ τὸ καλοκαίρι τοῦ 1945 καὶ 1946 ἱδρύθηκαν Παιδικὲς Εξοχὲς στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς γιὰ τὰ ἄπορα καὶ φτωχὰ παιδιὰ τῆς πόλης  καὶ τῆς περιφέρειας τοῦ Ἁλμυροῦ.  Στὰ δύο αὐτὰ χρόνια φιλοξενήθηκαν στὶς κατασκηνώσεις αὐτὲς  ἀπὸ  900 περίπου παιδιά κάθε χρόνο.

Μὲ τὸ τέλος τοῦ Πολέμου τοῦ 1940 καὶ τῆς Κατοχῆς τῆς χώρας μας ἀπὸ τὰ ἐχθρικὰ στατεύματα ἄρχισαν νὰ ἔρχονται καὶ πάλι σὲ ἐπαφὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸ Μοναστήρι οἱ χιλιάδες ἀνθρώπων ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας ποὺ συνήθιζαν νὰ τὸ ἐπισκέπτονται, νὰ προσκυνοῦν τὴν Παναγία καὶ νὰ βρίσκουν σ’ αὐτὸ τὴν παρηγοριὰ καὶ ἀνακούφιση ποὺ ἐπιζητοῦσαν στὴ ζωή τους.

Χαρακτηριστικὸ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τοῦ δεσμοῦ τοῦ λαοῦ μὲ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ποὺ εἶχε διακοπεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου καὶ τῆς γιὰ τὴν  ἀποκατάσταση ταῆς παλιᾶς ἐπικοινωνίας εἶναι τὸ πανηγυρικὸ περιεχόμενο τῆς παρακάτω ἐπιστολῆς ποὺ στάλθηκε στὸν ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὶς 15 Φεβρουαρίου 1945:

«Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 – 2 -1945

Πολυσέβαστε καὶ πολυπόθητε γέροντα πάτερ Καλλίνικε,

ἀσπάζομαι εὐλαβῶς τὴν δεξιάν σας.

«Ἀλλαλάξατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, ὅτι ἐδοκίμασας ἡμᾶς, ὁ Θεός. Ἐπύρωσας ἡμᾶς, ὡς πυροῦται τὸ ἀργύριον· εἰσήγαγες ἡμᾶς εἰς τὴν παγίδα, ἔθου θλίψεις ἐπὶ τὸν νῶτον ἡμῶν, ἐπεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν, διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος. Ἔδειξας τῷ λαῷ σου σκληρά, ἐπότισας ἡμᾶς οἶνον κατανύξεως. Ἐπίστρεψον, Κύριε, ἕως πότε; Καὶ παρεκλήθητι ἐπὶ τοῖς δούλοις σου. Ἐπίστρεψον ἡμᾶς ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν καὶ ἀπόστρεψον τὸν θυμόν σου ἀφ’ ἡμῶν, μὴ εἰς  τοὺς αἰῶνας ὀργισθῇς ἡμῖν. Καὶ ἐμνήσθη ὅτι σὰρξ εἰσι πνεῦμα πορευόμενον  και οὐκ ἐπιστρέφον. Αὐτὸς δε ἐστι οἰκτίρμων  καὶ ἱλάσκεται ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν, ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Εὐφρανθείημεν ἀνθ’ ὧν ἡμερῶν  ἐταπείνωσας ἡμᾶς, ἐτῶν, ὧν εἴδομεν κακά».

Ἀπὸ αὐτὰ τὰ θεόπνευστα λόγια κατανοεῖτε ὁποῖα συναισθήματα κατεῖχον τὰς ψυχάς μας καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς ποικίλης δουλείας. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ δουλεία πηγάζει ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς, ἰδίως εἰς ἐμὲ ὁ ὁποῖος ἐθρήνησα πικρὰ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ὅπως κάποτε σᾶς ἔγραψα διότι δὲν κατάλαβα ἀκόμη ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλος ἐστὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ὅτι ἐὰν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ ὄντες έλεύθεροι ἔσεσθε. Δὲν ἠμπορῶ ὅμως ἐδῶ νὰ σᾶς περιγράψω τὸν ψυχικόν μου πόνον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ Κύριος θὰ μᾶς συναντήσῃ καὶ πάλιν διὰ νὰ τὰ ποῦμε στόμα πρὸς στόμα.

Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πολὺ ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν μελαγχολίαν καὶ μὲ τὸν ἑαυτόν μου. Γιὰ πέστε μου σᾶς παρακαλῶ σεῖς πῶς εἶστε; Μοὶ εἶπεν μὲν ὁ κύριος Τζάμος ὅτι σᾶς εἶδε ὅτι εἶστε καλὰ ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μὲ φτάνει. Θέλω νὰ μάθω πολλὰ. Εὐτυχῶς ὅτι καὶ ὁ Σεβασμιώτατος μὲ ἔγραψεν ὄτι εἶσθε ὅλοι καλά. Καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γίνῃ διαφορετικά.

Ὥστε, λοιπόν, ἔφυγαν ὅλοι οἱ φόβοι; Οἱ Ἰταλοί; Οἱ Γερμανοί;  Ὁ Κορδίστας; οἱ Κουκουέδες; οἱ… οἱ …. οἱ….

Πῶς ἐγένοντο εἰς ἐξάπινα ἐρήμωσιν ἀπώλοντο. Εὐλογητὸς Κύριος ὅς οὔκ ἔδωκεν  ἡμᾶς εἰς θήραν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτῶν. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐρρύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων· ἡ παγὶς συνετρίβη, καὶ ἡμεῖς ἐρρύσθημεν.

Ὅλοι ἐδῶ οἱ ἡμέτεροι εἶναι πολὺ καλά. Καὶ ἡ ἀδελφότης δόξα τῷ Θεῷ δὲν ἔπαθεν τίποτε. Οὔτε τὸ οἴκημά της, οὔτε τὸ Οἰκοτροφεῖον. Σεῖς ἐπάθατε μεγάλας ζημίας; Τὶ γίνονται τὰ ζῶα τῆς Μονῆς; Ὑπάρχουν τὰ βόδια; τὰ πρόβατα; τὰ γίδια; ὡς καὶ τὰ σμέτια;

Αὐτὰ τὰ θυμᾶμαι διότι τὰ ὁμοιάζω μὲ τὴν πνευματικήν μου κατάστασιν. Οἱ ὑλικοὶ φίλοι τῆς Μονῆς πῶς εἶναι μετὰ τῶν ποιμένων; Ὁ ἀγαπητὸς κύριος Ἰωάννης Βούλγαρης, ὁ Κάπας Γκρίνιας, ὁ Ντάνης καὶ λοιποὶ πῶς εἶναι;

Εἰς ὅλους σᾶς παρακαλῶ προσφέρετε τοὺς θερμούς μου χαιρετισμούς. Εἰς τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς Μονῆς καὶ εἰς τὴν ἐν Βόλῳ οἰκογένειάν σας, διὰ τοὺς ὁποίους ἔμαθον ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατον ὅτι εἶναι καλά, προσφέρετε παρακαλῶ τὰ προσκυνήματά μου.

Δεχθῆτε καὶ ἀπὸ τὴν μητέρα μου, τὰς ἀδελφάς μου, τοὺς γαμπρούς μου καὶ τὸν Βασιλάκην τὰ ταπεινὰ σέβη των καὶ θερμὰ συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ διασώσει πάντων. Παρακαλῶ ὅπως εὔχεσθε καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ.

Ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν σας.

Ὑμέτερος

Π. Γ. Βανακάρης, ἰατρός» .

 

Ἕνα πολύ σύντομο δημοσίευμα τῆς βολιώτικης ἐφημερίδας «Ταχυδρόμος» τῆς 26 Μαρτίου 1948, ἄν καὶ πολὺ ἀποσπασματικό, μᾶς δίνει μία μικρὴ εἰκόνα τῶν μεγάλων δυσκολιῶν καὶ προβλημάτων ποὺ ἀντιμετώπιζε τὸ Μοναστήρι στὰ χρόνια τῶν ἐμφυλίων ἀναταραχῶν καὶ διενέξεων τῆς περιόδου 1945 -1949:

«Κατὰ τὰς πληροφορίας μας τὰς τελευταίας ἡμέρας συμμορίται μετέβησαν εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς περιφερείας Ἁλμυροῦ καὶ ἐξεδίωξαν τοὺς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι κατέφυγον εἰς Βόλον. Οἱ συμμορίται ἀφήρεσαν  ἀπὸ τὸ Μοναστήρι περὶ τὰ 500 πρόβατα».

Κατατοπιστικὸ γιὰ τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ Μοναστήρι στὰ δύσκολα μετακατοχικὰ χρόνια τῶν ἐμφυλίων ἀναταραχῶν εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτη Δημτριάδος Ἰωακεὶμ «Μεταξὺ κατακτητῶν καὶ ἀνταρτῶν»:

«Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἀπεξενώθη τελείως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Μητροπολίτου καὶ ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ ἐπικοινωνῇ μετ’ αὐτοῦ. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον κατηργήθη καὶ ἡ διοίκησις καὶ διαχείρισις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἀνετέθη εἰς λαϊκὰ πρόσωπα χωρὶς νὰ γνωρίζῃ κανεὶς ποῦ καὶ πῶς διατίθενται τόσα τρόφιμα, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν Μονήν.

Ὁ μοναχὸς Κυριακὸς ἀπεμονώθη εἰς τὸ κελλίον του χωρὶς ἀσφαλῶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος, διότι οὗτος εἶναι εἷς τῶν Καλλιτέρων καὶ ἐργατικωτέρων άδελφῶν τῆς Μονῆς. Ἐπίσης ἀφῃρέθησαν καὶ χρήματα ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Μονῆς, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸν ἄν ταῦτα διετέθησαν δι’ ἐθνικοὺς σκοπούς.

Εἰς τὴν ἰδίαν Μονὴν συνεκλήθη ὑπὸ τῶν ἀνταρτῶν καὶ συνέλευσις ταῶν ἱερέων τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ εἰς τὴν ὁποίαν ἑπεχρεώθησαν ὑπὸ τῶν ἀνταρτῶν νὰ ψηφίσουν ὅτι παύουν  νὰ ἔχουν σύνδεσμον μὲ τὸν Μητροπολίτην. Ἡ δὲ Μονὴ μετεβλήθη εἰς νοσοκομεῖον τῶν ἀνταρτῶν μὲ συναγωνιστρίας νοσοκόμους».

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴ Νεότερη Ἱστορία

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ στὰ νεότερα χρόνια βοήθησε στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδας μας σὲ δύσκολες καταστάσεις.

Τὰ κτίρια τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ γνωστοῦ ὡς Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς, χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν στέγαση τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς 111ης Πτέρυγας Μάχης τῆς Ἀεροπορίας στὶς κρίσιμες περιόδους ποὺ ἀκολούθησαν τὸ πραξικόπημα τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967 καὶ τὴν εἰσβολὴ τῶν Τούρκων στὴν Κύπρο τὸν Ἰούλιο τοῦ 1974.

Ἐπειδὴ γιὰ λόγους προστασίας τους ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ σπίτια τους στὸ Ἀεροδρόμιο στεγάστηκαν στὰ κελιὰ τοῦ Μοναστηριοῦ. Τὰ ἐπιτελικὰ σχέδια μάλιστα τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν προέβλεπαν, ἀπὸ ὅσα διαφαίνονται ἀπὸ τὰ παρακάτω ἔγγραφα, τὴν μόνιμη χρησιμοποίηση τῶν κελιῶν τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γιὰ τὸν ἴδιο  σκοπό, ὅταν καὶ ἐὰν παρουσιαζόταν παρόμοια ἀνάγκη.

Στὶς 31 Μαρτίου τοῦ 1975, ὅταν εἶχε περάσει ἡ κρίση τοῦ 1974, ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος ἔστειλε «Πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. κ. Σωτήριον Παπακωνσταντίνου, Διοικητὴν 111ης Πτέρυγος Μάχης, Νέαν Ἀγχίαλον» τὴν παρακάτω ἐπιστολή:

«Ἀγαπητέ μοι κ. Διοικητά,

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ παρελθόντος Ἰουλίου, [20] καὶ ἕνεκα τῆς ἐπικειμένης τότε πολεμικῆς συρράξεως, ἐχρησιμοποιήθη ἐκτάκτως ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς, ὡς τόπος ἐγκαταστάσεως τῶν οἰκογενειῶν  τῶν κ. κ. Ἀξιωματικῶν τῆς καθ’ ὑμᾶς 111ης Πτέρυγος Μάχης.

Ἡ ἐπὶ ἀρκετὰς τότε ἡμέρας οὐσιαστικὴ ἐπίταξις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὸν διαληφθέντα λόγον ἐδημιούργησε σοβαρὰ προβλήματα εἰς τὴν ἐν αὐτῇ ἀσκουμένην Ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν, ἅτινα δι’ εὐνοήτους λόγους δὲν ἐκρίθη σκόπιμον νὰ ἐξωτερικευθῶσιν τότε, ἕνεκα τῆς γενικωτέρας καταστάσεως ἐξαιρέτου ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἥτις ἐπέβαλλε θυσίας εἰς πάντας.

Ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον πληροφορίαι σποραδικῶς καταφθάνουσαι ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ φέρουσι ταύτην μονίμως ἐπιλεγεῖσαν ὡς καταφύγιον τῶν ὡς εἴρηται οἰκογενειῶν εἰς περίπωσιν συναγερμοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλῆται τόσον εἰς ἡμᾶς, ὡς πνευματικῶς Προϊσταμένην τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρχήν,  ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἀδελφότητα αὑτῆς, ἡ ἀπορία πῶς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ αὖθις, ὡς καταυλισμὸς στρατιωτικῶν οἰκογενειῶν ὁ χῶρος οὗτος, καὶ δὴ καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἥν οὐδεμία δικαιολογία εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσῃ πρὸς λῆψιν ἑνὸς τοιούτου μέτρου, ἐφ’  ὅσον ἔχει ἤδη μεσολαβήσει ὑπερικανὸς χρόνος διὰ τὴν ἄνετον ἐπιλογὴν ἑτέρου καταλλήλου χώρου πρὸς ἀσφαλῆ ἐγκατάστασιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκογενειῶν.

Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, παρακαλοῦμεν θερμῶς ὅπως, ἀντὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ἐπιλέξητε ἐγκαίρως ἕτερον τόπον διὰ τήν, ἐν περιπτώσει κινδύνου, μεταφορὰν καὶ ἐγκατάστασιν τῶν γυναικοπαίδων τῆς ὑμετέρας εὐθύνης, δεδομένου ὅτι ὁ χῶρος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς προορίζεται δι’ ἄλλους σκοπούς, τοὺς ὁποίους δὲν ἀγνοεῖτε, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκλαμβάνηται συνεχῶς ὡς παρέχων τὴν πλέον εὔκολον καὶ πρόχειρον λύσιν.

Πέποιθα κ. Διοικητά, ὅτι ἐν κατανοησει τῶν ὡς ἄνω ἀπόψεων ἡμῶν, θὰ μεριμνήσητε διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου.

Εὐχέτης ὑμῶν πρὸς Κύριον

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

 

Ὁ Διοικητὴς τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης, ἀπαντῶντας στὴν παραπάνω ἐπιστολή, ἔστειλε πρὸς τὸν «Σεβσμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος κ. κ. Χριστόδουλον» τὴν ἑξῆς ἀπάντηση:

«Σεβασμιώτατε,

Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 31-3-75 Ὑμετέρας ἐπιστολῆς σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Ὑμετέρα Ἁγιότητα ὅτι ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς ἐχρησιμοποιήθη ὡς καταφύγιον τῶν γυναικοπαίδων τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης δὶς κατὰ τὸ παρελθόν, ἤτοι ἔν ἔτεσι 1967 καὶ 1974 καὶ κατόπιν τῶν γνωστῶν εἰς πάντας πολεμικῶν Κρίσεων. Τοῦτο καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ εἶχεν συμφωνηθῇ πρὸ δεκαετίας καὶ πλέον, μεταξὺ τῶν προγενεστέρων ποιμεναρχῶν τῆς καθ’ Ὑμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καὶ τῶν Διοικητῶν τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης.

Ἐπίσης ἔρχομαι νὰ πληροφορήσω Ὑμᾶς ὅτι ἡ παροῦσα Διοίκησις τῆς Μονάδος οὐδέποτε ἐσκέφθη ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ Ὑμῶν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν Ἱερὰν Μονὴν ὡς καταφύγιον, ἔστω καὶ ὑπὸ ἄκρως δυσμενεῖς συνθήκας, διὰ τὰ γυναικόπαιδα τῆς Πτέρυγος, συνθήκας αἵτινες ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των ἐπέρχονται εἰς χρόνον ἀνύποπτον καὶ ἐν πολλοῖς ΜΗΔΕΝ.

Διὰ  τῆς πρὸ ὀφθαλμῶν μου ἐπιστολῆς Σας κρίνετε ὡς ἀδικαιολόγητον τὴν ἐπιλογὴν τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς ὡς καταφύγιον τῶν οἰκογενειῶν τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης καὶ συνιστᾶτε ὅπως ἐπιλεγῇ ἕτερος τόπος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.

Ἡ Διοίκησις τῆς Πτέρυγος δὲν δύναται νὰ παραβῇ τὴν Ὑμετέραν ἐπιθυμίαν -ἔστω καὶ ἄν τοῦτο δημιουργῇ ἕν τεράστιον πρόβλημα εἰς ταύτην  καὶ θέλει ἐξηγήσει εἰς τὴν Ἁγιότητά Σας κατὰ τὴν πρώτην μελλοντικὴν συνάντησίν μας, ἐφ’ ὅσον δοθῇ ἡ ἄδεια –  καθ’ ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἡ Ὑμετέρα κρίσις σταθμίσασα ἅπαντας τοὺς παράγοντας ἀποκλείει εὐλόγως τὴν Ἱερὰν Μονὴν Παναγίας Ξενιᾶς ὡς τόπον καταφυγίου τῶν γυναικοπαίδων τῆς ἡμετέρας Μονάδος.

Εὐχόμενος ὅπως ὁ Κύριος σταθῇ ἀρωγὸς εἰς ἅπαντας ἀσπάζομαι τὴν δεξιὰν σας.

(Ὑπογραφή)

Σωτήριος Παπακωνσταντίνου

Σμήναρχος (Ι)».

[1] Ὁ τάφος του βρισκόταν μέχρι καὶ τοὺς σεισμοὺς τοῦ 1980 στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἁλμυροῦ.

[2] Σήμερα στὸ Ἀρχεῖο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ δὲν βρίσκεται τὸ ἀντίγραφο αὐτό.

[3] Λυκούραση. Εἶναι ἕνα μικρὸ μοναστήρι στὸ βουνὸ Θούριο, μία παραφυάδα τοῦ Παρνασσοῦ. Ἡ Λυκούραση ἦταν τὸ κέντρο ἐξόρμησης τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Ἀθανασίου Διάκου. Πληροφορίες γιὰ τὸ μοναστήρι αὐτὸ στὸ βιβλίο τοῦ Εὐθύμιου Δάλκα,  Παναγία Λυκούραση, Ἀθήνα 1981. Στὸ βιβλίο ὑπάρχει καὶ φωτοαντίγραφο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀθανασίου Διάκου.

[4] Τζημχανὲς ἤ  τζεμπιχανὲς (λέξη προφανῶς τουρκικῆς προέλευσης) σημαίνει γενικῶς τρόφιμα, φαγώσιμα καὶ ἄλλα ἐφόδια. Στὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη ἀναφέρεται ἡ λέξη: «… Τοῦ εἴπαμεν, θέλομεν καράβια εὐρωπαίικα νὰ βαρκαριστοῦμεν, ὕστερα ὅλα μας τ’ ἄρματα, τρίτο τὸν Χατζηχρήστο καὶ Δεσπότη κι’ ὅλους τοὺς σκλάβους, καὶ τοὺς μιστούς μας. Καὶ τότε τοῦ παραδίνομεν ἐφοδιασμένο κάστρο (ἐφόδιασμα μόνον μὲ τὶς σάπιες πέτρες, ὀλίγος τζεμπιχανὲς ἦταν ἀκόμα καὶ ψωμί πολλὰ ὀλίγον καὶ νερό, νὰ χορτάσουμεν δὲν μπορούσαμεν, ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τὸ μεράζαμεν)…».

[5] κουρσούμια στὴν ἐποχή μας λέγονται οἱ σιδερένιες μπίλιες τῶν ρουλεμὰν. Ἐδῶ σημαίνει μολύβδινα σφαιρίδια, χοντρὰ σκάγια ποὺ χρησιμοποιούνταν σὰν βόλια στὶς μάχες. Ἡ λέξη παράγεται ἀπὸ τὸ τουρκικὸ kursum = μόλυβδος. Στὰ Τρίκαλα ὑπῆρχε τὸ «kursum τζαμὶ» (τζαμί μὲ μολύβδινο θόλο).

[6] Μεζηλιάρικα ἄλογα σημαίνει γερὰ καὶ γρήγορα ἄλογα, ταχυδρομικά.

[7] Ἡ προσωπικὴ αὐτὴ σφραγίδα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου εἶναι ὠοειδὴς. Στὸ πάνω μέρος της ὑπάρχει ἕνας διπλὸς σταυρὸς ἔχοντας ἀριστερὰ του τὸ γράμμα Α καὶ δεξιὰ του τὸ γράμμα Θ. Στὸ μέσον τῆς σφραγίδας ὑπάρχει δικέφαλος ἀετὸς ἔχοντας ἀριστερὰ του τὸ γράμμα Δ καὶ δεξιά του τὸ γράμμα Κ. Κατὰ μία ἄποψη τὰ γράμματα αὐτὰ σημαίνουν ΑΘ(ανάσιος) Δ(ιά)Κ(ος). Στὰ πόδια τοῦ ἀετοῦ τὸ (ἔτος) 1818.

[8] Κάπερνα, κατὰ τὸν Εὐθύμιο Δάλκα, συγγραφέα τοῦ βιβλίου «Παναγία Λυκούρεση», λεγόταν τότε ἡ Χαιρώνεια.

[9] Κάποιοι ἐρευνητὲς θεωροῦν ὅτι «ραχωβῆτες» εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς Ἀράχωβας καὶ ὅτι σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνεται, διότι ἡ Ἀράχωβα λεγόταν καὶ Ράχωβα. Ἔχοντας προκαταβολικὰ τὴν ἄποψη αὐτή διάβασαν τὸ «εἰς Ράχοβον» «εἰς Ράχωβαν», Ὡστόσο τὸ «αἰδεσιμότατε ἅγιε πρωτόπαπα καὶ παπᾶ Δημήτρη», εἶναι κατὰ τὴν ἄποψή μας, ἀποτρεπτικὰ αὐτῆς τῆς γνώμης. Τὸ «τοῖς ἀγαπητοῖς ῥαχωβῆτες» μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ κάτω ἀπό τὴ λέξη εἶναι ὀνομασία καλογέρων τοῦ «Ράχοβο» τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

[10] Τὸ ἔγγραφο δημοσιεύθηκε, ἀπὸ ὅσα τουλάχιστον γνωρίζω προσωπικά, γιὰ πρώτη φορὰ, ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ζωσιμᾶ Ἐσφιγμενίτη, στὸ Ἡμερολόγιο «Φήμη»,  (ἔτους 1886, Μέρος β΄, σελ. 17), τὸ ὁποῖο ἐκδιδόταν ἀπὸ τὸν ἴδιο στὸ Βόλο, χωρὶς, ὡστόσο, κάποιες ἰδιαίτερες πληροφορίες γι’ αὐτό.  Δὲν ἀναφέρει τίποτε γιὰ τὸ πῶς βρέθηκε στὰ χέρια του καὶ δὲν κάνει κανένα σχολιασμό. Τὸ περιεχόμενό του, μαζὶ μὲ ἕνα κακέκτυπο φωτοαντίγραφό του, δημοσιεύθηκε, ἐπίσης,  στὴν περιοδικὴ ἔκδοση «Πάνορμος» (Ὄργανο τοῦ Συλλόγου τῶν ἁπανταχοῦ Πανορμιτῶν «Ἡ Πάνορμος») στὸ φύλλο ὐπ’ ἀριθ.  8 (Φεβρουάριος – Μάρτιος  2005), χωρίς καὶ πάλι κάποια διασαφηνιστικὰ σχόλια. Ὡστόσο γιὰ μᾶς, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Διάκου ἀπευθύνεται στοὺς μοναχούς τῆς Μονῆς τοῦ Ραχόβου (Ραχοβίτες) καὶ σὲ κάποιους λαϊκοὺς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προηγουμένως συναντηθεῖ μαζί του ἐκεῖ κατὰ τὴν συνάντηση ποὺ ἀναφέρουμε.

[11] Δὲν γνωρίζουμε πότε καὶ μὲ ποιὸν τρόπο ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου βρέθηκε στὴν Ἐθνική Βιβλιοθήκη. Δὲν γνωρίζουμε ἐπίσης μὲ ποιὸ τρόπο πληροφορήθηκε τὸ περιεχὀμενό της ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης καὶ τὸ δημοσίευσε. Τὸ πιθανὸτερο, κατὰ τὴ δική μας ἐκτίμηση, εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Διάκου νὰ περιλαμβανόταν μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ποὺ ἅρπαξε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὁ μοναχὸς Ζαχαρίας Καίσαρης, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔχουμε ἀναφέρει σχετικὰ σὲ ἄλλες σελίδες τούτης τῆς ἐργασίας μας. Πιθανὸν νὰ περιλαμβανόταν μεταξὺ τῶν  περιεχομένων τῶν «δύο σφραγισμένων» κιβωτίων, ποὺ παραδίδονταν μυστικὰ ἀπὸ ἡγούμενο σὲ ἡγούμενο τῆς Ξενιᾶς, χωρὶς νὰ ἀναφέρονται στὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα παράδοσης καὶ παραλαβῆς, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρουμε καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, καὶ τὸ περεχόμενο τῶν ὁποίων ποτὲ δὲν μαθεύτηκε.

[12] Τὸ γράμμα γράφεται στὶς 9 Μαΐου. Ἡ ἐξέγερση τῶν Ἁλμυριωτῶν θὰ γινόταν στὶς 8 Μαΐου.

[13] Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ τὰ 200 ἄτομα ποὺ εἶχε ζητήσει ὁ Ἀθανάσιος Διάκος.

[14] Βλ. Κ. Θ. Γιαννακόπουλος, Η Παναγία Ξενιά και οι δύο ιερές μονές της, Αθήναι 1953.

[15] Τύποις Χ. Συνοδινοῦ- ὁδὸς Λέκκα 7, Ἀθῆναι 1950.

[16] Τὰ παραπάνω διηγήθηκε στὸν Δημήτριο Τσιλιβίδη, ὁ γέροντας Κυπριανὸς, ἐφημέριος τῆς  Ἁγίας Εἰρήνης Ἁλυκῶν Βόλου,  κατὰ τὸ 1988, ὅταν νοσηλευόταν στὴν κλινικὴ Βόλου Γεωργίου Ἰωάννου, ἔχοντας πλήρη πνευματικὴ διαύγεια.

[17] Περίοδος Β΄, τεῦχος  10, Ἁλμυρός 2006, σελ. 117-133.

[18] Ὁ Ἀθαν. Παπαθεοδώρου, ἔφεδρος ἀξιωματικὸς τοῦ Πυροβολικοῦ, πολεμιστὴς τῆς Ἀλβανίας, συνταξιοῦχος δάσκαλος καὶ γέροντας τὸ 1989, ἀφηγήθηκε τὰ παραπάνω στὸ σπίτι του στὴν Πορταριά, στὸν  Δημήτριο Τσιλιβίδη. Ὁ Παπαθεοδώρου πέθανε τὸ 2003.

[19] Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, τόμ. Δ΄, ἀριθ. ἐγγρ. 385. Οἱ μοναχοὶ τῶν Μετεώρων, ποὺ ἀναφέρει ὁ ἡγούμενος, ἦταν περίπου δέκα. Εἶχαν συλληφθεῖ καὶ φυλακισθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Μητροπολίτη Ἐλασσῶνος Καλλίνικο στὴ Λάρισα. Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ, ἀμέσως μετὰ τὴ σύλληψή τους, πῆγε στὴ Λάρισα (Ὁ Λαρίσης Δωρόθεος καὶ μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπος  ἀπουσίαζε σταθερὰ ἀπὸ τὴν ἕδρα του  σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς), τοὺς ἐπισκέφθηκε στὴ φυλακὴ καὶ στὴ συνέχεια κατάφερε νὰ πείσει τὸ Διοικητὴ τῆς Μεραρχίας «Πινερόλο» Ἰνφάντε νὰ δι