Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό δεύτερο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

 

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Χειρόγραφα καὶ ἱερὰ κειμήλια τοῦ Μοναστηριοῦ   (β΄ μέρος)

 

  1. Κώδικας ΚΑ΄.

Εἶναι ἕνα ἄδετο χάρτινο Εὐχολόγιο τοῦ 17ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 152 φύλλα διαστάσεων 0,15 Χ 0, 12 μ.

  1. Κώδικας ΚΒ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 74 φύλλα διαστάσεων  0,22 Χ 0,16 μ.

Περιλαμβάνει ἀκολουθία καὶ βίο: α) Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου τοῦ ἐν Βουνένῃ τῆς Θεσσαλίας ἀσκήσαντός τε καὶ ἀθλήσαντος καὶ β) Ἀκολουθία τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων μετὰ βίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας.

Ὁ βίος τοῦ Ἁγ. Νικολάου τοῦ Νέου εἶναι πληρέστερος τοῦ βίου τοῦ ἴδιου ἁγίου ποὺ περιλαμβάνεται στὶς ἀκολουθίες τῶν συνήθων  κυκλοφορούντων ἐντύπων. Διασώζονται σ’ αὐτὴν παλιὲς λαϊκὲς φράσεις  ἀλλὰ καὶ ἀναφέρονται θεσσαλικὲς τοποθεσίες ἤ πόλεις ὅπως ἡ Δημητριάδα κ.τ.λ.

Ὁ κώδικας γράφηκε στὰ μέσα τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνα, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀναγνώστου, Καλτσέτα,[1] δάσκαλο στοὺς Κοκκωτοὺς καὶ ἀργότερα  ἱερέα στὸν Ἁλμυρό. Ἡ γραφὴ εἶναι στρογγυλόσχημη μὲ κάποιες ἀνορθογραφίες.

  1. Κώδικας ΚΓ΄.

Εἶναι ἕνα χάρτινο δερματόδετο «Θεοτοκάριο» τοῦ 14ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 246 φύλλα διαστάσεων  0,21 Χ 0,15 μ.

Λείπουν μερικὰ φύλλα  στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τοῦ κώδικα. Φαίνεται ὅτι ἀριθμήθηκε κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα κατὰ σελίδες. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ σελίδα 33     καὶ τελειώνει στὴ σελίδα 523. Λείπει ἕνα φύλλο μετὰ τὴ σελίδα 262 καὶ ἕνα ἄλλο μετὰ τὴ σελίδα  507.

  1. Κώδικας ΚΔ΄.

Εἶναι δερματόδετος κώδικας τοῦ 13ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ  206 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους καὶ  0,14 μ. πλάτους. Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,07 μ. καὶ ἡ ἐπιφάνεια γραφῆς κάθε σελίδας εἶναι 0,15 Χ 0,07 μ. Περιέχει βίους καὶ πολιτεῖες ἁγίων καὶ ἐκκλησιαστικοὺς λόγους διαφόρων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ κώδικα, ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου, ἐπισκόπου Κρήτης καὶ μετά, ὁ γραφικὸς χαρακτήρας του ἀλλάζει καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λίγο μεταγενέστερης ἐποχῆς. Στὴν ἀρχὴ εἶναι γραμμένη μία διήγηση ἀπὸ τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀπὸ τὴν ὁποία λείπουν κάποια φύλλα. Στὸ φύλλο 29 «ἀναγράφεται ἐξήγησις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου πλήρης ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἀποκρύφου Εὐαγγελίου».

Ὁ κώδικας ἀποτελεῖται ἀπὸ 206 φύλλα. Στὸ τελευταῖο φύλλο ὑπάρχει ἡ σημείωση: «1007 αψ (+ 1700) +τοῦτο τὸ βιβλίον ὑπάρχει τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς καλουμένης Κισσιωτίσσης καὶ ὅποιος βουληθῇ καὶ ἐλησταρχίσῃ καὶ τὸ ἀποξενώσῃ νὰ ἔχῃ τὸ ἐπιτίμιον καὶ ἀντίμαχον τὴν Θεοτόκον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως».

Τὰ γράμματα εἶναι ἀγγιστροειδῆ καὶ μεγάλα τῆς μορφῆς τῆς ἀλληλεμπλόκου γραφῆς. Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα εἶναι μεγάλα καὶ κόκκινα, γραμμένα μὲ  κιννάβαρη ὅπως  καὶ τὰ ἐπίτιτλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης σχεδιασμένα μὲ  κιννάβαρη καὶ μαύρη μελάνη.

Περιεχόμενα τοῦ κώδικα: – α) φ. 1α – 4α: «Διήγησις περὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος», ἐλλιπὴς στὴν ἀρχή. – β) φ. 4β -12β:  «Τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικολάου ἀρχιεπισκόπου καὶ θαυματουργοῦ διήγησις (σὲ ἀρχαιοελληνικὴ γλῶσσα).[2] -γ) φ. 13α –  28β: «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Μάρκου τοῦ  Ἀθηναίου, τοῦ ἀσκήσαντος ἐν τῷ ὄρει τῆς Θράκης, τῆς οὔσης ἐπὶ  Κανατῶν ἐνδοτάτων….τῆς εἴσω Αἰθιοπίας ἐπέκεινα τοῦ ἔθνους τῶν Χαιτέων» – δ) φ. 29α – 44β: «Μηνὶ Αὐγούστου εἰς τὰς ιε΄ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰωάννου του Θεολόγου καὶ Εὐαγγελιστοῦ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου». – ε) φ. 45α – 55α: «Μαρτύριον τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ μεγαλομάρτυρος Παρασκευῆς». – στ) φ. 55β –  64α: «Τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τὴν ἀποτομὴν τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου καὶ περὶ τῶν πονηρῶν γυναικῶν. – ζ) φ. 65β – 73β: «Διήγησις τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου πρὸς τὸν ἅγιον Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου περὶ ἐξόδου ψυχῆς». – η) φ. 74α – 81α: «Μαρτύριον τῆς ἁγίας καὶ καλλινίκου μάρτυρος Βαρβάρας.  – θ) φ. 81α – 90β: «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ Ἀλεξίου». – ι) φ. 91α – 104 α: «Ὀπτασία Κωνσταντίνου τοῦ Ἰσαποστόλου καὶ ἀσεβοῦς ἐν πρώτοις χριστιανοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου». -ια) φ. 104α-110β: «Ἰωάννου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, ὁμιλία εἰς τὸν προπάτορα  Ἀβραὰμ λεχθεῖσα εἰς τὴν ἡμέραν τῶν ἁγίων πατέρων, Κυριακὴν πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως». – ιβ) φ. 111α -116 α «Μαρτύριον τῆς Ἁγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης». – ιγ) φ. 116 α – 122 β: «Βίος καὶ Πολιτεία Εὐγενίου καὶ Μαρίας τῆς αὐτοῦ θυγατρός».  – ιδ) φ. 123 α –  132 β: «Μαρτύριον τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων τῶν ἐν Σεβαστείᾳ μαρτυρησάντων». – ιε) φ. 133 α –  146 α: «Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν     Ἰωάννου τοῦ  Καλυβίτου, τοῦ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν γεγονότος». -ιστ) φ. 147α –  161β: «Τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου, λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τοῦ ἀπὸ Ἀριμαθαίας καὶ Νικόδημον καὶ εἰς τὴν ἐν τῷ Ἄδῃ τοῦ Κυρίου κατάβασιν». -ιζ) φ. 162α –  169β: «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Εὐσεβίου, ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, λόγος περὶ ἐλεημοσύνης».[3] -ιη)  φ. 170α – 180α: «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου ἐπισκόπου Νύσσης, Λόγος εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα»· -ιθ) φ. 180α – 187β. «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, λόγος εἰς τὸν παράλυτον· ἐλέχθη δὲ εἰς τὴν Μεσοπεντηκοστὴν εἰς τὸ μὴ κρίνητε κατ᾿  ὄψιν» καὶ τὰ ἑξῆς. -κ) φ. 188α – 197β :  «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Κυρίλλου, ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, Λόγος εἰς τὴν Ὑπαπαντὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». -κα) φ. 198α – 204β : «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου. Λόγος εἰς τὰ Βαϊα».[4] -κβ) φ. 204β – 206β : «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἀνδρέου ἐπισκόπου Κρήτης, τοῦ Ἱεροσολυμίτου, λόγος εἰς τὴν Γέννησιν τῆς Παναγίας Θεοτόκου».

 

  1. Κώδικας ΚΕ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας του 15ου αἰῶνα.[5] Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,09 μ. καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 373 φύλλα διαστάσεων  0,21 Χ 015 μ.

Ὁ κώδικας εἶναι χωρισμένος σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος του περιέχει «125 ἀποκρίσεις σὲ ἰσάριθμες ἐρωτήσεις, μὲ πρῶτες ἐρωτήσεις γιὰ τὴν κτίση τοῦ κόσμου». Στὸ τέλος τοῦ πρώτου αὐτοῦ μέρους εἶναι γραμμένη ἡ ἑξῆς «ἐνθύμηση»:

«+ Φανερώνω τὸν καιρὸν ποῦ σκόρπισεν οἱ Κουκουτοὺς ἀπὸ δοσίματα 1828 ἁλωναρίου 8, Γιάννης τοῦ Χρήστου Κύρκου».[6]

Τὸ δεύτερο μέρος περιέχει κείμενο, ἐξήγηση καὶ σχετικὴ διδασκαλία στὶς 29 παραβολὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Σὲ δύο συνεχῆ  φύλλα τοῦ μέρους αὐτοῦ ὑπάρχει ἀποτύπωμα τῆς σφραγίδας τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς Ξενιᾶς «Παπᾶ Σαμουὴλ 1830».

Καὶ τὰ δύο μέρη τοῦ κώδικα εἶναι γραμμένα «ἐν πεζῇ φράσει» ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ρεσινὸ τὸν Κορίνθιο καὶ ἐπιγράφεται: «Ὁδηγός».[7]

  1. Κώδικας ΚΣΤ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα. Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,05 μ. καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 137 φύλλα διαστάσεων  0,21 μ. μήκους καὶ 0,15 μ. πλάτους.

Περιεχόμενα: α) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν νέου Θεολόγου καὶ θαυματουργοῦ Γρηγορίου ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης, ὁμιλία περὶ τῆς πρὸς ἀλλήλους εἰρήνης, ῥηθεῖσα μετὰ γ΄ ἡμέρας τῆς αὑτοῦ πρὸς Θεσσαλονίκην ἐπιδημίας» (ἐλλιπής), – β) «Δωροθέου, περὶ τῶν ἁγίων νηστειῶν». (πλήρης). – γ) «Τοῦ αὐτοῦ, πρὸς τοὺς ἐν μοναστηρίῳ ἐπιστάτας καὶ μαθητὰς πῶς δεῖ ἐπιστατεῖν ἀδελφῶν καὶ πῶς τοῖς ἐπιστατοῦσιν ὑποτάσσεσθαι μαθητευομένους», – δ) Τοῦ αὐτοῦ, «ῥήματα ἐν συντόμῳ» (πλήρη), – ε) «Διήγησις μερικὴ ἐκ τοῦ βίου τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Μελετίου» (ἐν ἁπλῇ φράσει ἐλλιπὴς ἐν μέρει). – στ) «Διδαχὴ περὶ ἀγάπης ἐκ πολλῶν μαρτυριῶν συντεθειμένη ἐν πεζῇ φράσει», – ζ) «Εἰς τὴν ἅλυσιν τοῦ ἁγίου Πέτρου τοῦ   Ἀποστόλου εἰς τὰς ιστ΄ Ἰανουαρίου ἐν ἁπλῇ φράσει» (πλήρης). – η) «Τοῦ ἀββᾶ Νείλου» (πλήρης). – θ) «Μαξίμου, ἡ εἰς Θεὸν ἐλπὶς χωρίζει πάσης γηΐνης προσπαθείας τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ χωρισθεὶς ἕξει τὴν εἰς Θεὸν ἀγάπην». – ι) Διήγησις μερικὴ ἐκ τοῦ βίου καὶ τῆς πολιτείας τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ» (πλήρης). – ια) «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου» (ἐν φράσει ἀρχαίᾳ πλήρης). -ιβ)  «Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Κλίμακος, περὶ ὀνείρων» (ἐν φράσει ἀρχαίᾳ πλήρης). -ιγ) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης καὶ νέου Θεολόγου, ὁμιλία εἰς τὴν σωτήριον γέννησιν τῆς Πανυπεράγνου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας» (ἐν ἀρχαίᾳ φράσει), -ιδ) Τοῦ αὐτοῦ, «ὁμιλία εἰς τὸν ἅγιον Ἀπόστολον καὶ Εὐαγγελιστὴν καὶ τῷ Χριστῷ ἐξόχως ἠγαπημένον Ἰωάννην τὸν θεολόγον, ἐν ᾗ καὶ περὶ τῆς εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον ἀγάπης», – ιε) Τοῦ αὐτοῦ, «Ὁμιλία εἰς τὸ τῆς τρίτης Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον, ὑπόθεσιν ἔχουσα τὸν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐγερθέντα τῆς χήρας παῖδα, ἐν ᾗ καὶ περὶ τοῦ συγγνωμοτικοὺς ἡμᾶς καὶ συμπαθεῖς πρὸς ἀλλήλους εἶναι» (πλήρης). – ιστ) Τοῦ αὐτοῦ, «ὁμιλία εἰς τὸ τῆς τετάρτης Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον», τὸ λέγον «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ», ἐν ᾗ καὶ περὶ τῆς ὀφειλουμένης πρὸ τοῦ σπόρου τούτου παρ᾿  ἡμῶν τελεῖσθαι καλλιεργείας» (ἐλλιπὴς ἐν τέλει). -ιζ) Τοῦ αὐτοῦ, «περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ νήψεως ὁδεύειν τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου». – ιη) «Ὁμιλία περὶ ψεύδους» (πλήρης). – ιθ) «Ὁμιλία περὶ τοῦ βοηθεῖν ἀλλήλους» (ἐν ἀρχαίᾳ φράσει) κ) Τοῦ αὐτοῦ «περὶ τοῦ ἑαυτὸν μέμφεσθαι» (πλήρης). – κα) Τοῦ αὐτοῦ «περὶ μνησικακίας» (ἐλλιπής).

  1. Κώδικας ΚΖ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 95 φύλλα διαστάσεων 0,21 Χ 016 μ.

Εἶναι γραμμένος σὲ σκληρὸ χαρτὶ. Ἐσωτερικὰ φέρει ἔντυπη εἰκόνα τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ἐξωφύλλων ὑπάρχουν διάφορες σημειώσεις δυσανάγνωστες. Ἐπιγράφεται «Σημειωματάριον καὶ Ἄνθος φιλοσόφων ἐπιστολῶν». Περιέχει ἀπανθίσματα ἀπὸ τοὺς μύθους τοῦ Γεωργίου τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ψελλοῦ κλπ, ἐπιστολὲς ἑνὸς Δημητρίου δασκάλου τῆς Σχολῆς τοῦ Τυρνάβου τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὸν ἱερομόναχο δάσκαλο Ζαχαρίαν στὸ Πήλιο. Περιέχει ἐπίσης ἐπιστολὲς διαφόρων λογίων τῶν τότε χρόνων, ποιήματα, γεωγραφικὲς σημειώσεις καὶ συνταγὲς ἰατρικές.-

Τὰ σημαντικότερα περιεχόμενα τοῦ κώδικα:

Α΄. Ποίηση. – α) Ἐπιγράμματα σὲ ἀρχαιοελληνικὴ γλῶσσα τοῦ ἱερέα παπᾶ Πολύζου[8] 1) εἰς Ζαχαρίαν τὸν Προφήτην, 2) εἰς  Ἐλισάβετ, 3) εἰς Ἰωάννην, 4) εἰς τὸν αὐτόν, 5) ὡς ἀπὸ τοῦ Προδρόμου, 6) ὡς ἀπὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Προδρόμου ἐν Μακρυνίτσῃ (σὲ ἀρχαιοελληνικὴ γλῶσσα). β΄) Ἐπιγράμματα εἰς νεοφώτιστον ὑπὸ Διονυσίου μαθητοῦ Κυρίλλου. γ΄) Καλλινίκου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (1801 – 1806)  ἔπαινος εἰς στίχους ὁμοιοκαταλήκτους.  -δ) Ἀνωνύμου ποίημα ὁμοιοκατάληκτον, ὡς ἀπὸ τοῦ χλωμοῦ καὶ χρυσοῦ καὶ ὡς ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ. -ε) Ζαχαρίου, ἱερομονάχου (ὄπισθεν τοῦ ἐξωφύλλου) διδασκάλου Μηλεῶν, ποίημα εἰς στίχους ὀμοιοκαταλήκτους (1 – 100). στ) Ἐπίγραμμα εἰς Μακάριον μητροπολίτην Λαρίσης, τὸν Χῖον (δύο Μακάριοι εἶναι γνωστοὶ Λαρίσης, ὁ Α΄ τῷ 1680 – 1684 καὶ ὁ Β΄ τῷ  1768), ὑπό ἀνωνύμου.  ζ) Ἀνωνύμου: 1) εἰς θάνατον, 2) περὶ ματαιότητος (σὲ ὁμοιοκατάληκτους στίχους), 3) ὁ κόσμος (μὲ ἐρωτήσεις καὶ ἀπαντήσεις), η) Γρηγορίου ἀρχιμανδρίτου, ἡγουμένου Βράχης, ποίημα σὲ ἀρχαΐζοντες στίχους (στ. 1 – 47),  θ) Δημητρίου Τσιλάκογλου, ποίημα σὲ βραχυσύλλαβους στίχους ἐπιγραφόμενον ὁ Κόσμος (στίχοι 112), ι) Ἀνωνύμου, ἔπαινος Ἀλῆ – πασσιᾶ,  ια) Παϊσίου, ἐπισκόπου Σταγῶν, παραίνεση εἰς τοὺς πατέρας τῆς μονῆς Κορώνης ( στ. 1 – 18),   ιβ) Τοῦ αὐτοῦ, Προσευχὴ (στ. 1 – 24), ιγ) Παπᾶ Πολύζου, ἱερέως στὴ Μακρυνίτσα «ἡ Λαμπρά», ιδ) Αἰνίγματα ἐκ μὲν τῶν τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ τρία, ἐκ δὲ τῶν τοῦ Νικολάου Βόδα τέσσερα,  ιε) Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα σὲ στίχους ὁμηρικοὺς ἡρωελεγειακοὺς (Τὸ Εὐαγγέλιον αὐτὸ εἶναι πληρέστερον κατὰ τὸ μέτρον ἀπὸ ἄλλες ἐκδόσεις),  ιστ) Εὐδοκίας ἤ Ἀθηναϊδος τῆς Λεοντιάδος Ἐπιτάφιος Θρῆνος εἰς τὴν ταφὴν τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελούμενος ἀπὸ 33 στίχους.

Β΄ Ἀλληλογραφία. -α) 65 ἐπιστολὲς Δημητρίου, δασκάλου τῆς Σχολῆς τοῦ Τυρνάβου, πρὸς τὸν Ζαχαρία ἱερομόναχο καὶ δάσκαλο κωμοπόλεων τοῦ Πηλίου, κατὰ τὰ ἔτη 1743 – 1745 περίπου,  β) Ἐπιστολὴ Χριστοφόρου ἱερομονάχου ἀπὸ Γκερμπέσι (1720 ἔτος),  γ) Ἐπιστολή Δαμασκηνοῦ, ἡγουμένου Βράχας (1706),   δ)  Ἐπιστολὴ τὸν  «εὐγενέστατον ἄρχοντα Ζαχαρίαν», ἀπὸ κάποιον ἱερομονάχου τῆς Ζωοδόχου πηγῆς (αψϟδ = 1794),  ε) Ἐπιστολὴ Κωνσταντίνου Λογιωτάτου (1826),  στ) Ἐπιστολὴ εἰς μέγαν Βεζύρην Τζελαλαδδίν πασιᾶν,  ζ) Ἐπιστολὴ τοῦ μητροπολίτου Λαρίσης Διονυσίου τοῦ Καλλιάρχου (1776),  η) Ἐπιστολὴ σὲ κάποιο μπέη τῆς Λάρισας ἀπὸ τὸν Δημήτριο Τζιλάκογλου (ἔτος αψϟη = 1798),  θ) Ἐπιστολὴ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν Μπογδὰν-μπέην ἀπὸ τὸν πατριάρχη Γρηγόριοο τὸν  Ε΄,  ι) Ἐπιστολὴ Ἰω. Πασχάλη, γυμνασιάρχου Ἰωαννίνων πρὸς τὸν δάσκαλόν του Δημήτριον τὸν Ὀλλανδὸν (ἀχρονολόγητος),  ια) Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Λαρίσης Διονύσιον (ἴσως τὸν Καλλιάρχην) ἀπὸ τὸν Δημ. Τζιλάκογλου (ἀχρονολόγητος),  ιβ) Ἐπιστολὴ στὸν ἴδιο καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Δημ. Τζιλάκογλου (αψϟθ = 1799),   ιγ) Ἐπιστολὴ τοῦ ἐπισκόπου Σταγῶν Παϊσίου εἰς τὸν    Ἀρχιμανδρίτην κὺρ Ἰωσὴφ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ μονῆς τῶν μεγάλων Πυλῶν (Δουσίκου ἔτος 1805), ιδ) Νικοδήμου, ἀρχιμανδρίτου, εἰς ἄγνωστο (1806), -ιε) Τοῦ ἴδιου σὲ ἀγνωστο μοναχὸ,- ιστ) Γρηγορίου ἀρχιμανδρίτου σὲ κάποιον κοσμικὸ (ἔτος 1782),  ιζ) Ἀθωνιάδος Σχολῆς εἰς εὐρωπαῖον φιλέλληνα,  ιη) Κάποιου Διονυσίου σὲ κάποιο λόγιο κληρικὸ (1803),  ιθ) Δαμασκηνοῦ, ἀρχιμανδρίτου, ἡγουμένου Βράχας, πρὸς τὸν κὺρ Γεωργάκην Τζελεπῆν ( ἔτος 1783),  κ) Τοῦ ἴδιου σὲ ἄγνωστο λόγιο (ἔτος 1799). κα) Δημητρίου Τζιλάκογλου πρὸς ἀρχιμανδρίτη (ἀχρονολόγητη).

  1. Κώδικας ΚΗ΄.

Εἷναι χάρτινος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 50 φύλλα διαστάσεων 0,21 Χ 0,16 μ. Περιέχει σὲ δεκαπεντασύλλαβους ὁμοιοκατάληκτους στίχους τὸ «Ἔπος περὶ τῆς συλλήψεως τοῦ διαβοήτου τυράννου τῆς Ἠπείρου  Ἀλῆ – Πασιᾶ» ποὺ ἐπιγράφεται «Αληπασαλιας». Γράφτηκε τὸ 1823.

  1. Κώδικας ΚΘ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος κώδικας τοῦ 17ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ  51 φύλλα διαστάσεων 0,20 Χ 0,15 μ. καὶ εἶναι γραμμένος στὴν παλιὰ τουρκικὴ γλῶσσα. Τὸ περιεχόμενό του παραμένει ἄγνωστο, ὡς ἀμετάφραστο.

  1. Κώδικας Λ΄.

Ἄδετος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 95 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ, σχήματος 16ου, διαστάσεων  0,18 Χ 0,12 μ. Περιέχει τὸ Κοράνιο γραμμένο στὴν ἀραβικὴ γραφὴ καὶ σὲ καλλιτεχνικὴ μορφή.

Γύρω ἀπὸ τὸ κείμενο κάθε σελίδας ὑπάρχει χρυσὸ  πλαίσιο. Τὰ κεφάλαια κοσμοῦνται μὲ πολύχρωμο ἄνθος. Πρόκειται γιὰ ἕνα λάφυρο ἀπὸ τὴν Καστοριὰ τοῦ   Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1912, ποὺ κουβαλήθηκε στὸν Ἁλμυρό.

  1. Κώδικας ΛΑ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος δερματόδετος κώδικας ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 52 φύλλα, διαστάσεων 0,30 Χ 0,20 μ. Ἀνήκει στὸν  18ο αἰῶνα. Περιέχει λογιστικοὺς πίνακες διαφόρων εἰδῶν ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιγράφεται «Κατάστιχον τοῦ μακαρίτη  Ἰω. Ἀναγνώστη Χατζῆ – Νικολάου (ἐκ Τρικέρων)»

  1. Κώδικας ΛΒ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 220 φύλλα διαστάσεων  0,20 Χ 0,12 μ. Περιέχει  σημειώσεις διαφόρων εἰδῶν τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος καὶ φθάνει μέχρι τῶν μέσων τοῦ 19ου.

  1. Κώδικας ΛΓ΄.

Φυλλάδα τοῦ 19ου αἰῶνα 22 φύλλων διαστάσεων  0,21 Χ 0,16 μ. Περιέχει διαφόρους στοιχειώδεις γνώσεις Φυσικῆς, Χημείας, Ζῳολογίας καὶ Ἀριθμητικῆς.

  1. Κώδικας ΛΔ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 23 φύλλα διαστάσεων 0,20 Χ 0,15 μ. Περιέχει Κατήχηση γιὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστη.

  1. Κώδικας ΛΕ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 50 φύλλα διαστάσεων  0,29 Χ 0,09 μ. καὶ περιέχει διαφόρους λογαριασμούς καὶ σημειώσεις τοῦ 18ου  αἰῶνα.

  1. Κώδικας ΛΣΤ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 92 φύλλα διαστάσεων  0,16 Χ 0,11 μ. Περιέχει Γραμματικὴ μὲ ἐρωτήσεις τοῦ δασκάλου καὶ ἀπαντήσεις τοῦ μαθητῆ.

  1. Κώδικας ΛΖ΄.

Σπαράγματα κώδικα τοῦ 18ου ποὺ καταστράφηκε καὶ σώζονται ἀκέραια μόνο δύο φύλλα στὰ ὁποῖα ἀναφέρονται τοπωνυμίες θέσεων ἀγρῶν τοῦ  18ου  αἰῶνα.

  1. Κώδικας ΛΗ΄.

Ἀνήκει στὸν 19ο αἰῶνα. Εἶναι χάρτινος καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ  24 φύλλα διαστάσεων  0,26 Χ 0, 20 μ.  Περιλαμβάνει  «Εἰσαγωγὴ  στὴ Νεότερη Χημεία».

  1. Κώδικας ΛΘ΄.

Κώδικας τοῦ 15ου αἰῶνα γραμμένος σὲ στιλπνὸ χαρτὶ διαστάσεων 0,21 Χ 0, 16 μ. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 280 φύλλα καὶ περιέχει λόγους ἐκκλησιαστικοὺς καὶ βίους ἁγίων. Στὴν ἀρχὴ περιέχει ἕνα ἀπόκρυφο Εὐαγγέλιο περὶ Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο λείπει ἡ ἀρχή. Κοσμεῖται μὲ ὡραῖα ἐπίτιτλα σχεδιασμένα μὲ κιννάβαρη καὶ μαύρη μελάνη. Κάθε ἀρχικὸ κεφαλαῖο γράμμα εἶναι κόκκινο  καὶ διακοσμεῖται ὄμορφα. Στὰ λευκὰ περιθώρια τῶν σελίδων του ὑπάρχουν ἐπισκοπικὲς ὑπογραφές.

Ὑπογράφουν: «+Ὁ Λαρίσης Πολύκαρπος καὶ ἐν Χριστῷ πάντων ἡμῶν», «+ Ὁ Δημητριάδος Ἀθανάσιος», «+ Ὁ Φαρσάλων Βενιαμίν», «+ Ὁ Ζητουνίου Θεοφάνης».

Στὰ λευκὰ περιθώρια τῶν σελίδων του εἶναι γραμμένες ἐπίσης οἱ ἑξῆς «ἐνθυμήσεις»:

α) «Ἔτος  αψϟδ΄ (=1794) μαρτίῳ α΄  γράφω καγὸ Ἀναγνώστης τοῦ Κόμνου διὰ ἐνθύμισιν».

β) «Ἔτος ζπα΄ (=7081=1573) τὸν μίναν Ὀκτόβριον… ἡμέρα Πέμπτη …. .ἐχάλασαν. ..»

γ) «Ἐτοῦτο τὸ παρὸν βιβλίον ὑπάρχει καὶ εἶναι τῆς ἱερᾶς καὶ σεβασμίας Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου προφήτου προδρόμου καὶ ὁπηος τὸ  ἀπα. . (ἀπαλλοτριώσῃ;)  νὰ ἔχῃ τὰς ἀρὰς τῶν τιη΄ θεοφόρων πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ».

δ) «Ἔτος 1793 ἦλθεν ἀκρίβεια μεγάλη σφόδρα ὁποῦ ἐκινδύνεψεν νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος. Στάθης κόμνους» .

ε) « 1831. γράφω καγό οἰκονόμος ὁποῦ ἦλθε ὁ Μπαλατσὸς καὶ ἔκαυσε τὸ χωριο. Οκτομβρίου 2».

στ) «Τῷ Θεοφιλεστάτῳ καὶ μουσικωτάτῳ ἁγίῳ ἑπισκόπῳ  τῆς ἁγιωτάτης ἐπισκοπῆς Ζητουνίου, ἐμοῦ δὲ αὐθέντος καὶ δεσπότου Ἰωαννικίου, πολλὰ τὰ ἔτη».

ζ) «Ἀθανάσιος, ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς γράφω».

Περιεχόμενα τοῦ κώδικα: α) Ἐξ ἀποκρύφου Εὐαγγελίου «Ἡ μετάστασις τῆς Θεοτόκου». β) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λόγος εἰς τὴν ἀποτομὴν (τῆς κεφαλῆς) τοῦ Ἰωάννου καὶ περὶ πονηρῶν γυναικῶν». γ)» Μαρτύριον τῆς ἁγίας καὶ καλλινίκου μεγαλομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Βαρβάρας». δ) «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου Ἀλεξίου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ». ε) Ὀπτασία Κωνσταντίνου τοῦ ἰσαποστόλου καὶ ἀσεβοῦς ἐν πρώτοις Χριστιανοῦ βασιλέως, τοῦ μεγάλου». στ) «Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὁμιλία εἰς τὸν προπάτορα Ἀβραὰμ λεχθεῖσα εἰς τὴν ἡμέραν τῶν ἁγίων Προπατόρων πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως». ζ) «Μαρτύριον τῆς Ἁγ. μεγαλομάρτυρος Μαρίνης». η) «Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἡσυχίου διήγησις εἰς τὸν προπάτορα Ἀβραὰμ περὶ θανάτου». θ) «Διήγησις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πῶς δεῖ αὐτὴν φυλάττειν ἀκριβῶς καὶ ἀσφαλῶς». ι) «Μαρτύριον τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων». ια) «Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ ἀββᾶ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου». ιβ) «Βίος καὶ πολιτεία Εὐγενείου καὶ Μαρίας τῆς αὐτοῦ θυγατρός». ιγ) «Τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Εὐφραὶμ λόγος πίστεως καὶ ἀγάπης εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν». ιδ) «Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, λόγος περὶ νηστείας». ιε) «Τοῦ αὐτοῦ εἰς τὸν τετραήμερον Λάζαρον». ιστ) «Τοῦ ἁγίου γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λόγος εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα». ιζ) «Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου, λόγος εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον τριήμερον ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». ιη) «Τοῦ αὐτοῦ λόγος εἰς τοὺς ἁγίους τρεῖς παῖδας καὶ Δανιὴλ τὸν προφήτην». ιθ) « Τοῦ αὐτοῦ λόγος εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ». κ) «Διήγησις μείρακος τινος· (φθαρμένη σὲ κάποια μέρη). κα) «Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λόγος. . . (λείπει ἡ συνέχεια).

Ὁ σημαντικὸς αὐτὸς κώδικας χάθηκε κατὰ τὸν Ἑλληνο –Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897 ἐπειδὴ ἁρπάχτηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους  ποὺ κυρίευσαν τὸν Ἁλμυρό ἤ μᾶλλον ἀπὸ ὅσους συνόδευαν τὸν τακτικὸ τουρκικὸ στρατό.

  1. Κώδικας Μ΄.

Ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 17ου ἤ 18ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 52 φύλλα διαστάσεων   0,21 Χ 0,14 μ. Εἶναι γραμμένος στὴν τουρκικὴ γλῶσσα μὲ τὴν παλιὰ τουρκικὴ γραφή. Τὸ περιεχόμενό του παραμένει ἀμετάφραστο καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἄγνωστο.

 

 

ΙΙΙ. Μουσικοὶ κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Πληροφορίες γιὰ τοὺς παρακάτω μουσικοὺς κώδικες τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς δημοσιεύθηκαν:

1) Στὸ περιοδικὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων» ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, στὶς ἐργασίες του α) «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄρθρυος», στοὺς τόμους 18 (1924), σελ.  448 – 450 καὶ 19 (1925) σελ. 93 – 95, 262 – 266,  369 – 377) καὶ β) «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», στὸν τόμο 20 (1925), σελ. 104 – 107.

2) Στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»» (Περίοδος β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρὸς 2000, σελ. 78 – 83)  ἀπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Χερουβεὶμ Βελέντζα, στὴν ἐργασία του «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» καὶ

3) Στὸ «Proceedings of the 1st International Conference of the ASBMH», (σελ. 599 – 667) ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Καραγκούνη, στὴν ἐργασία του: «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας. Μέρος πρῶτο: Ἕνα μουσικὸ στιχηράριον τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς Ἁλμυροῦ. Μέρος δεύτερο: Τὰ ἑπτὰ μουσικὰ χειρόγραφα τῆς «Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ (Μαγνησίας) -Ἡ Ὄθρυς».

Μὲ βάση τὶς πληροφορίες ποὺ παρέχονται στὰ τρία αὐτὰ δημοσιεύματα δίνουμε μία συνοπτικὴ πληροφόρηση στὸ βαθμὸ ποὺ θεωροῦμε χρήσιμο γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς παρούσας μας ἐργασίας

 

  1. Κώδικας ΚΑ΄, τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Εἶναι δερματόδετος χάρτινος μουσικός κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 404[9] φύλλα διαστάσεων 0,245 Χ 0,17 μ.[10] Διατηρεῖται σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση.

Στὸ φύλλο 1 ἀναγράφεται: «Ἀρχὴ σὺν Θεῷ ἁγίῳ, στιχηράριον καλοφωνικόν· ποίημα καὶ ποιηθὲν παρὰ κὺρ Γερμανοῦ ἀρχιερέως Νέων Πατρῶν ἐκ Τυρνάβου· Μὴν σεπτέμβριος …».

Στὸ τέλος, στὸ φύλλο 404, ἀναγράφεται: «Τέλος τοῦ πεντηκοσταρίου· ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψοβ΄ ἰουλίου … διὰ χειρὸς ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι· μαθητοῦ ἐκ Τυρνάβου ἤγουν Στεργίου καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν τοῦ εὐτελοῦς».

«Ὁ κώδικας διατηρεῖται σὲ ἐντυπωσιακῶς ἀρίστη κατάσταση. Οἱ διαστάσεις του εἶναι 35 ἑκ. στὸ ὕψος ἐπὶ 18,5 ἑκ. στὸ πλάτος, εἶναι δὲ ὀγκώδης δεδομένου ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπὸ 408 φύλλα …

Ἡ στάχωση τοῦ κώδικα εἶναι ἀρίστως διατηρημένη, σχεδὸν ἄφθαρτη. Πρόκειται γιὰ ξύλινες πινακίδες, ἐπενδεδυμένες ἐξωτερικῶς μὲ καλῆς ποιότητος δέρμα, καφὲ-βυσσινὶ χρώματος, ἐνῶ ἔχουν διατηρηθεῖ ἀκέραιοι οἱ θηλυκωτῆρες…

Τὸ χειρόγραφο τιτλοφορεῖται «Καλοφωνικὸν Στιχηράριον τοῦ Γερμανοῦ Νέων Πατρῶν»…

Τὸ χειρόγραφο εἶναι χρονολογημένο καὶ ὁ γραφεὺς του αύτοαποκαλύπτεται δύο φορὲς σὲ ἰσαρίθμους κολοφῶνες τοῦ βιβλίου. Πρόκειται γιὰ ἕναν Τρικεριώτη μουσικὸ καὶ ἀντιγραφέα, ὁ ὁποῖος ὑπογράφει ὡς «Ἀναγνώστης ἐκ Τρίκερι».

Ἡ πρώτη μαρτυρία κατατίθεται στὸ φύλλο 367α καὶ ἀποκαλύπτει τὸν κωδικογράφο καὶ τὸ ἔτος ὁλοκληρώσεως τοῦ χειρογράφου: «Τέλος τοῦ Τριωδίου. Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψοζ΄ (1777), Αὐγούστου η΄, ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστη ἐκ Τρίκερι, μαθητοῦ Στέργιου ἐκ Τιρνάβου καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν».

Τὸ δεύτερο ἰδιόγραφο σημείωμα τοῦ κωδικογράφου ἐντοπίζεται στὸ φύλλο 404α, ὅπου σημειώνονται τὰ ἑξῆς παραπλήσια μὲ τὰ προηγούμενα: «Τέλος τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψοζ΄, Ἰουλίου γ΄, ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι, μαθητοῦ Στεργίου ἐκ Τίρναβου, ἤγουν Στέργιου καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν τοῦ εὐτελοῦς»…

Ἡ ἀξία τοῦ κώδικος εἶναι μεγάλη, διότι: Εἶναι ὀγκωδέστατος, ἐξαιρετικῶς καλαίσθητος καὶ ἄριστα διατηρημένος. Εἶναι πλούσιος ὡς πρὸς τὶς ἐμπεριεχόμενες μελοποιήσεις, οἱ ὁποῖες, ἄν καὶ ἀπαντοῦν συχνὰ σὲ ἄλλα χειρόγραφα, ἀποτελοῦν ἀθάνατα ἔργα τοῦ σπουδαιοτάτου μελουργοῦ, μουσικοδιδασκάλου καὶ ἐξηγητοῦ τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος Γερμανοῦ ἐπισκόπου Νέων Πατρῶν. Οἱ ἐμπεριεχόμενες μελοποιήσεις καλύπτουν τὶς ἱεροψαλτικὲς ἀνάγκες ὅλου τοῦ ἐνιαυτοῦ, συμπεριλαμβανομένων τῶν περιόδων Τριωδίου καὶ Πεντηκοσταρίου. Εἶναι χρονολογημένος. Ἔχει ὁλοκληρωθεῖ τὸ ἔτος 1777. Τὸ ἔργο συντίθεται στὸ χωριὸ Πλάτανος τοῦ Ἁλμυροῦ, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτει τὴν ἄνθιση τῆς ψαλτικῆς τέχνης ἀλλὰ καὶ τῆς βιβλιογραφικῆς παραγωγῆς στὴν περιοχὴ κατὰ τὸν ΙΗ΄ αἰῶνα»

  1. Κώδικας ΙΑ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Εἶναι ἕνας μουσικὸς κώδικας τοῦ 8ου αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 φύλλα. Εἶναι γραμμένος σὲ φύλλα βομβύκινου χαρτιοῦ διαστάσεων  0,30 μ. μήκους καὶ 0,21 μ. πλάτους καὶ εἶναι ἄδετος  μὲ συνολικὸ πάχος 0,09 μ. Στὰ περιεχόμενά του περιλαμβάνονται καὶ ἀντιγραφὲς ἀπὸ παλαιότερο παρόμοιο κώδικα τοῦ 6ου αἰῶνα

Εἶναι φανερό ὅτι ἀρκετὰ φύλλα στὴν ἀρχή, στὸ τέλος καὶ ἴσως  καὶ στὴ μέση ἀποκόπηκαν καὶ ξέπεσαν ἴσως ἐπειδὴ ἦταν ἄδετος.  «Ἐξέπεσον ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν τέλει ἐκ τῆς ἐλλείψεως σταχωμάτων, ἴσως δὲ καὶ ἐν μέσῳ». Εἶναι σκοροφαγωμένος.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χ. Καραγκούνης, στὸ παραπάνω δημοσίευμά του, παρέχει πολλὲς πρόσθετες πληροφορίες γιὰ τὸ χειρόγραφο αὐτό, ἀπὸ τὶς ὁποῖες παραθέτουμε ἐπιλεκτικὰ κάποια στοιχεῖα:

«Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀρκετὰ πλούσιο Στιχηράριον μετ’ Ἀναστασιματαρίου, κάπως σπάνιος συνδυασμὸς χειρογράφου…. Ὑπάρχουν ὅμως δύο διαφοροποιήσεις σὲ σχέση μὲ τὰ καταγεγραμμένα τοῦ Ν. Γιαννοπούλου. Οἱ δι’ αὐτοψίας διαπιστωθεῖσες διαστάσεις τοῦ κώδικος εἶναι 26,5 ἑκ. στὸ ὕψος καὶ 19,5 ἑκ. στὸ πλάτος, ἐνῶ τὰ φύλλα του εἶναι ἀριθμημένα διακόσια εἴκοσι ἑπτὰ <227> ἀντὶ τριακοσίων <300>, ποὺ ἀναφέρονται στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα. Θεωρῶ, πὼς πρόκειται γιὰ τυπογραφικὰ λάθη τῆς ἐκδόσεως, δεδομένου, ὅτι στὸ τελευταῖο φύλλο (227β) ὑπάρχει σημείωση τοῦ ἰδίου τοῦ Γιαννόπουλου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀρίθμησε τὸν κώδικα: «Περιέχει φύλλα 227»… Ἡ χρονολόγηση γίνεται βάσει τοῦ τύπου τῆς σημειογραφίας καὶ ἄλλων ἐσωτερικῶν ἐνδείξεων στὴν περίοδο μεταξὺ τῶν ΙΓ΄ καὶ ΙΔ΄ αἰώνων.

  1. Κώδικας ΙΒ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Εἶναι ἕνας ἄδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 15ου – 16ου αἰῶνα σχήματος 8ου   μεγάλου. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 136 φύλλα σιλπνοῦ χαρτιοῦ  διαστάσεων  0,21 μ. μήκους καὶ 0, 16 μ. πλάτους καὶ εἶναι  ἐλλιπὴς τόσο στὴν ἀρχὴ ὄσο καὶ στὸ τέλος του.

Ἡ ὕλη του ἀρχίζει ἀπὸ α) τὴν 6η Ἰανουαρίου ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων (μελωδός   Ἀνατόλιος), β) 7 Ἰανουαρίου τοῦ Προδρόμου, γ) 9 Ἰανουαρίου, Πολυεύκτου μάρτυρος, (μελωδὸς Βύζας), δ) 11 Ἰανουαρίου, Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, (μελωδός Θεοφάνης) ε) 15 Ἰανουαρίου, Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου, στ) 16 Ἰανουαρίου,  ἡ προσκύνησις τῆς ἁλύσεως τοῦ Πέτρου (μελωδὸς Ἀνατόλιος), ζ) 17 Ἰανουαρίου, Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου (μελωδὸς Στουδίτης), τοῦ αὐτοῦ (μελωδὸς Συκεώτης), η) 18  Ἰανουαρίου, τοῦ  Ἁγ. Ἀθανασίου (μελωδός Γερμανὸς), θ) 19 Ἰανουαρίου, τοῦ Ἁγ. Μαρίου, ι) 20 Ἰανουαρίου, Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου, (μελωδὸς Στουδίτης), ια) 21 Ἰανουαρίου, Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, (μελωδὸς Ἀνδρέας Πυρρὸς), ιβ) τοῦ ἴδιου (μελωδὸς πατριάρχης Γερμανὸς), ιγ) τοῦ ἴδιου (μελωδὸς Κλήμης Ἀγκύρας), ιδ) 25 Ἰανουαρίου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ιε) 27 Ἰανουαρίου, Ἰω. τοῦ Χρυσοστόμου, ιστ) 28 Ἰανουαρίου, Ἐφραὶμ Σύρου, ιζ) 30 Ἰανουαρίου, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (μελωδὸς Νεῖλος Ξανθόπουλος), ιη) 31 Ἰανουαρίου, Κύρου καὶ Ἰωάννου, ιθ) 1 Φεβρουαρίου, τοῦ Ἁγ. Τρύφωνος, κ) 2 Φεβρουαρίου, Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ (μελωδὸς Ἀνδρέας Κρήτης), κα) 5 Φεβρουαρίου, τοῦ Ἁγίου Ἀγάθωνος, κβ) 9 Φεβρουαρίου, τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου, κγ) 11 Φεβρουαρίου, Ἁγίου Βλασίου (μελωδὸς Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολύμων), κδ)13  Φεβρουαρίου, ἁγίου Μαρτινιανοῦ,  κε) 1 Μαρτίου, ἁγίας Εὐδοκίας (μελωδὸς Μεθόδιος), κστ) 9 Μαρτίου, τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα (μελωδὸς Συκεώτης), τῶν αὐτῶν (μελωδοὶ Κοσμᾶς μοναχὸς καὶ Ἰωάννης μοναχὸς), τῶν αὐτῶν (μελωδὸς Κυπριανὸς), τῶν αὐτῶν (μελωδοί  Ἀνατόλιος καὶ Βύζας), τῶν αὐτῶν (μελωδὸς Θεοφάνης μοναχὸς), κζ) 1 Ἀπριλίου, Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, κη) 23 Ἀπριλίου, Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, (μελωδὸς Ἰωάννης μοναχὸς), κθ) 25 Ἀπριλίου, Μάρκου τοῦ Ἀποστόλου,  λ) 26 Ἀπριλίου, Ἰακώβου τοῦ Ἀποστόλου, λα) 6 Μαΐου, Ἰὼβ τοῦ Δικαίου, λβ) 7 Μαΐου, τοῦ ἐν οὐρανοῖς φανέντος σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, λγ) 24 Μαΐου, Συμεὼν τοῦ Θαυμαστορείτου, λε) 8 Ἰουνίου, Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου, λστ) 11 Ἰουνίου, Βαρνάβα (μελωδὸς Γερμανὸς), λζ) 14 Ἰουνίου, Μεθοδίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μανουὴλ, Σαβὲλ καὶ Ἰσμαὴλ (μελωδὸς Λεόντιος), λη) 19 Ἰουνίου, Ἰούδα τοῦ Ἀποστόλου, λθ) 21 Ἰουνίου, Ἰουλιανοῦ μάρτυρος, μ) 24 Ἰουνίου, Γέννησις Τιμίου Προδρόμου, μα) 29 Ἰουνίου, ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, μβ) 2 Ἰουλίου, ἡ κατάθεσις τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου, μγ) 5 Ἰουλίου, Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθω, μδ) 8 Ἰουλίου, Προκοπίου, με) 15 Ἰουλίου, Κηρύκου καὶ Ἰουλίττης, μστ) 20 Ἰουλίου, τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, μζ) 1 Αὐγούστου, Μακκαβαίων, μη) 6 Αὐγούστου, Μεταμόρφωσις Σωτῆρος, μθ) 15 Αὐγούστου, Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, ν) 25 Δεκεμβρίου, Γέννησις τοῦ Χριστοῦ, να) τὰ ἰδιόμελα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Ὁ κώδικας  εἶναι γραμμένος ἀλλοῦ μὲ κόκκινα καὶ ἀλλοῦ μὲ πράσινα γράμματα ἐνῶ τὰ μουσικὰ σημάδια εἶναι μαῦρα καὶ διακοσμεῖται μὲ ὡραῖα πράσινα καὶ κόκκινα κεφαλαῖα γράμματα καὶ περίτεχνα κοσμήματα.

Πρόσθετες πληροφορίες τοῦ Κ. Χ. Καραγκούνη γιὰ τὸν κώδικα:

«Πρόκειται γιὰ ἕνα καλαίσθητο Στιχηράριον τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ μὲ ἀρκετὰ ἰδιότυπο περιεχόμενο. Ἐὰν ἐξαιρεθεῖ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κώδικας εἶναι ἀκέφαλος, διατηρεῖται σὲ ἐξαιρετικὴ κατάσταση. Κατὰ παράδοξο τρόπο, ὑπάρχει καὶ πάλι διαφορὰ στὸν ἀριθμὸ τῶν φύλλων, ἀπὸ ὅ,τι ἀναγράφεται στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα (φ.136), ἀπὸ ὅ,τι ὁ ἴδιος ὁ Γιαννόπουλος σημειώνει στὸ τέλος τοῦ χειρογράφου (Ἀριθμηθὲν εὑρέθη ἔχον φύλλα πλήρη 174) καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.

Τὰ κεφαλαιογράμματα εἶναι περίτεχνα, μὲ ἀπολήξεις στολισμένες δι’ ἀνθιδίων.

Ὁ κώδικας εἶναι ἀντίγραφο τοῦ Στιχηραρίου τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ τοῦ μεταβυζαντινοῦ μελουργοῦ Γερμανοῦ, ἀρχιερέως Νέων Πατρῶν, χωρὶς τὰ μέλη τοῦ Τριωδίου καὶ τοῦ Πεντηκοσταρίου.

Ἡ χρονολόγηση τοῦ χειρογράφου ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο στὸν ΙΕ΄ – ΙΣΤ΄ αἰῶνα δὲν εἶναι σωστή. Ὁ κώδικας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παλαιότερος τοῦ β΄ ἡμίσεος τῆς ΙΖ΄ ἑκατονταετίας, ἀπὸ τὸν τύπο πάλι τῆς σημειογραφίας μᾶλλον δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι νεώτερος τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος».

  1. Κώδικας ΙΓ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος χάρτινος μουσικὸς κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 250 φύλλα μὲ διαστάσεις  0,17 μ. μήκους, 0,10 μ. πλάτους καὶ  ἔχει συνολικὸ πάχος  0,05 μ.

Στὴν ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν ἐξωφύλλων ὑπάρχουν διάφορες σημειώσεις δυσανάγνωστες.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χαρ. Καραγκούνης δίνει πολύ χρήσιμες καὶ πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὸν κώδικα αὐτὸν στὴν παραπάνω σχετική ἐργασία του. Παραθέτουμε κάποια ἐνδεικτικὰ ἀποσπάσματα:

«Ὁ παρὼν κώδικας, εὐτυχῶς, διατηρεῖται ἀκέραιος, ἔχων ὅλα τὰ φύλλα του (τοὐλάχιστον τὰ γραμμένα) καὶ τὴν στάχωσή του ἐκ τῆς ὁποίας ἔχουν ἐκπέσει μόνον οἱ θηλυκωτῆρες. Οἱ δι’ αὐτοψίας μετρηθεῖσες διαστάσεις τοῦ χειρογράφου εἶναι 0,17 Χ 0,11 μ.

Διαφορὰ ὡς πρὸς τὶς σημειώσεις τοῦ Ν. Γιαννόπουλου ἐπισημαίνεται καὶ πάλι στὸν ἀριθμὸ τῶν φύλλων τοῦ χειρογράφου. Σήμερα ὁ κώδικας φέρει ἀριθμημένα διακόσια τρία <203> φύλλα, ἀριθμὸς ποὺ πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὰ διακόσια πενήντα <250> ποὺ δηλώνονται στὸν Νέον Ἑλληνομνήμονα. Τὸ χειρόγραφο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παλαιότερο τοῦ α΄ ἡμίσεος τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος».

  1. Κώδικας ΙΔ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος μουσικὸς κώδικας. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 53 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων  0,27 μ. μήκους, 0,20 μ. πλάτους καὶ ἔχει συνολικὸ πάχος  0,02 μ. Ἀνήκει στὸν 18ο αἰῶνα.

Στὰ φύλλα του ὑπάρχουν οἱ ἑξῆς «ἐνθυμήσεις»:

1) «+ 1784, 8 Ἰουνίου ἤλθα εἰς ραβδοβίζι  (= Ραδοβύζιον ). 10 Ἰουνίου ἡμέρα Δευτέρα εἰς τὸ μοναστήριον στις σκληκοκαργιά».

2) «1784, αὐγούστου 2 πίγα στην άρτα στὸ άλογό μου καὶ κάμω χαρτζιλίκι ἄσπρα 80».

3) «Σεπτεμβρίου 14 ἐπίγα στην άρτα, ἔκαμ χάρτζι ἀσπρα 40»

4) «1784 εἰς μετέορο νοεμβρίου 25 ἵλθα εἰς μετέορο (ἕπεται συνταγή περὶ θέρμης».

5) 1773 μαρτίου 4 ημέρα β ἔγεινεν σεισμὸς μέτριος ἔτι μαρτίου 5 ημέρα γ ὅρα τρίτη ἔγεινεν σεισμὸς μέγας καὶ ἔπεσεν ὁ πύργος καὶ ὅλα τὰ σπίτια διεφθάρθηκαν ὁμίως καὶ ἡ Εὐαγγελίστρια ὅςτε ὑ γῆ νῦκτα καὶ ἡμέρα δὲν ἔπαβε’ ἔτι εἰς τὰς ια τοῦ μαρτίου ξυμερόνοντας πέμπτη τοῦ μέγα κανόνος ἕος ὅρα τετάρτη τῆς νυκτὸς ἔγηνεν πάλοιν σεισμὸς φρικτὸς καὶ είταν ὁ λαὸς ὅλος εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐγὼ εἴμουν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Εὐαγγελίστρηαν καὶ ἡσίλθουν εἰς τὸ ἱερὸν ὁμοῦ μὲ τὸν πά(πᾶ) Καλίνικον τοῦ ἁγίου γέροντος (= ἡγουμένου).[11]

Συμπληρωματικὴ σημαντική καὶ πολύτιμη πληροφορία τοῦ Κωνσταντίνου Χαρ. Καραγκούνη:

«Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ὀπισθόφυλλου εἶναι καλυμμένο μὲ χαρτί, σήμερα πολὺ ἐφθαρμένο, μὲ διάφορες ἀσήμαντες καὶ δυσανάγνωστες σημειώσεις, ὅμως τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἐμπροσθίου ἐξωφύλλου κρύβει μία τεράστια ἔκπληξη. Εἶναι ἐπενδεδυμένο μὲ ἕνα σπάραγμα παλαιοτέρου χειρογράφου, πιθανότατα Εἰρμολογίου ἤ Στιχηραρίου – δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθεῖ – τοῦ ΙΒ΄ αἰῶνος, ὡς ἐκ τοῦ τύπου τῆς σημειογραφίας τεκμαίρεται. Δὲν ἔγινε προσπάθεια νὰ ἀποκολληθεῖ τὸ σπάραγμα ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο, διότι κάτι τέτοιο θὰ προκαλοῦσε καθολικὴ καταστροφὴ τοῦ πρώτου. Ἡ περίπτωση φανερώνει πολλὰ γιὰ τὴν ψαλτικὴ παράδοση τῆς Μαγνησίας καὶ χρήζει ἰδιαιτέρας μελέτης».

  1. Κώδικας ΙΕ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Εἶναι ἕνας ἄδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 60 φύλλα στιλπνοῦ  χαρτιοῦ διαστάσεων 0,19 μ. μήκους, 0,17 μ. πλάτους.

Ἄν καὶ μόνο τὰ παραπάνω ἐλάχιστα γράφει γιὰ τὸν κώδικα αὐτὸν ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος πρόκειται γιὰ τὸ πολυτιμότερο κειμήλιο, ὅπως βεβαιώνει ὁ Κωνσταντῖνος Χαρ. Καραγκούνης:

«Ὁ παρὼν κώδικας ἀποτελεῖ, μετὰ βεβαιότητος, τὸ σημαντικότερο ἀπόκτημα τῆς συλλογῆς τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, διότι πρόκειται γιὰ αὐτόγραφο ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων μελουργῶν καὶ διδασκάλων τῆς Ψαλτικῆς Τέχνης κατὰ τὸν ΙΖ΄ αἰῶνα, τοῦ Παναγιώτου νέου Χρυσάφου, Πρωτοψάλτου τῆς Μ.Χ.Ε. στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἡ Φιλάρχαιος θὰ μποροῦσε νὰ καυχᾶται μεγάλως γιὰ τὸ χειρόγραφο, ἐὰν αὐτὸ δὲν εἶχε περιπέσει σὲ δεινὴ κατάσταση, λόγω ὑγρασίας, ἡ ὁποία ἔχει διεισδύσει στὰ φύλλα – κυρίως στὸ ἄνω μισὸ – καὶ διέλυσε τὴν μελάνη, καθιστῶντας τὴν γραφὴ μερικῶς ἤ καὶ ὁλικῶς – σὲ ἀρκετὰ φύλλα – δυσανάγνωστη. Τὸ χειρόγραφο ἔχει ὑπόψη του καὶ ὁ καθηγητὴς Γρηγόριος Θ. Στάθης στὴ σπουδαία μονογραφία του γιὰ τὸν Παναγιώτη νέο Χρυσάφη, ὅπου τὸ συναριθμεῖ μετὰ τῶν ἄλλων αὐτογράφων τοῦ μελουργοῦ…

Ὁ Ν. Γιαννόπουλος ἔχει ἀριθμήσει διακόσια πενήντα ἕνα <251> φύλλα. Ὁ ἀριθμὸς φύλλων ἑξήντα <60> ποὺ δίδεται στὸν Νέον Ἑλληνομνήμονα εἶναι τελείως ἀνυπόστατος…

Στὸ φ. 248β κάτω ἀπὸ τὸ μικρὸ ἐπίτιτλο ὁ νέος Χρυσάφης ἀναγράφει τὸν γνωστὸ καὶ ἀπὸ ἄλλα αὐτόγραφά τοῦ κολοφῶνα. Ἀπὸ αὐτὸν ἐξάγεται μετὰ βεβαιότητος ὁ χρόνος γραφῆς τοῦ κώδικος καί, φυσικά, ὁ κωδικοκογράφος. Ἄν καὶ λίαν ἐξίτηλος, τὸν μεταφέρω ἐδῶ ὡς μνημόσυνο τοῦ μεγάλου μελουργοῦ:

«Εἴληφε τέλος ἡ παρούσα ἀσματομελιρρυτόφθογγος βίβλος ἐν ἔτει ἀπὸ μὲν τῆς κοσμοποιίας ζρπ΄ ἀπὸ δὲ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ αχοβ΄, σεπτεμβρίου ζ΄, ἰνδικτιῶνος ια΄. Ἐτελειώθη οὖν διὰ συνδρομῆς καὶ ἐξόδου καὶ μείζωνος ἐπιμελείας τοῦ ἐν ἱεροδιακόνοις κυρίου κυρίου Αὐξεντίου καὶ δευτερεύων τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὑπάρχοντος γέννημα καὶ θρέμα τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, ἐν χώρᾳ καλουμένῃ Τρινόβου, ἤτοι μὲν καιρῷ ἀρχιερατεύοντος ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ παναγιωτάτου, λογιωτάτου τε καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυρίου κυρίου Διονυσίου, τοῦ Κωνσταντινοπολίτου. Ἐγράφη δὲ παρ’ ἐμοῦ τοῦ εὐτελοῦς καὶ ἐλαχίστου καὶ ἀμαθοῦς, ἁμαρτωλοῦ τε ὑπὲρ πάντας Χρυσάφου, δῆθεν καὶ Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, οὔ μέντοι κατὰ τὸ κείμενον τῶν παλαιῶν ἐκτονισθεῖσα, ἀλλ’ ἐν καινῷ τινι καλλωπισμῷ καὶ μελιρρυτοφθόγγοις νεοφανέσι θέσεσι, καθάπερ τὰ νῦν ἀσματολογεῖται τοῖς μελωδοῦσιν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Τοῦτο τοίνυν, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ ἐφικτὸν παρ’ ἐμαυτοῦ γέγονε, κατὰ τὴν ἥν παρέλαβον εἰσήγησιν παρὰ τοῦ ἐμοῦ διδασκάλου, κὺρ Γεωργίου τοῦ Ραιδεστινοῦ καὶ Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐκτεθηκὼς καὶ τονίσας. Τοῖς δὲ τελειωτέροις, ἐμπειροτέροις τε καὶ πολυμαθεστέροις ἐκκείσθω, τῶν τε ἀποδεομένων εἰς ἀναπλήρωσιν, τῶν δὲ οὐκ ὀρθῶς προβάντων εἰς ἐπανόρθωσιν. Ὅσοι δὲ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν τοῦ γένους τῶν Γραικῶν καὶ τῆς ἀφ’ Ἑλλάδος ῥιζουχίας, ἐντυγχάνοντες τῷ μικρῷ πονήματι τούτῳ, ἀσματομελωδεῖτε, καὶ ψάλλοντες αἰνεῖτε Θεὸν τὸν ἐν ὑψίστοις, εἰς ὕμνον καὶ δοξολογίαν τῆς τρισηλίου καὶ τρισακτίνου αὐτοῦ Θεότητος, ἀσματοφωνίαις ἐπιμελούμενοι, μέμνησθε κἀμοῦ τοῦ εὐτελοῦς συγγραφέως καὶ ἁμαρτωλοῦ διὰ τὸν Κύριον, ὅπως ἔξωμεν ἅμα παρὰ Θεοῦ τὸν μισθὸν ὑπὲρ τῆς ὑπεραλλήλων πρὸς αὐτὸν ἐντεύξεως καὶ ἀξιωθείημεν ἐν τῇ Δευτέρᾳ Παρουσίᾳ καὶ φρικτῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως τῆς δεξιᾶς μερίδος τοῦ ἀπροσωπολήπτου καὶ ἀδεκάστου δικαίου κριτοῦ, τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἀμήν.  Ὁ δὲ βουληθεὶς πλεονέκτῳ καὶ κλοπίμῳ χειρὶ καθαρπᾶσαι καὶ ἀποστερρῆσαι, ἔχοι τὰς ἀρὰς τῶν ἁγίων Πατέρων, καὶ ἡ μερὶς αὐτοῦ μετὰ τοῦ προδότου Ἰούδα καὶ τῶν σταυρωσάντων τὸν Κύριον καὶ ἔχοι τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ ἀγγέλους πολεμίους αὐτῷ ἐν ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως. Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν.».

Καταλήγοντας ὁ Κωνσταντῖνος Καραγκούνης λέει γιὰ τὴν ἀξία αὐτοῦ τοῦ χειρόγραφου κώδικα:

«Παρὰ τὴν κακή του κατάσταση, ὁ κώδικας ἔχει τεράστια ἀξία. Καὶ μόνο ἡ παρουσία του στὴν περιοχὴ καὶ τὰ λοιπὰ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος στοιχεῖα, ποὺ προσφέρει,  εἶναι ἱκανὰ νὰ τὸν ἀναδείξουν ὡς τὸ πολυτιμότερο χειρόγραφο τῆς συλλογῆς».

  1. Κώδικας ΙΣΤ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα σὲ στιλπνὸ χαρτὶ διαστάσεων  0,21 Χ 0,17 μ. καὶ συνολικὸ πάχος τῶν 150 φύλλων του 0,03 μ. Περιέχει τεμάχια «τονισμένα ὑπὸ Πέτρου Πρωτοψάλτη τοῦ Βυζαντίου». Διατηρεῖται σὲ καλὴ κατάσταση. Στὸ ἐξώφυλλο ἔχει ἔκτυπα ἐπίχρυσα κοσμήματα.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χαρ. Καραγκούνης στὴν μνημονευθεῖσα ἐργασία του γράφει γιὰ τὸν κώδικα αὐτόν:

«Ἕνα ἀκόμη σπουδαῖο ἀπόκτημα τῆς συλλογῆς τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ εἶναι ὁ ὑπ’ ἀριθμὸν 16 κώδικας. Πρόκειται γιὰ ἕνα Δοξαστάριον μελοποιημένο ἀπὸ τὸν Πέτρο Πελοποννήσιο, Λαμπαδάριο τῆς Μ.Χ.Ε., ποὺ ἀντεγράφη ἀπὸ τὸν μαθητὴ αὐτοῦ Πέτρο  Πρωτοψάλτη Βυζάντιο, τὸν ἐπονομαζόμενο Φυγά, ὁ ὁποῖος, ἐν τέλει, προσυπογράφει τὸ παρὸν αὐτόγραφό του…. Ὁ Ν. Γιαννόπουλος δὲν μπόρεσε νὰ διακρίνει μεταξὺ τῶν δύο Πέτρων, θεωρεῖ πὼς πρόκειται γιὰ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο καὶ γι’ αὐτὸ σημειώνει «τονισμένα ὑπὸ Πέτρου Πρωτοψάλτη τοῦ Βυζαντίου». Οἱ δι’ αὐτοψίας μετρηθεῖσες διαστάσεις του εἶναι 23,5 Χ 16, εκ.

Κάτω ἀπὸ ἕνα ἐπίτιτλο συνημμένων ρόμβων ἀναγράφεται ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου μὲ κόκκινη μελάνη: «Δοξαστικὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἀποστίχου τε Καὶ νῦν τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ τῶν τε δεσποτικῶν καὶ θεομητορικῶν ἑορτῶν καὶ ἑορταζομένων ἁγίων, ἅτινα συνετέθεσαν ἐκκλησιαστικῶς παρὰ τοῦ μουσικολογιωτάτου διδασκάλου κὺρ Πέτρου Λαμπαδαρίου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ Πελοποννησίου δι’ ἰδίαν καὶ κοινὴν ὠφέλειαν. Μὴν Σεπτέμβριος, εἰς τὴν α΄ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου ἤτοι τοῦ νέου ἔτους καὶ μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ Στυλίτου».

Ἡ σημαντικότερη σημείωση τοῦ χειρογράφου εἶναι ὁ αὐτόγραφος ἀπὸ τὸν Πέτρο Βυζάντιο κολοφώνας του στὸ φ. 151β: «Κὺρ Πέτρου Πρωτοψάλτου τοῦ Βυζαντίου: Ἐτελειώθη τὸ παρόν, αως΄, Αὐγούστου λα΄, ἡμέρα ς΄, ὥρα δ΄, λεπτὰ κε΄».

Τὸ κῦρος καὶ ἡ ποιότητα συγκροτήσεως τοῦ χειρογράφου ἀπὸ ἕναν μεγάλο ἐκπρόσωπο τῆς ψαλτικῆς τέχνης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως προσδίδει στὸν κώδικα μεγάλη καλλιτεχνικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀξία, ἡ παρουσία του δὲ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ μαρτυρεῖ τὶς στενὲς ἐπαφὲς τῆς περιοχῆς μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν γνήσια πατριαρχικὴ μουσικὴ παράδοση».

  1. Κώδικας ΙΖ΄, τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Δερματόδετος μουσικὸς κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα 100 χάρτινων φύλλων διαστάσεων 0,22 Χ 0,17 μ.[12] Πάχος κώδικα  0,04 μ. Περιέχει Ἀναστασιματάρια τονισμένα μὲ τὴν παλιὰ παρασημαντική. Στὸ τέλος του ἔχει τὴ χρονολογία αψο΄  (= 1770).

Πρόσθετες καὶ «διορθωτικές» πληροφορίες γιὰ τὸν κώδικα ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Καραγκούνη:

«Οἱ δι’ αὐτοψίας μετρηθεῖσες διαστάσεις τοῦ χειρογράφου εἶναι 11,3 Χ17 εκ.  Ὁ κώδικας ἔχει σήμερα ἑκατόν εἴκοσι τέσσερα <124> φύλλα.

Στὸ φύλλο 10α, κάτωθεν κομψοῦ ἐπιτίτλου, ἡ ἀναγραφή: «ναστασιματάριον ψαλλόμενον κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ μετὰ τῶν κεκραγαρίων, ἦχος α΄». Πρόκειται γιὰ τὸ Ἀναστασιματάριον τοῦ νέου Χρυσάφου, ὅπως περιεγράφη ἀνωτέρω στὸν αὐτόγραφό του κώδικα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ 15, πλῆρες, μετὰ τοῦ Μακαρισμοῦ καὶ χωρὶς τῶν Ἐωθινῶν Δοξαστικῶν.

Στὸ τελευταῖο φύλλο τοῦ Πλαγίου τοῦ Τετάρτου ὑπάρχει κολοφῶνας, γραμμένος ἀπὸ τὸν κωδικογράφο, ὁ ὁποῖος, ὅμως, δὲν ἀποκαλύπτεται: «Τέλος τοῦ Ἀναστασιματαρίου, τῷ δε βοηθήσαντι Θεῷ διὰ πάντων ἐς ἀεὶ δόξα. Ἀμήν. αψο΄, κατὰ μῆνα Ἰανουάριον».

 

 

Β΄. Κειμήλια Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Ι.  Ἱερὰ λείψανα ἁγίων

Κατὰ τὴν μακραίωνη ἱστορία τοῦ  Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχαν συγκεντρωθεῖ σ’ αὐτὸ καὶ φυλάσσονταν ἀρκετὰ ἱερὰ λείψανα ἁγίων. Δὲν ἔχουμε ὑπόψη νὰ ἔχει γίνει καὶ νὰ ὑπάρχει δημοσιευμένη ἐπίσημη, λεπτομερὴς καὶ συστηματικὴ καταγραφή τους.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος σὲ δύο δημοσιεύματά του, κατὰ τὸ ἔτος 1933, γιὰ τὰ περιεχόμενα τοῦ Μουσείου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς[13] ἀναφέρει, ὡς πρὸς τὰ ὑπάρχοντα σ’ αὐτὸ ἅγια λείψανα, ὅτι  «Εἰς τὰς προθήκας τοῦ Μουσείου εἶναι τοποθετημένα διάφορα βυζαντινὰ κειμήλια, ἤτοι ἕνδεκα κυτία Ἁγίων Λειψάνων, ἐξ ὧν τὰ τέσσερα ἀργυρᾶ καὶ τὰ λοιπὰ ξύλινα ἀργυρεπένδυτα, καὶ ἔσωθεν τῶν καλυμμάτων εἶναι ἐζωγραφημένοι Ἅγιοι, τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι τὰ ἅγια λείψανα».

Πέντε χρόνια ὅμως πρὶν ἀπὸ αὐτὸ τὸ δημοσίευμα, στὶς 24 Σεπτεμβρίου 1928, στὸ πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μεταξὺ παλαιοῦ καὶ νέου ἡγουμενοσυμβουλίου,[14] ποὺ ὑπογράφηκε τὴν ἡμέρα ἐκείνη, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀντικειμένων που παραδόθηκαν, ἀναφέρονται τὰ παρακάτω ἱερὰ λείψανα ἁγίων:

«1. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Γεωργίου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,  Στυλιανοῦ καὶ Μέμωνος.

  1. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου.
  2. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Στεφάνου, Εὐσταθίου, Παρασκευῆς, Χαραλάμπους, Μοδέστου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
  3. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Στεφάνου.
  4. Ἀργυρᾶ θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.
  5. Ἐπαργυρωμένη ξυλίνη θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Παντελεήμονος, Ἁγίου Μοδέστου, Ἁγίων Ἀναργύρων, Ἁγίου Χαραλάμπους, Ἁγίου Ἐλευθερίου.
  6. Ἐπαργυρωμένη ξυλίνη θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Παντελεήμονος,  Τρύφωνος, τοῦ ἁγίου μάρτυρος Κλήμεντος Ἀγκύρας καὶ τοῦ ἁγίου Πλάτωνος, Πολυκάρπου.
  7. Ἐπαργυρωμένη ξυλίνη θήκη μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων Ζηνοβίου καὶ Ζηνοβίας, Χαραλάμπους, Εὐσταθίου, Παντελεήμονος καὶ Τρύφωνος. 
  8. Ἀργυρᾶ μελαύκα (;)[15] τοῦ Ἁγίου Συμεὼν καὶ Γρηγορίου ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχουν τρία τεμάχια ἱερῶν λειψάνων.
  9. Ἕν ἱερὸν ὀστοῦν μικρὸν τοῦ Ἁγίου Γεδεών.
  10. Μία πλάκα ἀργυρᾶ ἐφ’ ἧς εἶναι τοποθετημένα τρία τεμάχια ἁγίων λειψάνων.
  11. Ἕξ τεμάχια ἁγίων λειψάνων ἀργυροδεμένα μετ’ ἀλύσεως χρησιμεύοντα δι’ ἁγιασμούς.
  12. Τεμάχιον ἀργυροῦν μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος.
  13. Τεμάχιον ἀργυροῦν μὲ δύο τμήματα ἁγίων λειψάνων.
  14. Τρία τεμάχια ἀργυρᾶ μὲ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων Εὐσταθίου, Χαραλάμπους καὶ Γεωργίου.
  15. Ὀστοῦν ἀργυροδεμένον τοῦ Ἁγίου Γεδεὼν ἔτους 1825».

 

Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς ἀξιοσημείωτες διαφορὲς μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἀναφορῶν, τῶν δημοσιευμάτων τοῦ Γιαννόπουλου καὶ τοῦ πρωτοκόλλου παράδοσης καὶ παραλαβῆς. Σύγκριση καὶ ἐξαγωγὴ ἀσφαλῶν συμπερασμάτων γιὰ μία τεκμηριωμένη καὶ ἀντικειμενικὴ καταγραφή, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ γίνει. Δὲν γνωρίζουμε ἐὰν οἱ περιγραφὲς τῶν ἀντικειμένων τοῦ πρωτοκόλλου παράδοσης καὶ παραλαβῆς εἶναι ἀκριβεῖς. Δὲν εἶναι ἐπίσης βέβαιο ἐὰν στὰ ἐκθέματα τοῦ Μουσείου, τὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ κατέγραφε
ὁ Γιαννόπουλος, συμπεριλαμβάνονταν ὅλα τὰ τιμαλφῆ ἀντικείμενα τῆς Μονῆς.

Οἱ περιγραφὲς τῶν ὑπ’ ἀριθ. 9 -16 παραπάνω ἀντικειμένων ἀφήνουν νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι πρέπει νὰ ὑπῆρχαν ἀσφαλῶς κάποιες θῆκες μέσα στὶς ὁποῖες φυλάσσονταν τὰ ἱερὰ αὐτὰ λείψανα. Ὡστόσο διαφαίνεται ὅτι ἐνῶ κατὰ τὸ 1928 παραδόθηκαν πέντε  ἀργυρὲς θῆκες ἱερῶν λειψάνων, οἱ ὑπ’ ἀριθ. 1 – 5 τῆς παραπάνω κατάστασης, κατὰ τὸ  1933 στὸ Μουσεῖο ὑπῆρχαν «τέσσερα» ἀργυρᾶ «κυτία» «ἁγίων λειψάνων».

Ἡ προσωπική μας ἐκτίμηση εἶναι ὅτι κατὰ μεγάλη πιθανότητα ἡ μία ἀργυρᾶ θήκη τῶν ἱερῶν λειψάνων, ποὺ παρουσιάζεται νὰ λείπει ἀπὸ τὸ Μουσεῖο, τὴν ἐποχὴ τῆς καταγραφῆς τῶν περιεχομένων του, πρέπει νὰ βρισκόταν μαζὶ  μὲ τὴν  εἰκόνα τῆς Παναγίας σὲ περιοδεία. Ἦταν συνηθισμένο φαινόμενο οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς οἱ ὁποῖοι περιόδευαν στὰ χωριά, μαζὶ μἐ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, νὰ ἔχουν γιὰ προσκύνηση καὶ κάποια θήκη ἱερῶν λειψάνων. Πολὺ συχνὰ ἐπίσης κάποια «ἱερὰ λείψανα» μεταφέρονταν γιὰ προσκύνηση ἐκ μέρους τῶν πιστῶν στὰ διάφορα χωριὰ τῆς περιοχῆς καὶ παρέμειναν ἐκεῖ μὲ τὴ συνοδεία κάποιου μοναχοῦ ἤ μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς ἤ καὶ ἐμπιστεύονταν τὴ φύλαξή τους στοὺς ἱερεῖς τῶν χωριῶν αὐτῶν.

Ὡστόσο ἐὰν καταφύγουμε σὲ παλαιότερα δημοσιεύματα βλέπουμε ὅτι ὑπῆρχαν καὶ λείψανα ἄλλων ἁγίων ἤ, ἴσως, τὰ ἱερὰ λείψανα ἦταν τοποθετημένα σὲ ἄλλες λειψανοθῆκες.

Ἀπὸ τὸ δημοσίευμα τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος»[16] στὰ 1896, πληροφορούμαστε ὅτι τὸτε ὑπῆρχαν στὸ Μοναστήρι τρεῖς, τοὐλάχιστον, λειψανοθῆκες ποὺ δὲν ἀναφέρονται παραπάνω.

Ἡ μία ἀργυρᾶ λειψανοθήκη περιεῖχε λείψανα τῶν Ἁγίων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγόνος, Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ Ἁγίου Μέμνωνος καὶ εἶχε κατασκευασθεῖ μὲ τὴ «συνδρομὴ» τοῦ μοναχοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἀνατόλιο,[17] κατὰ τὸ 1827, ὅπως γινόταν φανερὸ ἀπὸ τὴν χαραγμένη σ’ αὐτὴν ἐπιγραφή:

«+ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΓΙΝΕ ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΗς ΤΟV ΠΑΠΑΑΝΑΤΟΛΙΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΑCΤΗΡΙΟΝ ΤΗC ΠΑΝΑΓΙΑC ΞΕΝΙΑC. 1827.»

Ἡ ἄλλη ἀργυρᾶ λειψανοθήκη περιεῖχε λείψανα τῶν ἁγίων Ἐλευθερίου καὶ Τρύφωνος καὶ εἶχε κατασκευασθεῖ ἀπὸ τὸν «προσκυνητὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Χατζῆ Παρθένιο»,[18] κατὰ τὸ 1833, ὅπως γινόταν ἐπίσης φανερὸ ἀπὸ τὴν χαραγμένη σ’ αὐτὴν ἐπιγραφή:

«20 Αὐγούστου 1833

Χ(ατζῆ) + Χριστόν τε καὶ τὸν Κύριον τῆς δόξης ἡ τεκοῦσα.

Π           – Παντάνασσα, Πανάχραντε, Κυρία Θεοτόκε,

Α           – Ἀποστόλων μὲν καύχημα, ἐμοῦ δὲ προστασία,

Ρ           – Ῥῦσαι ἐν ὥρᾳ κρίσεως πυρός τε καὶ γεέννης

Θ           – Θήκην τα δέξαι άργυρᾶν παρὰ τοῦ Σοῦ ἱκέτου

Ε            – Ἐλευθεροῦσα δὲ αὐτὸν πάσης τῆς ἐπηρείας.

Ν            – Ναῷ προσφερομένην Σου πρὸς καύχημα καὶ δόξαν

Ι             – Ἱκέτου Σου τοῦ ταπεινοῦ, δι’οὗ καὶ ἡ δαπάνη

Ο           – Οὗ τινος καὶ τὸ ὄνομα ἐν τῇ ἀκροστοιχίδι

Σ            – Σῷζε οὖν πανάμωμε τοὺς εὐπρέπειαν ποθοῦντας.

Διὰ χειρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐκ Μακρυνίτζης  ἐχαράχθη

29 Αὐγούστου  1833».

Ἡ τρίτη ἀργυρᾶ λειψανοθήκη περιεῖχε λείψανα τῶν ἁγίων «Μοδέστου τῶν Ἱεροσολύμων, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,  Χαραλάμπους, Εὐσταθίου, Παρασκευῆς καὶ τοῦ πρωτομάρτυρος καὶ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου» καὶ εἶχε κατασκευασθεῖ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Καλλίνικο καὶ Ἀχίλλειο, κατὰ τὸ 1877, ὅπως βεβαιωνόταν ἀπὸ τὴν χαραγμένη σ’ αὐτὴν ἐπιγραφή:

«Δαπάνῃ Καλλινίκου καὶ Ἀχιλλείου, ἱερομονάχων.

Τῆς ξυνορίδος ταύτης συνδρομὴ τοῦδε τοῦ κιβωτίου

Πολύφοροι καὶ εὔκαρποι βλαστοὶ τῆς Ἐκκλησίας,

Ἄνθη εὐωδιάζοντα τῆς Ξενιᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας.

Δέξαι, ὦ χαριτόβρυτε, ὡς τὰ λεπτὰ τῆς χήρας

Δῶρον τῶν σῶν βλαστῶν μὲ ἱκέτιδας χεῖρας.

Ἐνίσχυσον εἰσέτι δὲ καθῆκον νὰ τηρῶσιν,

εἰς θέατρον τὸ πάνδημον παράκλησιν εὑρῶσιν.

Τῆς εὐφημίας ποιητὴς

Γιάννης ζωγράφος ὁ Βλαχλῆς.

Χεὶρ Δημητρίου Ἰω. Χρυσοχόου ἐκ Μακρυνίτσης

Ἐχαράχθη 1877 Σεπτεμβρίου 28».

 

Ἀπὸ τὰ παραπάνω ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὑπῆρχαν ἱερὰ λείψανα εἴκοσι (20) τοὐλάχιστον ἁγίων: Ἀνδρέου, Γεδεών, Γεωργίου, Γρηγορίου, Ἐλευθερίου, Εὐσταθίου, Ζηνοβίας, Ζηνοβίου, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κλήμεντος Ἀγκύρας, Μέμνωνος, Μοδέστου, Παντελεήμονος, Παρασκευῆς, Πλάτωνος, Πολυκάρπου, Στεφάνου, Στυλιανοῦ, Τρύφωνος, Χαραλάμπους.

 

 

ΙΙ. Πολύτιμα ἱερὰ σκεύη καὶ ἄλλα ἀντικείμενα

 

Ὅπως γιὰ τὰ ἅγια λείψανα ἔτσι καὶ μὲ τὰ πολύτιμα ἱερὰ σκεύη καὶ ἄλλα πολύτιμα ἀντεικείμενα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς δὲν ἔχομε ὑπ’ ὄψη μας νὰ ὑπάρχει δημοσιευμένη ἐπίσημη καὶ ὑπεύθυνη καταγραφή. Ἐξ ἄλλου μία τέτοια καταγραφὴ θὰ ἔπρεπε κάθε τόσο νὰ ἀνανεωνόταν καὶ νὰ συμπληρωνόταν. Θὰ προσπαθήσουμε, ὡστόσο, νὰ καταγράψουμε κάποια δείγματα τῶν πολυτίμων ἱερῶν σκευῶν καὶ ἄλλων ἀντικειμένων ποὺ κατὰ καιροὺς ἀποθησαυρίστηκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς.

Θὰ στηριχθοῦμε ἀρχικὰ καὶ πάλι στὸ πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1928 καὶ στὰ δύο δημοσιεύματα τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου.

Σύμφωνα μὲ τὸ  πρωτόκολλο αὐτὸ στὰ 1928 ὑπῆρχαν καὶ παραδόθηκαν τὰ παρακάτω πολύτιμα ἱερά σκεύη καὶ ἀντικείμενα:

«1. Δύο ἐπαργυρωμένα εὐαγγέλια.

  1. Δύο ἅγια ποτήρια ἀργυρᾶ.

3.Ἅγιον ποτήριον ἀργυροῦν ἐπιχρυσωμένον.

  1. Δίσκος ἀργυροῦς.
  2. Δίσκος ἀργυροῦς ἄνευ βάσεως.
  3. Ἀστὴρ ἀργυροῦς  μετὰ τεσσάρων ἀγγέλων.
  4. Ἀστερίσκος ἀργυροῦς.
  5. Ἀργυρᾶ λαβίς.
  6. Ἀργυρᾶ λαβίς.
  7. Θυμιατήριον κατσὶ ἀργυροῦν.
  8. Τρία ἀργυρᾶ θυμιατήρια.
  9. Σταυρὸς ἀργυροῦς ἄνευ βάσεως μὲ τεμάχιον τιμίου ξύλου μετὰ ἕξ λίθων (μελιτζάνια).
  10. Σταυρὸς μικρὸς ἀργυροῦς ἐντὸς ἀργυρᾶς θήκης, εἶδος ἐγκολπίου, ἐν ᾧ σταυρῷ εἶναι τοποθετημένα δύο τεμάχια τιμίου ξύλου.
  11. Σταυρὸς ἀργυροῦς μικρὸς μετὰ ἑπτὰ λίθων (μελιτζάνια).
  12. Σταυρὸς ἀργυροῦς.
  13. Στέφανος ἀργυροῦς.
  14. Ἑπτὰ σταυροὶ ἀργυροῖ μετὰ βάσεων δεμένοι μὲ διαφόρους λίθους (μελιτζάνια)  έκ σμάλτου.
  15. Δύο σταυροὶ μεγάλοι ἀργυροδεμένοι μὲ διαφόρους λίθους ἐκ σμάλτου.
  16. Δύο ἀρτοφόρια ἀργυρᾶ.
  17. Θήκη ἀργυρᾶ μὲ πέντε κρίκους.
  18. Κανδήλα ἀργυρᾶ.
  19. Κανδήλα ἀργυρᾶ μικρὰ καὶ δύο ἕτεραι  ὅμοιαι μικραί.
  20. Τρία κανδήλια ἀργυρᾶ.
  21. Τριάκοντα ἀργυρᾶ κανδήλια μικρὰ καὶ μεγάλα.
  22. Φωτιστῆρα ἀργυρᾶ ἁγιασμοῦ.
  23. Δύο θηληκωτάρια ἀργυρᾶ.
  24. Ζέον ἀργυροῦν.
  25. Δοχεῖον ἀργυροῦν  ἁγιασμοῦ.
  26. Φανὸς ἀργυροῦς.
  27. Ἀργυροῦν δοχεῖον ραντισμοῦ.
  28. Εἰκὼν τῆς Θεομήτορος Ξενιᾶς, ἀργυρᾶ καὶ ἐπιχρυσωμένη μετὰ τεσσάρων τιμαλφῶν κοσμημάτων, ἀδαμάντων καὶ δύο κοσμημάτων ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ.[19]
  29. Εἰκὼν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐπαργυρωμένη.[20]
  30. Εἰκόνα Παναγίας καὶ Ἰησοῦ μετὰ στεφάνου ἀργυροῦ, καλουμένη Ἐλεοῦσα.[21]
  31. Δεσποτικὸς θρόνος ἐπιχρυσωμένος.
  32. Τρεῖς θρόνοι ἁγίων, τῆς Θεοτόκου, ἁγίου Νικολάου καὶ τῆς Κοιμήσεως.
  33. Μανδύας καὶ πατερίτσα ἡγουμένου κεντητὰ μὲ φίλντισι.
  34. Ἀρχιερατικὸς μανδύας τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Γερμανοῦ».

 

Αὐτὰ τὰ πολύτιμα ἀντικείμενα περιλαμβάνονταν στὸ πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς κατὰ τὸ 1928.

Πέντε χρόνια ἀργότερα, τὸ 1933, στὸ Μουσεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ δημοσιεύματα τοῦ Γιαννόπουλου, ὑπῆρχαν:

«1. Τρία Εὐαγγέλια ἀργυρεπένδυτα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕν ἔχει ἀμφοτέρας τὰς πλευρὰς κεκαλυμμένας δι’ ἀργυρῶν πλακῶν ἐπιχρύσων μετὰ πολυτίμων λίθων. Ἡ ἔμπροσθεν δὲ πλευρὰ φέρει πολυαρίθμους μικροτεχνίας ἐκ τοῦ βίου καὶ τοῦ  πάθους τοῦ Χριστοῦ, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Προφήτας κ.τ.λ. μετὰ θαυμαστῆς καλλιτεχνίας.

  1. Δέκα ἑπτὰ σταυροὶ ἀργυροῖ ἐπίχρυσοι κεκοσμημένοι διὰ πολυτίμων λίθων λαμπρᾶς τορνευτικῆς τέχνης, διαφόρων μεγεθῶν. Οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν σταυρῶν τούτων περικλείουν ξυλίνους Σταυροὺς μετὰ θαυμασίων ξυλογραφιῶν μικροτεχνικῶν εἰκόνων ἐκ τοῦ βίου καὶ τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. Ἐξ αὐτῶν ἕνας Σταυρὸς εἶναι πολὺ μεγάλος φθάνων τὰ 0,50 μ. μετὰ τῆς  βάσεως, φέρων καὶ δύο πτερύγια ἐκφυόμενα ἐκ τῆς βάσεως καὶ συναπτόμενα μὲ τὰ ἄκρα τῶν πλατυτέρων κεραιῶν. Φέρει ἔσωθεν ξύλινον Σταυρὸν μετὰ θαυμασίων ξυλογλύπτων μικρογραφιῶν ἐκ τοῦ βίου καὶ τοῦ βίου καὶ τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ, αἱ δὲ πτέρυγες φέρουν ἐν προτομῇ τοὺς 12 προφήτας καὶ 12  Ἀποστόλους. Ἡ ἀργυρεπίχρυσος ἐπένδυσις τοῦ ξυλίνου τούτου Σταυροῦ ἐγένετο τῷ 1686, ὁ δὲ ξύλινος Σταυρὸς εἶναι βυζαντινῆς τέχνης. Δύο Σταυροὶ φέρουν τεμάχια Τιμίου Ξύλου.
  2. Σταυρὸς ἀργυροῦς καὶ ἐπίχρυσος, κεκοσμημένος μὲ σμάλτον, φέρων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἕν ἐρυθρὸν μελιτζάνι καὶ δώδεκα μικρότερα ἐπὶ τῶν πλευρῶν.
  3. Διάφορα ἐγκόλπια ἀργυρᾶ ἐπίχρυσα μετὰ πολυτίμων λίθων, ἀρχιερατικὰ καὶ ἡγουμενικά. Ἕν ἐκ τῶν ἐγκολπίων (τεσσάρων) φέρει Τίμιον Ξύλον.
  4. Ἐγκόλπιον ἀργυροῦν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μετὰ πέντε μικρῶν κοσμημάτων προσηρτημένων αὐτῷ.
  5. Ἐγκόλπιον ἀργυροῦν ἐκ σμάλτου φέρον εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
  6. Ἐγκόλπιον ξύλινον ἐντὸς ἀργυρᾶς καὶ ἐπιχρυσωμένης θήκης, εἰκονίζον ἐννέα δεσποτικὰς ἑορτάς.
  7. Ἕνα πιάτον ἐζωγραφημένον διὰ τῆς χειρὸς παλαιὸν Ῥοδιακῆς τέχνης.
  8. Τέσσερα πλακίδια ἐζωγραφημένα, πολύχρωμα, Ῥοδιακῆς τέχνης.
  9. Ἕνας λύχνος χαλκοῦς ἑξάμιλος (μὲ ἕξ θέσεις διὰ φυτίλια), καὶ ἑπομένως ἑξάφωτος ἐν εἴδει ἀστέρος, παλαιός.
  10. Τεμάχιον ἀργυροῦν, εἴδους ἐγκολπίου μετὰ λίθων μεγάλων ἐρυθρῶν.
  11. Τρεῖς μεγάλοι καὶ δύο μικροὶ λίθοι ἀπὸ δαχτυλίδια.
  12. Ἐπιτραχήλιον χρυσοκέντητον φέρον εἰκόνας ὀκτὼ διαφόρων ἁγίων, τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Προδρόμου, ἔτους 1814.
  13. Ἑπτὰ ἐπιτραχήλια μεταξωτὰ χρυσοΰφαντα ἐκ τῶν ὁποίων τρία φέρουν κεντητὰς εἰκόνας ἁγίων, πολύτιμα.
  14. Ἕνας Ἀέρας, ἤτοι κάλυμμα δισκοποτήρου, ἐπίχρυσον.
  15. Δύο ζώναι ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία χρυσοκέντητος.
  16. Ἐπιτάφιος μέγας κεντητὸς ἔγχρωμος, πολὺ παλαιὸς φέρων ἐπιγραφὴν χρυσοῖς γράμμασι.
  17. Ἐπιτάφιος μικρότερος κεντητὸς φέρων χρονολογίαν τοῦ 1656
  18. Τρία ἀντιμήνσια παλαιά.
  19. Χρυσοῦν πεντόλιρον αὐστριακὸν μὲ ἀλυσίδα.
  20. Χρυσοῦν δακτυλίδιον μὲ δεκατρεῖς χάντρας.
  21. Νόμισμα χρυσοῦν πεντόλιρον αὐστριακόν.
  22. Πέντε χρυσᾶ πεντατζένια.
  23. Ὀκτὼ μεγάλα χρυσᾶ φλωριὰ.
  24. Τέσσερα φλωριὰ χρυσᾶ.
  25. Ἐπίμηκες χρυσοῦν φλωρίον, ἐν ᾧ εἰκονίζεται Ἀνάστασις καὶ Βάπτισις Κυρίου.

27) Τρία σιγγίλια μεμβράνινα πατριαρχικὰ μετὰ μολυβδίνων κρεμαστῶν σφραγίδων καὶ ἕν ἐπὶ χάρτου διαφόρων Πατριαρχῶν, Γαβριὴλ (1702), Σωφρονίου (1770) καὶ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ (1790).

28) Ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀργυρᾷ ἐπιμήκῃ θήκῃ φυλάσσονται δύο τεμάχια τῆς Ἁγίας Ζώνης τῆς Παναγίας, φυλασομένης, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν Μονὴν Βατοπεδίου.

Τὰ τεμάχια ταῦτα ἐδώρησεν ἡ Μονὴ Βατοπεδίου εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ κυτίου ἐγχάρακτον ἐπιγραφήν : «Ἡ ἔν Ἄθῳ Ἱερὰ Βασιλικὴ Πατριαρχικὴ Μονὴ Βατοπεδίου τῇ ἐν Ὄθρυϊ Ἱερᾷ  Βασιλικῇ Πατριαρχικῇ Μονῇ Ξενιᾶς φυλακτήριον ἐσαεὶ Τιμίαν Ζώνην τῆς Θεοτόκου παρατίθεται. ΑΦΚΒ (=1522)».

Τὰ παραπάνω μᾶς δίνουν μία εἰκόνα, ἔστω λἰγο συγκεχυμένη, γιὰ τὸ θέμα τῶν πολύτιμων ἱερῶν σκευῶν καὶ ἀντικειμένων τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γύρω στὰ 1930.

Ὡστόσο, ἑκατὸ χρόνια περίπου πρίν, κατὰ τὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους μας τοῦ 1821, ἡ εἰκόνα γιὰ τὸ ἴδιο θέμα πρέπει νὰ ἦταν διαφορετική.

Ὁ  Νικόλαος Γιαννόπουλος μᾶς βεβαιώνει ὅτι: «…ὅτε ἐξερράγη ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις, οἱ πατέρες ἀνεχώρησαν ἐξ αὐτῆς, ἀφοῦ πρῶτον ἀπέκρυψαν ὅσα πολύτιμα ἐκέκτητο αὕτη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, θέμενοι αὐτὴν ἐν κουβουκλίῳ. Ταυτοχρόνως διὰ προδοσίας χριστιανοῦ τινος τῆς ὑπογείου κρύπτης τῆς Μονῆς εἰς τοὺς Τουρκαλβανοὺς Γκέγκηδες ἀφῃρέθησαν καὶ διηρπάγησαν ὑπ’ αὐτῶν πάντα τὰ ἱερὰ σκεύη και κειμήλια πλὴν τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. Μαθὼν δὲ ὁ πασσᾶς Λαρίσης τὰ διατρέξαντα περιέσωσε μόνον παρὰ τῶν ἁρπάγων τούτων τὰ ἱερὰ λείψανα, ἅτινα μετέπειτα μεταβάντες εἰς Λάρισαν τρεῖς τῶν πατέρων τῆς Μονῆς, Ἰγνάτιος, ἡγούμενος, Δωρόθεος, σκευοφύλαξ καὶ  Χατζῆ Παρθένιος Δικαῖος, παρέλαβον αὐτὰ μετὰ 18 ὁλοχρύσων ἱερατικῶν στολῶν, πληρώσαντες ὡς ῥέσιμον (ἐξαγορὰν)  8.000 γροσίων».

[1] Ὁ ἱερέας Κωνσταντῖνος Καλτσέτας ἦταν πατέρας τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρα καὶ ἐκδότη τῆς «Ἀχιλλιῆδος» Εὐσταθίου Καλτσέτα.

[2] Ἰδὲ Ἰω. Σακελλίωνος Πατμιακὴ. Βιβλιοθήκη, κώδ. Ρ + Δ΄, σ. 111 , ὅπου βρίσκεται ἀτελής. (Ἡ σημείωση τοῦ Γιαννόπουλου).

[3] Βρίσκεται καὶ στὸν ὑπ’ ἀριθ. ΡΠΖ΄ κώδικα τῆς  Πατμιακῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ι. Σακελλίωνος, Ἀθῆναι 1890, σ.  128,  ζ΄. (Σημείωση –παραπομπὴ Γιαννόπουλου).

[4] Ἔνθ’ ἀνωτέρω, κώδ. Ρ+Θ΄, σ. 109 – 111. (Σημείωση Νικόλαου Γιαννόπουλου).

[5] Ὁ κώδικας δεν μπορεῖ νὰ εἶναι τοῦ 15ου αἰῶνα, ὅπως γράφει ὁ Γιαννόπουλος, ἀλλὰ τοῦ 16ου ἀφοῦ ὁ γραφέας του, Κωνσταντῖνος Ρεσινός ὁ Κορίνθιος, ἔζησε κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα.

[6] Βλ.  στὸ κεφάλαιο «Ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ ἐνθυμήσεις».

[7] Γιὰ τὸν κωδικογράφο Κωνσταντῖνο Ρεσινό, τὸν Κορίνθιο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν συγκεκριμένα κωδικα ΚΕ΄ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ καὶ τὴν ἰδιαίτερη σημασία του, ὑπάρχουν πολλὲς πληροφορίες στὴν ἐργασία του παλαιογράφου Αγαμέμνονα Τσελίκα : «Νέα στοιχεῖα καὶ ἀπόψεις περὶ Κωνσταντίνου Ρεσινοῦ τοῦ Κορινθίου», ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στὰ  «Πρακτικὰ τοῦ 2ου Τοπικοῦ Συνεδρίου Κορινθιακῶν Ἐρευνῶν» (25 -27 Μαΐου 1984), Ἀθῆναι 1986, σελ. 273 – 286.

[8] Ὁ  Παπᾶ – Πολύζος καταγόταν, σύμφωνα μὲ τὸν ὁ Ζωσιμᾶ Ἐσφιγμενίτη, ἀπὸ τὰ Τρίκκαλα, ἀλλὰ ἀποκαταστάθηκε οἰκογενειακῶς καὶ ἀπεβίωσε στὴ Μακρυνίτσα. Ἄφησε γιοὺς καὶ  θυγατέρες, τῶν ὁποίων πολλὰ ἐγγόνια ζοῦν μέχρι σήμερα. Ὁ Κων. Σάθας τὸν ἀναφέρει στὴ σελίδα 617 τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας λέγοντας : «Πολύζος, ἱεροδιδάσκαλος ἐποίησε ποιήματα εἰς τὰ τοῦ Στεφάνου Δημητριάδου (ἐκ Σκοπέλου) ἀπανθίσματα». Αὐτὰ ἐκδόθηκαν στὴ Βιέννη τὸ  1797. Ὁ Πολύζος ἦταν ἱερέας  καὶ οἰκονόμος Τρίκκης, ὅπως δηλώνεται στὸν κατάλογο τῶν συνδρομητῶν τοῦ  Ἑορτοδρομίου τοῦ ἁγιορείτου μοναχοῦ Νικοδήμου, ποὺ ἐκδόθηκε στὴ Βενετία τὸ 1836.

[9] Ἡ πληροφορία αὐτή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλο, εἶναι λανθασμένη, ὅπως βεβαιώνεται παρακάτω ἀπὸ ἐνημέρωση τοῦ Κωνσταντίνου Καραγκούνη, στὸ παραπάνω δημοσίευμά του ποὺ ἀρίθμησε καὶ βρῆκε 408 φύλλα.

[10] Οἱ διαστάσεις αὐτές, δημοσιευμένες ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλο, ἐλέγχονται ὡς ἀνακριβεῖς ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Καραγκούνη, ὁ ὁποῖος τὶς μέτρησε καὶ τὶς βρῆκε 0,35 Χ 0,185 μ.

[11] Γιὰ τὶς «ἐνθυμήσεις» βλέπε στὸ σχετικὸ κεφάλαιο.

[12] Βλ. ἀμέσως πιὸ κάτω τὸν ἀκριβὴ ἀριθμὸ τῶν φύλλων καὶ τὶς πραγματικὲς διαστάσεις τοῦ κώδικα.

[13] α) Ἐφημερίδα «Νέος Κόσμος», 4-10/10/1933. β) «Ἠχὼ» (ἑβδομαδιαία ἐφημερίδα τοῦ Ἁλμυροῦ), 18/10/1933 .

[14] Λεπτομέρειες γιὰ τὸ  πρωτόκολλο αὐτὸ στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»», περίοδος Β΄, τεῦχος 14, Ἁλμυρὸς 2010, σελ. 11 – 36, Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος, «Ἕνα Πρωτόκολλο παράδοσης καὶ παραλαβῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς. 24 Σεπτεμβρίου 1928».

[15] Δὲν γνωρίζω τὶ σημαίνει ἡ λέξη «μελαύκα».

[16] Τόμος Δ΄, σελ. 720 -721.

[17] Γιὰ τὸν μοναχὸ Ἀνατόλιο ἀναφέρουμε καὶ σὲ ἄλλες σελίδες τούτης τῆς ἐργασίας μας.

[18] Ὁ Χατζῆ – Παρθένιος ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς.

[19] Πρόκειται γιὰ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

[20] Πρόκειται γιὰ τὴν ἐφέστια εἰκόνα τοῦ ἀρχικοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἐπονομαζόταν καὶ «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας». Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας».

[21] Ἡ «Παναγία Ἐλεοῦσα» ἦταν μιὰ πολὺ παλαιὰ εἰκόνα. Οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ ὅσοι κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς γνώριζαν τὴν ἱστορία της, τὴν περιέβαλαν πάντοτε μὲ πολὺ σεβασμὸ. Ἦταν ἡ ἱερὴ εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τοὺς θρύλους καὶ τὶς παραδόσεις ποὺ ἀκούγονταν στὴν περιοχή, ποὺ κάποτε ἀνῆκε στὸ χωριὸ ποὺ ὑπῆρχε στοὺς βορειοανατολικοὺς πρόποδες τοῦ σημερινοῦ λόφου «Καστράκι» ὅπου εἶναι χτισμένη ἡ νέα Γυναικεία Μονὴ (Κάτω) Ξενιᾶς. Τὸ χωριὸ αὐτὸ ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους του, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καὶ ἀλλεπάλληλων ἐπιδημικῶν ἀσθενειῶν ποὺ τοὺς ἀποδεκάτιζαν,  γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν στὴ θέση ποὺ εἶναι χτισμένη ἡ σημερινὴ Βρύναινα. Γιὰ τὴν καινούργια αὐτὴ θέση τοῦ χωριοῦ τους πίστευαν ὅτι δὲν θὰ τοὺς εὕρισκαν ποτὲ οἱ θανατηφόρες αὐτὲς ἀρρώστιες. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἔκανε τὸν Βρυνιώτη «ἐνθυμησιογράφο» νὰ σημειώσει τὴν ἐνθύμηση ποὺ εἴδαμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς: «1742. ἔγειναν πολλοὶ λοιμοὶ ἐδῶ καὶ εἰς τοὺς τόπους τούτους καὶ ξεχωριστὰ εἰς τὸν Ἁλμυρόν, εἰς τὸν Πλάτανον, εἰς τοὺς Κουκουτοὺς καὶ εἰς τὴν Βρύνινναν, ὅπου ποτὲ εἰς τὴν Βρύνινναν δὲν ἔγεινε τέτοιο πρᾶμμα».  Τὴν «Παναγία Ἐλεοῦσα» οἱ κάτοικοι τῆς παλιᾶς αὐτῆς Βρύναινας, στοὺς πρόποδες τοῦ λόφου «Καστράκι», τὴν ἄφησαν στὴν ἐκκλησία τοῦ ἐγκαταλειμμένου χωριοῦ τους, τὸ «Παλιοχώρι», ἀπὸ τὴν ὁποία ὅταν γκρεμίστηκε τὴν κουβάλησαν στὸ μοναστήρι τους οἱ καλόγεροι τῆς Ξενιᾶς. Ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας εἶχε ἐντοπίσει ἐμφανῆ ἀρχαιολογικὰ κατάλοιπα τῆς παλαιοχριστιανικῆς αὐτῆς πόλης καὶ ἔγραφε σ’ ἕνα ἄρθρο του: «Ἀρκτικῶς τοῦ λόφου (Καστράκι) ἀντελήφθην τείχη μεταχριστιανικοῦ χωρίου δεόμενα ἀρχαιολογικῆς, οὔ μόνον ἱστορικῆς μελέτης παρὰ τῶν εἰδικῶν»

 

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό πρώτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

 

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Χειρόγραφα καὶ ἱερὰ κειμήλια τοῦ Μοναστηριοῦ  (α΄ μέρος)

 

4. Χειρόγραφα καὶ ἱερὰ κειμήλια   τοῦ Μοναστηριοῦ

 

Καταστροφὲς καὶ ἀπώλειες χειρογράφων καὶ κειμηλίων

Τὰ χειρόγραφα βιβλία ἀλλὰ καὶ τὰ τιμαλφῆ ἀντικείμενα καὶ ἱερὰ σκεύη, τὰ χρυσοποίκιλτα ἄμφια, τὰ πολύτιμα ἀφιερώματα, οἱ εἰκόνες κ.τ.λ., ποὺ εἶχαν συγκετρωθεῖ στὸ Μοναστἠρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἀργότερα Παναγίας Ξενιᾶς) κατὰ τὴν ὑπερχιλιόχρονη πορεία  του ἦταν, ὅπως εἶναι  ἑπόμενο, πάρα πολλά. Τὰ πιὸ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ χάθηκαν μὲ τὸ πέρασμα τοῦ πανδαμάτορα χρόνου καὶ τῶν κατὰ καιροὺς δύσκολων έμπόλεμων καὶ ἀνωμάλων περιστάσεων.

Γιὰ μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ χάθηκαν διασώθηκαν μόνο  σκόρπιες πληροφορίες ποὺ μᾶς ἄφησαν κάποιοι ποὺ τὰ εἶδαν ἤ ἔφτασαν γι’ αὐτὰ ὡς τὴν ἐποχή μας κάποιου ἄλλου εἴδους ἐνδείξεις τῆς ὕπαρξής τους. Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα, ποὺ εἶναι καὶ τὰ περισσότερα καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουμε τίποτε, ἁπλῶς ὑποθέτουμε τὴν ὕπαρξή τους ἀπὸ σκόρπιες ἀσαφεῖς καὶ ἀνεπιβεβαίωτες πληροφορίες.

Στὴ θέση αὐτὴ θὰ προσπαθήσουμε νὰ δώσουμε μία εἰκόνα τοῦ πλούτου αὐτοῦ τῶν χειρόγραφων τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅσο μᾶς ἐπιτρέπουν οἱ σημερινὲς συνθῆκες καὶ οἱ ἀτομικὲς δυνατότητές μας. Θὰ ἀναφέρουμε ἀκόμη καὶ ὅσες πληροφορίες μπορέσαμε νὰ συγκεντρώσουμε γιὰ τὰ πολύτιμα λατρευτικὰ ἀντικείμενα καὶ ἄλλα ποικίλα εἴδη ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὸ Μοναστήρι αὐτό, γιὰ τὰ ἱερὰ λείψανα, γιὰ τὰ ἱερὰ σκεύη, τὰ πολυτελῆ ἄμφια κ.τ.λ.

Θεωροῦμε ὅτι ἡ κατάθεση ποὺ ἐπιχειροῦμε ἐδῶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικὰ κεφάλαια τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ. Νομίζουμε ὅτι συμβάλλει στὴν ὁλοκληρωμένη καὶ συνολικὴ ἀντίληψη τῆς ἐπίδρασης καὶ τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ διαχρονικοῦ αὐτοῦ «φαινομένου καὶ γεγονότος», ποὺ λέγεται Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὴν ὅλη διαμόρφωση τῆς σύστασης ἀλλὰ καὶ τῆς ἱστορικῆς πορείας τῆς τοπικῆς κοινωνίας.

Μιὰ τέτοια κατάθεση μπορεῖ ἴσως νὰ βοηθήσει στὴν κατανόηση τῆς σαγηνευτικῆς ἀκτινοβολίας καὶ τῆς ζωογόνου θαλπωρῆς ποὺ ἐκπορευόταν ἀπὸ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι στὴ γύρω του κοινωνία.

Μία εἰκόνα τοῦ πλούτου τῶν χειρόγραφων, τῶν ἱστορικῶν ἐγγράφων, τῶν πολύτιμων ἀντικειμένων, τῶν ἱερῶν σκευῶν κ.τ.λ.  ποὺ χάθηκαν μπορεῖ νὰ σχηματισθεῖ ἀπὸ κάποιες σχετικὲς πληροφορίες ποὺ ἔχουμε παραθέσει σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς.

Θυμίζουμε, ὡστόσο καὶ ἐδῶ, τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῶν περιεχομένων τῶν δύο σφραγισμένων κιβωτίων ποὺ παραδίδονταν μυστικὰ ἀπὸ ἡγούμενο σὲ ἡγούμενο.

Θυμίζουμε ἐπίσης τὰ βιβλία ποὺ πετάχθηκαν ὡς ἄχρηστα ἀπὸ τὴν «Σπηλιά τῆς Παναγίας» γιατὶ ἦταν γραμμένα μὲ «βυζαντινὰ γράμματα»!

Θυμίζουμε ἀκόμη ὅτι παλαιὰ χειρόγραφα βιβλία, ποὺ ὑπῆρχαν στὸ Μοναστήρι, σχίζονταν γιὰ νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῶν ἐξωφύλλων κατὰ τὴ βιβλιοδεσία νεότερων βιβλίων.

Θυμίζουμε ὅτι σὲ κελὶ ὑπέργηρου καλόγερου στὴν ἐγκαταλειμμένη «Ἄνω Μονὴ» βρίσκονταν πεταμένα «φύρδην μίγδην» χειρόγραφα βιβλία.

Θυμίζουμε, τέλος, τὴν ἀφαίρεση ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ τὴν πώληση σὲ ἀρχαιοκάπηλους χειρόγραφων ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ζαχαρία Καίσαρη.

Θέλοντας νὰ συμπληρώσουμε τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῶν μεγάλων ἀπωλειῶν χειρόγραφων παραθέτουμε κάποια ἀκόμα στοιχεῖα.

Στὸ κεφάλαιο «Ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ ἐνθυμήσεις» ἀναφέρουμε γιὰ μία χειρόγραφη «Παρακλητικὴ» τοῦ «Λεοντάρη ἀπὸ τὴν Προῦσα». Στὸ λευκὸ περιθώριο μιᾶς σελίδας τῆς «Παρακλητικῆς» αὐτῆς ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος  ἔγραψε, τὴν 1η Ἰανουαρίου 1898, ἰδιόχειρα, μία πληροφορία, τὴν ὁποία παρουσιάζουμε:

«Τὸ παρὸν βιβλίον «Παρακλητικὴ», ἐκ τῶν χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἀνήκει τῇ Συλλογῇ τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος». Κατὰ δὲ τὸν Ἑλληνο – Τουρκικὸν Πόλεμον τοῦ 1897 καὶ τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατάληψιν τοῦ Ἁλμυροῦ, οἱ Τοῦρκοι καταλαφυραγωγήσαντες τὴν οἰκίαν ἡμῶν καὶ τὰ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ προέδρου τῆς Ἑταιρείας κ. Εὐαγγέλου Βαρβαρέζου, ἰατροῦ, κατακείμενα βιβλία καὶ χειρόγραφα τῆς Ἑταιρείας ὡς καὶ τὰ ἱερὰ κειμήλια ἐξ ὧν ἐσώθη μόνον τὸ παρὸν χειρόγραφον καὶ ἡ σφραγὶς τῆς Ἑταιρείας, ἀγορασθέντα ἀντί δραχμῶν πέντε παρὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ Ρουστὲμ – ἐφέντη ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τῆς Ἑταιρείας Νικολάου Ι. Γιαννοπούλου.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῆ 1 Ἰανουαρίου 1898».

Σὲ ἄλλη σελίδα τοῦ ἴδιου χειρόγραφου βιβλίου ὑπάρχει μία ἀκόμη ἰδιόγραφη σημείωση τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, ἐπιβεβαιωτικὴ καὶ συμπληρωματικὴ τῆς παραπάνω, γραμμένη στὴν 1η Ἀπριλίου 1898:

«Ἐνταῦθα μνείαν ποιοῦμαι ὅτι ἐν Ἁλμυρῷ τῆς Θεσσαλίας συνεστήθη ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία «ἡ Ὄθρυς», ἥτις σὺν τοῖς πολλοῖς κειμηλίοις ἅτινα συνέλεξεν, ἐκέκτητο καὶ 14 χειρόγραφα ἐκκλησιαστικῆς ὕλης τοῦ ΙΔ΄ καὶ ΙΕ΄ αἰῶνος, ὧν ὅλα περιεῖχον λόγους ἐκκλησιαστικοὺς καὶ ὁμιλίας εἰς διαφόρους ἁγίους, νομοκάνονας κ.τ.λ.

Ἀλλ’ ἐπελθόντος τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ Πολέμου, ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1897 μέχρι 5 Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ καταληφθείσης τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, κατεστράφησαν πάντα τὰ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Εὐαγγέλου Βαρβαρέζου, ἰατροῦ καὶ προέδρου τῆς Ἑταιρείας τεθειμένα ἐν κιβωτίοις χειρόγραφα, ἐκκλησιαστικὰ σκεύη καὶ λοιπὰ ὑπὸ τῶν Τούρκων καὶ μόνον τὸ παρὸν ἐσώθη ὡς καὶ ἕτερον ἀγορασθὲν ὑπὸ τοῦ γραμματέως Νικολάου Ι. Γιαννοπούλου.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 1Ἀπριλίου 1898».

 

Σὲ ἄλλο χειρόγραφο βιβλίο τοῦ ἀρχείου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», «Τριώδιον καὶ Πεντηκοστάριον», ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σχετικὴ παρόμοια «ἐνθύμηση»:

«Εἰς τὰς 5 Ἀπριλίου 1897 ἔγεινεν ὁ Ἑλληνο –Τουρκικὸς Πόλεμος. Εἰς τὰς 13 Ἀπριλίου εἰσῆλθον οἱ Τοῦρκοι εἰς Λάρισαν, ὑποχωρήσαντος τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Εἰς τὰς 5 Μαΐου εἰσῆλθον εἰς τὸν Ἁλμυρὸν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐλεηλάτησαν τὴν πόλιν. Κατεστράφησαν πολλὰ χειρόγραφα βιβλία τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄθρυος εὑρισκόμενα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ προέδρου κ. Εὐαγγέλου Βαρβαρέζου, ἰατροῦ, καὶ τὰ ἀγάλματα ἐκλάπησαν».

Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ παραπάνω χειρόγραφα βιβλία τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ ἦταν προσφορὰ σ’ αὐτὴν ἐκ μέρους τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ἀκόμη καὶ πολλὰ ἀπὸ ὅσα εἶχαν προσφερθεῖ σ’ αὐτὴν ἀπὸ ἄλλες τοπικὲς ἐκκλησίες (Κωφῶν, Κοκκωτῶν, Γούρας, Πλατάνου) ἤ καὶ ἀπὸ διάφορα ἄτομα, προέρχονταν κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τους ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Χαρακτηριστικὴ καὶ ἐπιβεβαιωτικὴ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς σημείωση γραμμένη σ’ ἕνα ἄλλο χειρόγραφο:

«Βιβλίον Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄθρυος ἐν Ἁλμυρῷ. Ἐδωρήθη ὑπὸ τῆς Κοινότητος Κοκκωτῶν, ἀνῆκον πρὶν εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς, τῇ 25 Ἰανουαρίου 1891. Νικόλαος Ι. Γιαννόπουλος».

Στὸ περιοδικὸ «Ἱερὸς Σύνδεσμος»,[1] ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ γιὰ  τὴ Μονὴ Ξενιᾶς καὶ  τὸ συγκεκριμένο θέμα:

«Ἡ Μονὴ (Ξενιᾶς) ἐκέκτητο σταυροὺς ὁλογλύφους ξυλίνους, ὧν ἕναν λεπτοτάτης τέχνης διεσώσαμεν τῷ 1896 ἐν τῷ τότε ἀρτισυστάτῳ μουσείῳ τοῦ Ἁλμυροῦ, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἁρπαγέντι τῷ 1897 ὑπὸ τῶν ἐπιδραμόντων Τούρκων μετὰ καὶ ἄλλων ἀρχαίων. Ἕτερον δὲ σταυρὸν μετρίας τέχνης ἐσώσαμεν βραδύτερον μετὰ τὸ 1897 ἐν τῷ μουσείῳ Ἁλμυροῦ.  Ἀπόκειται δὲ εἷς σταυρὸς καλῆς τέχνης ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ παρακειμένου χωρίου Κοκωτῶν, μετενηνεγμένος ἀναμφιβόλως ἐκ τῆς μονῆς…».

Πολὺ χαρακτηριστική, ἐνδεικτικὴ τῶν μεγάλων ἀπωλειῶν πολύτιμων ἀντικειμένων καὶ ἱστορικῶν στοιχείων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ παραπάνω σημειώματος, τὴν ὁποία ἐπισημαίνουμε ἰδιαιτέρως «…ὡς καὶ χειρόγραφοι κώδικες, ὧν σπαράγματα εὕρομεν ἐν οἰκίαις τῶν ἐγγὺς χωρίων Βρυνίνης καὶ Κοκωτῶν καὶ ἕνα κώδικα θεολογικῆς ὕλης χαρτῷον ἐν τῷ κοιμητηρίῳ τοῦ χωρίου μετ’ ὀστῶν».

Πολλὰ χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα, δηλωτικὰ τῶν μεγάλων ἀπωλειῶν πολύτιμων ἀντικειμένων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἐντοπίζονται στὴν ἀλληλογραφία τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου. Παραθέτουμε ἕνα ἐλάχιστο δεῖγμα τέτοιων μαρτυριῶν:

«Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 4 Ἀπριλίου 1895.  Ἀξιότιμε κύριε Γ. Λαμπάκη εἰς Αθήνας.…… Ἐν τῇ κάτω Μονῇ Ξενιᾶς εὗρον σιγγίλλια, πατριαρχικά, ὧν δύο ἐν μεβράναις, μολυβδόβουλα Γαβριὴλ (1702), καὶ Γρηγορίου Ε΄ (1798). Οἱ μοναχοὶ τὰ κρύπτουσιν ἰδίως κατέχει αὐτὰ ὁ Ἀγαθάγγελος περί οὗ ἐν προτέρᾳ μου ἐπιστολῇ εἶχον γράψει ὑμῖν. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ τὰ φανερώσῃ διότι ὑπὸ ἐχεμύθειαν μοὶ τὰ ἔδειξε . . .

Χειρόγραφα τινὰ ἐκκλησιαστικῆς ὕλης παρά τινι μοναχῷ εἶδον ἐρριμένα. Ὑπάρχουσι πολλὰ τοιαῦτα καὶ ἕν χειρόγραφον ἐν μεμβράναις Εὐαγγέλιον τὸ ὁποῖον δὲν εἶδον. …. Ἐν τῇ ἄνω Μονῇ εἶδον πολλὰ χειρόγραφα  χάρτου ὀγκώδη ἀλλ’ ἐκκλησιαστικῆς ὕλης. Τούτων τινὰ εἶδον ἐν κελλίῳ τοῦ μοναχοῦ Ἱεροθέου περιέχοντα μουσικοὺς χαρακτῆρας. 12 ὀγκώδη τοιαῦτα βιβλία ἐμέτρησα. Ἀγγεῖα τινὰ καὶ σταυροὶ καὶ εἰκόνες ἀρχαῖαι εἰσὶν ἐρριμένα  ἐν τῷ σκευοφυλακίῳ τοῦ ναοῦ ὡς ἄχρηστα.…»

«Ἁλμυρὸς τῇ 29 Μαΐου 1895. Γερμανῷ Μητροπολίτῃ Δράμας … Πλεῖστα δὲ χειρόγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς κατεστράφησαν ὑπ’ ἀμελείας τῶν μοναχῶν, ὡς συμβαίνει συνήθως ἐν τοῖς μοναστηρίοις νῦν…..».

«Ἀγαπητέ μοι κ. Νικολάκη, … Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἀφηρέθησαν καὶ ἀποξενώθηκαν τὰ ἀρχαῖα χρονικὰ τῆς Μονῆς. Διελύθη καὶ ἐξηφανίσθη ἡ βιβλιοθήκη καὶ ἡ ἀρχαία τῶν χαλκωμάτων μεγάλη ἀποσκευὴ  ἀπωλέσθη ἐκ τῆς Μονῆς!», ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, στὶς 28 Ἰουλίου 1898, ὁ ἁγιογράφος μοναχὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Χαρίτων.

Ἕνα, μικρὸ ἴσως, δεῖγμα, ἀλλὰ χαρακτηριστικὸ τῆς εὐκολίας μὲ τὴν ὁποία χάνονταν πολύτιμα κειμήλια, ἀκόμη καὶ ἱερὰ λείψανα ἀπὸ τὴ Μονὴ Ξενιᾶς, εἶναι μία ἀναφορὰ ποὺ ὑποβλήθηκε στὶς 13 Μαρτίου 1907 στὸ Μητροπολίτη Δημητριάδος:

«Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς τῇ 13 Μαρτίου 1907

                               Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος.

                                               Αἴτησις προκλήσεως ἀφορισμοῦ.

Πρό τινος χρόνου, ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος τῆς ἐκκλησίας τῆς ἡμετέρας Μονῆς, ἀφῆκεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀγροφύλακος τῆς ἡμετέρας Μονῆς Ἰωάννης Μιχ. Μίλιας ἕνα σταυρὸν ἀργυροῦν μετ’ ἀλύσεων ἐπίσης ἀργυρῶν, χρησιμεύοντα ὡς φυλακτικὸν μετὰ φλωρίων ἀξίας, ὅστις πρὸ δύω ἡμερῶν ἀφῃρέθη, καίτοι δὲ κατεβλήθη παρ’ ἡμῶν πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια, δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀνακαλύψωμεν τὸν κλέπτην αὐτοῦ.

Ἐπίσης δὲ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου βήματος πρό τινος χρόνου ἐκλάπησαν ἕν τμῆμα ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ ἕν ζεῦγος ἱερῶν ἀμφίων τῆς Ἐκκλησίας ἀξίας ἐπίσης μεγίστης, πρὸς περιστολὴν δὲ τοῦ κακοῦ τούτου, ὅπερ δυστυχῶς ἐπικρατεῖ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Μονῇ καὶ ἵνα μὴ κατακρίνῃ ἡμᾶς ἡ κοινωνία καὶ καταρρίπτεται τὸ γόητρον τῆς Μονῆς, παρακαλοῦμεν τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα ἵνα εὐαρεστουμένη προκαλέσῃ τὸν προσήκοντα ἀφορισμὸν κατὰ τοῦ διαπράξαντος τὰς ἀνωτέρω πράξεις καὶ ἀποστείλῃ ἡμῖν τοῦτον πρὸς ἀνάγνωσιν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς ἡμετέρας Μονῆς κατὰ τὰ κεκανονισμένα.

Εὐπειθέστατον

τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον Ξενιᾶς».

 

«Πολλὰ πατριαρχικὰ σιγίλλια ἀνηρπάγησαν», ἔγραψε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, στὴν ἐφημερίδα «Ταχυδρόμος» τοῦ Βόλου στὶς 13 Μαρτίου 1930.

Πολὺ χαρακτηριστικὸ καὶ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα δημοσίευμα, πάλι τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, σὲ τοπικὴ ἐφημερίδα τοῦ Βόλου, ποὺ ἀναφέρεται σὲ τέτοιες τραγικὲς ἀπώλειες πολυτίμων ἀφιερωμάτων, χρυσοβούλλων αὐτοκρατορικῶν διαταγμάτων, περγαμινῶν βιβλίων κ.τ.λ. τῆς «Μονῆς Ξενιᾶς»:

«Ἡ μονὴ αὔτη ἔχει γύρω πολλὰ ἀσκητήρια. Λέγεται δὲ ὅτι γύρω τῆς μονῆς εἶναι ὑπὸ τὸ ἔδαφος θόλοι κτιστοὶ βυζαντινοί, ὡς κρυψῶνες, διὰ νὰ κρύπτουν οἱ μοναχοὶ τὰ τιμαλφῆ πράγματα τῆς μονῆς ἐν καιρῷ ἐπιδρομῶν.

Κατὰ δὲ τὸ 1821, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἔκρυψαν οἱ μοναχοὶ ὅλα τὰ τιμαλφέστερα εἴδη, ἀφιερώματα, χρυσόβουλλα, ἀργυρᾶ σκεύη, μεμβράνινα βιβλία, τὸ ἀρχεῖον ὅλον ἐντὸς ἑνὸς τῶν περὶ τὴν μονὴν θόλων, ὁ ὁποῖος ἦτο γνωστὸς εἰς τοὺς γεροντοτέρους μοναχούς, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον ἀπεβίωσαν, ἦτο ἄγνωστος ὁ θόλος εἰς τοὺς νεωτέρους μοναχούς.

Μόνον ἐπέζη μέχρι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν εἷς γέρων μοναχός, ὁ ὁποῖος ἐμόναζεν εἰς ἕνα μοναστήρι τοῦ Πηλίου, ὅστις ἐγνώριζε τὸ μέρος καὶ πολλάκις ἔλεγεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ μετέβαινεν εἰς τὴν Ἄνω Μονὴν Ξενιᾶς διὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς μοναχοὺς τὸν θόλον, διότι μετὰ τὸν θάνατόν του θὰ ἔμενεν ἄγνωστος καὶ τὰ πράγματα χαμένα.

Δυστυχῶς ὅμως οἱ μεταγενέστεροι μοναχοὶ περὶ ἄλλα τυρβάζοντες καὶ ἰδίως τὴν ἀργυρολογίαν καὶ τὰς κατ’ ἀλλήλων καταγγελίας, δὲν ἐφρόντισαν νὰ παραλάβουν τὸν γέροντα νὰ τοῖς δείξῃ τὸν θόλον καὶ ἔτσι ἀπέθανεν».

Παρ’ ὅλες, ὡστόσο, τὶς καταστροφές, λεηλατήσεις καὶ ἀπώλειες  χειρογράφων καὶ κειμηλίων τοῦ ἱστορικοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως ἐνδεικτικὰ διαφαίνονται ἀπὸ τὰ παραπάνω, στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ ἐξακολουθοῦσαν νὰ ὑπάρχουν πολλὰ καὶ σημαντικὰ καὶ μάλιστα καλὰ διατηρημένα χειρόγραφα, γιατὶ ὅσα προσφέρθηκαν στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία ἦταν κυρίως ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν φθαρεῖ καὶ δὲν θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς καλογέρους τόσο πολύτιμα ὥστε νὰ διστάζουν νὰ τὰ δώσουν σὲ ἄλλους.

Παρ’ ὅλα αὐτά, πολλὰ πολύτιμα ἀντικείμενα τοῦ Μοναστηριοῦ, πολὺ μεγαλύτερης ἀξίας ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρουμε, φαίνεται ὅτι διέφυγαν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Αὐτὸ δηλώνεται ἀπὸ κάποιες ἐνδείξεις ποὺ διασώθηκαν.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος σὲ μία ἐπιστολή του πρὸς τὸν Πρόεδρο τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, στὴν Ἀθήνα, στὶς 2 Ἀπριλίου 1895, ἔγραψε τὰ ἑξῆς:

«Ἁλμυρὸς τῇ 2ᾳ Ἀπριλίου 1895

Ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε,

Εὐχαρίστως ἐκομισάμην τὸ ὑμέτερον ἔγγραφον μετὰ τοῦ συννημένου ἐπισήμου γράμματος δι’ οὗ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ μέλος ἀντεπιστέλλον τῆς ὠφελιμωτάτης Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.

Εὐχαριστῶν ὑμῖν διὰ τὴν τιμὴν ταύτην θέλω προσπαθήσει ὅπως φανῶ ἀντάξιος αὐτῆς ἐξυπηρετῶν προθύμως τὰ συμφέροντα τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.

Δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας κατατίθημι σὺν τῷ ταλάντῳ τοῦ πλουσίου κἀγὼ τὸν πενιχρόν μου ὀβολόν εἰς τὸ ὑμέτερον Μουσεῖον δωρούμενος αὐτῷ:

1) Χειρόγραφον πολυσέλιδον ὀγκῶδες βιβλίον μικροῦ, 16ου σχήματος, τοῦ 16ου αἰῶνος περιέχον λόγους ἐκκλησιαστικοὺς καὶ ἀποφθέγματα ἁγίων ἀνδρῶν.

2) Σταυρὸν γεγλυμμένον ἐκ ξύλου πίξου λεπτοτάτης τέχνης τοῦ 16ου αἰῶνος παριστάνοντα δωδεκάορτον  ὅμοιον τῷ ὑπὸ τῆς αὐτῆς Μ. τῆς Αὐτοκρατείρας τῆς Βασιλίσσης δωρηθέντα ἀλλ’ ἄνευ ἀργυροεπιχρυσώσεως.

3) Ἀρχαῖόν ἐλλιπές ἔντυπον βιβλίον ἐκκλησιαστικῆς ὕλης ἀκατάληπτον ἐμοί.

Εὔελπις ὤν ὅτι καὶ ἄλλας προσφορὰς καὶ ἀνακαλύψεις διαφόρων ἀντικειμένων ἀναγγελῶ ὑμῖν, διατελῶ μετὰ τῆς βαθείας πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεως

                                                Ν. Ι. Γιαννόπουλος

Τῷ ἀξιοτίμῳ κυρίῳ Ἀριστείδῃ Παπούδωφ, προέδρῳ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, εἰς Αθήνας» .

 

Εἶναι βέβαιο ὅτι τὰ τρία παραπάνω ἀντικείμενα ἀνῆκαν στὴ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς καὶ προσφέρθηκαν στὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο.

Χαρακτηριστικὸ τοῦ ἴδιου κλίματος τῆς εὐκολίας μὲ τὴν ὁποία προσφέρονταν πολύτιμα ἀντικείμενα καὶ κειμήλια ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶναι τὸ παρακάτω πρακτικὸ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου του κατὰ τὸ 1908:

«Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν ἑβδόμην τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1908 ἔτους, συνελθὸν τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς εἰρημένης μονῆς, ἀπαρτιζόμενον ἐκ τῶν Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου, ἡγουμένου, καὶ τῶν συμβούλων Ἀνθίμου Ἀποστόλου καὶ Ἀγαπίου Ἀθανασίου, καὶ ἀκοῦσαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος εὑρισκομένου ἐν τῇ Μονῇ δι’ ὑποθέσεις αὐτῆς, ὅπως μία παλαιὰ ἐκ βελούδου ἡγουμενική, μήτρα ἕχουσα τέσσαρας χρυσοϋφάντους ἁγίους καὶ  ἄλλα χρυσοκέντητα κοσμήματα, ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ὡς ἀφιέρωμα εἰς αὐτὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καὶ ἐκτιμοῦν δεόντως τὴν γνώμην τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος ἀποφαίνεται ὁμοφώνως: Γνωμοδοτεῖ ὅπως ἀποσταλῇ  ὡς ἀφιέρωμα τῆς Μονῆς ἡμῶν εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ἡ ὡς ἄνω ἀναφερομένη ἡγουμενικὴ μήτρα, ὡς ἄχρηστος ἐν τῇ Μονῇ, καὶ παρακαλεῖ τὸν Σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον Δημητριάδος, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω καὶ μεριμνήσῃ περὶ ἀποστολῆς ἡμῖν τῆς σχετικῆς ἀποδείξεως παραλαβῆς παρὰ τῆς εἰρημένης Ἑταιρειας…».

Τὰ παραπάνω παρέχουν μία ἀμυδρὰ εἰκόνα τοῦ πλούτου ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ στὴ Μονὴ Ξενιᾶς καὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὸς διασκορπίστηκε.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὑπῆρχαν ἀκόμη στὸ Μοναστήρι πολλὰ πολύτιμα ἀντικείμενα καὶ ἱερὰ σκεύη. Αὐτὰ ποὺ ὑπῆρχαν στὸ Μοναστήρι λεηλατήθηκαν ἤ ἁρπάχτηκαν σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1897 καὶ ἀργότερα κατὰ τὴν περίοδο τῆς «Κατοχῆς» 1941 -1944 καὶ τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν 1945 -1948.

 

Α΄. Χειρόγραφα Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς

Εἰσαγωγικὰ

Ἀντιμετωπίζοντας κάποιος μελετητὴς τὸ πρόβλημα τῆς καταγραφῆς τῶν χειρογράφων κωδίκων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς γρήγορα διαπιστώνει ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ καὶ δισεπίλυτα προβλήματα.

Πρῶτο ζήτημα ποὺ προκύπτει εἶναι ἐὰν στοὺς κώδικες αὐτοὺς πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ ὅσοι ἀνῆκαν κάποτε στὸ Μοναστήρι, ὅπως αὐτοὶ  ποὺ ἀπωλέσθηκαν, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο στὸ πέρασμα του χρόνου, ἀλλὰ γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν ἤ αὐτοὶ ποὺ προσφέρθηκαν ἐκ μέρους τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπως, π.χ., στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἤ σὲ ἐκκλησίες τῶν γειτονικῶν χωριῶν, ἤ αὐτοὶ ποὺ ἄν καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι ἀνῆκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, βρέθηκαν σὲ χέρια ἰδιωτῶν. Ἀκόμη καὶ στὴ σημερινὴ ἐποχὴ ὑπάρχουν χειρόγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς σὲ χέρια ἰδιωτῶν.

Στὸ κεφάλαιο τοῦτο τῆς  ἐργασίας μας, ἀποβλέποντας στὴν καταγραφή, ὅσο αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπουν οἱ δυνατότητές  μας, πληρέστερης τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ ὄχι στὴν καταγραφή τοῦ σημερινοῦ της ἀρχείου, θὰ συμπεριλάβουμε ὅλους τοὺς κώδικες ποὺ ἀνῆκαν κάποτε καὶ ὅσους γνωρίζουμε ὅτι ἀνήκουν σήμερα ὅπως καὶ ὅ,τι γνωρίζουμε γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Δὲν ἀποβλέπουμε στὴν ἀκριβῆ καταγραφή τῶν «ἀντικειμένων» μιᾶς «Μουσειακῆς Συλλογῆς».

Πρόβλημα ἐπίσης δημιουργεῖται μὲ τὴν ἀρίθμηση καὶ καταλογογράφηση τῶν κωδίκων ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἡ ταύτιση μεταξὺ τῶν διαφόρων καταγραφῶν ποὺ ἐπιχειρήθηκαν καὶ δημοσιεύθηκαν κατὰ καιρούς. Καὶ αὐτὴ ἡ θεώρηση τοῦ θέματος εἶναι ξένη πρὸς τὶς ἐπιδιώξεις μας.

Μία πρώτη καταγραφή τῶν χειρογάφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἔγινε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο καὶ δημοσιεύθηκε στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων».[2] Ἄγνωστο ὅμως γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Γιαννόπουλος στὸ δημοσίευμά του αὐτό συμπεριέλαβε δέκα μόνο κώδικες, χωρὶς νὰ συνεχίσει σὲ ἑπόμενο δημοσίευμά του μὲ τοὺς ὑπόλοιους κώδικες τῆς Μονῆς ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ κάνει κάποια σχετικὴ μνεία.

Στὶς 23 – 24 Μαρτίου 1975 ὁ καθηγητὴς καὶ ἀκαδημαϊκὸς Λίνος Πολίτης φωτογράφησε γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοὺς χειρόγραφους κώδικες τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Τὸ ἔτος 2000, ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέντζας, μοναχὸς τότε τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, παρουσίασε στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ»,[3] τὴν ἐργασία του «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς».  καταγράφοντας εἴκοσι τέσσερις (24) κώδικες ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας μουσικός.

Ὁ Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης, στὸ Γ΄ Συνέδριο Αλμυριώτικων Σπουδῶν[4] παρουσίασε τὴν ἐργασία «Ἕνα μουσικὸ στιχηράρι τοῦ ΙΗ΄αἰῶνος ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ ὁποία καὶ δημοσιεύθηκε στὰ «Πρακτικὰ» τοῦ Συνεδρίου[5] καὶ σὲ «ἀνάτυπο».

Ὁ ἴδιος, Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης, στὸ «Proceedings of the 1st International Conference of the ASBMH»,[6] σελ. 599 – 667, παρουσίασε τὴν ἐργασία «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας».

Μὲ βάση ὅλες τὶς παραπάνω δημοσιεύσεις, τὰ περιεχόμενά τους, τὶς διατυπούμενες ἰδιαίτερες σ’ αὐτὲς ἀπόψεις, τὰ κενά, τὰ λάθη, τὶς παραλείψεις καὶ τὶς  μεταξύ τους ἐπικαλύψεις, τὶς διορθώσεις καὶ ἀλληλοσυμπληρώσεις, καὶ μὲ τὰ συμπεράσματα ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν ἰδιαίτερη προσωπική μας ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, θὰ παρουσιάσουμε στὴ συνέχεια, σὲ τρία μερικότερα ὑποκεφάλαια, μὲ τίτλους: Ι.«Χειρόγραφοι Κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», ΙΙ. «Χειρόγραφοι Κώδικες Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»» καὶ ΙΙΙ. «Μουσικοὶ Κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», μία συνοπτική, συγκερασματικὴ ἀναφορὰ ὅλων τῶν  χειρογράφων κωδίκων, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὸν ἕνα ἤ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο ἀνῆκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν πολυτίμων και ἱερῶν κειμηλίων τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ.

 

Ι. Χειρόγραφοι κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

  1. Κώδικας Α΄.

Εἶναι ἕνας ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα[7] μὲ 155[8] φύλλα  σχήματος 4ου μεγάλου, διαστάσεων 0,30 Χ 0,21 μ., ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐαγγελιστάριον».

Τὸ κείμενο τοῦ κώδικα εἶναι γραμμένο σὲ δύο στῆλες σὲ κάθε σελίδα. Στὸν κώδικα περιλαμβάνονται εὐαγγελικὲς περικοπὲς κατ’ ἐπιλογήν. Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα εἶναι κόκκινα, γραμμένα μὲ κιννάβαρη, καὶ ἄκομψα ὅπως καὶ οἱ ἐπικεφαλίδες τῶν περικοπῶν.

Τὸ κείμενο εἶναι γραμμένο μὲ ὑπόξανθη μελάνη. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν περικοπὴ: «Εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἰς πλοιάριον», καὶ τελειώνει: «ἅτινα ἐὰν γράφηται καὶ  οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία, ἀμήν».

Τὸ κείμενο παρουσιάζει κάποιες ἀνορθογραφίες. Μερικὰ ἀξιοπαρατήρητα χαρακτησιστικὰ εἶναι τὰ ἑξῆς: Τὸ κεφαλαῖον Ε σχεδιάζεται ἔχοντας ἕνα ἀπλωμένο χέρι. Στὸ κείμενο ἀντὶ  τοῦ σημείου τῆς τελείας χρησιμοποιεῖται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.

 

  1. Κώδικας Β΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα, μὲ ξύλινα ἐξώφυλλα δερματόδετα. Ἔχει 223[9] φύλλα διαστάσεων 0,19 Χ 0,14 μ.

Ὁ κώδικας, ποὺ τιτλοφορεῖται «Λόγοι ἀσκητικοί», εἶναι μονόστηλος, περιέχει δέ, σύμφωνα μὲ τὴν  περιγραφὴ τοῦ Γιαννόπουλου,[10] τὰ ἑξῆς:

«1) Εὐχὴ συγχωρητικὴ τοῦ σοφωτάτου κυρίου Ἐμμανουὴλ τοῦ Μεγάλου Ῥήτορος, προσηρτημένη ἐν τρισὶ φύλλοις ἔμπροσθεν, μεθ’ ὅ ἕπεται ἐν ἀρχῇ τοῦ κυρίως κώδικος: 2) Λόγος περὶ ἀρετῆς καὶ  κακίας.  3) Τοῦ  αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τρεῖς τρόπους κακοπαθοῦσιν οἱ ἅγιοι.  4) Τοῦ Ἁγ. Νείλου ἐκ τῶν ὅρων: Ἅδης ἐστὶ χωρίον ἀφεγγές.  5) Τοῦ Ἁγ. Μακαρίου, ἐν τῇ ἀναστάσει ὅλα τὰ μέλη ἀνίστανται.  6) Γερασίμου χρονογράφου, «Ἐπὶ τῆς βασιλείας τῶν Ῥωμαίων τὸ Βέσβιον[11]  ὄρος ἐν τῇ δύσει κατὰ κορυφῆς ῥαγὲν πῦρ ἀνέβλυσε τοσοῦτον, ὥστε καταφλέξαι τὴν παρακειμένην χώραν σὺν ταῖς πόλεσιν». 7) Τοῦ Ἁγ. Εὐφραίμ, περὶ προσευχῆς.  8) Σύνταγμα Γλυκᾶ κυροῦ Μιχαήλ, ἐκ τοῦ αὐτοῦ  βιβλίου λόγος λε΄ τῷ μοναχῷ κυρῷ Ὀνουφρίῳ περὶ τῆς ὀπτασίας, ἥν εἶδεν ὁ Προφήτης  Ἰεζεκιὴλ καὶ ὅπως  αὐτὴν εἰς τοὺς τέσσαρας Εὐαγγελιστὰς ἐξελάβοντο. 9) Τοῦ αὐτοῦ, λόγος «εἰ χρὴ προσέχειν τοῖς λέγουσιν ὅτι ἀποφάσει μόνῃ καὶ οὐκ ἀληθείᾳ εἰσῆλθεν εἰς τὸν παράδεισον ὁ ληστής.  10) Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ βιβλίου, ἐκ τοῦ λόγου ιδ΄ περὶ  τῆς  Ἁγ. Τριάδος.  11) Παλλαδίου πατρὸς πρὸς  Λαισὸν περὶ νηστείας. 12) Θεοδωρήτου, τοῦ Ἁγ. Ἐπιφανείου περὶ τῶν ιβ΄  λίθων. 13) Εὐαγρίου, ὑποτύπωσις μοναχικὴ διδάσκουσα πῶς δεῖ ἀσκεῖν καὶ ἡσυχάζειν. 14) Τοῦ αὐτοῦ, περὶ τῶν ἐκπιπτόντων ἐξ οἰκείας ἀμελείας καὶ προφασιζομένων προφάσεσιν ἁμαρτίας.  15) Τοῦ αὐτοῦ πρὸς ἀδελφὸν ἐκπεσόντα καὶ περὶ μετανοίας. 16) Περὶ τοῦ μὴ ἔχοντος φόβον Θεοῦ ἐν ἑαυτῷ.  17) Περὶ τοῦ μὴ ἔχοντος ἀγάπην. 18) Περὶ τοῦ κεκτημένου μακροθυμίαν. 19) Περὶ τοῦ μὴ ἔχοντος μακροθυμίαν. 20) Περὶ τοῦ  κεκτῆσθαι ὑπομονήν. 21) Περὶ τοῦ ἔχοντος πρᾳότητα.  22) Περὶ τῶν μὴ ἐχόντων πρᾳότητα, ἀλλὰ πονηρίᾳ συνεζευγμένων. 23) Τοῦ αὐτοῦ περὶ ἀληθείας – περὶ ψεύδους.  24) Τοῦ αὐτοῦ, περὶ τοῦ ἔχοντος ὑπακοὴν ἀληθινὴν καὶ ἀνυπόκριτον.  25) Περὶ ἀνυποτάκτου καὶ γογγιστοῦ. 26) Περὶ τοῦ μὴ εἶναι λοίδωρον.  27) Περὶ λοιδωρίας καὶ λοιδώρων.  28) Τοῦ αὐτοῦ, περὶ ἐγκρατείας. 29) Τοῦ αὐτοῦ, ὅτι οὐ δεῖ γελᾶν καὶ μετεωρίζεσθαι ἀλλὰ μᾶλλον πενθεῖν καὶ κλαίειν ἑαυτούς. 30) Τοῦ αὐτοῦ, παραίνεσις κδ΄ περὶ ὑπακοῆς.- (Δι’ ἄλλης γραφῆς).  31)   Ἐπιστολὴ τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου, ἡγουμένου τῆς Ῥαϊθοῦ, πρὸς τὸν ὅσιον Ἰωάννην τὸν Σχολαστικὸν τοῦ Σινᾶ Ὄρους ἡγούμενον.  32) Τοῦ καθηγουμένου τοῦ Σινᾶ Ὄρους ἀντίγραφον πρὸς τὴν ἀναγεγραμμένην ἐπιστολὴν ἐπιστείλαντος.  33) Περὶ ἀποταγῆς κόσμου, βαθμὸς α. Ἑρμηνεία τῆς Κλίμακος

«+ Ἔτος  ζ ξ δ [12] μηνὶ Δεκεμβρίῳ κα΄. Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Νεοφύτου πόνος». Ἑπομένως ὁ κῶδιξ εἶναι κεχρονολογημένος.

Ἕπεται συνερραμένον ἕτερον βιβλίον ἔχον ἀλλοίαν γραφὴν διὰ γραμμάτων ἀγκυλωτῶν μεγάλων καὶ καλλιγραφικῶν.

1) Τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Παρασκευῇ, Εὐσεβίου ἐπισκόπου λόγος εἰς τὸ τοῦ Διαβόλου καὶ τοῦ Ἅδου συμβούλιον πρὸς τοὺς Ἰουδαίους κατὰ συλλογισμῶν. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ χάρτου δι’ ἄλλης γραφῆς: 2) Ἐκ τῶν ἀποκρίσεων καὶ διδαχῶν τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Νικήτα, περὶ Βασιλείου μονῆς τινος καθηγουμένου. 3) Διήγησις περὶ σημειοφόρου Πατρός.  4) Λόγος ἀσκητικὸς πάνυ ὠφέλιμος τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου.  5) Τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Εὐφραίμ, Λόγος κατανυκτικὸς περὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας καὶ περὶ τῶν Θείων Γραφῶν. 6) Διήγησις τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου πρὸς τὸν Ἅγ. Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου περὶ ἐξόδου ψυχῆς.  7) Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λόγος. 8) Λόγος ὠφέλιμος ἑκάστῃ ἡμέρᾳ ὠφείλει ἀναγινώσκεσθαι. 9) Περὶ φυλακῆς καρδίας καὶ θεωρίας λεπτοτέρας. 10) Περὶ τῶν ἔγγιστα τοῦ Θεοῦ ζώντων καὶ ἐν τῇ ζωῇ τῆς γνώσεως πάσας τὰς ἡμέρας αὐτῶν διαγόντων.  11) Σχόλια καὶ δηλώσεις περὶ τῶν ἐν ταῖς μαρτυρίαις διαφόρων νοημάτων ποία ἐστὶ χρεία ἑκάστῳ τούτων.  12) Πῶς ὀφείλει ὁ διακριτικὸς καθέσθαι ἐν τῇ ἡσυχίᾳ. 13) Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ νέου καὶ θεολόγου, λόγος περὶ γαστριμαργίας καὶ τοῦ μηδόλως γογγίζειν. 14) Τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ, Ἴδωμεν οἷος εἶναι ὁ μέγας Ἀντώνιος καὶ  Παχώμιος καὶ οἱ λοιποὶ θεοφόροι πατέρες. 15) Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ νέου καὶ θεολόγου, περὶ μέθης. 16) Τοῦ αὐτοῦ περὶ νηστείας καὶ γαστριμαργίας.  17) Τοῦ αὐτοῦ  ἕτερος λόγος. 18) Ἰω. τοῦ Χρυσοστόμου. 19)  Γεροντικό, Λόγοι διαφόρων ἀββάδων. 20) Εὐχὴ εἰς τὴν Δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον, ποίημα κυροῦ Μανασσῆ. 21)  Ὁμοίως εὐχὴ διὰ στίχων. 22) Εὐχὴ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν διὰ στίχων. 23) Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, εἰς τὸν Ἄγγελον τὸν φύλακα τῆς ψυχῆς ἡμῶν διὰ στίχων. 24) Εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν διὰ στίχων. 25) Ἑτέρα (εὐχὴ) διὰ στίχων. 26) Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀντωνίου τοῦ Ζωγράφου, εὐχαὶ συντετμημέναι.  27) Εὐχὴ ἑτέρα τοῦ Χρυσοστόμου.

 

  1. Κώδικας Γ΄.

Εἶναι ἕνας χάρτινος κώδικας, δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα, τοῦ 13ου αἰῶνα[13] καὶ ἔχει 300[14] φύλλα διαστάσεων 0,21 Χ 0,16 μ., σχήματος 8ου .

Στὴν ἀρχὴ του διακοσμεῖται μὲ ἔγχρωμο ἐπίτιτλο. Περιέχει τὸ Τυπικὸν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας τῆς ἀρχαίας μονῆς τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάββα τῶν Ἱεροσολύμων. Εἶναι γραμμένος μὲ γραφὴ συντετμημένη καὶ μικρογραφία. Στὴν ἀρχὴ κάποιων κεφαλαίων ἔχει διακοσμήσεις.

Ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέτζας, ποὺ εἶδε τὸν κώδικα τὸ ἔτος 2000, λέει ὅτι στὰ τελευταῖα δύο φύλλα περιέχεται βιογραφικὸ σημείωμα Γρηγορίου ἱερέως ἱερομνήμονος.[15]

 

  1. Κώδικας Δ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 236 φύλλα διαστάσεων 0,22 Χ 0,14 μ. Εἶναι δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

Ὁ κώδικας εἶναι γραμμένος μὲ χρυσίζουσα μελάνη. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο ξεχωριστὰ τμήματα τὰ ὁποῖα δέθηκαν σὲ ἕνα τόμο. Τὸ πρῶτο τμῆμα (φύλλα 1 -188) περιέχει «Εὐχολόγιον», ἐλλιπὲς ὡς πρὸς τὴν ἀρχή του. Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα κάθε μέρους εἶναι διακοσμημένα.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα ὑπάρχει, γραμμένη ἀπὸ πάλι τὸν γραφέα τοῦ Εὐχολογίου, ἡ «ἐνθύμηση»:

«Τελειωθὲν τὸ παρὸν Εὐχολόγιον μηνὶ Ἰουνίῳ Κ, ἔτους Sου Ωου Που Sου, ἰνδικτιῶνος α».

Δηλαδὴ ὁ κώδικας γράφηκε στὰ 1378 μ. Χ. (6886 (ἀπὸ κτίσεως  κόσμου) -5508  = 1378 μ. Χ. ).

Τὸ δεύτερο τμῆμα του (φύλλα 189 – 236) περιλαμβάνει «Ἀποστολικὲς καὶ Εὐαγγελικὲς περικοπές», τὰ «Ἀποστολοευαγγέλια», τῆς ἑβδομάδος καὶ ἁγίων διαφόρων.

Στὸ τέλος τοῦ δεύτερου αὐτοῦ τμήματος ὑπάρχει, γραμμένη καὶ πάλι μὲ κόκκινη μελάνη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν γραφέα τῶν «Ἀποστολοευαγγελίων», ἡ «ἐνθύμηση»: «+ Τῷ Συντελεστῇ τῶν καλῶν Θεῷ χάρις· ἐν ἔτει  ζε  ἰνδ. ιε΄». Δηλαδὴ τὸ δεύτερο τμῆμα τοῦ κώδικα γράφηκε τὸ 1497 μ. Χ. (7005 (ἀπὸ  κτίσεως κόσμου) – 5508= 1497 μ. Χ.).

Ἑπομένως τὰ δύο τμήματα τοῦ κώδικα αὐτοῦ, σαφῶς χρονολογημένα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς γραφεῖς τους, δεμένα μαζί σὲ ἕνα τόμο, τὸ πρῶτο τοῦ 14ου αἰῶνα (1378) καὶ τὸ δεύτερο τοῦ 15ου (1497), ἔχουν μία διαφορὰ μεταξύ τους 119 χρόνια.[16]

 

  1. Κώδικας Ε΄.

Εἶναι ἕνας δερματόδετος χάρτινος κώδικας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο εἶναι τοῦ 15ου αἰῶνα, ἐνῶ κατὰ τὴν ἐκτίμηση τοῦ Μ.Ι.Ε.Τ. ἀνήκει στὸν 17ο αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ  μὲ 212[17] φύλλα διαστάσεων 0,205 Χ 0,155 μ.

Περιέχει Τυπικὸν τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα. Λείπουν μερικὰ φύλλα ἀπὸ τὴν ἀρχή του. Ἀρχίζει ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ Δεκεμβρίου καὶ τελειώνει στὸ Μέγα Σάββατο.

 

  1. Κώδικας ΣΤ΄.

Εἶναι χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 180 φύλλα, διαστάσεων 0,22 Χ 0,14 μ. καὶ ἔχει ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

Περιέχει μηναῖο τοῦ Ὀκτωβρίου ἐλλιπὲς ὡς πρὸς τὴν ἀκολουθία τῆς 31ης. Τὸ πρῶτο φύλλο εἶναι ἀπὸ μεμβράνη ποὺ ἔχει ξεθωριασμένα γράμματα παλαιοτέρου βιβλίου (παλίμψηστο). Αὐτὸ θὰ ἀνῆκε κάποτε σὲ μεγάλου σχήματος δίστηλο βιβλίο. Σώζεται μόνο μιάμιση στήλη τοῦ μισοῦ φύλλου.

Στὸ φύλλο 80 ὑπάρχει ἡ «ἐνθύμηση»: «Ἡ παροῦσα βίβλος ὑπάρχει τῆς ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς  ἐπονομαζομένης …».

 

  1. Κώδικας Ζ΄.

Εἶναι ἕνας ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 79[18] φύλλα διαστάσεων 0,22 Χ 0,14 μ., σχήματος 8ου .

Τὰ δύο πρῶτα φύλλα εἶναι φθαρμένα. Ὁ κώδικας εἶναι γραμμένος μὲ ἐπιμέλεια. Σὲ πολλὰ μέρη τὰ φύλλα του εἶναι σαρακοφαγωμένα. Πρόκειται  Συναξάριο τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου. Ἔχουν ἀποκοπεῖ κάποια φύλλα στὴν ἀρχὴ καὶ κάποια στὸ τέλος του.  Τελειώνει στὶς 22 Ἀπριλίου, μνήμη Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Συκεώτου.

 

  1. Κώδικας Η΄.

Εἶναι δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα μὲ 84[19] φύλλα, διαστάσεων 0, 22 Χ 0, 15 μ., σχήματος 16ου μικροῦ.

Ἐπιγράφεται «Νομοκάνων ἐκλεγμένος ὑπὸ διαφόρων διδασκάλων». Στὴν ἀρχὴ προτάσσεται πίνακας περιεχομένων μὲ  208 κεφάλαια. Ἀρχίζει ἀπὸ τὸ κεφάλαιο 25 καὶ τελειώνει στὸ 204.

 

  1. Κώδικας Θ΄.

Εἶναι χάρτινος κώδικας, σχήματος 4ου, τοῦ 18ου αἰῶνα μὲ 65 φύλλα διαστάσεων 0,305 Χ 0,175 μ., δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

Ἐπιγράφεται «Παρρησίαι» καὶ περιέχει ὀνόματα τῆς Προθέσεως. Τὰ ὀνόματα αὐτὰ εἶναι ὀνόματα ἱερομονάχων, μοναχῶν καὶ μοναστριῶν καὶ λαϊκῶν γραμμένα κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Γράφηκε κατὰ τὸ ἔτος  1774.  Ἑπομένως τὰ ἀρχαιότερα ὀνόματα ἀνάγονται σὲ προγενέστερους αἰῶνες.

 

  1. Κώδικας Ι΄.

Εἶναι δερματόδετος χάρτινος κώδικας  τοῦ 17ου αἰῶνα σχήματος 4ου μὲ 35 φύλλα, διαστάσεων 0,32 Χ 0,23 μ.

Εἶναι Πρόθεσις ἤ Παρρησία καὶ περιέχει ὀνόματα ἀρχιερέων, ἱερομονάχων, μοναχῶν καὶ  λαϊκῶν.[20]

 

  1. Κώδικας ΙΑ΄.

Εἶναι ἕνας ἄδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα διαστάσεων 0,29 Χ 0,205 μ. Τιτλοφορεῖται «Γεροντικὸ (Εὐεργετηνός)» καὶ φέρει παλαιότερη ἀρίθμηση τῶν σελίδων του, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν σελίδα 40 καὶ τελειώνει στὴν 331, ἄν καὶ σώζονται καὶ οἱ σελίδες 334 καὶ 335. Ἀκολουθοῦν 38 φύλλα (76 σελίδες) τὰ ὁποῖα ἔχουν κοπεῖ ὅλα σχεδὸν δίπλα στὸ δέσιμό τους.

 

  1. Κώδικας ΙΒ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 15ου αἰῶνα μὲ 256 φύλλα διαστάσεων 0,19 Χ 0,15 μ. Τιτλοφορεῖται «Νομοκάνων Μαλαξοῦ» καὶ εἶναι δεμένος μὲ ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα. Περιλαμβάνει 437 κεφάλαια.

 

  1. Κώδικας ΙΓ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα μὲ 167 φύλλα, διαστάσεων 0,205 Χ 0,15 μ. Λείπει τὸ ἐμπρὸς ἐξώφυλλο. Εἶναι ἐλλιπὲς «Ψαλτήριο» ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 34ου ψαλμοῦ.

 

  1. Κώδικας ΙΔ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 15ου αἰῶνα μὲ 307 φύλλα διαστάσεων 0,205 Χ  0,14 μ. Περιλαμβάνει «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ Ἐπιστολὲς» σὲ συνεχὲς κείμενο χωρὶς διαίρεση σὲ περικοπές. Στὸ πλάι ὑπάρχει ἀρίθμηση κεφαλαίων καὶ παραγράφων. Στὴν ἀρχὴ τοῦ κώδικα ὑπάρχει ὑπόμνημα τῶν ἑβδομάδων τοῦ ἔτους καὶ τῶν περικοπῶν τῆς κάθε ἡμέρας μὲ παραπομπὲς στὸ κείμενο. Φέρει ξύλινα δερματόδετα ἐξώφυλλα.

 

  1. Κώδικας ΙΕ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα μὲ 98 φύλλα διαστάσεων 0,305 Χ 0,215 μ. Τιτλοφορεῖται «Λόγοι πατέρων».

  1. Κώδικας ΙΣΤ΄.

Χάρτινος κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα μὲ 59 φύλλα διαστάσεων 0,22 Χ 0,15 μ. Περιεχόμενα: α) Ἀκολουθίες τῶν Δεσποτοθεομητορικῶν ἑορτῶν (Θεοφάνεια, 15 Αὔγουστος), β) Λόγοι Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου κλπ. Πατέρων.

 

  1. Κώδικας ΙΖ΄.

Σπάραγμα χάρτινου κώδικα σὲ κακὴ κατάσταση μὲ φύλλα διαστάσεων 0,30 Χ 0,21 μ. Κείμενο γραμμένο σὲ δύο στῆλες. Περιλαμβάνονται  Λόγοι Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: α) εἰς τὴν Κυριακὴν τῶν 318 πατέρων καὶ β) εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἀναγράφεται ἡ «ἐνθύμηση»: «Ἐπὶ ἔτους ζρκζ΄, ἰνδικτιῶνος γ΄, μηνὶ Μαρτίου α΄».

 

  1. Κώδικας ΙΗ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 1817 μὲ 61 φύλλα διαστάσεων 0,235 Χ 0,16μ. Στὴν καταλογογράφηση τοῦ Μ.Ι.Ε.Τ. ὁ κώδικας φέρει ἀριθμό 19, χωρίς νὰ περιέχεται ὁ 18. Πρόκειται γιὰ μία «Παρρησία» τῆς Μονῆς.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα  ἀναγράφεται: «Ἔτος 1817 Σεπτεμβρίου 20 ἐγράφη ἡ παροῦσα παῤῥησία προτροπῇ τοῦ ὁσιωτάτου ἁγίου σκευοφύλακος κυρίου Δωροθέου μοναχοῦ, ἡγουμενεύοντος Γρηγορίου ἱερομονάχου τοῦ προσκυνητοῦ, διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου. Μηδεὶς οὖν γράψῃ ᾧδε ἄνευ ὀρθογραφίας ἀλλὰ ἄς σημειώνουν τὰ ὀνόματα εἰς ἐξώφυλλον καὶ ὅταν τύχῃ καλλιγράφος τις ἄς γράψῃ τὰ ὀνόματα».

 

  1. Κώδικας ΙΘ΄.

Δερματόδετος, μὲ χρυσότυπες στὰμπες, χάρτινος κώδικας τοῦ 1697. Στὴν καταλογράφηση τοῦ Μορφωτικοῦ ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης φέρει τὸν ἀριθμὸ 20. Ἔχει 71 φύλλα διαστάσεων 0,205 Χ 0,15 μ.

Τὰ πρωτογράμματα, οἱ στίξεις καὶ οἱ τυπικὲς διατάξεις εἶναι γραμμένα μὲ κόκκινη μελάνη. Περιλαμβάνει τρεῖς λειτουργίες στὶς ὁποῖες τὰ πρωτογράμματα καὶ τὰ καλλιτεχνικὰ ἐπίτιτλα εἶναι σχεδιασμένα μὲ κόκκινη καὶ πράσινη μελάνη. Στὸ 70ο φύλλο ἡ σημείωση: «Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Γρηγορίου πόνος ζσε΄[21]».

 

  1. Κώδικας Κ΄.

Δερματόδετος χάρτινος κώδικας τοῦ 17ου αἰῶνα μὲ 151 φύλλα διαστάσεων 0,25 Χ 0,175 μ. Στὴν καταλογράφηση τοῦ Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης φέρει τὸν ἀριθμὸ 21. Εἶναι «Ἀρχιερατικὸν» καὶ διατηρεῖται σὲ ἄριστη κατάσταση, προφανῶς λόγω τῆς κατὰ ἀραιὰ διαστήματα χρησιμοποίησής του.

Στὸ 151ο φύλλο ἀναγράφεται: «Ἡ μὲν χεὶρ ἡ γράψασα σήπεται τάφῳ γραφὴ δὲ μένει εἰς χρόνους πληρεστάτους. Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Ἰωάσαφ πόνος καὶ ἐντυγχάνει κἀμοῦ τοῦ ταπεινοῦ Ἰωάσαφ ἱεροδιακόνου καὶ οἱ ἀναγινώσκοντες μνήσθητέ μοι διὰ τὸν Κύριον».

 

  1. Κώδικας ΚΒ΄.[22]

Ἁγιασματάριο (Μικρὸ Εὐχολόγιο) ξυλόδετο καὶ δερματόδετο, ἔτους 1871.[23] Στὴν τελευταία σελίδα του ἀναγράφεται: «1880 Αὐγούστου … παπᾶ Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου» καὶ πιὸ κάτω «1871 Μαΐου 21 ἐν Ἀργαλαστῇ. Ἔγραψα ἐγὼ ὁ Ἀναγνώστης Οἰκονομίδης διὰ ἐνθύμησιν τῶν ἁγίων πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς κυρίῳ παπα Γαλακτίωνι καὶ κυρίῳ Ἰωὴλ ἱεροδιακόνου» καὶ ἀκόμη πιὸ κάτω «1872 Ἰουλίου 30 Ἰωὴλ ἱεροδιάκονος». Ἀκολουθῦν δύο ἐξαποστειλάρια τοῦ 15αύγουστου.

 

  1. Κώδικας ΚΓ΄.

Σπάραγμα χειρόγραφου Μηναίου Δεκεμβρίου. Ἀνήκει στὸν 15ο -16ο αἰῶνα. Σώζονται ὀκτὼ μόνο φύλλα στὰ ὁποῖα περιέχονται ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ὁ Κανὼν (πλὴν τῆς α΄ ᾠδῆς), τὸ ὑπόμνημα τοῦ συναξαριστῆ καὶ τὰ στιχηρὰ τῶν Αἴνων.

 

  1. Κώδικας ΚΔ΄.

Σπάραγμα Θεοτοκαρίου. Σώζονται 14 μόνο φύλλα του, τὰ ὁποῖα ταξινομήθηκαν καὶ ἀριθμήθηκαν ἀπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Χερουβεὶμ Βελέτζα κατὰ τὸ ἔτος 2000, καὶ στὰ ὁποῖα περιέχονται «κανόνες ἐγκωμιαστικοὶ καὶ προσόμοια στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο» καὶ ἕνας κανὼν ποὺ ἐπιγράφεται «Θεοκτίστου μοναχοῦ τοῦ Στουδίτου».

 

 

ΙΙ.  Χειρόγραφοι κώδικες

Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»

Ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» εἶχε συγκεντρώσει στὴ βιβλιοθήκη της πολλὰ χειρόγραφα βιβλία καὶ ἄλλα ἔγγραφα. Ἀρκετὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶχαν προσφερθεῖ ἀπὸ τὴ Μονὴ Ξενιᾶς. Πολλὰ ἄλλα εἶχαν προσφερθεῖ στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμβούλια χωριῶν τῆς Ὄρθρης ἤ καὶ ἀπὸ ἄλλα προσωπα. Ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι κάποτε ἀνῆκαν στὴ Μονὴ Ξενιᾶς.

Θεωρῶντας, λοιπόν, ὅτι καὶ τὰ χειρόγραφα βιβλία τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ  «Ὄθρυς» κάποτε ἀνῆκαν, μὲ τὸν ἕνα ἤ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο, στὴ Μονὴ Ξενιᾶς, θὰ τὰ συμπεριλάβουμε στὸ κεφάλαιο τοῦτο τοῦ «Θησαυροῦ τῶν Κειμηλίων» τῆς Μονῆς Ξενιᾶς.

Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἀλμυροῦ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο στὸν «Νέο Ἑλληνομνήμονα».[24] Τὸν κατάλογο αὐτὸν θὰ παρουσιάσουμε στὴ συνέχεια σὲ μία ἁπλούστερη ὅμως γλωσσικὴ διατύπωση γιὰ διευκόλυνση καὶ γλωσσικὴ ὁμοιομορφία τοῦ ὅλου κειμένου,[25] συμπληρώνοντας τὴ δημοσίευση τοῦ Γιαννόπουλου καὶ μὲ ἄλλες δικές μας πληροφορίες ὅταν τὸ νομίζουμε ἀπαραίτητο:

 

  1. Κώδικας Α΄.

Εἶναι  ἕνας δερματόδετος κώδικας τοῦ 11ου αἰῶνα, γραμμένος ἐπὶ περγαμηνῆς. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 130 φύλλα διαστάσεων 0,26 μ. μήκους καὶ 0,21 μ. πλάτους. Περιέχει δίστηλες κατ’ ἐπιλογὴν εὐαγγελικὲς περικοπὲς. Ἀρχίζει ἀπὸ  τὸ  πρῶτο  κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος» κ.τ.λ. καὶ περιέχει τὶς εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ διαβάζονται στοὺς ναοὺς κατὰ τὴ διάρκεια ὅλου τοῦ χρόνου.

Στὴν ἀρχὴ τοῦ κώδικα ὑπάρχουν τέσσερα φύλλα περγαμηνῆς, στὰ ὁποῖα περιέχεται ὕλη ἄσχετη μὲ τὰ  Εὐαγγέλια, σὲ δύο στῆλες. Ἡ ὕλη αὐτὴ δὲν ἔχει κάποια σαφὴ ἀρχή. Ἀπὸ αὐτὸ γίνεται φανερό ὅτι  στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχαν καὶ ἄλλα φύλλα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποκοπεῖ.

Στὸ λευκὸ περιθώριο τοῦ τρίτου φύλλου, μὲ γραφὴ σύγχρονη τοῦ χειρόγραφου, ἀναγράφεται ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή: «Ἀδελφοί, οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων» κλπ.

Κάθε μία ἐπικεφαλὶδα τοῦ Εὐαγγελίου στολίζεται μὲ ὡραῖα ἔγχρωμα κοσμήματα λαμπρῆς βυζαντινῆς καλλιγραφικῆς διακόσμησης ὡς ἐπίτιτλα. Τὰ  ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα παρυσιάζονται ἔγχρωμα καὶ στολισμένα μὲ  ὡραῖα διακοσμητικά σχέδια.

Ἀπὸ  τὰ κεφαλαῖα γράμματα τὸ μὲν Ε παριστάνεται ἄλλοτε μὲν ὡς ἕνα χέρι ποὺ  εὐλογεῖ, ἄλλοτε δὲ ὡς ἕνα χέρι ποὺ κρατάει εἱλητάριο. Τὸ ἀρχικὸ κεφαλαῖο Ο παριστάνεται ἄλλοτε μὲν μὲ ψάρι, ἄλλοτε δὲ μὲ δύο πτηνὰ ποὺ ἔχουν  ἀντιμέτωπες τὶς ράχες καὶ ραμφίζουν καὶ ἄλλοτε μὲ δύο φίδια ποὺ δακώνει τὸ ἕνα τὴν οὐρὰ τοῦ ἄλλου κλπ. Τὸ ἀρχικὸ κεφαλαῖο Τ παριστάνεται ἄλλοτε μὲν μὲ σταυρό, ἄλλοτε δὲ  μὲ ποιμαντορικὴ ράβδο καὶ ἄλλοτε μὲ  ἄλλα ποικίλα σχήματα στολισμένα καὶ ἔγχρωμα.

Δυστυχῶς ὅμως πολλὰ τέτοια ὄμορφα σχεδιασμένα κεφαλαῖα γράμματα καταστράφηκαν ἀπὸ βέβηλο χέρι ποὺ ἀπέκοψε τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἔτσι παραμορφώθηκε οἰκτρὰ ὁ κατὰ τὰ ἄλλα λαμπρὸς αὐτὸς κώδικας.

Στὸ ὑπ’ ἀριθ. 66 φύλλο τοῦ κώδικα, στὸ εὐαγγέλιο: «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον» κ.τ.λ. πρὶν ἀπὸ τὸ Τ εἶναι ζωγραφισμένος κάποιος ἅγιος ποὺ τρέχει πρὸς τὰ δεξιὰ (ὁ Πέτρος ἤ κάποια μυροφόρα;) καὶ τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπον ἔχει κάπως ξεθωριάσει.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα βρίσκονται προσκολλημένα ἕξι φύλλα περγαμηνῆς, στὰ ὁποῖα μὲ γραφὴ σύγχρονη μὲν μὲ τὴ γραφὴ τοῦ κειμένου τοῦ ὑπόλοιπου κώδικα ἀλλὰ ὄχι τόσο πολὺ προσεγμένη, ἀναγράφονται σὲ δύο στῆλες, μερικὰ εὐαγγέλια, τὰ ὁποῖα τελειώνουν «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον,  ἀλλ᾿  ἵνα σώσω τὸν κόσμον» κ.τ.λ.

Στὸ τέλος φαίνεται ὅτι ἀποκόπηκε μὲ ψαλίδι ἕνα φύλλο περγαμηνῆς ἀπὸ τὸ ὁποῖο, ὡστόσο, σώθηκε μόνο τὸ γράμμα  Τ. Ἀποκόπηκαν ἀκόμη καὶ κάποια φύλλα, μετὰ τὰ ὁποῖα διασώθηκε ἕνα φύλλο μεμβράνης, ποὺ περιέχει θεολογικὴ ὕλη περὶ ἀγγέλων, δυσανάγνωστη. Ὁ κώδικας φαίνεται ὅτι στολιζόταν καὶ μὲ ἔγχρωμες εἰκόνες τῶν Εὐαγγελιστῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως λεηλατήθηκαν.

Ὁ συγκεκριμένος κώδικας περιγράφηκε καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.[26] Συμπληρώνουμε, λοιπόν, τὰ παραπάνω καὶ μὲ μερικὰ πρόσθετα ἀπὸ τὸ δημοσίευμα αὐτὸ στοιχεῖα γιὰ νὰ καταδείξουμε τὴν σημαντικότητα αὐτοῦ τοῦ κώδικα καὶ γιὰ τὸν πρόσθετο λόγο ὅτι ὁ σπουδαῖος αὐτὸς κώδικας δὲν ὑπάρχει πλέον:

«Ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ὁ Σχολάρχης Ἁλμυροῦ κ. Δ. Πανόπουλος, συνεπομένων αὐτῷ τῶν κ. κ. Ἀθ. Ι. Σπυριδάκη, Ἑλληνοδιδασκάλου, καὶ Ν. Ι. Γιαννοπούλου, τῇ 11 Ἰουνίου 1902 ἐλθὼν εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς, ἧς ὁ ἡγούμενος κ. Γρηγόριος Μιχόπουλος καὶ ἕτεροι τῶν πατέρων τυγχάνουσιν ὄντες ἐκ τῶν ἑταίρων τῆς «Ὄθρυος», κατέγραψε τὰ χειρόγραφα αὐτῆς. Τῶν χειρογράφων ὄντων συμπάντων 12, πλείονος ἄξια εἶναι εἶναι δύο Εὐαγγέλια ἐπὶ μεμβράνης…»[27]

«Τούτου ἕνεκα ὁ κ. Δ. Πανόπουλος ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας νὰ κατατεθῇ τὸ χειρόγραφον τοῦτο ἐν τοῖς τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς «Ὄθρυος» ὑπὸ τὴν ἄμεσον φύλαξιν τοῦ ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διοριζομένου ἐπιμελητοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων, νὰ διαταχθῇ δὲ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὅταν παρέχῃ πρὸς μελέτην τινὶ τὰ χειρόγραφα, νὰ ποιῇ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἐν τῇ μονῇ».

 

  1. Κώδικας Β΄.

Εἶναι δερματόδετος κώδικας τοῦ 12ου αἰῶνα γραμμένος ἐπὶ περγαμηνῆς. Ἔχει 223[28]  φύλλα διαστάσεων 0,18 μ. μήκους καὶ 0,14 μ. πλάτους. Τὸ πάχος τοῦ κώδικα κώδικα μαζί μὲ τὰ ἐξώφυλλα ἦταν 0,08 μ.[29]

Ὁ κώδικας περιέχει σὲ μονόστηλη γραφὴ τὰ Εὐαγγέλια τῶν τεσσάρων γνωστῶν Εὐαγγελιστῶν. Στὸ κείμενο καὶ στὰ περιθώρια  τῶν  σελίδων του παρεμβάλλονται, γραμμένες μὲ κόκκινη μελάνη, ἐπεξηγηματικὲς σημειώσεις καὶ ἐπικεφαλίδες γιὰ κάθε θέμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὰ φύλλα τῆς περγαμηνῆς εἶναι λεπτὰ λευκοῦ χρώματος.  Στὴν ἀρχὴ δὲ εἰκοσιτέσσερα φύλλα ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, κάπου στὸ μέρον τους, εἶναι καμένα[30] κατὰ ἕνα μέρος τους.[31] Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν δαιμονιζομένων.[32] Στὴν ἀρχὴ κάθε Εὐαγγελιστοῦ ὑπάρχει ἡ βιογραφία του καὶ ἀκολουθεῖ πίνακας τῶν περιεχομένων κατὰ κεφάλαια.

Στὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγελίου προτάσσεται πρόλογος μὲ τίτλο: «Ἐξήγησις τοῦ θεοφιλεστάτου ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας κυρίου Θεοφυλάκτου, πρόλογος εἰς τὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον».

Φαίνεται δὲ ὅτι ὅλες οἱ βιογραφίες τῶν εὐαγγελιστῶν ἔχουν γραφεῖ πιθανότατα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεοφύλακτο, ἀρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας, ὁ ὁποῖος ἄκμασε κατὰ τὸν ΙΑ΄ αἰῶνα καὶ ἦταν πολὺ μορφωμένος. Οἱ βιογραφίες αὐτὲς φαίνεται νὰ εἶναι ἀνέκδοτες, διότι δὲν ἀναφέρονται στὴν Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας (σελ. 262 – 266, παρ. 52), ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῶν συγγραμμάτων τοῦ Θεοφυλάκτου. Ἀπὸ τὶς βιογραφίες αὐτὲς συμπεραίνεται ὅτι ὁ κώδικας αὐτὸς εἶναι τοῦ 12ου αἰῶνα.

Στὴ βιογραφία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, ὁ  Θεοφύλακτος ἀναφέρει γιὰ τὰ σύμβολα τῶν Εὐαγγελιστῶν τὰ ἑξῆς:

«Τὸ μὲν κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ἔχει λεοντοπρόσωπον· βασιλικὸν γὰρ ὁ λέων καὶ ἡγεμονικόν.  Ὁμοίως οὖν καὶ ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τοῦ βασιλικοῦ καὶ δεσποτικοῦ ἀξιώματος τῆς θεότητος τοῦ Λόγου ἤρξατο εἰπὼν «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Τὸ δὲ κατὰ Ματθαῖον ἀνθρωποπρόσωπον· ἀπὸ γὰρ τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως καὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου ἤρξατο. Τὸ δὲ κατὰ Μᾶρκον ἀετῷ παρεικαζόμενον· ἀπὸ γὰρ προφήτου ἤρξατο τοῦ Ἰωάννου· ἡ δὲ προφητικὴ χάρις, προορατικὴ οὖσα καὶ ὀξέως τὰ πόρρω βλέπουσα, ἀετός ἐστι· φασὶ γὰρ τὸν ἀετὸν ὀξυδερκέστατον εἶναι, ὥστε καὶ μόνον ἐκ τῶν ἄλλων ζῴων πρὸς τὸν ἥλιον δύνασθαι ἀτενίζειν μὴ καμμύοντα. Μόσχῳ δὲ ὅμοιον τὸ κατὰ Λουκᾶν· διότι ἀπὸ τῆς ἱερατείας τοῦ Ζαχαρίου ἤρξατο ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ θυμιῶντος, καὶ μόσχος δὲ ἦν ὁ θυόμενος τότε».[33]

Ἡ περιγραφὴ αὕτη δὲν συμφωνεῖ πρὸ τὴ σημερινὴ ἐπικρατοῦσα στὴν Ἐκκλησία παράδοση, ὅπου ὁ Μάρκος εἰκονίζεται μὲ τὸ σύμβολο τοῦ λιονταριοῦ  καὶ ὁ  Ἰωάννης μὲ τὸ σύμβολο τοῦ   ἀετοῦ.

Εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο γράφεται τὸ παρακάτω ἐπίγραμμα σὲ ἰαμβικοὺς στίχους:

Τρίτος δὲ Λουκᾶς ῥητορεύει μειζόνως

τοῦ μέχρις ἡμῶν μετριωθέντος Λόγου[34]

τὴν παιδικὴν αὔξησιν εἶτα καὶ μέσην

καὶ τὴν τελείαν τῆς θεώσεως χάριν.

Παῦλον γὰρ ἔσχε τεχνικὸν παιδοτρίβην.

Ἡ σημαντικότητα τῶν δύο παραπάνω κωδίκων διαφαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς παρακάτω σχετικῆς ἐπιστολῆς:

«Ἁλμυρὸς τῇ  12 Ἰουνίου 1902

 «Περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ Ξενιᾶς χειρογράφων, ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3476 καὶ 7399 διαταγῶν»

                                                                 Πρὸς

                                                        τὸ Σ. Ὑπουργεῖον

                 τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως

Ἐκτελοῦντες τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3476 ὑμετέραν διαταγὴν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 134 ἀναφορᾶς μας καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑμετέραν ὁμοίαν ὑπ’ ἀριθ. 7399 ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐπιμελητοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων ἐνταῦθα ἐκ μέρους τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας διωρισμένου Ν. Γιαννοπούλου, ἀναφέρομεν ὑμῖν τάδε:

Ὅτι τῇ 11 Ἰουνίου ἐ. ἔ. μετέβημεν εἰς τὴν μονὴν Ξενιᾶς μετὰ τοῦ εἰρημένου Ν. Γιαννοπούλου καὶ τοῦ διδασκάλου Α. Σπυριδάκη καὶ ἐπεδείξαμεν τὴν πρὸς ἡμᾶς διαταγὴν παραδόντες καὶ τὴν πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον ταυτάριθμον, τῷ ἡγουμένῳ τῆς μονῆς Γρ. Μιχοπούλῳ, ὅστις προθυμότατα παρέδωσεν ἡμῖν πρὸς μελέτην τὰ σπάνια χειρόγραφα βιβλία καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς μονῆς τὰ ἐντὸς τοῦ ἀρχείου ταύτης διασωζόμενα.

Ταῦτα μελετήσαντες καὶ ἐξετάσαντες λεπτομερῶς περιεγράψαμεν καὶ ἠριθμήσαμεν, τὸ δὲ καταρτισθὲν βιβλίον ὑποβάλλομεν ὑμῖν ἐν ἀντιγράφῳ, τούτου ὅμοιον ἐκρατήσαμεν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ σχολείου καὶ ὅμοιον κατελίπομεν τῇ μονῇ. [35]

 Ἄν παρατηρήσητε τὸ βιβλίον θὰ ἴδητε ὅτι ἡ βιβλιοθήκη ἀπαρτίζεται ἐκ κωδίκων 12 καὶ ὅτι ἐκ τῶν κωδίκων τούτων δύο, οἱ ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 2 εἰσίν ἐπὶ μεμβράνης καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἐπὶ χάρτου ὁ ὑπ’ ἀριθ. 8 (ἤ 7 (δὲν διακρίνεται σαφῶς))  περιέχει λόγους ὧν τινες εἰσίν ἀνέκδοτοι.

Οἱ ἐπὶ μεμβράνης δύο κώδικες καθ’  ἅ ἔστιν εἰκάσαι, εἶναι παλαιοὶ καὶ ὁ μὲν ὑπ’ ἀριθ. 1 εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τοῦ 12 αἰῶνος, ὁ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 2 εἶναι παλαιότερος καὶ ὁ μὲν α΄ ἔχει προλόγους εἰς τοὺς εὐαγγελιστὰς (πλὴν τοῦ Ματθαίου) Θεοφυλάκτου τοῦ ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, ἅτινα κατὰ τὸν Κρουμβάχερ φαίνονται ἀνέκδοτα ἐν τῇ ἐν Μαρασλείῳ Βιβλιοθήκῃ περὶ Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας παρ. 52 σελ. 262 – 266 ἀναγινωσκομένου καταφαίνεται: ἐν δὲ τῷ προλόγῳ τοῦ κατὰ Μάρκον Εὐαγγελίου ἐξηγεῖ ὁ Θεοφύλακτος τοὺς λόγους δι’ οὕς εἰκονίζονται πρὸ τῶν εὐαγγελίων οἱ εὐαγγελισταὶ μετὰ συμβόλων καὶ ἔρχεται εἰς διαφωνίαν πρὸς τὰ παρ’ ἄλλων εἰκονιζόμενα, ἀποδιδοὺς τὸν μὲν λέοντα τῷ Ἰωάννῃ, τὸν δ’ ἀετὸν τῷ Μάρκῳ.

Ὁ δὲ 2ος κῶδιξ, περιέχων τὸ εὐαγγέλιον κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐκκλησίας, ἔχει ἐν τῇ ἀρχῇ ἑκάστης περικοπῆς κεκοσμημένον καλλιτεχνικότατα τὸ πρῶτον γράμμα. Ἐν τῷ βιβλίῳ λεπτομερῶς περιγράφομεν καὶ τὰς παραστάσεις αἵτινες προσομοιάζουσι ταῖς τῶν ἐν τῇ Πατμιακῇ Βιβλιοθήκῃ τοῦ Ι. Σακελλίωνος περιγραφομένων, ἀλλ΄ ἀτυχῶς  πολλαχοῦ ἔχουσιν ὑφαιρεθῇ ὑπὸ βεβήλων χειρῶν καὶ ἔχουσιν ἀποκοπῇ ἴσως (δύο λέξεις δυσανάγνωστες)

Καλὸν ὅθεν κρίνομεν, ἵνα τὸ χειρόγραφον τοῦτο ζητηθῇ παρὰ τοῦ Σ. Ὑπουργείου ἵνα κατατεθῇ ἐν τῷ Μουσείῳ χειρογράφων τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Ἑταιρείας «Ὄθρυος» ὑπὸ τὴν ἄμεσον φύλαξιν τοῦ ἐπιμελητοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων τοῦ ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργείου διωρισμένου, εἴτε κατατεθῇ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην.

Καλὸν ὡσαύτως κρίνομεν νὰ διαταχθῇ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ὅπως μετὰ ζήλου διαφυλάττῃ τὰ χειρόγραφα νὰ μὴ παρέχῃ ταῦτα τοῖς πᾶσι πρὸς ἐξέτασιν, ἀλλὰ εἰς ἀνθρώπους εὐσυνειδήτους καὶ εἰ δυνατὸν ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν ἐν τῇ μονῇ, καθ’ ὅσον, ὡς προείπομεν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἔχει ὑποστῇ βλάβας λόγῳ τῶν κοσμημάτων καὶ εἶναι διατετρημένος πολλαχοῦ.

                                     Ὁ ἐπιμελητὴς τῶν ἐν Ἁλμυρῷ ἀρχαιοτήτων

                                                    Σχολάρχης Ἁλμυροῦ

                                                        Δ. Πανόπουλος»

 

  1. Κώδικας Γ.΄

Ὁ κώδικας αὐτὸς ἔχει 72 φύλλα διαστάσεων 0,20 μ. μήκους, 0,15 μ. πλάτους καὶ συνολικοῦ πάχους 0,033 μ. Ἡ γραπτὴ ἐπιφάνεια τῶν σελίδων εἶναι 0,14 μ. μήκους καὶ 0,08 μ. πλάτους. Εἶναι χάρτινος δερματόδετος καὶ ἀνήκει στὸν 12ο αἰῶνα. Προσφέρθηκε στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἀπὸ τὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τῶν Κοκκωτῶν

Ὁ κώδικας περιέχει τρεῖς πλήρεις θεῖες Λειτουργίες, τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Μεγ. Βασιλείου καὶ τῶν Προηγιασμένων. Τὸ χαρτί του εἶναι σκληρὸ καὶ στιλπνό. Ὁ κώδικας διακοσμεῖται μὲ ὡραῖα ἔγχρωμα ἐπίτιτλα ὅπως καὶ μὲ καλὰ διακοσμημένα κεφαλαῖα γράμματα.

Πίσω ἀπὸ τὴ σελίδα 72α εἶναι γραμμένα μέ κιννάβαρη  τὰ ἑξῆς: «+Τέλος τῶν τριῶν λειτουργιῶν» καὶ μὲ μαύρη μελάνη: «Δῶρον τὸ παρὸν τοῦ Θεοῦ συνεργίᾳ  ἔγραψεν ἰδοὺ Γρηγόριος ἐν πόνῳ».[36]

 

  1. Κώδικας Δ΄.

Ὁ κώδικας ἔχει 317 φύλλα διαστάσεων 0,29 μ. μήκους καὶ 0,20 μ. πλάτους καὶ ἀνήκει στοὺς 11ο -13ο αἰῶνες. Εἶναι δερματόδετος μὲ συνολικὸ πάχος 0,10 μ. καὶ χωρὶς τὰ ἐξώφυλλα 0,08 μ. Εἶναι γραμμένος σὲ βομβύκινο χαρτί.

Εἶναι «Παρακλητική». Τὰ περιεχόμενα τῶν πρώτων ὀκτὼ φύλλων εἶναι  νεότερης γραφῆς ἀπὸ αὐτὴν τοῦ ὑπόλοιπου κώδικα. Ἀρχίζει ἀπὸ τὰ ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Σαββάτου τοῦ α΄ ἤχου καὶ τελειώνει στὸ μέσον τῶν ἰδιόμελων στιχηρῶν δογματικῶν Θεοτοκίων τὰ ὁποῖα ψάλλονται, κατὰ τὸν μικρὸ Ἑσπερινὸ τοῦ Σαββάτου, ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ τοῦ πρεσβυτέρου. Στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ πρώτου ἐξώφυλλου εἶναι γραμμένα, σὲ κατοπινὴ ἐποχή, ἀπὸ κάποιον ὄχι πολὺ ἐγγράμματο τὰ ἑξῆς:

«+ ἡ παρούσαν παρακλιτικὴ ἴνε του Λεοντάρι από τι προυσα καί το επροσίλοσσε  στο μεγαν νικόλαον ριχοβο[37] κελέρια διά  ψηχίν σωτερίαν κε εγράψε κε το  όνομα του στίν ἁγίαν πρόθεσι λεοτάρης καί ο πατήρ αύτου θεόδωρος κε η μήτηρ αὐτου ρηπίνα κε η αδελφί του παρισιόνα  κε ο θίως αυτου στεφανης κε ἀλογεράκη καί ὀπιώς το αποξενοσί εκ το νάον  του αγιου νικολαον να εχή τας αράς  τῶν τρηακοσίων δέκα κε οκτώ  θεοφορών π ἀτέρὡν κε τον μεγαν νικόλαον ἀντίδικο ἐν ιμέρα κρισεως δια τοῦτο εγινεν η παρούσαν ὀμολογίαν εις πίστωσην κε ασφαλιαν αμίν».[38]

Ὡστόσο, παρ’ ὅλο ποὺ  ἡ σημείωση ἀναφέρει ὅτι ὁ κώδικας ἀφιερώθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο, βρέθηκε στὴν  Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς.

 

  1. Κώδικας Ε΄.

Εἶναι κώδικας τοῦ 14ου αἰῶνα, σχήματος  8ου μεγάλου καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 233 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων  0,21 μ. μήκους καὶ 0,15 μ. πλάτους. Εἶναι «Τριῴδιο» καὶ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Περιέχει μόνο τὶς ἀκολουθίες τῶν Κυριακῶν καὶ τελειώνει στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Πεντηκοστῆς.

 

  1. Κώδικας ΣΤ΄.

Εἶναι «Μηναῖο», σχήματος 8ου μεγάλου, ποὺ περιέχει τὶς ἀκολουθίες Ἀπριλίου, Μαΐου καὶ Ἰουνίου. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 280 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,22 μ. μήκους καὶ 0,15 μ. πλάτους. Ἀνήκει στὸν 15ο αἰῶνα καὶ ἔχει πάχος 0,07 μ.

Ὁ κώδικας, κατὰ τὴ λεηλασία τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ ποὺ ἔγινε κατὰ τὸν Ἑλληνο -Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897, πετάχθηκε στὸ ὕπαιθρο καὶ μένοντας ἐκεῖ ἐκτεθειμένος γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ἔχει ὑποστεῖ φθορὲς ἀπὸ τὴν  ὑγρασία.

 

  1. Κώδικας Ζ΄.

Εἶναι ἕνα πλῆρες «Πεντηκοστάριο». Ἀποτελεῖται ἀπὸ 236 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους καὶ 0,16 μ. πλάτους. Ἔχει πάχος 0,08 μ. καὶ ἀνήκει στὸν 15ο  αἰῶνα.

  1. Κώδικας Η΄.

Εἶναι κώδικας σχήματος 8ου μεγάλου. Πρόκειται γιὰ  «Μηναῖο» τοῦ Ἰανουαρίου καὶ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν 1η τοῦ μήνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 217 φύλλα στιλπνοῦ βομβύκινου χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους, 0,16 μ. πλάτους, μὲ συνολικὸ πάχος 0,05 μ. Ἀνήκει στὸν 15ο αἰῶνα.

Ὁ κώδικας ἔχει ὑποστεῖ βλάβες ἀπὸ ὑγρασία γιατὶ καὶ αὐτὸς πετάχθηκε, παραμένοντας γιὰ καιρὸ ἐκτεθειμένος στὸ ὕπαιθρο, κατὰ τὴ λεηλασία τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ στὸν Ἑλληνο – Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897.

 

  1. Κώδικας Θ΄.

Ὁ κώδικας αὐτὸς ἀνήκει στὸν 16ο αἰῶνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 275 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων 0,21 μ. μήκους καὶ 0,16 μ. πλάτους καὶ συνολικοῦ πάχους 0,07 μ. Πρόκειται γιὰ δερματόδετο «Μηναῖο» τοῦ Αὐγούστου, σχήματος 8ου μεγάλου, ποὺ βρίσκεται σὲ καλὴ κατάσταση.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα, γραμμένες μὲ κιννάβαρη, βρίσκονται οἱ ἑξῆς «ἐνθυμήσεις»:

«Ὁ πληρῶν τὰ πάντα Θεὸς ἡμῶν δε ἕνεκα πάντων ἡμῶν ἀμήν».

«Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Ἰωακεὶμ ἱερομονάχου πόνος καὶ συνδρομή».

«+Ἐτελειώθη ἐπὶ ἔτους ζοδ΄ (+ 1526), ἰνδικτιῶνος ζ΄, μηνὶ Ὀκτωβρίου η΄».

«Μνημόνευσον κἀμοῦ τοῦ ἀμαρτωλοῦ Εὐφροσύνου, ὁποῦ τὸ ἐκεφάλωσα τὸ μηναῖον διὰ ψυχικὴν σωτηρίαν».[39]

 

  1. Κώδικας Ι΄.

Εἶναι ἕνας δερματόδετος κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 χάρτινα φύλλα  διαστάσεων  0,30 μ. μήκους καὶ  0,21 μ. πλάτους καὶ ἔχει συνολικὸ πάχος  0,08 μ.

Πρόκειται γιὰ «Τριώδιον», γραμμένο σὲ δύο στῆλες 0,07 μ. πλάτους ἡ κάθε μία. Τριάντα περίπου φύλλα του εἶναι πολὺ ἀλλοιωμένα ἀπὸ ὑγρασία γιατὶ καὶ αὐτὸς ἐκτέθηκε γιὰ καιρὸ  στὸ ὕπαιθρο κατὰ τὸν  πόλεμο τοῦ 1897.

 

  1. Κώδικας ΙΗ΄.[40]

Πρόκειται γιὰ μία δερματόδετη φυλλάδα, σχήματος 8ου μεγάλου. Ἀνήκει στὸν 18ο αἰῶνα, ἀποτελεῖται ἀπὸ  22 χάρτινα φύλλα διαστάσεων  0,21 Χ 0,15 μ. καὶ ἔχει συνολικὸ πάχος 0,01 μ.

Περιέχει τὶς ἀκολουθίες τοῦ Ἁγ. Μοδέστου καὶ τοῦ Ἁγ. Στυλιανοῦ. Στὸ ἐσώφυλλο βρίσκεται γραμμένη ἡ «ἐνθύμηση»: «ἡ παροῦσα φυλλάδα ἀφηερόθη εἰς τὴν ἀγήαν παρασκεβὴν ὅπηος τὴν πάρη νὰ έχη τὴν κατάραν τοῦ ἀγίου μοδέστου ἀρχηεπισκόπου τὸν Ἱεροσολήμων «ἀμὴν».[41]

 

  1. Κώδικας ΙΘ΄.

Εἶναι ἕνας δερματόδετος κώδικας τοῦ 19ου αἰῶνα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 27 φύλλα στιλπνοῦ χαρτιοῦ διαστάσεων  0,27 Χ 0,20 μ. Συνολικὸ πάχος τοῦ κώδικα 0,02 μ. Πρόκειται γιὰ μία φυλλάδα σχήματος 4ου μεγάλου ποὺ περιέχει τὶς ἀκολουθίες τῶν Ἁγίων Μοδέστου καὶ Στυλιανοῦ.

Τὰ ἀρχικὰ κεφαλαῖα γράμματα εἶναι γραμμένα μὲ κιννάβαρη  καὶ διακοσμοῦνται μὲ ὡραίο τρόπο.

Στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου Μοδέστου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σημείωση: «Ἡ παροῦσα φυλλάδα τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Μοδέστου εἶναι τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων τοῦ χωρίου Κουφοὺς καὶ ἐγράφη διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου. 1805, ἰανουαρίου 15».

Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγ. Στυλιανοῦ εἶναι ἀρχαιοτέρας γραφῆς, τῆς ἐποχῆς τοῦ τέλους τοῦ  ΙΗ΄ αἰῶνα.

 

  1. Κώδικας Κ΄. 

Εἶναι ἕνας δερμάτινος χάρτινος κώδικας τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἔχει συνολικὸ πάχος 0,04 μ. καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 198 φύλλα διαστάσεων 0,27 μ. μήκους καὶ  0,20 μ. πλάτους.

Πρόκειται γιὰ ἕνα Ἁγιασματάριον. Στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος του ἔχει ἀπὸ τέσσερα πρόσθετα φύλλα στὰ ὁποῖα, ἀπὸ κάποιον μᾶλλον ἀμαθῆ, γράφτηκαν διάφορες εὐχές.

Μετὰ τὶς εὐχὲς  αὐτὲς ἀκολουθεῖ ὁ πίνακας τῶν περιεχομένων, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον, στὸν κώδικα  περιλαμβάνονται: 1. Ἀκολουθία τοῦ μικροῦ  Ἁγιασμοῦ (φύλ. 1-16). 2. Εὐχὲς τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος (φ. 17-22). 3. Εὐχὴ εἰς τὸν Ἅγιον Μιχαὴλ Σινάδων εἰς ἀκρῖδα (φ. 23 -26). 4. Εὐχὴ εἰς τὸν ἴδιον. (φ. 27). 5. Προσευχὴ χριστιανῶν εὐχαριστήριος εἰς τὸν Ἅγιον Μιχαὴλ τῶν Σινάδων (φ. 28). 6. Εὐχὴ τοῦ  Ἁγίου Ὑπατίου περὶ ἀκρίδων καὶ βροχῶν κλπ (φ. 29-32). 7. Ἀπόστολος εἰς λιτὰς ἀκρῖδος (φ. 33-34). 8. Εὐχὴ λεγομένη εἰς τὰ βαμβάκια (φ. 35-37). 9. Εὐχὲς εἰς πᾶν εἶδος ἀρρωστίας καὶ ἐπηρείας (φ. 38 – 48). 10. Εὐαγγέλιον εἰς ἀσθενεῖς (φ. 48).  11. Εὐχὲς τοῦ ἀγίου μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, ὅταν ἐμπέσῃ λοιμώδης νόσος εἰς τὰ ποίμνια, βόας ἤ ἀγέλην βοῶν ἤ εἰς τὰ κτήνη (φ. 49 – 55). 12. Εὐχὴ εἰς τὸ εὐλογῆσαι ποίμνιον (φ. 56). 13. Εὐχὴ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Μοδέστου, λεγομένη εἰς τὰς νόσους τῶν κτηνῶν καὶ βοῶν  (φ. 57). 14. Εὐχὴ τῶν μελισσίων (φ. 60-61).  15. Εὐχὴ εἰς τοὺς μεταξοσκώληκας (φ. 62-67). 16. Εὐχὴ τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Χαραλάμπους, λεγομένη εἰς τὰς νόσους τῶν κτηνῶν καὶ βοῶν (φ. 68-74).  17. Ἀκολουθία του ἁγίου ἱερομάρτυρος Μοδέστου, ἀρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων (φ. 75 -110).  18. Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγόνος (φ.111-136). 19. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ὁσιομάρτυρος Νικολάου τοῦ Νέου ἐν τῷ ὄρει τῆς Βουνένης μαρτυρήσαντος (φ. 137)

Ἀμέσως μετὰ ὑπάρχουν τέσσερα φύλλα ποὺ περιέχουν ἐξορκισμοὺς  σὲ σεληνιαζόμενους στοὺς ὀποίους ἀναφέρονται περίεργα ὀνόματα δαιμόνων καὶ τέλος τὸ ἑξῆς ἐπίγραμμα:

«Ἀμπλακίαν ἔχω οἶδας, εὐσπλαχνίαν ἔχεις οἶδα,

                     ἔχω, οἶδας, ἔχεις οἶδα· σῶσόν με Χριστὲ ὡς οἶδας».

Στὴν ἀρχὴ κάθε  παραγράφου τὸ ἀρχικὸ γράμμα εἶναι κεφαλαῖο καὶ διακοσμεῖται μὲ ποικίλα σχέδια. Ἡ ἀκολουθία τοῦ ἁγ. Μοδέστου εἶναι περισσότερο πλήρης ἀπὸ  τὶς γνωστὲς ἄλλες ἀκολουθίες τοῦ ἴδιου ἁγίου στὰ διάφορα ἔντυπα. Οἱ εὐχὲς ποὺ περιέχονται στὴν ἀκολουθία αὐτὴ δὲν  ὑπάρχουν στὰ συνηθισμένα ἐν χρήσει ἁγιασματάρια  καὶ εὐχολόγια.

[1] Ἔτος ΙΒ΄ (Κ΄), Περίοδος Β΄, Ἀθῆναι 1 Δεκεμβρίου  1916, ἀριθ. φύλλου 278, σελ. 10-12.

[2] Τόμος 20ος (1925),  σελ. 104 -107.

[3] Περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρὸς 2000, σελ. 78 -85.

[4] Τὸ Γ΄ Συνέδριο Αλμυριώτικων Σπουδῶν πραγματοποιήθηκε στὸν Ἁλμυρό Θεσσαλίας στὶς 13 -15 Ὀκτωβρίου 2000.

[5] «Ἀχαιοφθιωτικὰ Γ΄, Πρακτικὰ τοῦ Γ΄ Συνεδρίου Ἁλμυριώτικων Σπουδῶν, Ἱστορία, Ἀρχαιολογία, Λαογραφία Ἀχαΐας Φθιώτιδας», 13 -15 Ὀκτωβρίου 2000, Ἁλμυρὸς 2007, Β΄ τόμος, σελ. 313 -327.

[6] ASBMH =  The American Society of Byzantine Music and Hymnology.

[7] Σύμφωνα μὲ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο (Νέος Ἑλληνομνήμων, τόμ. 20, σελ. 104). Τὸ ΜΙΕΤ (Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης), ὡστόσο, ἔχει κατατάξει τὸν κώδικα στὸν 15ο αἰῶνα.

[8] Ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέτζας ποὺ ἐπίσης δημοσίευσε «Κατάλογο τῶν χειρογράφων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ  «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»» (περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρός 2000, σελ. 78 -83) ἀναφέρει φύλλα 141.

[9] Κατὰ τὸ ΜΙΕΤ (Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης), στὸ ὁποῖο ὑπάρχει φωτογράφηση τοῦ κώδικα, τὰ φύλλα του εἶναι 226.

[10] Νέος Ἑλληνομνήμων, τόμος 20ος (1926), σελ. 104 -107.

[11]  Ὁ  Βεζούβιος ;.

[12] Ἡ χρονολογία 7064 ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ ἔτος 1556 μ. Χ. (7064 – 5508 = 1556).

[13] Κατὰ τὸ ΜΙΕΤ ὁ κώδικας ἀνήκει στὸν 16ο αἰῶνα.

[14] Κατὰ τὸν Χερουβεὶμ Βελέτζα τὰ φύλλα του κώδικα εἶναι 301, ἐνῶ κατὰ τὸ ΜΙΕΤ 201.

[15] Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρός 2000, σελ. 78 -83.

[16] Οἱ ἐνθυμήσεις τοῦ κώδικα παρουσιάζονται καὶ σχολιάζονται καὶ στὸ κεφάλαιο «Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἐνθυμήσεις».

[17] Κατὰ τὸ ΜΙΕΤ τὰ φύλλα του εἶναι 214.

[18] Ὁ ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ Βελέτζας (Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρός 2000, σελ. 78 -83) ἀναφέρει ὅτι ἔχει 114 φύλλα. Μὲ τὴν ἴδια ἄποψη συμφωνεῖ καὶ τὸ Μ. Ι. Ε. Τ.

[19] Ὁ Χερουβεὶμ Βελέτζας (ὅ. π.) ἀναφέρει 73 φύλλα, ἄποψη μὲ τὴν ὁποία συμφνεῖ καὶ τὸ Μ. Ι. Ε. Τ.

[20] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος στὸ δημοσίευμά του στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα (τόμος 20ος, 1926) κατέγραψε τοὺς παραπάνω δέκα κώδικες χωρὶς νὰ ἀναφέρει ἄν ὑπῆρχαν ἄλλοι ἤ ἐὰν θὰ ὑπῆρχε ἄλλη συνέχεια στὸ ἄρθρο του. Ὁ Χερουβεὶμ Βελέτζας κατὰ τὸ ἔτος 2000 βρῆκε στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς  καὶ ἄλλους 14, τοὺς ὁποίους καὶ κατέγραψε καὶ τοὺς παρουσιάζουμε στὴ συνέχεια.

[21] ζσε΄ = 7205 ἀπὸ κτίσεως κόσμου, ἤτοι 7205 -5508 = 1697 μ. Χ.

[22] Στὸ σχετικὸ δημοσίευμα τοῦ ἀρχιμανδρίτη κ. Χερουβεὶμ Βελέτζα (Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», Περίοδος Β΄, τεῦχος 4, Ἁλμυρὸς 2000, σελ. 78 -83) τὴ σειρά καὶ τὴν ἀρίθμηση τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦμε, προηγεῖται ἡ περιγραφὴ τοῦ κώδικα ΚΑ΄, ποὺ εἶναι μουσικὸς κώδικας. Τὸν παραλείπουμε στὴ θέση αὐτὴ για νὰ τὸν συμπεριλάβουμε στὸ ὑποκεφάλαιο «Μουσικοὶ κώδικες».

[23] Τὸ χειρόγραφο αὐτὸ (ΚΒ΄) ὅπως καὶ τὰ δύο ἑπόμενα (ΚΓ΄ καὶ  ΚΔ΄) δημοσιεύτηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν π. Χερουβεὶμ Βελέτζα στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ»

[24] Ὁ κατάλογος περιλαμβάνει σαράντα χειρόγραφα βιβλία (κώδικες) καὶ δημοσιεύθηκε σὲ τέσσερις συνέχειες: τόμ. 18 (1924) σελ. 448 – 450 καὶ τόμ. 19 (1925) σελ.  93 -95, 262 -266, 369 – 377.

[25] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος εἶχε συντάξει καὶ εἶχε ἀποστείλει γιὰ δημοσίευση στὸν «Νέο Ἑλληνομνήμονα» τὸν κατάλογο αὐτὸ πολὺ πρίν. Ἄγνωστο γιὰ ποιὸν λόγο ὁ κατάλογος παρέμεινε ἀδημοσίευτος μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ὑπεύθυνου τοῦ περιοδικοῦ στὸ ὁποῖο στάλθηκε. Βρέθηκε στὰ ἀρχεῖα του ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν παρακάτω σημείωση ποὺ συνόδευσε τὴν δημοσίευση: Στὰ κατάλοιπα τοῦ Λάμπρου βρέθηκε καὶ ὁ κατάλογος αὐτὸς τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄρθρυος, ποὺ συντάχθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο. Ὁ Λάμπρος, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴ σχετικὴ ἀλληλογραφία, εἶχε ὑποσχεθεῖ τὴν ἔκδοση τοῦ καταλόγου τούτου στὸν Νέο  Ἑλληνομνήμονα. Ἐκδίδομε λοιπὸν στὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα τὸν κατάλογο αὐτὸν μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι σύμφωνα μὲ σημείωση τοῦ Γιαννοπούλου, «Ἡ ἀρίθμηση ἔγινε κατ’ ἀλφάβητον. Σὲ παρένθεση γράφονται οἱ ἀριθμοὶ μὲ τοὺς ὁποίους  εἶναι γραμμένοι οἱ κώδικες».

[26] Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος πέμπτον, ἐν Ἀθήναις 1903, σελ. 43 – 44.

[27] Τὸ ἕνα ἐκ τῶν δύο αὐτῶν εἶναι τὸ περιγραφόμενο ἐδῶ καὶ τὸ ἄλλο τὸ ἀμέσως ἑπόμενο (Β΄).

[28] Σήμερα (2012) ὁ κώδικας ἔχει 199 φύλλα.

[29] Στὴ σημερινή του κατάσταση (2012), κατὰ τὴν ὁποία  ὁ κώδικας δὲν ἔχει πλέον τὰ ἐξώφυλλά του, τὸ πάχος του εἶναι 0,05 μ.

[30] Ἀπὸ ἀπροσεξία τῶν μοναχῶν βεβαιώνει ὁ Γιαννόπουλος σὲ κάποια σχετικὴ σημείωσή του

[31] Στὴ σημερινή κατάσταση (2012) τὰ καμένα φύλλα εἶναι ἕντεκα.

[32] Σήμερα (2012) ἀρχίζει ἀπὸ κατὰ Ματθαῖον ιγ΄ 50 «… εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς. Ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς…».

[33] Περίληψη καὶ αὐτοῦ τοῦ κώδικα δημοσιεύθηκε στὸ «Δελτίον τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος», τεῦχος Ε΄, (1903) σελ. 43 – 44.

[34] Τὸ ἐπίγραμμα αὐτὸ ὑπάρχει καὶ στὸν ὑπ’ ἀριθ. ΤΛ΄ χάρτινο  κώδικα τοῦ ἔτους 1368 τῆς Πατμιακῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ἰω. Σακελλίωνος ( σ. 159), ὁ ὁποῖος  περιέχει τὰ τέσσερα κανονικὰ Εὐαγγέλια. Στὸ δεύτερο ὅμως στίχο ἀντί : «κυριωθέντος Λόγου» ἀναφέρεται «μετριωθέντος Λόγου», ποὺ ἴσως εἶναι ὀρθότερο καὶ γι’ αὐτὸ τὸ χρησιμοποιήσαμε.

[35] Δὲν ἔχομε ὑπ’ ὄψη μας καὶ δὲν μπορέσαμε νὰ ἐντοπίσουμε  αὐτὸ «τὸ καταρτισθὲν βιβλίον».

[36] Βλέπε γιὰ τὶς «ἐνθυμήσεις» αὐτὲς στὸ σχετικὸ κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας.

[37] Ἡ Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς εἶχε καὶ τὸ ὄνομα Ἅγιος Νικόλαος τοῦ Ρήχοβο ἤ Ράχοβο, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ πολλὰ ἔγγραφα  τῆς Μονῆς αὐτῆς.

[38] Γιὰ τὴν «ἐνθύμηση» αὐτὴ  ἀναφέρουμε καὶ στὸ κεφάλαιο Ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἐνθυμήσεις.

[39] Οἱ «ἐνθυμήσεις» ἀναφέρονται καὶ στὸ σχετικὸ μὲ αὐτὲς κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας,

[40] Στὸ σχετικό δημοσίευμα τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου («Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος 18, σελ. 448 -450, τόμος 19, σελ. 93 -95, 262 -266, 369 -377)  μεταξὺ τοῦ προηγούμενου ὑπ’ ἀριθ. Ι΄ καὶ τοῦ ΙΗ΄, παρεμβάλλονται καὶ περιγράφονται οἱ ὑπ’ ἀριθ.  ΙΑ΄, ΙΒ΄, ΙΓ΄, ΙΔ΄, ΙΕ΄, ΙΣΤ΄ καὶ ΙΖ΄ κώδικες. Αὐτοὶ ἐπειδὴ εἶναι μουσικοὶ παραλείφθηκαν ἀπὸ τὴ σειρά τους γιὰ νὰ συμπεριληφθοῦν στὸ εἰδικὸ  ὑποκεφάλαιο «Μουσικοὶ κώδικες Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς».

[41] Ὁ κώδικας προσφέρθηκε στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἐκ μέρους τοῦ  ναοῦ τῆς  Ἁγ. Παρασκευῆς τοῦ χωρίου Κοκκωτῶν.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ (β΄ μέρος)

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν καὶ ὁ γενικὸς «πνευματικὸς πατέρας» ὅλων. Ἡ  γνώμη καὶ οἱ συμβουλὲς τοῦ ἑκάστοτε ἡγούμενου ἀλλὰ καὶ τῶν καλογέρων ἦταν σὲ κάθε περίπτωση σεβαστές. Ὅ,τι λεγόταν ἐκεῖ ἦταν «τὰ λόγια τῆς Παναγίας», ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι προστατευόταν ὄχι μόνο ἡ ἀλήθεια τῆς ἐκκλησίας ἀλλὰ τηροῦνταν καὶ οἱ κανόνες μιᾶς σωστῆς κοινωνίας και ἐνισχυόταν ἡ ἠθικὴ συμπεριφορὰ τῶν κατοίκων. Πολλὲς φορὲς ὁ ἡγούμενος καλοῦνταν μὲ τὴν προσωπική του παρέμβαση νὰ συμβιβάσει διαφορὲς καὶ νὰ ἐπιβάλλει «τὸ θέλημα τῆς Παναγίας», τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μιὰ τέτοια παρέμβαση, τῆς ὁποίας ἡ γραπτὴ βεβαίωση ἔφθασε ὡς τὶς ἡμέρες μας, εἶναι ἡ παρακάτω, ὅπως μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ μὲ σαφήνεια ἀπὸ τὸ σχετικὸ ἔγγραφο ποὺ διασώθηκε:

«Ἐν Βόλῳ τῇ 9 Δεκεμβρίου 1937

Ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Πρὸς τὸν ὁσιολογιώτατον καθηγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ὁσιολογιώτατε Πάτερ,

Πληροφορηθέντες ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἱερέως Κοκκωτῶν Πολυμέρου κατόπιν ἱερολογίας τῶν ἀρραβώνων του ὑπὸ τοῦ πατρός του καὶ ἔπειτα ἀπὸ πολύμηνον ἀναστροφὴν μετὰ τῆς μνηστῆς του καὶ τῆς οἰκογενείας της, ἐγκαταλείπει ταύτην καὶ θεωρεῖ τὸν ἀρραβῶνα του διαλελυμένον,

Ἐντελλόμεθα ὑμῖν νὰ πληροφορήσητε τοὺς ἐνδιαφερομένους ὅτι ἀρραβὼν κατόπιν ἱερολογίας δὲν διαλύεται ἄνευ ἐγκρίσεως δικαστηρίου καὶ συνεπάγεται εὐθύνας διὰ τὸν εὐλογήσαντα τοὺς ἀρραβῶνας καὶ συνεπῶς μεγάλας καὶ σοβαρὰς δι’  ἀμφοτέρας τὰς οἰκογενείας καὶ δι’ ὅλην τὴν κοινότητα καὶ ἐνορίαν τοῦ χωριοῦ.

Πρὸς πρόληψιν ὅλων τῶν συνεπειῶν τούτων, εἰρήνην καὶ ἀγάπην δι’ ὅλους θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νὰ μεταβῆτε προσωπικῶς εἰς τὴν κοινότητα Κοκκωτῶν, ὡς ἐκπρόσωπος ἡμῶν, καὶ ἐνασκήσητε ὅλην τὴν ἐπιρροὴν διὰ νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς καὶ διορθωθῇ ἡ ὑπόθεσις ἄνευ ἄλλων συνεπειῶν, ἐφ’ ὅσον μἀλιστα, ὡς ἔμαθον, ἡ διένεξις προῆλθεν ἐξ ἀσημάντων ἀφορμῶν καὶ οὐχὶ ἐκ λόγων σοβαρῶν.

Παρακαλοῦμεν νὰ ἐπισπεύσητε τὴν ἐκεῖ μετάβασίν σας καὶ νὰ γνωρίσητε ἡμῖν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προσπάθειῶν σας πρὸς εἰρήνευσιν ἁπάντων καὶ ἀγάπην πάντων. Ὁμοίαν ἐντολὴν διεβιβάσαμεν πρὸς τὸν ἀρχιερατικὸν ἐπίτροπον Ἁλμυροῦ. Συνιστῶμεν ὅπως συνεννοηθῆτε καὶ συντονίσητε τὰς προσπαθείας σας.

Εὐχέτης

ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

Μεγάλη ἦταν ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὰ δύσκολα χρόνια τῆς κατοχικῆς περιόδου 1941 -1944. Δὲν θὰ ἀναφέρουμε λεπτομέρειες, εἰδικὰ γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ, γιατὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθοῦμε πολύ. Θὰ ἀναφερθοῦμε μόνο σὲ γενικότητες γιὰ νὰ μὴν πάρει τὸ τμῆμα αὐτὸ δυσανάλογη ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἔκταση μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλὰ στοιχεῖα.

Τὸ μεγάλο μοναστηριακὸ δάσος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης μὲ τὴν ξυλεία του ἐξασφάλισε τὴν δυνατότητα νὰ κινηθεῖ ὁ θεσσαλικὸς σιδηρόδρομος καὶ νὰ ἐξυπηρετεθεῖ ὁ λαός. Ταυτόχρονα, τὸ δάσος αὐτό, παρὰ τὴν σκληρὴ καὶ παράνομη ἐκμετάλλευσή του ἀπὸ κάποιους ποὺ πάντοτε ἐκμεταταλλεύονται τὶς κάποιες τέτοιες  «εὐκαιρίες» ἀνώμαλων καταστάσεων ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς κατακτητές, ἐξασφάλισε καὶ τὴν ἀπαραίτητη καύσιμο ὕλη γιὰ τὴ λειτουργία τῶν λαϊκῶν συσσιτίων τῶν διαφόρων Ἱδρυμάτων καὶ τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Τὰ χωράφια καὶ τὰ κοπάδια τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν  ἐπίσης σ’ ὅλη τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, διαρκεῖς πηγὲς ἄντλησης ποικίλων ἀγαθῶν διατροφῆς τῶν ἀπόρων ποὺ τρέφονταν στὰ λαϊκὰ συσσίτια τῆς Μητροπόλεως ἀλλὰ πολλῶν ἄλλων κοινωνικῶν φορέων.

Ὁ μεγαλύτερος συντηρητὴς καὶ τροφοδότης τῶν λαϊκῶν συσσιτίων κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς σ’ ὁλόκληρο τὸ Νομὸ Μαγνησίας, μετὰ τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸ Σταυρό, ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Τὰ κοπάδια τοῦ Μοναστηριοῦ, ἰδιαίτερα, ἦταν ἐκεῖνα ποὺ πρόσφεραν τὰ πολὺ σπάνια γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀλλὰ καὶ τόσο πολύτιμα καὶ θρεπτικὰ προϊόντα ὅπως τὸ γάλα, τὸ τυρὶ καὶ τὸ βύτυρο ποὺ χορηγοῦνταν σὲ μικρὰ παιδιά, σὲ ἀσθενεῖς, σὲ θηλάζουσες μητέρες καὶ σὲ γέροντες.

Στὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς λειτούργησε Γηροκομεῖο. Σ’ αὐτὸ σιτίζονταν καὶ περιθάλπονταν γέροντες ποὺ εἶχαν μεταφερθεῖ ἀπὸ τὶς οἰκογένειὲς τους ἐκεῖ γιὰ προστασία καὶ περίθαλψη, ἐπειδὴ αὐτὲς λόγῳ τῆς κατάστασης δὲν μποροῦσαν νὰ προσφερθοῦν ἀπὸ τοὺς οἰκείους τους. Ἦταν πολλὲς οἱ οἰκογένειες τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, ποὺ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ μετακινοῦνται εὐκολότερα εἴτε γιὰ νὰ κρυφτοῦν,  προκειμένου νὰ ἀποφεύγουν κάποιον κίνδυνο, εἴτε γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν καλύτερες συνθῆκες διατροφῆς καὶ διαμονῆς, ἔστειλαν τὰ δυσκίνητα μέλη τους, ὅπως ἦταν οἱ γέροντες καὶ οἱ ἀνάπηροι, στὸ Μοναστήρι. Καὶ τὸ πάντα φιλόξενο Μοναστήρι, ἡ Παναγία Ξενιὰ, ἄνοιξε τὶς πόρτες του καὶ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό.

Πολλοὶ κάτοικοι τῆς περιοχῆς εἶχαν μεταφέρει ἐπίσης στὸ Μοναστήρι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς, γιὰ διαφύλαξη ἀπὸ τὶς ἁρπαγὲς καὶ λεηλασίες ποὺ γίνονταν ἀπὸ πολλοὺς ἐξαιτίας τῶν ἀνώμαλων συνθηκῶν, διάφορα πολύτιμα πράγματα καὶ ἀντικείμενα ποὺ διέθεταν ὅπως καὶ τὶς προῖκες τῶν κοριτσιῶν τους.

Οἱ Ἰταλοί, μετὰ τὴν ἐμφάνιση στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἀνταρτῶν, πυρπόλησαν πολλὰ χωριά. Ἔτσι πολλοὶ κάτοικοι ἔμειναν ἄστεγοι. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς κατέφυγαν τότε στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὅπου γιὰ μῆνες εὕρισκαν  προστασία, στέγη καὶ τροφή.

Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Καλλίνικος Χατζηϊωάννου στὶς 17 Ὀκτωβρίου τοῦ 1943, ἀνέφερε στὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος, ὅτι  «…ἐν τῇ Μονῇ διαμένουσι περὶ τοὺς 150 – 200 πυροπαθεῖς κ.τ.λ. ἐκ τῶν πέριξ χωρίων σιτιζόμενοι ἐκ τῆς Μονῆς….».[1]

Ὑπάρχουν μερικὰ ἔγγραφα ποὺ μαρτυροῦν μὲ τὸν τρόπο τους τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς εἰδικὰ γιὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς. Τὰ παραθέτουμε χωρὶς πολλὰ σχόλια.

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

                                           Ἐν Βόλῳ τῇ 19 Μαΐου 1942

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Εἰς Ἁλμυρόν.

Κατόπιν γενικῆς παρακλήσεως τῶν ἐπισιτιστικῶν ἐπιτροπῶν Βόλου παραγγέλομεν ὅπως, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐγκαίρως, ἐκπεμφθῶσιν δύο ἐκ τῶν καταλληλοτέρων ἀδελφῶν τῆς Μονῆς μετὰ τῆς ἱερᾶς αὐτῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν ἐν τοῖς συνημμένοις ἐγγράφοις ἀναφερομένων χωρίων πρὸς ἐρανικὴν συλλογὴν ἐλαίου, δημητριακῶν, ὀσπρίων κλπ. πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν συσσιτίων τῶν πεινόντων ἐν Βόλῳ, Ἁλμυρῷ καὶ ἀλλαχοῦ ἐν χωρίοις.

Ἡ περιοδεία τῆς ἱερᾶς εἰκόνος δέον νὰ γίνῃ ἐν σειρᾷ κατὰ τὸν παρατιθέμενον πίνακα διαδρομῆς ἐκτὸς ἀνάγκης νὰ ἀκολουθήσωσιν ἄλλην πορείαν οἱ συνοδεύοντες πατέρες καὶ συμφώνως πρὸς πάσας τὰς λοιπὰς ὑποδείξεις ἡμῶν τὰς ἀναγραφομένας εἰς τὰ συνημμένα ᾧδε ἔγγραφα καὶ σημειώσεις  ἡμῶν ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ τηρηθῶσιν ἀκριβεῖς λογαριασμοὶ περὶ τῶν εἰσπραττομένων ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅσον ἔνεστι μεγαλύτερα ἀποτελέσματα πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δυστυχίας τῶν πεινόντων.

Χάριν  τοῦ ἱεροῦ τούτου σκοποῦ ἡμεῖς καὶ ὁ κύριος ἔπαρχος ἐξεπέμψαμεν σχετικὰς ἐγκυκλίους πρὸς πληροφορίαν τῶν χριστιανῶν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς φιλανθρωπίας καὶ πάσης παρακλήσεως εἴθε νὰ εὐλογήσῃ τὴν ἀνατιθεμένην τῇ Ἱερᾷ Μονῇ φροντίδα ἵνα ἀποβῇ τὰ μάλιστα καρποφόρος πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τῶν ἐκ τῆς πείνας ἐκλελυμένων ἀδελφῶν ἡμῶν.

Διάπυρος πρὸς Κύριον εὐχέτης

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ἱερά Μητρόπολις Δημητριάδος

Γενικὸν Φιλόπτωχον Ταμεῖον     

Ἐν Βόλῳ τῇ 20 Μαΐου 1942

Πρὸς τοὺς αἰδεσιμοτάτους ἐφημερίους, κυρίους ἐπιτρόπους καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς.

Οὐδὲν ἄλλο ὠφελιμότερον εἰς τοὺς χριστιανικοὺς οἴκους εἶναι ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ παναγάθου Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογίαν τῆς εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς. Ἡ Παναγία ἀδιακόπως μεσιτεύει δι’ ὅλους ἡμᾶς ἵνα καὶ ἡ εὐφορία τῶν καρπῶν τῆς γῆς προοδεύει καὶ ὑγείαν ἔχομεν καὶ τὴν κραταιὰν προστασίαν τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ ἀποκτῶμεν.

Διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν καλὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν περιφορὰν τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἡ Μονὴ αὐτοπροαιρέτως πάντα τὰ εἰσπραχθησόμενα εἴδη  θὰ τὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἐνοριακῶν συσσιτίων τῶν ἀπόρων, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν καὶ ἐν Βόλῳ καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῇ προνοίᾳ ἡμῶν.

Ἑπομένως δύο θεοστηρίκτους εὐλογίας θὰ λαμβάνετε ἐκ τῶν γενναιοδώρων προσφορῶν σας, τὴν εὐλογίαν τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ, διότι προστατεύετε μὲ τὰ ἀγαθά σας τοὺς ἀπόρους συσσιτοῦντας, οἱ ὁποῖοι ἀδιακόπως θὰ εὔχωνται διὰ σᾶς καὶ δεύτερον τὴν θερμὴν μεσιτείαν τῆς Παναγίας  διότι εὐλαβῶς καὶ ἐμπράκτως ὑποδέχεσθε τὴν εἰκόνα αὐτῆς.

Εὐλογημένοι Χριστιανοί, οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι. Οἱ ἀδελφοί μας ἀποθνήσκουν τῆς πείνης καὶ αἱ θηλάζουσαι μητέρες ἔγιναν σκελετοί, τὰ παιδάκια καχεκτικά, διὰ τοῦτο μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ σᾶς παρακαλοῦμε νὰ προσφέρετε ὅ,τι ἔχετε εἴτε εἰς χρῆμα καὶ κυρίως εἰς εἴδη χάριν τῶν πασχόντων χριστιανῶν. Κάθε προσφορὰ κατὰ τὴν ρητὴν ὁμολογίαν τοῦ θεοπνεύστου Ἀποστόλου εἶναι ἱερά. Ἄρα τὰ ὀλίγα ποὺ θὰ δίδετε πολλαπλάσια θὰ λαμβάνετε διότι «ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεόν». Εὔχομαι δὲ ὁ πλουτοδότης Θεὸς χαρίζει εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας σας πᾶσαν εὐλογίαν του διὰ τὰς χριστιανικάς σας προσφοράς.

Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

«Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος

Ἱερά Μητρόπολις Δημητριάδος

Γενικὸν Φιλόπτωχον Ταμεῖον      Ἐν Βόλῳ τῇ …. Μαΐου 1942

Πρὸς τοὺς αἰδεσιμοτάτους ἐφημερίους καὶ κυρίους ἐπιτρόπους

Κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ δραστηρίου κυρίου ἐπάρχου διὰ νὰ συντηρήσωμεν τοὺς πάσχοντας εἰς τὰ ἐνοριακὰ συσσίτια ἀπεφασίσαμεν νὰ περιέλθῃ ἡ ἱερὰ  εἰκὼν τῆς Ξενιᾶς ἀνὰ τὰ χωρία καὶ τοὺς οἴκους ὑμῶν πρὸς εὐλογίαν.

Τὰ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ  θὰ διατεθοῦν διὰ τοὺς συσσιτοῦντας. Διὰ τοῦτο παραγγέλομεν ὑμῖν:

1. Οἱ ἱερεῖς νὰ παρασκευάσουν τοὺς χριστιανοὺς διὰ τὸ ἱερὸν τοῦτο ἔργον ὅσον τὸ δυνατὸν μὲ περισσότερον ζῆλον. Διὰ τὴν χρηστὴν διαχείρισιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μονῆς ἔχουν εἰδικὸν βιβλίον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταγράφωνται ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ εἰσπραττόμενα εἴδη ἤ χρήματα, θὰ ὑπογράφεται ὑπὸ τῶν ἐφημερίων, ὑπὸ τῶν ἐπιτρόπων, τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μονῆς. Ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον συνεργήσατε νὰ γίνῃ προσφορὰ γενναιοτέρα, ἄρα θὰ φανῇ ὁ ζῆλος σας καὶ ἡ ἱερατική σας εὐσυνειδησία.

2. Ἰδιαιτέρως δὲ παρακαλοῦμεν θερμῶς τοὺς κυρίους ἐπιτρόπους ὅπως ἐνεργήσουν καὶ αὐτοὶ ἵνα τὸ ἔργον τῆς φιλανθρωπίας γίνῃ ἐκ μέρους αὐτῶν καὶ τῶν κατοίκων γενναιοδωρότερον. Πᾶσα δὲ αὐτῶν προσπάθεια θὰ ἔχῃ πλουσίαν τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ εἰς τοὺς οἴκους των.

Πρὸς Θεὸν εὐχέτης ὑμῶν

ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ».

«ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ  ΣΥΛΛΟΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 30 Μαρτίου 1947

Πανοσιότατον κύριον Καλλίνικον Χατζηιωάννου, ἡγούμενον Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Σεβαστέ μας πάτερ ἡγούμενε,

Ὁ ἡμέτερος Σύλλογος ἐκφράζει ὑμῖν διὰ τῆς παρούσης τὰς θερμοτάτας εὐχαριστίας του διὰ τὴν γενομένην αὐτῷ δωρεὰν πέντε ὀκάδων ἐλαίου ὅπερ διενεμήθη εἰς διαφόρους ἀπόρους τῆς πόλεώς μας καὶ δι’ οὕς ὑποβάλλομεν ὀνομαστικὴν κατάστασιν.

Εὔχεται δὲ εἰς τὸν Πανάγαθον Θεὸν ὅπως χαρίζῃ ὑμῖν ὑγείαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Μονῆς καὶ καθοδηγεῖ ὑμᾶς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς φιλανθρωπίας. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ὁ Σύλλογός μας λόγῳ τῶν ἐπερχομένων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἔλαβεν ἀπόφασιν ὅπως χορηγήσῃ εἰς ὀκτὼ τελείως ἄπορα παιδιὰ ἀνὰ ἕν ζεῦγος ὑποδημάτων καὶ εἰς ἰσάριθμα εἴδη ἱματισμοῦ, ὡς ἐπίσης θέλει προβῇ καὶ εἰς διανομὴν κρέατος καὶ τροφίμων εἰς διαφόρους οἰκογενείας ἀπόρων.

Δὲν κρίνομεν ἄσκοπον, γνωρίζοντες τὰ ἀλτρουϊστικὰ καὶ φιλάνθρωπα αἰσθήματα ὑμῶν, νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως ἐν τῇ εὐαρεσκείᾳ ὑμῶν ἔλθετε ἀρωγὸς εἰς ὅ,τι ἐκ τῶν ἀνωτέρω δύνασθε.

                                      Μετὰ σεβασμοῦ

Ἡ πρόεδρος     Ἡ γενικὴ γραμματεὺς        Ἡ ταμίας καὶ ἀποθηκάριος

           Μητάκου          Ἐρασμία Ἀποστόλου         Κατίνα Καλογήρου»

 

Συνημμένη κατάστασις ἐμφαίνουσα τοὺς ἀπόρους  εἰς οὕς διενεμήθη τὸ ἔλαιον.

Καραναστάσης Γρηγόριος  ½, Παρασκευᾶ Στυλιανὴ  ½, Μαλέγκου Ὄλγα  ¼ , Παπαδοπούλου Αἰκατερίνη ½, Πολιτόπουλος  Ἰωάννης ½, Παλιούρης               ½  ἐκ Βρυναίνης, Καμπούρη ¼, Καραδῆμος Κωνσταντῖνος ½, Γαργαλέτσου   ὀρφανὰ ½, Τελκῆ Μαρία  ½. Σὐνολον  5  ὀκάδες

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 30 Μαρτίου 1947

Ἡ πρόεδρος             Ἡ γενικὴ γραμματεὺς   Ἡ ἀποθηκάριος

Μητάκου               Ἐρασμία Ἀποστόλου       Κατίνα Καλογήρου».

 

Πολὺ σημαντικὲς ἦταν καὶ οἱ οἰκονομικὲς ἐνισχύσεις ἀλλὰ καὶ οἱ προσφορὲς σὲ ὑλικὰ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πρὸς διάφορα εὐαγῆ ἱδρύματα, ἐκκλησίας, ὀρφανοτροφεῖα ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλα μοναστήρια.

Στὸ ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ὑπάρχουν ἀντίγραφα πολλῶν πράξεων τῶν ἡγουμενοσυμβουλίων τῶν Μονῶν Παναγίας Ξενιᾶς, ἐγκριτικῶν τέτοιων προσφορῶν. Θὰ παραθέσουμε, ἐνδεικτικά, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον σὲ περιληπτικὴ μορφή, ἕνα μικρὸ μόνο μέρος τέτοιων ἀποφάσεων, ἀκολουθῶντας, περίπου καὶ κατὰ τὸ δυνατόν, χρονολογικὴ σειρά. Ὅλες οἱ περιπτώσεις ἀναφέρονται στὰ τελευταῖα ἔτη, 1968 καὶ μετά, γιατὶ αὐτὲς διασώθηκαν.

Συνεχίζοντας τὶς κατὰ παράδοση διαρκεῖς προσφορές του τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, στὶς 29 Ὀκτωβρίου 1969 προσέφερε εἴκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμὲς στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Δημητρίου Ἁλμυροῦ γιὰ τὴ δημιουργία «Κέντρου Νεότητος», ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ τὸ σχετικὸ ὑπ’ ἀριθ. 48/29-10-1969 πρακτικὸ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς:

«Ἀριθ. πράξεως 48

Σήμερον τὴν 29ην Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1969, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τετάρτην, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, Ἡγουμένου, καὶ 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου, μέλους, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱ. Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ἐξ εἴκοσιν χιλάδων (20.000) δραχμῶν τοῦ ἐν Ἁλμυρῷ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πρὸς δημιουργίαν «Κέντρου Νεότητος» (δι’ ἀνακαίνισιν τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν ὡς ἄνω Ἱ. Ναὸν κτιρίου ἐν Ἁλμυρῷ, δωρεᾶς Συνοδῆς Φράγκου), κατόπιν καὶ δι’ ἐγγράφου σχετικῆς παρακλήσεως τοῦ προέδρου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου (καὶ διὰ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον) πρωτοπρεσβυτέρου π. Θρασυβούλου Βαλωμένου, ἀρχιερατικοῦ ἐπιτρόπου Ἁλμυροῦ,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει, ἔχον σύμφωνον καὶ τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν, ὅπως προσφέρει δωρεὰν τὸ ποσὸν τῶν εἴκοσιν χιλιάδων (20.000) δραχμῶν, διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κτιρίου τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἁλμυροῦ, διὰ τὴν δημιουργίαν Κέντρου Νεότητος ἐν Ἁλμυρῷ καὶ ἐπὶ ἀποδείξει.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

(Τ.Σ. ὑπογραφὲς)»

Τὸ μεγάλο ἐλαιόκτημα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης ἀποτελοῦσε πάντοτε πηγὴ σημαντικῶν εἰσοδημάτων γιὰ τὸ Μοναστήρι. Σὲ περιόδους πείνας, ὅπως στὴν περίοδο τῆς «Γερμανοϊταλικῆς Κατοχῆς» τῆς χώρας μας  πολλοὶ ἄνθρωποι «σώθηκαν» κυριολεκτικὰ παίρνοντας δωρεὰν λάδι ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, πέραν ἀπὸ τὸ λάδι ἀλλὰ καὶ τὶς ἐλιὲς ποὺ δόθηκαν γιὰ τὴ συντήρηση τῶν λαϊκῶν συσσιτίων.

Προσφορὲς μεγάλων ποσοτήτων λαδιοῦ ἔγιναν καὶ στὰ οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος στὰ νεότερα χρόνια.

 Στὶς 12 Φεβρουαρίου 1970, π. χ., μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν  8 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, προσφέρθηκαν ἑκατὸν ἐνενήντα πέντε (195)  χιλιόγραμμα λαδιοῦ «διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων τοῦ Γυμνασιακοῦ Οἰκοτροφείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος». Τὶς πληροφορίες παίρνουμε ἀπὸ σχετικὸ πρακτικό, τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου διασώθηκε:

« Ἀριθ. πράξεως 8

Σήμερον τὴν 12ην Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Πέμπτην, καὶ ὥραν 3ην μ.μ. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, παρόντων καὶ ἄλλων  ἀδελφῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου περὶ ἀποστολῆς (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος  ἑνὸς βαρελίου ἐλαίου, ἑκατὸν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων,

ἀποφασίζει

νὰ σταλῆ (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος  ποσότης ἐλαίου ἑκατόν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων, ἤτοι ἑνὸς πλήρους βαρελίου, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη τὸ παρὸν καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον                         Οἱ λοιποὶ ἀδελφοὶ

     (Τ.Σ. ὑπογραφὲς)                                 ( ὑπογραφὲς)»

Στὰ  1970 ἡ Ἱερὰ  Μητρόπολη Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ ἀποφάσισε νὰ προβῇ στὴν ἵδρυση ἑνὸς εὐαγοῦς ἱδρύματος μὲ τὴν ἐπωνυμία «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης», μὲ σκοπὸ τὴν περίθαλψη πασχόντων ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες. Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς ἔσπευσε, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνακοίνωση ἁπλῶς καὶ μόνο τῆς ἵδρυσης τοῦ εὐαγοῦς αὐτοῦ ἱδρύματος, νὰ προσφέρει τὸ ποσὸν τῶν τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμῶν, ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22/18-4-1970 πρακτικὸ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου της:

«Ἀριθμ. πράξεως 22

Σήμερον τὴν 18ην Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Σάββατον, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου καὶ 3) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου, μελῶν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, περὶ ὥραν 10ην πρωινήν, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἠγουμένου περὶ προσφορᾶς (δωρεᾶς) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος «Ἐκκλησιαστικὴ Στέγη «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης»», τὸ ὁποῖον θὰ περιθάλπῃ ἀνιάτους πάσχοντας, τὸ χρηματικὸν ποσὸν ἐκ τριάκοντα χιλιάδων (30.000) δραχμῶν,

Ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως προσφέρῃ (ὡς δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος «Ἐκκλησιαστικὴ Στέγη «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης»», τὸ ὁποῖον θὰ περιθάλπῃ ἀνιάτους πάσχοντας, τὸ χρηματικὸν ποσὸν ἐκ τριάκοντα χιλιάδων (30.000) δραχμῶν.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὑπογράφεται δεόντως:

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ                                              ΤΑ ΜΕΛΗ

Ἀρχιμ. Καλλίνικος Μεταξογένης               Ἀρχιμ. Εὐσέβιος Παπανάτσιος

                                                                      Ἀρχιμ.  Τιμόθεος Σκαρλάτος».

Τὸ ἴδιο ἔτος, 1970, ἡ Μητρόπολη Δημητριάδος, ἀποφάσισε, ἐπίσης, νὰ ἱδρύσει «ἐν Βόλῳ» καὶ «Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Θηλέων». Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, πάντοτε πρῶτο σὲ τέτοιες προσφορές, ἔσπευσε καὶ πρόσφερε, εὐθὺς καὶ πάλι ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακοίνωση τῆς ἵδρυσης αὐτῆς, γιὰ τὴν ὑλοποίηση τῆς «θεαρέστου καὶ κοινωφελοῦς αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος», τὸ ποσὸ τῶν πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμῶν, ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ  τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 33/ 13-7-1970 ἀπόφασή του:

«Ἀριθμ. πράξεως 33

Σήμερον τὴν 13ην Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Δευτέραν, καὶ περὶ ὥραν 11ην π.μ. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου καὶ 3) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου, μελῶν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου περὶ ἐνεργοῦς συμμετοχῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὴν θεάρεστον καὶ κοινωφελῆ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας εἰς Βόλον Γυμνασιακοῦ Οἰκοτροφείου Θηλέων, διὰ προσφορᾶς (δωρεᾶς) τοῦ ποσοῦ τῶν πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) δραχμῶν 

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως ἐνεργῶς συμμετάσχει ἡ Ἱερὰ Μονὴ εἰς τὴν θεάρεστον καὶ κοινωφελῆ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος περὶ ἱδρὐσεως καὶ λειτουργίας ἐν Βόλῳ καὶ Γυμνασιακοῦ Οἰκοτροφείου Θηλέων διὰ προσφορᾶς (δωρεᾶς) τοῦ ποσοῦ τῶν πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) δραχμῶν  ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡγούμενος Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης

Ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σκαρλάτος».

Στὴν Μαγνησία ὅμως, ἐκτὸς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, ὑπῆρχαν  καὶ ἄλλα μοναστήρια ποὺ ὄχι μόνο δὲν εἶχαν τὴν περιουσία ποὺ εἶχε τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀλλὰ εἶχαν ἀνάγκη στήριξης γιὰ τὴν ἐπιβίωσή τους. Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς  ἐνίσχυε καὶ τέτοια μοναστήρια. Ἕνα τέτοιο μοναστήρι ἦταν ἡ «ἐν Μακρυνίτσῃ» «Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου».

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γνωρίζοντας τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσει τὸ μοναστήρι αὐτὸ ἔσπευσε καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ νὰ ἐνισχύσει ὅπου μποροῦσε, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὸ παρακάτω ὑπ’ ἀριθ. 42/1-9-1970 πρακτικό του:

«Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 1ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1970, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τρίτην, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Παπανάτσιου καὶ 3) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου, μελῶν τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου ὅπως προσφέρῃ ὡς δωρεὰν καὶ ἐνίσχυσιν ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς εἰς τὴν ἐν Μακρινίτσῃ γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ἕν βαρέλιον ἐξ ἑκατὸν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων ἐλαίου, ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς καὶ διὰ ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) ὡς δωρεὰν καὶ ἐνίσχυσιν εἰς τὴν ἐν Μακρινίτσῃ γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου,  ἕν βαρέλιον ἐξ ἑκατὸν ἐνενήκοντα πέντε (195) χιλιογράμμων ἐλαίου, ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς καὶ διὰ ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν. Τὸ ἔλαιον θὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ἐν Μακρινίτσῃ, δαπάναις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ὁ Ἡγούμενος Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σκαρλάτος

Ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος».

Ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο πολλῶν τέτοιου εἴδους πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν διασωθεῖ, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἐξακολουθοῦσε ἐπὶ χρόνια πολλὰ νὰ δίνει τὴ βοήθειά του ὅπου παρουσιαζόταν ἀνάγκη.

Παραλείποντας τὴν λεπτομερῆ καὶ κατὰ λέξη παράθεση τῶν κειμένων πολλῶν ἄλλων παρόμοιων πρακτικῶν, γιὰ λόγους ἀποφυγῆς περιττολογιῶν, θ’ ἀναφέρουμε στὴ συνέχεια μόνο τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα κάποιων πράξεων ποὺ ἀποδεικνύουν τέτοιου εἴδους  προσφορές.

Μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμ.  46/18-9-1970 «πρακτικὸν» προσφέρθηκαν δωρεὰν «εἰς ἀπόρους οἰκογενείας ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ ποσότητες δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) χιλιογράμμων σίτου».

Τὴν ἴδια ἡμέρα, 18 Σεπτεμβρίου 1970, μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 47/18-9-1970 «Πρακτικὸν», τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Παναγίας Ξενιᾶς «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου περὶ προσφορᾶς (δωρεᾶς) χρηματικοῦ ποσοῦ εἰς τὸ ἀνεγειρόμενον ἐν Βόλῳ Πνευματικὸν Κέντρον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἐργασίας ἀνεγέρσεως καὶ ἀποπερατώσεως αὐτοῦ», ἀποφάσισε νὰ «προσφέρῃ» τὸ ποσὸ τῶν ἑκατὸν χιλιάδων (100.000)  δραχμῶν «ὡς συμβολὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὰς ἐργασίας ἀνεγέρσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Δὲν πέρασαν παρὰ μόλις πέντε ἡμέρες ἀπὸ τὶς παραπάνω προσφορὲς καὶ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς προέβη σὲ νέα δωρεά. Στὶς 23 Σεπτεμβρίου 1970, μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 55 πρακτικό του, ἀποφάσισε νὰ προσφέρει «εἰς τὴν ἐν Βόλῳ (Ἀνακασιᾷ) Σχολὴν Κωφαλάλων» ἕνα βαρέλι μὲ ἑκατόν ἐνενήντα (190) χιλιόγραμμα λαδιοῦ. Καὶ γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν προσφορά του ἀποφάσισε ἀκόμη ὅτι «τὸ ἔλαιον θὰ μεταφερθῇ ἐξ Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς εἰς τὸ ἐν Ἀνακασιᾷ Βόλου Ἵδρυμα (Σχολὴν) Κωφαλάλων, δαπάναις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς».

Στὸ μεταξὺ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς, ὕστερα ἀπὸ ἀλλεπάλληλες ἀλλαγὲς ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, εἶχε μετατραπεῖ τελικὰ ἀπὸ ἀνδρικὴ σὲ γυναικεία καὶ τὴν τεράστια περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ τὴν διαχειριζόταν πλέον τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς «Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Ἔτσι οἱ πολλὲς παρόμοιες πράξεις προσφορῶν της πραγματοποιοῦνταν πλέον ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς «Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὸ πρῶτο ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς διορίστηκε, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ ἀπόφαση τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος, τὴν 16η  Νοεμβρίου 1970 καὶ ἀποτελοῦνταν, ἀπὸ τὴν μοναχὴ Νυμφοδώρα Πατρινάκου, ὡς ἡγουμένη, καὶ τὶς μοναχὲς Σαλώμη Γελαδάκη καὶ Χριστοφόρα Ἀργυρίου, ὡς μέλη.

Ἡ πρώτη πράξη τοῦ νεοδιορισθέντος αὐτοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου πραγματοποιήθηκε στὶς 25 Νοεμβρίου καὶ ἀφοροῦσε στὴν «Προσφορὰ ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὸ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος»:

«Πρᾶξις 1η

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Ξενιᾶς συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρικάνου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου 3) Σαλώμης Γελαδάκη, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν σήμερον τὴν 25ην Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1970 καὶ ὥραν 11ην π. μ. ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱ. Μονῆς, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης περὶ ἀποστολῆς (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἑνὸς βαρελίου ἐλαίου ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιογράμμων ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς Ἱ. Μ. Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων

ἀποφαίνεται

ὅπως σταλῇ (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων  τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ποσότης ἐλαίου ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιογράμμων, ἤτοι ἑνὸς πλήρους βαρελίου ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων του.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα ἥτις ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                  (Τ.Σ.)                           τὰ Μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου                                 Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                                            Σαλώμη Γελαδάκη».

Στὶς 9 Ἰανουαρίου τοῦ 1971 τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς «συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν …», μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 8/9-1-1971 πράξη του» ἀποφάσισε τὴν προσφορὰ «διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων τῶν ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφείων τῆς Ἱερᾶς  Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑκατόν δέκα (110) τεμαχίων προσοψίων καὶ πεντήκοντα (50) τεμαχίων ρινομάκτρων».

Τὴν ἑπόμενη ἀκριβῶς ἡμέρα, 10 Ἰανουαρίου 1971, τὸ ἴδιο ἡγουμενοσυμβούλιο μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «πρακτικό» του ἀποφάσισε τὴν προσφορὰ ὀγδόντα ἐννέα χιλιάδων (89.000) δραχμῶν ὡς συμβολή του  στὶς δαπάνες ἀνέγερσης τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Συνεχίζοντας τὶς προσφορὲς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς  ἀναφέρουμε ὅτι λίγες ἡμέρες ἀργότερα, στὶς 27 Ἰανουαρίου 1971, προσφέρθηκαν ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτά (197) χιλιόγραμμα λαδιοῦ στὸ Γυμνασιακὸ Οἰκοτροφεῖο τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος:

«Πρᾶξις 11η. Σήμερον, τὴν 27ην Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1971, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τετάρτην καὶ ὥραν 10 π. μ., τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μοναχῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς ἡγουμένης ….. ἀποφαίνεται ὅπως σταλῇ (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ποσότης ἐλαίου   ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) κιλῶν, ἤτοι ἑνὸς βαρελίου ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφἰμων».

Στὶς 12 Ἰουλίου 1971, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, «ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς ἡγουμένης» μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ.  20/12-7-1971 πράξη του, προσέφερε ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) κιλὰ λάδι, ἤτοι  «ἑνὸς βαρελίου πλήρους ἐλαίου διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν» τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Ἦταν, ἤδη καλοκαίρι καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ λειτουργοῦν οἱ παιδικὲς κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης Δημητριάδος, οἱ ὁποῖες χρειάζονταν καὶ αὐτὲς λάδι. Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦρθε καὶ πάλι νὰ βοηθήσει. Μὲ τὴν ἴδια παραπάνω πράξη του, 20/12-7-1971, προσέφερε ἄλλα ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) κιλά λάδι: «ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ δωρεὰν εἰς τὰς κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἑπτὰ (197) χιλιόγραμμα ἐλαίου, ἤτοι ἑνὸς πλήρους βαρελίου, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατασκηνωτῶν».

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ ἴδιου χρόνου εἶχαν ἀρχίσει, ὅπως κάθε χρόνο τὴν ἴδια ἐποχή, νὰ λειτουργοῦν τὰ σχολεῖα. Παράλληλα ἄρχισε τὴ λειτουργία του καὶ τὸ τὸ «ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος». Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἦρθε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀρωγὸς στὸ ἔργο αὐτὸ τῆς Μητρόπολης: «Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς ἡγουμένης περὶ ἀποστολῆς (δωρεὰν) εἰς τὸ ἐν Βόλῳ Γυμνασιακὸν Οἰκοτροφεῖον Ἀρρένων τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑνὸς βαρελίου πλήρους ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ….ἀποφαίνεται ὅπως σταλῇ δωρεὰν….ποσότης διακοσίων (200)  χιλιογράμμων ἐλαίου διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων…». (Ἁριθμ. Πρακτικοῦ 33/12-10-1971».

Στὶς 16 Δεκεμβρίου 1971, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 40/16-12-1971  πράξη του, τὸ  Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, προέβη στὴν «προσφορὰ διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν».

Μὲ τὴν ἴδια πράξη (40/16-12-1971), ἔγινε παράλληλα καὶ μία ἄλλη ἰσόποση προσφορὰ ἄλλων «διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰ  Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

 Στὶς 3 Φεβρουαρίου τοῦ 1972, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ.  2/3-2-1972  πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀποφασίστηκε ἡ  «προσφορὰ εἰς τὰ ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ τὴν Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος τριακοσίων (300) προσοψίων, ἤτοι ἀνὰ ἑκατὸν τεμάχια εἰς ἕκαστον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

 Δύο μόλις μῆνες ἀργότερα, στὶς 19 Ἀπριλίου τοῦ 1972, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 8/19-4-1972 πράξη, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, πραγματοποίησε ἄλλη μία  «προσφορὰ τετρακοσίων (400) χιλιογράμμων ἐλαίου, ἤτοι δύο πλήρη βαρέλια τῶν διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον» καὶ πάλι, «εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 11 Σεπτεμβρίου τοῦ 1972, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 23/11-9-1972 πράξη του «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Μονῆς καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης …. ἀποφαίνεται: Ψηφίζει ὅπως σταλῇ δωρεὰν εἰς τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου, διακοσίων (200) χιλιογράμμων, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν».

Στὶς 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1972, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 27/27-9-1972 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου του, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς πρόσφερε «εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος» «ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Μονήν», δύο βαρέλια πλήρη ἐλαίου τετρακοσίων (400) συνολικῶς χιλιογράμμων «διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 17 Ἰανουαρίου 1974, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1/17-1-1973 πράξη του, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς» ἀποφάσισε «νὰ σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διακόσια (200) τεμάχια  προσοψίων διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 31 Ἰανουαρίου 1973, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2/31-1-1973 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, πραγματοποιήθηκε ἄλλη μία ἀκόμα προσφορὰ «τετρακοσίων (400) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 27 Ἰουλίου 1973, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 12/27-7-1973 πράξη του τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς «ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης» … «ἀποφαίνεται: ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) δωρεὰν  εἰς τὰς κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διακόσια (200) χιλιόγραμμα ἐλαίου, ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατασκηνωτῶν».

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὰ πλαίσια τῶν παντοειδῶν κοινωνικῶν του προσφορῶν συμπεριλάμβανε, ὅπως ἀναφέρθηκε, καὶ τὴν ἐνίσχυση ἄλλων μοναστηριῶν ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἀνάγκες ἐπιβίωσης. Ἔτσι στὶς 23 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1973, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 20/23-9-1973 πράξη του τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιό του ἀποφάσισε τὴν   «προσφορὰ διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Γερασίμου Μακρινίτσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μοναζουσῶν».

Τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ μὲ τὴν ἴδια παραπάνω πράξη του (20/23-9-1973) τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀποφάσισε ἐπίσης νὰ προσφέρει «εἰς τὰ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων τῆς Ἱερᾶς Μητροπολεως Δημητριάδος ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου, διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων». Συνολικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 20/23-9-1973 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου του ἑξακόσια (600) χιλιόγραμμα ἐλαίου

Στὶς 7 Ἰανουαρίου τοῦ 1974, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1/7-1-1974 πράξη του τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀποφάσισε τὴν  «προσφορὰ τετρακοσίων (400)  χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1974, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4/10-1-1974 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀποφασίστηκε ἡ δωρεὰν ἀποστολὴ «Διακοσίων (200) τεμαχίων προσοψίων εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων», «ἤτοι ἀνὰ ἑβδομήκοντα πέντε (75) τεμάχια εἰς τὰ «Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων» καὶ πεντήκοντα (50) τεμάχια «εἰς τὴν Σχολὴν Κωφαλάλων»».

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10 πράξη του, στὶς 20 Μαρτίου τοῦ 1974 «τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν …» ἀποφάσισε «ὅπως σταλοῦν δωρεὰν ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων». Συνολικὴ προσφορὰ μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς πράξης αὐτῆς τετρακοσίων (400) χιλιογράμμων ἐλαίου.

Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἴδιου χρόνου,  μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 13/9-9-1974 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἔγινε μία ἄλλη ἀκόμα προσφορὰ, συνολικῶς ἑξακοσίων (600) χιλιογράμμων ἐλαίου. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον ἀποφάσισε ὅπως σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος «ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

 Σημαντικὴ πάντοτε ἦταν ἡ συμβολὴ καὶ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὸ πνευματικό, ἐν γένει, ἔργο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 17/5-10-1974 πράξη του «τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …. συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν …. καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης …. ἀποφαίνεται: Ψηφίζει ὅπως δοθοῦν δωρεὰν πεντήκοντα χιλιάδες (50.000) δραχμαὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ πνευματικοῦ ἔργου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος κατὰ τὴν ἀρξαμένην περίοδον (ἀγορὰ βιβλίων κ.τ.λ.)».

Συνεχίζοντας τὸν κατάλογο τῶν συνεχῶν προσφορῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, φτάνουμε στὸν Ἰανουάριο τοῦ 1975. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1975 συνεχίστηκαν οἱ προσφορὲς τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ.  1/22-1-1975 ἀποφασίστηκε «ὅπως σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων, ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου εἰς μὲν τῶν Ἀρρένων διακοσίων (200) χιλιογράμμων εἰς δὲ τῶν Θηλέων ἑκατὸν ἑπτὰ (107) χιλιογράμμων». Σύνολον προσφορᾶς μὲ τὴν πράξη αὐτὴ τριακοσίων ἑπτὰ (307) χιλιογράμμων ἐλαίου.

Ἀλλὰ καὶ τὴν λειτουργία τῶν παιδικῶν κατασκηνώσεων τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος  ἐνίσχυε τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4/14-7-1975 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου της πραγματοποιήθηκε «προσφορὰ διακοσίων δέκα πέντε (215) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὰς  κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 12/5-11-1975 «τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Ἀργυρίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ….. ἀποφαίνεται: ψηφίζει ὅπως σταλοῦν δωρεὰν εἰς τὰ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων καὶ Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες τῶν διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων». Συνολικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μὲ τὴν παραπάνω πράξη ἑξακοσίων (600) χιλιογράμμων ἐλαίου,

Μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2/9-2-1976 πράξη πραγματοποιήθηκε ἄλλη μία ἀκόμη «προσφορὰ διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἐλαίου εἰς τὸ  ἐν Βόλῳ Οἰκοτροφεῖον ἀρρένων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Στὶς 4 Ὀκτωβρίου 1976 μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10 πράξη ἔγινε μία ἀκόμη προσφορὰ  ἑξακοσίων (600) συνολικὰ χιλιογράμμων ἐλαίου σὲ ἱδρύματα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω πράξη τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς «ἀποφαίνεται ὅπως σταλοῦν δωρεὰν ἀνὰ ἕν βαρέλιον πλῆρες ἐλαίου διακοσίων (200) χιλιογράμμων ἕκαστον εἰς τὰ Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καὶ Θηλέων  καὶ εἰς τὴν Σχολὴν Κωφαλάλων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τροφίμων».

Πλήρης καὶ ἀναλυτικὸς κατάλογος τῶν προσφορῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολον νὰ καταρτισθεῖ καὶ γιατὶ τὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς σώζεται ἀποσπασματικὰ καὶ εἶναι καὶ διασκορπισμένο ἀλλὰ καὶ γιατὶ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός μας. Κάποια εὐχαριστήρια ἔγγραφα τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος, ὡστόσο, θὰ παραθέσουμε στὴ θέση αὐτή, γιατὶ συμπληρώνουν τὴν εἰκόνα.

«Βόλος, τῇ 5 Ἰουλίου 1972.

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς ἐνθέρμους διὰ τὰς ὑπὸ τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς χορηγηθείσας εἰς τὸ Σχολεῖον Κωφαλάλων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ποσότητας ἐλαίου κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ λήξαντος σχολικοῦ ἔτους 1971 -1972. Διερμηνεύομεν δὲ καὶ τὰ εὐγνώμονα ἔναντι ὑμῶν αἰσθήματα τῶν μαθητῶν τοῦ Σχολείου.

Ἐπικαλούμενοι δ’ ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ πάσας τὰς ἀδελφὰς τῆς Ἱερᾶς ὑμῶν Μονῆς πλουσίαν τὴν χάριν  καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ Κυρίου.

Διατελοῦμεν

Ἔνθερμος πρὸς Θεὸν εὐχέτης

(Ὑπογραφή)».

«Βόλος 15 Νοεμβρίου 1975

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς Ξενιᾶς,

Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς θερμὰς ἡμῶν εὐχαριστίας διὰ τὰ ὑπὸ τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς προσφερθέντα δύο δοχεῖα ἐλαίου καὶ 30 κιλὰ ρεβύθια πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Οἰκοτροφείων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ὁλοψύχως δ’ εὐχόμεθα, ὅπως ὁ Κύριος χορηγῇ εἰς ὅλην τὴν Ἀδελφότητα τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς πλουσίας τὰς εὐλογίας καὶ τὰ δωρήματα Αὐτοῦ.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

«Βόλος 15 Δεκεμβρίου 1975

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς Ξενιᾶς,

Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς θερμοτάτας ἡμῶν εὐχαριστίας διὰ τὰ ἐκ μέρους ὑμῶν προσφερθέντα τρόφιμα ὑπὲρ τῶν Οἰκοτροφείων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ὁλοψύχως δ’ εὐχόμεθα, ὅπως ὁ Δωροδότης Κύριος χορηγῇ πάντοτε εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συντρέχουν τὸ ἔργον τῆς Ἱερᾶς Μητροπολεως, πλουσίας τὰς εὐλογίας καὶ τὰ δωρήματά Του.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ἀριθ. Πρωτ. 1050

Ἐν Βόλῳ τῇ 6 Ἀπριλίου 1976

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς Ξενιᾶς,

Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Διὰ τῆς παρούσης ἐκφράζομεν ὑμῖν τὰς θερμὰς ἡμῶν εὐχαριστίας διὰ τὴν προσφορὰν εἰδῶν διατροφῆς πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Οἰκοτροφείων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως (400 κιλὰ ἐλαίου ἐκ τῶν ἀποθεμάτων τῆς ὑμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς).

Ὁλοψύχως δ’ εὐχόμεθα, ὅπως ὁ μισθαποδότης Κύριος χορηγῇ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς πάντας τοὺς προσφέροντας τὴν συνδρομήν των ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων Ἱδρυμάτων πλουσίας τὰς εὐλογίας καὶ τὰ δωρήματα Αὐτοῦ.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

Ἐντελῶς ἰδιαίτερο κεφάλαιο στὸν τομέα τῆς τομέα τῆς γενικότερης κοινωνικῆς προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς θὰ μποροῦσε ν’ ἀποτελέσει ἡ προσφορὰ της πρὸς τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δημητριάδος γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου της.

Ἐκτὸς απὸ ὅσα σποραδικὰ ἀναφέρθηκαν παραπάνω θὰ μνημονεύσουμε στὴ  συνέχεια κάποιες μόνο προσφορὲς ποὺ δόθηκαν εἰδικὰ στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος.

Στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1968, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀποτελούμενο ἀπὸ τὸν ἡγούμενο ἀρχιμανδρίτη Καλλίνικο Μεταξογένη καὶ τοὺς ἀρχιμανδρίτες Εὐσέβιο Παπανάτσιο καὶ Παῦλο Λάιο, πρόσφερε στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δημητριάδος τὸ ποσὸ τῶν δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) δραχμῶν, γιὰ τὴν ἐνίσχυση τοῦ ἔργου της.

Στὶς 6 Ἰανουαρίου 1969 τὸ ἴδιο, ὅπως παραπάνω, ἡγουμενοσυμβούλιο, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2 πράξη του, πρόσφερε ὅλο τὸ χρηματικὸ ποσὸ ποὺ εἶχε κατατεθειμένο στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα. «Ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς δυσκολίας, ἅς συναντᾶ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Δημητριάδος… ἀποφαίνεται ὁμοφώνως: ἀποφασίζει ὅπως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν εἴκοσι πέντε χιλάδων ἑβδομήκοντα τριῶν καὶ 0,80 (125.073, 80) δραχμῶν τὸ κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσφερθῇ ὡς οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως».

Στὶς 22 Ἰανουαρίου 1969, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίας ἀπηύθυνε τὸ παρακάτω ἔγγραφο  «Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς»:

«Ἀναλαβὼν τὴν διαποίμανσιν τῆς παλαιφάτου ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως, εὑρέθην πρὸ πολλῶν δυσχερειῶν. Ἡ σπουδαιοτέρα δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν συναντῶ, εἶναι οἰκονομικῆς φύσεως. Τὰ οἰκονομικὰ τῆς Μητροπόλεως  εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε κινδυνεύωμεν νὰ διασυρθῶμεν, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις.

Πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως εὑρισκόμενοι καὶ προκειμένου νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ κύρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας, ἀπευθυνόμεθα πρὸς ὑμᾶς, μὲ τὴν προτροπὴν ὅπως συνδράμητε τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν οἰκονομικῶς, προσφέροντες εἰς αὐτὴν ὑπὸ τύπον δωρεᾶς ἤ δανείου τὸ εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν εὑρισκόμενον χρηματικὸν ποσόν.

Μετ’ εὐχῶν πρὸς Κύριον

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ο Δημητριάδος

+ Ἠλίας».

Καὶ ἐνῶ, μόλις λίγες ἡμέρες πρίν, στὶς 6 Ἰανουαρίου 1969, ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς εἶχε προσφέρει στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος ὅλο τὸ χρηματικὸ ποσὸ ποὺ εἶχε κατατεθειμένο στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔσπευσε καὶ πάλι νὰ προσφέρει ὅλο τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὴν διάθεσίν του χρηματικὸν ποσὸν, ἀνταποκρινόμενη στὸ αἴτημα τοῦ Μητροπολίτη.

Ὅταν ἡ Μητρόπολη Δημητριάδος ἀποφάσισε νὰ δημιουργήσει δικό της Κηροπλαστεῖο, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἔσπευσε νὰ στηρίξει στὰ πρῶτα βήματα καὶ αὐτὴν τὴν προσπάθεια.

Στὶς 4 Νοεμβρίου 1975, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιό του, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11/4-11-1975 πράξη του, «συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, περὶ ὥραν 10ην π. μ.. ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης …. ἀποφαίνεται: Ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) δωρεὰν εἰς τὸ Κηροπλαστεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἑξακόσια (600) χιλιόγραμμα ἀποκήρου ἐκ τοῦ ἐναποθηκευμένου εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ νεοσυσταθέντος καταστήματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Στὶς 27 Μαρτίου 1978, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 1/27-3-1978 πράξη του, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πρόσφερε  ὀκτακόσια (800) χιλιόγραμμα ἀποκήρου «διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κηροπλαστείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος».

Δυὸ χρόνια νωρίτερα, ὡστόσο, τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1976, εἶχε πραγματοποιήσει μία ἄλλη πολὺ σημαντικότερη προσφορά. Πρόσφερε τὸ αὐτοκίνητο ποὺ εἶχε τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς «διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κηροπλαστείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος»:

«Πρᾶξις 1η. Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν 7ην Φεβρουαρίου ἔτους 1976, ἡμέραν Σάββατον καὶ ὥραν 10ην π. μ., τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τῆς Ἡγουμένης  περὶ ἀποστολῆς δωρεὰν τοῦ αὐτοκινήτου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος,

ἀποφαίνεται

Ψηφίζει ὅπως ἀποστείλῃ (προσφέρῃ) δωρεὰν τὸ αὐτοκίνητον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κηροπλαστείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ ὑποβάλλει ταύτην τὴν πρᾶξιν τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Δημητριάδος κ. κ. Χριστοδούλῳ, μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ  ἐγκρίνῃ  ταύτην,

 Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα πρᾶξις καὶ ὑπογράφεται ὡς ἕπεται.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                                      Τὰ μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου  (Τ.Σ.)     Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                       Σαλώμη Γελαδάκη».

Στὰ ἑπόμενα χρόνια ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς συνεχίζει τὴν προσφορά της μὲ μεγαλύτερες παροχές. Ἔτσι στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1979 παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιό της στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος ἕνα οἰκόπεδό της στὸν Ἁλμυρὸ γιὰ ἀνέγερση «Πνευματικοῦ Κέντρου»:

«Πρᾶξις 9η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν 12ην Ὀκτωβρίου 1979, ἡμέραν Παρασκευὴν καὶ ὥραν 10ην π. μ. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας  Αὐγερίου καὶ  3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ.  1642/28-9-1979 ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, δι’ οὗ παραγγέλλεται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἀδελφή τις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ οἰκοπέδου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ κειμένου εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅπερ παραχωρεῖ αὔτη δωρεὰν εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος πρὸς ἀνέγερσιν Πνευματικοῦ Κέντρου

Ἀποφασίζει καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὴν ἀδελφὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μοναχὴν Σαλώμη Γελαδάκη, ὅπως μεταβῇ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ προαναφερθέντος οἰκοπέδου.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα πρᾶξις καὶ ἀναγνωσθεῖσα ὑπογράφεται ὡς ἕπεται:

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                                              Τὰ μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου (Τ.Σ.)                   Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                                 Σαλώμη Γελαδάκη».

Ἡ παραπάνω παραχώρηση πραγματοποιήθηκε, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ παραπάνω πρακτικό, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος: «λαβὸν ὑπ’ ὄψιν (τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον) τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ.  1642/28-9-1979 ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, δι’ οὗ παραγγέλλεται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἀδελφή τις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων…».

Μὲ τὸ ἴδιο  ἔγγραφο «παραγγελλόταν» νὰ γίνει καὶ ἡ ἐξουσιοδότηση γιὰ τὴν ὑπογραφὴ «παραχωρητηρίων συμβολαίων» τοῦ μεγάλου ἐλαιοπεριβόλου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς στὶς «Νηὲς» τῆς Σούρπης, συνολικῆς ἐκτάσεως 1.100 περίπου στρεμμάτων στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δημητριάδος, παραχώρηση ποὺ σήμανε καὶ τὴν σχεδὸν ὁλοκληρωτικὴ ἀποστέρηση τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀπὸ τὴν περιουσία της ἐκείνη, ποὺ στάθηκε ὁ ἀκένωτος τροφοδότης καὶ πάροχος τόσης συμπαράστασης καὶ προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ στοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς σἐ κάθε δύσκολη περίσταση καὶ σὲ κάθε ἀνάγκη.

Ἡ δεύτερη αὐτὴ μεγάλη παραχώρηση ποὺ σήμανε καὶ τὸ ὁριστικὸ  τέλος τῆς δυνατότητας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γιὰ παροχὴ συνεχοῦς καὶ ἀποτελεσματικῆς βοήθειας, πραγματοποιήθηκε δύο μῆνες ἀργότερα, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ σχετικὸ πρακτικό:

«Πρᾶξις 12η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν 22αν Δεκεμβρίου 1979, ἡμέραν Σάββατον καὶ ὥραν 10ην π. μ. , τὸ  Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, συγκείμενον ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν 1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, Χριστοφόρας Αὐγερίου, μοναχῆς καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μοναχῆς, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ.  1642/28-9-1979 ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, δι’ οὗ παραγγέλλεται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἀδελφή τις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ εἰς θέσιν «Νηὲς» ἐλαιοπεριβόλου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἐκτάσεως 1.100 περίπου στρεμμάτων, ὅπερ παραχωρεῖ αὔτη δωρεὰν εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος, ὅπως ἀξιοποιήσῃ αὐτὸ πρὸς ἀνέγερσιν καὶ συντήρησιν τῶν Ἱδρυμάτων τῆς «Πολιτείας Ἀγάπης»

Ἀποφασίζει καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὴν ἀδελφὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μοναχὴν Σαλώμη Γελαδάκη, ὅπως μεταβῇ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν παραχωρητηρίων συμβολαίων τοῦ προαναφερθέντος ἐλαιοπεριβόλου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς πρὸς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἡ Ἡγουμένη                                              Τὰ μέλη

Νυμφοδώρα Πατρινάκου (Τ.Σ.)                   Χριστοφόρα Αὐγερίου

                                                                 Σαλώμη Γελαδάκη».

Μεγάλες ἦταν καὶ οἱ προσφορὲς χρηματικῶν ποσῶν ἐκ μέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ποσὰ ποὺ εἰσπράττονταν  ἀπὸ τὶς περιοδεῖες ποὺ γραγματοποιοῦσαν οἱ μοναχοὶ σὲ διάφορα χωριὰ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.

Ἔτσι ἀπὸ τὰ ποσὰ ποὺ συγκεντρώθηκαν σὲ μία μόνο περιοδεία, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομε πόσα ἦταν συνολικά, προσφέρθηκαν ἑξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμές «πρὸς ἀντιμετώπισιν δαπανῶν ἀνεγέρσεως κτιρίων τῶν Παιδικῶν Κατασκηνώσεων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς θέσιν «Νηὲς» τῆς Σούρπης».

Γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ἔχουμε ὑπ’  ὄψη μας τὴν σχετικὴ πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου ἀλλὰ μόνο τὴν ἐγκριτικὴ ἀπόφαση τοῦ Μητροπολίτη:

«ΑΠΟΦΑΣΙΣ

Ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἡ Ἱερὰ Μητρόπολίς μας συναντᾷ πρὸς ἀντιμετώπισιν δαπανῶν ἀνεγέρσεως  κτιρίων τῶν Παιδικῶν Κατασκηνώσεων εἰς θέσιν «Νηὲς» Σούρπης

Ἀποφασίζομεν

Ἐγκρίνομεν τὴν ἐκ τῶν συλλεγέντων ποσῶν ἀπὸ τὴν περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος Παναγίας Ξενιᾶς διάθεσιν  ποσοῦ ἐκ δραχμῶν ἑξακοσίων χιλιάδων, (600.000), πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐξόδων ἀνεγέρσεως  κτιρίων τῶν Παιδικῶν Κατασκηνώσεων εἰς θέσιν «Νηὲς» Σούρπης.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

 

 

 

Πολὺ σημαντικὲς εἶναι οἱ προσφορὲς καὶ ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς πρὸς κάποιες κοινότητες χωριῶν τῆς περιοχῆς.

Στὶς 11 Νοεμβρίου τοῦ 1979 οἱ κάτοικοι τῆς Ἁγίας Τριάδας ἀντιμετώπιζαν τὸ πρόβλημα τῆς ἀκαταλληλότητας τοῦ πόσιμου ὕδατος ποὺ κατανάλωναν ἀπὸ τὸ ὑπάρχον δίκτυο  ὕδρευσης τοῦ χωριοῦ. Γιὰ τὴ λύση τοῦ προβλήματος τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο τοῦ χωριοῦ σκέφθηκε νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Σ’ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν πασίγνωστο τὸ περίφημο νερὸ τῆς «Κερασιᾶς». Ἡ «Κερασιὰ» ἦταν μιὰ θαυμάσια τοποθεσία στὴν περιοχὴ τοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ». Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ ὁμώνυμη πηγὴ μὲ ἄφθονο καὶ πολὺ καλὸ νερὸ. Τὸ νερὸ αὐτῆς τῆς πηγῆς ζήτησε τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο τῆς Ἁγίας Τριάδας ἀπὸ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ξενιᾶς. Ἐπειδὴ δὲ γιὰ μιὰ τέτοια παραχώρηση χρειαζόταν ἡ ἄδεια τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος ἀπευθύνθηκε σχετικὸ ἔγγραφο πρὸς αὐτόν:

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΛΜΥΡΟΥ

ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ      

                                                    Ἐν Ἁγίᾳ Τριάδι τῇ 11 -11 – 1979

                     Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος

                         Κύριον Χριστόδουλον

                         Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος

                                                             Εἰς Βόλον

Σεβασμιώτατε,

Κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου μας, λόγῳ τῆς ἀκαταλληλότητος πρὸς πόσιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος ὕδατος, ἐξ οὗ ὑδρεύονται οἱ κάτοικοι τῆς ἡμετέρας Κοινότητος, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν δυσμενῶν ἐπιπτώσεων ἐπὶ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων μας, ἀποφασίσαμε ν’ ἀποτανθοῦμε  εἰς τὴν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα καὶ νὰ παρακαλέσωμεν Ὑμᾶς ὅπως ἐγκρίνητε τὴν παραχώρησιν τοῦ ὕδατος ἐκ τῆς ὑπαρχούσης πηγῆς εἰς θέσιν «Κερασέα» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς Κοινότητός μας.

Παρακαλοῦμεν Ὑμᾶς ὅπως οἱ ὅροι δεσμεύσεως νὰ εἶναι εὐνοϊκοί, διὰ τὴν χορήγησιν μελλοντικοῦ δανείου παρὰ τῆς Νομαρχίας, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὅλου ἔργου.

Ὑποβάλλομεν τὰ Σέβη μας

Διὰ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον τῆς Κοινότητος

Ὁ Πρόεδρος

(Τ.Σ.Υ.)

Ἰωάννης Ἀθ. Ντούκας»

Ἡ αἴτηση ἐγκρίθηκε, τὸ περίφημο καὶ ζηλευτὸ νερὸ τῆς «Κερασιᾶς» ἔφτασε μέχρι τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ οἱ κάτοικοί της ἀπολάμβαναν πλέον πολὺ καλό νερό. Πολλοὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ἀκόμη καὶ ἀπὸ γειτονικὰ μέρη, γνωρίζοντας τὴν καλὴ ποιότητα τοῦ νεροῦ αὐτοῦ, πήγαιναν μὲ παγούρια καὶ διάφορα ἄλλου εἴδους δοχεῖα νὰ πάρουν καὶ νὰ πιοῦν νερὸ τῆς «Κερασιᾶς». Ἦταν μία ἀκόμα σημαντικότατη προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στοὺς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς του.



[1] Ἀρχεῖον Ι. Μ. Δημητριάδος,  τόμ. Γ΄, ἔγγρ. 243.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο ένατο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του με τὸ λαό

Ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ (α΄ μέρος)

Οὐδέποτε στὴ μακραίωνη ἱστορία του τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς λειτούργησε ὡς ἕνα αὐστηρὸ καὶ καθαρὰ μοναστικὸ κέντρο, ἀπομονωμένο ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς βιωτικές τους ἀνάγκες καὶ ἀπὸ τὴν γύρω του ὑπάρχουσα ζῶσα κοινωνία μὲ τὰ προβλήματά της. Οἱ καλόγεροι ποὺ ἐγκαταβίωναν σ’ αὐτὸ δὲν ζοῦσαν ἀπομονωμένοι καὶ περιορισμένοι αὐστηρὰ καὶ μόνο στὸν ἰδιαίτερο δικό τους χῶρο τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀφοσιωμένοι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὶς «διακονίες» τους, στὴν προσευχὴ καὶ στὴ λατρεία.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν ἕνα μοναστήρι δεμένο ἀναπόσπαστα μὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς γύρω περιοχῆς του.  Στὴν πραγματικότητα ἦταν δημιουργημένο ἀπὸ αὐτούς καὶ ἐπανδρωμένο κατὰ τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ ἀπὸ ντόπιους καλογέρους. Οἱ μοναχοί του, παράλληλα μὲ τὴν ἀτομική τους ἀφιέρωση στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὑπηρετοῦσαν καὶ ἐξυπηρετοῦσαν καὶ τὶς λατρευτικὲς  καὶ κατηχητικὲς ἀνάγκες τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς. Παρενέβαιναν εὐεργετικὰ στὶς οἰκονομικὲς δυσχέρειες τῶν γύρω ἀπὸ αὐτὸ κατοίκων ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς δύσκολες περιστάσεις. Ὅλες αὐτὲς οἱ ὑπηρεσίες θεωροῦνταν καὶ ἐντάσσονταν στὴν ἀποστολὴ τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἐξ  ἄλλου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει κάτι διαφορετικὸ ἀφοῦ στὶς ἐργασίες ἀξιοποίησης τῆς μεγάλης κτηματικῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπασχολοῦνταν καθημερινὰ μονίμως πολλοὶ λαϊκοί, κάτοικοι τῶν διπλανῶν χωριῶν, ποὺ διέμεναν σὲ παράλληλα οἰκήματα τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τρέφονταν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Πάρα πολλοὶ ἦταν ἀκόμη ἐκεῖνοι ποὺ συμμετεῖχαν ἐθελοντικὰ χωρὶς ἀμοιβὴ στὶς διάφορες γεωργικὲς ἤ ἄλλου εἴδους ἐργασίες τοῦ Μοναστηριοῦ.

Γιὰ τοὺς κατοίκους κυρίως τῶν γύρω ἀπὸ αὐτὸ χωριῶν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἦταν τὸ δικό τους Μοναστήρι, τὸ ἱερό τους κέντρο, τὸ κοινὸ προσκύνημά τους, τὸ καταθετήριο τῶν ἐρωτημάτων τους καὶ τῶν προβληματισμῶν τους, ὁ συμβουλάτοράς τους, ὁ σίγουρος καὶ πάντοτε πρόθυμος εὐεργέτης τους, ἡ καταφυγὴ καὶ τὸ ἀσφαλὲς καὶ μόνιμο, ὅποτε χρειαζόταν, στήριγμά τους

Ἡ καλλιέργεια τῶν ἀπέραντων χωραφιῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἡ περιποίηση τῶν πολλῶν περιβολιῶν του, τῶν ἐλαιοκτημάτων του, ἡ βόσκηση τῶν κοπαδιῶν του, ἡ φροντίδα τῶν ὀρνιθώνων, τῶν μελισσιῶν, ἡ περιποίηση τῶν κήπων του, ἡ συγκομιδὴ τῶν παντοειδῶν καρπῶν καὶ ἄλλων προϊόντων, ἀπασχολοῦσε ἕνα πολυπληθὲς ἐργατικὸ προσωπικὸ λαϊκῶν ὑπὸ τὴν ἄμεση προσωπικὴ ἐποπτεία τῶν καλογέρων.

Ἕνα πλῆθος ἐπισκεπτῶν καὶ προσκυνητῶν ἀπὸ μακρινότερα μέρη, ποὺ θὰ διανυκτέρευαν στὸ Μοναστήρι, ἦταν μιὰ τακτικὴ καὶ συνήθης καθημερινὴ πραγματικότητα. Ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν λατρευτικῶν καὶ τῶν ἄλλων ποικίλων ἀναγκῶν τῶν ἐπισκεπτῶν καὶ προσκυνητῶν αὐτῶν δὲν ἦταν μόνο μία ἀπὸ τὶς βασικὲς παροχὲς καὶ καθιερωμένες ὑποχρεώσεις τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ ἀποτελοῦσε καὶ θεωροῦνταν, καὶ ἀπὸ τοὺς μοναχούς του καὶ ἀπὸ ὅλους ὅσους ζοῦσαν γύρω ἀπὸ αὐτό, μία βασικὴ κοινὴ ἀποστολὴ ὅλων. Ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν ἐπισκεπτῶν προσκυνητῶν τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἡ φιλοξενία τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀπὸ ὅσους ζοῦσαν στὸ Μοναστήρι, καλόγερους καὶ λαϊκούς, ἦταν τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἡ Παναγία γιὰ τὴν παροχὴ αὐτῆς τῆς φιλοξενίας.

Ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν  ἐπισκεπτῶν, ἡ βοήθεια στὴν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τους, θεωροῦνταν ἀπὸ ὅλους, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, ὅτι ἦταν ὄχι μόνο ἕνας ἀπὸ τοὺς προορισμοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ καὶ ἕνα μέσον ἔμμεσης ἐξυπηρέτησης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἕνας ἀπαραίτητος ρόλος στὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τοῦ Μοναστηριοῦ. Οἱ ξενῶνες τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν πάντοτε ἀνοικτοὶ γιὰ ὅσους χρειαζόταν νὰ διανυκτερεύσουν ἐκεῖ.

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, κυρίως κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες τῆς μακροχρόνιας περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχουμε καὶ τὶς περισσότερες καὶ πιὸ συγκεκριμένες πληροφορίες, ἦταν ἕνα κέντρο καθημερινῆς σχεδὸν ἀναφορᾶς γιὰ τοὺς περισσότερους κατοίκους τῶν κοντινῶν τουλάχιστον καὶ γύρω ἀπὸ αὐτὸ χωριῶν. Κατὰ τὴν περίοδο ἰδίως τῆς σκληρῆς Τουρκοκρατίας τὸ «Μοναστήρι» ἦταν ἡ καρδιὰ καὶ ἡ βασικὴ κινητήρια δύναμη καὶ τὸ στήριγμα τῆς γύρω κοινωνίας.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἦταν γιὰ πάρα πολλοὺς ὄχι μόνο τὸ ἀγαπημένο λατρευτικό τους κέντρο ἀλλὰ καὶ τὸ μοναδικὸ ἀσφαλὲς καταφύγιό τους γιὰ τὴ λύση ὅλων τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς τους. Καθὼς μάλιστα στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ἦταν δυνατὸν  νὰ ὑπάρχει δυναμικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ κεντρικὴ πολιτική, κοινοτικὴ καὶ κοινωνικὴ διοίκηση, τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἔπρεπε νὰ καλύπτει, καὶ «ἐν πολλοῖς» κάλυπτε καὶ ἀναπλήρωνε ἀρκετὰ ἀποτελεσματικά, καὶ τὸ «κενὸ» αὐτό.

Σ’ αὐτὸ  βοηθοῦσε σημαντικὰ τὸ ὅτι  τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας» ἦταν σεβαστὸ ἀπὸ ὅλους, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Στὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διαχεόταν  τριγύρω, λόγῳ θρύλων, λόγῳ ἀκουσμάτων καὶ παραδόσεων, μιὰ ἀτμόσφαιρα «θεϊκοῦ» μυστηρίου καὶ «φόβου Θεοῦ». Ὑπῆρχε μία διαχρονικὴ καθολικὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀκτινοβολούσας ἱερότητας. Ὑπῆρχε διάχυτη τριγύρω ἡ βεβαιότητα ὅλων γιὰ τὴν θεϊκὴ παρουσία ἐκεῖ. Καὶ  ἦταν αὐτὴ ἡ βεβαιότητα τῆς θεϊκῆς παρουσίας ποὺ  μποροῦσε καὶ κρατοῦσε μακριά του διστακτικούς,  «φοβισμένους» καὶ ἄτολμους καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀλλόθρησκους κατακτητές.

Σὲ παλιότερες ἐποχές, στὰ δύσκολα χρόνια τῆς ὕστερης βυζαντινῆς ἐποχῆς καὶ ἐκεῖνα τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Τουρκοκρατίας, πολλοὶ ἦταν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ποὺ  εὕρισκαν σ’ αὐτὸ προστασία καὶ καταφύγιο ἀπὸ τὴν σκληρὴ ἐκμετάλλευση τῶν κάθε μορφῆς μεγαλοϊδιοκτητῶν, τιμαριούχων καὶ τσιφλικούχων τῆς εὔφορης γῆς τοῦ ἁλμυριώτικου κάμπου. Πολλοὶ  ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦσαν καὶ ἐπιβίωναν ἀποκλειστικὰ χάρη στὴν ὕπαρξη τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ἱκανοποίηση τῶν λατρευτικῶν ἀναγκῶν τῶν κατοίκων τῶν γύρω χωριῶν, τὸ Μοναστήρι ἐξυπηρετοῦσε, σὲ ὅποιο βαθμὸ ἦταν αὐτὸ δυνατό, καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐκπαίδευσης τῶν παιδιῶν τῶν κατοίκων τῶν γύρω ἀπὸ αὐτὸ χωριῶν. Καλόγεροι δίδασκαν στὰ παιδιὰ τὰ «ἐγκύκλια» γράμματα ὄχι μόνο μέσα στοὺς χώρους τοῦ «Πάνω» καὶ τοῦ «Κάτω» Μοναστηριοῦ ἀλλὰ μεταβαίνοντας οἱ ἴδιοι, εἰδικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, καὶ στὰ γύρω χωριὰ στὰ ὁποῖα λειτουργοῦσαν σχολεῖα μὲ δασκάλους κάποιους ἀπὸ τοὺς καλογέρους του.

Δὲν ἔχουμε, βεβαίως, στὴν διάθεσή μας σήμερα, ἐπειδὴ δὲν διασώθηκαν, ἔγγραφα ποὺ νὰ βεβαιώνουν τέτοιες «ἐπίσημες» προσλήψεις, ἀναθέσεις καὶ «διορισμοὺς» μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ ὡς δασκάλων στὰ σχολεῖα τῶν γύρω χωριῶν. Σώθηκαν ὅμως ὡς τὶς ἡμέρες μας κάποιες «ἐνθυμήσεις», σκορπισμένες στὰ λευκὰ περιθώρια ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων τοῦ Μοναστηριοῦ ἀλλὰ καὶ τῶν ναῶν τῶν γύρω χωριῶν, ἐπιβεβαιωτικὲς τέτοιων γεγονότων.

«Ἀθανάσιος, μοναχός, ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς» γράφει μία «ἐνθύμηση» σὲ ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο τῶν Κωφῶν ποὺ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ μοναχὸς Ἀθανάσιος δίδασκε στὸ σχολεῖο ποὺ ὑπῆρχε στοὺς Κωφούς.

Ὁ ἴδιος μοναχὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ἀπὸ παιδαγωγός, «ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς», φαίνεται νὰ ἦταν καὶ ἱερέας στοὺς Κωφοὺς καὶ νὰ ἀντέγραφε καὶ ἐκκλησιαστικὰ λειτουργικὰ βιβλία, μᾶς ἄφησε καὶ μιὰ ἄλλη «ἐνθύμηση»:

«Ἡ παροῦσα φυλλάδα τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Μοδέστου εἶναι τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ χωρίου Κουφούς καὶ ἐγράφη διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου 1805 , Ἰανουαρίου 15».

Πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὸ 1792 δίδασκε, σύμφωνα μὲ μιὰ παρόμοια «ἐνθύμηση»  σὲ βιβλίο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὸ σχολεῖο τῆς Σούρπης, ὁ καλόγερος Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος ὑπέγραφε μάλιστα  ὡς «παιδαγωγός».

Ὑπῆρχε ὅμως καὶ ἄλλος  Ἀθανάσιος, σὲ παλιότερες ἐποχές, ἱερομόναχος καὶ αὐτὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα «παιδαγωγὸς» καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος καταγόταν  ἀπὸ τὰ Ἄγραφα. Εἶχε χρηματίσει μαθητὴς τοῦ Ἀναστασίου τοῦ Γορδίου, ὅπως φαίνεται ἀπὸ μία ἄλλη «ἐνθύμηση» σὲ χειρόγραφο σχολικὸ βιβλίο τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, προσφορὰ σ’ αὐτὴν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ἡ «ἐνθύμηση» αὐτὴ εἶναι γραμμένη σ’ ἕνα χειρόγραφο κώδικα τοῦ 18ου αἰῶνα μὲ 35 φύλλα διαστάσεων μήκους 0,20 μέτρα καὶ πλάτους 0,14 μέτρα ὁ ὁποῖος περιέχει μαθήματα Γραμματικῆς ὑπὸ τύπον ἐρωτήσεων δασκάλου καὶ ἀπαντήσεων μαθητοῦ.

Στὸ τέλος τοῦ κώδικα αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ ἐρώτηση: «Τὶ ἐστὶ Γραμματικὴ» καὶ ἡ σχετική απάντηση:

«Τεχνολογία συντομωτάτη κατ’ ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν, συντεθεῖσα κατὰ τὸ α χου (;) βιβλίον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Λασκάρεως γραμματικῆς[1] χάριν τῶν ἀρχαρίων καὶ νέων μαθητῶν παρὰ τοῦ ταπεινοῦ Ἀθανασίου ἱερομονάχου τοῦ ἐξ Ἀγράφων τοὐπίκλην ἐλαχίστου ἀδελφοῦ καὶ μαθητοῦ τοῦ σοφωτάτου καὶ λογιωτάτου κυρίου Ἀναστασίου ἱερομονάχου τοῦ Γορδίου εἰς τὸ Ἀνατολικὸν τῆς Αἰτωλίας αψιβ΄(= 1712) δεκεμβρίου τῇ κ΄. ».  

Λίγα ἀποσπάσματα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ θὰ δώσουν μιὰ εἰκόνα τοῦ εἴδους τῶν μαθημάτων τῆς γραμματικῆς ποὺ διδάσκονταν ἀπὸ τοὺς καλογέρους τῆς Ξενιᾶς στοὺς μαθητὲς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὑπὸ τύπο ἐρωτήσεων Δασκάλου καὶ ἀπαντήσεων μαθητοῦ (Δ.= Δάσκαλος,  μ.= Μαθητής) :

«Δ. – Τὶ ἐστὶ γραμματική;

μ. – Γραμματικὴ ἐστὶ τέχνη περὶ τὰ ὀκτὼ μέρη τοῦ λόγου καταγινομένη, τέλος[2] ἔχουσα τὸ ὀρθῶς γράφειν καὶ τὸ ὀρθῶς λέγειν.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ἡ γραμματικὴ εἶναι τέχνη ὁποῦ καταγίνηται εἰς τὰ ὀκτὼ μέρη τοῦ λόγου, ὁποῦ ἔχει τέλος τὸ νὰ μιλῇ καλὰ καὶ νὰ γράφῃ διορθωμένα.

Δ. – Πόσα τὰ μέρη τῆς γραμματικῆς;

μ. – Τέσσαρα: Γράμμα, συλλαβή, λέξις καὶ λόγος.»

……..

«Δ. – Τὶ ἐστὶ συλλαβή;

μ. – Συλλαβὴ ἐστὶ σύλληψις τοὐλάχιστον δύο γραμμάτων. Καταχρηστικῶς δὲ καὶ τὰ φωνήεντα συλλαβαὶ λέγονται.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ἡ συλλαβὴ εἶναι σμίξις τὸ ὀλιγώτερον ἀπὸ δύο γράμματα καὶ μεταχειριστικὰ λέγονται καὶ τὰ φωνήεντα συλλαβαί, ἤγουν μεταχειριζομένσθεν καὶ τὰ φωνήεντα μοναχὰ ὡσὰν συλλαβάς, οἷον ἀετός, ὁποῦ τὸ α εἶναι μία συλλαβὴ καὶ τὸ ε ἄλλη καὶ τὸ τος ἄλλη.»

…………………

«Δ. – Τὶ ἐστὶ λόγος;

μ. – Λόγος ἐστὶ λέξεων σύνθεσις, διάνοιαν αὐτοτελῆ δηλοῦσα.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ὁ λόγος εἶναι συμμάζωξις πολλῶν λέξεων ὁποῦ φανερώνουσι ἔννοιαν σωστήν.

Δ. – Πόσα τὰ μέρη τοῦ λόγου;

μ. -Ὀκτώ, ὄνομα, ῥῆμα, μετοχή, ἄρθρον, ἀντωνυμία, πρόθεσις, ἐπίρρημα, σύνδεσμος.»

……..

«Δ. – Τὶ ἐστὶ προσωδία;

μ. – Προσωδία ἐστὶ τόνος φωνῆς ἐγγραμμάτου.

Δ. – Τὶ θέλουν νὰ εἰποῦν αὐτὰ τὰ λόγια;

μ. – Ἡ προσωδία εἶναι δύναμις (ἤ κτύπος) φωνῆς γραμμένης.

Δ. – Πόσαι προσωδίαι;

μ. – Δέκα, ὀξεῖα, βαρεῖα, περισπωμένη, μακρά, βραχεῖα, δασεῖα, ψιλή, ἀπόστροφος, ὑφὲν καὶ  ὑποδιαστολή» .

……….

«Δ. – Ποῦ βάνεται ἡ βαρεῖα;

μ. – Πάντοτε εἰς τὴν λήγουσαν, ἤγουν εἰς τὸ τέλος τῆς λέξεως, ὁπόταν εἶναι εἰς συνέπειαν.

Δ. – Τὶ εἶναι ἡ συνέπεια;

μ. – Ἡ συνέπεια εἶναι ἡ ἀκολούθησις, ἤγουν ὁπόταν ἀκολουθοῦσιν ἀντάμα λέξεις πολλαί, ὡσὰν νὰ εἰποῦμε, ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς ἐμὸς μαθητής. Τὸ γὰρ μαθητὴς διὰ νὰ μὴν εἶναι εἰς συνέπειαν ἑτέρας λέξεως, ἤγουν δὲν εἶναι ἄλλη λέξις μπροστὰ νὰ ἀκολουθήσῃ ἐκείνην, ἀλλὰ ἔχοντας εἰς τὸ τέλος στιγμήν, δὲν δέχεται καμίαν φορὰν βαρεῖαν, ὡσάν ταῖς ἄλλαις λέξεις, ὁποῦ εἶναι προτήτερα ἀπὸ αὐτήν, ἀλλά πάντοτε ὀξεῖαν.»[3]

 

Ὁ χαρακτηρισμὸς «ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς» συνηθιζόταν μεταξὺ τῶν δασκάλων τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος  μᾶς βεβαιώνει ὅτι βρῆκε σὲ ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο στὸ χωριὸ Ἀϊδίνι τοῦ Ἁλμυροῦ μὶα παρόμοια «ἐνθύμηση» στὴν ὁποία ὁ δάσκαλος αὐτοχαρακτηριζόταν «ἐλάχιστος ἐν παιδαγωγοῖς». Ὁ «παιδαγωγὸς» τοῦ Ἀϊδινίου παρουσιάζεται νὰ δίδασκε ἐκεῖ στὰ 1795. Ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος Γουριώτης καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Γεωργίου, ποὺ ἦταν γνωστὸς μὲ τὸ παρατσούκλι «Μπακαλάκης». Ἱερέας στὰ 1795 στὸ Ἀϊδίνι ἦταν ὁ παπα Δημήτριος Ντακογιάννης καὶ ἐπίτροπος ὁ Θανάσης Μπαταλιάς.

Τὰ μαθαίνουμε ὅλα ἀπὸ τὴν «ἐνθύμηση» ποὺ μᾶς διέσωσε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος: «Ἐγράφησαν τὰ παρόντα τροπάρια διὰ χειρὸς τοῦ ἐλαχίστου ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου Γουριώτη καὶ υἱοῦ τοῦ ποτὲ Γεωργίου τοὐπίκλην Μπακαλάκη, ἐφημερεύοντος τοῦ αἰδεσιμωτάτου καὶ εὐλαβεστάτου ἐν ἱερεῦσι παπᾶ κυρ Δημητρίου Ντακογιάννη καὶ ἐπιτροπεύοντος τοῦ τιμιωτάτου Θανάση Μπουταλιᾶ κατὰ τὸ χωρίον Ἀϊδίνιον (1795)».

Στὸ ἀρχεῖο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ ὑπῆρχαν καὶ ἄλλα χειρόγραφα βιβλία σχολικοῦ περιεχομένου, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ τὴν προσφορά του στὸ λαὸ τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅπως σημειώσεις φυσικῆς καὶ χημείας, προβλήματα καὶ λύσεις ἀριθμητικῆς, μύθοι τοῦ Αἰσώπου, ποιήματα, ἠθικὲς διδασκαλίες κτ.λ. Ὅλα αὐτὰ ἀσφαλῶς χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς γιὰ διδασκαλία.

Μιὰ σημείωση σὲ χειρόγραφο κώδικα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ὑποδηλώνει τὴν ὕπαρξη μαθητῶν καὶ σχολείου  στὸν Πλάτανο κατὰ τὸ  1721:  «Τέλος Πεντηκοσταρίου. Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψκα΄(1721) Ἰουλίου κε΄ (25) ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι, μαθητοῦ Στεργίου ἐκ Τυρνάβου, ἤγουν Στεργίου, καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ εὐτελοῦς».

Στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὑπῆρχε πλουσιότατη βιβλιοθήκη τὰ βιβλία τῆς ὁποίας χρησιμοποιοῦνταν εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ποὺ εἶχε  ἀσχοληθεῖ καὶ μὲ τὸ θέμα αὐτό, γράφει στὰ «Φθιωτικά» του: «Ἐν δὲ τῇ μονῇ τῆς Ξενιᾶς, ἀκμαζούσῃ τότε οὐ μόνον διὰ τὸν πλοῦτόν της, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐν αὐτῇ πεπαιδευμένους μοναχοὺς καὶ τὴν πλουσίαν βιβλιοθήκην της, ἐφοίτων οἱ Ἑλληνόπαιδες ιδασκόμενοι τὰ ἐγκύκλια γράμματα».[4] Ὑπῆρχαν, λοιπόν, στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, «πεπαιδευμένοι μοναχοί».

Σχετικὸ εἶναι καὶ τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα δημοσιεύματος γιὰ τὴ Μονὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς: «Ἡ ἐν λόγῳ ἱερὰ μονὴ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ αὑτῆς ἀκμῇ, ἐκτὸς τῶν ἐν αὐτῇ ἀσκητικῶς διαπρεψάντων ἐναρέτων μοναχῶν, ὡς τὰ περὶ αὐτῆς ἐρειπιώδη ἀσκητήρια μαρτυροῦσιν, εἶχεν πρὸς τούτοις καὶ σχολεῖον κατηρτισμένον διατηρούμενον καὶ πολλοὺς ἐγγραμμάτους μοναχοὺς, οἵτινες ὑποστήριξαν τὴν ἱερὰν θρησκείαν καὶ διετήρησαν καὶ τὴν ἡμετέραν ἑλληνικὴν γλῶσσαν».[5]

 

Παρὰ τὴ μεγάλη ἀπώλεια καὶ καταστροφὴ τοῦ κάποτε πλουσιότατου ἀρχείου τοῦ Μοναστηριοῦ, μέσα στὰ πολὺ ἐλάχιστα σπαράγματα, ποὺ τυχαίως  διασώθηκαν ὡς τὴν ἐποχή μας, ἕνα διεισδυτικὸ ἐξεταστικὸ μάτι μπορεῖ νὰ διακρίνει τὴ συμβολὴ αὐτοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ στὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ ἀνάπτυξη γενικότερα ποὺ εἶχαν καλλιεργήσει κάποιοι μοναχοὶ ἐκεῖ.

Στὰ χαλάσματα τοῦ γκρεμισμένου ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς τοῦ 1980 «Κάτω Μοναστηριοῦ» βρέθηκε, ἐντελῶς συμπτωματικά, πεταμένο ἀνάμεσα σὲ σκόρπια χαρτιά, ἕνα χειρόγραφο κολοβωμένο, ἀποσπασματικὸ κείμενο. Πρόκειται γιὰ μέρος μιᾶς ἐπιστολῆς, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσή του. Δὲν μᾶς εἶναι γνωστά, γιατὶ στὸ ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολῆς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἀρχὴ οὔτε τὸ τέλος της. Ἔτσι δὲν μᾶς εἶναι γνωστὸς οὔτε ὁ παραλήπτης, οὔτε ὁ ἀποστολέας, οὔτε ἡ χρονολογία τῆς ἐπιστολῆς.[6]

Ἡ προσεκτικὴ ὅμως ἀνάγνωση τοῦ μέρους τοῦ κειμένου ποὺ σώθηκε φανερώνει  εὔκολα ὅτι πρόκειται γιὰ μία ἐπιστολὴ γραμμένη ἀπὸ καλόγερο τοῦ Μοναστηριοῦ, ἡ ὁποία ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον πλούσιο ἄνθρωπο, τοπικὸ ἄρχοντα κάποιου χωριοῦ τῆς γύρω περιοχῆς.

Ὁ ἄγνωστος σὲ μᾶς παραλήπτης τῆς ἐπιστολῆς, ἀπὸ ὅσα μπορεῖ κάποιος νὰ διαβλέψει μελετῶντας τὸ μέρος τοῦ κειμένου ποὺ διασώθηκε, εἶχε προηγουμένως ἀποτανθεῖ στὸν ἀποστολέα καλόγερο ζητῶντας ἀπὸ αὐτὸν τὴ γνώμη του ἐπειδὴ σκεπτόταν νὰ διαθέσει χρήματά του προκειμένου νὰ ἱδρύσει σχολεῖο στὸ χωριό του.

Ὁ καλόγερος, ποὺ ἀσφαλῶς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς «πεπαιδευμένους» μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς, ἀπαντῶντας στὸν ἄρχοντα τῆς περιοχῆς, τοῦ γράφει μεταξὺ ἄλλων: «Μὲ ὅλην τὴν ἔφεσιν καὶ συνδρομὴν τῶν σωματικῶν μου αἰσθήσεων καὶ ψυχικῶν μου δυνάμεων,  ἀποδέχομαι τὴν μελετωμένην βουλήν σου καὶ σκέψιν σου.  Ἐπαινῶ τὸν σκοπόν σου καὶ τὸν διακαῆ πόθον καὶ ζῆλον, ἐγκωμιάζω τὴν καλήν σου γνώμην καὶ ἀγαθὴν διάθεσιν, ὁποῦ τρέφοντες  ἔχετε, ὡς καὶ ποθοῦντες διάκεισθε καὶ προθύμως μελετῶντες εὑρίσκεσθε περὶ τῆς τῶν ἑλληνικῶν μαθημάτων ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐπιστήμης, τὸ ὁποῖον  ἄμποτε ἡ θεία χάρις ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα, νὰ τὸ φέρῃ καὶ εἰς ἔκβασιν καλήν, καὶ ἀποπλήρωσιν χρηστὴν κατὰ τὴν ἐπικειμένην σου ἐπιθυμίαν καὶ ὄρεξιν».

Ὁ ἀποστολέας τῆς ἐπιστολῆς καλόγερος, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὸ παραπάνω ἀπόσπασμα,  εἶχε προηγουμένως δεχθεῖ παράκληση ἀπὸ τὸν ἐν λόγῳ ἄρχοντα ὄχι μόνο νὰ τοῦ διατυπώσει τὶς σκέψεις του καὶ τὴν γνώμη του γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ σχολείου ποὺ προγραμμάτιζε νὰ ἱδρύσει ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης δεχθεῖ καὶ ἐπίσημη πρόσκληση νὰ διδάξει καὶ ὁ ἴδιος ὁ καλόγερος στὸ ὑπὸ ἵδρυση σχολεῖο γιατὶ τὸν θεωροῦσε τὸν πιὸ κατάλληλο γιὰ τὴν δουλειὰ αὐτή.

Φαίνεται ὅτι ὁ καλόγερος ὄχι μόνο ἦταν πολὺ μορφωμένος ἀλλὰ ἡ μόρφωσή του ἀναγνωριζόταν ἀπὸ πολλούς. Ἐξ  ἄλλου καὶ ἀπὸ μόνη τὴν ἀνάγνωση τῆς ἐπιστολῆς αὐτὸ γίνεται φανερό. Αὐτὴ ἡ μεγάλη καὶ εὐρύτατα διαδεδομένη φήμη του «ἐνοχλοῦσε» τὸν ταπεινὸ καλόγερο. Ἔτσι στὴν ἀπαντητικὴ αὐτὴ ἐπιστολή του, ὅπως ἔπρεπε σ’ ἕνα καλὸ χριστιανὸ μοναχό, ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς προσπαθεῖ νὰ μειώσει αὐτὴ τὴ φήμη καὶ νὰ ταπεινώσει  τὸν ἑαυτό του, ποὺ ὅλοι τὸν θεωροῦσαν ὡς μεγάλο δάσκαλο, ἀποδίδοντας αὐτὴ τὴν φήμη του στὴν τύχη.

Γράφει στὸν ἄρχοντα γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ καλόγερος: «ἐγώ μόλις καὶ μετὰ βίας ἔφθασα νὰ γευθῶ ἄκροις δακτύλοις αὐτὴν τὴν δούλην γραμματικήν».

Ἔτσι συνεχίζοντας ὁ καλόγερος τὴν ἐπιστολή του λέει, παρεμβάλλοντας λίγα λόγια γιὰ τὸν ἑαυτό του: «μέμφομαι δὲ ὅμως ἐξ ἐναντίων τὸν ἑαυτόν μου καὶ δὲν παύω παντοτινὰ νὰ κατηγορῶ καὶ νὰ ψέγω τὴν τύχην, ὁποῦ κοινολογοῦσα μὲ ἀνεκήρυξε τρανῶς εἰς ὅλους τοῦτο τὸ ἐπάγγελμα τῆς διδασκαλίας, καὶ πεπαῤῥησιασμένῃ φωνῇ ἐθριάμβευσεν εἰς εὐθείαν   τὸ ὄνομα τῆς σπουδῆς ὥστε νὰ καλοῦμαι εἰς τὸν κόσμον σπουδαῖος καὶ ἔμπειρος τῶν ἐπιστημῶν, ὁποῦ ἐγὼ μόλις καὶ μετὰ βίας ἔφθασα νὰ γευθῶ ἄκροις δακτύλοις αὐτὴν τὴν δούλην γραμματικήν. Ἀλλ’ ὅμως τοῦτο ἴσως νὰ τὸ ἔπαθα ὄχι ἀπὸ ἄλλων, παρὰ ἀπὸ τῶν συνετῶν καί πονηρῶν  φίλων, καὶ ἐξαιρέτως ἀπὸ τὴν φιλοκάγαθον καὶ καλοπροαίρετόν σου γνώμην τῆς εὐγενείας σου».

Διακόπτοντας στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς, τὴν παρένθεση αὐτὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς ἔρχεται καὶ πάλι «ἐπὶ τὸ προκείμενον» ὑμνῶντας τὴν ὑπεροχὴ τῆς μόρφωσης καὶ τῆς παιδείας ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων ἀγαθῶν τῆς ζωῆς καὶ ἰδιαιτέρως ἔναντι τοῦ πλούτου. Γράφει χαρακτηριστικὰ πρὸς τὸν ἄρχοντα:

« ἐπαινετὴ ἡ γνώμη σου,  ἐγκωμιαστικὴ ἡ βουλή σου, καλλίστη ἡ διάθεσίς σου, ἀξιέπαινος ἡ προθυμία σου, ἀρίζηλος ἡ ὄρεξίς σου, ἀξιοτίμητος ἡ προαίρεσίς σου, καὶ πολὺ πλέον ἐπαινετώτερος ὁ τρόπος καὶ ὁ ἐπικείμενος πόθος ὁποῦ νῦν ἀνὰ χεῖρας ἔχετε, ἐπειδὴ καὶ ποθεῖτε καὶ ἀγαπᾶτε τὸ πλέον χρησιμώτερον καὶ τιμιώτερον ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ὁποῦ εὑρίσκονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν.

Τὶ δέ ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ γένῃ κοντὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους πλέον ἐράσμιον καὶ ἐπιθυμητὸν κτῆμα, ἀπὸ τὸν πλοῦτον καὶ θησαυρόν; ἀλλ’ ὅμως τὸ ἀπόκτημα τῆς σοφίας ἐκ διαμέτρου εἶναι κατὰ πολὺ πλουσιώτερον καὶ εὐτυχέστερον ἀπὸ τὸν πλοῦτον. Διότι κάθε χρυσὸς ὡς ὀλίγη ἄμμος ἔμπροσθέν της λογίζεται. ὁμοίως καί ὁ ἄργυρος καὶ κάθε πολυτελὲς κτῆμα ὡς πηλὸς φαίνεται. Αὐτὴν ἄν τὴν παραβάλλῃς μὲ τὸν ἥλιον, εἶναι ὡραιωτέρα, ἄν τὴν ἐξετάσῃς μὲ τὴν θέσιν τῶν ἄστρων εἶναι εὐπρεπεστέρα, ἄν μὲ τῆς σελήνης τὸ φῶς εὑρίσκεται προτέρα, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ διαδέχεται νύξ

Θὰ συνεχίσουμε παραθέτοντας ἀποσπάσματα αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς γιατὶ βρίσκουμε ὅτι, ἔστω καὶ ἄν εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ σχετικὰ κείμενο, ἀντανακλᾶ τὴν ὑπάρχουσα καὶ καλλιεργούμενη στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Παιδεία. Θεωροῦμε τὸ κείμενο αὐτὸ μεστὸ δεῖγμα σοφίας.

Γιατὶ, ὅμως, νὰ λέμε πολλά; ἀναρωτιέται στὴ συνέχεια ὁ σοφὸς μοναχὸς. Κανένα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐκτιμῶνται στὴ ζωὴ δὲν ἀξίζει ὅσο ἡ Παιδεία:

«Ἀλλὰ τὶ τὰ πολλά; πᾶν τὸ τίμιον δὲν εἶναι ἄξιον αὐτῆς ἐν τῷ κόσμῳ οὐδαμῶς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ αὐτὴν ἔχουσιν ὄχι μοναχὰ πῶς  τοὺς κάμῃ εὐγενεῖς καί λαμπρούς, ἀλλὰ καὶ εὐτυχεῖς καὶ πλουσίους καὶ  πολυφανεῖς. Μάλιστα τοὺς λαμπροὺς πλέον λαμπροτέρους καὶ τοὺς πλουσίους πλουσιωτέρους ἀπεργάζεται καθὼς καὶ τοὺς ἀγενεῖς ποιεῖ εὐγενεῖς καὶ τοὺς δυστυχεῖς εὐτυχεῖς καὶ τοὺς ἀτίμους ἐντίμους καὶ τοὺς ἀκλεεῖς εὐκλεεῖς.

Οἱ φιλοῦντες αὐτὴν καὶ ἀγαπῶντες ὄχι μόνον λυτρώνονται ἀπὸ κόπους καὶ ἀγῶνας, ἀλλὰ καὶ διαφυλάτονται ἀπὸ κάθε ἔνεδρα καὶ σκευωρίαν ἰσχυρῶν καὶ ἀντικειμένων.  Γίνονται ὡς ἄλλος μυθευόμενος Ἴανος, ὁποῦ  ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν εἶχεν ὀθφαλμοὺς βλέπων τοῦ διπλασίου ἀπὸ ὅ,τι βλέπουν οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, διὰ τὸ ὁποῖον  συνετῶς ἔλεγε καὶ ὁ σοφώτατος Πλάτων πῶς τότε θέλει εἶναι τρισευδαίμων  ὁ κόσμος καὶ ὀλβιωτάτη πολιτεία καὶ χώρα ἐκείνη, ὅταν ἀρχίσουν ἤ νὰ βασιλεύσωσι σοφοί, ἤ νὰ φιλοσοφῶσι βασιλεῖς

Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐμπεριστατωμένη αὐτὴ εἰσήγηση ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς, φτάνοντας στὴ συγκεκριμένη πρόταση τοῦ ἄρχοντα καὶ υἱοθετῶντας την, τὸν ἐπαινεῖ καὶ τονίζει ἰδιαίτερα τὴν ἀξία τῆς ἀπόφασής του, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἀπόφαση θὰ ὑλοποιοῦνταν τώρα:  «εἰς τοὺς ἐσχάτους καιροὺς εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ τὸν θεῖον χρησμὸν διὰ τὸ πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν   κατεψύγη  καὶ πολλῶν ἡ ἀγάπη, ὁποῦ καὶ πρόβατα ἀπὸ  βρῶσιν ἐξέλειψαν καὶ βόες ἐπὶ φάτνης δὲν   εἶναι»:

«Τὸ ὁποῖον καὶ ἡ εὐγενία σου ὡσὰν νὰ εἴχετε μετὰ τὸν γραπτὸν νόμον εἰς τὴν καρδίαν σου, πρὸ ὀφθαλμῶν σου καὶ τὸ ῥητὸν τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος ὁποῦ λέγει προέκρινα σοφίαν σκήπτρων καὶ θρόνων καὶ οὐδὲν πλοῦτον ἡγησάμην ἐν συγκρίσει αὐτῆς, προκρίνετε καὶ προτιμᾶτε ἀπὸ ὅλα τὰ πλούτη καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ παρόντος κόσμου καὶ προθυμοποιεῖσθε τώρα  εἰς τοὺς ἐσχάτους καιροὺς εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ τὸν θεῖον χρησμὸν διὰ τὸ πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν   κατεψύγη  καὶ πολλῶν ἡ ἀγάπη, ὁποῦ καὶ πρόβατα ἀπὸ  βρῶσιν ἐξέλειψαν καὶ βόες ἐπὶ φάτνης δὲν   εἶναι. Ὅθεν καὶ ἀνάγκη ἐστὶ νὰ πωλῇ τινὰς καὶ αὐτὸ τὸ ἱμμάτιον καὶ νὰ ἀγοράζῃ μάχαιραν, τὸ ὁποῖον εἶναι ῥῆμα Θεοῦ τοῦτ’ ἔστιν ἡ παιδεία καὶ ἡ μάθησις τῶν γραμμάτων».

Ἔτσι τὸ χωριὸ τοῦ ἐν λόγῳ ἄρχοντα, ἡ «χώρα» του, ἡ ὁποία, κάτω  ἀπὸ «τὴν καλὴν ἐπιστασίαν καὶ διοίκησιν καὶ ἐπιτηδείαν κυβέρνησίν» του, φαινόταν νὰ ἦταν «πεπλουτισμένη καὶ εὐτυχισμένη καὶ πλέον ὀλβιωτέρα ἀπὸ τὰ πλησιόχωρα ἐπίλοιπα χωρία καθὼς καὶ τὰ πράγματα τρανῶς τὸ μαρτυροῦσι», τώρα, μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ σχολείου, θὰ γινόταν «πλέον λαμπροτέρα καὶ πλουσιωτέρα εἰς τὰς ἡμέρας σου μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἠξιώθησαν νὰ ποιήσωσιν οὔτε οἱ προπάτορες οὔτε οἱ πρὸ ὑμῶν γέροντες, καὶ οἱ τὴν  τῆς πολιτείας ἀρχὴν κρατοῦντες καὶ περιβάλλοντες, πρᾶγμα ὄντως γνώμης ἀγαθῆς καὶ προαιρέσεως ἐσθλῆς» :

«καθὼς καὶ ἡ εὐγενία σου πάντα λίθον κινεῖτε κατὰ τὴν παροιμίαν νὰ τὸ ἐκτελέσητε καὶ ἐμπράκτως. Ἀγκαλὰ καὶ μὲ τὴν καλήν σου ἐπιστασίαν καὶ διοίκησιν καὶ ἐπιτηδείαν κυβέρνησιν, φαίνεται νὰ εἶναι πεπλουτισμένη καὶ εὐτυχισμένη καὶ πλέον ὀλβιωτέρα ἀπὸ τὰ πλησιόχωρα ἐπίλοιπα χωρία ἡ ἐδική σου χώρα, καθὼς καὶ τὰ πράγματα τρανῶς τὸ μαρτυροῦσι καὶ λαμπρῶς τὸ βεβαιοῖ καὶ εἰς τοὺς ἀκούοντας καὶ εἰς τοὺς ὁρῶντας, ἀλλ’ ὅμως σπουδάζετε ἔτι καὶ ἐπιμελεῖσθε νὰ τὴν στολίσητε κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα εὐτυχήματα καὶ νὰ τὴν καταστήσητε πλέον λαμπροτέραν καὶ πλουσιωτέραν εἰς τὰς ἡμέρας σου μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δέν ἠξιώθησαν νὰ ποιήσωσιν οὔτε οἱ προπάτορες οὔτε οἱ πρὸ ὑμῶν γέροντες, καὶ οἱ τὴν  τῆς πολιτείας ἀρχὴν κρατοῦντες καὶ περιβάλλοντες, πρᾶγμα ὄντως γνώμης ἀγαθῆς καὶ προαιρέσεως ἐσθλῆς» .

«Τὶς λοιπὸν ἀκούωντας τὸν καλόν σου τοῦτον σκοπὸν καὶ θεάρεστον ἔργον», συνεχίζει ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς, «δὲν ἤθελεν ἐπαινῆ πρεπόντως καὶ κατ’ ἀξίαν ἐγκωμιάζῃ τὴν γνώμην σου;». Καὶ κλείνει τὴν ἐπιστολή του λέγοντας: «τοῦτο καὶ εἰς  εὐθείαν  τώρα ὄχι πῶς δὲν εἶναι ἐπιθυμητόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἱκανὸν καὶ ἀρκετὸν εἰς τὸν ἀμαθῆ κάλαμον, εἰς τὸ νὰ ἐπαινῇ κατὰ μέρος τὰ  προτερήματα τῶν ἐξαιρέτων ὑμῶν ὑποκειμένων καὶ τὰ  πλείονα εἰς προτερήματα. ὃθεν ἀφίνωντας εἰς τοὺς ἐμπόρους αὐτὰ εἰς τὸ νὰ τὴν ἐξετάζωσι, τοῦτο μόνον ἔρχομαι ἤδη νά εἰπῶ  ὃτι ὁ τὴν σοφίαν ἀγαπῶν ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, ὁ δὲ τὸν Θεὸν ἀγαπῶν  φοβεῖται τὸν Θεόν. Φόβος λοιπὸν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας καὶ τῆς  ἐπιστήμης τῶν γραμμάτων» .

Αὐτὴ τὴν σοφία καὶ ἐγώ, συνεχίζει ὁ καλόγερος τῆς Ξενιᾶς, τὴν ἀγάπησα περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴν ὑγεία καὶ ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν νυμφεύθηκα, «διακαὴς ἐραστὴς γενόμενος τοῦ κάλλους αὐτῆς». Ἔτσι ὁ καλόγερος κλείνει συμφωνῶντας νὰ διδάξει καὶ ὁ ἴδιος στὸ σχολεῖο ποὺ θὰ ἱδρυόταν σἐ κάποιο χωριὸ τῆς Ὄρθρης:

«ταύτην μὴ οὖν  καὶ ἐγὼ (εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, ἀλλ’ ἑξῆς τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι) ὑπὲρ ὑγείαν καὶ εὐμορφίαν  ἠγάπησα καὶ φιλῶν ὁμοῦ ἐξεζήτησα καὶ ποθῶν  ἔστερξα καὶ ἐζήτησα νύμφην ἀγαγέσθαι ἐκ νεότητός μου, διακαὴς ἐραστὴς γενόμενος τοῦ κάλλους αὐτῆς ἐπειδὴ καὶ πάντων δεσπότης ἠγάπησεν αὐτὴν καὶ καθὼς ἡ εὐγενία σου τώρα. ἐν ἑαυτοῖς λογίζεσθε καὶ ἐν καρδίᾳ φροντίζετε καὶ μεριμνᾶτε περὶ αὐτήν».  «Καὶ ἐγώ  ἐφρόντιζα  καὶ ἐλογιζόμην νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν καὶ δὲν ἔλειπα ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξετάζω καὶ νὰ πολυπραγμονῶ διὰ αὐτήν. μάλιστα νὰ κράζω καὶ νὰ λέγω (συγχωρίσατέ μοι ὑπερφρονῶν λαλῶ) μετά τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι.[7] Τί μοι κέρδος ζωῆς; ἐάν ἀλόγως τὸ ζῆν βιοτεύω; τίς ἡ ὠφέλεια τοῦ φθαρτοῦ πλούτου; ἄν ταχέως τρέχω; ποία λυσιτέλεια τῶν χρημάτων, ἄν ὀξέως φεύγω; …».

Στὸ σημεῖο αὐτὸ σταματάει ἡ ἐπιστολή. Λείπει ἡ συνέχεια ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅ,τι ἦταν νὰ μᾶς δώσει ὡς πρὸς τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ κεφάλαιο τῆς ἐκπαίδευσης στὴν περιοχὴ τοῦ Αλμυροῦ μᾶς τὸ ἔδωσε τὸ κολοβωμένο αὐτὸ ἀπόσπασμα τῆς καλογερικῆς ἐπιστολῆς. Ἀπηχεῖ θαυμάσια τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖο  ἐκπορευόταν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ διαπότιζε τὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων γύρω του γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὴν Ἀγωγὴ τοῦ Ἔθνους μας. Κάτω ἀπὸ τέτοιας μορφῆς ἐπιδράσεις μποροῦσε ἡ σκλαβωμένη καὶ καταδυναστευόμενη ὀρεινὴ περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ νὰ ἔχει πνευματικά της παιδιὰ τοῦ διαμετρήματος ἑνὸς Στεφάνου Κομμητᾶ.

 

Ἕνα μικρὸ δεῖγμα τῆς συνεισφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὴν ἐκπαίδευση τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὰ βιβλία σχολικοῦ ἤ γενικῶς ἐκπαιδευτικοῦ περιεχομένου ποὺ ἦταν συγκεντρωμένα στὴ βιβλιοθήκη του.

Παραθέτουμε στὴ συνέχεια ἕνα μικρὸ κατάλογο τέτοιων βιβλίων, τὰ ὁποῖα, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τοὺς τίτλους τους, πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ ἐκπαίδευση μαθητῶν:

  1. Φυσικὴ Γεωγραφία. 2. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία.  3. Γεωγραφικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος.  4. Συλλογὴ δημωδῶν ἀσμάτων. 5.  Χριστόφορος Κολόμβος. 6. Στοιχεῖα ἀριθμητικῆς. 7. Οἱ ἥρωες τῆς Ἑλλάδος.  8. Χριστιανικὴ κατήχησις.  9. Σειρὰ ἐγκυκλίων μαθημάτων.  10. Ἐγχειρίδιον λειτουργικῆς.  11. Συντακτικὸν Ἑλληνικῆς Γλώσσης. 12. Σύνοψις Παγκοσμίου Ἱστορίας. 13. Ἱστορία σφαγῶν Συρίας.  14. Ἡ μάνα Γενιτσάρων.  15. Στενογραφία. 16. Ὁδηγὸς Εὐβοίας.  17.  Ἡ Ὀδησσός. 18. Μεσσολογγίτης.  19. Φυσικὴ Ἱστορία Ζωολογίας.  20. Διδακτικὴ Γραμματική.  21. Γραμματικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης.  22. Γυμνάσματα πνευματικά. 23. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. 24. Ἐπιτομὴ τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας.  25. Ἱερὰ κατήχησις.  26.  Παλαιὰ Διαθήκη. 27. Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Ἱστορία.  28. Φυσικὴ Ἱστορία.  29. Σχολεῖον παίδων.  30. Γεωμετρία. 31. Αὐτοκράτορες Βυζαντίου.  32. Ἡ Κωνσταντινούπολις Ἑλληνική.  33. Λεξικὸν ἑλληνογαλλικὸν 34. Λεξικὸν γαλλοελληνικόν.

Οἱ καλόγεροι βεβαίως ποὺ δίδασκαν σὲ σχολεῖα στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας χρησιμοποιοῦσαν καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ λειτουργικὰ βιβλία τῶν μοναστηριῶν τους. Αὐτὸ γινόταν καὶ ἀπὸ τοὺς καλογέρους τῆς Ξενιᾶς. Ὁ κατάλογος ὅμως τῶν παραπάνω βιβλίων δείχνει ὅτι ἡ συνεισφορὰ τῆς Ξενιᾶς στὴν ἐκπαίδευση τῆς γύρω περιοχῆς πρέπει νὰ γινόταν κάπως συστηματικὰ καὶ  μεθοδικὰ καὶ νὰ ἦταν καλὰ ὀργανωμένη, ὡς μία βασικὴ ἀποστολὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς. Εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο τοῦ στενοῦ συνδέσμου μεταξὺ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς. Εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς  Παναγίας Κισσιώτισσας καὶ ἀργότερα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς ἦταν τὸ ἀκτινοβολοῦν κέντρο, ὁ φάρος τῆς ζωῆς, ἡ ζωογόνος δύναμη, ἡ καρδιά τους, αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ εἶναι τους.

 

Ὑπάρχουν πολλὲς μαρτυρίες σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες κάποιοι καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀσχολοῦνταν καὶ μὲ τὴν ἀντιγραφὴ συγγραμμάτων ἀρχαίων Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων καὶ σχηματίστηκε ἔτσι μία πολὺ  ἀξιόλογη βιβλιοθήκη. Μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ χειρόγραφα ἀλλὰ καὶ ἔντυπα βιβλία τῆς βιβλιοθήκης του δόθηκαν στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ.

Σὲ χειρόγραφο βιβλίο τῆς βιβλιοθήκης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»[8] ὑπῆρχαν πολλὰ διδακτικὰ καὶ ἠθικοπλαστικὰ ποιήματα διαφόρων ποιητῶν τοῦ 18ου αἰῶνα, τὰ ὁποῖα προφανῶς χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς γιὰ διδασκαλία τῶν μαθητῶν τους.

Δύο ἀπὸ αὐτὰ τὰ δίνουμε στὴ συνέχεια γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ  τὸ πνεῦμα ἐκείνης  τῆς ἐποχῆς, τὸ  πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο  διακατεχόταν ἡ διαπαιδαγώγηση τῶν νέων. Διδασκόταν ἡ περιφρόνηση πρὸς τὸν πλοῦτο καὶ ἡ προτίμηση ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ὁ σωστὸς καὶ ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος  πρὸς τὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ ὅτι αὐτὰ ἦταν ἀπόλυτα σύμφωνα μὲ ὅσα ὁ καλόγερος, ἀποστολέας τῆς ἐπιστολῆς πρὸς τὸν τοπικὸ ἄρχοντα ποὺ ἤθελε νὰ ἱδρύσει σχολεῖο στὴν πατρίδα του, τὴν ὁποία εἴδαμε πιὸ πάνω, συμβούλευε.

Τὸ πρῶτο ποίημα ἐπιγράφεται: «Ὡς ἀπὸ τοῦ χλωμοῦ καὶ χρυσοῦ» καὶ τὸ δεύτερο: «Περί ματαιότητος».[9]

 

      Ὡς ἀπὸ τοῦ χλωμοῦ καὶ χρυσοῦ

Χλωμὸς καὶ κίτρινος εἰμί, πάντες μὲ ἀγαποῦσι,

Μικροί, μεγάλοι, ἄρχοντες, πτωχοὶ μ’ ἐπιθυμοῦσι.

Ἐξόχως ‘ς τοὺς ἀρχιερεῖς συχνὰ πάγω καὶ φεύγω.

Δὲν στέκομαι οὐδὲ στιγμήν, ἀληθινὰ σοῦ λέγω.

Διότι ἔχουν οἱ πτωχοὶ πολλοὺς ποὺ τοὺς γυρεύουν,

Κίτρινα, κίτρινα πολλά, ποτὲ δὲν τοὺς πιστεύουν,

Πλὴν ἱεροδιάκονοι ἀργὰ ἀργὰ μὲ παίρνουν,

Ὅμως πολὺ μὲ κρύπτουσι καὶ δυνατὰ μὲ δένουν,

Κάμνω νὰ φύγω δὲν μπορῶ μ’ ἔχουν εἰς κηροπάνι.

Ἐκεῖ σωπαίνω, κάθομαι, δὲν βγαίνω εἰς μεντάνι,

Ἔως νὰ ἔλθουν καὶ αὐτοὶ εἰς τέτοιαν φαντασίαν,

Θελήσουν δόξαν καὶ τιμήν, νὰ λάβουν ἐπαρχίαν.

Τότε εὐθὺς βρίσκω καιρόν, πηδῶ καὶ ἀποφεύγω,

Πάγω εἰς μεγαλείτερους καὶ ἐκεῖ δὲν ἀποστέκω,

Ἀναχωρῶ λοιπὸν εὐθύς, ἀφήνω δὲ καὶ τούτους

Γυμνούς, πτωχοὺς καὶ αθλίους, τοὺς κράζουν καὶ λύκους,

Πηγαίνω δὲ καὶ εἰς μερικοὺς μπέηδες καὶ ἀγάδες,

Μὲ κρύπτουσιν ἐνίοτε καὶ μερικοὶ ραγιάδες,

Μὲ δένουσι σφιγκτὰ καὶ κάποιοι ἀβάδες

Μὲ δένουσι ποτὲ καὶ κοσμικοὶ παπάδες,

Πολλάκις δὲ μὲ κρύπτουσι καὶ κάποιοι βαβάδες

Οἱ προεστοί, οἱ ἔνδοξοι, ὅλοι οἱ γεροντάδες.

Αὐτὰ ὅλα ἐγράφησαν εἰς Νεοχώρι Καστριάδος

Στὴν κάβια ὅπου κάθεται ἄλλος ἅγιος Σάββας

 

Ὅστις τὸν χρυσὸν κρατεῖ

Τὸν Θεὸν δὲν προσκυνεῖ

Ὁ ἀπόστολος φησὶ

Ρίζα τῶν κακῶν ἐστὶ

Πάντων ἡ φιλαργυρία

Εἶναι εἰδωλολατρεία

Ὁ ἀχόρταστος χρυσοῦ

Οὐδὲ πρόσωπον Θεοῦ

Εἰς αἰῶνας δὲν θὰ ἰδῇ

Οὔτε θὰ ἀξιωθῇ

 

Βασιλείας οὐρανῶν

Νὰ δοξάζῃς τὸν Θεὸν

Ὅν ἐὰν τὸν προσκυνῇς

Τὸν χρυσὸν δὲν τὸν πονεῖς

Ὅθεν θὰ ἀξιωθῇς

Καὶ ἐδῶ καλὰ νὰ ζῇς

Καὶ ἐκεῖ θὰ εὑρεθῇς

Εἰς παράδεισον θὰ ‘μβῇς.

 

    Περί ματαιότητος

- Κόσμε πλάνε, ἐρωτῶ σε καὶ νὰ μὲ ἀποκριθῇς,

Ἄν τὴν πλάνην σου ἐλέγξω, πρόσεχε μὴν συγχαθῇς.

Τὶ καλὸν ἀνταποδίδεις εἰς τὸ γένος τῶν βροτῶν,

Καὶ σὲ ἀγαπῶσι τόσον, ὡς μητέρα τὸν υἱόν;

Καὶ τὸν πλοῦτον σου ζηλεύουν καὶ τὴν δόξαν σου ποθοῦν,

Τοὺς καλοὺς καταφρονοῦσι καὶ τοὺς πονηροὺς τιμοῦν;

Τὸν Θεὸν δὲν ἐνθυμοῦνται, τοὺς πτωχοὺς παρατηροῦν,

Κρίσιν δὲν ἀπαντυχαίνουν, θάνατον δὲν καρτεροῦν;

 

                     Κόσμος:

- Ἐρωτᾶς διὰ νὰ μάθῃς τὶ χαρίζω τῶν βροτῶν,

Πλοῦτον, δόξαν, βασιλείαν, ἐξουσίαν δυναστῶν.

Καὶ καλὰ δὲν ἀπανταίνεις μέσα εἰς τὴν ἀγοράν,

Ἄρχοντες μὲ τόσας γούνας, μὲ τῶν λύκων τὴν δοράν,

Καὶ παλάτια στρωμμένα μὲ ταῖς κλίναις ταῖς χρυσαῖς,

Ἄλογα χαλινωμένα μὲ πολύτιμαις χασιαῖς;

Καὶ τοὺς εὐγενεῖς χαρίζω ἄσπρα τόσα περισσά,

Τὰς γυναίκας τὰς στολίζω μὲ ἱμάτια χρυσᾶ.

Καὶ σαμούρια καλπακιὰ ἄξια πολλῆς τιμῆς

Καὶ μοῦ λέγεις τὶ χαρίζω; Τὶ καλέ, παραλαλεῖς;

Νὰ εἰπῶ θέλεις καὶ ἄλλα, ἤ σοῦ εἶναι ἀρκετά,

Χίλια ὡσὰν τὰ ἄνω ἤ σοῦ ἔφτασαν αὐτά;

 

-Ἔτι ἕνα ἐρωτῶ σε, κόσμε καὶ παρακαλῶ

Διὰ νὰ μὲ συμπαθήσῃς, λέγεις πῶς παραλαλῶ.

Τὰ καλὰ ὅπου μοῦ εἶπες μένουσι παντοτεινὰ

Ἤ εὑρίσκονται ‘ς τὸ μέσον νὰ γεννοῦν οὐτιδανά;

Μετὰ θάνατον τὰ παίρνουν ἤ ἀπέρχονται γυμνοὶ

Ἤ ἐσὺ τὰ ματαπαίρνεις καὶ αὐτοὶ  μένουν γυμνοί;

 

                      Κόσμος:

Καὶ καλὰ ἀποθαμένον δὲν ὑπῆγες νὰ ἰδῇς;

Μὲ τὸ σάββανον τὸν βάνουν εἰς τὰς δύο πήχεις γῆς.

Μὲ τὸ χῶμα τὸν σκεπάζουν καὶ αὐτὸν ὡς τὸν πτωχόν,

Τέλος πάντων τὸν ἀφήνουν εἰς τὸν τάφον μοναχόν.

Καὶ ἐγὼ πάλιν γυρίζω εἰς τὸ γένος τῶν βροτῶν

Νὰ πλανήσω καὶ  τοὺς ἄλλους, τὸν σιγούρευσα αὐτόν,

Καὶ νὰ τοὺς παρακινήσω ψεύματα νὰ ὁμιλοῦν

Καὶ μὲ τόσαις νοθευμέναις πραγματεῖαις νὰ πωλοῦν,

Πλούσιοι διὰ νὰ γίνουν, τὰ καλά μου νὰ χαροῦν

Τοὺς πτωχοὺς νὰ ἀτιμάζουν καὶ νὰ τοὺς καταφρονοῦν.»

 

Ἡ καλὴ σχέση μεταξὺ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς, ἰδιαίτερα τῶν κατοίκων τῶν πιὸ κοντινῶν χωριῶν, ἦταν δεδομένη γιὰ ὅλους καὶ θεωροῦνταν ὡς φυσικὴ κατάσταση. Ἡ «Παναγία Ξενιὰ» δὲν ἦταν μόνο τὸ καταφύγιο καὶ ἡ παρηγοριά τους σὲ ἀρρώστειες, σὲ ἐπιδημίες, σὲ καταστροφὲς καὶ σὲ συμφορές. Ἦταν γιὰ ὅλους «ἡ καλὴ γειτόνισσα», ὁ σύντροφος καὶ ὁ συμπαραστάτης, ὁ σοφὸς καθοδηγητὴς  ἀλλὰ καὶ ὁ πάντοτε πρόθυμος καὶ καλὸς συνεργάτης. Καὶ ἡ σχέση αὐτὴ τῆς «καλῆς γειτονίας», τῆς συντροφικότητας, τῆς συνεργασίας καὶ τῆς ἀλληλοβοήθειας βρισκόταν πάντοτε στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀμοιβαιότητας. Ὅλοι πρόσφεραν στὴν «Παναγία» ἀλλὰ καὶ ὅλοι γνώριζαν ὅτι σ’ αὐτὴν μποροῦσαν νὰ καταφύγουν καὶ νὰ ζητήσουν ὅποτε καὶ γιὰ ὅ,τι εἶχαν ἀνάγκη.

Κατὰ τὸ  ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1878 στὸν Πλάτανο τοῦ Ἁλμυροῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σπίτια, πυρπολήθηκε καὶ καταστράφηκε καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνα καὶ κυρίως μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλίας τὸ 1881, οἱ Πλατανιῶτες, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι κάτοικοι τῆς περιοχῆς, ἄρχισαν νὰ ξαναφτιάχουν τὴ ζωή τους καὶ νὰ ξαναχτίζουν τὰ σπίτια τους. Τὸ ἴδιο ἔπρεπε νὰ κάνουν καὶ γιὰ τὴν καταστραμμένη τους ἐκκλησία οἱ Πλατανιῶτες. Εἶχε φτάσει τὸ 1893 καὶ τὸ χτίσιμο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου δὲν εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ἄν καὶ ὅλοι βοηθοῦσαν ὅσο μποροῦσαν.

Οἱ Πλατανιῶτες δὲν δίστασαν νὰ ζητήσουν βοήθεια καὶ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τους.  Ἀλλὰ δὲν σταμάτησαν γενικὰ καὶ ἀπρόσωπα μόνο στὸ Μοναστήρι. Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς εἶχαν καὶ ἰδιαίτερες φιλικὲς προσωπικὲς σχέσεις καὶ ἐπαφὲς μὲ τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἔτσι στὶς 12 Σεπτεμβρίου 1893 ὁ Δήμαρχος τοῦ  Πλατάνου ἔστειλε τὴν παρακάτω ἐπιστολὴ στὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς:

«Πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

Ὡς εἶναι γνωστόν σας ὁ πυρποληθεὶς ναὸς Ἅγιος Ἰωάννης Πρόδρομος τῆς ἐνταῦθα κωμοπόλεώς μας κατεστράφη κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 καὶ φροντίζομεν νὰ τὴν κτίσωμεν ἐκ θεμελίων ὡς καὶ πρὸ πολλοῦ ἐθεμελιώθη καὶ ὡς ἐφέτος ἐκτίσαμεν καὶ σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῶν τοίχων ἐκάναμε.

Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν χρήματα παρακαλοῦμεν τὸ Σεβαστὸν Ἡγουμενοσυμβούλιον ὅπως ἀνακοινώσῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πατέρας τὴν εἴδησιν ταύτην καὶ ὅ,τι ἔχει εὐχαρίστησιν ἀτομικῶς ἕκαστος πατὴρ ὡς φαίνονται κάτωθι τὰ ὀνόματα σημειούμενα νὰ ὑπογράψῃ μόνος του τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων καὶ θὰ μείνῃ ὑπόχρεως ἅπασα ἡ κοινότης τοῦ χωρίου Πλατάνου.

Γινώσκομεν δὲ ὅτι καὶ ὑμεῖς ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀνεγείρητε τὴν πυρποληθεῖσαν πλευρὰν τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, ἀλλ’ ὅταν γίνῃ ἔναρξις αὐτῆς πέμψατε καὶ ὑμεῖς ἀντιπρόσωπον ὅπως διέλθῃ τὴν κοινότητά μας ὡς καὶ ἅπαντα τὸν Δῆμον μας καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἅπαντες οἱ χριστιανοὶ θὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι ἕκαστος δύναται κατὰ πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεώς μας.

Σᾶς παρακαλῶ ὅπως φανῆτε πρόθυμος καὶ κάνετε ἕκαστος ἀνάλογον συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ ἀνεγερθέντος ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου διότι εἶναι μέγα ἄδικον νὰ μείνῃ ἄκτιστος διότι μὲ τὴν ὀλίγην συνδρομὴν τῶν χριστιανῶν ἔρχεται εἰς πέρας ἡ ἐκκλησία μας.

Τὴν ἀναφοράν μας ταύτην παρακαλῶ νὰ τὴν ἀνακοινώσητε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πατέρας καὶ νὰ μοὶ γράψετε ὅπως πέμψω τὸν ταμίαν τῆς ἐκκλησίας καὶ παραλάβῃ τὴν προσφερθεῖσαν βοήθειαν.

Ὁ Δήμαρχος Πλατάνου

Χρῆστος Δεσποτόπουλος».

Γιὰ νὰ βοηθήσει περισσότερο τὴν κατάσταση ὁ Δήμαρχος καὶ νὰ συγκεκριμενοποιήσει καὶ προσωποποιήσει τὴν βοήθεια ποὺ περίμενε, στὸ κάτω μέρος  τοῦ παραπάνω ἐγγράφου, κατέγραψε τὰ ὀνόματα τῶν μοναχῶν γιὰ νὰ ἀναγραφεῖ δίπλα τὸ ποσὸ ποὺ θὰ πρόσφερε ὁ καθένας τους:

«Γαλακτἰων Εὐσταθίου ἡγούμενος …., Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου …., Σπυρίδων Χρήστου…., Παπα-Στέφανος …., Κύριλλος …., Ἀγαθάγγελος …., Ἀχίλλειος…., Γρηγόριος…., Ἄνθιμος ….».

 

Πολυσχιδὴς καὶ πολυειδὴς ἦταν ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Αλμυροῦ. Ἡ  «Παναγία Ξενιὰ» ἦταν ἡ πλουσιοπάροχη πηγὴ πολλῶν ἀγαθῶν καὶ ποικίλων παροχῶν. Τὰ ὅσα καταγράφουμε ἐδῶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικὰ καὶ ἀποσπασματικά, χωρὶς ἀσφαλῶς αὐτὰ νὰ εἶναι καὶ τὰ πλέον χαρακτηριστικά, ἀφοῦ δὲν διαθέτουμε πλήρη καὶ ἐπίσημα ἀποδεικτικὰ τεκμήρια καὶ ἀφοῦ τὰ ἑκάστοτε ἡγουμενοσυμβούλια, ἀκολουθῶντας πάντοτε τὴν ρήση «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τὶ ποιεῖ ἡ δεξιά σου», δὲν γνωστοποιοῦσαν πάντοτε τὶς ἀγαθοεργίες τους  ἀλλὰ καὶ  διότι δὲν ἔχουν διασωθεῖ σὲ πλήρη μορφὴ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Μοναστηριοῦ, ἄν, βεβαίως καὶ σ’ αὐτὰ καταγράφονταν ὅλα.                                                             .

Ἕνας, ὡστόσο, ἀξιοπρόσεκτος, ἀλλὰ πολὺ ἄγνωστος, τομέας τῶν προσφορῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς εἶναι ἡ συμβολὴ του στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευση εἰδικῶς νέων τῆς περιοχῆς προκειμένου αὐτοὶ  νὰ ὑπηρετήσουν ὡς κληρικοί. Ἄμεσοι γνῶστες τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἁρμόδιες νὰ δώσουν βέβαιες καὶ ὑπεύθυνες πληροφορίες  εἶναι οἱ Ἐκκλησιαστικὲς Σχολές, ὅπως ἡ «Ῥιζάρειος Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή» καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀντλήσουμε κάποια στοιχεῖα.

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς πλήρωνε τὰ δίδακτρα σπουδαστῶν τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ οἱ ὁποῖοι φοιτοῦσαν στὴ Ριζάρειο Σχολή. Γιὰ δύο τοὐλάχτιστον τέτοιους ἔχουμε σαφῆ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα: τὸν Κωνσταντῖνο Πριάκο καὶ τὸν Ν. Μυλωνᾶ.

Ὁ Κωνσταντῖνος Πριάκος, σπουδαστὴς τῆς Ῥιζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς στὰ 1896, γνωρίζοντας προφανῶς σχετικὴ πρόθεση ἀλλὰ καὶ ἀπόφαση τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὑπέβαλε  σ’ αὐτὸ αἴτηση νὰ τὸν βοηθήσει στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐξόδων τῶν σπουδῶν του, συνοδεύοντάς την καὶ μὲ σχετικὴ ἔγγραφη βεβαίωση καὶ συνηγορητικὸ ἔγγραφο τῆς Σχολῆς.  Ἡ αἴτηση τοῦ Κωνσταντίνου Πριάκου καὶ τὸ συνοδευτικὸ ἔγγραφο, ποὺ προσωπικὰ δὲν γνωρίζω ἄν διασώθηκαν, διαβιβάστηκαν πρὸς τὸν ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς μὲ τὴν παρακάτω συνηγορητικὴ ἐπιστολὴ τοῦ καθηγητῆ τῆς Σχολῆς Ἀγαθόνικου Δανασόπουλου:

«Πανοσιότατε,

Ἐντολῇ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, διαβιβάζομεν ἡμεῖς ἐγγράφως ᾧδε τὴν αἴτησιν τοῦ μαθητοῦ Κωνσταντίνου Πριάκου μετὰ τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, συνιστῶν καὶ ἐγὼ τὴν θερμήν μου παράκλησιν ὑπὲρ τοῦ ἀπόρου μὲν ἀλλὰ ἐπιμελεστάτου αὐτοῦ μαθητοῦ, πεποιθὼς ἐπὶ τῶν φιλανθρώπων καὶ φιλομούσων ὑμῶν αἰσθημάτων.

Διατελῶ τῆς ὑμετέρας Πανοσιότητος ὁλοπρόθυμος φίλος

Ἀγαθόνικος Δανασόπουλος, καθηγητής.

Τῷ ἡγουμενοσυμβουλίῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, εἰς Λάρισαν».

Τὸ Διοικητικὸ Συμβούλιο τῆς Ῥιζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς, ἐκτιμῶντας τὴν προσφορὰ αὐτὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ θέλοντας νὰ συνεισφέρει καὶ τὸ ἴδιο στὸ θεάρεστο αὐτὸ ἔργο του, ἀπάλλαξε τοὺς δύο ὑποτρόφους τῆς Ξενιᾶς Κ. Πριάκο καὶ Ν. Μυλωνᾶ  ἀπὸ τὴν ἐτήσια ἐγγύηση τῶν τριακοσίων δραχμῶν ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνει ὁ καθένας τους γιὰ ὁλόκληρη τὴν πενταετῆ φοίτηση στὴ Σχολή, ὅπως δηλώνεται στὸ σχετικὸ ἔγγραφο:

«Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1896

Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ῥιζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Θεσσαλίας.

Εἰς Ἁλμυρόν.

Τὸ πολυμελὲς Συμβούλιον τῆς καθ’ ἡμᾶς Σχολῆς ἐν τῇ Συνεδρίᾳ αὐτοῦ τῆς 21ης λήξαντος  καθορῶν τὸν ζῆλον τῶν ἰθυνόντων τὴν καθ’ ὑμᾶς Μονὴν ὅπως ἐκπαιδεύῃ νέους δαπάναις τῆς Μονῆς  προοριζομένους ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ  ἱερατικὸν στάδιον καὶ ἐπιθυμοῦν ὅπως διευκολύνῃ τὸ ἔργον αὐτῶν  ἀπεφάσισεν ὅπως προσωρινῶς ἀπαλλάξῃ τοὺς ὑποτρόφους τῆς Μονῆς ὑμῶν Κωνσταντῖνον Πριάκον καὶ Ν. Μυλωνᾶν τῆς καταβολῆς τῆς ἐτησίας  ἐγγυήσεως ἐκ δραχμῶν τριακοσίων καθ’ ὅλην τὴν πενταετίαν ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἐγγυηθῇ ἡ Μονὴ  ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἱερωθῶσιν οὗτοι θὰ πληρώσῃ διὰ μιᾶς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν πέντε ἐτῶν ἤτοι δραχμὰς 3.000.[10] Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐκύρωσεν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ ἐγγράφου τοῦ ὁποίου ἐπισυνάπτομεν ᾧδε ἀντίγραφον πρὸς γνῶσιν σας. Παρακαλοῦμεν ὅθεν ὑμᾶς ὅπως συμφώνως τοῖς ἀνωτέρω ἐκτιθεμένοις συντάξητε μονομερὲς συμβόλαιον δι’ οὗ ἡ Μονὴ  θὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑποχρέωσιν  ταύτην καὶ ἀντίγραφον τούτου ἐπίσημον  νὰ ἀποστείλῃ ἡμῖν ἐγκαίρως διὰ τὰ περαιτέρω.

Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον

                                ὁ γραμματεύς».

Ἡ ἀτομικὴ ἐτήσια ἐγγύηση τῶν 300 δραχμῶν καταβαλλόταν στὴ Σχολὴ γιὰ νὰ ἐξασφαλισθεῖ ὅτι οἱ σπουδαστές, μετὰ τὴν ἀποφοίτησή τους ἀπὸ τὴ σχολή, θὰ γίνονταν κληρικοί. Γιὰ τὸν ἴδιο, ἐξ ἄλλου σκοπὸ, νὰ γίνουν ὁπωσδήποτε κληρικοί, χορηγοῦσε τὶς ὑποτροφίες αὐτές καὶ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς.

Μὲ τὸ παραπάνω ἔγγραφο τοῦ «πολυμελοῦς» Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ριζαρείου Σχολῆς καὶ μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ Μονὴ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καλοῦνταν νὰ ἀναλάβει, σὲ περίπτωση ἀθέτησης τῆς σχετικῆς ὑπόσχεσης ποὺ εἶχαν δώσει οἱ σπουδαστές, νὰ καταβάλει αὐτή, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ποσὰ τῶν ὑποτροφιῶν ποὺ θὰ εἶχε πληρώσει ἐπὶ πέντε χρόνια καὶ τὸ ποσὸ τῆς ἐγγύησης τῶν 3.000 δραχμῶν. Καὶ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἀνέλαβε καὶ αὐτὴ  τὴν ὑπόσχεση.

Ὁ Κωνσταντῖνος Πριάκος, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχε γίνει «δόκιμος» μοναχός, τὸν ἑπόμενο χρόνο, 1897, ζήτησε νὰ τοῦ σταλεῖ τὸ ποσὸ τῆς ὑποτροφίας του:

«Πρὸς τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Ἐν Ἀθήναις 1897 Μαρτίου 4

Ληξάσης ἤδη τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ τρέχοντος σχολικοῦ ἔτους δι’ ἥν ἐχορηγήσατέ μοι χρήματα πρὸς πληρωμὴν τῆς ὑποτροφίας μου ἐν τῇ Ἐκκλησιαστικῇ Ῥιζαρείῳ Σχολῇ καὶ παρισταμένης ἀνάγκης πρὸς πληρωμὴν τῆς ὑποτροφίας μου διὰ τὴν β΄  ἑξαμηνίαν,  παρακαλῶ τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, κατὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 231 ἔγγραφον ὑμῶν ἀπὸ ὀγδόης Αὐγούστου, τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν β΄ ἑξαμηνίαν.

Διατελῶ μετὰ σεβασμοῦ

Ὁ εὐπειθέστατος

Κωνσταντῖνος Γ. Πριάκος

δόκιμος ἀδελφὸς καὶ ὑπότροφος τῆς καθ’  ὑμᾶς Μονῆς».

 

Ἡ παραπάνω περίπτωση δὲν εἶναι φυσικὰ ἡ μόνη. Εἶναι αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία διαθέτουμε στοιχεῖα. Ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν τομέα τῆς Ἐκπαίδευσης στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ὑπῆρξε συνεχὴς καὶ πολλαπλῆ.

Στοὺς πίνακες τῶν ἐτήσιων οἰκονομικῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τοῦ Μοναστηριοῦ, σ’ αὐτοὺς τοὺς ἐλάχιστους, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὶς μεγάλες ἀπώλειες καὶ ἀλλεπάληλες καταστροφὲς τὶς ὁποῖες ὑπέστη τὸ ἀρχεῖο του, διασώθηκαν, καὶ τοὺς ὁποίους γιὰ λόγους οἰκονομίας χώρου δὲν παρουσιάζουμε ἐδῶ, ὑπάρχει καταγραμμένο μονίμως σὲ εἰδικὸ ἄρθρο μὲ τίτλο «Ὑπὲρ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῶν παίδων» σημαντικὸ χρηματικὸ ποσό.

Ἀτελείωτες, ὡστόσο, εἶναι οἱ περιπτώσεις προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γενικῶς στὴν ἐπιμόρφωση τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν του μὲ τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῶν σχολείων του καὶ τὴν παροχὴ ὑποτροφιῶν σὲ φοιτητὲς ποὺ δὲν εἶχαν τὴν ἀπαραίτητη γιὰ τὶς σπουδές τους οἰκονομικὴ δυνατοτητα.

Ἕνα δημοσίευμα μιᾶς ἀθηναϊκῆς ἐφημερίδας τοῦ 1906, ποὺ γράφτηκε ὕστερα ἀπὸ πληροφορίες ποὺ πῆρε ὁ δημοσιογράφος κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πανηγυριοῦ τοῦ Πάνω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς (15 Αὐγούστου) ἀναφέρεται στὴν προσφορὰ τοῦ εἴδους αὐτοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὴ σπουδάζουσα νεολαία τοῦ Ἁλμυροῦ:

«ΑΛΜΥΡΟΣ, Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς. Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας. 15 Αὐγούστου: Δαπάνῃ τοῦ Ταμείου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἐξεπαιδεύθησαν τέσσαρες νέοι ἐπὶ τῇ προϋποσχέσει, ὅτι θὰ ἀκολουθήσωσι τὸ μοναχικὸν ἤ κληρικὸν στάδιον. Καὶ κανεὶς τούτων δὲν ἐτήρησε τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν.

Τελευταῖον δὲ εἷς τούτων, ἀφοῦ ἐγένετο προλύτης[11] τῆς Θεολογίας, ἀπέβαλε τὰ καλογηρικὰ ράσα καὶ διωρίσθη ἑλληνοδιδάσκαλος, ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ μοναχολογίου καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῆς κουρᾶς αὐτοῦ παρὰ τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἀρχῆς Δημητριάδος καὶ ὡς ἐμάθομεν εὑρέθη νόμιμος ἡ αἴτησις καὶ διετάχθη ἡ διαγραφὴ ἐκ τοῦ Μοναχολογίου.

Τὸ γεγονὸς τοῦτο προὐξένησε κατάπληξιν εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν, διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος νέος εἶναι μεγάλης μορφώσεως καὶ ἐπιδιδόμενος εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν στάδιον θὰ κατελάμβανε μεγάλα ἀξιώματα καὶ θὰ ἐτίμα οὐ μόνον ἑαυτὸν ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ἡμῶν πατρίδα καθὼς καὶ τὴν δαπανήσασαν Μονήν.

Ἕνεκα τούτου οἱ πατέρες τῆς Μονῆς βαρέως φέρουσι τὸ διάβημα τοῦτο καὶ μετὰ πικρίας ἐκφράζονται περὶ τῶν παρασπονδησάντων νέων».[12]

Οἱ περισσότεροι ἐτήσιοι οἰκονομικοὶ ἀπολογισμοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ μπορούσαμε ν’ ἀντλήσουμε σχετικὰ στοιχεῖα, δυστυχῶς δὲν διασώθηκαν. Ὡστόσο, στὸν οἰκονομικὸ ἀπολογισμὸ τοῦ ἔτους 1908, ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τυχαίως ἔφτασε ὡς τὰ χέρια μας, ὑπάρχουν ἐνδιαφέροντα χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ στὸν τομέα τῆς Παιδείας. Τὰ  καταγράφουμε ὡς ἕνα, ἀσφαλῶς τυχαῖο καὶ μὴ ἀντιπροσωπευτικό, δεῖγμα στὴ θέση αὐτή:

«Κεφάλαιον Α΄, ἄρθρον 4: Πρόσκτησις (ἀρχαιο)ἑλληνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραμμάτων δραχμαὶ ἑκατὸν (100).

Κεφάλαιον Α΄, ἄρθρον 6: Συνδρομὴ εἰς ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ, Ἐφημερίδος Κυβερνήσεως, διαφόρων πολιτικῶν ἐφημερίδων, θρησκευτικῶν τοιούτων καὶ ἄλλων περιοδικῶν ἑξήκοντα τρεῖς (63) δραχμαί.

Κεφάλαιον Η΄, ἄρθρον 3: Συνδρομὴ ὑπὲρ τῆς ἐν Τριπόλει συσταθείσης Ἱερατικῆς Σχολῆς διακόσιαι (200) δραχμαὶ.

Κεφάλαιον Η΄, ἄρθρον 5: Συνδρομὴ ὑπὲρ διαφόρων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων  διακόσιαι (200) δραχμαὶ.

…… Δι’ ἐνίσχυσιν τοῦ τμήματος Βυζαντινῆς Μουσικῆς τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν ἑκατὸν (100) δραχμαί».

 

Στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλὰ πολύτιμα κειμήλια, τὰ ὁποῖα φυλάσσονταν στὸ εἰδικὸ Μουσεῖο ποὺ εἶχε συγκροτηθεῖ γιὰ τὴ φύλαξή τους. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ἁρπάχτηκαν σὲ δύσκολες περιστάσεις κατὰ τὴ διάρκεια λεηλασιῶν. Ὡστόσο πολλὰ προσφέρθηκαν σὲ Μουσεῖα καὶ ὑψηλοὺς ἐπισκέπτες. Ἡ προσφορὰ ἑνὸς σημαντικοῦ πολύτιμου κειμηλίου ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ παρακάτω πρακτικὸ:

«Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς σήμερον τὴν ἑβδόμην τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1908 ἔτους, ἡμέραν Πέμπτην π. μ. ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς συνελθὸν τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς εἰρημένης Μονῆς ἀπαρτιζόμενον ἐκ τῶν Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου, ἡγουμένου, καὶ τῶν συμβούλων Ἀνθίμου Ἀποστόλου καὶ Ἀγαπίου Ἀθανασίου, καὶ ἀκοῦσαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος εὑρισκομένου ἐν τῇ Μονῇ δι’ ὑποθέσεις αὐτῆς, ὅπως μία παλαιὰ ἐκ βελούδου ἡγουμενικὴ μήτρα ἔχουσα τέσσαρας χρυσοϋφάντους ἁγίους καὶ ἄλλα χρυσοκέντητα κοσμήματα ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ὡς ἀφιέρωμα εἰς αὐτὴν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ἐκτιμοῦν δεόντως τὴν γνώμην τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Δημητριάδος

Ἀποφαίνεται ὁμοφώνως

Γνωμοδοτεῖ ὅπως ἀποσταλεῖ ὡς ἀφιέρωμα τῆς Μονῆς ἡμῶν εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Χριστιανικὴν Ἑταιρείαν ἡ ὡς ἄνω ἀναφερομένη ἡγουμενικὴ μήτρα ὡς ἄχρηστος ἐν τῇ Μονῇ καὶ παρακαλεῖ τὸν Σεβασμιώτατον Ἐπίσκοπον Δημητριάδος ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω καὶ μεριμνήσῃ περὶ ἀποστολῆς ἡμῖν τῆς σχετικῆς ἀποδείξεως παραλαβῆς παρὰ τῆς εἰρημένης ἑταιρείας.

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον Ξενιᾶς

ὁ ἡγούμενος  Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου

Ἀγάπιος Ἀθανασίου» .

 

Βεβαίως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταχωρηθοῦν ἐδῶ ὅλες οἱ κοινωνικὲς προσφορὲς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὅχι μόνο γιατὶ αὐτὲς εἶναι πάμπολλες ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ γιὰ τὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς δὲν διασώθηκαν ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Ὡστόσο κάποιες τέτοιες προσφορὲς πρέπει νὰ τὶς καταγράψουμε, ἔστω ὡς ἐνδεικτικὰ στοιχεῖα.

Στὶς 7 Ἀπριλίου 1921 ὁ Γυμνασιάρχης τοῦ Γυμνασίου τοῦ Βόλου Σπυρίδων Φιλιππίδης μὲ σχετική του ἐπιστολὴ ἀπευθύνθηκε πρὸς διὰφορες ἀρχὲς καὶ συλλόγους τῆς Μαγνησίας ζητῶντας τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τοῦ Γυμνασίου στὴν ὁποία ἐπιστολὴ καταλήγοντας ἔλεγε: «….Διὰ τοῦτο ἔχομεν πάντα λόγον νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θέλετε εἰσακούσει τὴν παράκλησιν ἡμῶν, ὅτι θὰ ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς γνωρίσητε τὴν ἀναγραφησομένην ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ὑμῶν πίστωσιν, ἵνα φροντίσωμεν διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῆς».

Ἡ παραπάνω ἐπιστολὴ τοῦ Σπ. Φιλιππίδη, μὲ ἐντολὴ τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος, διαβιβάστηκε καὶ στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς:  «Ἐντολῇ Σεβασμιωτάτου: Διαβιβάζεται πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ ἀνωτέρω ἔγγραφον καὶ ψηφίσῃ κονδύλιόν τι ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου Βόλου διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν.

Ἐν Βόλῳ τῇ 26 Ἀπριλίου 1921».

Καὶ ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς» ἀνταποκρίθηκε καὶ στὴν παράκληση αὐτή.

 

Μία ἄλλη περίπτωση προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, καὶ πάλι στὴν ἐκπαίδευση, καταδεικνύεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ παρακάτω «πρακτικοῦ» τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Παναγίας Ξενιᾶς:

«Ἀριθμὸς πράξεως 168.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

Συγκείμενον ἀπὸ τὸν ἡγούμενον Ἀμβρόσιον Ἀνδρεάδην καὶ τὰ μέλη Βενέδικτον Παπανικολάου καὶ Γαβριὴλ Μιχαλόπουλον,

Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 27ην Ἰανουαρίου τοῦ 1923 ἔτους, ἡμέραν Παρακευὴν καὶ ὥραν 10ην π. μ. ἵν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου:

Περὶ

δωρεᾶς πρὸς τὴν Κοινότητα Ἁλμυροῦ τοῦ ἐν Ἁλμυρῷ μετοχίου τῆς Μονῆς ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ Γυμνάσιον καὶ γυμναστήριον.

Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἐ. ἔ. ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ καὶ τὸ συνημμένον αὐτῷ ψήφισμα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τῆς εἰρημένης Κοινότητος, δι’ οὗ ἐκφράζει εὐχὴν ὅπως ἡ Μονὴ δωρήσῃ πρὸς τὴν Κοινότητα Ἁλμυροῦ τὸ ἐν Ἁλμυρῷ Μετόχιον αὐτῆς μετὰ τοῦ προαυλίου, ἵνα τοῦτο ἐπισκευαζόμενον καταλλήλως χρησιμοποιηθῇ διὰ Γυμνάσιον καὶ γυμναστήριον τῆς πόλεως Ἁλμυροῦ

Ἐπειδὴ τὸ ἐν λόγῳ μετόχιον, εἰς τὸ ὁποῖον δωρεὰν κατοικεῖ πτωχὴ καὶ ὀρφανὴ οἰκογένεια, οὐδεμίαν πρὸς τὴν μονὴν ἀποδίδει πρόσοδον, καὶ ἐπειδὴ ὁ σκοπὸς δι’ ὅν ζητεῖται ἡ δωρεὰ τούτου ἐκ μέρους τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ θεωρεῖται κοινωφελὴς δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, προκειμένου περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ μορφώσεως τῆς νεολαίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρκετὰς ἀπήλαυσε καὶ ἀπολαμβάνει προσόδους ἡ καθ’ ἡμᾶς Μονὴ διὰ ταῦτα

ὁμοφώνως ἀποφαίνεται

Ἔχον ὐπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 21 τοῦ ΓΥΙΔ΄ Νόμου περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, γνωμοδοτεῖ ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ αἴτησις τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ καὶ δωρηθῆ πρὸς αὐτὴν τὸ ἐν Ἁλμυρῷ Μετόχιον τῆς Μονῆς μετὰ τοῦ προαυλίου αὐτοῦ, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον ὅπως τοῦτο χρησιμεύσῃ διὰ Γυμνάσιον καὶ Γυμναστήριον αἱ δὲ ἀπαιτούμεναι δαπάναι διὰ τὰς ἐπισκευὰς αὐτοῦ διατεθῶσιν ὑπὸ τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ καὶ ἐξ εἰσφορῶν τῶν κατοίκων καὶ λοιπῶν κοινοτήτων τῆς Ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, προσέτι δὲ ὅπως ἡ ἐγκατάστασις τοῦ σχολείου καὶ γυμναστηρίου συντελεσθῇ ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς δωρεᾶς, τῆς ὁποίας παρερχομένης ἀπράκτου ἡ δωρεὰ νὰ θεωρῆται ἄκυρος καὶ νὰ περιέρχηται τὸ οἴκημα καὶ προαύλιον ἐκ νέου εἰς τὴν κυριότητα τῆς Μονῆς, καὶ παρακαλεῖ τὸ Σεβαστὸν Διοικητικὸν Συμβούλιον ὅπως σὺν τῇ ἐγκρίσει ταύτης ἐνεργήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου τοῦ Νόμου προβλεπομένου εἰδικοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος.

Τὸ

Ἡγουμενοσυμβούλιον Μονῆς Ξενιᾶς

ὁ Ἡγούμενος

Ἀμβρόσιος Ἀνδρεάδης

Βενέδικτος Παπανικολάου

Γαβριὴλ Μιχαλόπουλος».

 

Τρία χρόνια ἀργότερα, κατὰ τὸ ἔτος 1924, τὸ Κοινοτικὸ Συμβούλιο καὶ ἡ Σχολικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Πτελεοῦ ἀποφάσισαν νὰ χτίσουν μὲ τὶς δικές τους δυνάμεις καὶ προσπάθειες κτίριο γιὰ τὴ στέγαση τοῦ δημοτικοῦ τους σχολείου. Χρειάζονταν πολλὰ χρήματα. Γιὰ τὴν ἐξοικονόμησή τους ἀπευθύνθηκαν καὶ «πρὸς τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἁγίας Μονῆς Ξενιᾶς», ὅπως ἔκαναν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς σὲ τέτοιες περιπτώσεις:

«Ἐν Πτελεῷ τῇ 6-7-1924

Πρὸς τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον Ἁγίας Μονῆς Ξενιᾶς

Προκειμένου νὰ ἀνεγείρωμεν διδακτήριον ἐν τῇ κωμοπόλει μας, οὗτινος σήμερον ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος, καὶ ἀδυνατοῦντες λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων νὰ συνεχίσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τούτου θερμῶς ἱκετεύομεν ὅπως συντρέξῃτε ἄμεσον καὶ ταχείαν συνδρομὴν ψηφίζοντες ἀναγκαίαν πίστωσιν δαπάνης.

Πεποιθότες διὰ τὸν εὐγενῆ καὶ πατριωτικὸν ὑμῶν ζῆλον ἐπὶ τὰ τοιαῦτα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα διατελοῦμεν μετ’ ἄκρας εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ πρὸς ὑμᾶς.

Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Πτελεοῦ

Ὁ πρόεδρος

Δ.Ι.Παπαστεργίου           Τὰ μέλη

                      Σκούρας Δ. Ε. Παππάς Δ. Ε. Κεχαγιάς Χρ.».

 

Καὶ ἡ «Παναγία Ξενιὰ», ἀποδεικνύοντας γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀκόμα ὅτι πάντοτε παραστεκόταν σὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν παιδιῶν Της, ἀνταποκρίθηκε θετικὰ καὶ πλουσιοπάροχα καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ τοῦ Σχολείου τοῦ Πτελεοῦ.

 

Δὲν περιοριζόταν ὅμως ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ ὅταν ἦταν νὰ χτισθοῦν σχολικὰ κτίρια. Ἡ βοήθειά του ἁπλωνόταν σὲ κάθε πνευματικὸ καὶ πολιτιστικὸ τομέα. Ὅλοι ἦταν βέβαιοι ὅτι ἡ Παναγία Ξενιὰ «ἡ  τόν Θεόν ἀφράστως τεκοῦσα» «οὐ παύει προστατεύουσα, καὶ ποικιλοτρόπως εὐεργετοῦσα, τῇ ταχείᾳ ἀντιλήψει» Της ὅλους καὶ σὲ ὅλα «οἷα μήτηρ φιλόστοργος».

Στὰ 1896 εἶχε ἱδρυθεῖ «Ἡ ἐν Ἁλμυρῷ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία τῆς «Ὄθρυος»». Γιὰ νὰ στηριχθεῖ τὸ ἔργο της χρειαζόταν τὴ βοήθεια ὅλων καὶ ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους. Στὰ 1924 τὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἔχτιζε ἀκόμη ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ, γιὰ τὴ στέγαση καὶ τὴ διαφύλαξη τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων τῆς περιοχῆς ποὺ εἶχε συγκεντρώσει, δὲν εἶχε ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ. Ἔπρεπε ὅλοι νὰ βοηθήσουν καὶ ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ ἀπευθύνθηκε σὲ πολλούς. Ἀπευθύνθηκε καὶ στὴν «Μεγάλη Μάνα» ὅλων, τὴν Παναγία Ξενιά:

«ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «Η ΟΘΡΥΣ»

ΕΝ ΑΛΜΥΡΩ

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ὡς γνωστὸν ἤδη ὑμῖν ἀπὸ ἐτῶν εὑρίσκεται ἐν τῇ πόλει ἡμῶν σωματεῖον ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Φιλάρχαιος Ἑταιρεία «ἡ Ὄθρυς», σκοπὸς δ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ καταστατικόν, εἶναι οὐ μόνον ἡ περισυλλογὴ καὶ ἡ διαφύλαξις τῶν ἀρχαιοτήτων ἀλλὰ καὶ ἡ κατάρτισις καὶ συντήρησις βιβλιοθήκης καὶ ἀναγνωστηρίου πρὸς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ τῆς πόλεως. Ἡ συντήρησις δὲ καὶ ἡ διαφύλαξις τῶν τε ἀρχαιοτήτων ὡς καὶ ἡ κατάρτισις βιβλιοθήκης θέλει γίνει ἐν Μουσείῳ κτιρίῳ οἰκοδομουμένου ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ ἐτῶν ἤδη.

Δυστυχῶς ὅμως δὲν κατωρθώθη ἄχρι σήμερον εἰμὴ μόνον ἡ ἀποπεράτωσις τῆς τοιχοποιίας, ἐναπολείπεται δὲ εἰσέτι ἡ στέγασις τοῦ κτιρίου ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ λοιπὴ γενικὴ συμπλήρωσις καὶ κατασκευὴ τοῦ μουσείου καὶ νὰ ἐναποτεθῶσι ἐν αὐτῷ κατὰ τὴν δέουσαν τάξιν αἱ περισυλλεγεῖσαι ἀρχαιότητες ἐν αἷς περιλαμβάνονται καὶ ἀρκετὰ χριστιανικὰ κειμήλια καὶ δὴ ἀντικείμενα ἐκκλησιῶν καὶ ἱερὰ βιβλία ἅτινα παντοιοτρόπως καὶ πολυμόχθως συλλεγέντα περισώθησαν ἐκ βεβαίας φθορᾶς.

Ἐπειδὴ ὅθεν τὰ μέγιστα οὕτω συνέβαλεν καὶ εἰς τὰ τῆς ἡμετέρας θρησκείας ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἑταιρεία, παρακαλοῦμεν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἵνα λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τοὺς προεκτεθέντας λόγους εὐαρεστηθῇ καὶ ψηφίσῃ χρηματικὴν πίστωσιν διὰ τὴν στέγασιν τοῦ Μουσείου ἡμῶν, ὅπερ οὕτω ἀποπερατούμενον θέλει καταστῇ τὸ πνευματικὸν κέντρον τοῦ κοινοῦ τῆς πόλεως καὶ ἐπαρχίας ἡμῶν καὶ συγχρόνως καὶ ἀφετηρία τῆς ἀναμορφωτικῆς κινήσεως τῆς πόλεως ἡμῶν.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 18ῃ Φεβρουαρίου 1924

Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας                  Ὁ γραμματεὺς

     Παπαδόπουλος                        Χρῆστος Ἀναγνώστου».

 

Καὶ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα καὶ στὸ αἴτημα αὐτὸ. Ἐξ  ἄλλου οἱ σχέσεις τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν πάντοτε ἀγαθὲς  καὶ πλήρεις ἀμοιβαίας κατανόησης καὶ ἀλληλοβοήθειας. Πολλοὶ μοναχοὶ ἦταν μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας, ἀποδεικνύοντας ἔτσι γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν  στενὸ δεσμὸ τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ὅλες τὶς πνευματικὲς κινήσεις  τοῦ λαοῦ. Ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἀλμυροῦ, ἐξ ἄλλου, μὲ σχετικὲς ἐργασίες καὶ ἔρευνες τῶν μελῶν της εἶχε συντελέσει πολὺ ἀποτελεσματικὰ τόσο στὴν καταγραφὴ τῶν χειρογράφων τῆς Μονῆς ὅσο καὶ στὴ μελέτη τους καὶ στὴν ἀξιοποίηση τοῦ περιεχομένου τους.

Στὸ «Μοναστήρι» τους κατέφευγαν ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀνάγκη καὶ σὲ γενικὲς δύσκολες καταστάσεις. Ἦταν ἡ ἀσφαλὴς καταφυγὴ ὅλων σὲ κάθε δύσκολη περίσταση.

Τὸ ἔτος  1936 ἦταν μιὰ δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ. Οἱ γεωργικὲς ἐσοδεῖες, στὶς ὁποῖες σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στηριζόταν πάντοτε ἡ οἰκονομία τῆς περιοχῆς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, εἶχαν καταστραφεῖ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπόρων κατοίκων εἶχε αὐξηθεῖ κατὰ πολύ.

Οἱ κοινωνικοὶ καὶ κοινοτικοὶ παράγοντες τοῦ Ἁλμυροῦ προχώρησαν στὴ σύσταση εἰδικῆς γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ «Ἐπιτροπῆς Συλλογῆς Ἐράνων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πτωχῶν» μὲ ὑπεύθυνους τὸν Διοικητὴ τῆς Ἀστυνομίας, τὸν Διευθυντὴ τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας καὶ τὸν Πρόεδρο τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἁλμυροῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπευθύνθηκε, ὅπως ἦταν φυσικό, καὶ στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς:

«Ἐπιτροπὴ Συλλογῆς Ἐράνων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πτωχῶν»

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 16 Δεκεμβρίου 1936

Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς

Πανοσιότατε,

Πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνακούφισιν τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τοῦ Ἁλμυροῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν, λόγῳ τῆς καταστροφῆς τῶν ἐσοδειῶν καὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς κρίσεως, τυγχάνει σεβαστός, συνέστη ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως Ἁλμυροῦ πρὸς περισυλλογὴν ἐράνων καὶ διανομὴν  τοῦ συλλεγησομένου ποσοῦ κατὰ τὰς ἑορτάς.

Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπευθύνει θερμὴν παράκλησιν ἵνα καὶ ἡ Ἱερὰ Μονὴ προέλθῃ ἀρωγὸς καὶ δι’ ἀναλόγου πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν ὑλικῆς εἰσφορᾶς.

Διὰ τὴν ἐπιτροπὴν

Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἀστυνομίας      Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης

Τ.Υ.                                                  Τ.Υ

Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου

Τ.Υ.»

Ὅπως ἦταν φυσικὸ καὶ ἀναμενόμενο καὶ τούτη τὴ φορὰ τὸ Μοναστήρι ἀποδείχτηκε ἡ «σανίδα σωτηρίας», ὅπως πάντοτε.

 

Εἶναι πάμπολλες οἱ φορὲς ποὺ τὸ Μοναστήρι ἐρχόταν νὰ βοηθήσει σὲ τέτοιες δύσκολες περιόδους θλίψης καὶ ἀνέχειας τοὺς κατοίκους ὄχι μόνο τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ τῆς Θεσσαλίας ὁλόκληρης.

Ἐκφράζονταν, λοιπόν, μὲ εἰλικρίνεια τὰ αἰσθήματα τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, μὲ τὸν ὕμνο ποὺ συνέθεσε ἀργότερα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ἀνάμνησης τέτοιων γεγονότων ὁ ψαλμωδός:

«Δεῦτε πᾶσα ἡ Θετταλία καὶ ἅπασα ἡ Χριστώνυμος Ἑλλὰς χαριστηρίους ὕμνους προσοίσωμεν τῇ Θεοτόκῳ Παρθένῳ, τῇ πολλαχῶς ἡμᾶς εὐεργετούσῃ ἐν εὐκαιρίαις καὶ θλίψεσι. Καὶ τὴν τοῦ Δαβὶδ ἀναλαβόντες φωνήν, ταύτῃ βοήσωμεν. Τὶ σοι ἀνταποδώσωμεν, Ἄχραντε,  περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκας ἡμῖν; Πᾶσα γὰρ ἡμῶν ἡ χώρα, οὐ μόνον τῶν θαυμάτων σοι ἀλλὰ καὶ τῆς αἰνέσεώς σου πλήρης.   Ἀλλ’, ὦ Πάναγνε Δέσποινα, πρέσβευε ἀπαύστως σώζεσθαι τοὺς σὲ μεγαλύνοντας».

[1] Ἡ Γραμματικὴ τοῦ Κωνσταντίνου Λάσκαρη συντάχθηκε μὲ σκοπὸ νὰ διδαχθοῦν τὴν ἑλληνικὴ  γλῶσσα οἱ Δυτικοί. Ὁ Κωνσταντῖνος Λάσκαρης ἐγκατέλειψε τὴν γενέτειρά του Κωνσταντινούπολη λίγο πρὶν τὴν πτώση της καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ Μιλᾶνο μετὰ τὸ 1460, ὅπου δίδαξε ἑλληνικὰ. Ἡ Γραμματική του τυπώθηκε στὰ 1476.

[2] Τέλος = σκοπός.

[3] Λεπτομέρειες γιὰ τὸν χειρόγραφο αὐτὸν κώδικα  μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»»,  περίοδος Β΄, τεῦχος 12, Ἁλμυρὸς 2008, σελ. 111 – 137, Ἀθανασίου ἱερομονάχου τοῦ ἐξ Ἀγράφων, Τεχνολογία συντομωτάτη τῶν ὀκτὼ μερῶν τοῦ λόγου, κατ’ ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν.

[4] Νικόλαος Ι. Γιαννόπουλος, Τὰ Φθιωτικά, ἤτοι Περιγραφὴ τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ ὑπὸ ἱστορικὴν τε καὶ τοπογραφικὴν ἔποψιν, Ἀθῆναι 1891, σελ. 20.

[5] Περιοδικὸ Προμηθεὺς, ἔτος στ΄, ἀριθ. ξθ΄, Βῶλος Αὔγουστος 1894, σελ. 558.

[6] Σήμερα βρίσκεται στὸ ἀρχεῖο τοῦ συγγραφέως τῆς ἐργασίας αὐτῆς.

[7] Πρὸς Κορινθίους Β΄ , 11, 29.

[8] Ἡ βιβλιοθήκη αὐτὴ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» μὲ ἀπόφαση τοῦ Διοικητικοῦ της Συμβουλίου προσφέρθηκε καὶ ἤδη ἀνήκει στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ «Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ».

[9] Βλ. Ἐπετηρίδα Φιλολογικοῦ Συλλόγου Παρνασσός, τόμ. ΣΤ΄, 1902. (Δημοσιεύτηκαν ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο).

[10] Ἐτήσια έγγύηση 300 Χ  5 ἔτη = 1500 δραχμές ὁ κάθε ὑπότροφος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Χ 2 ἄτομα (Πριάκος καὶ Μυλωνᾶς) =3.000 δραχμές.

[11] Προλύτης, στὴ νεότερη ἐποχή, ἦταν τίτλος ποὺ ἀπένειμε μέχρι τὸ 1911 τὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν σὲ πτυχιούχους μὲ βαθμὸ πτυχίου σχεδὸν καλῶς.

[12] Ἐφημερίδα Ἀλήθεια, 19 Αὐγούστου 1906.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο όγδοο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ συνεισφορά τοῦ Μοναστηριοῦ στοὺς ἐθνικούς ἀγῶνες (β΄ μέρος)

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸ ἀπελευθερωτικό κίνημα τοῦ 1821 -1832

Ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες, γιὰ τὴν ὁποία, ἴσως  κάπως γενικὰ καὶ χωρὶς ἀναφορὰ σὲ συγκεκριμένα γεγονότα καὶ περιστατικά, ἔγινε ἀναφορὰ παραπάνω, ἔγινε πολὺ συγκεκριμένη κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν στὰ βουνὰ τῆς πατρίδας μας ἡ παρουσία τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἀρματολῶν ἄρχισε νὰ φτερώνει  τὶς ἐλπίδες τοῦ ἔθνους μας γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὴν τουρκικὴ σκλαβιά.

Οἱ ὁμάδες τῶν κλεφτῶν τῆς Ὄρθρης εὕρισκαν στὸ Μοναστήρι αὐτὸ τὸν βασικό, μόνιμο καὶ μεγάλο ὑποστηρικτὴ ἀλλὰ καὶ τὸν σοφὸ καὶ ἐνημερωμένο καθοδηγητὴ τοῦ ἀγῶνα τους. Οἱ καλόγεροι χορηγοῦσαν τρόφιμα ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες τοῦ Μοναστηριοῦ γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν κλεφτῶν.

Σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ προφορικὴ παράδοση,  στὸ νοτιοδυτικὸ μέρος τοῦ περιβόλου τοῦ Μοναστηριοῦ (Πάνω Μοναστήρι) ὑπῆρχε μυστικὴ εἴσοδος, γνωστὴ σὲ μερικοὺς μόνο, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμπαινε ὁ ἔμπιστος ἀντιπρόσωπος τοῦ καπετάνιου, συνεννοημένος ἐκ τῶν προτέρων μὲ τὸν ἡγούμενο καὶ τὸν ὑπεύθυνο καλόγερο, καὶ ἔπαιρνε τὰ ἀπαραίτητα τρόφιμα ἤ ὅποια ἄλλη βοήθεια καὶ πληροφορίες εἶχαν ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό..

Στὸ μέρος αὐτὸ τοῦ Μοναστηριοῦ ὑπῆρχαν ἀπὸ πολλὰ χρόνια πρίν, χρησιμεύοντας γιὰ τὶς ἀποθηκευτικὲς διατροφικὲς ἀνάγκες τῶν πάμπολλων μοναχῶν, οἱ γνωστὲς, ὡς τὰ τελευταῖα ἀκόμα χρόνια στοὺς κατοίκους τῆς γύρω περιοχῆς, «χαβοῦζες». Οἱ «χαβοῦζες» ἦταν ὑπόγειες σπηλιές, σκαμμένες σὲ κατάλληλα σκιερὰ καὶ δροσερὰ μέρη, μέσα στὶς ὁποῖες  κυκλοφοροῦσε κρύο νερὸ φυσικῶν πηγῶν. Ἔτσι ἐκεῖ διατηροῦνταν τὸ καλοκαίρι ἀρκετὴ δροσιὰ μέχρι καὶ ψῦχος ὥστε νὰ μποροῦν νὰ λειτουργοῦν ἀποτελεσματικὰ σὰν ἕνα εἶδος ψυγείων. Ἦταν τὰ ἀπαραίτητα πρακτικὰ ψυγεῖα – ἀποθῆκες τοῦ Μοναστηριοῦ γιὰ τὴν κατάλληλη διατήρηση τῶν εὐπαθῶν τροφίμων ποὺ χρειάζονταν γιὰ τὴ διατροφὴ τῶν μοναχῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτοὶ ἦταν πολυάριθμοι ἀλλὰ καὶ τῶν πολυάριθμων λαϊκῶν ποὺ καθημερινὰ σιτίζονταν σ’ αὐτό.

Ὅταν, στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας,  ἡ συντήρηση τῶν κλεφτῶν τῆς Ὄρθρης, ἀπὸ ἀτομικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ καὶ μόνο φροντίδα τῶν ἴδιων, ἔγινε καὶ συγκεκριμένη φροντίδα, ἀποστολὴ καὶ μέριμνα κάποιων ὀργανωμένων συνεργατῶν τους, οἱ  «χαβοῦζες» αὐτὲς διαμορφώθηκαν κατάλληλα καὶ ξαναχρησιμοποιήθηκαν. Οἱ καλόγεροι διατηροῦσαν σ’ αὐτὲς κρυμμένα τρόφιμα, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ βρίσκουν ὅσοι δὲν γνώριζαν. Ἀπὸ αὐτὰ τροφοδοτοῦνταν οἱ μυημένοι στὸ μυστικὸ κλέφτες, ὅταν ἦταν ἀνάγκη.

Ὁ ἐκδότης καὶ διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ  «Ἀχιλληίς», Εὐστάθιος, Καλτσέτας δικαστικὸς κλητῆρας στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ στὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰῶνα, εἶχε πολλὲς φορὲς διανυκτερεύσει στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς. Εἶχε συνομιλήσει ὧρες πολλὲς μὲ τοὺς μοναχοὺς  καὶ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ αὐτοὺς πολλὰ τέτοια σχετικὰ γεγονότα. Πολλὰ σχετικὰ τοῦ εἶχε ἀναφέρει ὁ ἡγούμενος γέρο – Γαβριὴλ, ποὺ διατηροῦσε ζωντανὲς προσωπικὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν συνεργασία του μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο. Ὁ ἴδιος ὁ Καλτσέτας εἶχε ἐπισκεφθεῖ καὶ εἶχε ἰδεῖ νὰ χρησιμοποιοῦνται ἀκόμη οἱ «χαβοῦζες» αὐτές. Ἔτσι σὲ ἕνα δημοσίευμά του ἔγραψε ἁπλὰ καὶ λιτὰ:

«Ἐγένετο δὲ ἡ Μονὴ Ξενιᾶς τροφὸς τῶν ἱεροφαντῶν τῆς λεβεντιᾶς τῶν ἀθανάτων «Κλεφτῶν τῆς Τουρκοκρατίας», τῶν ἀπεργασαμένων τὴν ἀνάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ διότι διετήρει μυστικὴν σύραγγα συγκοινωνοῦσαν ἀπὸ τοῦ ἀνωγείου διαμερίσματος πρὸς τὸ ὑπόγειον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ μεμυημένος οἰκονόμος τῆς Μονῆς παρέδιδεν εἰς τὸν διολισθαίνοντα διὰ μυστικῆς εἰσόδου ἀπεσταλμένον τοῦ καπετάνου τὴν ἀπαιτουμένην τροφήν τοῦ μπουλουκίου».

Πολὺ σημαντικὴ ἔγινε ἡ προσφορὰ αὐτὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους μας (1821-1828) ἐξαιτίας τῆς ἰδιάζουσας κατάστασης τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ. Στὴν πόλη τοῦ Ἁλμυροῦ  καὶ στὰ πεδινὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς του ἦταν μόνιμα στρατοπεδευμένες ἰσχυρὲς στρατιωτικὲς τουρκικὲς δυνάμεις. Αὐτὸ δροῦσε ἀποτρεπτικὰ στὴ συμμετοχὴ οἰκογενειαρχῶν Ἁλμυριωτῶν στὶς ὁμάδες τῶν κλεφτῶν τῆς Ὄρθρης. Οἱ οἰκογένειές τους διέτρεχαν   ἄμεσο κίνδυνο νὰ συλληφθοῦν, νὰ αἰχμαλωτισθοῦν καὶ νὰ βασανισθοῦν εἰς ἀντίποινα.

Τὸ μεγάλο αὐτὸ πρόβλημα ἦρθε νὰ λύσει πολὺ ἀποτελεσματικὰ  καὶ πάλι τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Τὰ γυναικόπαιδα  τῶν οἰκογενειῶν τῶν καταδιωκόμενων καὶ καταζητούμενων ἐπαναστατῶν, κλεφτῶν καὶ ἀρματολῶν, κατέφευγαν στὰ βουνὰ γιὰ νὰ κρυφτοῦν, γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τὴν φροντίδα, τὴν τροφοδοσία καὶ τὴ συντήρησή τους σ’ ὁλόκληρο τὸ διάστημα τοῦ ἔνοπλου ἀγῶνα τὴν εἶχε ἀναλάβει τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς.

«Κατὰ τὴν ἑπταετῆ Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν περὶ τὰς τρεῖς χιλιάδας γυναικόπαιδα διαιτώμενα ἀνὰ τοὺς δρυμοὺς, σπήλαια καὶ φάραγγας τῆς Ὄθρυος, ἐνῶ οἱ ἄνδρες ἐμάχοντο, ἐτροφοδοτοῦντο ἀπὸ τὸ ὀψοφυλάκιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», ἀνέφερε γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ λιτὰ καὶ περιληπτικὰ ὁ Εὐστάθιος Παπακωνσταντίνου Καλτσέτας, παρουσιάζοντας  σὲ μία ὁμιλία του τὸ ἔργο τῆς Μονῆς κατὰ τὸ Μάιο τοῦ 1935. Καὶ στηριζόταν, λέγοντας αὐτὰ, σὲ ἐξακριβωμένα στοιχεῖα ποῦ τοῦ εἶχαν παραδώσει οἱ μοναχοὶ τῆς Ξενιᾶς καὶ ἰδίως ὁ γέρο – Γαβριήλ.

Σύμφωνα μὲ μία  παράδοση, πολλαπλῶς ἐπιβεβαιωμένη, στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821 καὶ μέχρι τὸ 1840 εἶχε πάνω ἀπὸ 100 μοναχούς, στὰ 1821 φιλοξενήθηκε γιὰ τρεῖς ἡμέρες καὶ εἶχε συνεργασία μὲ τοὺς μοναχοὺς του γιὰ τὴ συμμετοχή τους στὴν ἐπανάσταση, ὁ Ἀθανάσιος Διάκος.

Μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο συνέφαγε καὶ ὁ νεαρὸς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἱερομόναχος τῆς Ξενιᾶς  Γαβριήλ. Ὁ Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος ἔζησε γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ πέθανε, σὲ ἡλικία 118 χρόνων, τὸ 1908, διηγοῦνταν τὸ περιστατικὸ στοὺς ἄλλους μοναχούς.

Ἀργότερα ὁ Γαβριὴλ, ὁ ὁποῖος εἶχε γεννηθεῖ στὰ 1790, ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ὁ ἴδιος διηγήθηκε καὶ στὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο τὸ περιστατικὸ τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀθανασίου Διάκου στὸ Μοναστήρι καὶ τὸν βεβαίωσε  ὅτι εἶχε καθήσει στὸ ἴδιο τραπέζι καὶ εἶχε συμφάγει μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο. Γιὰ τὸ ἴδιο γεγονὸς εἶχε ἀκούσει καὶ ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας καὶ βεβαίωνε καὶ αὐτὸς γιὰ τὴν ἀλήθειά του.

Κατὰ τὸ 1844, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἐπισκόπου «Ἁλμυροῦ καὶ Κοκουσίου» Ἰωακείμ,[1] προτάθηκε στὸν ἡγούμενο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Γαβριὴλ νὰ γίνει αὐτὸς ἐπίσκοπος Ἁλμυρού. Ὁ Γαβριὴλ ὅμως δὲν δέχτηκε καὶ προτίμησε νὰ παραμείνει ἡγούμενος τῆς Ξενιᾶς. Ἔτσι διορίστηκε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως   τοποτηρητὴς τῆς Ἐπισκοπῆς Ἁλμυροῦ ὁ ἐπίσκοπος Θαυμακοῦ.

Στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς σωζόταν μία σχετικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, ἀντίγραφο τῆς ὁποίας εἶχε πάρει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος γιὰ τὸ ἀρχεῖο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.[2]

Ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ καὶ ἡ ἐπικοινωνία τοῦ Ἀθανασίου Διάκου μὲ τοὺς καλογέρους τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ προφανῶς καὶ μὲ κάποιους λαϊκοὺς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ οἱ ὁποῖοι πρωτοστατοῦσαν, ἔγινε στὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, στὴ γνωστὴ θέση  «Ράχοβο». Ὁ Ἀθανάσιος Διάκος στὴν ἐπιστολὴ του πρὸς τοὺς μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς ὀνομάζει τοὺς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ «Ραχοβίτες». Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου στάλθηκε στὶς 28 Μαρτίου 1821.

Σήμερα ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου πρὸς τοὺς «Ραχοβίτες» μοναχοὺς βρίσκεται στὴν Ἐθνική Βιβλιοθήκη στὸ τμῆμα χειρογράφων μὲ αὔξοντα ἀριθμὸ 10318. Θεωροῦμε βέβαιο ὅτι τὸ γράμμα αὐτὸ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Γιαννόπουλος λέει ὅτι σωζόταν στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος εἶχε πάρει ἀντίγραφο.  Ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἄγνωστο μὲ πιὸ τρόπο βρέθηκε στὴ Μονὴ Βαρνάκοβας τῆς Φωκίδας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ παραδόθηκε στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη, ὅπου βρίσκεται σήμερα.

Τὸ γράμμα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου πρὸς τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ «Ραχόβου» (= Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς = παλιό Κάτω Μοναστήρι Ξενιᾶς), ποὺ βρίσκεται στὸ τμῆμα χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:

«Αἰδεσιμώτατε ἅγιε πρωτόπαπα καὶ παπᾶ δημήτρι εὐλαβῶς προσκυνῶ, καὶ ἀγαπητοί μου γεωργάκη σηδερᾶ καὶ γιάννη ἀλεξανδρῆ, Σᾶς φανερόνω λαμβάνοντας τὸ παρόν μου ἀμέσως νὰ σηκοθῆτε νὰ μαζόξετε ὅλους τοὺς ῥαγιάδες νὰ μοῦ τοὺς ξημερόσετε τρίτη πουρνὸ εἰς Λυκούρασιν[3] ὁποῦ θὰ ἔλθετε ὅλοι :200: διακόσι ὀνομάτοι καὶ τῆς ὥρας μαζὺ μὲ τὰ ἅρματά σας νὰ πάρετε καὶ  :10: φορτώματα ψωμὶ καὶ κρασὶ καὶ ἐλιὲς καὶ ὅλον τὸν  τζημπχανὲν[4] ὁποῦ ἔχετε μπαρούτην καὶ κουρσούμια[5] καὶ νὰ μοῦ φέρετε καὶ :6: ἕξη ἄλογα καλὰ  μεζηλιάρικα[6] καὶ ἔτζη νὰ μοῦ ἀκολουθήσετε ἐξ ἀποστάσεως. ὑγιαίνετε.

ὁ ἀγαπητός σας ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ

(Τ.Σ.)[7]

1821 μαρτίου 28 κάπερνα[8]

Τοῖς ἀγαπητοῖς ῥαχωβῆτες[9]      εἰς ῥάχοβον».[10]

 

Στὸ λευκὸ περιθώριο τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ εἶναι γραμμένη μιὰ ἰδιαίτερη ἐπισημείωση τοῦ Διάκου:

«γιάννη ἀλεξανδρῆ καὶ πατέρα γεωργάκη ἀτοί σας νὰ πάρετε τοὺς ἀνθρώπους ἐν τῷ ἅμα καὶ νὰ μοῦ εὑρεθῆτε ἐδῶ».

Ὁ Γιάννης Ἀλεξανδρῆς καὶ ὁ Γιωργάκης Σιδερᾶς, τὸν ὁποῖον ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, προσφωνεῖ «πατέρα» ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν τοὺς διακόσιους ἁρματωμένους τῆς περιοχῆς τους (διακόσι ὀνομάτι = διακόσια ὀνόματα = διακόσιοι νοματέοι) κοντὰ του μὲ ὅλες τὶς προμήθειες ποὺ θα τοὺς ἐφοδίαζε τὸ Μοναστήρι τοῦ «Ραχόβου» (κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς). «Ὁ αἰδεσιμώτατος ἅγιος πρωτόπαπας» (ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ) θὰ τοὺς ἐφοδίαζε μὲ δέκα μουλάρια φορτωμένα μὲ ψωμὶ, ἐλιὲς, κρασί καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἐφόδια ὅσα εἶχαν στὸ Μοναστἠρι, «ὅλον τὸν τζημπχανὲν ὁποῦ ἔχετε. Μαζί τους θὰ κουβαλοῦσαν μπαρούτι καὶ κουρσούμια και ἕξι ἄλογα «καλὰ μεζηλιάρικα».[11]

Δὲν γνωρίζουμε ποιὰ ἦταν ἡ συνέχεια στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ. Ἐκεῖνο ποὺ μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε, ἀπὸ ὅσα ἄλλα γεγονότα συνέβησαν στὴ συνέχεια καὶ μᾶς εἶναι γνωστά, εἶναι ὅτι ἡ συγκεκριμένη αὐτὴ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸ αἴτημα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου καὶ ἡ ὁποία στάλθηκε, δὲν συνδεόταν ἄμεσα μὲ τὴν συμμετοχὴ τῆς Ξενιᾶς στὴν προετοιμασία καὶ στὰ συγκεκριμένα ἐπαναστατικὰ σχέδια ποὺ ὑπῆρχαν γιὰ τὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ καὶ τὴ Μαγνησία γενικότερα.

Ἦταν μιὰ ἄλλη παράλληλη συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ μία ἄλλη βοήθεια πρὸς τὴ μεριὰ τῆς Φθιώτιδας, στὴν περιοχὴ τῆς ὁποίας ἁπλωνόταν ἐπίσης οἱ σύνδεσμοι καὶ ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Μοναστηριοῦ. Τὸ ὅτι ἀναφέρεται συγκεκριμένος ἀριθμὸς ἀτόμων «διακόσιοι ονομάτι» ποὺ ἔπρεπε σὲ συγκεκριμένη ὥρα καὶ μέρα,  Τρίτη πρωί, «νὰ μοῦ τοὺς ξημερώσετε τρίτη πουρνό»,  νὰ βρεθοῦν σὲ συγκεκριμένη μέρος «εἰς Λυκούρασιν», σημαίνει  ὅτι τὰ ἄτομα  αὐτὰ βρίσκονταν ἤδη στὸ Μοναστήρι ἤ ἐκεῖ γύρω φιλοξενούμενα περιμένοντας αὐτὸ τὸ κάλεσμα. Ὑπεύθυνοι ἦταν ὁ Γιάννης Ἀλεξανδρῆς καὶ ὁ Γιωργάκης Σιδερᾶς.

Ὡστόσο πολὺ ἐνεργὴ ἦταν ἡ συμμετοχὴ τῆς Ξενιᾶς στὴν ἐξέγερση ποὺ ἑτοιμαζόταν καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ. Σύμφωνα μὲ τὸ γενικότερο σχέδιο ποὺ ὑπῆρχε γιὰ τὴν περιφέρεια τῆς Μαγνησίας, καὶ στὸ ὁποῖο ἐκ μέρους τοῦ Ἁλμυροῦ συμμετεῖχε ἐνεργὰ ὁ Ἰωάννης Βελέντζας, ὁ Ἁλμυρὸς καὶ τὰ χωριά του θὰ ξεσηκωνόταν στὸν ἔνοπλο ἀγῶνα στὶς 8 Μαΐου 1821.

Τὸ σχέδιο ὅμως αὐτὸ προδόθηκε στοὺς Τούρκους τοῦ Ἁλμυροῦ. Οἱ Τοῦρκοι ἐνήργησαν κεραυνοβόλα. Μόλις πληροφορήθηκαν τὶς ἑτοιμασίες γιὰ τὸ κίνημα ἔπιασαν ὅλα τὰ γυναικόπαιδα τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ  τὰ κρατοῦσαν κλεισμένα μέσα σὲ ὀχυρωμένα σπίτια τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅπως στὸν πύργο τοῦ Μεμὲτ Κουτσιούκου, ἀπειλῶντας ὅτι σὲ περίπτωση ποὺ οἱ Ἁλμυριῶτες ἔπαιρναν μέρος στὸ κίνημα θὰ τοὺς κάψουν ὅλους ζωντανούς.

Ἔτσι ἡ μαζικὴ συμμετοχὴ τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ στὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τῆς Μαγνησίας ματαιώθηκε καὶ δὲν εἶχε τὰ ἀποτελέσματα ποὺ ὅλοι προσδοκοῦσαν. Ὡστόσο ὁ Ἄνθιμος Γαζῆς, ἀγνοῶντας προφανῶς ὅσα εἶχαν γίνει στὸ μεταξὺ στὸν Ἁλμυρό, σὲ γράμμα ποὺ ἔστειλε μία ἡμέρα μετά,  «τῇ 9 Μαΐου 1821, ἀπὸ τὸ στρατόπεδον Γόλου» πρὸς τοὺς «εὐγενέστατους ἄρχοντες Ὕδρας, ἥρωας καὶ εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος», γιὰ νὰ ἀνακοινώσει τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα στὸ νομὸ Μαγνησίας, ἔγραψε, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ τὰ ἑξῆς, φέρνοντας ὡς δεδομένο τὴν ἐξέγερση τοῦ Ἁλμυροῦ:

«Εἰς τὰς 7 τοῦ παρόντος ἐκινήθημεν κατὰ τῶν τυράννων καὶ μέρος ἐξ αὐτῶν αἰχμαλωτίσθησαν εἰς τὸ κάστρον τοῦ Γόλου (Βόλου) τοὺς ὁποίους πολιορκοῦμεν καὶ διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης καὶ ἐλπίζομεν σήμερον ἤ αὔριον νὰ τοὺς κυριεύσωμεν. Ὁ λαός μας ἐκινήθη μὲ μεγάλον ἐνθουσιασμόν, ἐξεστράτευσε σήμερον τὸ στράτευμά μας ἔξω εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας. Οἱ τῆς Ὄσσας ἐγκάτοικοι καὶ τοῦ Ὀλύμπου κινοῦνται καὶ αὐτοὶ σήμερον, τὰ μέρη τοῦ Ἁρμυροῦ ἐκινήθησαν χτές,[12] στράτευμα ἐξεκινήσαμεν διὰ νὰ βοηθήσῃ τὸ στράτευμα τῶν Βοιωτῶν καὶ Ὀπουντίων καὶ νὰ πολιορκήσῃ τὸ Ζητούνι».[13]

Ἡ εἴδηση ὅτι οἱ Ἁλμυριῶτες δὲν ξεσηκώθηκαν, ὅπως ὅλοι περίμεναν, κλόνισε τὸ ἠθικὸ ὅσων πολιορκοῦσαν τότε τὸ κάστρο τοῦ Βόλου. Ὡστόσο, ὁ Ἁλμυριώτης καπετάνιος Ἰωάννης Βελέντζας, μετὰ τὴν ἀποτυχία τοῦ κινήματος στὸν Ἁλμυρό, μὲ πενήντα παλικάρια κατέφυγε στὸ στρατόπεδο στὸ Τρίκερι γιὰ νὰ λάβει μέρος στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν κατακτητῶν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀρχηγούς, τὸν Γαρέφη, τὸν Μπασδέκη, τὸν Κοντονίκο καὶ ἄλλους.

Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ λάβουν ἐνεργὸ μέρος, μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦσαν καὶ τοὺς ἀνῆκε, στὸ ἐπαναστατικὸ κίνημα, ὅπως  φάνηκε καὶ ἀπὸ τὴ συνεργασία τους μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο, βλέποντας τὴν ματαίωση τῆς ἀπελευθερωτικῆς κίνησης στὸν Αλμυρό, πῆραν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τρεῖς χιλιάδες γιδοπρόβατα καὶ 150 βόδια καὶ πέρασαν μὲ καΐκια ἀπέναντι στὸ Τρίκερι μὲ σκοπὸ νὰ ἐνισχύσουν ἐκεῖ πλέον τοὺς ἀγωνιστές. Ὅλα τὰ ζῶα αὐτὰ τοῦ Μοναστηριοῦ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν τροφοδοσία τῶν ἀγωνιστῶν. Ὅταν σταμάτησε ὁ ἀγῶνας οἱ καλόγεροι γύρισαν στὸ Μοναστήρι τους. Ἀπὸ τὶς  τρεῖς χιλιάδες γιδοπρόβατα ἔφεραν πίσω μόνο ἑβδομήντα καὶ ἀπὸ τὰ 150 βόδια μόνο ἕνα.

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1854

 

Κατὰ τὴν ἐξέγερση τοῦ 1854 ἡ περιφέρεια Ἁλμυροῦ ἦταν τὸ κέντρο τῶν διαφόρων κατὰ τόπους ἐπαναστατικῶν κινημάτων.  Ὁ οὐσιαστικὸς πυρήνας καὶ ἡ ἐπιτελικὴ  ἕδρα τῶν συσκέψεων καὶ ἀποφάσεων γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ αὐτοῦ κινήματος στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Στὸ Μετόχι τοῦ Μοναστηριοῦ, στὴ θέση «Κελέρια», λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ κτίριο τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ, συγκεντρώθηκαν, τὴν Τετάρτη 10 Μαρτίου τοῦ 1854, σαράντα δύο καπεταναῖοι καὶ ὅλοι μαζὶ μὲ τὸ χέρι στὸ Εὐαγγέλιο ὁρκίστηκαν νὰ ἀγωνισθοῦν γιὰ νὰ ἐλευθερώσουν τὴ Θεσσαλία.

Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος τοῦ 1854 πολλοὶ κάτοικοι τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῶν χωριῶν του εἶχαν καταφύγει στὴν περιοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς  Παναγίας Ξενιᾶς γιὰ προστασία.

Τὰ «Κελέρια» τῆς Ξενιᾶς ἦταν ἡ πιὸ κατάλληλη θέση γιὰ τὴ συγκέντρωση τῶν ἀπελευθερωτικῶν στρατευμάτων. Εἶναι μιὰ πεδινὴ ἔκταση, λίγο ἔξω ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες καὶ τὶς ἄλλες κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις τῆς «Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς». Ἦταν Μετὀχι τῆς Ξενιᾶς. Ὑπῆρχε νερὸ γιὰ ὅλους καὶ μεγάλο οἴκημα γιὰ τὴν στέγαση τοῦ ἐπιτελείου. Στὸ ἴδιο μέρος συγκεντρώθηκαν πρὶν ξεκινήσουν τὸν ἀγῶνα τους  τὰ ἀπελευθερωτικὰ στρατεύματα καὶ κατὰ τὸ 1878. Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς κατὰ τὸ 1854 ἦταν ὁ Γαβριὴλ, ποὺ εἶχε λάβει μέρος καὶ στὶς συνομιλίες μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο στὶς παραμονὲς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος τοῦ 1821.  Ὁ ἴδιος ἦταν ἡγούμενος καὶ κατὰ τὸ 1878.

Εἶναι μία «εὐλογία» Θεοῦ αὐτὴ ἡ «τύχη», αὐτὴ ἡ «εὔνοια» τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ὑπεραιωνόβιο αὐτὸν ἱερομόναχο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, τὸν Γαβριήλ, ποὺ ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ στὴ θέση αὐτή.

Νεαρὸς καλόγερος σὲ  ἡλικία 31 ἐτῶν, στὸ «Κάτω Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς» κουβέντιασε μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο, παραμονὲς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος τοῦ 1821, καὶ ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴ συμμετοχὴ τοῦ μοναστηριοῦ του σ’ αὐτό.

Δὲν εἶδε, δυστυχῶς, τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἐλεύθερη. Ζῶντας στὴν σκλαβιά, μένοντας στὸ ἴδιο πάντοτε μοναστήρι, ἡγούμενος τούτη τὴ φορά, σὲ ἡλικία 64 ἐτῶν, ἔπαιξε δραστήριο ρόλο στὸ ἀπελευθερωτικὸ  κίνημα τοῦ 1854, χωρίς καὶ πάλι νὰ ἰδεῖ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἐλεύθερη.

Ἀφοσιωμένος στὸ ἴδιο πάντοτε μοναστήρι, 24 χρόνια ἀργότερα, ἡγούμενος καὶ πάλι, σὲ ἡλικία 88 ἐτῶν, ἡγήθηκε τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος τοῦ 1878, χωρὶς καὶ πάλι νὰ ἰδεῖ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἐλεύθερη.

Ἀξιώθηκε ὅμως, τρία χρόνια ἀργότερα, στὰ 1881, σὲ ἡλικία 91 ἐτῶν, νὰ ἰδεῖ τὴν περιπόθητη ἐλευθερία στὴν πατρίδα του καὶ νὰ λάβει μέρος στὴν δοξολογία ποὺ τελέστηκε γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ στὸν Ἅγιο Νικόλαο τοῦ Ἁλμυροῦ.

Δυστυχῶς δεκαέξι χρόνια ἀργότερα, στὰ 1897, εἶδε καὶ πάλι τοὺς Τούρκους νὰ πατοῦν καὶ νὰ λεηλατοῦν τὸ ἀγαπημένο του Μοναστήρι γιὰ ἕνα σχεδὸν χρόνο, σὲ ἡλικία 107 ἐτῶν.

Ἔζησε καὶ αὐτὴ τὴν περιπέτεια, ἐπανῆλθε στὸ Μοναστήρι του, ἔζησε ἄλλα δέκα χρόνια σ’ αὐτὸ καὶ «ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ», στὰ 1908, σὲ ἡλικία 118 ἐτῶν.

Ὑπηρέτησε ἐπί, περισσότερο ἀπὸ ἐνενήντα τρία (93) χρόνια, ἀπὸ τὸ 1815 μέχρι τὸ 1908, ὡς μοναχὸς στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τριάντα ἕξι (36) χρόνια ὡς ἡγούμενος.

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1878

Σημαντικότατη ἦταν ἡ συνεισφορὰ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς στὸ τελευταῖο ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, κατὰ τὸ 1878,  τελικὸ ἐπακόλουθο ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ἦταν ἡ ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, τρία χρόνια ἀργότερα, στὶς 17 Αὐγούστου τοῦ 1881.

Στὶς 10 Ἰανουαρίου 1878 συγκεντρώθηκαν στὴ Βρύναινα ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα τοῦ Ἁλμυροῦ μὲ γενικὸ ἀρχηγὸ τὸν Θρασύβουλο Βελέντζα. Τὸ κίνημα  ὑποστηριζόταν καὶ ἀπὸ τοὺς προύχοντες τοῦ Ἁλμυροῦ μὲ πρωτοστάτη τὸν Δημήτριο Οἰκονομίδη. Στὴν ἐκκλησία τῆς Βρύναινας τελέσθηκε δοξολογία ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἀγαθάγγελο Τσακμακόπουλο καὶ ὑψώθηκε ἡ σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως.

Τὴν Κάτω Ξενιὰ εἶχαν ἤδη καταλάβει καὶ εἶχαν ὀχυρωθεῖ σ’ αὐτὴν πενήντα  Τοῦρκοι στρατιῶτες. Οἱ ἐπαναστάτες σκέφτηκαν ἀρχικὰ νὰ ἐπιτεθοῦν καὶ νὰ καταλάβουν τὸ Μοναστήρι ἤ, σὲ περίπτωση ἀνάγκης, καὶ νὰ τὸ ἀνατινάξουν.

Δὲν ἔγινε δεκτὴ ὅμως ἡ σκέψη αὐτὴ καὶ ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα οἱ Ἕλληνες ἄρχισαν νὰ πολιορκοῦν τὸ Μοναστήρι πιάνοντας ἐπίκαιρες θέσεις γύρω του. Τὸ βράδυ, ὕστερα ἀπὸ σκληρὲς μάχες καὶ ἀφοῦ διέτρεξαν μεγάλο κίνδυνο νὰ αἰχμαλωτισθοῦν, κατόρθωσαν καὶ μπῆκαν στὸ Μοναστήρι καὶ ὀχυρώθηκαν σ’ αὐτὸ ἄλλοι 600 Γκέκηδες ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό. Τόση ἦταν ἡ μανία τῶν Γκέκηδων αὐτῶν γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεξαν καὶ τὶς μεγάλες ἀπώλειες ποὺ εἶχαν ὥστε θέλησαν νὰ σφάξουν τὸν ἡγούμενο τῆς Ξενιᾶς Γαβριήλ μόλις μπῆκαν στὸ Μοναστήρι.

Εὐτυχῶς τὸ μεγάλο κακὸ ἐμποδίστηκε τὴν τελευταία στιγμὴ ἀπὸ τὸν  Τοῦρκο ταγματάρχη τοῦ Ἁλμυροῦ Μουσταφᾶ Μπίμπας, ἴσως καὶ ἀπὸ τὸν ἰδιαίτερο σεβασμὸ ποὐ ἔτρεφαν ἀνέκαθεν οἱ ντόπιοι Τοῦρκοι γιὰ τὸ Μοναστήρι καὶ τὴν Παναγία Ξενιὰ καὶ προσωπικὰ γιὰ τὸν ἡγούμενό του Γαβριήλ.

Στὶς 20 Ἰανουαρίου 1878, συγκροτήθηκε καὶ δεύτερη μάχη στὴν περιοχὴ τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ἐπαναστατῶν καὶ τῶν Τούρκων ποὺ εἶχαν ἀρχηγὸ τὸν Μουσταφᾶ Μπίμπας. Εἶναι ἡ δεύτερη μάχη τῆς Ξενιᾶς. Οἱ Τοῦρκοι κατατροπώθηκαν στὴ μάχη αὐτὴ καὶ ἀναγκάστηκαν νὰ καταφύγουν καὶ νὰ ὀχυρωθοῦν καὶ πάλι στὴν Κάτω Ξενιά. Ἡ θέση τους ὅμως ἦταν ἀπελπιστική. Ἄν ἔμειναν ἐκεῖ κινδύνευαν ὅλοι νὰ χαθοῦν. Ἔτσι τὰ μεσάνυχτα οἱ πολιορκημένοι στὴν Ξενιὰ Τοῦρκοι, κινδυνεύοντας νὰ χαθοῦν ὅλοι, ἀποπειράθηκαν νὰ διαφύγουν πρὸς τὸν Ἁλμυρό, ἐκμεταλλευόμενοι τὸ πυκνὸ σκοτάδι ποὺ ἐπικρατοῦσε καὶ τὴ σύγχυση ἀπὸ τὴ ραγδαία βροχὴ ποὺ ἔπεφτε. Γιὰ νὰ κάνουν ἀσφαλέστερη τὴ διαφυγή τους, προκαλῶντας σύγχυση καὶ ἀναστάτωση, φεύγοντας πυρπόλησαν ὅλη τὴν βόρεια πλευρὰ τοῦ Μοναστηριοῦ. Στὸ Μοναστήρι, ὡστόσο,  ἔμειναν πολλὰ πτώματα νεκρῶν Τούρκων. Τὰ  πτώματα αὐτὰ τῶν νεκρῶν Τούρκων θάφτηκαν στὸ προαύλιο τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς.

Ὡς ἐνθύμιο τῶν μαχῶν αὐτῶν βρισκόταν ἐπὶ πολλὰ χρόνια στὸ Μουσεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ μία θύρα τῆς θολωτῆς εἰσόδου του  διάτρητος ἀπὸ τὶς σφαῖρες τῶν πολεμιστῶν καὶ ἔχοντας πάνω της κάποιες σφαῖρες σφηνωμένες.

Ἡ ἐφημερίδα  «Εὐνομία»,  στὶς 9  Φεβρουαρίου 1878, ἔγραψε μεταξὺ πολλῶν ἄλλων γιὰ τὴ μάχη αὐτή: «Οἱ ἐπαναστάται τῶν μερῶν αὐτῶν ἐπιτυχῶς πολεμήσαντες ἐν Ξενιᾷ, ἐν Βρύνιανῃ καὶ ἐν Πλατάνῳ ἐσυνήθισαν ν’ ἀντιμετωπίζωσιν τοὺς Νιζάμηδας καὶ Γκέκηδες μεθ’ ἡρωικῆς ἀταραξίας. Καίτοι δὲ εἰς ὅλας τὰς μάχας ἦσαν διπλάσιοι οἱ ἐχθροί, οἱ ἐπαναστάται ἐνίκησαν αὐτοὺς καὶ εἰς τὰς τρεῖς θέσεις. Εἶναι δ’ ἀπείρων ἐγκωμίων ἄξιοι διότι πολεμήσαντες πρὸς διπλάσιον καὶ γεγυμνασμένον στρατὸν…ἠγωνίσαντο μετὰ τοσαύτης ἐπιδεξιότητος».

Στὶς 24 Μαρτίου 1878 οἱ ἐπαναστατικὲς δυνάμεις τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ μἐ ὅλους τοὺς καπεταναίους τους συγκεντρώθηκαν στὰ «Κελέρια», μετόχι τοῦ Μοναστηριοῦ, σὲ πολὺ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Στοὺς συγκεντρωμένους ἐκεῖ ἐπαναστάτες μίλησε ὁ ἀρχηγὸς τους  Θρασύβουλος Βελέντζας, λέγοντας, ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα, δείχνοντας τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς «Τὰ τείχη του Μοναστηριοῦ αὐτοῦ εἶναι βαμμένα ἀπὸ τὸ χθεσινὸν αἷμα τῶν ἐχθρῶν μας……Ὁ Γκέκας βλέπει ὄνειρο τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ ξυπνᾶ ἀκόμα τρομαγμένος» .

Στὴν ἐφημερίδα «Πρωία», στὶς 19 Δεκεμβρίου 1910, δημοσιεύθηκε, μεταξὺ ἄλλων πολλῶν, καὶ τὸ ἑξῆς χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴ συμβολὴ τῶν μοναχῶν καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, κάνοντας ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὸν ἡγούμενο Γαβριὴλ:  «Τέκνον δὲ τῆς Σούρπης (ἦταν) ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Γαβριήλ, εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ σύνεσιν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται κατὰ πολὺ ἡ ἐπιτυχία τῆς μεγάλης μάχης τῆς Μονῆς Ξενιᾶς τοῦ 1878, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρον τάγμα τουρκικοῦ στρατοῦ ἐτάφη εἰς τὸν περίβολον τοῦ μοναστηριοῦ ὑπὸ τὸ φονικὸ πῦρ τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων» .

Ὁ ἡγούμενος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Γαβριὴλ, «εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ σύνεσιν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται κατὰ πολὺ ἡ ἐπιτυχία τῆς μεγάλης μάχης τῆς Μονῆς Ξενιᾶς τοῦ 1878», ἦταν τότε 88 ἐτῶν καὶ ἦταν γιὰ δεύτερη φορὰ ἡγούμενος. Εἶχε ἀναλάβει καθήκοντα ἡγουμένου ἀπὸ τὸ 1869 καὶ παρέμεινε στὴ θέση του μέχρι καὶ τὸ 1885.

Ὁ ἴδιος ἦταν ἡγούμενος καὶ  κατὰ τὴ  διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος τοῦ 1854, σὲ ἡλικία 64 ἐτῶν, στὴν πρώτη θητεία ὡς ἡγουμένου τῆς Ξενιᾶς, ἀπὸ τὸ 1846 μέχρι τὸ 1865. Ἦταν ὁ ἴδιος ποὺ στὰ 1821, νεαρὸς μοναχὸς τότε τῆς Ξενιᾶς, σὲ ἡλικία 31 ἐτῶν, ὅταν στὸ Μοναστήρι ἡγουμένευε ὁ Ἰγνάτιος, εἶχε καθήσει στὸ ἴδιο τραπέζι καὶ εἶχε συμφάγει μὲ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο.

Ὁ ἴδιος εἶχε ἀκόμα τὴν εὐτυχία νὰ ἰδεῖ καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς περιοχῆς τοῦ Μοναστηριοῦ του καὶ τοῦ Ἁλμυροῦ, στὰ 1881, καὶ νὰ λάβει μέρος, ὡς ἡγούμενος καὶ πάλι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Ἁλμυροῦ, στὶς 17 Αὐγούστου 1881, σὲ ἡλικία 91 ἐτῶν.

Γιὰ τοὺς παραπάνω λόγους ἀνταποκρινόταν στὴν πραγματικότητα τὸ χαρακτηριστικὸ ἀπόφθεγμα τοῦ λόγου τοῦ Θρασύβουλου Βελέντζα: «Ὁ Γκέκας βλέπει ὄνειρο τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ ξυπνᾶ ἀκόμα τρομαγμένος.»

Ἡ τοπικὴ λαϊκὴ μοῦσα, ἀποθανατίζοντας πάντα μὲ λιτότητα τὴν πραγματικότητα τῶν γεγονότων, ὕμνησε τὴ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν ἀγῶνα τοῦ 1878 μὲ ἕνα ἁπλὸ δίστιχο:

«Ἕνα μπαϊράκι ξέβγαινε ἀπ’ τῆς Ξενιᾶς τὰ μέρη

ἔλαμψε ὁ κάμπος τ’  Ἁλμυροῦ ταράχτηκε τ’ ἀσκέρι».

 

Ἡ συμμετοχὴ στὸν  Ἑλληνο -Τουρκικὸ Πόλεμο τοῦ 1897

Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους μας, δίπλα πάντοτε στοὺς ἀγωνιστὲς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὸ τελευταῖο ἐπαναστατικὸ κίνημα τοῦ 1878 ποὺ εἶχε ὡς τελικὸ ἀποτέλεσμα, ἔστω καὶ μετὰ τρία χρόνια, τὴν ὁριστικὴ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ καὶ τοῦ ὑπόλοιπου τμήματος τῆς περιοχῆς καὶ  τὴν ἐνσωμάτωσή της  στὸ ἐλεύθερο ἑλληνικὸ κράτος στὶς 17 Αὐγούστου 1881.

Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν τὴν ἀπελευθέρωση οἱ ὑπεύθυνοι παράγοντες τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν προβλήματα ἐσωτερικῆς ὀργάνωσης, ἀσφάλειας, προστασίας καὶ περίθαλψης. Ἦταν προβλήματα ποὺ πάντοτε ἀπασχολοῦσαν τοὺς καλογέρους τοῦ Μοναστηριοῦ στὰ δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸ βλέμμα τοῦ κατακτητῆ.

Μετὰ  τὴν ἀπελευθέρωση τὰ προβλήματα αὐτὰ ἔγιναν περισσότερο ἐσωτερικά. Ἡ βοήθεια καὶ ἡ συμπαράσταση τοῦ Μοναστηριοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς ἦταν τώρα πιὸ συγκεκριμένη καὶ πιὸ φανερή.

Ἀποφεύγοντας γενικόλογα καὶ ἀοριστολογίες θὰ περιοριστοῦμε μόνο σὲ ὅσα γεγονότα σχετικὰ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ξενιᾶς στὴν ἀνασυγκρότηση τῆς τοπικῆς κοινωνικῆς καὶ κοινοτικῆς ὑπόστασης στηρίζονται σὲ ἔγγραφα.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα προβλήματα στὸ ἐλεύθερο πιὰ καθεστὼς στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν ἡ ληστεία. Τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα ποὺ δροῦσαν στὴν περιοχὴ τῆς Ὄρθρης κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια δὲν διέκοψαν ὅλα τὶς δραστηριότητές τους μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ 1881. Κάποια παρέμειναν ἀσυμβίβαστα καὶ εἶχαν προσλάβει μία ἰδιάζουσα μορφὴ μεταξὺ ληστρικῶν καὶ ἐπαναστατικῶν ὁμάδων.

Ἡ συντήρησή τους δὲν μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενο οὔτε κρατικῆς οὔτε κοινωνικῆς συστηματικῆς ὀργάνωσης. Αὐτὸ δημιουργοῦσε προβλήματα. Οἱ διάφοροι ἀρχηγοὶ τῶν ὀργανωμένων ὁμάδων, τῶν καθαρὰ ἐπαναστατικῶν, μὲ σαφῶς ἀπελευθερωτικοὺς σκοποὺς στὶς ἐπιδιώξεις τους, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνοργάνωτων καὶ ἀπειθάρχητων «μπουλουκιῶν» συγχέονταν μεταξύ τους στὴν κοινὴ λαϊκὴ ἀντίληψη. Πολλὲς φορὲς τέτοιοι «κατεταναῖοι» ἀντιδικοῦσαν καὶ μεταξύ τους γιατὶ δὲν ὑπῆρχε μία ἀναγνωρισμένη ἀπὸ ὅλους κεντρικὴ διοίκηση. Στὴν προσπάθειά τους νὰ ἐξασφαλίσουν τὴ διατροφή τους οἱ ὁμάδες αὐτὲς τῶν κάθε φύσης «ἐπαναστατῶν» πραγματοποιοῦσαν «ληστρικὲς» ἐπιδρομές.

Στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, πολλὰ «ἐπαναστατικὰ σώματα» ἤ «μπουλούκια» ἐξακολούθησαν καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση, στὶς 17 Αὐγούστου 1881 νὰ  παραμένουν στὰ βουνὰ. Μετατράπηκαν πλέον, γιὰ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς κοινῆς ἀντίληψης τοὐλάχιστον, σὲ «ληστρικὰ» μπουλούκια. Αὐτὰ ἐξακολουθοῦσαν τὴν ἴδια ζωὴ καὶ ἐπαναλάμβαναν τὶς δραστηριότητές τους εἴτε γιατὶ θεωροῦσαν ὅτι δὲν δικαιώθηκαν οἱ ἀγῶνες τους εἴτε γιατὶ αὐτὸ ἦταν ἕνας τρόπος ζωῆς καὶ ἐπιλογή τους.

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος εἶχε ἐγκαταστήσει κατὰ τὸ 1894 στὸν Ἁλμυρὸ εἰδικὸ καταδιωκτικὸ τῆς ληστείας σῶμα ποὺ εἶχε τὴν ὀνομασία  «Μεταβατικὸ Ἁλμυροῦ», ὅπως, τοὐλάχιστον, ὀνόμαζε αὐτὸ ὁ «ἀρχηγός» του Ρήγας Νικόλαος. Τὸ «Μεταβατικὸ Ἁλμυροῦ», στὴν ὅλη προσπάθειά του γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς «ληστείας», ἐγκατέστησε στὴ Μονὴ Ξενιᾶς ἕνα «σταθμό» γιὰ τὴ φύλαξή της. Γιὰ τὴ συντήρηση τῶν ἀνδρῶν τοῦ «Σταθμοῦ» αὐτοῦ ὁ ἀρχηγός τοῦ Μεταβατικοῦ Ἁλμυροῦ ἀπευθύνθηκε μὲ ἔγγραφό του πρὸς τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς:

«Ὁ ἀρχηγὸς Ρήγας Νικόλαος, ἐπόπτης Μεταβατικοῦ Ἁλμυροῦ

Πρὸς τὸν ἡγούμενον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ξενιά.

Ἐπὶ τῆς ἀνάγκης αὐτόθι τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ σταθμοῦ ἀναγκαζόμεθα νὰ προμηθευόμεθα τοὺς ἄντρες δι’ ἄρτου  ἐντεῦθεν ἐκδόσῃς ἀποφάσεως ἀποφυγόντες τὸ βάρος τούτου ἐκ τῆς Μονῆς δι’  ἥν ὁ σταθμὸς ἐγκαθιδρύθη πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῆς.

Εἰς ταῦτα τὰ ἀνεπαίσθητα ζητήματα ἀναγκαιοῦται εἰς τοὺς ἄντρας μικρὰ πράγματα τοὐτέστι ἔλαιον καὶ φακῆν καὶ ἄλλαι χάριται ἐκ τῶν περιβόλων τῆς Μονῆς. Πιστεύομεν ὅτι δὲν ἀπαιτεῖταί τι σημαντικὸν τῆς Μονῆς ἥτις προορισμὸν καὶ σκοπὸν ἔχει τοιαῦτα τὰ προηγούμενα ἄγεται καλέσει. Κατ’ ἄλλον λόγον ὁ σταθμὸς αὐτοῦ ὡς ἀνωτέρω σκοπὸν ἔχει τὴν διαφύλαξιν τῆς Μονῆς ἀπὸ τῆς ληστρικῆς συμμορίας σήμερον τῆς καταμαστιζούσης τὸν τόπον τοῦτον. Ὅθεν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἡ Μονὴ πρὸς εὐκολίαν τῶν ἀνδρῶν παρακαλεῖται καὶ παρέχῃ ἡ Μονὴ καὶ θυσίας ὑπερβολικὰς νὰ κάμῃ.

Ἐν Ἁλμυρῷ τῇ 14 Μαρτίου 1894».

 

Παρ’ ὅλη τὴν ἀσάφεια, τὴν ἀσυνταξία καὶ τοὺς σολοικισμούς του, τὸ ἔγγραφο τοῦ Ρήγα Νικολάου εἶναι, νομίζω, κατατοπιστικὸ σὲ πόσα προβλήματα τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν βοηθός καὶ συμπαραστάτης ἡ Μονὴ Ξενιᾶς, ποὺ καλοῦνταν χάριν τῶν ἀναγκῶν της «καὶ θυσίας ὑπερβολικὰς νὰ κάμῃ».

Χαρακτηριστικὸ σταθμὸ στὴν ἀνάπτυξη καὶ καλλιέργεια τοῦ στενοῦ συνδέσμου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀποτέλεσε ὁ Ἑλληνο – Τουρκικὸς Πόλεμος τοῦ 1897.

Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀναγκάστηκαν κατὰ τὸν πόλεμο αὐτὸ νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ σπίτια τους καὶ νὰ καταφύγουν γιὰ ἀσφάλειά τους σὲ μέρη ποὺ θεωροῦνταν ἀσφαλῆ ὅπως ἡ Εὔβοια καὶ ἄλλα μέρη τῆς λεγόμενης «παλιᾶς Ἑλλάδας».

Μαζὶ μὲ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς, ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό, ἔφυγαν καὶ μερικοὶ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς  παίρνοντας μαζί τους τὴν ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τὰ πιὸ πολύτιμα ἱερὰ κειμήλια καὶ βρῆκαν καταφύγιο στὴν Εὔβοια.

Μαζί τους εἶχαν ἀκόμη καὶ τὸ πολυτιμότερο κειμήλιο τοῦ Μοναστηριοῦ, τὰ δύο τεμάχια τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Παναγίας, τοποθετημένα σὲ πολυτιμότατη θήκη, δῶρο πρὸς τὸ Μοναστήρι, τῆς Μονῆς Βατοπεδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κατὰ τὸ ἔτος 1522.

Ὅταν, μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν Τούρκων,  οἱ μοναχοὶ ἐπέστρεψαν στὸ Μοναστἠρι τους δὲν ἔφεραν μαζί τους, ἄγνωστο γιὰ ποιὸ λόγο, τὴν πολύτιμη θήκη μὲ τὰ δύο τεμάχια τῆς Τιμίας Ζώνης. Ἡ θήκη τελικὰ ἐπέστρεψε καὶ τοποθετήθηκε στὴ θέση της, στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς ἔρευνες, ἐνέργειες καὶ διαμαρτυρίες, μετὰ ἀπὸ 36 ὁλόκληρα χρόνια, τὸ 1933.[14]

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεύτερης αὐτῆς «Τουρκοκρατίας» στὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ, ἀπὸ τὶς 4 Μαΐου  1897 μέχρι, περίπου, καὶ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1898, τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὑπέστη μεγάλες καταστροφὲς καὶ λεηλασίες, παρ’ ὅλο  ὅτι ὁ ἡγούμενος καὶ κάποιοι μοναχοί, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχε ἡ ζωή τους, προτίμησαν νὰ παραμείνουν στὸ Μοναστήρι καὶ νὰ τὸ διαφυλάξουν ὅσο καὶ ὅπως μποροῦσαν.

Στὴν ἐφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ τῆς 12ης Ἰουνίου 1897 ἀναφέρεται σχετικὰ: «Ἐπιβάται ἀφικόμενοι χθὲς εἰς Πειραιᾶ πληροφοροῦσιν ὅτι ἡ ἐν Ἁλμυρῷ διαρπαγὴ ὑπῆρξε τελείως ἀπογυμνωτικὴ διὰ τὰ καταστήματα καὶ τὰς οἰκίας. Ἐπίσης οἱ Τοῦρκοι διήρπασαν καὶ τὴν ἐκεῖ  μονὴν τῆς Ξενιᾶς, ἀφαιρέσαντες πᾶν ὅ,τι πολύτιμον ὑπῆρχε εἰς σκεύη ἱερὰ ἤ ἐπὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων».

Φαίνεται δὲ ὅτι οἱ καλόγεροι ποὺ παρέμειναν στὸ Μοναστήρι ἔπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο στὴν ἀντίσταση κατὰ τῶν Τούρκων γιατὶ βοήθησαν νὰ κρυφτοῦν σ’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ διαφύγουν ἀσφαλεῖς καὶ κάποιοι λαϊκοὶ. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ  Ἰωάννης Κομνόπουλος, ὁ ὁποῖος διέφυγε ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό μετὰ τὴν εἰσβολή τῶν Τούρκων σ’ αὐτὸν.

Ὁ Κομνόπουλος ἦταν νέος στὴν ἡλικία μὲ σχέδια καὶ ὄνειρα γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἕνας σημαντικὸς πολιτικὸς παράγοντας τοῦ τόπου. Ἔμεινε στὸν Ἁλμυρὸ ἐλπίζοντας νὰ φανεῖ χρήσιμος στὴν πατρίδα του καὶ νὰ βοηθήσει ἄν καὶ ὅπου μποροῦσε στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς. Ἔζησε στὸ πρῶτο στάδιο τὶς λεηλασίες τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τελικὰ, ὕστερα ἀπὸ περιπέτειες κατώρθωσε καὶ διέφυγε στὸ Ξηροχώρι «διά τοῦ Μοναστηρίου», ὅπως ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του.

Ὁ ἡγούμενος τῆς Ξενιᾶς, Ἄνθιμος Ἀποστόλου,  ἔπαιξε ἕναν προστατευτικό καὶ ἡγετικό ρόλο στὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς δεύτερης αὐτῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Οἱ Τοῦρκοι κατακτητὲς δὲν ἀρκέστηκαν μόνο στὴ φορολόγηση τῶν μερῶν ποὺ εἶχαν καταλάβει. Θέλησαν νὰ ἐπεκτείνουν τὴ φορολογία καὶ στὰ μέρη τῆς «οὐδέτερης ζώνης». Οἱ πρόκριτοι τῶν οὐδέτερων αὐτῶν μερῶν, ὅπως κυρίως τῆς  Σούρπης, τῆς Μιτζέλας καὶ τοῦ Πτελεοῦ, ἀντέδρασαν. Πρωτοστάτης καὶ μεγάλος προστάτης τους στάθηκε καὶ πάλι ὁ ἡγούμενος τῆς Ξενιᾶς, ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια.

Τὰ μαθαίνουμε ὅλα ἀπὸ ἕνα δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας  «ΕΣΤΙΑ» τῆς 29ης Ἰανουαρίου 1898: «Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς τηλεγραφεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ Νέας Μιτζέλης ὅτι αἱ τουρκικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπέστειλαν στρατὸν εἰς τὰ χωρία τῆς οὐδετέρας ζώνης ὅστις ἐκάλεσε τοὺς κατοίκους ἵνα μεταβῶσιν εἰς Ἁλμυρὸν καὶ πληρώσουν τοὺς ὀφειλομένους φόρους διότι ἄλλως τὰ χωρία των θὰ καταληφθῶσι οἱ δὲ φόροι θὰ εἰσπραχθῶσι βιαίως. Οἱ πρόκριτοι τῶν χωρίων τούτων συναθροισθέντες εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς ἀναμένουσιν ὁδηγίας περὶ τοῦ πρακτέου».

Ἀλλὰ ἡ βοήθεια καὶ ἡ συμπαράσταση τῆς  Ξενιᾶς δὲν περιοριζόταν μόνο στὴν τοπικὴ κοινωνία. Ἐπεκτεινόταν σ’ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα ἄν ἦταν ἀνάγκη. Τὰ δύο ἔγγραφα ποὺ παρουσιάζουμε στὴ συνέχεια καὶ τὰ ὁποῖα σώθηκαν στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ φανερώνουν ὅτι βοήθησε καὶ στὴν περίθαλψη καὶ βοήθεια πρὸς τοὺς πρόσφυγες τῆς Κρήτης ποὺ ἔφτασαν κυνηγημένοι στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1897:

«Βασίλειον τῆς Ελλάδος

Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Πρὸς τοὺς ἀνὰ τὸ Κράτος σεβασμιωτάτους ἱεράρχας καὶ τὰς ἐπισιτιστικὰς ἐπιτροπὰς.

Περίληψις: «Περὶ συνδρομῆς  ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν»

Διαπέμποντες ᾧδε συνημμένως ἡ Σύνοδος ἐγκύκλιον αὐτῆς ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς ἀνὰ τὸ Κράτος χριστιανοὺς, δι’ ἧς προτρέπει αὐτοὺς νὰ ἔλθωσι ἐπίκουροι καὶ ἀντιλήπτορες ὑπὲρ τῶν γυναικοπαίδων τῶν καταφυγόντων εἰς τὴν Μητέρα Ἑλλάδα πρὸς σωτηρἰαν ἀπὸ τὰς μαχαίρας τῶν ἀγρίων σφαγέων, προσκαλεῖ ὑμᾶς νὰ διατάξητε τὴν ἐπ’ ἐκκλησίαις ἀνάγνωσιν αὐτῆς ἐπὶ τρεῖς κατὰ συνέχειαν Κυριακὰς ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐνοριακαῖς ἐκκλησίαις τῆς πνευματικῆς ὑμῶν περιφερείας.

Ἔτι δὲ νὰ προσκαλέσητε τὰ συμβούλια τῶν εὐαγῶν ἱερῶν μονῶν νὰ εἰσφέρῃ ἕκαστον τούτων ποσὸν χρηματικὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ κατάστασιν. Τὰς συλλεγείσας συνδρομὰς διὰ ταμειακοῦ γραμματίου θέλετε διαπέμψει πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων Κρητῶν Κεντρικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Σύνοδος ἀπεκδέχεται ταχεῖαν τὴν προκειμένου ζητήματος ἐνέργειαν ὑμῶν.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Δεκεμβρίου 1897

ὁ Ἀθηνῶν Προκόπιος, πρόεδρος.

ὁ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας Παρθένιος

ὁ  Κεφαλληνίας Γεράσιμος

ὁ  Ὕδρας καὶ Σπετσῶν Ἀρσένιος

ὁ Τριφυλλίας καὶ Ὀλυμπίας Νεόφυτος.

                               Ὁ Γραμματεὺς ἀρχιμανδρίτης

                                  Βαρθολομαῖος Γεωργιάδης

                                    ὅτι ἀκριβὲς ἀντίγραφον».

 

Ἡ Μονὴ Ξενιᾶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ παραπάνω ἔμμεσα πρὸς αὐτὴν ἀπευθυνόμενο ἔγγραφο, πῆρε καὶ τὸ παρακάτω εἰδικὰ πρὸς αὐτὴν ἀπευθυνόμενο:

«Ἀριθ. 51.

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ Ἑπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Λαρίσης

Πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς.

Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπισυνημμένως διαβιβάζει τῷ ἡγουμενοσυμβουλίῳ δύο ἀντίτυπα, τὰ περὶ συνδρομῆς ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν ἀφορῶντα, προτρεπομένη αὐτῷ ἵνα συνοδᾶ τῇ ὑπ’ ἀριθ. 107 ἐγκυκλίῳ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰσφέρῃ ποσὸν χρηματικὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, ἀφοῦ ἐξαποστείλῃ αὐτὸ ἐνταῦθα τῇ Ἐπιτροπῇ ἵνα αὕτη διὰ ταμειακοῦ γραμματίου διαπέμψῃ αὐτὸ πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων Κρητῶν Κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν ἤ τὸ ἴδιον ἡγουμενοσυμβούλιον ἀπ’ εὐθείας στείλῃ διὰ ταμειακοῦ γραμματίου πρὸς τὴν μνησθεῖσαν Κεντρικὴν Ἐπιτροπήν.

Ἐν Λαρίσῃ  1897 Δεκεμβρίου 20

Ἡ Ἐπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Λαρίσης

Οἰκονόμος Νικόλαος Γιαννής, Χαρτοφύλαξ».

 

Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἀνταποκρίθηκε ἀποτελεσματικὰ στὶς παραπάνω ἐκκλήσεις τῆς πατρίδας μας.

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴν περίοδο 1912 -1941

Ἡ συμπαράσταση τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στοὺς κατοίκους τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀλλὰ καὶ γενικότερα τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας κατὰ τοὺς ἐθνικοὺς μας ἀγῶνες ἦταν συνεχὴς τόσο πρὸς τοὺς μαχόμενους πολεμιστὲς μας ὅσο καὶ κυρίως πρὸς τὸν ἄμαχο πληθυσμό.

Ἡ συμπαράσταση καὶ ἡ βοήθειά του  πρὸς τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ καὶ ἰδίως πρὸς τὶς οἰκογένειες τῶν στρατευμένων, ποὺ εἶχαν στερηθεῖ τοὺς φυσικούς τους προστάτες, ἐκδηλώθηκε μὲ πολὺ καλὰ ὀργανωμένο τρόπο κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων 1912 -1913, τῆς Μικρασιατικῆς Ἐκστρατείας 1921 -1922 καὶ τοῦ Ἑλληνο – Ιταλικοῦ πολέμου τοῦ 1940.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πολεμικῶν αὐτῶν περιπετειῶν ἡ βασικὴ μέριμνα καὶ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ ἐπικεντρώθηκε κυρίως στὶς οἰκογένειες τῶν στρατιωτῶν ἀφοῦ τὸ κυρίως μέτωπο τῶν πολεμικῶν αὐτῶν συγκρούσεων δὲν ἄγγιξε τὴν περιοχή μας.

Στὸν Ἑλληνοϊταλικὸ Πόλεμο τοῦ 1940 -1941, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ βοήθεια πρὸς τὶς οἰκογένειες τῶν στρατευμένων κατοίκων, σημαντικὴ ἦταν ἡ συνεισφορά του γιὰ τὸν πολεμικό ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους μας.

Δὲν διασώθηκαν, δυστυχῶς, ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ποὺ ἀποδεικνύουν αὐτὴ τὴ συνεισφορά του. Τὰ περισσότερα χάθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Γερμανοϊταλικῆς «Κατοχῆς» ἀλλά τοῦ ἐμφυλίου πολέμου 1945 -1949. Ἔτσι θὰ παραθέσουμε ἕνα μόνο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔφτασε ὡς τὶς ἡμέρες μας:

«Ἀριθμὸς πράξεως  431

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

Συγκείμενον ἐκ τοῦ Ἡγουμένου Καλλινίκου Χατζηϊωάννου, μοναχοῦ, καὶ τῶν συμβούλων Βενεδίκτου Παπανικολάου καὶ Κυρίλλου Χαραλάμπους, ἱερομονάχων,

Συνελθὸν εἰς συνεδρίαν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Μονῆς σήμερον τὴν 10ην τρέχοντος μηνὸς Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1940, ἡμέραν Τρίτην καὶ ὥραν 10ην π. μ.,

Λαβὸν ὐπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ Ἡγουμένου 1) ὅπως ἡ Ἱερὰ Μονὴ εἰσφέρῃ διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ ὑπὲρ τοῦ διεξαγομένου ἐθνικοῦ ἀγῶνος (τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Ιταλίας ἐν Ἀλβανίᾳ) ποσόν τι χρηματικόν 2)  ζητηθῇ συμπληρωματικὴ πίστωσις διὰ τὴν τροφοδοσίαν τῶν ἐν τῇ Μονῇ βιούντων (Κεφ. Γ΄, ἄρθρον 1) 5.000 δραχμῶν λόγῳ  τῆς ὑπερβολικῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν τῶν τροφίμων και 3) ἑτέρα πίστωσις ἐκ 5.500 δραχμῶν ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς δαπάναι συλλογῆς τοῦ ἐλαχίστου εἰς ποσότητα ἐλαιοκαρποῦ τοῦ κτήματος τῆς Μονῆς  «Νηὲς», παρασχεθείσης πρὸς τούτῳ προφορικῆς ἀδείας τῷ Ἡγουμενοσυμβουλίῳ ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος,

Ἀποφαίνεται

Γνωμοδοτεῖ ὅπως 1) ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος διατεθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος 5.000 δραχμαὶ, 2)  διὰ συμπληρωματικὴν πίστωσιν τροφίμων 5.000 δραχμαὶ καὶ 3)  διὰ δαπάνας συλλογῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου τοῦ ἐλαιοκτήματος «Νηὲς»  5.500 δραχμαί, παρακληθῇ δὲ πρὸς τοῦτο ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος καὶ ἐγκρίνει τὰς ὡς ἄνω αἰτουμένας πιστώσεις.

Τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν ἀφίησι τῷ Ἡγουμένῳ τῆς Μονῆς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα πρᾶξις ἥτις ἀναγνωσθεῖσα ὑπογράφεται.

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Καλλίνικος Χατζηϊωάννου, μοναχός.

Βενέδικτος Παπανικολάου, ἱερομόναχος.

Κύριλλος Χαραλάμπους, ἱερομόναχος» .

 

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς,   ὀστεοφυλάκιο Γερμανῶν νεκρῶν στρατιωτῶν τοῦ 1941

Στὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ συγκεκριμένα στοὺς πάνω ὀρόφους τῶν  «μεγάλων κελιῶν», τῶν λεγόμενων «πύργων», εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἀπὸ χρόνια, κατὰ τὸ 1960 περίπου, καὶ διαφυλάσσονταν σὲ σιδερένια κιβώτια τὰ ὀστὰ νεκρῶν Γερμανῶν στρατιωτικῶν ποὺ εἶχαν σκοτωθεῖ κατὰ τὴν ἐπιχείρηση τῆς Γερμανίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας τοῦ 1940 -1941 καὶ κατὰ τὴν ἐχθρικὴ κατοχὴ τῆς χώρας μέχρι τὸ 1944. Παρέμειναν συγκεντρωμένα ἐκεῖ μέχρι καὶ τὸ 1970.

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1968 πάρθηκε ἐκ μέρους τῆς Γερμανίας ἀπόφαση περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὀστῶν αὐτῶν σὲ μνημεῖο ποὺ θὰ ἀνήγειραν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό. Ἔτσι ἔστειλαν πρὸς τὸ Μητροπολίτη Δημητριάδος  τὸ παρακάτω ἔγγραφο:

«VOLKSBUND DEUTSCHE KRIEGSRÄBERFURSORGE

GERMAN WAR GRAVES COMISSION REG.

ASSOCIATION POPULAIRE ALLEMANDE POUR L’ ENTRETIEN

DES SEPULTURES MILITAIRES

35 KASSEL, DEN 2 Ὀκτωβρίου 1968

Μακαριώτατον Ἐπίσκοπον Δαμασκηνὸν

ΒΟΛΟΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

ΕΛΛΑΣ

ἈφορᾷΜεταφορὰ πεσόντων ἐν πολέμῳ εἰς τὴν γενέτειραν.

Μακαριώτατε,

Ἀριθμὸς οἰκείων κατέθεσεν αἴτησιν πρὸς μεταφορὰν τῶν ὀστῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ εἰς Γερμανίαν. Τὸ Ἵδρυμα ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ ἀναβάλλῃ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς ἐπιθυμίας ταύτης τῶν οἰκείων. Οἱ οἰκεῖοι ὅμως ἀσκοῦν πίεσιν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας των, ἐξ εὐνοήτων λόγων, ἡμεῖς δὲ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν πλέον μακρυτέραν καθυστέρησιν μὲ καλὴν συνείδησιν, διότι τὸ ἐνωρίτερον κατὰ τὸ ἔτος 1970 θὰ εἶναι δυνατὴ διάλυσις τῶν ἀποθηκῶν καὶ εἰσαγωγὴ τῶν ὀστῶν εἰς τὸ κενοτάφειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἑτοιμασθῇ ὡς τότε.

Γίνεται οὕτω ἀπαραίτητη ἔκθεσις ἁπάντων σαρκοφαγῶν προσωρινῶς ἐκ τῶν αἰθουσῶν, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ διαλογὴ τῶν σαρκοφαγῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ μεταφερθοῦν. Δυστυχῶς δὲν κατέχομεν κατάστασιν περὶ τῆς σειρᾶς τῆς νῦν τοποθετήσεως, οὕτως ὥστε νὰ γίνεται μία ἔκθεσις 2-3 ἡμερῶν εἰς τὸ προαύλιον τῆς Μονῆς ἀναγκαία.

Ἐπιθυμοῦμεν νὰ διεκπεραιώσωμεν τὰς ἐργασίας αὐτὰς κατὰ χρονικὸν διάστημα μετὰ τὸ φθινόπωρον, ὅταν δὲν ἀναμένονται πλέον ἐπισκέψεις εἰς τὴν Μονήν.

Παραλεῖσθε, Μακαριώτατε, ὅπως ἐγκρίνητε τὸ αἴτημα τοῦτο ἡμῶν ἐν ὀνόματι τῶν οἰκείων τῶν πεσόντων.

Μετ’ ἐξαιρετικῆς τιμῆς

ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΝ ΙΔΡΥΜΑ ΠΡΟΣ ΠΕΡΙΠΟΙΗΣΙΝ ΤΑΦΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΕΝ ΠΟΛΕΜῼ

(Κλάους Φον Λούτσαου)

  1. Διευθύνων

Ἀκριβὲς ἀντίγραφον

Ἐν Βόλῳ τῇ 2  – 12 –  1968

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ

(Τ.Υ.)»

 

Παρ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὀστὰ παρέμειναν στὸ Μοναστήρι τῆς Κάτω Ξενιᾶς, στὴν ἴδια θέση μέχρι καὶ τὸ 1970. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ξενιᾶς ὅμως ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀξιοποιήσει τὸν χῶρο τῶν κελιῶν αὐτῶν καὶ ἔστειλε τὸ παρακάτω ἔγγραφο πρὸς «τὴν Γερμανικὴν Ὑπηρεσίαν «Μερίμνης Τάφων Γερμανῶν πεσόντων ἐν Ἑλλάδι»».

«Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Παναγίας  Ξενιᾶς

        τῇ 28ῃ Φεβρουαρίου 1970

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

ΤΗΣ ΕΝ ΤΗι ΙΕΡΑι ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΕΝΙΑΣ

(ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)

 

Πρὸς

τὴν Γερμανικὴν Ὑπηρεσίαν

«Μερίμνης Τάφων Γερμανῶν πεσόντων ἐν Ἑλλάδι»

Θησέως 12

Εἰς Χαλάνδρι Ἀθηνῶν

 

Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ἵνα παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστούμενοι πληροφορήσητε ἡμᾶς, περὶ ὁποίας σκέψεως ἤ σχεδίου ὑπάρχει σχετικῶς μὲ τὴν ἀπὸ ἱκανῶν ἐτῶν τοποθέτησιν ἐν τοῖς μεγάλοις κελλίοις (πύργοις) τῆς ἡμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς τῶν ὀστῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι πεσόντων Γερμανῶν.

Διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἀφ’ ἐνὸς μὲν ἐρωτώμεθα ἀπὸ τὸν νέον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην ἡμῶν κ. κ. Ἠλίαν, πότε θὰ παραληφθῶσιν ἐξ ὑμῶν τὰ ὀστᾶ, ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλομεν νὰ ἐπιδιορθώσωμεν τὰ ὡς ἄνω κελλία, εἰς ἅ φιλοξενοῦνται τὰ ὀστᾶ, καὶ διαμορφώσωμεν εἰς αἰθούσας βιβλιοθήκης κ. ἄ., παρακαλοῦμεν καὶ αὖθις θερμότατα ὅπως ἀνακοινώσητε ἡμῖν τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, σκέψεις καὶ ληφθησομένας ἐξ ὑμῶν ἀποφάσεις.

Μετὰ πλείστης τιμῆς

Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον

Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σκαρλάτος

Ἀρχιμανδρίτης Εὐσέβιος Παπανάτσιος» .

 

Ἡ ἀπάντηση στὸ ἔγγραφο αὐτὸ δὲν στάλθηκε στὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Μονῆς ἀλλὰ στὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1970:

 

«ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΤΑΦΩΝ

Κάσσελ τὴν 5  Ὀκτωβρίου 1970

Πρὸς τὴν Α. Σεβασμιότητα τὸν Μητροπολίτην κ. Ἠλίαν

Βόλον – Ἑλλάς.

Ἀφορᾶ: Μεταφορὰν τῶν Γερμανῶν πεσόντων εἰς τὸν χῶρον τῶν μελλοντικῶν πολεμικῶν νεκροταφείων Διονύσου – Ραπεντόζης.

Σεβασμιώτατε,

Ἐνθυμοῦμαι εὐχαρίστως τὴν συνάντησίν μας εἰς τὴν Μονὴν Ξενίας εἰς τὰς ἀρχὰς Μαΐου τρέχοντος ἔτους. Μοὶ παρέσχεν αὕτη τὴν ἐπιθυμητὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναζητήσωμεν τοὺς χώρους οἱ ὁποῖοι διετέθησαν παρὰ τῆς Μονῆς Ξενίας ὡς προσωρινὸν Κοιμητήριον τῶν Γερμανῶν πεσόντων καὶ νὰ ἐκφράσω ὑμῖν, Σεβασμιώτατε, τὰς προσωπικάς μου εὐχαριστίας διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπιδειχθεῖσαν ἐξαιρετικὴν συναντίληψιν.

Ἐπιθυμῶ ὅπως μὴ παραλείψω νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπὸ τὰς τότε συνθήκας ἐσήμαινεν μεγάλην βοήθειαν διὰ τὸν Λαϊκὸν Σύνδεσμον καὶ μεγάλην ἀνακούφισιν διὰ τοὺς συγγενεῖς νὰ γνωρίζουν ὅτι οἱ Γερμανοὶ πεσόντες ἀναπαύονται ὄπισθεν τῶν προστατευτικῶν τοίχων τῆς Μονῆς. Καλύτερον καὶ ἀντάξιον τόπον διαμονῆς διὰ τοὺς νεκρούς μας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν.

Ὁ Λαϊκὸς Σύνδεσμος γνωρίζει τὶ σημαίνει νὰ δεχθῆτε ἐπὶ δέκα ἔτη τὰς σαρκοφάγους τῶν Γερμανῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου, καὶ θὰ ἐνθυμεῖται πάντοτε μὲ εὐγνωμοσύνην τὴν ὑπὸ τῆς Μονῆς παρασχθεῖσαν ὑποστήριξιν.

Θεωρῶ ἰδιαιτέραν μου ὑποχρέωσιν, Σεβασμιώτατε, νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐν τῷ μεταξὺ γενομένης μετακομιδῆς τῶν Γερμανῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου ἀπὸ τὴν Μονὴν εἰς τὸν χῶρον τοῦ Νεκροταφείου ἐν Διονύσῳ – Ραπεντόζα, νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς καὶ αὖθις τὰς ἰδιαιτέρας εὐχαριστίας μου καθὼς καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν συγγενῶν, διὰ τὴν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν παρασχεθεῖσαν φιλοξενίαν.

Ταυτοχρόνως δράττομαι τῆς παρούσης εὐκαιρίας νὰ διαβιβάσω ὑμῖν τὰς ἰδιαιτέρας μου εὐχὰς διὰ τὴν προσωπικήν σας εὐημερίαν.

Μὲ τὴν ἔκφρασιν τῆς διακεκριμἐνης μου ὑπολήψεως

(ὑπογραφή):  Τρέπτε».

Ἔτσι ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ τὰ ὀστὰ αὐτὰ μεταφέρθηκαν στὸ εἰδικὸ νεκροταφεῖο Γερμανῶν στρατιωτικῶν ποὺ βρίσκεται στὸ Διόνυσο Ἀττικῆς, στὴν τοποθεσία «Ραπεντόζα».

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴν περίοδο 1941-1944

Σὲ δύο κυρίως τομεῖς δραστηριοτήτων μπορεῖ νὰ κατατμηθεῖ ἡ συνολικὴ συνεισφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κατὰ τὴν περίοδο ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, ὁπότε ἄρχισε ἡ «Κατοχή» τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τὰ γερμανοϊταλικὰ στρατεύματα, μέχρι τὸ 1944 -1945, ὁπότε τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα «Κατοχῆς», μὲ τὸ τέλος τοῦ Πολέμου, ἐγκατέλειψαν τὴ χώρα μας.

Ὁ ἕνας τομέας εἶναι αὐτὸς τῆς βοήθειας πρὸς τὸ λαὸ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει στὶς δύσκολες συνθῆκες μιᾶς ἐχθρικῆς κατοχῆς, μιᾶς σκλαβιᾶς. Ὁ δεύτερος τομέας εἶναι αὐτὸς τῆς ἀντίστασης κατὰ τῶν κατακτητῶν καὶ τῆς ἐνίσχυσης τοῦ ἰδιόμορφου πολέμου ἑνὸς κατακτημένου λαοῦ γιὰ τὴν ἐκδίωξη τοῦ κατακτητῆ καὶ τὴν ἀπελευθέρωσή του.

Οἱ δραστηριότητες καὶ οἱ σχετικὲς ἐνέργειες τῶν μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς στοὺς δύο αὐτοὺς τομεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχωρισθοῦν πλήρως. Λογικὸ εἶναι νὰ συγχέονται,  νὰ ἀλληλοσυμληρώνονται καὶ  νὰ ἀλληλοκαλύπτονται.

Θὰ παραθέσουμε μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰωακείμ, «Μεταξὺ Κατακτητῶν καὶ Ἀνταρτῶν»,[15] ποὺ ἀναφέρονται στὴν προσφορὰ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Κατοχῆς γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ ἔθνους μας καὶ τοῦ λαοῦ μας:

Γιὰ τὶς λεηλασίες καὶ ἁρπαγὲς στὸ Μοναστήρι ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς κατακτητὲς καὶ τοὺς συνεργάτες τους ἀναφέρεται:

«Ἄλλοι θρασεῖς Κουτσόβλαχοι … καὶ μὲ τὴν ἀνοχὴν τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ, ἐξεβίασαν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱ. Μονῆς Ξενιᾶς και ἔλαβον ἐκεῖθεν οὐκ ὀλίγα τρόφιμα καὶ χρήματα, ἀπειλήσαντες τὸν Ἡγούμενον ὅτι ἐὰν ἀναφέρῃ τίποτε θὰ τὸν φονεύσουν καὶ ὅ,τι χρειάζεται ἡ Μονὴ νὰ τὸ ζητοῦν παρ’ αὐτῶν.

Εἰς μάτην μετὰ τοῦ τότε ἐπάρχου Γ. Παπαδοπούλου και δι’ ἐγκρίτων προσώπων παρεκαλέσαμεν ἀνωτέρους Ἰταλοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ περιορίσωσι τὴν ἔκρυθμον ἐκείνην κατάστασιν. Μετ’ ὀλίγον ἡ ἰδία Μονὴ ἐδεινοπάθησεν ὑπὸ τακτικοῦ ἰταλικοῦ ἀποσπάσματος. Τοῦτο, ἐκκινῆσαν ἐκ Σούρπης, ἀφοῦ περιεκύκλωσε τὴν Μονὴν καὶ ἐτοποθέτησε δυναμίτιδα εἰς τὰς γωνίας τῆς Μονῆς, εἰσελθὸν εἰς αὐτήν, παρὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πρόθεσιν τοῦ Ἡγουμένου Καλλινίκου Χατζηϊωάννου νὰ δώσῃ οἱασδήποτε θὰ ἤθελον οἱ Ἰταλοὶ πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις, ἀφοῦ συνεκέντρωσε τοὺς μοναχοὺς καὶ δοκίμους, εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Μονῆς καὶ ἀφοῦ ἔδειρε τοὺς δοκίμους, ἠπείλησε διὰ θανάτου πάντας νὰ μαρτυρήσουν ἐὰν εἶναι κεκρυμμένοι Ἄγγλοι πέριξ τῆς Μονῆς ἤ ἄν οἱ μοναχοὶ ἔχουν ὅπλα κεκρυμμένα.

Μετὰ τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν τῶν μοναχῶν ἤρχισαν νὰ ἐρευνοῦν μόνοι των τὰ ὑπόγεια, τὰ κελλία καὶ πάντα μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἱεροφυλακίου τῆς Μονῆς. Καὶ ἐνῶ οἱ μοναχοὶ ἐκρατοῦντο ὑπὸ φρουρὰν ἐν τῇ αὐλῇ, τὰ κελλία των ἠνοίχθησαν καὶ ἠρευνήθησαν. Τὰ πλεῖστα ἐσώρουχά των καὶ τὰ ὀλίγα χρήματά των  ἀφῃρέθησαν. Αὐτὸ τὸ ἱεροφυλάκιον τῆς Μονῆς μὲ ἀρκετὰ παλαιὰ καὶ καλῶς φυλαττόμενα κειμήλια τῆς Μονῆς, ἤτοι ἱερὰ λείψανα εἰς ἐντέχνους ἀργυρᾶς θήκας, ἀρχαῖα ἄμφια, βιβλία χειρόγραφα ὡς τῶν Μετεώρων, καλλιτεχνικὰς εἰκόνας ἀρχαιολογικῆς ἀξίας, δισκοπότηρα, σταυροὺς τέχνης καθὼς καὶ χρυσᾶ ἐνώτια, δαχτυλίδια, ὡρολόγια καὶ ἄλλα ἀξίας ἀφιερώματα προσκυνητῶν, ἐρρίφθησαν ἐπὶ τοῦ πατώματος φύρδην μίγδην καὶ τὸ θέαμα ἦτο οἰκτρὸν.

Ἐκ τῶν οὕτως ριφθέντων ἱερῶν ἀντικειμένων δὲν εὑρέθησαν ἔπειτα τὰ χρυσᾶ ἀφιερώματα, οἱ δύο καλλιτεχνικῆς ἀξίας ξυλόγλυπτοι σταυροὶ καὶ ἄλλα τινὰ μικρὰ εἴδη. Ἐπὶ τούτοις μεθυσθέντες ἐκ τῶν εὑρεθέντων ποτῶν, κατέσφαξαν πλέον τῶν 100 ὀρνίθων καὶ κονίκλων καὶ ἀφήρεσαν ἄλλα τινὰ τρόφιμα καὶ ἀπῆλθον».

Τὰ παραπάνω ἔγιναν στὸ «Κάτω Μοναστήρι» τῆς Ξενιᾶς. Οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν ὅμως  φαίνεται τὶς πληροφορίες τους γιὰ τὶς δραστηριότητες ποὺ ἀναπτύσσονταν ἐναντίον τους στὸ Μοναστήρι. Ἔτσι, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακείμ:

«Τὴν ἑπομένην τὸ αὐτὸ ἀπόσπασμα ἀναβὰν εἰς τὴν τρίωρον ἀπέχουσαν ἐκεῖθεν παλαιὰν Μονήν, ἔνθα εἶχον πρό τινος καταφύγει Ἄγγλοι στρατιῶται, ἀνετίναξεν ὅλα τὰ κτίρια αὐτῆς διὰ δυναμίτιδος … καὶ τὸν  ἱερομόναχον Εὐσέβιον Μαντζῶρον, διαμένοντα εἰς τὴν Ἄνω Μονήν,  συλλαβόντες ἐν Ἁλμυρῷ διότι ὡς χριστιανὸς κληρικὸς παρέσχεν ἄρτον καὶ στέγην εἴς τινας  Ἄγγλους εἰς τὴν Ἄνω Μονήν,  μετὰ κακοποίησιν αὐτοῦ καὶ φυλάκισιν ἐν Ἁλμυρῷ τὸν ἐξόρισαν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὁπόθεν ἐπέστρεψεν ἐξηντλημένος μετὰ τὴν συνθηκολόγησιν τῆς Ἰταλίας».

Ὁ ἱερομόναχος ἀρχιμανδρίτης Κυπριανὸς Τσιρούκης, ὁ ὁποῖος πληροφορήθηκε τὰ γεγονότα αὐτὰ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἐγκαταβίωσή του στὴ Μονὴ τὸ 1944, βεβαίωσε καὶ τὰ παρακάτω:

«Οἱ Ἰταλοὶ, ἀφοῦ ἀνετίναξαν ὅλα τὰ κτίσματα τῆς Μονῆς ἐστράφησαν πρὸς τὸ καθολικόν της, τὸν ναὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ σήμερα, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν κάψουν. Ὁ ἐπικεφαλῆς ἀξιωματικὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ διατάξει τὴν πυρπόλησιν τοῦ ναοῦ, ὁπότε ξαφνικά πέφτει ἀναίσθητος στὸ ἔδαφος χωρὶς αἰτία. Οἱ στρατιῶτες του τὸν περικυκλώνουν ἀνίκανοι νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ συμβὰν γνωρίζονες τὴν σκληρότητα καὶ ἀντοχή του. Ὅταν κάποια στιγμὴ συνῆλθε καὶ στάθηκε στὰ πόδια του ἀποφασίζει νὰ μὴ καταστρέψει τὸν ἱερὸ ναὸ. Οἱ μοναχοὶ τὸ ἀπέδωσαν σὲ θαῦμα».[16]

Ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ εἰδικὰ τοῦ ψυχωμένου Ἁλμυριώτη μοναχοῦ Εὐσεβίου Μαντζώρου στὸν τομέα τῆς φιλοξενίας, τῆς φύλαξης καὶ τελικὰ τῆς διαφυγῆς Ἄγγλων στρατιωτῶν πρὸς τὴ Μέση Ἀνατολὴ γιὰ τὴ συνέχιση τοῦ ἀγῶνα τους εἶναι πολύ σημαντικὴ.

Ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωση γιὰ τὴ διαφυγὴ τῶν συμμάχων στρατιωτικῶν πρὸς τὴ Μέση Ἀνατολὴ καὶ ἡ ἔντονη κινητικότητα στὴ συνήθως ἤρεμη καὶ ἀπόμακρη περιοχὴ τῆς Μονῆς ἦταν ἑπόμενο νὰ πέσει στὴν ἀντίληψη   τῶν Κουτσόβλαχων μεταφορέων ποὺ μὲ ζῶα περιδιάβαζαν τὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ, ἀφοῦ τὸ κουτσοβλαχικὸ προδοτικὸ δημιούργημα τοῦ λεγόμενου «Πριγκιπάτου τῆς Πίνδου» καὶ ἡ «Λεγεὼν τῶν Βλάχων», ὄργανα τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας, εἶχαν ὁπαδοὺς καὶ στὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ.

Πολὺ ἀποκαλυπτικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὸν τομέα αὐτὸν μᾶς δίνει ὁ Δημήτριος Τσιλιβίδης, σὲ ἄρθρο του ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ  «Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»»,[17] μὲ τίτλο «Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς στὸν πόλεμο καὶ στὴν κατοχή (1940-1941)». Στὸ ἄρθρο αὐτὸ ἀναφέρει:

«Ἡ Μονὴ Ξενιᾶς, ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες τῆς κατάρρευσης τοῦ Μετώπου, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, πρόσφερε πολύτιμες ὑπηρεσίες στοὺς στρατιῶτες τοῦ ἀγγλικοῦ ἐκστρατευτικοῦ σώματος στὴν  Ἑλλάδα.

Ἡ ἀστραπιαία προέλαση τῶν ταχυκίνητων γερμανικῶν μονάδων, μετὰ τὴ διάσπαση τῆς γραμμῆς ἄμυνας Ὀλύμπου – Τεμπῶν, προκάλεσε τὸν ἐγκλωβισμὸ περίπου δύο χιλιάδων ἀνδρῶν Ἄγγλων, Αὐστραλῶν, Νεοζηλανδῶν, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ διαφύγουν….Ἕνας ἀριθμὸς ἀπὸ αὐτοὺς ὅδευσε πρὸς τὶς βουνοκορφὲς τῆς Ὄθρης κι ἔφτασε στὰ χωριὰ Βρύναινα καὶ Κοκκωτοί…. Ἔτυχε θερμῆς φιλοξενίας ἀπὸ τοὺς κατοίκους καὶ στὴ συνέχεια προωθήθηκε πρὸς τὴ Μονὴ Ἄνω Ξενιᾶς, ἡ ὁποία ἐξαιτίας τῆς ἀπόμακρης θέσης της πρόσφερε μεγαλύτερη ἀσφάλεια.

Στὸ μοναστήρι τοὺς ὑποδεχόταν ὁ γέροντας Εὐσέβιος Μαντζῶρος μὲ τοὺς βοηθούς του, ἀγνοῶντας τὴν αὐστηρότατη ἀνακοίνωση τῶν ἀρχῶν κατοχῆς γιὰ βαριὲς τιμωρίες σὲ ὅσους περιθάλπουν ἄγγλους στρατιῶτες. Ἡ παραπέρα πρὸς τὴν παραλία μετακίνησή τους εἶχε ἰδιαίτερες δυσκολίες καὶ ὡς πρὸς τὸν κίνδυνο προδοσίας ἀπὸ φιλοϊταλικὰ βλάχικα στοιχεῖα καὶ ἀπὸ ἐχθρικὰ ἀεροπλάνα. Ἡ ἐπιχείριση φυγάδευσης ὀργανώθηκε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ π. Εὐσεβίου ἀλλὰ καὶ τὴ συμπαράσταση τοῦ ἡγουμένου Καλλινίκου. Συνεργάτες τῶν μοναχῶν ἦταν οἱ ἱερεῖς, οἱ πρόεδροι καὶ οἱ δάσκαλοι τῶν πλησιόχωρων κοινοτήτων. Τὸ δίκτυο φυγάδευσης πρὸς τὸ Μετόχι τῆς Ξενιᾶς «Νηὲς» στὸν Παγασητικό Κόλπο καὶ νοτιότερα πρὸς τὴ «Γλύφα» στὸν Εὐβοϊκό, λειτούργησε ἄριστα».

Ἡ προσφορὰ τοῦ μοναχοῦ Εὐσέβιου Μαντζώρου, τοῦ φλογεροῦ αὐτοῦ Ἁλμυριώτη «Παπαφλέσσα», ἀξίζει περισσότερη προσοχή. Συνεχίζοντας ὁ Δημήτριος Τσιλιβίδης γράφει γιὰ τὸ ἴδιο θέμα:

«Εἶναι ἀνεξακρίβωτος ὁ ἀριθμὸς τῶν συμμάχων στρατιωτῶν ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν Ξενιὰ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἦταν λίγοι ἄν κρίνουμε ἀπὸ ἔγκυρες πληροφορίες σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες εἶχαν ἐγκαταστήσει στὸ Μοναστήρι ἀσύρματο καὶ ἐπικοινωνοῦσαν μὲ τὸ στρατηγεῖο τους. Μαρτυρίες ἐπίσης ἔγκυρες ὁμιλοῦν γιὰ ρίψεις ἐφοδίων στὴν περιοχὴ Ἄνω Ξενιᾶς ἀπὸ συμμαχικὰ ἀεροπλάνα».

Ἕνας ἀπὸ τοὺς θερμοὺς καὶ πολὺ ἐνεργοὺς συνεργάτες τοῦ Εὐσέβιου Μαντζώρου ἦταν ὁ Ἁλμυριώτης δάσκαλος Ἀθανάσιος Παπαθεοδώρου. Γιὰ τὴν προσφορά του στὸν τομέα διαφυγῆς καὶ διάσωσης Ἄγγλων στρατιωτῶν τιμήθηκε μὲ ἔπαινο ἀπὸ τὸν ἀνώτερο διοικητὴ τῶν Συμμαχικῶν Δυνάμεων Μεσογείου Στρατάρχη Ἀλεξάντερ. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν δάσκαλος στὶς Κοκκωτοὺς. Ἀναφέροντας τὰ σχετικὰ μὲ τὴ δράση του αὐτή, εἶπε, μεταξύ ἄλλων:

«Ἔκανα δεκάξι χρόνια δάσκαλος μέχρι τὸ 1948 στὸ χωριὸ Κοκκωτοὶ ποὺ γειτονεύει μὲ τὴν Πάνω Ξενιά. Γνώριζα καλὰ τὸν π. Εὐσέβιο καὶ τὸν ἐμπιστευόμουν. Πρωτεργάτες στὴ φυγάδευση Ἄγγλων εἴμασταν ὁ πρόεδρος τοῦ χωριοῦ Κωνσταντῖνος Σαρσώνης, ὁ γέροντας Εὐσέβιος καὶ ἐγώ. Οἱ  Ἐγγλέζοι κατέβαιναν πρὸς τὰ παράλια περνῶντας ἀπὸ Βρύναινα, Κοκκωτούς καὶ ἄλλα χωριὰ καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν κατοίκων κατέληγαν οἱ περισσότεροι στὴν Ἄνω Ξενιά. Ἡ ἐπιχείρηση δούλεψε καλὰ γιὰ ἕνα διάστημα, ἀλλὰ τελικὰ προδόθηκε στοὺς Ἰταλοὺς ἀπὸ Βλάχους κερατζῆδες μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνει ἐπιδρομὴ Ἰταλῶν καὶ Λεγεωνάριων Βλάχων στὸ χωριὸ, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν ἐμένα καὶ τὸν πρόεδρο Κοκκωτῶν Κ. Σαρσώνη μὲ τὴν κατηγορία τῆς συνεργασίας μὲ τὸν Εὐσέβιο στὴν ἀπόκρυψη ὅπλων καὶ Ἐγγλέζων. Δεμένους μᾶς μετέφεραν σὲ φυλακὴ στὸν Ἁλμυρὸ ὅπου συναντήσαμε ἐπίσης κρατούμενο τὸν γέροντα Εὐσέβιο καὶ ἄλλους πατριῶτες. Ὑποφέραμε ὅλοι ἀπὸ ξυλοδαρμὸ, περισσότερο ὅμως ὁ πρόεδρος τῶν Κοκκωτῶν, τὸν ὁποῖον βασάνιζαν μὲ καψίματα τσιγάρων στὸ γυμνό του σῶμα ὅσο ἐκεῖνος ἀρνιόταν νὰ ὁμολογήσει γιὰ ὅπλα καὶ  Ἐγγλέζους.

Ὁ βασανισμὸς τοῦ προέδρου, οἱ κραυγές του καὶ τὸ ἐνδεχόμενο βασανισμοῦ ὅλων μας, λύγισε τὴν ἀντίσταση τοῦ γέροντα Εὐσέβιου. Ὁ γενναῖος ἐκεῖνος καλόγερος σηκώνει ξαφνικὰ μεγάλη φωνὴ καὶ ζητάει νὰ σταματήσει ὁ βασανισμός. Ὅλοι στρέφονται πρὸς τὸν Εὐσέβιο καὶ ἄφωνοι τὸν ἀκοῦμε νὰ φωνάζει ὅτι αὐτὸς ἔκρυψε ὅπλα καὶ  Ἐγγλέζους. Ζήτησε τὴν ἀπελευθέρωσή μας μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μέρους ὅπου ἦταν κρυμμένα τὰ ὅπλα.

Οἱ Ἰταλολεγεωνάριοι πῆγαν μαζί του στὸ Μοναστήρι, βρῆκαν τὰ ὅπλα ἐκεῖ ποὺ τοὺς ὑπέδειξε, στὴ «Σπηλιὰ τῆς Παναγίας», ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐλευθέρωσαν. Μεταφερθήκαμε μαζί μὲ τὸν Εὐσέβιο στὴ φυλακὴ «Ἀλεξάνδρας» τοῦ Βόλου, ἐνῶ τὸν γέροντα μοναχὸ τὸν ἀπομόνωσαν…

Ὁ π. Εὐσέβιος, ὕστερα ἀπὸ παράκλησή μας, μεταφέρθηκε στὸν ἴδιο μὲ μᾶς θάλαμο. Ἄνθρωπος γενναῖος, περίπου πενῆντα χρονῶν τότε, εὐχάριστος καὶ ἀτρόμητος, καρτερικὸς καὶ πάντα αἰσιόδοξος παρὰ τὶς βαρειὲς κατηγορίες ποὺ ἦταν φορτωμένος, ἔδινε κουράγιο σὲ ὅλους τοὺς κρατούμενους.

Τελικὰ ἀποφυλακιστήκαμε ὅλοι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο. Ὅπως μάθαμε μεταφέρθηκε σὲ φυλακὴ στὴν Ἀθήνα, δικάστηκε ἀπὸ  ἰταλικὸ στρατοδικεῖο καὶ καταδικάστηκε σὲ εἴκοσι πέντε χρόνια φυλακὴ στὴν Ἰταλία.

Τὸν εἴδαμε ξαφνικὰ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1943 ὅταν ἔφτασε σὲ ἄθλια κατάσταση, πραγματικὸ ράκος ἀπὸ τὴν Ἰταλία καὶ μᾶς ἀφηγήθηκε τὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέφερε στὴν ὑψίστης ἀσφάλειας ἰταλικὴ φυλακὴ ὅπου οἱ περισσότεροι κατάδικοι πέθαιναν ἀπὸ πεῖνα, καὶ πῶς ἐλευθερώθηκε μετὰ τὴν συνθηκολόγηση τῶν Ἰταλῶν, πῶς γλίτωσε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Γερμανῶν».[18]

Γιὰ τὸν Εὐσέβιο Μαντζῶρο μίλησε καὶ ὁ Γεώργιος Παπαϊωσήφ:

«Ὁ κρατούμενος στὴ φυλακὴ «Ἀλεξάνδρας» Γεώργιος Παπαϊωσὴφ ἀναφέρει μὲ συγκίνηση δυὸ ψυχωμένους φυλακισμένους κληρικοὺς, τοὺς ἀρχιμανδρίτες Θεοφάνη Μπετσίστα καὶ Εὐσέβιο Μαντζῶρο, καλόγερο τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, «ποὺ ἔδιναν κουράγιο καὶ δύναμη σὲ ὅλους τοὺς πατριῶτες».

Γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἀναφέρει καὶ κάποια ἄλλα στοιχεῖα ὁ Μητροπολίτης Ἰωακείμ:

«Τὸ …. δάσος ἐξ ἀγρίων κυπαρίσσων τῆς Ἱ. Μονῆς Ξενιᾶς εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Παγασητικοῦ Κόλπου «Νηές», κατακοπτόμενον ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπωλεῖτο εἰς διαφόρους ἐπιτηδείους, ὡς μετὰ ταῦτα ἀπέδειξεν ἡ διεύθυνσις τοῦ Τελωνείου Βόλου.

Διὰ νὰ τεθῆ κάποιος περιορισμὸς εἰς τὴν τόσον ἐπιζημίαν διὰ τὴν Μονὴν ταύτην ἐπιχείρησιν ἠδυνήθημεν νὰ μισθώσωμεν τὸ δάσος ἐκεῖνο ἔναντι μιᾶς λογικῆς τιμῆς δι’ ὡρισμένην ποσότητα καυσίμων ξύλων εἰς τὴν Ἑταιρείαν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, διὰ νὰ κινῆται ἐπὶ τέλους ὁ σιδηρόδρομος οὗτος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ λαοῦ».

Τὰ παραπάνω στοιχεῖα συμπληρώνονται μὲ σχετικὲς πληροφορίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Δημήτριος Τσιλιβίδης στὸ σχετικὸ ἄρθρο του στὸ Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας:

«Ὁ σκληρὸς χειμώνας τοῦ 1941 – 42 ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ στερήσεων καὶ δεινῶν γιὰ τὸ λαό μας. Δὲν ἔλειψαν μόνο τὰ τρόφιμα ἀλλὰ καὶ τὰ καύσιμα. Τὰ ξυλοκάρβουνα καὶ τὰ ξύλα ἀποτελοῦσαν τότε τὰ μοναδικὰ μέσα θέρμανσης καὶ οἰκιακῆς χρήσης, ἀλλὰ καὶ ὁ θεσσαλικὸς σιδηρόδρομος χρησιμοποίησε τὰ ξύλα γιὰ κίνηση ὅταν ἔλειψαν τὰ κάρβουνα. Τὸ πανέμορφο δάσος, ἀπὸ κυπαρίσσια καὶ ἄλλα δέντρα, τῆς Μονῆς Ξενιᾶς στὸ μετόχι «Νηὲς» ὑλοτομήθηκε ἄγρια ἀπὸ Ἰταλοὺς καὶ  Ἕλληνες ἐκμεταλλευτὲς συνεργάτες».

«Τὸ  μοναστηριακὸ ἐκεῖνο  δάσος  ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸ Σιδηρόδρομο νὰ λειτουργήσει πρὸς ὄφελος τοῦ πεινασμένου λαοῦ, ἐξασφάλισε καύσιμα γιὰ τὴ λειτουργία τῶν συσσιτίων, ἱδρυμάτων κ.τ. λ.  Οἱ ἀγροὶ καὶ τὰ ποίμνια τῆς Ξενιᾶς ἀποτέλεσαν σωτήριες πηγὲς ἄντλησης ἀγαθῶν διατροφῆς τῶν ἄπορων μέσα ἀπὸ τὰ συσσίτια τῆς Ι. Μητροπόλεως. Μετὰ τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸ Σταυρὸ ἡ Μονὴ Ξενιᾶς ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος τροφοδότης τῶν συσσιτίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ ποίμνια τῆς Μονῆς ἔδωσαν ἰδιαίτερα δυσεύρητα τότε προϊόντα, ὅπως γάλα, βούτυρο, τυρί, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία χορηγοῦσε σὲ παιδάκια καὶ ἀσθενεῖς, σὲ θηλάζουσες μητέρες καὶ γέροντες. Ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακεὶμ ἀναφέρει ὅτι «στὴν Κατοχὴ ἡ Μονὴ Ξενιᾶς ἔδωσε πολλὰ τρόφιμα καὶ χρήματα γιὰ τὰ συσσίτια» καὶ «ἀπέβη τὸ ἀφανὲς Γηροκομεῖον πολλῶν ἀτυχῶν γερόντων τῆς Περιφέρειας».

«Τὸ μοναστήρι (τῆς Παναγίας Ξενιᾶς) ὀργάνωσε εἰδικὸ συσσίτιο γιὰ τὴ διατροφὴ γερόντων καὶ μικρῶν πεινασμένων παιδιῶν ποὺ κατέφυγαν ἐκεῖ. Ὑπῆρξαν ὅμως περίοδοι δυσκολιῶν καὶ στερήσεων ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς μοναχούς. Ὁ μακαρίτης γιατρὸς τοῦ Βόλου Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ἀφηγήθηκε στὸν γράφοντα (Δημήτρη Τσιλιβίδη) ὅτι ὅταν πῆγε στὴν Ξενιὰ ὡς γιατρὸς ἀντάρτης νὰ ὀργανώσει μαζὶ μὲ ἕναν ἄλλο γιατρό νοσοκομεῖο ἀνταρτῶν στὴ Μονὴ διαπίστωσαν, κατὰ τὴν παραμονή τους, ὅτι ἐνῶ στοὺς δυό τους προσφερόταν τὸ καλύτερο γιὰ φαγητὸ, οἱ μοναχοὶ διατρέφονταν μὲ ψωμί, χόρτα καὶ ἐληές.

Ἀπὸ ἔγγραφο ποὺ βρέθηκε στὴν Κάτω Ξενιὰ, γραμμένο ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἰωακείμ, ἀποκαλύπτεται ὅτι ἕνας ἀξιόλογος μοναχός, ὁ ἱεροδιάκονος Χρύσανθος Μαλάκης, εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ φυματίωση».

«Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1942 ὁ Μητροπολίτης προκειμένου νὰ ἐνισχύσει ἀκόμα περισσότερο τὰ συσσίτια τῆς Ἐκκλησίας ἀποφάσισε τὴν πρώτη ἔξοδο τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας στὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς. Προκαταρκτικὰ συνεννοεῖται μὲ τὸ νομάρχη Μαγνησίας καὶ στὴ συνέχεια ἀποστέλλει ἔγγραφα πρὸς τοὺς ἐφημερίους καὶ τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων διαφόρων χωριῶν καὶ κωμοπόλεων τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Δημητριάδος, Λαρίσης, Φθιώτιδος, Χαλκίδος καὶ τοὺς ἐνημερώνει γιὰ τὴν ἔξοδο τῆς σεπτῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μὲ συνοδοὺς τὸν ἱερέα Λάμπρο Μότσια καὶ τὸν ἱεροδιάκονο θεολόγο Χρύσανθο Μαλάκη, μὲ σκοπὸ τὴ συλλογὴ βοηθημάτων «οὐχὶ πλέον ὑπὲρ τῆς Μονῆς, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν πεινόντων ἀνδρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν τῶν ἰδίων κωμοπόλεων καὶ χωρίων ἔνθα λειτουργεῖ συσσίτιον ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῆς πόλεως Βόλου ἔνθα ἡ ἔλλειψις ἄρτου καὶ ἄλλων τροφίμων εἶναι τόσον τρομακτικὴ ὥστε πολλοί ἀποθνήσκουν ἐκ πείνης».

«Τὸ μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὑπῆρξε φυλακτήριο πολλῶν πολυτίμων πραγμάτων, κυρίως προικῶν κοριτσιῶν, ἀπὸ τὰ γύρω χωριά προκειμένου νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸ κάψιμο. Οἱ  Ἰταλοὶ μετὰ τὴν ἐμφάνιση τῶν ἀνταρτῶν ἔκαψαν χωριὰ στὴν ἐπαρχία Ἁλμυροῦ μὲ ἀποτέλεσμα ἑκατοντάδες πυροπαθεῖς νὰ καταφεύγουν ἄστεγοι στὸ μοναστήρι».

Ὁ ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Καλλίνικος Χατζηιωάννου, μὲ ἔγγραφό του τῆς 17-10-1943 πρὸς τὸν Μητροπολίτη, ἀναφέρει ὅτι  «ἐν τῇ μονῇ διαμένουσι περὶ τοὺς 150 – 200 πυροπαθεῖς κ.τ.λ. ἐκ τῶν πέριξ χωρίων σιτιζόμενοι ἐκ τῆς Μονῆς. Οἱ μοναχοὶ Μετεώρων ἀνεχώρησαν ἐντεῦθεν διὰ τὰς μονάς των. Τοὺς ἐδώκαμεν ἡμεῖς 150.000 δραχμὰς.  Παρακαλῶ εὐλαβῶς ὅπως εὔχεσθε δι’ ἐμὲ ἵνα ὁ Κύριος μοὶ χαρίζῃ ὑπομονή».[19]

Σημαντικὴ ἦταν ἡ συμπαράσταση καὶ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ στὴν ἔνοπλη ἀντίσταση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τῶν κατακτητῶν.

Ἡ λεπτομερὴς καὶ ἡμερολογιακὴ ἀναφορὰ στὴ συνεισφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ στὸν τομέα αὐτὸν εἶναι καθαρὰ ἱστορία τῆς ἔνοπλης ἀντίστασης τοῦ λαοῦ μας κατὰ τῶν κατακτητῶν καὶ δὲν ἔχει θέση στὴν ἐργασία μας τούτη.

Θα κάνουμε, λοιπόν, μία περιληπτικὴ ἀναφορά, μία ἀποσπασματικὴ καταγραφὴ τῆς βοήθειας αὐτῆς, χρησιμοποιῶντας συγκεντρωτικὰ πληροφορίες ἀπὸ ἀποσπάσματα καὶ ἔγγραφες μαρτυρίες ποὺ κατατίθενται καὶ διασταυρώνονται στὴν ἐργασία τοῦ Δημήτρη Τσιλιβίδη, τὴν ὁποία προμνημονεύσαμε, στὸ δίτομο ἔργο  τῆς Νίτσας Κολιοῦ «Ἄγνωστες πτυχὲς Κατοχῆς καὶ Ἀντίστασης, 1941-1944» καὶ στὸ ἔργο τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰωακείμ, «Μεταξύ κατακτητῶν καὶ ἀνταρτῶν».

Οἱ μοναχοὶ τῆς Ξενιᾶς, μετέχοντας ἐνεργὰ στὴν προπαρασκευὴ τοῦ ἔνοπλου ἀγῶνα, ποὺ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς Κατοχῆς εἶχε ἀρχίσει στὴν περιφέρεια Ἁλμυροῦ, εἶχαν μετατρέψει τὴν γνωστὴ ἀπὸ παρόμοια περιστατικά «Σπηλιὰ τῆς Παναγίας» σὲ κρησφύγετο ὅλων.

Ὁ καρπὸς τοῦ τεράστιου ἐλαιοκτήματος τῆς Ξενιᾶς στὶς «Νηές» τῆς Σούρπης διατέθηκε ὁλόκληρος γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνταρτῶν μέχρι καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς χώρας μας ἀπὸ τοὺς κατακτητές.

Τὰ κοπάδια τοῦ Μοναστηριοῦ, ποὺ τόσα πολλὰ εἶχαν προσφέρει στὰ συσσίτια τοῦ Βόλου καὶ του Ἁλμυροῦ, πέρασαν στὴν ἐπιμελητεία τῶν ἀνταρτῶν.

Ὁ Μητροπολίτης Ἰωακεὶμ, σὲ ὑπόμνημά του πρὸς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴ τῶν Ἀθηνῶν, ἀνέφερε ὅτι «ὀκτακόσια πενῆντα αἰγοπρόβατα τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἐνίσχυσαν τὴν ἐπιμελητεία τοῦ ἀντάρτη».

Τὰ κτίρια καὶ τὰ ὑποστατικὰ τῆς Μονῆς στὸ πάνω καὶ στὸ κάτω κτιριακὸ συγκρότημά της, ἀλλά καὶ στὶς Νηὲς τῆς Σούρπης χρησιμοποιήθηκαν πολλὲς φορὲς καὶ γιὰ μεγάλα χρονικὰ διαστήματα ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες, οἱ ὁποῖοι σιτίζονταν μὲ δαπάνες τοῦ μοναστηριοῦ.

Ὁ ἄλλοτε δήμαρχος Ἁλμυροῦ καὶ ἀντιστασιακὸς Ρῖζος Μετσοβίτης βεβαίωσε ὅτι «στὸ μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἔγινε σύσκεψη καὶ ἀποφασίστηκε νὰ βοηθηθοῦν οἱ πρῶτοι ἀντάρτες. Ὁ προηγούμενος Εὐσέβιος Μαντζῶρος καὶ ἄλλοι καλόγεροι βοήθησαν πολύ. Τὸ ἴδιο ἔκαμαν καὶ ἀργότερα μὲ τὶς ὁμάδες ποὺ δημιουργήθηκαν τὸ 1943 -44».

Ὁ Θανάσης Πανταζάρας, βολιώτης ἀγωνιστὴς τῆς Ἀντίστασης, βεβαίωσε ὅτι «στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς κατέφυγε μὲ τὴ μονάδα του καὶ ἐκεῖ τοῦ ἀνατέθηκε ἡ ἐπιμελητεία τοῦ τάγματος. Στὸ Μοναστήρι ἔγινε ἀνασυγκρότηση τοῦ τάγματος τοῦ ὁποίου οἱ ἄνδρες ἦταν κατὰ 60% ξυπόλητοι».

Στὴν Κάτω Ξενιὰ γιὰ ἕνα διάστημα λειτούργησε νοσοκομεῖο τῶν ἀνταρτῶν, ὅπως ἀνέφερε καὶ ὁ γιατρὸς Λαυρέντιος  Ἀγορίτσης, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε σ’ αὐτό. Ἡ Τούλα Χασάπη, ἀγωνίστρια τῆς Ἀντίστασης ἐπίσης, βεβαιώνει ὅτι στὸ Μοναστήρι λειτούργησε νοσοκομεῖο.

Ὁ γέροντας Κυπριανὸς Τσιρούκης εἶπε ὅτι «οἱ ἀντάρτες εὕρισκαν καταφύγιο στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ὅπου εἶχε δημιουργηθεῖ καὶ μικρονοσοκομεῖο».

Τὸ ἴδιο ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος  γράφοντας ὅτι «Ἡ Μονὴ μετεβλήθη εἰς νοσοκομεῖον τῶν ἀνταρτῶν μὲ συναγωνίστριες νοσοκόμους».

Ὁ γέροντας Κυπριανὸς ἀνέφερε ὅτι ὅταν μπῆκε στὴν Ξενιὰ τὸ 1944, ὁπότε εἶχε τελειώσει ὁ ἀντιστασιακὸς ἀγῶνας κατὰ τῶν κατακτητῶν, τὸ Μοναστήρι, ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν προσφορῶν του, ἦταν σὲ κακὸ χάλι ἐξαντλημένο τελείως οἰκονομικά. Δὲν εἶχε οὕτε καλλιέργειες, οὔτε ποίμνια, οὔτε πόρους, ἀκόμα καὶ τὸ ἐσωτερικὸ τῶν κελιῶν ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση.

Ἕνα ἔγγραφο τῆς Ι. Μ. Δημητριάδος, μὲ ἡμερομηνία 3 Ἰουνίου 1944, πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπο  τοῦ Δ. Ε. Σταυροῦ Βόλου, Ἐλβετὸ δρ. E. R. Haenni, περιγράφει τὴν τραγικὴ οἰκονομικὴ  καὶ ἐπισιτιστικὴ κατάσταση τῆς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ ζητεῖται βοήθεια μὲ λίγα τρόφιμα.

Θα κλείσουμε τὸ κεφάλαιο τοῦτο μὲ τὰ καταληκτικὰ λόγια τοῦ Δημήτρη Τσιλιβίδη:

«Ἡ Παναγία Ξενιὰ «τῶν ἀκρίδων διωλέσασα σμῆνος τὸ ὀλέθριον καὶ τοῖς πόρρω καὶ ἐγγύς πᾶσι δώσασα τὴν ἴασιν» ἀποκάλυψε τὸ «ἀλεξίκακον τῆς εἰκόνας της ἀπέναντι στὴ βία, τὴν πεῖνα, τὴν ἀρρώστια, τὴ φωτιά καὶ τὸ κρύο, τὴν προδοσία καὶ τὸν καταναγκασμό.

Κάτω ἀπὸ τὴν ἱερὴ της σκέπη βρῆκαν παρηγοριά καὶ προστασία γέροντες καὶ παιδιὰ, καμένοι καὶ ἄστεγοι, καταδιωγμένοι καὶ λαβωμένοι, σύμμαχοι ξένοι στρατιῶτες καὶ  Ἕλληνες πατριῶτες τῆς Ἀντίστασης.

Οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ λαὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κράτησαν τὸ μοναστήρι πραγματικὸ «φυλακτήριο» τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἐθνικῶν μας παραδόσεων στὰ σταυρικὰ χρόνια τοῦ Πολέμου καὶ τῆς Κατοχῆς 1940 -1944».

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴν περίοδο 1945  -1949

Στὰ δύσκολα χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν γερμανοϊταλικὴ κατοχὴ τὸ Μοναστήρι τῆς  Ξενιᾶς προσπάθησε νὰ ἐπουλώσει τὶς πληγὲς ποὺ ὑπέστη, νὰ ἐπανακτήσει τὴν ἀκμὴ ποὺ εἶχε καὶ νὰ παίξει τὸν ρόλο ποὺ ἔπαιζε στὶς  ἥσυχες καὶ ἤρεμες ἐποχές.

Ἐπιθυμῶντας νὰ στηριχτοῦμε καὶ πάλι σὲ γραπτὲς καὶ μόνο πηγὲς θὰ παραθέσουμε κάποια χαρακτηριστικὰ κείμενα ποὺ διασώθηκαν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ στὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ.

Μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες προσφορὲς τοῦ Μοναστηριοῦ πρὸς τὸ Κράτος μας κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1940, τὸ Μοναστήρι εἶχε προσφέρει τοὺς «ἀρωτριῶντας ἡμιόνους» του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιταχθεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ στρατοῦ μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου. Τὰ ζῶα αὐτὰ χάθηκαν κατὰ τὴ  διάρκεια τοῦ πολέμου. Τὸ Μοναστήρι χρειάζονταν τέτοια ζῶα.

Τὸ παρακάτω ἔγγραφο τοῦ Μητροπολίτη Δημητριάδος γιὰ λογαριασμὸ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικό αὐτῆς τῆς προσπάθειας:

«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Αριθ. Πρωτ. 698                            Ἐν Βόλῳ  τῇ 13 Μαΐου 1946

Πρὸς τὸν ἐπαρχιακὸν γεωπόνον Ἁλμυροῦ

κ. Γ. Παπαστεργίου  εἰς Ἁλμυρόν.

Ὡς εἶναι ὑμῖν γνωστὸν ἡ Ἱερά Μονὴ Ξενιᾶς εἶχεν ἀρωτριῶντας ἡμιόνους τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἐπέταξεν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἤδη ἡ Μονὴ στερεῖται τοιούτων διὰ τὰς γεωργικὰς ἐργασίας της καὶ λοιπὰς ἀνάγκας αὐτῆς χωρὶς νὰ ἔχῃ λάβει ἀποζημίωσιν τινά.

Δι’ ὅ προαγόμεθα νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως ἐκ τῶν κομισθέντων ἐξ Ἀμερικῆς καὶ Μεξικοῦ ἡμιόνων χορηγήσητε εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς ἀντὶ μιᾶς λογικῆς τιμῆς δύο τουλάχιστον νέους ἡμιόνους ἵνα ἀνακουφισθῇ ἐκ τῶν μεγάλων ζημιῶν τὰς ὁποίας ἔχει ὑποστῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς.

Μετὰ τιμῆς καὶ εὐχῶν πρὸς Θεὸν

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ» .

 

Στὴν ἴδια παραπάνω προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ πάλι ἐκ μέρους τῆς Μονῆς Ξενιᾶς κάποιων περιουσιακῶν στοιχείων, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀσκήσει καὶ πάλι τὸν παλιὸ εὐεργετικό του ρόλο πρὸς τὸ λαὸ τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς, ἐντάσσεται καὶ τὸ παρακάτω ἔγγραφο, ποὺ μᾶς συμπληρώνει ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβαιώνει κάποια ἀπὸ ὅσα ἀναφέρθηκαν παραπάνω:

«Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον

τῆς ἐν Ἱερᾷ Μητροπόλει Δημητριάδος

Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς τῇ 28 Αὐγούστου 1945

Διὰ τοῦ παρόντος τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς παρέχει τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπηρέτην τῆς Μονῆς Σταμούλην Πολύζον, καταγόμενον ἐκ τοῦ χωρίου Μακρινίτσα τῆς Νομαρχίας Μαγνησίας Βόλου, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον Μπλάζι τῆς Καρδίτσας καὶ παραλάβῃ ἀπὸ τὸν Κλεομένην Μηλιώνην, κάτοικον τοῦ εἰρημένου χωρίου, τὴν ἡμίονον τῆς Μονῆς, ἥν οὗτος παρανόμως κατέχει κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν, παραλαβὼν ταύτην ἀπὸ τὸν ΕΛΑΣ. Τὸ εἰρημένον ζῶον εἶναι γένους θηλυκοῦ ἐτῶν 15-16, μετρίου ἀναστήματος, χρώματος γκέσου.

Τὴν ἀσφαλῆ ταύτην πληροφορίαν μετέδωσεν ἡμῖν ὁ ἐθνοφύλαξ Δημήτριος Ε. Ζυγογιάννης, ποιμὴν τῆς Μονῆς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ γνωρίζων καλῶς τὸ ζῶον, ἀνήκων ἤδη εἰς τὸ 301 τάγμα, 4ον λόχον τῆς Καρδίτσης, ὅστις ἐλθὼν ἐνταῦθα ἐπ’ ἀδείᾳ μᾶς ὁμολόγησεν τὰ ἀνωτέρω καὶ ὅτι εἶδεν προσωπικῶς τὸν ὡς ἄνω Κλεομένην Μηλιώνην, ὅν καὶ προσήγαγε ἐνώπιον τοῦ λοχαγοῦ του καὶ κατέσχε τὸ ζῶον μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως ἡ Μονὴ ἀποστείλῃ ἄνθρωπόν της πρὸς παραλαβήν.

Ἐφ’ ᾧ χορηγοῦμεν τὸ παρὸν ὅπως χρησιμεύσῃ αὐτῷ ὅπου δεῖ διὰ τὴν ἀσφαλῆ παράδοσιν τῆς ἡμιόνου εἰς τὸν ἐπιφέροντα ὑπηρέτην τῆς Μονῆς Σταμούλην Πολύζον.

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον

ἡγούμενος Καλλίνικος

μοναχὸς Χατζηϊωάννης.

Ἀριθ. 180.

Ἐπικυροῦται ἐξ ὁλοκλήρου τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄνω ἐγγράφου καὶ παρακαλοῦμεν πάσας τὰς στρατιωτικάς, ἀστυνομικὰς καὶ πολιτικὰς  ἀρχὰς τοῦ νομοῦ Τρικάλων  ὅπως παράσχωσι πᾶσαν διευκόλυνσιν εἰς τὸν ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς ἀποστελλόμενον Σταμούλην Πολύζον ἵνα παραλάβῃ διὰ λογαριασμὸν τῆς Μονῆς τὴν περιγραφομένην ἡμίονον.

Ἐν Βόλῳ τῇ 30 Αὐγούστου 1945

Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ» .

 

Σημαντικὴ ἦταν ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ πρὸς τὸ λαὸ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ στὰ πρώτα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια.

Κατὰ τὸ καλοκαίρι τοῦ 1945 καὶ 1946 ἱδρύθηκαν Παιδικὲς Εξοχὲς στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς γιὰ τὰ ἄπορα καὶ φτωχὰ παιδιὰ τῆς πόλης  καὶ τῆς περιφέρειας τοῦ Ἁλμυροῦ.  Στὰ δύο αὐτὰ χρόνια φιλοξενήθηκαν στὶς κατασκηνώσεις αὐτὲς  ἀπὸ  900 περίπου παιδιά κάθε χρόνο.

Μὲ τὸ τέλος τοῦ Πολέμου τοῦ 1940 καὶ τῆς Κατοχῆς τῆς χώρας μας ἀπὸ τὰ ἐχθρικὰ στατεύματα ἄρχισαν νὰ ἔρχονται καὶ πάλι σὲ ἐπαφὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸ Μοναστήρι οἱ χιλιάδες ἀνθρώπων ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας ποὺ συνήθιζαν νὰ τὸ ἐπισκέπτονται, νὰ προσκυνοῦν τὴν Παναγία καὶ νὰ βρίσκουν σ’ αὐτὸ τὴν παρηγοριὰ καὶ ἀνακούφιση ποὺ ἐπιζητοῦσαν στὴ ζωή τους.

Χαρακτηριστικὸ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τοῦ δεσμοῦ τοῦ λαοῦ μὲ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ποὺ εἶχε διακοπεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου καὶ τῆς γιὰ τὴν  ἀποκατάσταση ταῆς παλιᾶς ἐπικοινωνίας εἶναι τὸ πανηγυρικὸ περιεχόμενο τῆς παρακάτω ἐπιστολῆς ποὺ στάλθηκε στὸν ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὶς 15 Φεβρουαρίου 1945:

«Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 – 2 -1945

Πολυσέβαστε καὶ πολυπόθητε γέροντα πάτερ Καλλίνικε,

ἀσπάζομαι εὐλαβῶς τὴν δεξιάν σας.

«Ἀλλαλάξατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, ὅτι ἐδοκίμασας ἡμᾶς, ὁ Θεός. Ἐπύρωσας ἡμᾶς, ὡς πυροῦται τὸ ἀργύριον· εἰσήγαγες ἡμᾶς εἰς τὴν παγίδα, ἔθου θλίψεις ἐπὶ τὸν νῶτον ἡμῶν, ἐπεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν, διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος. Ἔδειξας τῷ λαῷ σου σκληρά, ἐπότισας ἡμᾶς οἶνον κατανύξεως. Ἐπίστρεψον, Κύριε, ἕως πότε; Καὶ παρεκλήθητι ἐπὶ τοῖς δούλοις σου. Ἐπίστρεψον ἡμᾶς ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν καὶ ἀπόστρεψον τὸν θυμόν σου ἀφ’ ἡμῶν, μὴ εἰς  τοὺς αἰῶνας ὀργισθῇς ἡμῖν. Καὶ ἐμνήσθη ὅτι σὰρξ εἰσι πνεῦμα πορευόμενον  και οὐκ ἐπιστρέφον. Αὐτὸς δε ἐστι οἰκτίρμων  καὶ ἱλάσκεται ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν, ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Εὐφρανθείημεν ἀνθ’ ὧν ἡμερῶν  ἐταπείνωσας ἡμᾶς, ἐτῶν, ὧν εἴδομεν κακά».

Ἀπὸ αὐτὰ τὰ θεόπνευστα λόγια κατανοεῖτε ὁποῖα συναισθήματα κατεῖχον τὰς ψυχάς μας καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς ποικίλης δουλείας. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ δουλεία πηγάζει ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς, ἰδίως εἰς ἐμὲ ὁ ὁποῖος ἐθρήνησα πικρὰ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ὅπως κάποτε σᾶς ἔγραψα διότι δὲν κατάλαβα ἀκόμη ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλος ἐστὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ὅτι ἐὰν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ ὄντες έλεύθεροι ἔσεσθε. Δὲν ἠμπορῶ ὅμως ἐδῶ νὰ σᾶς περιγράψω τὸν ψυχικόν μου πόνον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ Κύριος θὰ μᾶς συναντήσῃ καὶ πάλιν διὰ νὰ τὰ ποῦμε στόμα πρὸς στόμα.

Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πολὺ ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν μελαγχολίαν καὶ μὲ τὸν ἑαυτόν μου. Γιὰ πέστε μου σᾶς παρακαλῶ σεῖς πῶς εἶστε; Μοὶ εἶπεν μὲν ὁ κύριος Τζάμος ὅτι σᾶς εἶδε ὅτι εἶστε καλὰ ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μὲ φτάνει. Θέλω νὰ μάθω πολλὰ. Εὐτυχῶς ὅτι καὶ ὁ Σεβασμιώτατος μὲ ἔγραψεν ὄτι εἶσθε ὅλοι καλά. Καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γίνῃ διαφορετικά.

Ὥστε, λοιπόν, ἔφυγαν ὅλοι οἱ φόβοι; Οἱ Ἰταλοί; Οἱ Γερμανοί;  Ὁ Κορδίστας; οἱ Κουκουέδες; οἱ… οἱ …. οἱ….

Πῶς ἐγένοντο εἰς ἐξάπινα ἐρήμωσιν ἀπώλοντο. Εὐλογητὸς Κύριος ὅς οὔκ ἔδωκεν  ἡμᾶς εἰς θήραν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτῶν. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐρρύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων· ἡ παγὶς συνετρίβη, καὶ ἡμεῖς ἐρρύσθημεν.

Ὅλοι ἐδῶ οἱ ἡμέτεροι εἶναι πολὺ καλά. Καὶ ἡ ἀδελφότης δόξα τῷ Θεῷ δὲν ἔπαθεν τίποτε. Οὔτε τὸ οἴκημά της, οὔτε τὸ Οἰκοτροφεῖον. Σεῖς ἐπάθατε μεγάλας ζημίας; Τὶ γίνονται τὰ ζῶα τῆς Μονῆς; Ὑπάρχουν τὰ βόδια; τὰ πρόβατα; τὰ γίδια; ὡς καὶ τὰ σμέτια;

Αὐτὰ τὰ θυμᾶμαι διότι τὰ ὁμοιάζω μὲ τὴν πνευματικήν μου κατάστασιν. Οἱ ὑλικοὶ φίλοι τῆς Μονῆς πῶς εἶναι μετὰ τῶν ποιμένων; Ὁ ἀγαπητὸς κύριος Ἰωάννης Βούλγαρης, ὁ Κάπας Γκρίνιας, ὁ Ντάνης καὶ λοιποὶ πῶς εἶναι;

Εἰς ὅλους σᾶς παρακαλῶ προσφέρετε τοὺς θερμούς μου χαιρετισμούς. Εἰς τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς Μονῆς καὶ εἰς τὴν ἐν Βόλῳ οἰκογένειάν σας, διὰ τοὺς ὁποίους ἔμαθον ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατον ὅτι εἶναι καλά, προσφέρετε παρακαλῶ τὰ προσκυνήματά μου.

Δεχθῆτε καὶ ἀπὸ τὴν μητέρα μου, τὰς ἀδελφάς μου, τοὺς γαμπρούς μου καὶ τὸν Βασιλάκην τὰ ταπεινὰ σέβη των καὶ θερμὰ συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ διασώσει πάντων. Παρακαλῶ ὅπως εὔχεσθε καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ.

Ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν σας.

Ὑμέτερος

Π. Γ. Βανακάρης, ἰατρός» .

 

Ἕνα πολύ σύντομο δημοσίευμα τῆς βολιώτικης ἐφημερίδας «Ταχυδρόμος» τῆς 26 Μαρτίου 1948, ἄν καὶ πολὺ ἀποσπασματικό, μᾶς δίνει μία μικρὴ εἰκόνα τῶν μεγάλων δυσκολιῶν καὶ προβλημάτων ποὺ ἀντιμετώπιζε τὸ Μοναστήρι στὰ χρόνια τῶν ἐμφυλίων ἀναταραχῶν καὶ διενέξεων τῆς περιόδου 1945 -1949:

«Κατὰ τὰς πληροφορίας μας τὰς τελευταίας ἡμέρας συμμορίται μετέβησαν εἰς τὴν Μονὴν Ξενιᾶς περιφερείας Ἁλμυροῦ καὶ ἐξεδίωξαν τοὺς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι κατέφυγον εἰς Βόλον. Οἱ συμμορίται ἀφήρεσαν  ἀπὸ τὸ Μοναστήρι περὶ τὰ 500 πρόβατα».

Κατατοπιστικὸ γιὰ τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ Μοναστήρι στὰ δύσκολα μετακατοχικὰ χρόνια τῶν ἐμφυλίων ἀναταραχῶν εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτη Δημτριάδος Ἰωακεὶμ «Μεταξὺ κατακτητῶν καὶ ἀνταρτῶν»:

«Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἀπεξενώθη τελείως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Μητροπολίτου καὶ ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ ἐπικοινωνῇ μετ’ αὐτοῦ. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον κατηργήθη καὶ ἡ διοίκησις καὶ διαχείρισις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἀνετέθη εἰς λαϊκὰ πρόσωπα χωρὶς νὰ γνωρίζῃ κανεὶς ποῦ καὶ πῶς διατίθενται τόσα τρόφιμα, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν Μονήν.

Ὁ μοναχὸς Κυριακὸς ἀπεμονώθη εἰς τὸ κελλίον του χωρὶς ἀσφαλῶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος, διότι οὗτος εἶναι εἷς τῶν Καλλιτέρων καὶ ἐργατικωτέρων άδελφῶν τῆς Μονῆς. Ἐπίσης ἀφῃρέθησαν καὶ χρήματα ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Μονῆς, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸν ἄν ταῦτα διετέθησαν δι’ ἐθνικοὺς σκοπούς.

Εἰς τὴν ἰδίαν Μονὴν συνεκλήθη ὑπὸ τῶν ἀνταρτῶν καὶ συνέλευσις ταῶν ἱερέων τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ εἰς τὴν ὁποίαν ἑπεχρεώθησαν ὑπὸ τῶν ἀνταρτῶν νὰ ψηφίσουν ὅτι παύουν  νὰ ἔχουν σύνδεσμον μὲ τὸν Μητροπολίτην. Ἡ δὲ Μονὴ μετεβλήθη εἰς νοσοκομεῖον τῶν ἀνταρτῶν μὲ συναγωνιστρίας νοσοκόμους».

 

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς στὴ Νεότερη Ἱστορία

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ στὰ νεότερα χρόνια βοήθησε στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδας μας σὲ δύσκολες καταστάσεις.

Τὰ κτίρια τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ γνωστοῦ ὡς Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς, χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν στέγαση τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς 111ης Πτέρυγας Μάχης τῆς Ἀεροπορίας στὶς κρίσιμες περιόδους ποὺ ἀκολούθησαν τὸ πραξικόπημα τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967 καὶ τὴν εἰσβολὴ τῶν Τούρκων στὴν Κύπρο τὸν Ἰούλιο τοῦ 1974.

Ἐπειδὴ γιὰ λόγους προστασίας τους ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ σπίτια τους στὸ Ἀεροδρόμιο στεγάστηκαν στὰ κελιὰ τοῦ Μοναστηριοῦ. Τὰ ἐπιτελικὰ σχέδια μάλιστα τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν προέβλεπαν, ἀπὸ ὅσα διαφαίνονται ἀπὸ τὰ παρακάτω ἔγγραφα, τὴν μόνιμη χρησιμοποίηση τῶν κελιῶν τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γιὰ τὸν ἴδιο  σκοπό, ὅταν καὶ ἐὰν παρουσιαζόταν παρόμοια ἀνάγκη.

Στὶς 31 Μαρτίου τοῦ 1975, ὅταν εἶχε περάσει ἡ κρίση τοῦ 1974, ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος ἔστειλε «Πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. κ. Σωτήριον Παπακωνσταντίνου, Διοικητὴν 111ης Πτέρυγος Μάχης, Νέαν Ἀγχίαλον» τὴν παρακάτω ἐπιστολή:

«Ἀγαπητέ μοι κ. Διοικητά,

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ παρελθόντος Ἰουλίου, [20] καὶ ἕνεκα τῆς ἐπικειμένης τότε πολεμικῆς συρράξεως, ἐχρησιμοποιήθη ἐκτάκτως ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς, ὡς τόπος ἐγκαταστάσεως τῶν οἰκογενειῶν  τῶν κ. κ. Ἀξιωματικῶν τῆς καθ’ ὑμᾶς 111ης Πτέρυγος Μάχης.

Ἡ ἐπὶ ἀρκετὰς τότε ἡμέρας οὐσιαστικὴ ἐπίταξις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διὰ τὸν διαληφθέντα λόγον ἐδημιούργησε σοβαρὰ προβλήματα εἰς τὴν ἐν αὐτῇ ἀσκουμένην Ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν, ἅτινα δι’ εὐνοήτους λόγους δὲν ἐκρίθη σκόπιμον νὰ ἐξωτερικευθῶσιν τότε, ἕνεκα τῆς γενικωτέρας καταστάσεως ἐξαιρέτου ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἥτις ἐπέβαλλε θυσίας εἰς πάντας.

Ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον πληροφορίαι σποραδικῶς καταφθάνουσαι ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ φέρουσι ταύτην μονίμως ἐπιλεγεῖσαν ὡς καταφύγιον τῶν ὡς εἴρηται οἰκογενειῶν εἰς περίπωσιν συναγερμοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλῆται τόσον εἰς ἡμᾶς, ὡς πνευματικῶς Προϊσταμένην τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρχήν,  ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἀδελφότητα αὑτῆς, ἡ ἀπορία πῶς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ αὖθις, ὡς καταυλισμὸς στρατιωτικῶν οἰκογενειῶν ὁ χῶρος οὗτος, καὶ δὴ καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἥν οὐδεμία δικαιολογία εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσῃ πρὸς λῆψιν ἑνὸς τοιούτου μέτρου, ἐφ’  ὅσον ἔχει ἤδη μεσολαβήσει ὑπερικανὸς χρόνος διὰ τὴν ἄνετον ἐπιλογὴν ἑτέρου καταλλήλου χώρου πρὸς ἀσφαλῆ ἐγκατάστασιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκογενειῶν.

Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, παρακαλοῦμεν θερμῶς ὅπως, ἀντὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ἐπιλέξητε ἐγκαίρως ἕτερον τόπον διὰ τήν, ἐν περιπτώσει κινδύνου, μεταφορὰν καὶ ἐγκατάστασιν τῶν γυναικοπαίδων τῆς ὑμετέρας εὐθύνης, δεδομένου ὅτι ὁ χῶρος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς προορίζεται δι’ ἄλλους σκοπούς, τοὺς ὁποίους δὲν ἀγνοεῖτε, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκλαμβάνηται συνεχῶς ὡς παρέχων τὴν πλέον εὔκολον καὶ πρόχειρον λύσιν.

Πέποιθα κ. Διοικητά, ὅτι ἐν κατανοησει τῶν ὡς ἄνω ἀπόψεων ἡμῶν, θὰ μεριμνήσητε διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου.

Εὐχέτης ὑμῶν πρὸς Κύριον

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)».

 

Ὁ Διοικητὴς τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης, ἀπαντῶντας στὴν παραπάνω ἐπιστολή, ἔστειλε πρὸς τὸν «Σεβσμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος κ. κ. Χριστόδουλον» τὴν ἑξῆς ἀπάντηση:

«Σεβασμιώτατε,

Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 31-3-75 Ὑμετέρας ἐπιστολῆς σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Ὑμετέρα Ἁγιότητα ὅτι ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς ἐχρησιμοποιήθη ὡς καταφύγιον τῶν γυναικοπαίδων τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης δὶς κατὰ τὸ παρελθόν, ἤτοι ἔν ἔτεσι 1967 καὶ 1974 καὶ κατόπιν τῶν γνωστῶν εἰς πάντας πολεμικῶν Κρίσεων. Τοῦτο καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ εἶχεν συμφωνηθῇ πρὸ δεκαετίας καὶ πλέον, μεταξὺ τῶν προγενεστέρων ποιμεναρχῶν τῆς καθ’ Ὑμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καὶ τῶν Διοικητῶν τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης.

Ἐπίσης ἔρχομαι νὰ πληροφορήσω Ὑμᾶς ὅτι ἡ παροῦσα Διοίκησις τῆς Μονάδος οὐδέποτε ἐσκέφθη ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ Ὑμῶν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν Ἱερὰν Μονὴν ὡς καταφύγιον, ἔστω καὶ ὑπὸ ἄκρως δυσμενεῖς συνθήκας, διὰ τὰ γυναικόπαιδα τῆς Πτέρυγος, συνθήκας αἵτινες ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των ἐπέρχονται εἰς χρόνον ἀνύποπτον καὶ ἐν πολλοῖς ΜΗΔΕΝ.

Διὰ  τῆς πρὸ ὀφθαλμῶν μου ἐπιστολῆς Σας κρίνετε ὡς ἀδικαιολόγητον τὴν ἐπιλογὴν τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς ὡς καταφύγιον τῶν οἰκογενειῶν τῆς 111ης Πτέρυγος Μάχης καὶ συνιστᾶτε ὅπως ἐπιλεγῇ ἕτερος τόπος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.

Ἡ Διοίκησις τῆς Πτέρυγος δὲν δύναται νὰ παραβῇ τὴν Ὑμετέραν ἐπιθυμίαν -ἔστω καὶ ἄν τοῦτο δημιουργῇ ἕν τεράστιον πρόβλημα εἰς ταύτην  καὶ θέλει ἐξηγήσει εἰς τὴν Ἁγιότητά Σας κατὰ τὴν πρώτην μελλοντικὴν συνάντησίν μας, ἐφ’ ὅσον δοθῇ ἡ ἄδεια –  καθ’ ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἡ Ὑμετέρα κρίσις σταθμίσασα ἅπαντας τοὺς παράγοντας ἀποκλείει εὐλόγως τὴν Ἱερὰν Μονὴν Παναγίας Ξενιᾶς ὡς τόπον καταφυγίου τῶν γυναικοπαίδων τῆς ἡμετέρας Μονάδος.

Εὐχόμενος ὅπως ὁ Κύριος σταθῇ ἀρωγὸς εἰς ἅπαντας ἀσπάζομαι τὴν δεξιὰν σας.

(Ὑπογραφή)

Σωτήριος Παπακωνσταντίνου

Σμήναρχος (Ι)».

[1] Ὁ τάφος του βρισκόταν μέχρι καὶ τοὺς σεισμοὺς τοῦ 1980 στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἁλμυροῦ.

[2] Σήμερα στὸ Ἀρχεῖο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ δὲν βρίσκεται τὸ ἀντίγραφο αὐτό.

[3] Λυκούραση. Εἶναι ἕνα μικρὸ μοναστήρι στὸ βουνὸ Θούριο, μία παραφυάδα τοῦ Παρνασσοῦ. Ἡ Λυκούραση ἦταν τὸ κέντρο ἐξόρμησης τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Ἀθανασίου Διάκου. Πληροφορίες γιὰ τὸ μοναστήρι αὐτὸ στὸ βιβλίο τοῦ Εὐθύμιου Δάλκα,  Παναγία Λυκούραση, Ἀθήνα 1981. Στὸ βιβλίο ὑπάρχει καὶ φωτοαντίγραφο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀθανασίου Διάκου.

[4] Τζημχανὲς ἤ  τζεμπιχανὲς (λέξη προφανῶς τουρκικῆς προέλευσης) σημαίνει γενικῶς τρόφιμα, φαγώσιμα καὶ ἄλλα ἐφόδια. Στὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη ἀναφέρεται ἡ λέξη: «… Τοῦ εἴπαμεν, θέλομεν καράβια εὐρωπαίικα νὰ βαρκαριστοῦμεν, ὕστερα ὅλα μας τ’ ἄρματα, τρίτο τὸν Χατζηχρήστο καὶ Δεσπότη κι’ ὅλους τοὺς σκλάβους, καὶ τοὺς μιστούς μας. Καὶ τότε τοῦ παραδίνομεν ἐφοδιασμένο κάστρο (ἐφόδιασμα μόνον μὲ τὶς σάπιες πέτρες, ὀλίγος τζεμπιχανὲς ἦταν ἀκόμα καὶ ψωμί πολλὰ ὀλίγον καὶ νερό, νὰ χορτάσουμεν δὲν μπορούσαμεν, ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τὸ μεράζαμεν)…».

[5] κουρσούμια στὴν ἐποχή μας λέγονται οἱ σιδερένιες μπίλιες τῶν ρουλεμὰν. Ἐδῶ σημαίνει μολύβδινα σφαιρίδια, χοντρὰ σκάγια ποὺ χρησιμοποιούνταν σὰν βόλια στὶς μάχες. Ἡ λέξη παράγεται ἀπὸ τὸ τουρκικὸ kursum = μόλυβδος. Στὰ Τρίκαλα ὑπῆρχε τὸ «kursum τζαμὶ» (τζαμί μὲ μολύβδινο θόλο).

[6] Μεζηλιάρικα ἄλογα σημαίνει γερὰ καὶ γρήγορα ἄλογα, ταχυδρομικά.

[7] Ἡ προσωπικὴ αὐτὴ σφραγίδα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου εἶναι ὠοειδὴς. Στὸ πάνω μέρος της ὑπάρχει ἕνας διπλὸς σταυρὸς ἔχοντας ἀριστερὰ του τὸ γράμμα Α καὶ δεξιὰ του τὸ γράμμα Θ. Στὸ μέσον τῆς σφραγίδας ὑπάρχει δικέφαλος ἀετὸς ἔχοντας ἀριστερὰ του τὸ γράμμα Δ καὶ δεξιά του τὸ γράμμα Κ. Κατὰ μία ἄποψη τὰ γράμματα αὐτὰ σημαίνουν ΑΘ(ανάσιος) Δ(ιά)Κ(ος). Στὰ πόδια τοῦ ἀετοῦ τὸ (ἔτος) 1818.

[8] Κάπερνα, κατὰ τὸν Εὐθύμιο Δάλκα, συγγραφέα τοῦ βιβλίου «Παναγία Λυκούρεση», λεγόταν τότε ἡ Χαιρώνεια.

[9] Κάποιοι ἐρευνητὲς θεωροῦν ὅτι «ραχωβῆτες» εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς Ἀράχωβας καὶ ὅτι σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνεται, διότι ἡ Ἀράχωβα λεγόταν καὶ Ράχωβα. Ἔχοντας προκαταβολικὰ τὴν ἄποψη αὐτή διάβασαν τὸ «εἰς Ράχοβον» «εἰς Ράχωβαν», Ὡστόσο τὸ «αἰδεσιμότατε ἅγιε πρωτόπαπα καὶ παπᾶ Δημήτρη», εἶναι κατὰ τὴν ἄποψή μας, ἀποτρεπτικὰ αὐτῆς τῆς γνώμης. Τὸ «τοῖς ἀγαπητοῖς ῥαχωβῆτες» μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ κάτω ἀπό τὴ λέξη εἶναι ὀνομασία καλογέρων τοῦ «Ράχοβο» τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

[10] Τὸ ἔγγραφο δημοσιεύθηκε, ἀπὸ ὅσα τουλάχιστον γνωρίζω προσωπικά, γιὰ πρώτη φορὰ, ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ζωσιμᾶ Ἐσφιγμενίτη, στὸ Ἡμερολόγιο «Φήμη»,  (ἔτους 1886, Μέρος β΄, σελ. 17), τὸ ὁποῖο ἐκδιδόταν ἀπὸ τὸν ἴδιο στὸ Βόλο, χωρὶς, ὡστόσο, κάποιες ἰδιαίτερες πληροφορίες γι’ αὐτό.  Δὲν ἀναφέρει τίποτε γιὰ τὸ πῶς βρέθηκε στὰ χέρια του καὶ δὲν κάνει κανένα σχολιασμό. Τὸ περιεχόμενό του, μαζὶ μὲ ἕνα κακέκτυπο φωτοαντίγραφό του, δημοσιεύθηκε, ἐπίσης,  στὴν περιοδικὴ ἔκδοση «Πάνορμος» (Ὄργανο τοῦ Συλλόγου τῶν ἁπανταχοῦ Πανορμιτῶν «Ἡ Πάνορμος») στὸ φύλλο ὐπ’ ἀριθ.  8 (Φεβρουάριος – Μάρτιος  2005), χωρίς καὶ πάλι κάποια διασαφηνιστικὰ σχόλια. Ὡστόσο γιὰ μᾶς, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Διάκου ἀπευθύνεται στοὺς μοναχούς τῆς Μονῆς τοῦ Ραχόβου (Ραχοβίτες) καὶ σὲ κάποιους λαϊκοὺς τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προηγουμένως συναντηθεῖ μαζί του ἐκεῖ κατὰ τὴν συνάντηση ποὺ ἀναφέρουμε.

[11] Δὲν γνωρίζουμε πότε καὶ μὲ ποιὸν τρόπο ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου βρέθηκε στὴν Ἐθνική Βιβλιοθήκη. Δὲν γνωρίζουμε ἐπίσης μὲ ποιὸ τρόπο πληροφορήθηκε τὸ περιεχὀμενό της ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης καὶ τὸ δημοσίευσε. Τὸ πιθανὸτερο, κατὰ τὴ δική μας ἐκτίμηση, εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Διάκου νὰ περιλαμβανόταν μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ποὺ ἅρπαξε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ὁ μοναχὸς Ζαχαρίας Καίσαρης, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔχουμε ἀναφέρει σχετικὰ σὲ ἄλλες σελίδες τούτης τῆς ἐργασίας μας. Πιθανὸν νὰ περιλαμβανόταν μεταξὺ τῶν  περιεχομένων τῶν «δύο σφραγισμένων» κιβωτίων, ποὺ παραδίδονταν μυστικὰ ἀπὸ ἡγούμενο σὲ ἡγούμενο τῆς Ξενιᾶς, χωρὶς νὰ ἀναφέρονται στὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα παράδοσης καὶ παραλαβῆς, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρουμε καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, καὶ τὸ περεχόμενο τῶν ὁποίων ποτὲ δὲν μαθεύτηκε.

[12] Τὸ γράμμα γράφεται στὶς 9 Μαΐου. Ἡ ἐξέγερση τῶν Ἁλμυριωτῶν θὰ γινόταν στὶς 8 Μαΐου.

[13] Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ τὰ 200 ἄτομα ποὺ εἶχε ζητήσει ὁ Ἀθανάσιος Διάκος.

[14] Βλ. Κ. Θ. Γιαννακόπουλος, Η Παναγία Ξενιά και οι δύο ιερές μονές της, Αθήναι 1953.

[15] Τύποις Χ. Συνοδινοῦ- ὁδὸς Λέκκα 7, Ἀθῆναι 1950.

[16] Τὰ παραπάνω διηγήθηκε στὸν Δημήτριο Τσιλιβίδη, ὁ γέροντας Κυπριανὸς, ἐφημέριος τῆς  Ἁγίας Εἰρήνης Ἁλυκῶν Βόλου,  κατὰ τὸ 1988, ὅταν νοσηλευόταν στὴν κλινικὴ Βόλου Γεωργίου Ἰωάννου, ἔχοντας πλήρη πνευματικὴ διαύγεια.

[17] Περίοδος Β΄, τεῦχος  10, Ἁλμυρός 2006, σελ. 117-133.

[18] Ὁ Ἀθαν. Παπαθεοδώρου, ἔφεδρος ἀξιωματικὸς τοῦ Πυροβολικοῦ, πολεμιστὴς τῆς Ἀλβανίας, συνταξιοῦχος δάσκαλος καὶ γέροντας τὸ 1989, ἀφηγήθηκε τὰ παραπάνω στὸ σπίτι του στὴν Πορταριά, στὸν  Δημήτριο Τσιλιβίδη. Ὁ Παπαθεοδώρου πέθανε τὸ 2003.

[19] Ἀρχεῖο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, τόμ. Δ΄, ἀριθ. ἐγγρ. 385. Οἱ μοναχοὶ τῶν Μετεώρων, ποὺ ἀναφέρει ὁ ἡγούμενος, ἦταν περίπου δέκα. Εἶχαν συλληφθεῖ καὶ φυλακισθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Μητροπολίτη Ἐλασσῶνος Καλλίνικο στὴ Λάρισα. Ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ, ἀμέσως μετὰ τὴ σύλληψή τους, πῆγε στὴ Λάρισα (Ὁ Λαρίσης Δωρόθεος καὶ μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπος  ἀπουσίαζε σταθερὰ ἀπὸ τὴν ἕδρα του  σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς), τοὺς ἐπισκέφθηκε στὴ φυλακὴ καὶ στὴ συνέχεια κατάφερε νὰ πείσει τὸ Διοικητὴ τῆς Μεραρχίας «Πινερόλο» Ἰνφάντε νὰ διατάξει τὴ μεταγωγὴ τους στὴ Μονὴ Ξενιᾶς μὲ προσωπικὴ εὐθύνη τοῦ Ἰωακείμ. Στὴ Μονὴ φιλοξενήθηκαν γιὰ ἕνα διάστημα καὶ μετὰ ἀναχώρησαν γιὰ τὶς μονές τους. Ὁ Ἐλασσῶνος Καλλίνικος μεταφέρθηκε στὴν Πάτρα μὲ σκοπὸ νὰ φυλακιστεῖ στὴν Ἰταλία, ἀπελευθερώθηκε ὅμως μὲ παρέμβαση τοῦ Ἀθηνῶν Δαμασκηνοῦ.

[20] Ἦταν ἡ περίοδος τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1974 καὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων στὴν Κύπρο.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο έβδομο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

 

Γ΄.Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς σχέσεις του μὲ τὸ λαό.

 

Εἰσαγωγικά

Ὅπως πολλὲς φορὲς ἔχουμε ἀναφέρει, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν πάντοτε στενὰ δεμένο μὲ τὴν γύρω του κοινωνία, τοὺς ἀνθρώπους της καὶ τὰ προβλήματά τους, εἴτε αὐτὰ ἦταν γενικὰ εἴτε ἦταν ἀτομικά.

Τὸ Μοναστήρι αὐτὸ ἀπὸ τὴν πρώτη τῆς παρουσίας του στὴν περιοχὴ παρουσιάζεται ὡς νὰ ἔχει κύριο σκοπὸ καὶ βασικὴ του ἀποστολὴ τὴν ἐπίλυση τῶν ποικίλων προβλημάτων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ τριγύρω. Παρουσιάζεται ὡς νὰ εἶναι ἕνα θεόσταλτο δῶρο σταλμένο γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν ἀκριβῶς, ἀπὸ ἰδιαίτερη καὶ ξεχωριστὴ  γι’ αὐτοὺς ἀκριβῶς εὔνοια τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν στὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι παρουσιάζονται καὶ συμπεριφέρονται ὡς νὰ τὸ ἔχουν δημιουργήσει οἱ ἴδιοι  παρακινημένοι ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ παρόρμηση ἤ ἀπὸ κάποια θεία φώτιση γιὰ νὰ μποροῦν νὰ πορεύονται στὴ ζωή τους μὲ σιγουριά, ἀσφάλεια καὶ ἐπιτυχία.

Ἔχουν ἀποφασίσει ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ εἶναι σίγουροι ὅτι ἔχουν ἀποφασίσει σωστά, ὅτι μὲ τὸ Μοναστήρι αὐτό, ὡς καθοδηγητικό τους κέντρο, θὰ πορεύονται στὴ ζωὴ καὶ θὰ πορεύονται στὸ σωστὸ δρόμο.

Δὲν εἶχαν ποτὲ κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὴν ἐπιλογή τους αὐτὴ. Ἦταν βέβαιοι καὶ γιὰ τὴν σύμφωνη θέληση τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἀποστολὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τους. Εἶχαν καὶ τρανὲς ἀποδείξεις γι’ αὐτὸ.

Δύο «Παναγίες» ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἄγνωστο ξαφνικὰ στὸ Μοναστήρι τους γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν σύμφωνη γνώμη καὶ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ μία «Παναγία» παρουσιάστηκε μιὰ μέρα ἐκεῖ κοντά, περιμένοντας νὰ τὴν φέρουν νὰ μείνει γιὰ πάντα στὸ Μοναστήρι τους αὐτό. Εἶχε καθήσει σὲ ἕνα δέντρο ἐκεῖ κοντὰ τυλιγμένη μέσα σὲ κισσούς. Ἦταν ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα».

Ἡ ἄλλη «Παναγία» παρουσιάστηκε μιὰ μέρα μέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα βγαλμένη, φερμένη ἀπὸ τὰ «ξένα». Ἦταν ἡ «Παναγία Ξενιά».

Στὸ κεφάλαιο τοῦτο θὰ παρουσιάσουμε τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ  Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως αὐτὴ ἀναπτύχθηκε στὶς ἰδιαίτερες σχέσεις του μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸ ἵδρυσαν, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸ στήριξαν καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ αὐτὸ τοὺς στήριξε καὶ τοὺς συμπαραστάθηκε σὲ κάθε εἶδος ἀναγκῶν τους.

Τὸ κεφάλαιο τοῦτο χωρίζεται σὲ ἕξι τμήματα:

  1. Στήριξη Χριστιανισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας. Στὸ τμῆμα αὐτὸ παρουσιάζεται ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ στὴν ἑδραίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς του, στὴν ἀποκάθαρση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ πλάνες καὶ προλήψεις ποὺ ὑπῆρχαν στὶς σχετικὲς ἀντιλήψεις καὶ στὴν φροντίδα τοῦ Μοναστηριοῦ γιὰ κάθε εἴδους κάλυψη τῶν κατηχητικῶν καὶ λατρευτικῶν ἀναγκῶν τῶν ἀνθρώπων της περιοχῆς του.
  2. Ἡ συνεισφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ στοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες. Ἡ ἄρρηκτη σύνδεση τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μὲ τὸ λαὸ καὶ τὶς προσπάθειές του ἀποδεικνύεται περίτρανα ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ συμμετοχή του στοὺς κάθε μορφῆς ἀγῶνες του λαοῦ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἐλευθερίας του ἀπὸ ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικὲς ἀπειλές. Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ δίνεται μία εἰκόνα τῶν κοινῶν συμμετοχικῶν προσπαθειῶν τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τοῦ λαοῦ στὸν τομέα αὐτόν.
  3. Κοινωνικὴ προσφορὰ. Στὴν κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ περιλαμβάνεται ἡ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων τοῦ λαοῦ ποὺ εἶχαν κατὰ περιστάσεις ἀνάγκες, ἡ βοήθεια στὴν ἐκπαίδευση καὶ γενικότερα στὴ μόρφωση τοῦ λαοῦ, ἡ ἐνίσχυση ἄλλων ὀργανώσεων καὶ εὐαγῶν ἱδρυμάτων μὲ παρόμοιους σκοποὺς καὶ κάθε ἄλλης παρόμοιας κοινωνικῆς προσπάθειας.
  4. Χειρόγραφα καὶ ἱερὰ κειμήλια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς. Στὸν τομέα τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ στὴ συνεργασία του μὲ τὸ λαὸ ἐντάσσουμε καὶ τὸ κεφάλαιο τῶν κοινῶν προσπαθειῶν τους γιὰ τὴν αὔξηση τοῦ πνευματικοῦ καὶ κειμηλιακοῦ πλούτου τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ λεπτομερής, κατὰ τὸ δυνατόν, περιγραφικὴ καταγραφὴ τοῦ πλούτου αὐτοῦ ἀναδεικνύει τὴν διαχρονικὴ ἐπιτυχία τῆς μεγάλης αὐτῆς κοινῆς προσπάθειας.
  5. Ἀσθενῶν ἡ θεραπεία. Στὸ τμῆμα αὐτὰ καταγράφεται, μέσα ἀπὸ γραπτὲς πληροφορίες, ἡ πίστη τοῦ λαοῦ στὴ δυνατότητα τῆς εὐεργετικῆς θείας ἐπέμβασης σὲ περιπτώσεις ἐπιδημιῶν καὶ ἀσθενειῶν.
  6. Γεωργῶν βοηθός. Καθὼς τὸ συντριπτικὰ μεγάλο ποσοστὸ τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἰδίως σὲ περασμένες ἐποχὲς, ἀσχολοῦνταν σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ γεωργία καὶ τὴν κτηνοτροφία, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἄμμεση ἐξάρτηση ἀπὸ τὶς καιρικὲς συνθῆκες καὶ στὶς ὁποῖες οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν ποτὲ δυνατότητα παρέμβασης, ἡ ἐπίκληση τῆς θείας βοήθειας ἦταν ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη. Ἄλλη ἐπιλογὴ δὲν ὑπῆρχε. Δημιουργήθηκε ἔτσι ἕνας στενὸς ἐξαρτησιακὸς σύνδεσμος τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ Θεῖο, τοῦ ὁποίου ἔμπιστος καὶ φιλικὸς ἐκπρόσωπος στὸν τόπο τους ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ Παναγίας Ξενιᾶς.

 

  1. Στήριξη Χριστιανισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας

Ὅπως ἀναφέρεται ἀναλυτικὰ στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν ἵδρυση οἱ πρῶτες ἀρχὲς τῆς ἵδρυσης καὶ τῆς ὕπαρξης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας», ἀνάγονται στὸν 7ο αἰῶνα. Τὸ Μοναστήρι αὐτό, τὸ ὁποῖο ἄτυπα ἀργότερα μετονομάστηκε καὶ ἔγινε γνωστὸ ὡς Μοναστήρι τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς, εἶχε τὴν πρώτη του ἀρχὴ μὲ κάποια μορφὴ ἑνὸς χριστιανικοῦ ναοῦ ποὺ στήθηκε στὴ θέση ἑνὸς ἀρχαιοελληνικοῦ ναοῦ.

Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ μόνο τεκμαίρεται ἀναντίρρητα, κατὰ τὴν ἄποψή μου, ὅτι ἡ συμβολὴ τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ στὴ διάδοση καὶ τὴν ἑδραίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχὴ πρέπει νὰ ἦταν οὐσιαστικὴ καὶ ἀποτελεσματική. Ἡ ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ «Μοναστηριοῦ», μὲ τὴ μορφὴ τοῦ μικροῦ αὐτοῦ κέντρου  στήριξης καὶ διάδοσης τῆς χριστιανικῆς θρησκείας  καὶ λατρείας, φαίνεται νὰ εἶναι ἡ παλαιότερη καὶ ἡ προγενέστερη κάθε ἄλλου παρόμοιου σκοποῦ ἐκκλησιαστικοῦ κτίσματος, κάθε ἄλλου χριστιανικοῦ κέντρου, κάθε ἄλλου χριστιανικοῦ ναοῦ στὴν ὀρεινὴ, γειτονικὴ μὲ τὸ μοναστήρι, περιοχὴ τῆς Ὄρθρης.

Ὁ χριστιανικὸς αὐτὸς ναὸς χτίστηκε στὰ ἐρείπια κάποιου ἀρχαιοελληνικοῦ ναοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ, ποὺ τὸ θεωροῦμε ἀναμφισβήτητο, μᾶς ἐπιτρέπει μὲ βεβαιότητα νὰ ποῦμε ὅτι στὴν ὀρεινὴ καὶ ἀπομονωμένη αὐτὴ περιοχὴ καὶ μάλιστα στὴν ἐποχή τοῦ 7ου,  8ου, 9ου καὶ 10ου αἰῶνα τὸ μοναστήρι τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας», ὅποια μορφὴ κι ἄν εἶχε αὐτὸ τότε, πρέπει νὰ ἔπαιξε τὸ ρόλο ἑνὸς χριστιανικοῦ ὀρθόδοξου «ἱεραποστολικοῦ» κέντρου.

Κατὰ τὴν βυζαντινὴ ἐποχὴ τὸ Μοναστήρι τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς»[1] ἦταν ἀσφαλῶς ἕνα σημαντικό χριστιανικὸ κέντρο ποὺ ἀκτινοβολοῦσε καὶ ἐπηρέαζε δυναμικὰ ὅλη τὴν εὑρύτερη γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχή. Τὰ παλαιοχριστιανικὰ μαρμάρινα ἀρχιτεκτονικὰ ὑπολείμματα ποὺ ἐντοπίστηκαν στοὺς χώρους τοῦ «Πάνω» ἀλλὰ καὶ τοῦ «Κάτω» Μοναστηριοῦ τῆς «Ξενιᾶς», γιὰ τὰ ὁποῖα γίνεται λόγος σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας αὐτῆς, εἶναι μιὰ σαφὴς ἔνδειξη τῆς ὕπαρξης  κάποιας ἑστίας, κάποιου ἀκτινοβόλου κέντρου παλαιοχριστιανικῆς λατρείας ἐκεῖ.

Τὰ κατάλοιπα αὐτὰ εἶναι ὁπωσδήποτε τὰ προδρομικὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα τῆς ὕπαρξης αὐτοῦ ποὺ ἀργότερα μεταμορφώθηκε σὲ «μοναστήρι». Θεωροῦνται πολὺ σημαντικὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα μιᾶς δυναμικῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παρουσίας καὶ παρέμβασης στὴ ἀποκάθαρση τῆς ἔμφυτης λατρευτικῆς τάσης τοῦ Θείου. Και αὐτὸ γιατί, μερικὰ τουλάχιστον ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀρχιτεκτονικὰ κατάλοιπα, τὰ ὁποῖα σώθηκαν ὡς τὶς ἡμέρες μας, εἶναι μαρμάρινα καὶ σκαλιστά, ποὺ σημαίνει ὅτι προέρχονται ἀπὸ πολυτελῆ χριστιανικὰ κτίσματα. Τέτοια κτίσματα ὑποδηλώνουν, ἄν δὲν βεβαιώνουν, ὕπαρξη δυναμικῆς χριστιανικῆς κοινότητας.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, σὲ δημοσίευμά του στὴν ἐφημερίδα «ΗΧΩ» τοῦ Ἁλμυρού,[2] μᾶς βεβαιώνει ὅτι τὸ  Μουσεῖον Κειμηλίων τῆς Μονῆς «ἔχει καί τινα μάρμαρα γλυπτὰ ἀρχιτεκτονικὰ μετὰ γλυπτῶν διακοσμήσεων βυζαντινῆς τέχνης τοῦ ΙΒ΄- ΙΓ΄αἰῶνος, ἀνευρεθέντα κατὰ τὴν ἐκσκαφὴν θεμελίων».

Κατὰ τοὺς 12ο -14ο αἰῶνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἄκμαζαν οἱ «Δύο Μεσαιωνικοὶ Ἁλμυροὶ», στὶς σημερινὲς δύο παραλιακὲς περιοχὲς τοῦ Ἁλμυροῦ, «Τσιγγέλι» καὶ «Καρταγάτς», ἡ εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν ποικίλη ἐπιρροή, ἐπίδραση καὶ ἀκτινοβολία τοῦ καθολικοῦ ὡς πρὸς τὸ θρήσκευμα, οἰκονομικὰ ἰσχυροῦ βενετοκρατούμενου αὐτοῦ ἐμπορικοῦ κέντρου καὶ λιμανιοῦ.

Οἱ κάτοικοι τῆς  εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ζοῦσαν ὄχι μόνο κάτω ἀπὸ τὴν καταλυτικὴ ἐπίδραση τῆς πολιτικῆς κυριαρχίας καὶ τῶν ἐμπορικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόντων τῶν Φράγκων κατακτητῶν ἀλλὰ καὶ κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχικὴ ἐπίδραση τῶν ἰσχυρῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Ἄν καὶ δὲν διαθέτουμε συγκεκριμένα γραπτὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα θεωρεῖται βέβαιο ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ὡς θρήσκευμα ἀλλὰ καὶ οἱ πιστοί της ὡς ἄτομα δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιβιώνουν ἄνετα, ζῶντας φανερὰ τὴν ὀρθοδοξία τους, δίπλα σὲ ἕναν οἰκονομικὰ ἀπόλυτα κυρίαρχο καὶ ἐπιδεικτικότατο  καθολικισμό.

Τὴν ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς τοῦ φραγκοκρατούμενου μεσαιωνικοῦ Ἁλμυροῦ στὴν γύρω πεδιάδα ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη μοναστηριῶν καὶ ναῶν τῶν καθολικῶν, πολὺ ἰσχυρῶν ἀπὸ οἰκονομικὴ ἄποψη, ὅπως ἡ Μονὴ τοῦ «Σωτῆρος Χριστοῦ», ἡ Μονὴ τοῦ «Ἁγίου Ἰακώβου», ὁ ναὸς τοῦ «Ἁγίου Μάρκου». Ὅλα αὐτὰ ὑποστηρίζονταν καὶ προστατεύονταν καὶ ἀπὸ τοὺς Βενετοὺς ἐμπόρους τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ εἶχαν ἀποκτήσει μεγάλες κτηματικὲς περιουσίες.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ ἀναφέρεται ὕπαρξη καὶ πλούσιων καθολικῶν χριστιανικῶν ναῶν τῶν Πισσατῶν τῆς Ἰταλίας, ποὺ ἐπίσης ἄκμαζαν καὶ συναγωνίζονταν στὴν πολυτέλεια και στὴ μεγαλοπρέπεια μὲ τοὺς βενετσιάνικους ναοὺς. Ἡ ἀκτινοβολία τους καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἐπίδρασή τους στοὺς ἑκατοντάδες ὀρθόδοξους στὸ θρήσκευμα κατοίκους τῆς περιοχῆς ποὺ ἐργάζονταν στὰ κτήματά τους πρέπει νὰ ἦταν καθοριστική.

Καὶ ἐνῶ αὐτὰ συνέβαιναν  μὲ τοὺς ναοὺς καὶ τὰ μοναστήρια τῶν καθολικῶν ποὺ ἄκμαζαν, τὴν ἴδια ἐποχή, στὸν κάμπο πάλι τοῦ Ἁλμυροῦ, δίπλα στὴ ἀκμάζουσα «Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου» φέρεται νὰ κατατρέφεται ὁ ναὸς τῆς «Ἁγίας Μαρίνας» τῶν Ὀρθοδόξων, νὰ λεηλατεῖται ἡ περιουσία της, καὶ νὰ πυρπολεῖται καὶ νὰ λεηλατεῖται ὁλοσχερῶς ἀπὸ τὸν Πελάγιο τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Βενετοκρατούμενος τὴν ἴδια ἐποχή ἦταν καὶ ὁ Πτελεὸς καὶ κυρίως τὸ ἐμπορικὸ λιμάνι του, στὴν εἴσοδο   τοῦ Παγασητικοῦ Κόλπου. Εἰδικὰ  μάλιστα ἡ περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ, στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Φραγκοκρατίας, φέρεται νὰ κυριαρχεῖται καὶ νὰ καταδυναστεύεται ἀπὸ ἐκκλησιαστικὴ ἄποψη ἀπὸ τὸ τάγμα τῶν φανατικῶν καὶ κατὰ στρατιωτικὸ τρόπο ὀργανωμένων καθολικῶν μοναχῶν τοῦ Τάγματος τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν.

Οἱ μοναχοὶ Ἰωαννίτες Ἱππότες δὲν ἀρκέστηκαν μόνο στὴν περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ, ἡ ὁποία ἀρχικὰ τοὺς εἶχε παραχωρηθεῖ, ἀλλὰ ἐπιτέθηκαν καὶ στὸ γειτονικὸ Γαρδίκι (σημερινὴ Πελασγία)  καὶ ἅρπαξαν κτήματα ποὺ ἀνῆκαν στὴν ἐκεῖ ἐπισκοπή. Πρώτη λεία τῆς ἁρπακτικῆς διάθεσης τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτών τοῦ Πτελεοῦ ἦταν τὸ ὀρθόδοξο Μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης.[3] Ἔπειτα συνέχισαν, ἐνσωματώνοντας στὴν ἰδιοκτησία τους, ὅλη τὴν περιοχὴ τῆς Ἐπισκοπῆς Γαρδικίου. Ὁ ἐπίσκοπος Γαρδικίου ζήτησε ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης δικαίωση καὶ ὁ Πάπας ἐξέδωκε ἀφορισμὸ ἐναντίον τῶν ἁρπαγέων.[4]

Κάτω ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀτμόσφαιρα κυριαρχικῆς ἐπικράτησης τῶν καθολικῶν καὶ κατάλυσης κάθε κινήματος αὐτονομίας καὶ αὐτοκυριαρχίας τῶν ὀρθοδόξων τῆς περιοχῆς,  μοναδικὸ στήριγμα τῆς ὀρθόδοξης πίστης στὴν ἴδια περιοχὴ ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, κυρίως λόγῳ τοῦ ἀπόμερου, ἀπόκεντρου, ἀπόμακρου καὶ  ὀχυροῦ τῆς θέσης του.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν τὸ μοναδικὸ στήριγμα τῆς Ὀρθοδοξίας ἀφοῦ ὅλα τὰ ἄλλα μοναστήρια στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ στοὺς πρόποδες τῆς Ὄρθρης, ὅπως τὸ Μοναστήρι τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» στὴν περιοχὴ τῆς Χαμάκως (σημερινοῦ Ἀχιλλείου), τὸ Μοναστήρι τῆς «Παναγίας Βάβριανης» στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Γλύφας, τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν περιοχὴ Πτελεοῦ, τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Μπακλαλί, τὸ βυζαντινὸ τῆς ἴδιας περίπου ἐποχῆς, ἀλλὰ ἀγνώστου ἁγίου, μοναστήρι στὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση», ὁδηγήθηκαν κάπως ἐκβιαστικὰ στὴν ἐγκτάλειψή τους, ὅλα τὴν ἴδια ἐποχή, τὸν 12ο -14ο αἰῶνα, ἀκριβῶς, δηλαδή, τὴν ἐποχὴ ποὺ στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοὺ Αλμυροῦ κυριαρχοῦν οἱ Βενετοί, οἱ Γεννουάτες, οἱ Πισάτες ἀλλὰ καὶ οἱ Ἱσπανοὶ ἔμποροι καὶ ναυτικοὶ ἐμπορικοὶ πράκτορες.

Τὸ 1207 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἑρρῖκος διέταξε νὰ παραχωροῦνται τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα καὶ οἱ γεωργικὲς ἐκτάσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ μοναστηριακῶν κτημάτων σὲ ἰδιῶτες.

Κάτω ἀπὸ μία τέτοια ἀτμόσφαιρα λεηλασίας ὀρθοδόξων μοναστηριακῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων οἱ περιουσίες τῶν ὀρθοδόξων βυζαντινῶν μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ καὶ ἐκείνου στὴ θέση «Λάκκα Παναγιὰ» τοῦ Ἀχιλλείου παραχωρήθηκαν, σὲ πρώτη φάση, στὸ μοναστήρι τῶν Καθολικῶν ποὺ βρισκόταν στὸ νησὶ τοῦ Παγασητικοῦ Κόλπου Κικύνηθος. Ὡστόσο, τρία χρόνια ἀργότερα, στὶς 6 Ἰουνίου 1310, ὁ δούκας τῆς Ἀθήνας Βάλθερος Βρυένιος, μὲ δωρητήριο ἔγγραφό του,[5] πρόσφερε τὰ κτήματα αὐτὰ, στὸ Βενετὸ Ἰωάννη Κουϊρίνη (Zuan Quirin). Ἡ ἀξία τῶν προσφερθέντων κτημάτων ὑπολογιζόταν στὰ χίλια ὑπέρπυρα.[6]

Στὴν ὅλη διαμάχη μεταξὺ τῶν διαφόρων Φράγκων ἡγεμόνων καὶ ἡγεμονίσκων γιὰ τὴν μεγάλη λεηλασία, ἁρπαγὴ καὶ τὴν μεταξύ τους διανομὴ τῶν μοναστηριακῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων τῆς περιοχῆς τοῦ Πτελεοῦ, Χαμάκως, Γλύφας, Γαρδικίου, Μύλων, κυρίαρχο ρόλο ἔπαιξαν οἱ Ἰωαννίτες Ἱππότες, οἱ ὁποῖοι βίαια εἶχαν καταλάβει ὅλα αὐτά. Τὴν ἁρπακτικὴ τους διάθεση φαίνεται νὰ σταμάτησαν γιὰ ἕνα  μικρὸ χρονικὸ διάστημα οἱ ἀδελφοὶ Ρολανδῖνος καὶ Ἀλμπερτῖνος Κανόσα, οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ τὶς Μικροθῆβες τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἡ ὁποία τοὺς εἶχε ἀρχικὰ παραχωρηθεῖ, ἐπεξέτειναν τὴν κυριαρχία τους μέχρι τὸ Γαρδίκι (Πελασγία).

Στὴν κατοχὴ τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν περιῆλθαν τὰ τρία ὀρθόδοξα μοναστήρια τῆς περιοχῆς αὐτῆς, τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πτελεοῦ, τὸ μοναστήρι τῆς  «Λάκκας Παναγιᾶς» τοῦ Ἀχιλλείου καὶ τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης τῆς  Γλύφας. Στὴν κατοχὴ τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν περιῆλθαν  ἀσφαλῶς καὶ οἱ ἄλλες ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς μὲ τὴν κτηματικὴ περιουσία ποὺ ἀνῆκε σ’ αὐτές.

Ἡ παρουσία, ὡστόσο τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν στὴν περιοχὴ πολὺ γρήγορα διακόπηκε. Μεταξὺ τοῦ 1205 καὶ τοῦ 1207 ὁ Πτελεὸς καὶ ἡ περιοχή του  παρουσιάζεται νὰ ὑπάγεται ταυτόχρονα καὶ στὴν κυριαρχία τῶν ἀδελφῶν Ἀλμπερτίνου καὶ Ρολανδίνου Κανόσσα. Οἱ ἀδελφοὶ Κανόσσα ἐπεξέτειναν τὴν κυριαρχία τους μέχρι τὸ Ζητούνι (Λαμία) καὶ τὶς Θερμοπύλες, περιλαμβάνοντας στὶς κτήσεις τους καὶ τὴν περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ καὶ τοῦ Γαρδικίου.[7]

Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀλλεπάλληλες ἰδιοκτησιακὲς μεταβολὲς εἶχαν ἐπιφέρει σύγχυση ὡς πρὸς τὸ ἰδιοκτησιακὸ καθεστώς. Ἡ σύγχυση συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς Φραγκοκρατίας. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Φραγκοκρατίας εἶχαν ὁδηγηθεῖ στὴν ἐγκατάλειψη τὰ μοναστήρια τῆς περιοχῆς. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐγκατάλειψής τους αὐτῆς οἱ νέοι οἰκιστὲς τῶν μοναστηριακῶν αὐτῶν ἐγκαταστάσεων εἶχαν διαφωνίες μεταξύ τους καὶ ἀντιμετώπιζαν ἀμφισβητήσεις τῶν ἰδιοκτησιῶν τους.

Γιὰ τὴ λύση τῶν προβλημάτων αὐτῶν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἔστειλε, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1365, στὴν περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ τὸν μοναχὸ Λουκᾶ. Τοῦ ἀνέθεσε «τὴν κτητορικὴν δικαίωσιν καὶ ἐφορείαν καὶ οἰκονομίαν τῶν ἐν τῷ Πτελέῳ εὑρισκομένων πατριαρχικῶν τριῶν μονυδρίων»:

«Ἡ μετριότης  ἡμῶν διὰ τοῦ παρόντος γράμματος ἀνατίθησι τῷ τιμιωτάτῳ ἐν μοναχοῖς, κῦρ Λουκᾷ, ἀγαπητῷ κατὰ πνεῦμα ταύτης υἱῷ, τὴν κτητορικὴν δικαίωσιν καὶ ἐφορείαν καὶ οἰκονομίαν τῶν ἐν τῷ Πτελέῳ εὑρισκομένων πατριαρχικῶν τριῶν μονυδρίων, ὅστις καὶ ὀφείλει ἐπιλαβέσθαι τούτων καὶ προηγουμένως μὲν καὶ παρὼν καὶ ἀπὼν διὰ γραμμάτων καὶ διδασκαλιῶν, ὡς ἱκανὸς εἰς τοῦτο ὤν, χάριτι Χριστοῦ, νουθετεῖν καὶ εἰσηγεῖσθαι αὐτοῖς τὰ κρείττονα καὶ σωτηρίαν ἐχόμενα καὶ παντὶ τρόπῳ χειραγωγεῖν καὶ ὁδηγεῖν αὐτοὺς ἐπὶ τὴν κατόρθωσιν τῆς ἀρετῆς, εἶτα συνιστᾶν καὶ βελτιοῦν πάντα τὰ αὐτοῖς προσόντα κτήματά τε καὶ πράγματα καὶ, ὅν ἄν ἀποκαταστήσῃ δικαίῳ καὶ ἡγούμενον, ἔχειν αὐτὸν τὸ βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς, ὡς ἐκλελεγμένον παρ’ αὐτοῦ καλῶς καὶ εἰδότος καὶ ἐκλεξαμένου, ἐπεὶ καὶ ἡ μετριότης ἡμῶν ἑτέρῳ γράμματι τὸν ὑπ’ αὐτοῦ καταστάντα δικαίῳ ἐκύρωσε, καὶ ἐνετείλατο διάγειν σεμνῶς καὶ διδάσκειν οὕτω τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διάγειν καὶ τῶν αὐτοῖς προσόντων πάντων ἐπιμελεῖσθαι ὥστε ἐπὶ τὸ βέλτιον προχωρεῖν. διὸ καὶ τὸ παρὸν γράμμα τῆς ἡμῶν μετριότητος ἀπολέλυται.+

                               +μηνὶ ἰανουαρἰου ἰνδ. γ΄ +».[8]

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ Πτελεοῦ,  μαζὶ μὲ τὶς ἐκκλησίες καὶ τὰ μοναστήρια τους ποὺ ὑπέφεραν μέχρι ποὺ σχεδὸν διαλύθηκαν, περνοῦσαν ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια πολλὲς δυσκολίες. Μοναδικὸ στήριγμά τους ἀκλόνητο γιὰ τὴν καθοδήγηση καὶ τὴν παραμονή τους στὸ δρόμο τῆς ὀρθοδοξίας ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας. Αὐτὸ βρισκόταν ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν  λαίλαπα τῶν πάσης φύσεως ἐπιδρομέων καθολικῶν μοναχῶν, ἱπποτῶν καὶ φράγκων ἀρχόντων καὶ ἡγεμονίσκων .

Στὴν ἐχθρικὴ αὐτὴ συμεριφορὰ τῶν καθολικῶν κατὰ τῆς ὀρθοδοξίας μοναδικὸ ἀντιστασιακὸ κέντρο, καταφύγιο καὶ ἄπαρτο κάστρο τῆς ὀρθοδοξίας στάθηκε τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας. Σὲ ἀντικατάσταση καὶ ἀναπλήρωση τῶν ὀρθοδοξων ἐκκλησιῶν  καὶ τῶν μοναστηριῶν ποὺ καταργήθηκαν ἀπὸ τοὺς καθολικούς ἐπιδρομεῖς, μὲ τὴν πρωτοβουλία, βασικὴ στήριξη καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, «τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», χτίστηκαν, ἔξω ἀπὸ τὴν ζωτικῆς σημασίας γιὰ τοὺς Βενετούς περιοχὴ κάποιες ἐκκλησίες.

Τέτοιες ἐκκλησίες ποὺ χτίστηκαν σὲ κάποια ἀπομονωμένα μέρη, γιὰ λόγους προφύλαξης ἀλλὰ καὶ μὴ  πρόκλησης τῆς ἐχθρότητας τῶν κατακτητῶν, εἶναι οἱ ἐκκλησίες τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴ Χαμάκω, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα στὸ Πτελεό καὶ τῆς Κοίμησης τῆς Θεοτόκου στὴ Γάβριανη. Χτίστηκαν μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὴν συνδρομὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ γι’ αὐτὸ φέρονται ὅλες αὐτὲς νὰ εἶναι μετόχια του. Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων τοῦ Πτελεοῦ ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα μετόχι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Ἡ καταστροφὴ τοῦ βυζαντινοῦ μοναστηριοῦ στη θέση «Λάκκα Παναγιά» τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου, ὅπου κατὰ τὴν παράδοση πρωτοπαρουσιάστηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ ἡ ἐγκατάλειψή του δὲν εἶναι γεγονότα ἄσχετα καὶ μὲ τὴν κυρίαρχη παρουσία ἐκεῖ τῶν Βενετῶν. Τὴν ἴδια ἐποχὴ περίπου ὁδηγεῖται στὴν παρακμὴ καὶ ἐγκαταλείπεται καὶ τὸ βυζαντινὸ μοναστήρι στὴ θέση «Τσουρνάτη Βρύση» γιὰ λόγους ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν κυρίαρχη ὕπαρξη στὴν περιοχὴ τῶν Βενετῶν. Ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ βυζαντινοῦ μοναστηριοῦ στὴ θέση «Ἅγιος Νικόλαος Βουνένης» στὸ Μπακλαλί πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ στοὺς ἴδιους λόγους.

Σ’ ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς διαλυτικῆς καὶ παραλυτικῆς κατάστασης τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ μοναδικὸ στήριγμα, κέντρο ἐλπίδας καὶ ἀναζωογόνωσης, παρ’ ὅλο ὅτι καὶ αὐτὸ ὑπέστη τεράστιες καταστροφὲς, ἦταν τὸ Μοναστήρι τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι τὸ μοναδικὸ πού, μετὰ τὴν καταστροφή του ἀπὸ τὸν Πελάγιο, ἀνασυγκροτήθηκε, ἀνέκτησε τὴ δύναμή του καὶ ἔγινε καὶ πάλι χριστιανικὸ κέντρο ἀκτινοβολίας ἐλπίδας καὶ παρηγοριᾶς ὅλων.

Οἱ ἀφοσιωμένοι στὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὀρθόδοξοι μοναχοὶ, ὅλων τῶν παραπάνω διαλυθέντων μοναστηριῶν, ἄστεγοι καὶ καταδιωγμένοι, δὲν εἶχαν ἄλλο καταφύγιο παρὰ μόνο τὸ ἀπόμερο καὶ ἀπομακρυσμένο Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας. Αὐτὸ μποροῦσε, λόγω τῆς θέσης του, μακριὰ ἀπὸ τὸν κάμπο, νὰ διατηρεῖται ἀπρόσβλητο ἀπὸ καθολικὲς ἐπιδρομὲς. Οἱ ἐπιθέσεις ἐναντίον του ἦταν δύσκολες ἀλλά, κυρίως, ἦταν ἀσύμφορες. Ἡ περιουσία του, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἄλλα μοναστήρια, ἦταν μικρή, ἀπρόσιτη καὶ μὴ ἐκμεταλλεύσιμη ἀπὸ τὶς ἐμπορικὲς ἐπιχειρήσεις τῶν διαφόρων Φράγκων ἡγεμόνων.

Ἔτσι τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἔγινε τὸ κέντρο ὅπου κατοίκησε καὶ στηρίχτηκε ἀλώβητη ἡ Ὀρθοδοξία καὶ φώλιασε ἡ «ἁλυσοδεμένη ἐλπίδα». Ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν μοναχῶν ποὺ κατέφυγαν σ’ αὐτὸ καὶ ζοῦσαν στὶς δεκάδες σκῆτες γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, ἔχοντας αὐτὸ ὡς «Κυριακό», σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἀλλὰ καὶ ὅπως μαρτυροῦν οἱ ὀνοματικὲς σχετικὲς ἐνδείξεις ποὺ ἀκόμη μέχρι σήμερα ἀκούγονται ἐκεῖ τριγύρω: «Ἅγιος Ἀθανάσιος», «Τίμιος Σταυρός», «Ἁγία Παρασκευή», «Κελλί τοῦ παπποῦ», «Βρύση τοῦ Καλόγερου», «Κρεββάτι τοῦ ἀσκητῆ» καὶ ἄλλα παρόμοια.

Ὅλα τὰ παραπάνω ἀσφαλῶς καὶ δὲν ἐκλαμβάνονται ὡς ἀποδείξεις, ἀσφαλῆ τεκμήρια καὶ ἱστορικὰ «ντοκουμέντα» ἀπὸ ὅσους ἐπίμονα «ζητοῦν μαρτυρίες» καὶ «βέβαιον σημεῖον», ἀπὸ ὅσους θέλουν νὰ βάλουν «τὸν δάκτυλο ἐπὶ τὸν τῦπον τῶν ἥλων» γιὰ νὰ πεισθοῦν. Γιὰ ὅσους ὅμως μποροῦν νὰ «ἀφουγκράζονται» καὶ νὰ διαβλέπουν τὰ ἀποτελέσματα ποὺ ἄφησε τὸ ζωντανὸ πέρασμα τῆς «ἱστορίας» στὰ ἄψυχα «σημάδια» τοῦ τόπου, εἶναι σαφεῖς ἀποδείξεις ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας στὴν περιοχὴ αὐτὴ τῆς Ὄρθρης ἦταν τὸ  μοναδικὸ κέντρο διάδοσης καὶ ἐπκράτησης τοῦ  Χριστιανισμοῦ κατὰ τὸν 6ο , 7ο καὶ 8ο αἰῶνα.

Τὸ Μοναστήρι αὐτὸ  ἀποτέλεσε τὴν κιβωτὸ τῆς «Ὀρθοδοξίας» καὶ κατὰ τοὺς 11ο, 12ο καὶ 13ο αἰῶνα ὅταν οἱ Φράγκοι καὶ οἱ Βενετοί, «ἁλωνίζοντας» στὶς εὔφορες πεδιάδες  τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῆς Σούρπης, καταδυνάστευαν  τοὺς κατοίκους τους καὶ ἐμπορεύονταν τοὺς κόπους ὅλων ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ Πτελεοῦ.

Δὲν στήριξε μόνο τὴν Ὀρθοδοξία τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς) στοὺς κατοίκους τῆς Ὄρθρης ἀλλὰ συνετέλεσε καὶ στὴν διάδοση τοῦ ἀνόθευτου Χριστιανισμοῦ, ὅπως καὶ στὴν καταπολέμηση εἰδωλολατρικῶν καταλοίπων καὶ δεισιδαιμονικῶν προλήψεων καὶ ἀντιλήψεων. Οἱ Βλάχοι ἰδίως κάτοικοι ἀλλὰ καὶ γενικῶς οἱ κάτοικοι τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τῆς Ὄρθρης, διατηροῦσαν πολλές τέτοιες προλήψεις καὶ δεισιδαιμονικὲς ἀντιλήψεις ποὺ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ἔφθαναν μέχρι τοῦ σημείου νὰ θεωροῦνται κατάλοιπα τῆς εἰδωλολατρείας.

Κατὰ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο ὁ οὐσιαστικός ἐκχριστιανισμὸς καὶ ἡ ἀπεμπλοκὴ τῶν Βλάχων τῆς περιοχῆς τῆς Ὄρθρης ἀπὸ τὰ ἐνυφασμένα στὸν  Χριστιανισμό τους κατάλοιπα  εἰδωλολατρικῶν ἀντιλήψεων καὶ συνηθειῶν εἶναι ἔργο κυρίως τῶν μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἕνα ἀξιοσημείωτο παράδειγμα τῶν συγκεχυμένων θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων τῶν Βλάχων τῆς Ὄρθρης εἶναι ὅτι ἐνῶ μπορεῖ νὰ μισοῦσαν, νὰ λήστευαν καὶ νὰ σκότωναν τοὺς χριστιανοὺς ἀντιθέτως, ἄν καὶ λήστευαν καὶ τοὺς Ἰουδαίους, αὐτοὺς  δὲν τοὺς σκότωναν ἀλλὰ τοὺς ἀγαποῦσαν καὶ τοὺς ἀποκαλοῦσαν ἀδελφούς.

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος δημοσίευσε στὸ περιοδικὸ «Ἱερὸς Σύνδεσμος» ἕνα κατατοπιστικὸ ἄρθρο ποὺ ἀναφέρεται στοὺς Βλάχους καὶ στὴν προσφορὰ τῶν μοναστηριῶν τῆς Ὄρθρης καὶ κυρίως αὐτοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὸν ἐκχριστιανισμό τους κατὰ τὰ πρῶτα ἰδίως χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρξε κίνδυνος ἀφανισμοῦ τοῦ ἑλληνικού ἔθνους. Παραθέτουμε κάποια πολὺ κατατοπιστικὰ καὶ ἐνδιαφέροντα ἀποσπάσματα αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου:

«Ὁ Παχυμέρης καὶ ἄλλοι Βυζαντινοὶ συγγραφεῖς συχνάκις ἀναφέρουσιν τοὺς Βλάχους. Μάλιστα δὲ ὁ Παχυμέρης ἀναφέρει ὅτι κατώκουν οἱ Βλάχοι βορειότερον τῆς Λαμίας ἐπὶ τῆς Ὄθρυος ὄντες φυλὴ ληστρικὴ καὶ ἀγρία. Ὁ δὲ Ἰουδαῖος Ραββῖνος Βενιαμίν, ἐκ Τουδέλης τῆς Ἱσπανίας, περιελθὼν κατὰ τὸν ΙΒ΄ αἰῶνα τὴν Ἀνατολὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πληθυσμοῦ, ἀναφέρει περὶ αὐτῶν ὅτι ἐλθὼν εἰς τὸ Ζητούνιον (Λαμίαν) ἔμαθεν ὅτι βορειότερον αὐτοῦ ἐπὶ τῆς Ὄθρυος κατώκουν οἱ Βλάχοι, ἔσπευσε δὲ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ ἴδῃ αὐτούς. Λέγει δὲ ὅτι ἡ φυλὴ αὕτη εἶναι ληστρικὴ καὶ ἀγρία, ἐθνικὴ τὸ θρήσκευμα, διότι παρετήρησεν ὅτι οὐδὲν ἴχνος Χριστιανισμοῦ ὑπῆρχεν παρ’ αὐτοῖς, καὶ λαλοῦσαν γλῶσσαν παρεμφερῆ τῇ Ἱσπανικῇ. Ἔμαθε παρ’ αὐτῶν ὅτι μισοῦσι τοὺς Ἕλληνας, οὕς ληστεύουσι καὶ φονεύουσι. Τοὺς δὲ Ἰουδαίους ἀγαπῶσι καὶ ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς ἀδελφούς, ληστεύουσι δὲ καὶ αὐτούς, ἀλλὰ δὲν τοὺς φονεύουσιν!»

«Ἡ ἀφήγησις αὔτη περὶ τῶν Βλάχων ἑνὸς ἀνεπτυγμένου καὶ ἀλλοθρήσκου περιηγητοῦ, μεσοῦντος του ΙΒ΄ αἰῶνος», λέει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, «εἶναι ἀρκούντως διασαφητικὴ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς φυλῆς ταύτης κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους.»

Γιὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Βλάχων τῆς Ὄρθρης γράφει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος:

«Γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα πῶς ἐξεχριστιανίσθη ἡ φυλὴ αὔτη; Ἐπὶ τῆς Ὄθρυος, βορειότερον τῆς Λαμίας, καθ’ ἅ ἀναφέρουσιν οἱ Παχυμέρης καὶ Βενιαμὶν Τουδέλας, φαίνεται ὅτι ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν Ὄθρυν ὁ κυριώτερος αὐτῶν πυρήν. Ἐκεῖ που ὑπάρχει δαψιλὴς πηγὴ αὐτορρύτων ὑδάτων σχηματίζουσα ποταμὸν ἀποτελοῦντα τὸν δεξιὸν βραχίονα τοῦ Ἐνιπέως. Γούρα δὲ βλαχιστὶ καλεῖται ἡ πηγή. Ἐκεῖ παρὰ τὴν πηγὴν χάριν τοῦ ὕδατος, ἔχοντες καὶ τὰς πλουσίας νομὰς τῆς Ὄθρυος ἐγκατέστη ὁ κύριος πυρὴν τῆς φυλῆς καὶ ἔπηξε τὰς καλύβας αὑτοῦ. Αὐτόθι δὲ θὰ συνήντησεν αὐτοὺς ἀσφαλῶς ὁ Βενιαμὶν Τουδέλας.

Παρὰ τὴν Γούραν ταύτην, τὸν συνοικισμὸν τῶν Βλάχων, ὑπάρχουσι σήμερον τὰ ἐρείπια δύο μονῶν Βυζαντιακῶν.

Ἐπίσης ἐν τῇ δύο ὥρας περίπου ἀπεχούσῃ ἐκ Γούρας θέσει Τσουρνάτη Βρύσις ὑπάρχουσι ἐρείπια μονῆς βυζαντιακῆς. Ἐπίσης ὕπερθεν τοῦ χωρίου Μπακλαλὶ ἐπὶ τῶν κλιτύων τῆς Ὄθρυος καὶ πρὸς μεσημβρίαν τοῦ Ἁλμυροῦ εἰς ἀπόστασιν δύο ὡρῶν ἀπ’ αὐτοῦ κεῖνται ἕτερα ἐρείπια μονῆς βυζαντιακῆς μεγάλης ἐπ’ ὀνόματι Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου, τοῦ ἐν Βουνένῃ τῆς Θεσσαλίας ἀσκήσαντός τε καὶ ἀθλήσαντος, ὡς ἡ παράδοσις θέλει. Ἐπίσης δ’ ἐπὶ τῆς Ὄθρυος καὶ παρὰ τὸ χωρίον Κοκκωτοὶ εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας κεῖται ἡ παλαιὰ μονὴ τῆς Ξενιᾶς, βυζαντιακὸν εὐμέγεθες κτῖσμα, ἀνοικοδομηθὲν κατὰ τὸν ΙΣΤ αἰῶνα. Ἐπίσης δ’ εἰς ἀπόστασιν δίωρον ἀπ’ αὐτῆς πρὸς ἀνατολὰς τῆς Ὄθρυος κεῖται ἡ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἐξάρτημα τῆς μονῆς Ξενιᾶς καὶ ἀπὸ τοῦ 1867 ἕδρα αὐτῆς, καὶ αὕτη βυζαντιακὸν κτῖσμα πολλάκις ἀνοικοδομηθέν. Μεταξὺ δὲ Σούρπης καὶ Πτελεοῦ κεῖται ἐν ἐρειπίοις ἡ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, βυζαντιακὸν κτῖσμα, ἐπὶ τῶν ἀνατολικῶν παραφυάδων τῆς Όθρυος. Ἐπίσης πέριξ τοῦ Πτελεοῦ κεῖνται τὰ ἐρείπια τριῶν μεγάλων βυζαντιακῶν μονῶν, παρὰ δὲ τὸ χωρίον Γαρδίκιον ἑτέρα μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, κτῖσμα βυζαντιακόν, ἀνοικοδομηθὲν κατὰ τὸν ΙΖ΄αἰῶνα. Καὶ προχωροῦντες μέχρι Λαμίας θὰ συναντήσωμεν πολλὰ μονύδρια ὡς παρὰ τὴν Στυλίδα τὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τὸ τοῦ Ἁγίου Βλασίου, τὸ τῆς Ἀντινίτσης ἐπὶ τῆς Ὄθρυος καὶ τὸ τῆς Ἀβαρίτσης, καὶ προσωτέρω παρὰ τὸν Δομοκόν, τὸ τῆς Ὀμβριακής τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.

Αἱ μοναὶ αὗται κατὰ τὸν μεσαίωνα ἐχρησίμευσαν πολὺ διὰ τὴν ἐκχριστιάνισιν τῶν ἐπὶ τῆς Ὄθρυος  ἐγκατεστημένων τότε ἐθνικῶν Βλάχων. Ἡμεῖς δὲ εἰς τὰ δίπτυχα τῆς παλαιᾶς μονῆς Ξενιᾶς εὕρομεν ἀναγεγραμμένα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ὀνόματα ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν βαρβαρόφωνα, τὰ ὁποῖα ἀναμφιβόλως ἀνήκουσιν εἰς Βλάχους ἐκχριστιανισθέντας.

Οἱ μοναχοὶ τῶν μονῶν τούτων ἐπὶ τῆς Ὄθρυος, ἀνέλαβον τότε τὸ ἀποστολικὸν ἔργον τοῦ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς Χριστὸν ψυχὰς ἀποπλανηθείσας. Καὶ τὸ ἔργον αὐτῶν ὑπῆρξεν ἀληθῶς μέγα, θαυμάσιον ὑπό τε θρησκευτικὴν καὶ ἐθνικὴν ἔποψιν» .

Στὴν ὕπαρξη πάνω στὴν Ὄρθρη τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὀφείλεται, κατὰ τὸν Γιαννόπουλο,  τὸ ὅτι «ἐν τοῖς ἐπὶ  τουρκοκρατίας χρόνοις βλέπομεν αὐτοὺς (τοὺς Βλάχους) συνταυτίζοντες τὰς ἐθνικὰς αὐτῶν τύχας μετὰ τῶν Ἑλλήνων, φοιτῶντες εἰς τοὺς ναοὺς ἡμῶν, διδασκομένους ἐν τοῖς σχολείοις ἡμῶν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα καὶ πολλάκις συμπολεμήσαντας παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Ἑλλήνων ἐν τοῖς ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν ἀγῶσιν».

«Τούτου δ’ ἕνεκεν», συνεχίζει ὁ Γιαννόπουλος, «βλέπομεν ὅτι τὸ ἔργον τῶν πολυαρίθμων τότε μονῶν ὑπῆρξε πολλαχῶς ὠφέλιμον εἰς τὸ Ἔθνος μας, διότι ἐκραταιώθη ἐν τοῖς ταραχωδεστάτοις καὶ ἀβεβαίοις τότε καιροῖς τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα, διότι ἐφύλαξαν τὴν ἱερὰν τῶν πατέρων ἡμῶν παρακαταθήκην καὶ τὴν τῶν προγόνων ἡμῶν φιλολογίαν ἐν χειρογράφοις κώδιξι, καταρτίσασαι σπουδαίας βιβλιοθήκας, δι’ ὧν ἐποτίζοντο τὰ θεῖα νάματα τῆς τε Χριστιανικῆς ἡμῶν πίστεως καὶ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας»

Τέτοια ἦταν ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ τῶν ἄλλων μοναστηριῶν τῆς Ὄρθρης στὸ ἔργο τῆς στήριξης τῆς ὀρθοδοξίας  καὶ τῆς ἀποκάθαρσής της ἀπὸ λανθάνοντα κατάλοιπα μοιρολατρικῶν ἀντιλήψεων μεταξὺ τῶν κατοίκων τῶν ἀπομονωμένων ὀρεινῶν περιοχῶν τῆς Ὄρθρης κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὕστερης βυζαντινῆς ἐποχῆς.

Δὲν πέρασαν πολλὰ χρόνια μετὰ τὴν περίοδο αὐτὴ καὶ ἡ περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ βρέθηκε τουρκοκρατούμενη. Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν σχεδὸν καὶ πάλι τὸ μοναδικὸ ἀξιόλογο ἐκκλησιαστικὸ κέντρο στὴν περιοχή.

Ἡ ἀποστολὴ ποὺ καλοῦνταν νὰ ἐπιτελέσει διαγραφόταν ὡς ἡ πλέον σημαντικὴ ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά. Ὁ Ἁλμυρὸς καὶ ἡ εὔφορη πεδινὴ περιοχή του, ὅπως ἦταν φυσικό,  πλημμύρισε ἀπὸ Τούρκους. Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν κατοίκων τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῶν χωριῶν τοῦ κάμπου ἐγκατέλειψαν τὰ σπίτια τους, ἀποτραβήχτηκαν πανικόβλητοι στὰ ὀρεινὰ τῆς Ὄρθρης καὶ ἤ ἐγκαταστάθηκαν στὰ χωριὰ ποὺ ὑπῆρχαν ἤδη ἐκεῖ ἤ ἔχτισαν νέους δικούς τους οἰκισμούς.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἔγινε τώρα κυριολεκτικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὸ μοναδικὸ ἀλλὰ καὶ πιὸ ἀσφαλὲς καταφύγιο καὶ στήριγμα τῆς πίστης τους καὶ  τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἐθνικῆς τους συνοχῆς καὶ ἑνότητας. Δὲν ἦταν δὲ μόνο τὸ μοναδικό τους θρησκευτικὸ καὶ ἐθνικὸ καταφύγιο καὶ ἠθικὸ στήριγμα. Γιὰ ἀρκετοὺς ἔγινε τὸ κέντρο ὅπου βρῆκαν καὶ ὑλικὴ ὑποστήριξη. Πολλοὶ ἐγκαταστάθηκαν κοντὰ ἤ γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ ἐργάζονταν καλλιεργῶντας τὰ κτήματά του, τὰ ἀμπέλια του, βόσκοντας τὰ κοπάδια του ἤ ἐκτελῶντας ἄλλες δουλειὲς. Κάποιοι ἐνσωμάτωσαν τὰ κτήματά τους καὶ τὰ ζῶα τους μὲ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα καὶ ζῶα, ἀφιερώνοντάς τα οὐσιαστικῶς στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ τὰ ἀσφαλίσουν, καὶ ζοῦσαν καλλιεργῶντας τα οἱ ἴδιοι.

Ἔχομε στὴ διάθεσή μας ἕνα πολὺ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τέτοιας ἐγκατάστασης ὁλόκληρου νέου χωριοῦ δίπλα στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κατὰ τὸ 1506. Στοὺς τουρκικοὺς καταλόγους τοῦ 1506, στὸ τμῆμα ποὺ ἀναφέρεται στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ χωριὸ Κοκκωτοί. Ἀναφέρεται μάλιστα μὲ πολλὴ σαφήνεια ὅτι οἱ Κοκκωτοὶ τὸ 1506 ἦταν ἕνα φρεσκοθεμελιωμένο χωριό,  ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ οἰκογένειες ποὺ ἀποτελοῦσαν αὐτὸ τὸ χωριὸ  εἶχαν ἔρθει καὶ ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ λίγα χρόνια πρίν.

Σ’ ὁλόκληρη τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς τρέφονταν ἑκατοντάδες χριστιανῶν. Κάποια στοιχεῖα ποὺ ἔχομε ὑπόψη μας μᾶς ὁδηγοῦν στὴ σκέψη ὅτι τόσο μεγάλοι ἦταν οἱ δεσμοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ τοὺς κατοίκους τῶν γύρω χωριῶν στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ περιουσιακή τους σχέση καὶ ἀλληλοεξάρτηση ἀπὸ αὐτὸ ὥστε οἱ ἁρμόδιες τουρκικὲς φορολογικὲς ὑπηρεσίες νὰ δυσκολεύονται στὸν διαχωρισμό τους.

Ἔτσι στοὺς τοπικοὺς τουρκικοὺς φορολογικοὺς καταλόγους τοῦ ἔτους 1540 οἱ κάτοικοι τῶν Κοκκωτῶν φορολογήθηκαν σὰν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο μαζί μὲ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἡ ἑνιαία αὐτὴ ἀντιμετώπιση συνεχίστηκε ἐπὶ τριάντα τοὐλάχιστον χρόνια μέχρι καὶ τὸ  1570.

Σημαντικὴ ἦταν ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὴν κατάρτιση τῶν Χριστιανῶν τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς μὲ τὴν ἀποστολὴ ἱερομονάχων καὶ ἱεροκηρύκων στὰ χωριὰ πρὸς ἐνίσχυση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ κατηχητικοῦ ἔργου τῶν ἱερέων τῶν γειτονικῶν χωριῶν. Οἱ ἱερομόναχοι τῆς  Ξενιᾶς ἦταν ἐπίσης ἐκεῖνοι ποὺ κάλυπταν τὴν ἔλλειψη ἱερέων στὰ γειτονικὰ χωριὰ καὶ τὶς περιστασιακὲς ἀπουσίες κάποιων ἱερέων. Οἱ  κληρικοὶ τῆς Ξενιᾶς ἐπίσης, μοναχοί, ἱεροδιάκονοι, ἱερομόναχοι, ἡγούμενοι, ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὴν παρουσία τους συντελοῦσαν στὸν λαμπρότερο ἑορτασμὸ κάποιων μεγάλων τοπικῶν ἑορτῶν καὶ πανηγύρεων τῶν χωριῶν καὶ ἐνίσχυαν τὸ ἐθνικὸ καὶ θρησκευτικὸ φρόνημα τῶν κατοίκων τους.

Δὲν ὑπάρχουν ἀσφαλῶς πολλὰ ἐπίσημα ἀποδεικτικὰ ἔγγραφα τέτοιων ἐπαφῶν καὶ συνεορτασμῶν γιατί, στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, ἡ συμμετοχὴ ἀντιπροσωπείας μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς στὶς τοπικὲς γιορτὲς καὶ πανηγύρια τῶν χωριῶν θεωροῦνταν πάντοτε αὐτονόητη ἀλλὰ καὶ καταστατικὴ ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα τοῦ Μοναστηριοῦ. Ὁ σύνδεσμος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ τῶν μοναχῶν του μὲ τὶς γύρω τοπικὲς κοινωνίες ἦταν τόσο στενὸς ὥστε ἡ συμμετοχὴ μοναχῶν στὰ τοπικὰ πανηγύρια νὰ εἶναι ἕνα εἶδος αὐτονόητης ἀμοιβαίας κοινωνικῆς καὶ φιλικῆς ὑποχρέωσης. Ἡ συμμετοχὴ αὐτὴ τῶν μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς ἦταν στὴν πραγματικότητα οὐσιαστικὴ τόνωση τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανικοῦ φρονήματος τῶν πανηγυριστῶν καὶ συντελοῦσε ἀποτελεσματικὰ στὴν διατήρηση τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἑλληνοχριστιανικοῦ χαρακτῆρα τῶν πανηγυριῶν.

Ἡ παράθεση ἐλάχιστων ἀποδεικτικῶν ἐγγράφων τέτοιων ἐπαφῶν τοῦ Μοναστηριοῦ, ποὺ ἔτυχε νὰ φτάσουν ὡς τὴν ἐποχή μας, θὰ δώσουν μιὰ ἀμυδρὴ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ τομέα τῆς προσφορᾶς του.

Στὰ 1892, στὴ Νέα Μιτζέλα, τὴ σημερινὴ Ἀμαλιάπολη, εἶχαν ἕνα μόνο ἱερέα στὸ χωριὸ τους. Ἦταν Μάρτιος μήνας, τὸν ἑπόμενο μήνα, Ἀπρίλιο, ἦταν ἠ μεγάλη γιορτὴ τῆς Πασχαλιᾶς. Ὁ τοπικὸς Δήμαρχος,  Γριζάνος, ἐκφράζοντας τὴν ἐπιθυμία τῶν δημοτῶν του, ἤθελε τὸ Μεγαλοβδόμαδο καὶ ἡ ἑβδομάδα τῆς Διακαινισήμου νὰ γιορτασθοῦν μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια ποὺ ἄξιζε ἡ μεγάλη αὐτή γιορτή. Ἔπρεπε νὰ εἶχαν καὶ δεύτερο ἱερέα. Κατέφυγε – ποῦ ἀλλοῦ; –   στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας:

«Ἐν Νέᾳ Μιτζέλῃ τῇ 24 Μαρτίου 1892

Ὁ Δήμαρχος Νέας Μιτζέλης

Πρὸς τὸν πανοσιότατον ἡγούμενον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Κύριον Γαλακτίωνα.

Ἐπειδὴ ἡ κωμόπολίς μας στερεῖται δευτέρου ἱερέως παρακαλοῦμεν θερμῶς τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα νὰ ἐπιτρέψητε καὶ νὰ μᾶς ἀποστείλητε ἕνα ἐκ τῶν ἱερομονάχων τῆς Μονῆς, τὸν παπα –  Ἰωακεὶμ ἤ ἄλλον τινά, τὸ προσεχὲς Σάββατον ἁγίου Λαζάρου καὶ νὰ μείνῃ καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν ἁγίων παθῶν μέχρι τῆς Ἀναστάσεως.

Πέποιθα ὅτι θὰ εἰσακουσθῇ ἡ παράκλησίς μου καὶ τὸν ἀναμένομεν ἐξάπαντος. Νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι θὰ ἀνταμειφθῇ.

Μετὰ σεβασμοῦ

Ὁ Δήμαρχος

Ν. Γριζάνος

Υ.Γ. Εἰς τὸ διάστημα τοῦτο θὰ διαμένῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ παπα –Δημητρίου κατ’ αἴτησιν του.»

 

Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, στὰ 1920, οἱ κάτοικοι τῆς Σούρπης, στεροῦνταν ἱερέως, λόγω ἀσθενείας τοῦ ἱερέως τοῦ χωριοῦ τους. Πλησίαζε καὶ πάλι ἡ μεγάλη γιορτὴ τῆς  Πασχαλιᾶς καὶ τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Συμβούλιο τοῦ χωριοῦ ἔπρεπε νὰ φροντίσει γιὰ τὴν ἀναπλήρωσή του.  Μόνη τους καταφυγὴ καὶ σίγουρος συμπαραστάτης δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι κανένας ἄλλος παρὰ μόνο ἡ «Μεγάλη Μάνα» τους, ὁ μεγάλος τους προστάτης, τὸ «Μοναστήρι» τους.

Γνώριζαν  ὅτι σίγουρα ἐκεῖ θὰ εὕρισκαν ὄχι μόνο τὴν κατανόηση ποὺ θὰ ζητοῦσαν ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀκριβῶς θὰ τὴν ζητοῦσαν. Δὲν ἤθελαν οἱ Σουρπιῶτες ἁπλὰ ἕνα μόνο ἱερέα νὰ καλύψει τὴν ἀνάγκη τοῦ έκκλησιασμοῦ τους. Ἔνιωθαν τὴν ἀνάγκη ὄχι μόνο νὰ λειτουργηθοῦν εὐλαβικὰ ἀλλὰ καὶ νὰ «κατηχηθοῦν» ἐποικοδομητικὰ καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ μεγάλο μήνυμα τῶν παθῶν καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Θεανθρώπου.

Ἔτσι ἀπευθύνθηκαν «Πρὸς τὸ Σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς καὶ Σεβασμίας Μονῆς Ξενιᾶς», καταγράφοντας ἀκριβῶς τὶς ἐπιθυμίες τους:

«Ἕνεκα ἀπροόπτου ἀσθενείας, κατὰ τὸ μᾶλλον σοβαρᾶς, τοῦ ἐφημερἰου τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἐνοριακοῦ ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς οἰκονόμου Χρήστου Τριανταφύλλου, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν τὸ σεβαστὸν ἡγουμενοσυμβοὐλιον ἵνα εὐαρεστούμενον ἐπιτρέψη τὴν κάθοδον ἐνταῦθα ἑνὸς τῶν ἱερωμένων ἀδελφῶν ἵνα συνεχίσῃ τὰς ἱερὰς τελετὰς κατὰ τὰς ἁγίας ταύτας ἡμέρας μέχρι τῆς Δευτέρας τοῦ Πάσχα συμπεριλαμβανομένης, καὶ ὁ ὁποῖος ἀμοιφθήσεται.

Εὐχῆς ἔργον ἤθελε λογίζεσθαι ἐὰν κατήρχετο ὁ ἅγιος Πρωτοσύγγελος Ἀρσένιος, ὁ ὁποῖος ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι κάτι θὰ μᾶς ἔλεγεν ἀναπτύσσων πρὸς τὸ ἐκκλησίασμα τὴν Σταύρωσιν τοῦ Θεανθρώπου.

Πλὴν ὅμως ἐπαφιέμεθα ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου. Τὴν μόνην παράκλησιν ἔχομεν νὰ ὑποβάλωμεν πρὸς τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον νὰ μὴ μᾶς ἀποστείλῃ τὸν ἀδελφὸν Γαβριὴλ ὄχι δι’ ἄλλον λόγον ἀλλὰ διότι ὡς ἄρτι προχειρισθεὶς οὗτος εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης μήπως μᾶς τὰ θαλασσοποιήσῃ.

Σούρπη 27 Μαρτίου 1920

Τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον

τοῦ ἐν Σούρπῃ ἐνοριακοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας  Παρασκευῆς

ὁ πρόεδρος                         τὰ  μέλη» .

 

Γιὰ μιὰ πληρέστερη κατανόηση τοῦ τομέα αὐτοῦ τῆς προσφορᾶς τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς θὰ πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπόψη, ὅπως προαναφέραμε, ὅτι στὰ παλιότερα χρόνια σὲ πολὺ ἐλάχιστες φορὲς οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ζητοῦσαν ἐγγράφως τὴ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ. Συνηθέστατα ἡ ἐπικοινωνία ὅσων εἶχαν τέτοια ἀνάγκη μὲ τὸ Μοναστήρι γινόταν μὲ τὴν μετάβαση ἐκεῖ κάποιου ἀπεσταλμένου, ἄν καὶ ἡ συμμετοχὴ καλογέρων σὲ κάθε πανηγύρι θεωροῦνταν αὐτονόητη.

Ἀλλὰ – καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ συγκινητικότερο – καὶ γιὰ τὴ δική τους κατάρτιση στὴν κατανόηση τῶν διδαγμάτων τοῦ Χριστιανισμοῦ φρόντιζαν οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παρακάτω ἔγγραφό τους:

«Ἱερὰ Μονὴ  Ξενιᾶς  30 Μαΐου 1916

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς

Πρὸς τὸν ἀδελφὸν  τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς ὁσιολογιότατον μοναχὸν κύριον Κωνσταντῖνον Πριᾶκον

Θεωροῦντες ἐκκόσμημα τῆς ἡμετέρας ἀδελφότητος Ξενιᾶς, δαπάνῃ τῆς ὁποίας ἐξεπαιδεύτητε ὡς δόκιμος μοναχὸς καὶ  Ριζαρείτης καὶ προλύτης τῆς Θεολογίας φέρων τὸ ὑπὸ τοῦ ἱερωμένου ράσον τοῦ μοναχοῦ, θὰ χαροῦμεν  ἄφατον χαρὰν ἐὰν ἐπί τινα χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν μαθημάτων σας λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν ἡ Ἱερὰ Ἀδελφότης Ξενιᾶς καὶ συμπεριπτύξῃ εἰς τὰς πατρικὰς ἀγκάλας αὐτῆς καὶ ἐνοτισθῇ τῶν πλουσίων γνώσεών σου ἐπί τινας Κυριακὰς λειτουργίας.

Διαβεβαιοῦμεν σε ὅτι θὰ σὲ περιποιηθῶμεν ὅσον ἔνεστι ἐπαρκῶς καὶ ὅτι ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ σοῦ χορηγήσωμεν πάλιν εἴτε σιωπηρὰν εἴτε ἔγγραφον τὴν ἄδειαν ἡμῶν ἐὰν προαιρεῖσαι καὶ ἐπανέλθεις ὡς διδάσκαλος τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καίτοι ἡμεῖς θὰ ἐπιθυμοῦμεν νὰ σὲ ἔχωμεν διδάσκαλον τοῦ θείου λόγου.

Μετὰ πατρικῶν εὐχῶν καὶ εὐλογιῶν

Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» .

 

  1. Ἡ συνεισφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ

στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες

 

Εἰσαγωγικὰ

Ἡ ὑπερχιλιόχρονη συνεχὴς καὶ ἐνεργὸς ὕπαρξη τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἀργότερα Παναγίας Ξενιᾶς) στὸν ὀρεινὸ ὄγκο τῆς Ὄρθρης ἦταν πάντοτε ἀναπόσπαστα καὶ στενὰ συνυφασμένη μὲ τοὺς ποικίλους ἀγῶνες καὶ τὶς δραστηριότητες τῶν κατοίκων τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς γιὰ τὴν ἐπιβἰωσή τους.

Ποτέ του τὸ Μοναστήρι τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» δὲν λειτούργησε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ὡς ἕνα ἀπομονωτήριο ἤ ἕνα ἡσυχαστήριο κάποιων ἀνθρώπων ἀφοσιωμένων μόνο στὴν προσευχὴ καὶ στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, μακριὰ καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ  κοινωνίας.

Σὲ ὅλη τὴν μακραίωνη διαδρομὴ τῆς ἱστορίας του οἱ κάτοικοι τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς ἀντιμετώπιζαν τὸ Μοναστήρι τῆς «Παναγίας» καὶ τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἐγκαταβίωναν σ’ αὐτὸ σὰν «δικούς τους ἀνθρώπους», δεμένους ἀναπόσπαστα μὲ τὴν ὕπαρξή τους, μὲ τὶς δραστηριότητές τους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους, μὲ τὰ ἐνδιαφέροντά τους καὶ κυρίως μὲ τὰ προβλήματά τους.

Γνώριζαν πολὺ καλὰ οἱ ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς ὅτι στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ζοῦσαν δικοί τους ἄνθρωποι ποὺ ὄχι μόνο προσεύχονταν καὶ δέονταν στὴν Παναγία γι’ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ νοιάζονταν, ἐνδιαφέρονταν καὶ ἐνεργοῦσαν γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσαν. Ἔτσι ὅλοι οἱ γύρω ἀπὸ αὐτὸ κάτοικοι ἔσπευδαν στὸ ἱερὸ αὐτὸ καταφύγιο καὶ κατέθεταν τόσο τὰ κοινοτικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ προβλήματά τους ὅσο καὶ τὰ ἀτομικὰ τοῦ καθένα καὶ ζητοῦσαν καὶ ἐκεῖ τὴ λύση τους. Ἐκεῖ ἐμπιστεύονταν τὰ ἐρωτήματά τους καὶ τοὺς προβληματισμούς τους ζητῶντας τὶς ἀπαντήσεις τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπακούοντας στὶς ἐντολὲς καὶ τὶς θεϊκὲς συμβουλὲς εἴτε αὐτὲς ἦταν ξεκάθαρες εἴτε ἦταν «συγκαλυμμένες» καὶ συμβουλευτικὲς.

Ἐξάλλου καὶ οἱ μοναχοὶ ποὺ ἐγκαταβίωναν σ’ αὐτό, στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία, κατάγονταν ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, ὅπως δείχνουν μερικὰ ἀπὸ τὰ κατὰ καιροὺς συντασσόμενα διάφορα μοναχολόγια ποὺ διατηροῦνται μέχρι σήμερα. Οἱ καλόγεροι τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» διατηροῦσαν καὶ καλλιεργοῦσαν τὶς συγγενικὲς ἀλλὰ καὶ φιλικές τους σχέσεις ποὺ εἶχαν μὲ τοὺς κατοίκους τῶν γύρω χωριῶν. Ὁ σύνδεσμος, ἐξ ἄλλου, καὶ ἡ στενή ἐπαφή τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τους ἦταν, ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἴδιες τὶς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν, πρακτικὰ ἐπιβεβλημένος. Οἱ δύσκολες συνθῆκες ἐπιβίωσης, ὅποτε αὐτὲς ὑπῆρξαν, ἦταν πάντοτε κοινὸ πρόβλημα ὄλων, καλογέρων καὶ πολιτῶν καὶ μὲ κοινὲς συσκέψεις ἀντιμετωπίζονταν.

Μία γενικὴ εἰκόνα τῆς προσφορᾶς τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στοὺς ἀγῶνες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἔδωσε ὁ Εὐστάθιος Καλτσέτας σὲ πανηγυρικὴ ὁμιλία του ποὺ ἔγινε σὲ σχετικὴ ἑορταστικὴ ἐκδήλωση στὸ Μοναστήρι κατὰ τὸ 1935. Παραθέτουμε ἕνα ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας αὐτῆς:[9]

«Ἀφθόνους προσόδους αὐτῆς ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιὰ διέθετο πρὸς συντήρησιν Ἑλληνικῶν Σχολείων κατὰ τοὺς στυγνοὺς τῆς δουλείας χρόνους καὶ πρὸς ἀνακούφισιν ἐνδεῶν οἰκογενειῶν οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς τροφοδοσίαν ἀρματολῶν καὶ κλεφτῶν τῆς Ὄθρυος, χρησιμοποιούντων τὸ γιαταγάνι καὶ τὸ καρυοφύλι ἐναντίον τῶν ὀρδῶν τοῦ τυράννου κατακτητοῦ.

Κατὰ τὴν ἑπταετῆ Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν περὶ τὰς τρεῖς χιλιάδας γυναικόπαιδα διαιτώμενα ἀνὰ τοὺς δρυμοὺς, σπήλαια καὶ φάραγγας τῆς Ὄθρυος, ἐνῶ οἱ ἄνδρες ἐμάχοντο, ἐτροφοδοτοῦντο ἀπὸ τὸ ὀψοφυλάκιον τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Ἀρκετὰ ἱερὰ σκεύη καὶ τίμια  ὀστᾶ ἁγίων, ὅσα διέφυγον τὴν ἁρπαγήν, διεφύλαξεν εἰς κρυψῶνας χαραδρώδεις.

Κατὰ τὰς θεσσαλικὰς ἀνταρσίας παρεμύθει καὶ ηὐλόγει τοὺς μαχητὰς Ἕλληνας. Περὶ τὸ Μοναστήριον τοῦτο ἔλαβον χώραν φονικώταται μάχαι κατὰ Τουρκικοῦ στρατοῦ,[10] ὑπὸ τὸ πλακόστρωτον τοῦ προαυλίου ἐτάφησαν ἑκατοντάδες Τούρκων ἐκτοπισθέντων ἀπὸ τὰ εὔστοχα πυρὰ Θεσσαλῶν ἀνταρτῶν,[11] ἡ ἀρκτικὴ πλευρὰ τοῦ τετραγώνου ἐγένετο παρανάλωμα τοῦ πυρὸς κατὰ τὴν μάχην, τὸ δὲ κτίριον τῆς ἄνω Ξενιᾶς ἀπετεφρώθη ἀπὸ ἐπιδρομεῖς Λατίνους ὑπὸ τὸν Καρδινάλιον Πελάγιον διότι οἱ τότε Πατέρες δὲν προσεχώρουν εἰς τὴν Παπικὴν Ἐκκλησίαν. Διεκδικεῖ ἑπομένως ὑπερηφάνως ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιὰ  δάφνας ἀγώνων ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας» .

 

 

Ἡ προσφορὰ κατὰ τὴ Βυζαντινὴ Ἐποχὴ

Δὲν διαθέτουμε ἄμεσες καὶ ἀσφαλεῖς, σαφεῖς καὶ βεβαιωμένες, γραπτὲς πληροφορίες γιὰ τὴν πραγματικὴ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τὴ ζωὴ εἴτε τῶν γύρω κατοίκων εἴτε τῶν ἴδιων τῶν μοναχῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Συνεπῶς δὲν γνωρίζουμε πολλὰ καὶ γιὰ τὶς σχέσεις τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, ὅπως λεγόταν τότε τὸ Μοναστήρι,  μὲ τοὺς κατοίκους τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς γιὰ τὴν περίοδο αὐτή.

Καταφεύγοντας, λοιπόν, ἀναγκαστικά, σὲ ἄλλα παράλληλα στοιχεῖα ἤ ἔμμεσες πληροφορίες ποὺ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν, θὰ προσπαθήσουμε νά σκιαγραφήσουμε τὴν πορεία του στὰ χρόνια αὐτά.

Ὅπως ἀναφέρεται στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν ἵδρυσή του οἱ πρῶτες ἀρχές τοῦ Μοναστηριοῦ ἀνάγονται στὸν 7ο αἰῶνα, ἔστω ἴσως ὄχι μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς μοναστηριοῦ, ὅπως τὸ γνωρίζουμε στὴν ἐποχή μας, ἀλλὰ μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς μικροῦ καὶ ἁπλοῦ χριστιανικοῦ ναοῦ ποὺ χτίστηκε στὴ θέση κάποιου ἀντίστοιχου ἀρχαιοελληνικοῦ.

Δὲν πρέπει στὰ πρῶτα ἐκεῖνα χρόνια τῆς ἵδρυσής του νὰ εἶχε τὴ μορφὴ μοναστηριοῦ, ὅπως τὸ ἐννοοῦμε τὸ Μοναστήρι στὴ σημερινὴ ἐποχή. Πρέπει μᾶλλον νὰ τὸ ἐννοήσουμε ὡς ἕνα  ἐκκλησιαστικὸ κέντρο, ὡς ἕνα λατρευτικὸ κέντρο, ἕνα ναὸ μιᾶς ἀπομονωμένης ὁμάδας μικροοικισμῶν, μιᾶς ὁμάδας χριστιανικῶν κτηνοτροφικῶν κυρίως καὶ γεωργικῶν οἰκισμῶν ὀργανωμένων ἐκκλησιαστικὰ ὑπὸ τὴν ἡγεσία μιᾶς ὁμάδας κληρικῶν σὲ μιὰ ὀρεινὴ περιφέρεια ὄχι ὁπωσδήποτε ἀπόλυτα καὶ ἀκραιφνῶς χριστιανοκρατούμενη.

Ἡ ἀτμόσφαιρα ἑνὸς ἀρχαιοελληνικοῦ μαντείου, ἑνὸς ἀρχαιοελληνικοῦ ἱεροῦ, σὰν ἀπόμακρη καὶ βυθισμένη στὴν τοπικὴ ἐθνικὴ συνολικὴ μνήμη, στὴ λαϊκὴ τοὐλάχιστον ἀντίληψη τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τῆς Ὄρθρης γύρω ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ κέντρο, κατὰ τὸν 7ο καὶ 8ο ἀκόμη αἰῶνα, δὲν πρέπει νὰ ἦταν πολὺ ἀπόμακρη καὶ ξένη. Ὁ ἀπόηχος μιᾶς τέτοιας κληρονομημένης μακρινῆς ὑποσυνείδητης συνολικῆς φυλετικῆς  αἴσθησης δροῦσε συνεκτικὰ μὲ κέντρο τὸ  νέο αὐτὸ «Ἱερό», ὑποκατάστατο κάποιου παρόμοιου «Ἱεροῦ» ἀπὸ τὸ φυλετικὸ κοινὸ παρελθόν.

Ἡ φήμη τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας πρέπει νὰ ἦταν πολὺ μεγάλη κατὰ τοὺς 10ο καὶ 11ο αἰῶνα. Σύμφωνα μὲ μία ἀνεπιβεβαίωτη ἀπὸ ἱστορικὲς πηγὲς παράδοση κατὰ τὴν ἄνοιξη τοῦ 1019 πέρασε ἀπὸ τὴ Μονὴ Κισσιώτισσας ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β΄, ὁ γνωστὸς ὡς Βουλγαροκτόνος καθὼς ἐπέστρεφε, νικητὴς καὶ τροπαιοφόρος ἀπὸ τὴν Ἀχρίδα φέροντας τὰ «νικητήρια» νὰ προσκυνήσει τὴν «Παναγία Κισσιώτισσα», πρὶν φτάσει, περνῶντας ἀπὸ τὴ Λειβαδιά, στὴν Ἀθήνα γιὰ τὸ ἐκεῖ προσκύνημα στὴν  «Παναγιὰ Ἀθηνιώτισσα».

Ἡ ἀπομόνωση τῆς ὀρεινῆς αὐτῆς ὀρθρυακῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἀπὸ τὴν κεντρικὴ διοίκηση τοῦ Βυζαντίου καὶ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ αὐτὸ εἶχαν συντελέσει στὴν χαλάρωση, ἄν ὄχι στὴν πλήρη ἀπώλεια, τῆς αἴσθησης τῆς μιᾶς καὶ ἑνιαίας ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ταυτότητας.

Οἱ συχνὲς κατὰ καιροὺς ἐπιδρομὲς Σλαβικῶν φύλων,  Σέρβων, Ἀλβανῶν, ἀλλὰ καὶ ἐγχώριων ἑλληνικῶν ληστρικῶν ὁμάδων καθιστοῦσαν ἀναγκαία τὴν κοινὴ συσπείρωση καὶ συνεργασία τῶν πρώτων μοναχῶν τοῦ «Μοναστηριοῦ» αὐτοῦ καὶ τῶν κατοίκων τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς.

Οἰ ἐπιτακτικὲς ἀνάγκες ἐπιβίωσης καὶ προστασίας τῶν κατοίκων μιᾶς περιοχῆς ἀπομακρυσμένης ἀπὸ τὴν κεντρικὴ διοίκηση  καὶ συνεπῶς ἀπροστάτευτης ἀπὸ ὁποιουδήποτε εἴδους ἐχθρικὲς καὶ ληστρικὲς ἐπιθέσεις καθιστοῦσαν ὑποχρεωτικὸ καὶ ἐπέβαλλαν ὡς συμφέροντα, ἀποτελεσματικὸ καὶ εὐεργετικὸ γιὰ ὅλους τὸν σύνδεσμο καὶ τὴν ἀγαστὴ συνεργασία καλογέρων τοῦ «Μοναστηριοῦ» καὶ κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς.

Οἱ συνθῆκες στὴν ἀπομονωμένη αὐτὴ περιοχὴ τῆς Ὄρθρης ἦταν τέτοιες ποὺ καὶ μία στοιχειώδης ἔστω κοινωνικὴ ὀργάνωση τῶν κατοίκων ἦταν ἐπιβεβλημένο νὰ γίνεται, ἄν ὄχι ὑπὸ τὴν ἐποπτεία, ὁπωσδήποτε μὲ τὴν συμπαράσταση καὶ τὴ βοήθεια τῶν μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ μὲ τήν, διὰ τῆς μεσολαβησής τους, εὐνοϊκὴ διάθεση τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας.

Ἡ μορφή τοῦ ἰσχυροῦ καὶ ὀχυρωματικοῦ φρουρίου ποὺ εἶχε τὸ κτιριακὸ συγκρότημα τοῦ Μοναστηριοῦ ἀποτελοῦσε καὶ γιὰ τοὺς κατοίκους τῶν γύρω χωριῶν τὸ ἀσφαλές τους καταφύγιο σὲ κάθε ἐχθρική ἐπιδρομή. Αὐτὴ ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀμυντικὴ συνένωση καὶ συσπείρωση καλογέρων καὶ λαϊκῶν δημιούργησε καὶ σταθεροποίησε μέχρι καὶ στὰ κατοπινὰ χρόνια, ὅταν πλέον τὸ κέντρο αὐτό πῆρε τὴ μορφὴ ἑνὸς κανονικοῦ μοναστηριοῦ καὶ ἡ κατάσταση ὁμαλοποιήθηκε κάπως, τὴν  ὑπάρχουσα μέχρι τὴ σημερινὴ ἐποχὴ σχέση τοῦ στενοῦ συνδέσμου ἀγάπης καὶ συνεργασίας καλογέρων καὶ γύρω κατοίκων.

Ἡ μεγάλη ἀπόσταση τοῦ Μοναστηριοῦ[12] ἀπὸ διοικητικὰ καὶ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, μακριὰ ἀπὸ τὴν εὔφορη πεδιάδα τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ συνακόλουθη ἀνεξέλεγκτη σκληρὴ ἐκμετάλλευση τῶν κατοίκων της ἀπὸ τοὺς κάθε μορφῆς καὶ ἐθνικότητας τιμαριούχους τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, καθιστοῦσε τὸν σύνδεσμο αὐτόν ὑποχρεωτικὸ ἀλλὰ καὶ εὐεργετικό καὶ ὠφέλιμο γιὰ ὅλους. Ἡ κατάσταση αὐτὴ  διαμόρφωνε καὶ παγίωνε τοὺς δεσμοὺς ἀγάπης καὶ συνεργασίας καλογέρων καὶ λαϊκῶν, δεσμοὺς ποὺ συνεχίστηκαν σ’ ὅλη τὴν μακραίωνη ἱστορία του ἀκόμη καὶ σὲ ἐποχὲς, κατὰ τὶς ὁποῖες οἱ νέες συνθῆκες τῆς συστηματικῆς πλέον κοινωνικῆς καὶ κρατικῆς ὀργάνωσης εἶχαν ἀνεξαρτοποιήσει καὶ αὐτονομήσει τόσο τὸ Μοναστήρι ὅσο καὶ τὶς γύρω ἀπὸ αὐτὸ κοινότητες.

Στὴν περίοδο της Φραγκοκρατίας ὁ σύνδεσμος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἤ Παναγίας Ξενιᾶς μὲ τὶς γύρω ἀπὸ αὐτὸ κοινότητες ἔγινε, γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ  καὶ πάλι, ἐπιβεβλημένος καὶ ἀναζωπυρώθηκε.

Ὁ εὔφορος κάμπος τοῦ Ἁλμυροῦ ὑποτάχθηκε ἀπόλυτα, οἰκονομικὰ καὶ κυριαρχικά, στοὺς Φράγκους κατακτητές. Τὸ λιμάνι τοῦ Ἁλμυροῦ εἶχε καταστεῖ τὸ σημαντικότερο ἐξαγωγικὸ ἐμπορικὸ κέντρο ὅλων τῶν γεωργικῶν καὶ λοιπῶν προϊόντων τῶν  θεσσαλικῶν. Ἦταν τὸ πλησιέστερο λιμάνι γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν Παγασητικὸ πρὸς τὸ Αἰγαῖο.

Φυσικὸ ἀποτέλεσμα ἦταν οἱ κάτοικοι τῆς πεδιάδας τοῦ Ἁλμυροῦ νὰ προσαρμοστοῦν ἀναγκαστικὰ καὶ νὰ ὑποταχθοῦν στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν σκοπῶν, τῶν ἐπιδιώξεων καὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ λοιπῶν συμφερόντων  τῆς ἐμπορικῆς ἀνάπτυξης τῶν κοσμοπολίτικων λιμανιῶν τῶν «Δύο Ἁλμυρῶν». Τὰ ἐμπορικὰ λιμάνια τῶν «Δύο Ἁλμυρῶν»  συμπεριλαμβάνονταν μεταξὺ τῶν πλέον σημαντικῶν ἐμπορικῶν λιμανιῶν τοῦ Βυζαντίου στὴν περιοχὴ τοῦ κεντρικοῦ Αἰγαίου Πελάγους. Οἱ μεγαλύτεροι ἐμπορικοὶ οἶκοι τῶν Βενετῶν, Γεννουατῶν, Πισατῶν, Ἱσπανῶν,  Ἑβραίων εἶχαν ἐγκαταστήσει πολυάνθρωπες ἀντιπροσωπεῖες στοὺς «Δύο Ἁλμυροὺς» καὶ εἶχαν συμπήξει μὲ πλούσιους ντόπιους κατοίκους ἑταιρίες ἐκμετάλλευσης καὶ διακίνησης τῶν προϊόντων τῆς Θεσσαλίας.

Ἀπόλυτα καὶ καταλυτικὰ φραγκοκρατούμενος, κυρίως ἀπὸ τὸ 1204 μέχρι τὸ 1470, ἦταν καὶ ὁ Πτελεὸς μὲ τὸ πολὺ σημαντικὸ ἐμπορικὸ λιμάνι του. Κάτω ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία τῶν Βενετῶν  βρισκόταν ἐπίσης καὶ ὁλόκληρη ἡ παραλιακὴ περιοχὴ,  πέντε μιλίων πλάτους, ἀπὸ τὸ Πτελεὸ μέχρι τὴ σημερινὴ Γλύφα, ἡ ὁποία εἶχε τὴν  ὀνομασία «Νικοπολιτά».

Τὰ δύο ἀπολύτως φραγκοκρατούμενα ἐμπορικά, οἰκονομικὰ ἀλλὰ καὶ θρησκευτικὰ κέντρα, τῶν δύο παραλιακῶν Ἁλμυρῶν καὶ τοῦ Πτελεοῦ, εἶχαν συντελέσει στὴν ἀποχρωμάτιση καὶ στὴ χαλάρωση τοῦ αἰσθήματος τόσο τῆς ἑλληνικότητας ὅσο καὶ τῆς ὀρθοδοξίας τῶν κατοίκων τῆς πεδινῆς παραλιακῆς περιοχῆς ἀπὸ τὴ σημερινὴ Νέα Ἀγχίαλο ὡς τὴ σημερινὴ Γλύφα τῆς Φθιώτιδας.

Στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ χτίστηκαν μοναστήρια ἀλλὰ καὶ σημαντικὲς ἐκκλησίες καθολικῶν. Στὴν περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ τὰ ὀρθόδοξα μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῆς «Λάκα Παναγιάς» καὶ τῆς Παναγίας Βάβριανης, κάτω ἀπὸ τὴν καταδυναστευτικὴ παρουσία τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν, ὁδηγήθηκαν στὴ διάλυση καὶ στὴν κατάργησή τους. Ἡ περιουσία τους ἁρπάχτηκε καὶ οἱ μοναχοί τους καταδιώχθηκαν βρίσκοντας καταφύγιο στὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας». Ἐκεῖ μόνο μποροῦσαν νὰ κουβαλήσουν, μαζὶ μὲ τὰ «ἱερὰ καὶ ὅσιά τους»,  τὴν καταδιωγμένη καὶ ἁλυσόδετη ἐλπίδα ἐπιβίωσης  ἀμόλυντης τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τὴν ἀποσταμένη καὶ πληγωμένη ἐθνικὴ ταυτότητά τους. Τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας» ἔγινε ἡ «Κιβωτὸς» τῆς σωτηρίας καὶ τῶν δύο, τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τῆς ἑλληνικότητας.

Ἕνα δεῖγμα ἄν ὄχι τῆς πλήρους ἐκλατίνισης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος τῶν κατοίκων τοῦ ἁλμυριώτικου κάμπου, τοὐλάχιστον τοῦ ἀποχρωματισμοῦ, τῆς χαλάρωσης καὶ μιᾶς ἔντονης ἀλλοίωσής του, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Φραγκοκρατίας  ὑποδηλώνεται  ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τοῦ τρόπου ὑποδοχῆς στὸν Ἁλμυρό, τὴν ἄνοιξη τοῦ  1209, τοῦ Φράγκου αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινούπολης Ἐρρίκου. Στὸν Ἁλμυρὸ συγκεντρώθηκαν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Φθιώτιδας γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν αὐτοκράτορα Ἐρρίκο «προπορευομένου καὶ πολυχρονίζοντος τοῦ ὀρθοδόξου ἀνατολικοῦ  κλήρου μετὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων». [13]

Ὁ Ville – Hardouin,[14] περιγράφοντας τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Φράγκου αὐτοκράτορα Ἐρρίκου στὸν Ἁλμυρό, ἀναφέρει: «Ὁ αὐτοκράτωρ ἀπέρχεται εἰς Ἁλμυρὸν μετὰ τῆς ἀκολουθίας του καὶ οἱ Ἕλληνες ἐξέρχονται εἰς προϋπάντησιν ὡς ἄνθρωποι ποθοῦντες διακαῶς νὰ ἔλθῃ καὶ φέρουσι τὰ σήματά των καὶ ζητωκραυγάζουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Οἱ ἄνθρωποί μας κρατοῦνται ἐντὸς τῆς πόλεως χωρὶς νὰ κάμωσι τὸ ἐλάχιστον κακὸν εἰς κανένα, ὥστε νὰ λέγωσιν οἱ Ἕλληνες ὅτι ἐπέτυχον θαυμασίαν ἀλλαγὴν ἄρχοντος καὶ νὰ εὔχωνται εἰς τὸν Θεὸν νὰ μὴ δώσῃ νὰ λάβωσι ποτὲ οἱ Λομβαρδοὶ κυριότητά τινα ἐπ’ αὐτῶν, διότι τώρα ἔμελλον νὰ ζήσωσιν ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ μεγάλῃ τιμῇ, καθὼς ἔλεγον, ἤρκει μόνον ὁ Θεὸς νὰ τοῖς διετήρει τὸν αὐτοκράτορα».

Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὁ συνεχῶς καταδυναστευόμενος «Βυζαντινὸς» Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ κινδυνεύουσα νὰ χάσει τὴν αὐθεντικότητά της «Βυζαντινὴ» Ὀρθοδοξία, στὴν εὐρύτερη πεδινὴ περιοχὴ τῶν Φθιωτίδων Θηβῶν, τοῦ Ἁλμυροῦ, τῆς Σούρπης καὶ τοῦ Πτελεοῦ,  βρῆκαν ἕνα ἀσφαλές τους  καταφύγιο καὶ φυλακτήριο, βρῆκαν  τὴν κιβωτὸ τῆς σωτηρίας τους, στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, τὸ κατοπινό Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Παρ’ ὅλη τὴν ὁλοκληρωτικὴ καταστροφή του ἀπὸ τὸν ἀποσταλμένο ἀντιπρόσωπο τοῦ Πάπα καρδινάλιο Πελάγιο, τὸ (Πάνω) Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς στὰ χρόνια τῆς Φραγκοκρατίας  ἦταν τὸ μόνο ὀρθόδοξο  μοναστήρι στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ ποὺ διατηρήθηκε στὴ ζωὴ καὶ ἀποτέλεσε ἀσφαλὲς καταφύγιο  τοῦ τοπικοῦ ὀρθόδοξου χριστιανισμοῦ.

Ἡ καταφυγὴ σ’ αὐτὸ γιὰ φιλοξενία, προστασία καί ἀσφάλεια τῶν μοναχῶν τοῦ Μοναστηριοῦ στὴ «Λάκα Παναγιά» μὲ τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ τρανότερα δείγματα  τοῦ προστατευτικοῦ αὐτοῦ ρόλου καὶ τῆς σταθερῆς ὑποστήριξής τους. Ἀλλὰ καὶ οἱ μοναχοὶ τῶν ἄλλων μοναστηριῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ, τὰ ὁποῖα κάτω ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες ποὺ ἀντιμετώπιζαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Φραγκοκρατίας, τοὺς ὕστερους βυζαντινοὺς χρόνους καὶ κυρίως στοὺς πρώτους αἰῶνες της Τουρκοκρατίας, διαλύθηκαν δὲν εἶχαν ἄλλο καταφύγιο παρὰ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας.

Ἡ οἰκονομικὴ κυριαρχία στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ,  κατὰ τὸν 12ο μέχρι σχεδόν καὶ τῶν μέσων τοῦ 15ου αἰῶνα, τῶν καθολικῶν ἐμπόρων καὶ ἐπιχειρηματιῶν, ἡ ὁποία ἐξασφαλιζόταν μὲ τὴν κατοχὴ τῶν λιμανιῶν τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τοῦ Πτελεοῦ ἀπὸ τοὺς βενετικοὺς κυρίως καὶ γεννουατικοὺς  ἐμπορικοὺς οἴκους, δημιουργοῦσε πολὺ εὐνοϊκὸ κλῖμα γιὰ τὴν εὐνοϊκὴ ἀποδοχή τοῦ καθολικισμοῦ.[15]

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες οἱ σκοποὶ τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Πάπα καρδινάλιου Πελάγιου, στὸ πεδινὸ τμῆμα τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, γιὰ τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ τοὺς κατοίκους της περιοχῆς τοῦ καθολικισμοῦ καὶ τὴν ὑποταγὴ τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν σ’ αὐτὸν, δὲν συνάντησε πολλὲς δυσκολίες.

Μοναδικὸ κέντρο ἀντίστασης καὶ διατήρησης ἀνόθευτης τῆς ὀρθοδοξίας  στὴν ἐκστρατεία αὐτὴ τοῦ καθολικισμοῦ, στάθηκε τὸ «Μοναστἠρι τῆς Κισσιώτισσας». Οἱ μοναχοὶ του δὲν δέχτηκαν νὰ λειτουργήσει σ’ αὐτό ὁ Πελάγιος. Ἡ «ἀνυπακοὴ» αὐτὴ τῶν μοναχῶν τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Κισσιώτισσας» εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πυρπόληση καὶ καταστροφὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καί, ἴσως, τὴν ἐγκατάλειψή του γιὰ λίγο διάστημα.

Σύμφωνα μὲ ἕνα δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας «Θεσσαλία» τοῦ Βόλου, στὶς 20 Σεπτεμβρίου 1933, ἐνῶ γιὰ τὴ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μετὰ τὴν πυρπόλησή της ἀπὸ τὸν Πελάγιο, ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὴν ἀνακατασκευή της, «…διὰ τὴν μονὴν τῆς Ξενιᾶς δὲν ἐφάνη κανεὶς πρόθυμος νὰ τὴν ἀνεγείρῃ  καὶ οἱ μοναχοὶ ἔφυγαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν εἰς ἄλλην μεγάλην μονὴν πλησίον τοῦ χωρίου Ἀχιλλείου πρὸς μεσημβρίαν τοῦ Πτελεοῦ, φέροντες μεθ’ ἑαυτῶν καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἡ δὲ μονὴ τῆς  Ξενιᾶς ἠρειπωμένη καὶ ἀκατοίκητος, ἔμεινε ἔκτοτε μέχρι τοῦ 1540 ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ὅτε τὴν ἀνήγειραν καὶ  πάλιν οἱ μοναχοί. Διότι εἰς τὴν παρὰ τὸ Πτελεὸν μεγάλην μονήν, λεγομένην ἀκόμη καὶ σήμερον Παλιοξενιά, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ ἔτη βάρβαροι πειραταὶ τὴν κατέστρεψαν, οἱ δὲ μοναχοί, μετὰ τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας, κατέφυγον εἰς ἄλλην μονὴν Κουκλιᾶ τοῦ Πτελεοῦ καὶ ἐγκατεστάθησαν τὸ 1540 …».

Τὸ περιεχόμενο τοῦ παραπάνω δημοσιεύματος, ὡστόσο, δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ πραγματικὰ γεγονότα. Δὲν στηρίζεται σὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα. Ἡ καταστροφὴ τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας ἀπὸ τὸν Πελάγιο ἔγινε περίπου τὸ 1209 -1211. Ἡ Μονὴ αὐτὴ τότε δὲν εἶχε πάρει ἀκόμη τὴν ἐπωνυμία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ περιοχὴ τοῦ Πτελεοῦ καὶ τοῦ σημερινοῦ Ἀχιλλείου βρισκόταν ὑπό τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία τῶν Βενετῶν, τοῦ Τάγματος τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν καὶ τῶν ἀδελφῶν Ἀλμπερτίνου καὶ Ρολανδίνου Κανόσσα. Ἡ κατοχὴ τῆς περιοχῆς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν εὐνοοῦσε τὴν καταφυγὴ ἐκεῖ τῶν μοναχῶν τῆς Κισσιώτισσας. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Κισσιώτισσας ὑπῆρχαν πολλοὶ μοναχοὶ ποὺ ζοῦσαν ἀπομονωμένοι σὲ κελλιὰ καὶ σὲ σκῆτες. Σ’ αὐτὰ εἶχαν καταφύγει καὶ οἱ μοναχοὶ τῶν δύο μοναστηριῶν, ποὺ ἦταν στὸ «Μπακλαλὶ» καὶ στὸ «Τσουρνάτη Βρύση», τὰ ὁποῖα διαλύθηκαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Φραγκοκρατίας. Αὐτὰ τὰ κελιὰ καὶ οἱ σκῆτες αὐξήθηκαν, μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Κισσιώτισσας, γιατὶ δημιουργήθηκαν καὶ ἄλλα ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς του.

Μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ κεντρικοῦ Μοναστηριοῦ τους ἀπὸ τὸν Πελάγιο οἱ καλόγεροι κυνηγημένοι σκόρπισαν τριγύρω δημιουργῶντας πρόχειρες ἐγκαταστάσεις, ἀτομικὰ ἤ ὁμαδικὰ «κελιά» καὶ «σκῆτες». Αὐτό, ἐξάλλου, ἦταν μιὰ συνηθισμένη τακτικὴ τὴν ὁποία ἀκολουθοῦσαν καὶ οἱ κάτοικοι τῶν  γειτονικῶν χωριῶν σὲ κάθε ἐχθρικὴ ἐπιδρομὴ ἀλλὰ καὶ σὲ περιόδους θανατηφόρων μεταδοτικῶν ἀσθενειῶν καὶ ἐπιδημιῶν.

Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες τὸ Μοναστήρι τῆς Κισσιώτισσας, μετὰ τὴν πυρπόλησή του ἀπὸ τὸν Πελάγιο, πιστεύω ὅτι δὲν μεταφέρθηκε, σὲ ἄλλο  μοναστήρι, ὅπως αὐτὸ στὸν «Κουκλιᾶ» ποὺ ὀνομάζει τὸ παραπάνω δημοσίευμα, γιατὶ αὐτὸ δὲν παρεῖχε καμία ἀσφάλεια,  ἀλλὰ οἱ καλόγεροὶ του διέφυγαν πρὸς τὶς πολλὲς γειτονικὲς σκῆτες καὶ τὰ γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι μέρη καὶ γειτονικὰ χωριὰ μὲ τὰ ὁποῖα ἐξ ἄλλου διατηροῦσαν πάντα φιλικὲς σχέσεις ἀλλὰ καὶ σχέσεις ἀλληλεξάρτησης, μέχρι ποὺ ἀργότερα ἐπανεγκαταστάθηκαν καὶ ξαναέχτισαν τὸ καταστραμένο  μοναστήρι τους.

Τὸ πέρασμα τοῦ Πελάγιου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Κισσιώτισσας σήμαινε μὲν καὶ  ἦταν ὁπωσδήποτε μιὰ τεράστια καταστροφὴ ἀλλὰ δὲν ἦταν μιὰ μόνιμη κατάσταση ποὺ νὰ ὑποχρεώνει σὲ μετεγκατάσταση ὁλόκληρου μοναστηριοῦ καὶ μάλιστα ἑνὸς τόσο μεγάλου καὶ σταθερὰ ὀργανωμένου μοναστηριοῦ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα. Ὁ Πελάγιος ἦταν μιὰ στιγμιαία λαίλαπα, μιὰ μπόρα ποὺ ξέσπασε, πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ κατέστρεψε. ἐκδικήθηκε καὶ ἔφυγε.

Σημαντικὴ ἦταν ἡ συνεισφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ στὴν προστασία τῆς ζωῆς,  τῆς τιμῆς, τῆς ἀξιοπρέπειας, τῆς περιουσίας ἀλλὰ καὶ τῆς ἐθνικότητας καὶ τῆς θρησκευτικῆς ταυτότητας τῶν κατοίκων τῆς γύρω περιοχῆς καὶ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Καταλανοκρατίας. Ἄν καὶ δὲν διαθέτουμε κάποιες σαφεῖς ἐνδείξεις, ἀφοῦ ἡ καταλανικὴ λαίλαπα σάρωσε κυρίως τὰ πεδινά μέρη τοῦ Ἁλμυροῦ εἶναι βέβαιο ὅτι τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας χρησίμευσε καὶ κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὡς καταφύγιο τῶν κυνηγημένων καὶ πανικοβλημένων κατοίκων τῆς περιοχῆς.

 

Ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία

Ἡ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς) στὴν περιφέρεια Ἁλμυροῦ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἦταν ἡ πλέον σημαντικὴ καὶ ἡ πλέον οὐσιαστικὴ ἀπὸ κάθε ἄλλη περίοδο.

Οἱ λόγοι ποὺ καθιστοῦν τὴν προσφορὰ κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ οὐσιαστικότερη καὶ σημαντικότερη ἀπὸ κάθε ἄλλη περίοδο εἶναι πολλοί. Ἡ Τουρκοκρατία ἦταν ἡ περίοδος κατὰ τὴν ὁποία κινδύνευε νὰ ἀλλοιωθεῖ ἤ καὶ νὰ ἀπωλεσθεῖ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἐθνική μας σύσταση, ἡ ἐθνική μας ὑπόσταση, ἡ ἐθνική μας ταυτότητα, ἀφοῦ ἡ χώρα μας βρισκόταν ὑπὸ τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία ἑνὸς κράτους μὲ ἐντελῶς διαφορετικῆς μορφῆς πολιτισμό, κοινωνικὴ καὶ κοινοτικὴ ὀργάνωση, θρησκεία, ἰδανικά, παραδόσεις, ἤθη καὶ ἔθιμα, ἀρχές, ἐθνικὸ προσανατολισμὸ καὶ ἱστορικὸ παρελθόν. Ἡ Τουρκοκρατία ἦταν ἐπιπλέον ἡ πιὸ μακροχρόνια  περίοδος ἔλλειψης, ἀπώλειας καὶ ἀνυπαρξίας ἐθνικῆς κεντρικῆς διοίκησης. Ἡ περίοδος αὐτὴ εἰδικὰ γιὰ τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ κράτησε πέντε ὁλόκληρους αἰῶνες,  ἀπὸ τὸ 1390 (περίπου) μέχρι τὸ 1881.

Στὴν περιφέρεια τοῦ Ἁλμυροῦ, σ’ ὁλόκληρη αὐτὴ τὴν μακροχρόνια περίοδο, τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν τὸ μοναδικὸ – κυριολεκτικὰ καὶ ἀποκλειστικά – κέντρο ἀντίστασης στὸν ἀφελληνισμὸ  τοῦ ἔθνους μας. Στάθηκε μιὰ πραγματικὴ «κιβωτὸς» σωτηρίας καὶ διαφύλαξης τῆς ἁγνότητας καὶ αὐθεντικότητας τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς μας παρακαταθήκης καὶ ταυτότητας. Ὅλα τὰ ἄλλα μοναστήρια ποὺ ὑπῆρχαν κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο, ὅπως ἀναφέρθηκε, ἀπορροφήθηκαν ἀπὸ αὐτό.

Ἄν καὶ εἶναι μία πολὺ ἀποσπασματικὴ πληροφορία θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι τὴν ἐποχὴ ποὺ εἶχε συλληφθεῖ ὁ Ρήγας Βελεστινλῆς, στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχε καταφύγει καὶ κρυβόταν γιὰ μῆνες πολλοὺς γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴ σύλληψή του ἀπὸ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχὲς ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ρήγα. Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ρήγα, μὲ τὴ βοήθεια  τοῦ Ἡγούμενου, φυγαδεύτηκε πρὸς τὴ Μακεδονία, ντυμένος ὡς ποιμένας, μαζὶ μὲ ἄλλους κτηνοτρόφους ποὺ μετακόμιζαν.

Ὁ εὔφορος κάμπος τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῆς Σούρπης συγκέντρωσε πολλοὺς Τούρκους προκειμένου νὰ ἐκμεταλλευτοῦν τὸν πλοῦτο ποὺ αὐτὸς μποροῦσε νὰ παρέχει. Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κουβαλήθηκαν ἑκατοντάδες οἰκογένειες κονιάρων ποὺ κατέλαβαν τὰ χωράφια, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἐγκαταλείψει  οἱ ντόπιοι κάτοικοι, ἀφοῦ οἱ  περισσότεροι μετὰ τὴν κατάληψη τῆς περιοχῆς ἀπὸ τοὺς Τούρκους εἶχαν ἀποσυρθεῖ καὶ καταφύγει πρὸς τὰ ὀρεινά. Ἀποτέλεσμα ἦταν στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ νὰ δημιουργηθοῦν τὰ τουρκικὰ «κονιαροχώρια».

Ὅσοι Ἕλληνες παρέμειναν στὸν Ἁλμυρὸ καὶ στὰ πεδινὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς του ἔγιναν κολλῆγοι τῶν Τούρκων τσιφλικάδων καὶ μεγαλοκτηματιῶν. Αὐτοὶ δὲν ἦταν, δὲν μποροῦσαν νὰ ἦταν, οὔτε κοινωνικά, οὔτε φυλετικὰ καὶ ἐθνικὰ ὀργανωμένοι ὡς Ἕλληνες, οὔτε θρησκευτικὰ ὡς χριστιανοί. Αὐτὸ τοὺς ἀπαγορευόταν στοὺς δύο πρώτους  τοὐλάχιστον αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας.

Οἱ ὅποιες ἐκκλησίες τους ὑπῆρχαν στὰ χωριὰ τοῦ κάμπου ἤ γκρεμίστηκαν ἤ μετατράπηκαν σὲ τζαμιὰ. Στὰ πεδινὰ χωριὰ τοῦ Ἁλμυροῦ στὶς πρῶτες δεκαετίες, τοὐλάχιστον, ἄν ὄχι στὶς πρῶτες ἑκατονταετίες, τῆς Τουρκοκρατίας, δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρχε κάποιο κέντρο, κάποια βάση ἐθνικῆς, κοινοτικῆς, κοινωνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνοχῆς ἤ λατρευτικῆς ἀναφορᾶς τῶν Ἑλλήνων κατοίκων τους.

Στὸν Ἁλμυρὸ τουλάχιστον, γιὰ τὸν ὁποῖο διασώθηκαν σχετικὲς πληροφορίες, οἱ Ἕλληνες, ὄχι μόνο δὲν συγκρότησαν δικές τους κοινωνικὲς καὶ κοινοτικὲς ὀργανώσεις, ἀλλὰ σκόπιμα ἀπέφευγαν καὶ νὰ ζοῦν ὅλοι μαζί σὲ δικὲς τους ὁμοιογενεῖς καὶ καθαρὰ ἑλληνικὲς γειτονιές. Προτιμοῦσαν καὶ τὸ ἐπιζητοῦσαν συστηματικὰ νὰ ἔχουν τὰ σπίτια τους σκορπισμένα ἀνάμεσα στὰ σπίτια τῶν Τούρκων συμπολιτῶν τους γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἀποφύγουν μὶα ὁμαδικὴ ἐναντίον τους ἐκδικητικὴ καταστροφικὴ ἐπίθεση, ὅπως π.χ. μιὰ γενικὴ πυρκαγιὰ τῶν σπιτιῶν τους.

Αὐτὴ ἡ ἀπουσία τῆς δυνατότητας κάποιας κοινῆς ὀργάνωσης τῶν Ἑλλήνων καὶ τὰ ὅποια προβλήματα καὶ ἐλλείψεις αὐτὴ συνεπαγόταν ὑπῆρχε μόνο στὰ πεδινὰ χωριὰ τοῦ Ἁλμυροῦ. Δὲν συνέβαινε τὸ ἴδιο  στὰ ὀρεινὰ χωριά. Στὰ χωριὰ τῆς Ὄρθρης  ἡ παρουσία τῶν Τούρκων δὲν ἦταν τόσο καταλυτικὴ καὶ πληθωρική. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ πεδινὰ χωριὰ, στὰ ὁποῖα οἱ Ἕλληνες ἀποτελοῦσαν μειονότητα καὶ ζοῦσαν πάντοτε σὲ ἀτμόσφαιρα καταθλιπτικῆς καὶ καταναγκαστικῆς ὑποτέλειας, ἀπόλυτης ἐξάρτησης καὶ διαρκοῦς φόβου καὶ ἀπειλῆς, οἱ Ἕλληνες κάτοικοι τῶν ἡμιορεινῶν ἤ ὀρεινῶν χωριῶν τοῦ Ἁλμυροῦ ἀποτελοῦσαν τὴν πλειονότητα τοῦ πληθυσμοῦ τους. Ἡ παρουσία των Τούρκων σ’ αὐτὰ περιοριζόταν κυρίως στὴν διοικητικὴ κυριαρχία γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῆς  ἐπιβαλλόμενης καὶ ἀναγκαίας φορολόγησης καὶ στὴν ἀστυνομικὴ ἐποπτεία γιὰ τὴν καταστολὴ πιθανῶν τάσεων  ἐπικίνδυνης αὐτονόμησης.

Ἡ κατάσταση αὐτὴ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πληθωρικὴ παρουσία τζαμιῶν στὸν κάμπο τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τὴν παντελῆ  ἀπουσία χριστιανικῶν ναῶν, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἡμιορεινὰ ἤ ὀρεινὰ χωριὰ τῆς Ὄρθρης. Τὰ «ὀρεινότερα» τζαμιὰ ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ βρίσκονταν στοὺς πρόποδες τῆς Ὄρθρης, ἕνα στὸ  χωριὸ Μπακλαλί καὶ ἕνα ἄλλο στὸ χωριὸ Ἰντζέκ (σημερινὸ Νεοχωράκι), χωριὰ ποὺ καὶ τὰ δύο ἦταν τουρκικὰ τσιφλίκια.

Στὰ ἄλλα ἡμιορεινὰ καὶ κυρίως στὰ ὀρεινὰ χωριὰ δὲν χτίστηκαν τζαμιὰ. Δὲν ζοῦσαν σ’ αὐτὰ πολλοὶ Τοῦρκοι ὥστε νὰ δημιουργεῖται ἀνάγκη ἱκανοποίησης λατρευτικῶν ἀναγκῶν τους. Ἀντίθετα γινόταν ἀνεκτὴ ἤ καὶ παραβλεπόταν ἡ συγκέντρωση τῶν χριστιανῶν  σὲ κάποια σπίτια ἤ καὶ σὲ κάποιους μικρούς, φτωχοὺς καὶ ταπεινοὺς στὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ναούς, γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν λατρευτικῶν ἀναγκῶν τῶν χριστιανῶν. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν χριστιανῶν, τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς παράβλεψης, ἐξασφαλιζόταν εὐκολότερα καὶ χωρὶς ἰδιαίτερες προσπάθειες ἡ ὑποταγὴ τῶν «ραγιάδων».

Ὅλη αὐτὴ ἡ ἀπουσία κάποιας συνεκτικῆς ὀργάνωσης τῶν χριστιανῶν κατοίκων τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῶν πεδικῶν χωριῶν του ἀναπληρωνόταν μὲ τὴν ἀναγωγὴ τῶν δημιουργούμενων προβλημάτων τους στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς. Αὐτὸ ἀποτελοῦσε τὸ στήριγμα καὶ τὸ κατευθυντήριο κέντρο ἐξουσίας. Ἐκεῖ ἦταν ἐγκαταστημένη, οὐσιαστικά, «ἐξόριστη», ἡ κοινωνική, κοινοτική, πολιτική, ἐθνικὴ καὶ θρησκευτικὴ διοίκηση τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ τῶν χωριῶν τοῦ κάμπου του.

Ἀλλὰ καὶ τῶν κατοίκων τῶν ὀρεινῶν καὶ ἡμιορεινῶν χωριῶν ἡ ἐθνική, θρησκευτικὴ καὶ λατρευτικὴ συνοχὴ καὶ ὀργάνωση στηριζόταν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ ἐνισχυόταν  ἡ ἀνεκτὴ ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς Τούρκους, σιωπηλή, ἀφανὴς καὶ μὴ προκλητικὴ ὀργάνωση. Ἀπὸ αὐτὸ  καθοδηγοῦνταν καὶ ἐποπτευόταν. Αὐτὸ ἦταν ὁ ἀφανὴς βασικὸς συντονιστὴς καὶ καθοδηγητὴς  καὶ τὸ κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ὅλων τῶν χριστιανῶν.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἦταν ἐκεῖνο ποὺ φρόντιζε καὶ ἔστελνε στὰ χωριὰ αὐτὰ ἱερεῖς νὰ λειτουργήσουν, νὰ καθοδηγήσουν, νὰ κατηχήσουν, νὰ παρακινήσουν, νὰ ἐνισχύσουν, νὰ πρωτοστατήσουν, νὰ ὀργανώσουν κάθε προσπάθεια βελτίωσης τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ βαπτίσουν, νὰ κηδεύσουν, νὰ παντρέψουν τοὺς κατοίκους σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς θρησκείας μας καὶ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας. Ἔτσι κρατήθηκε  ζωντανὴ ἡ ἐθνικὴ καὶ θρησκευτικὴ ταυτότητά τους.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς πρωτοστατοῦσε καὶ φρόντιζε γιὰ τὸν ἐφοδιασμὸ ἐκκλησιῶν  τῶν χωριῶν αὐτῶν μὲ εἰκόνες, μὲ λειτουργικὰ βιβλία καὶ  μὲ σκεύη λατρείας. Μέχρι καὶ τὰ τελευταῖα ἀκόμη χρόνια, γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σαφέστερες πληροφορίες, ἡ ἁγιογράφηση τῶν ἐκκλησιῶν τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ ἦταν ἔργο καὶ φροντίδα τῶν ζωγράφων μοναχῶν τῆς Ξενιᾶς.

Σώθηκαν μέχρι τὴν ἐποχή μας κάποιες ἐνδείξεις. Ἡ εἰκόνα, π.χ. τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης τῆς Βρύναινας «ἐζωγραφήθη» γιὰ πρώτη φορά, μὲ ἔξοδα τοῦ Ἀποστόλου Ἀμυδρᾶ, τὸ 1698. Τὸ 1892, ἔπειτα ἀπὸ διακόσια σχεδὸν χρόνια, ἡ ἴδια εἰκόνα «ἀνακαινίσθη καὶ ἐκαλλωπίσθη», ἀπὸ τὸν ἁγιογράφο μοναχὸ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, Χαρίτωνα:

«Ἡ θαυματουργὸς αὔτη εἰκὼν τῶν Ἁγίων καὶ ἐνδόξων θεοστέπτων μεγάλων βασιλέων καὶ Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης ἐζωγραφήθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1698 διὰ δαπάνης εὐλαβοῦς τινὸς χριστιανοῦ ὀνομαζομένου Ἀποστόλου Ἀμυδρᾶ. Οὖσα σεσαθρωμένη τὸ πρὶν τῇ αὐτοπροαιρέτῳ συνεισφορᾷ εὐλαβῶν τινῶν φιλοχρίστων τοῦ ἐνταῦθα θεοσώστου χωρίου ἀνεκαινίσθη καὶ ἐκαλλωπίσθη, καθ’ ἥν ὁρᾶται μορφὴν δι’ ἐπιμελείας καὶ ἐνεργείας τοῦ ἐπιτροπεύοντος Δημητρίου Σούλιου κατὰ μάιον τοῦ 1892. Ὁ ἐν μοναχοῖς Χαρίτων ἁγιογράφος.»

Ἀλλὰ καὶ ἡ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων στὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης τῆς Βρύναινας, σύμφωνα μὲ ὅσα βεβαιώνει ὁ ἴδιος ἁγιογράφος Χαρίτων, ἀνακαινίσθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο:

«Οἱ ἅγιοι οὗτοι οἱ ἐξ Ἀσίας καταγόμενοι οὐκ εἰσίν οἱ αὐτοὶ οἱ ἑορταζόμενοι καὶ τῇ πρώτῃ Ἰουλίου καὶ τῇ πρώτῃ Νοεμβρίου διὸ καὶ ἡ παροῦσα εἰκὼν τίθεται εἰς τὸ προσκυνητάριον μόνον τῇ α΄ Νοεμβρίου, διὰ δὲ τοὺς ἑορταζομένους τῇ α΄ Ἰουλίου Ἀναργύρους δέον νὰ ᾖναι ἑτέρα εἰκὼν κατὰ τὸ ὑπόμνημα αὐτῶν.

Ἐζωγραφήθη ἡ παροῦσα εἰκὼν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1810 διὰ δαπάνης εὐλαβῶν τινων Ἀφέντους καὶ Μαρίας ὀνομαζομένων. Ἀνεκαινίσθη δὲ διὰ δαπάνης τῆς εὐλαβοῦς συζύγου Β. Καρβούνη, δι’ ἐνεργείας τοῦ ἐπιτροπεύοντος Δ. Σούλιου 1892, ὑπὸ Χαρίτωνος ἁγιογράφου Ξενιώτου».

Ὁ μοναχὸς Χαρίτων ἦταν ἕνας ἁγιογράφος ποὺ εἶχε ζωγραφίσει πολλὲς εἰκόνες στὶς ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ καὶ στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς κατὰ τὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα, ὅπως εἶχε κάνει καὶ θαυμάσια ἀντίγραφα τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς ἦταν ἐκεῖνο ποὺ παρακινοῦσε καὶ ἐνίσχυε προσπάθειες δημιουργίας σχολείων στὰ χωριά. Αὐτὸ ἐπόπτευε, ἐνίσχυε οἰκονομικὰ ἀλλὰ καὶ στελέχωνε μὲ κατάλληλο διδακτικὸ προσωπικό, ποὺ πολλὲς φορὲς προερχόταν ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς μοναχούς του, τὰ ὅποια σχολεῖα δημιουργοῦνταν  στὰ χωριὰ.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶχαν ὡς στήριγμα ἀλλὰ καὶ βασικὸ σημεῖο τῆς ἐθνικῆς τους καὶ θρησκευτικῆς καὶ λατρευτικῆς  ἀναφορᾶς καὶ οἱ κάτοικοι τῶν πεδινῶν χωριῶν τοῦ Ἁλμυροῦ.  Αὐτοὶ δὲν εἶχαν ἄλλη δυνατότητα ἱκανοποίησης τῶν λατρευτικῶν τους ἀναγκῶν καὶ ἐνίσχυσης τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐθνικῆς τους καὶ θρησκευτικῆς ταυτότητας παρὰ μόνο τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς. Δὲν ὑπῆρχε στὰ πεδινὰ χωριὰ κάποιο ὑποκατάστατό του. Δὲν ὑπῆρχαν ἐκκλησίες καὶ μόνιμοι ἱερεῖς. Στὸ μοναστὴρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς κατάφευγαν ὅταν μποροῦσαν καὶ ὅταν τοὺς τὸ ἐπέτρεπαν οἱ περιστάσεις.

Ἡ ὕπαρξη τοῦ Μετοχιοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ ὀνομαζόμενου «Κάτω Μοναστηριοῦ», σὲ μιὰ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Ἁλμυρὸ πολὺ μικρότερη ἀπὸ ἐκείνη τοῦ κυρίως Μοναστηριοῦ (τοῦ Πάνω), ἦταν, πέραν ἀπὸ κάθε ἄλλο, καὶ μία πολυτιμότατη προσφορὰ στὸν τομέα αὐτόν. Τὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου κάλυπτε εὐκολότερα καὶ ἀμεσότερα πολλὲς ἀνάγκες τῶν κατοίκων τοῦ κάμπου, κυρίως τὶς ξαφνικὲς καὶ ἐπείγουσες, ὅπως, π.χ., ἡ τέλεση τῶν νεκρικῶν ἀκολουθιῶν καὶ τῶν κηδειῶν γιὰ τὶς ὁποῖες  καλοῦσαν μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς, ἀφοῦ στὸν Ἁλμυρό, τοὐλάχιστον, ὅπως εἶναι βεβαιωμένο, ὑπῆρχε μόνο κοιμητήριο.

Ἔτσι ἡ  μετακίνηση ἀπὸ τὸ «Πάνω Μοναστήρι» κάποιων μοναχῶν καὶ ἡ ἐγκατάστασή τους στὸ «Κάτω», προσωρινὰ ἀρχικὰ καὶ ἡ ὁποία ἔγινε μόνιμη ἀργότερα, δὲν γινόταν μόνο γιὰ τὴν «ἀνετότερη» διαβίωση τῶν μοναχῶν, ὅπως κατηγοροῦνταν, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἔτσι γινόταν εὐκολότερη ἡ ἀμεσότερη βοήθειά τους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ κάμπου. Ἡ ὑποχρεωτικὴ αὐτὴ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνίσχυση καὶ «ἀναβάθμιση» τοῦ «Κάτω Μοναστηριοῦ»  συνετέλεσε στὴν οὐσιαστικότερη καὶ ἀποτελεσματικότερη συμμετοχή του στούς, μὲ τὴν γενικότερη ἔννοια τοῦ ὅρου, ἐθνικούς μας ἀγῶνες. Ἡ περιστασιακὴ κάθοδος μοναχῶν  ἀπὸ τὸ «Πάνω» στὸ «Κάτω Μοναστήρι» ἐξυπηρετοῦσε πρακτικότερα τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν κατοίκων τοῦ ἁλμυριώτικου κάμπου.

Στὴ γενικότερη αὐτὴ ἔννοια τοῦ ὅρου «ἐθνικοὶ ἀγῶνες» περιλαμβάνεται ἡ συσπείρωση τοῦ λαοῦ καὶ ἡ συνοχή του, ἡ ἐνίσχυση τῆς ἰδιαίτερης ταυτότητάς του, ἡ ἀποτροπὴ τοῦ ἐξισλαμισμοῦ του, ἡ οἰκονομικὴ βοήθεια καὶ στήριξη, ἡ προστασία περιουσιακῶν στοιχείων τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἡ παροχὴ μόρφωσης καὶ ἐκπαίδευσης, ἡ διαφύλαξη θρησκευτικῶν, ἐθνικῶν καὶ οἰκογενειακῶν κειμηλίων, ἡ διαφύλαξη τοπικῶν ἐθίμων καὶ ἠθῶν, ἡ τέλεση πανηγυριῶν κ.τ.λ.

Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια τῶν ἀθόρυβων καὶ ἄοπλων «ἐθνικῶν ἀγώνων» ἐξετάζουμε στὸ κεφάλαιο αὐτὸ τὴ συμμετοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς. Αὐτοὶ οἱ «ἐθνικοὶ ἀγῶνες» εἶναι οὐσιαστικότεροι. Χωρὶς τέτοιους ἀγῶνες καὶ τέτοιες προσπάθειες δὲν θὰ ἦταν ποτὲ δυνατὸν νὰ ἔχουν οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα τὰ πολλὰ ἔνοπλα ἀπελευθερωτικὰ κινήματα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ. Τὸ δυναμικὸ καὶ σταθερὸ ὑπόβαθρο ποὺ κρατοῦσε πάντοτε πιστευτὸ καὶ «ἐν δυνάμει» τὸ «πάλι μὲ χρόνια μὲ καιροὺς πάλι δικά μας θἆναι» γιὰ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ θεμελιωνόταν καὶ στεργιονόταν στὴν ἐπαφὴ τῶν κατοίκων του μὲ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς. Ἐκεῖ «καταδιωγμένη» κατοικοῦσε, τρεφόταν κι ἀνδρειευόταν, τοῦ Ἁλμυριώτη σκλάβου «ἡ ἁλυσόδετη ἐλπίδα».

Σημαντικὴ προσφορὰ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες μὲ τὴν γενικότερη αὐτὴ ἔννοια, ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ διαφύλαξη ἀνόθευτης τῆς ἑλληνικότητας τῶν ὀρεσίβιων φύλων τῶν ἀπομονωμένων μερῶν τῆς Ὄρθρης καὶ ἡ ἀποκάθαρσή της ἀπὸ παρένθετα καὶ συνεχῶς παρεισφρύοντα στοιχεῖα σλαβικῶν φυλετικῶν ἐπιρροῶν. Στὸν ἴδιο, καὶ ἴσως σὲ πολὺ σημαντικότερο, βαθμό ἦταν ἡ συμβολή τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ στὴ διαφύλαξη ἀνόθευτης τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καὶ τῆς ἀποκάθαρσής της ἀπὸ εἰδωλολατρικὰ καὶ δεισιδαιμονικὰ στοιχεῖα.

Στὴν στήριξη ὅλων αὐτῶν τῶν προσπαθειῶν καὶ ἀποτελεσμάτων ἡ βοήθεια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν ὁπωσδήποτε σημαντικότατη καὶ καθοριστική. Τὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὴ μέγιστη ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκοῦσε σὲ ὅλους, μὲ τὴ ἰσχυρὴ ἀκτινοβολία ποὺ ἐξέπεμπε, μὲ τὴ μεγάλη λαϊκότητά του καὶ τὸν στενότατο σύνδεσμό του μὲ τὸ λαὸ τῆς γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιοχῆς,  ἦταν ἡ μοναδικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ κιβωτὸς σωτηρίας τῆς ἐθνικότητάς μας ἀλλὰ καὶ τῆς ὀρθοδοξίας στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ.

Πολὺ παραστατικὰ καὶ ἐπιγραμματικὰ ἔγραφε ὁ Εὐστάθιος Παπακωνσταντίνου Καλτσέτας, ἐκδότης καὶ διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ «Ἀχιλληὶς», καλὸς γνώστης τῆς τοπικῆς ἱστορίας τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, στὴν ἐφημερίδα  «Πρωία», στὶς 8 Ἰουνίου 1910: «Ἀπέβη δὲ ἡ Μονὴ  Ξενιᾶς, κατὰ τοὺς ἐρεβώδεις τῆς δουλείας χρόνους, βιβλιοθήκη ἀρχαίων συγγραμμάτων καὶ χειρογράφων (διαρπαγέντων πρὸ δεκάδος ἐτῶν παρά τινος μανιακοῦ καλογήρου) καὶ κιβωτὸς ἐν ᾗ διεσώθησαν ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἡ θρησκεία τῶν πατέρων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ κατακλύσαντος Μωαμεθανισμοῦ».

 

[1] Στὶς περισσότερες περιπτώσεις στὴν ἐργασία μας αὐτὴ, χρησιμοποιῶντας τὶς ὀνομασίες «Μοναστήρι (ἤ Μονὴ) Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Μοναστήρι (ἤ Μονὴ) Παναγίας Κισσιώτισσας», δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπισημαίνουμε τὴν ὁποιαδήποτε ἰδιαίτερη  κατά καιροὺς ἰσχύουσα ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ. Χρησιμοποιοῦμε ἀδιάφορα ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς δύο  ὀνομασίες θέλοντας νὰ ἐπισημαίνουμε ὅτι  πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο μοναστήρι γιὰ τὸ ὁποῖο   ἴσχυαν ταυτόχρονα καὶ διαρκῶς καὶ οἱ δύο αὐτὲς ὀνομασίες γιὰ ἕνα πολὺ μεγάλο χρονικὸ διάστημα πέντε ἤ ἕξη τοὐλάχιστον αἰώνων.

[2] Ἔτος Α΄, ἀριθ. φύλ. 18, 18 Ὀκτωβρίου 1933.

[3] Σήμερα, ἐρειπωμένο πιά, τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Βάβριανης, βρίσκεται στὴν περιοχὴ τῆς Γλύφας τοῦ νομοῦ Φθιώτιδας. Σώζεται μόνο ἕνα ἐκκλησάκι, στὴ θέση τοῦ παλιοῦ κεντρικοῦ ναοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ, καὶ ἴχνη ἐρειπωμένων κελιῶν.

[4] Βλ. Ἰννοκεντίου πάπα Ρώμης, Ἐπιστολαί. (Πατρολογία Migne, τόμος 214ος, βιβλίο XIII, ἐπιστολαὶ 101, 106, 107, 109, 117, 120.

[5] Βλ. Βιβλιοθήκη Μαρασλῆ, Ἱστορία τῆς πόλεως Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς μέσους αἰῶνας, ὑπὸ Φερδινάνδου Γρηγοροβίου, τόμ. Β΄, Ἐν Ἀθήναις 1904, σελ. 20, ὑποσ. 2  ὅπου , ὡς λέγεται, ὁ Hopf  τὸ Cyrona τὸ θεωρεῖ Gytona καὶ τὸ ἐξηγεῖ (Ζητούνι) Λαμία.

[6] Βλ. Ἱστορία τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὅ. π.

[7]  Βλ. Δελτίο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», περίοδος Β΄, τεῦχος 5, Ἁλμυρὸς 2001, σελ. 88-91, Θεοδόσιος Μαυρομμάτης, «Ἡ Φραγκοκρατία (ἤ οἱ Λομβαρδοὶ Ἰταλοὶ) εἰς τὰς Θεσσαλικὰς Θήβας».

[8] Franciscus Miklosioch et  Iosephus Müller, Acta et Diplomata Graeca Medii Aevi Sacra et Profana, Volumen Primum, σελ. 474.

[9] Ἀχιλληίς, Ἰούλιος 1935.

[10] Φονικότατες μάχες ἔγιναν στὴν περιοχή τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς κυρίως κατὰ τὸ ἀπελευθερωτικὸ κίνημα τοῦ 1878.

[11] Οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες ποὺ ἔπεσαν νεκροὶ κατὰ τὴν ἐκπόρθηση τοῦ κτιρίου τῆς Κάτω Ξενιᾶς θάφτηκαν κάτω ἀπὸ τὸ προαύλιο τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς.

[12] Ἀναφερόμαστε πάντοτε στὸ γνωστὸ ὡς «Πάνω Μοναστήρι».

[13] Τάσσος Νεροῦτσος, Χριστιανικαὶ Ἀθῆναι, στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας Ἀθηνῶν, τόμος Δ΄ σελ. 88.

[14] «La Conquéte  de Constantinople» traduction par  M. Natalis de Wailly, Paris 1872, ἔκδοσις  Buckon XXXII , παράγραφος 663.

[15] Βλ. Νικόλαος Γιαννόπουλος, Οἱ Δύο μεσαιωνικοὶ Ἁλμυροὶ καὶ νῦν, (Ἀνατύπωσις ἐκ τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ Παρνασσοῦ Η΄ ἔτους), ἐν Ἀθήναις 1904.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο έκτο)

 

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Α. Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ «ἐνθυμήσεις» (4ο μέρος)

Β. Ξορκισμοἰ

Γ. Ἰατρικὲς «συνταγές».

 

 

 

1801

Στὰ 1801 ἡ  Σταθοῦ, θυγατέρα τοῦ παπα-Δημητρίου Χρυσικοῦ, ἀπὸ τὴ Γούρα τοῦ Ἁλμυροῦ, ποὺ ζοῦσε στὴ Λιβαδιά, πρόσφερε στὸ Μοναστήρι τὸ μητρικό της σπίτι στὴ Γούρα, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ σχετικὸ ἀφιερωτήριο γράμμα:[1]

«δια τοῦ παρόντος γράμματος δῆλον γίνεται, ὅτι ἡ Σταθοῦ θυγάτηρ τοῦ προκεκριμένου Παπᾶ … ἀφιερώνει εἰς τὴν σεβασμίαν μονὴν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου,  Ξενιᾶς ἐπονομαζομένην, τὸ μητρικόν της ὀσπήτιον….».

 

1802

Ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν  ἑκατοντάδων μοναχῶν ποὺ κατὰ καιροὺς ἐγκαταβίωσαν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς πολὺ λίγα ἔχουν διασωθεῖ. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ καὶ τοῦ μοναχοῦ Γαλακτίωνος ποὺ ζοῦσε στὸ Μοναστήρι στις ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα.

Τὸ ὄνομά του τὸ βρίσκουμε σὲ μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ βρισκόταν στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.:

«+ΔΕΗCΙC ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΟΥ ΓΑΛΑΚΤΙωΝΟS

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΤΗC ΞΕΝΙΑC ΕΝ ΕΤΕΙ 1802.»

«+Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γαλακτίωνος, ἱερομονάχου τῆς Ξενιᾶς, ἐν ἔτει 1802.»[2]

 

1802

Στὸ ἴδιο παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πάλι σὲ μία εἰκόνα Χριστοῦ, βρίσκουμε τὸ ὄνομα τοῦ  Δαυίδ, ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς κατὰ τὸ 1802:

«+ΔΕΗCΙC ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΟΥ ΔΑVΙΔ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

ΤΗC ΜΟΝΗC ΞΕΝΙΑC ΜΝΗCΘΗΤΙ ΚΕ  ἔτος 1802.»

«+Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Δαυὶδ, καθηγουμένου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς. Μνήσθητι, Κύριε. Ἔτος 1802.»[3]

 

 

1805

Ἀρκετοὶ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς μετέβαιναν στὰ γειτονικὰ μὲ αὐτὸ χωριά καὶ δίδασκαν στὰ παιδιά. Τὰ ὀνόματα τῶν περισσοτέρων ἀσφαλῶς χάθηκαν και δὲν μᾶς εἶναι γνωστά. Σώθηκαν μερικὰ μόνο. Ἕνας τέτοιος ἦταν ὁ Ἀθανάσιος. Τὸ ὄνομά του βρέθηκε γραμμένο σὲ κώδικα τοῦ 15ου αἰῶνος, στὸν ὁποῖο διαβάζουμε ἕνα ἁπλὸ καὶ λιτό:

«Ἀθανάσιος ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς γράφω».[4]

«Ὁ ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανάσιος» μᾶς εἶναι γνωστὸς καὶ ἀπὸ ἄλλες «ἐνθυμήσεις». Φαίνεται ὅτι ἦταν καλόγερος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, ὁ ὁποῖος  κατὰ καιροὺς δίδασκε καὶ σὲ σχολεῖα τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ. Ταυτόχρονα ἀσχολοῦνταν μὲ τὴ γραφὴ καὶ ἀντιγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνταν στὶς ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς. Ἔτσι μία «φυλλάδα» τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνα ποὺ περιεῖχε τὶς ἀκολουθίες τῶν ἁγίων Μοδέστου καὶ Στυλιανοῦ καὶ ὰνῆκε στὴν ἐκκλησία τῶν Κωφῶν γράφτηκε ἀπὸ αὐτόν, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴν παρακάτω ἐνθύμηση:

«Ἡ παροῦσα φυλλάδα τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Μοδέστου

εἶναι τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ χωρίου Κουφοὺς

καὶ ἐγράφη διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου

1805, Ἰανουαρίου 15».[5]

 

 

1806

Λεπτομερειακὰ καὶ σαφέστατα ἀκριβὴς ὡς πρὸς τὸν χρόνο ποὺ τελείωσε τὸ ἔργο του, ἕνα μουσικὸ κώδικα, ἦταν «ὁ πρωτοψάλτης τοῦ Βυζαντίου κὺρ Πέτρος». Τελείωσε τὸν μουσικὸ του κώδικα στὶς 31 Αὐγούστου 1806, ὥρα 4 καὶ 25 λεπτά:

«Κὺρ Πέτρου Πρωτοψάλτου τοῦ Βυζαντίου:

Ἐτελειώθη τὸ παρὸν αως΄,[6]

Αὐγούστου λα΄, ἡμέρα ς΄, ὥρα δ΄, λεπτὰ κε΄»

«Πρόκειται γιὰ ἕνα Δοξαστάριον μελοποιημένο ἀπὸ τὸν Πέτρο Πελοποννήσιο, Λαμπαδάριο τῆς Μ.Χ.Ε. (Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας), ποὺ ἀντεγράφη ἀπὸ τὸν μαθητὴ αὐτοῦ Πέτρο  Πρωτοψάλτη Βυζάντιο, τὸν ἐπονομαζόμενο Φυγά, ὁ ὁποῖος, ἐν τέλει, προσυπογράφει τὸ παρὸν αὐτόγραφό του».[7]

 

1809

Στὸν μουσικὸ κώδικα ὑπ’  ἀριθ. 13 τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ, στὸ φύλλο 4β ὑπῆρχαν οἱ δύο παρακάτω «ἐνθυμήσεις»:

«Εἰς καιρὸν ὅπου ἄρχισα νὰ διαβάζω τὸ Ἀναστασιματάριον

ἔν ἔτει 1809 Δεκεμβρίου 7. Ζαφείριος».

«Ἐγὼ ἤθελα νὰ διαβάσω ψαλτικὴν

ὅμως οἱ κατηραμένοι Γουριῶτες δὲν ἔχουν διδάσκαλον

καὶ ἔμεινα ἀμαθής».

 

 

1810 – 1813

Στὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ὑπῆρξαν ἀσφαλῶς χρονικὲς περίοδοι κατὰ τὶς ὁποῖες ὅλα λειτουργοῦσαν θαυμάσια καὶ τηροῦνταν μὲ ἐπιμέλεια ὅλα τὰ προβλεπόμενα γιὰ τὴν διοίκηση τῶν μονῶν διαχειριστικὰ βιβλία. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὑπῆρξαν καὶ περίοδοι ἀτασθαλιῶν ἤ προχειρότητας στὴ διαχείρηση. Μία τέτοια χρονικὴ περίοδος πρέπει νὰ ἦταν καὶ στὰ χρόνια 1810 -1813.

Σὲ ἐξώφυλλο ἐκκλησιαστικοῦ βιβλίου βρέθηκαν δύο  «ἐνθυμήσεις», γραμμένες ἡ πρώτη στὴν 1η Ἰανουαρίου 1810 και ἡ δεύτερη, τρία χρόνια ἀργότερα, στὶς 17 Ἀπριλίου 1813. Καὶ οἱ δύο ἀναφέρονται σὲ παράδοση «ἁγίων λειψάνων».

Γίνεται φανερὸ τὸ ὅτι ἡ παράδοση πολύτιμων κειμηλίων γίνεται μὲ τόσο πρόχειρο τρόπο ἀπὸ τὸ ὅτι αὐτὴ καταγράφεται ὄχι σὲ ἐπίσημο βιβλίο παράδοσης καὶ παραλαβῆς ἀλλὰ σὲ ἕνα ἐξώφυλλο βιβλίου. Ἡ ἴδια προχειρότητα συνεχίζεται καὶ τρία χρόνια ἀργότερα. Καὶ ἡ δεύτερη αὐτὴ παράδοση καταγράφεται σὲ συνέχεια τῆς πρώτης καὶ στὸ ἴδιο ἐξώφυλλο.

Παρατηρεῖται μάλιστα τὸ ἑξῆς περισσότερο ἐπιβεβαιωτικό τῆς προχειρότητας αὐτῆς. Οἱ δύο παραδόσεις τῶν ἱερῶν κειμηλίων, ἄν και ἔγιναν μὲ διαφορὰ τριῶν ἐτῶν  ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ σὲ διαφορετικὰ πρόσωπα, ἡ πρόχειρη σημείωση καταγράφηκε ταυτόχρονα, μὲ καθυστέρηση τριῶν ἐτῶν τοὐλάχιστον γιὰ τὴν πρώτη παράδοση.

Στὸ τέλος τῆς ἐνθύμησης ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα δύο ἡγουμένων, τοῦ Χατζῆ Δαβίδ καὶ τοῦ Χατζῆ Παρθενίου, καὶ ἑνὸς μοναχοῦ τοῦ Κυπριανοῦ.  Φαίνεται ὅτι ὁ Χατζῆ Δαβίδ ἦταν ἡγούμενος κατὰ τὸ 1810, ὅταν παραδόθηκαν ἅγια λείψανα στὸν Δωρόθεο, καὶ ὁ Χατζη Παρθένιος τὸ 1813, ὅταν ἄγια λεἰψανα παραδὀθηκαν στὸν παπά -Ἄνθιμο.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τῆς «ἐνθύμησης» στὴν αὐθεντικὴ μορφὴ τῆς καταγραφῆς:

«1810 Ἰανουαρίου α΄. ειδοὺ γράφομεν εἴς ἐνθήμισην

τὰ ἅγια λίψανα τὸ δούκατο τίμιον ξίλω

(ἕπεται ἐκτενὴς κατάλογος ἁγίων Λειψάνων[8]) 

… ἅγια λείψανα ὅπου δώσαμεν τοῦ Δωρόθεον 1813 ἀπριλίου 17

ἅγια  λείψανα κομμάτια ΧΧ του παπὰ Ἀνθίμῳ κομμάτια Χ

σταυρὸς Χ ἀσημένιος σταυρὸς 3 μαλαματησμένος καλὰ,

τίμια ξήλα, σταυροὶ μαλαματισμένοι 2

τοῦ γερο δανιὴλ τημηον  ξυλο σι ἀργιρο κουτὴ μέσα 1.

Ἡγούμενος Χατζῆ Δαβὶδ βεβαιώνω παρὼν

Ἡγούμενος Χατζῆ Παρθένιος παρὼν

Κυπριανὸς μοναχὸς παρὼν».[9]

 

1810

Ἕνα καλλιτεχνικότατο ἀριστούργημα στὴν ἐκκλησία τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, ἔργο «καλλίστης τέχνης, λεπτοτάτης ἐργασίας καὶ κεχρυσωμένον», ὅπως τὸν περιγράφει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ἦταν ὁ ἡγουμενικὸς (μητροπολιτικὸς) θρόνος. Στὴν εἰκόνα τοῦ  Χριστοῦ, ποὺ ἦταν ἐνσωματωμένη σ’ αὐτόν  ἦταν χαραγμένη ἡ παρακάτω ἐπιγραφή:

«+ ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΗC ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΗC ΤΟΥ ΠΑΝΟCΙωΤΑΤΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΚΟΥ ΚΟΥ ΑΝΘΙΜΟΥ ΙΕΡΟ

ΜΟΝΑΧΟΥ. ΕΤΟC  1810 – ΜΑΪΟΥ 19.»

«+ Διὰ συνδρομῆς καὶ δαπάνης τοῦ Πανοσιωτάτου Ἁγίου Προηγουμένου Κυρίου Κυρίου Ἀνθίμου, ἱερομονάχου. Ἔτος 1810. Μαΐου 19.»[10]

Ὁ ἡγουμενικὸς (μητροπολιτικὸς) αὐτὸς θρόνος μεταφέρθηκε τὸ 1928 γιὰ ἀσφάλεια στὸ κάτω Μοναστήρι.

 

 

1811

Τὰ τάματα καὶ οἱ προσφορὲς στὴν Παναγία Ξενιὰ ἦταν συχνὰ καὶ πολλά. Μιὰ τέτοια σημαντικὴ ἀξιόλογη προσφορὰ ἦταν ἡ ἐπιχρυσωμένη  ἀσημένια κάλυψη τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ ἔγινε στὰ 1811, μὲ προσφορὰ τοῦ προσκυνητοῦ καὶ λάτρου της Παρθένιου ἀπὸ τὴ Δράκια τοῦ Πηλίου.

Ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὸ γεγονὸς εἶναι γραμμένη στὸ χέρι τῆς Παναγίας:

«+ ΔΕΞΑΙ ΔΕΗCΙΝ ΠΑΝΤΑΝΑCCΑ ΚΥΡΙΑ

ΤΟΥ ΠΡΟCΚΥΝΗΤΟΥ CΟΥ ΛΑΤΡΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ

ΟC ΧΡΥCΟΤΕΥΚΤΟΝ ΑΜΦΙΟΝ CΟΙ ΠΡΟCΑΓΕΙ

ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΗC ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΗC ΙΔΙΑC

1811  ΔΡΑΚΙΑ».

 

«+ Δέξαι δέησιν, Παντάνασσα Κυρία, τοῦ προσκυνητοῦ Σου λάτρου Παρθενίου, ὅς χρυσότευκτον ἄμφιόν σοι προσάγει διὰ συνδρομῆς καὶ δαπάνης ἰδίας. 1811 Δράκια».[11]

 

1815

Στὶς «ἐνθυμήσεις» μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν καὶ οἱ πληροφορίες ποὺ μᾶς δίνονται ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα γιὰ νὰ συμπληρώνουν τὴν εἰκόνα ποὺ μᾶς προσφέρουν οἱ λοιπὲς «ἐνθυμήσεις».

Στὰ 1816 ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ μὲ διαταγή του πρὸς τὸν «σοφολογιώτατο ἱεροδίκη Ἁλμυροῦ» τὸν διατάσσει νὰ ἐνδιαφερθεῖ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κυριαρχία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὴν κτηματικὴ περιουσία της, ἡ ὁποία καταπατούνταν ἀπὸ τοὺς περιοίκους:

«Πρότυπον τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ δικαίου, σοφολογιώτατε ἱεροδίκη Ἁλμυροῦ, αὐξηθείησαν αἱ ἀρεταὶ αὐτοῦ. Ἐν τῇ ἀφίξει τοῦ παρόντος αὐτοκρατορικοῦ μου μονογράμματος γνωσθήτω ὅτι:

Ἐπειδὴ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τῶν Ῥωμαίων μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου αὐτοῦ ὑπέβαλον αἴτησιν εἰς τὸ Αὐτοκρατορικὸν μου Διβάνιον… , ἵνα κατὰ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἐνεργήσητε καὶ … εἰς οὐδένα νὰ συγχωρήσητε ὑπεκφυγὰς καὶ ἐνστάσεις ἐναντίον τῶν ἄνω ὅρων καὶ τῆς Ὑψηλῆς Διαταγῆς μου….».[12]

 

1817

Οἱ λοιμικές ἀσθένειες σε παλιότερες ἐποχὲς ἦταν μιὰ μεγάλη πληγή. Χωριὰ ὁλόκληρα ἀποδεκατίζονταν ἤ καὶ ἐξαφανίζονταν ἀπὸ «θανατικά». Οἱ κάτοικοί τους ἀρκετὲς φορὲς τὰ ἐγκατέλειπαν ὁριστικὰ καὶ μετέβαιναν σὲ ἄλλα ὑγιεινότερα μέρη ὅπου ἵδρυαν νέα χωριά. Τὰ ἐγκαταλειμένα αὐτὰ χωριὰ ὀνομάζοντα γενικὰ «παλιοχώρια».

Ὑπάρχουν στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ δεκάδες περιπτώσεων τέτοιων «παλιοχωριῶν» ποὺ ἐγκαταλείφθηκαν ἐπειδὴ οἱ κάτοικοί τους πίστευαν ὅτι μετακομίζοντας σὲ ἕναν «ὑγιεινότερο» τόπο θὰ ἀπαλάσσονταν ἀπὸ τὸ μεγάλο κακό, ἀπὸ τὸ «θανατικό».

Ἀρκετὲς φορὲς σὲ τέτοιες περιπτώσεις γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴ μετάδοση τῆς ἀρρώστειας οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ σκορπίζονταν καὶ οἱ οἰκογένειές τους  ἔμειναν  σὲ πολλὰ διαφορετικὰ χωριστὰ καὶ ἀπομακρυσμένα μεταξύ τους μέρη. Ἀκόμη καὶ ἄτομα τῆς ἴδιας οἰκογένειας, ὅταν αὐτὸ θεωροῦνταν ἀπαραίτητο, ἀπομονώνονταν ζῶντας μακριὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο γιὰ μὴν μεταδώσουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὴν ἀρρώστεια. Ἔτσι ἀπομονωμένοι ζοῦσαν γιὰ κάμποσο καιρὸ περιμένοντας μέχρις ὅτου περάσει τὸ «κακὸ» νὰ ξαναγυρίσουν καὶ πάλι στὸ χωριό τους.

Ἕνα τέτοιο «θανατικὸ» εἶχε χτυπήσει στὰ 1817 το χωριὸ Κοκκωτοὶ, δίπλα στὸ «Πάνω» Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς. Οἱ κάτοικοί του  σκορπίστηκαν στὸ βουνὸ. Στὴν οἰκογένεια ἑνὸς «Κοκκωτιανοῦ», τοῦ «Χαράλαμπου», τὰ μέλη της εἶχαν σκορπιστεῖ καὶ μεταξύ τους σὲ διάφορα μέρη. Ἔμειναν ἀπομονωμένοι γιὰ ὅσο καιρό νόμισαν ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο καὶ στὶς 12 Μαΐου 1817, ἡμέρα Παρασκευή, ἀποφάσισαν καὶ γύρισαν ὅλοι καὶ «ἔσμιξαν» καὶ πάλι, «ζήμεικαν» στὸ σπίτι τους

Γεμάτος χαρὰ ὁ «Χαράλαμπος» θεώρησε καλὸ νὰ καταγράψει τὸ γεγονὸς αὐτό. Ποῦ ἀλλοῦ μποροῦσε νὰ κάνει τὴ σχετικὴ ἀναφορὰ του, ποῦ ἀλλοῦ ἔπρεπε νὰ καταχωρήσει τὸ εὐχάριστο γεγονὸς; Μόνο στὸ κοινὸ καταθετήριο, στὸ Μεγάλο Ἱερὸ Χῶρο, στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἐκεῖ εἶχε πάει ἀσφαλῶς ὁ Χαράλαμπος καὶ ὅταν ἄφηναν τὸ σπίτι τους γιὰ νὰ ζητήσει τὴ βοήθεια καὶ τὴν εὐλογία τῆς Παναγίας. Ἐκεῖ πῆγε καὶ ὅταν ἦρθαν πάλι καὶ «ἔσμιξαν» ὅλοι γεροὶ στὸ σπίτι τους νὰ τὸ ἀνακοινώσει στὴν Παναγία καὶ νὰ τὴν εὐχαριστήσει:

«ἔτος 1817 μαγιοῦ 12 κάνω θύμηση ἐγὼ Χαράλαμπος

ωντας ηρταμε και ζημείκαμε στο δικό μας σπητι

από το βουνι όπου ημάστανε φεβγάτι

από το θανατικό ήρταμε ημέρα παρατζεβη.»[13]

 

1817

Σ’ ἕναν δερματόδετο χάρτινο κώδικα τοῦ 1817, ποὺ ἦταν μία «Παρρησία» τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, ὑπῆρχε ἡ ἑξῆς «ἐνθύμηση», γραμμένη ἀπὸ τὸν ταπεινό  «ἐν παιδαγωγοῖς» Ἀθανάσιο.

Τὴν «Παρρησία» τὴν εἶχε γράψει «ὁ ταπεινὸς ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανάσιος» ὕστερα ἀπὸ προτροπὴ τοῦ σκευοφύλακα Δωροθέου ἐπὶ ἡγουμενίας Γρηγορίου.

Στὴν «Παρρησία» αὐτή, ὅπως σὲ ὅλες τὶς «Παρρησίες», κάποιοι ἀργότερα ἦταν ἑπόμενο νὰ πρόσθεταν κατὰ καιροὺς καὶ ἄλλα ὀνόματα. Δὲν ἦταν ὅμως σίγουρος ὁ Ἀθανάσιος ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄλλοι θὰ γνώριζαν πάντοτε ὀρθογραφία καὶ θὰ ἦταν καλλιγράφοι ὅπως ἦταν ὁ ἴδιος.

Ὁ Ἀθανάσιος δὲν ἤθελε μὲ τὶς νέες αὐτὲς προσθῆκες, τὶς ἀνορθόγραφες καὶ κακογραμμένες, νὰ «χαλάσει» ἡ ὡραία εἰκόνα τοῦ καλλιγραφημένου χειρογράφου του. Ἔτσι στὴν «ἐνθύμηση» ποὺ ἔγραψε σ’ αὐτὴν τὴν Παρρησία παρακαλοῦσε νὰ μὴν γράφουν τὰ νέα ὀνόματα στὸν καλλιγραφημένο καὶ ὀρθογραφημένο αὐτὸν κώδικα ἀλλὰ σὲ ἕνα πρόχειρο χαρτὶ «καὶ ὅταν τύχῃ καλλιγράφος τις ἄς γράψῃ τὰ ὀνόματα»:

«Ἔτος 1817 Σεπτεμβρίου 20

ἐγράφη ἡ παροῦσα παῤῥησία

προτροπῇ τοῦ ὁσιωτάτου ἁγίου σκευοφύλακος

κυρίου Δωροθέου μοναχοῦ, ἡγουμενεύοντος Γρηγορίου ἱερομονάχου τοῦ προσκυνητοῦ,

διὰ χειρὸς τοῦ ταπεινοῦ ἐν παιδαγωγοῖς Ἀθανασίου.

Μηδεὶς οὖν γράψῃ ᾧδε ἄνευ ὀρθογραφίας

ἀλλὰ ἄς σημειώνουν τὰ ὀνόματα εἰς ἐξώφυλλον

καὶ ὅταν τύχῃ καλλιγράφος τις ἄς γράψῃ τὰ ὀνόματα».

 

 

1819

 Πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς συναντοῦμε σὲ ἕνα «χρονικὸ σημείωμα» ποὺ ἐντόπισε καὶ παρουσίασε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος.

Ἀπὸ πολὺ νωρίς, πρὶν τὸ 1821, στὴν Ὄρθρη εἶχαν ἀναπτυχθεῖ ἐπαναστατικὲς ὁμάδες. Τὰ ὀρεινὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς τῆς Ὄρθρης, ὅπως ἡ Γούρας,  ἡ Βρύναια, οἱ Κωφοὶ, οἱ Κοκκωτοὶ ἀποτελοῦσαν ἐπαναστατικὰ κέντρα καὶ κέντρα ἀνεφοδιασμοῦ καὶ τροφοδοσίας τῶν κλεφτῶν.

Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἰδιαίτερα τὸ πάνω κτιριακὸ συγκρότημά του, χρησίμευε ὡς μυστικὸς καὶ ἀφανὴς συντονιστικὸς πυρήνας ὅλων τῶν σχετικῶν μὲ τὸν ἐξοπλισμὸ καὶ τὸν λοιπὸ ἐφοδιασμὸ σὲ κάθε εἶδος ὑλικοῦ ἐνεργειῶν.

Οἱ κινήσεις αὐτὲς, ὅπως ἦταν φυσικό, γίνονταν γνωστὲς στὸν Ἁλμυρό, στὸν ὁποῖο βρισκόταν ὁ διοικητής, ντερβέναγας, ὅλων τῶν στρατιωτικῶν τουρκικῶν δυνάμεων.  Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1819 ὁ ντερβέναγας τοῦ Ἁλμυροῦ μὲ πεντακόσιους περίπου ἀρβανίτες ἀνέβηκαν στὴν Ὄρθρη σκοπεύοντας νὰ κάψει τὴ Βρύναινα καὶ τοὺς Κοκκωτοὺς, τὰ δυὸ πλησιέστερα χωριὰ πρὸς τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ τὸ ἴδιο τὸ Μοναστήρι.

Οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπως συνέβαινε καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις, προκειμένου νὰ ἀποφύγουν τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀτίμωσή τους, ἐγκατέλειψαν τὸ Μοναστήρι καὶ κρύφτηκαν στὰ γύρω δάση καὶ στὶς σπηλιές τῆς Ὄρθρης. Τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καὶ ἄλλα πολύτιμα κειμήλια τὰ ἔκρυψαν στὴν «τρύπα». Ἡ «τρύπα» ἦταν μιὰ σπηλιὰ σὲ μιὰ κατακόρυφη καὶ ἀπότομη πλαγιὰ ἑνός γκρεμοῦ, στὴν ὁποία μποροῦσε νὰ φτάσει κάποιος μόνο κρεμασμένος μὲ τριχιές.

Οἱ Ἀρβανίτες ἔφτασαν στὸ ἔρημο Μοναστήρι καὶ τὸ λεηλάτησαν ὁλοσχερῶς. Τὸν βαθμὸ αὐτὸ τῆς πλήρους καταστροφῆς ἐκφράζει μία χαρακτηριστικὴ φράση τῆς σχετικῆς ἐνθύμησης: «ἔβγαλαν καὶ τὶς πέτρες ἀπὸ τὴν ἐκκλησία». Ὅλη αὐτὴ τὴ μεγάλη καταστροφὴ τὴν περιέγραψε λιτὰ καὶ ἁπλὰ κάποιος μοναχός, ὅταν ἐπέστρεψαν καὶ πάλι στὸ Μοναστήρι, σὲ κάποια «ἐνθύμηση» ποὺ μᾶς ἄφησε. Ἦταν 15 Μα(ρτίου) ἤ (Μα)ΐου τοῦ 1819. Σημείωσε λιτὰ ὁ καλόγερος στὸ ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο:

«+Ἐδῶ σημειώνου τον καιρὼ ὁποῦ ἤρθεν  ο ντιβέρναγας

να κάψι τα χουριὰ Βρήνινα καὶ Κουκουτοῦς

καὶ ἤρθε καὶ στο μαναστὶρ καὶ ἡμεῖς  οἵ πατέρης φυγαμαν

και κρίφκαμαν στα δάσα καὶ στα σπύλυα

καὶ την παναγιάν βάλαμαν εἰς τὴν τρύπαν

καὶ ερχῶντας ἡ ἀρβανιτις με το ντιρβέναγα ἕως πεντακόσι ονομάτοι εδιαγούμισαν καὶ κούρσεψαν  το βιὸς τοῦ μαναστηργιού

καὶ ἔβγαλαν καὶ τὶς πέτρες ἀπὸ την ἐκκλησία

καὶ ἦταν το κακο μέγα ἀδερφηα

καὶ ἔστωντας εἰς ἐνθίμισην. 1819 μα… 15». [14]

 

 

1820

«Ἐνθυμήσεις» βρέθηκαν καὶ σὲ ἔντυπα βιβλία. Σὲ ἕνα «Ἀνθολόγιο» τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ἔκδοσης τοῦ ἔτους 1797, τὸ ὁποῖο περιεῖχε «βίους καὶ πολιτείας ἁγίων», ὁ «ἐλάχιστος Ἰωακείμ», προφανῶς μοναχὸς τοῦ ἴδιου μοναστηριοῦ, μᾶς ἄφησε μία τέτοια «ἐνθύμηση».

Τὸ «Ἁνθολόγιο» ἀνῆκε στὸν Μῆτρο Ἀμπελιώτη, ποὺ ἦταν γνωστότερος ὡς Χρῆστος Χασάπης καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Δουκὸς τῆς Εὔβοιας. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ «Ἀνθολογίου» δὲν γνώριζε καθόλου γράμματα καὶ ἀνέθεσε στὸν ὄχι καὶ πολὺ ἐγγράμματο Ἰωακείμ νὰ γράψει ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἴδιος ἐπιθυμοῦσε:

«182(0;) Μαρτίου 6 σαματά στίρα  χρήστου.

+ τό παρόν ἀνθολόγιον ηπάρχη του Μήτρου Αμπελιότι 

ειτη του Χρήστο Χασάπη από το Δουκὸ

και ὅστις το αποξαινόση χορης την βουλήν του

να αίχη τας αράς των αγιων τιη΄ (=318)

θαιοφορον πατερ[ων] και το αινικέα (=ἐν Νικαίᾳ) σηνόδον

καί τίν κατάραν του χρηστοῦ και τις παναγίας

και πἄντον τον αγιον.

Ελάχηστος Ιωακήμ γράφω»

 

1821

Ἀξιόλογα γεγονότα τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, ἐν εἴδει προσωπικῶν του ἐνθυμήσεων, μᾶς διέσωσε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἀποσπασματικὰ σὲ παρένθετες στὰ κατάλοιπά του σημειώσεις.  Καταγράφουμε μία τέτοια σημείωση στὴν ὁποία συμπεριλαμβάνονται σημαντικότατες πληροφορίες γιὰ τὴ νεότερη ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ:

«Κατὰ παράδοσιν τοῦ πατρὸς Κυρίλλου, ἡγουμενεύοντος Ἰγνατίου μέχρι τοῦ 1821,  ὅτε ἐξερράγη ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις, ἕνεκεν τῶν ἀλλεπαλλήλων δῃώσεων τῆς Μονῆς ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐπιδρομέων, οἱ πατέρες ἀνεχώρησαν ἐξ αὐτῆς, ἀφοῦ πρῶτον ἀπέκρυψαν ἔν τινι σπηλαίῳ παρὰ τὴν Μονήν[15] ὅσα πολύτιμα ἐκέκτητο αὕτη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, θέμενοι αὐτὴν ἐν κουβουκλίῳ.

Ἐπεραιώθησαν δὲ εἰς Τρίκερι συναποφέροντες μεθ’ ἑαυτῶν περὶ τὰς 3.000 μὲν αἰγοπροβάτων, 150 δὲ βόας, ἅτινα πάντα λαβόντες οἱ ὑπὸ τὸν Καρατάσον ἐπαναστάται κατέφαγον, καταλιπόντες εἰς τοὺς πατέρας 70 μόνον αἰγοπρόβατα καὶ ἑνα βοῦν.

Ταυτοχρόνως διὰ προδοσίας χριστιανοῦ τινος τῆς ὑπογείου κρύπτης τῆς Μονῆς εἰς τοὺς Τουρκαλβανοὺς Γκέγκηδες ἀφῃρέθησαν καὶ διηρπάγησαν ὑπ’ αὐτῶν πάντα τὰ ἱερὰ σκεύη και κειμήλια πλὴν τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου.

Μαθὼν δὲ ὁ πασσᾶς Λαρίσης τὰ διατρέξαντα περιέσωσε μόνον παρὰ τῶν ἁρπάγων τούτων τὰ ἱερὰ λείψανα, ἅτινα μετέπειτα μεταβάντες εἰς Λάρισαν τρεῖς τῶν πατέρων τῆς Μονῆς, Ἰγνάτιος, ἡγούμενος, Δωρόθεος, σκευοφύλαξ καὶ  Χατζῆ Παρθένιος Δικαῖος, παρέλαβον αὐτὰ μετὰ 18 ὁλοχρύσων ἱερατικῶν στολῶν, πληρώσαντες ὡς ῥέσιμον (ἐξαγορὰν)  8.000 γροσίων.

Μετὰ ταῦτα ὁ ἡγούμενος Ἰγνάτιος μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν τότε Πατριάρχην Γρηγόριον τὸν Ε΄.  Οὗτος συνέστησεν τὸν ἡγούμενον εἰς τὸν Σουλτὰν – Μαχμούτ, παρ’ οὗ ἔλαβεν αὐτοκρατορικὸν φιρμάνιον κανονίζον τὰ ὅρια τῆς Μονῆς καὶ Πατριαρχικὸν σιγγίλλιον μολυβδόβουλλον.»[16]

 

 

1821

Στὰ 1821 ὁ Σερασκέρης τῆς Ρούμελης – Βαλεσῆ ἀπευθύνθηκε μὲ ἔγγραφό του πρὸς τὸν «φαζλετλοῦ Ναΐπ – ἐφέντη, Βοεβόδα, καὶ λοιποὶ ζαπιτάδες τοῦ Καζᾶ Ζητουνίου καὶ φαζλετλοῦ Ναΐπ -ἐφέντη, καὶ ἀγιάννη καὶ λοιποὶ γέροντες ταῦ Ἁρμυροῦ» καὶ διατάζει νὰ προστατέψουν τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀπὸ τὶς ἁρπαγές καὶ ληστρικὲς ἐπιδρομές ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὑπέφερε:

«Πρὸς ἐσὲ φαζλετλοῦ Ναΐπ – ἐφέντη, Βοεβόδα, καὶ λοιποὶ ζαπιτάδες τοῦ Καζᾶ Ζητουνίου καὶ φαζλετλοῦ Ναΐπ -ἐφέντη, καὶ ἀγιάννη καὶ λοιποὶ γέροντες τοῦ Ἁρμυροῦ. Ἐπειδὴ καὶ τὸ μοναστήρι τὸ κείμενον αὐτοῦ εἰς τὰ μέρη σας, τὸ ὀνομαζόμενον Ξενιά,… νὰ ᾗναι ἀπείραχτον καὶ ἀνενόχλητον τόσον ἀπὸ  κονάγια καὶ ἄλλα βάρη καὶ τεκλήφια, καθ’ ὅσον καὶ ἀπὸ τζελέπηδες, μορτζῆδες, σουμπασάδες καὶ κάθε λογῆς σεϊμένηδες…».[17]

 

1827

Ὁ Ἀνατόλιος ἦταν ἕνας πολὺ δραστήριος μοναχὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας καὶ τὴ δημιουργία τοῦ πρώτου ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους στὰ 1832, δημιουργήθηκε πρόβλημα μὲ ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς κτηματικῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς τὸ ὁποῖο ἀνῆκε πλέον στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια.

Ὁ Ἀνατόλιος ἦταν ὁ μοναχὸς ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀναγράφουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, πῆγε στην Ἀθήνα καὶ σὲ ἄλλα κέντρα γιὰ νὰ διεκδικήσει ἐκ μέρους τοῦ μοναστηριοῦ του τὴν ἀπόδοση αὐτῆς τῆς περιουσίας.

Τὸ ὄνομά του, ὡστόσο, τὸ βρίσκουμε πρὶν ἀπὸ τὰ παραπάνω γεγονότα σὲ ἕνα κιβώτιο ποὺ περιεῖχε  λείψανα τῶν Ἁγίων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγόνος, Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ Ἁγίου Μέμνωνος στὸ ὁποῖο ἦταν χαραγμένη ἡ ἐπιγραφή:

«+ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΓΙΝΕ ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΗς ΤΟV ΠΑΠΑΑΝΑΤΟΛΙΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΑCΤΗΡΙΟΝ ΤΗC ΠΑΝΑΓΙΑC ΞΕΝΙΑC. 1827

 

«+Τὸ παρὸν ἔγινε διὰ συνδρομῆς τοῦ παπᾶ Ἀνατολίου

ἀπὸ τὸ Μοναστήριον τῆς Παναγίας Ξενιᾶς.  1827.»[18]

 

1828

Οἱ φορολογικὲς ἐπιβαρύνσεις τῶν κατοίκων πολλὲς φορὲς ἦταν δυσβάστακτες. Ἡ  «φοροδιαφυγὴ» ἦταν δύσκολη καὶ τιμωροῦνταν αὐστηρὰ. Οἱ δημογέροντες τῶν χωριῶν παρόλες τὶς προσπάθειές δὲν κατόρθωναν πάντοτε νὰ ρυθμίσουν τὰ χρέη τοῦ χωριοῦ τους.

Μιὰ τέτοια δύσκολη κατάσταση φαίνεται ὅτι εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν καὶ στὰ 1828 οἱ κάτοικοι τῶν Κοκκωτῶν. Δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ πληρώσουν τὰ «δοσίματα» ποὺ τοὺς εἶχαν ἐπιβληθεῖ. Ἔτσι, μὴν βρίσκοντας ἄλλον τρόπο νὰ ἀντιδράσουν, ἀποφάσισαν ὅλοι νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ χωριό τους καὶ τὰ σπίτια τους καὶ νὰ σκορπιστοῦν γιὰ να κρυφτοῦν στὰ  τριγύρω μέρη. Τὸ γεγονὸς τὸ κατέγραψε, ὅπως συνήθιζαν ὅλοι σὲ τέτοιες περιπτώσεις σὲ ἕνα βιβλίο τοῦ Μοναστηριοῦ,  ὁ «Γιάννης τοῦ Χρήστου Κύρκου»:

«φανερώνω τὸν καιρὸν  ποὺ σκόρπισεν οἱ Κουκουτοὺς

ἀπὸ  δοσίματα. 1828  –  ἁλωναρίου 8.

Γιάννης τοῦ Χρήστου Κύρκου».

 

1830

Κατὰ τὸ 1830 ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἦταν ὁ Παπᾶ Σαμουὴλ. Μᾶς τὸ βεβαιώνουν δύο σφραγίδες ποῦ εἶχε ἐντοπίσει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος. Ἡ μία ἦταν προσωπικὴ τοῦ ἡγουμένου τοῦ Μοναστηριοῦ

«Παπᾶ Σαμουήλ 1830»[19]

καὶ ἡ ἄλλη τοῦ Μοναστηριοῦ

«Μονή Ξενιᾶς  1830».[20]

Ἡ σφραγίδα «Μονὴ Ξενιᾶς 1830» εἶναι μία σαφὴς ἔνδειξη ὅτι καὶ ἐπισήμως πιὰ χρησιμοποιοῦνταν ἡ ὀνομασία «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Σαφὴς καὶ συγκεκριμένη, ὡστόσο, χρονολογία κατὰ τὴν ὁποία ἐπίσημα ἔπαψε νὰ χρησιμοποιεῖται τὸ «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», δὲν μᾶς εἶναι γνωστὴ. Ἐντύπωσή μας εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε καὶ σχετικὴ ἐπίσημη ἀπόφαση γιὰ τέτοια μετονομασία.[21] Πιθανόν ἡ κατασκευὴ τῆς ὄχι ὁλοκληρωμένης λεκτικὰ καὶ σωστῆς τυπικὰ σφραγίδας «Μονὴ Ξενιᾶς 1830» νὰ ἀποτελεῖ αὐθαίρετη πράξη τοῦ Παπᾶ Σαμουήλ.

  1. 1833.

Κάποιες πληροφορίες βρίσκονται σὲ διάφορες εἰκόνες τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπὸ τὶς ὁποῖες μαθαίνουμε μόνο κάποια ἁπλὰ ὀνόματα ἀφιερωτῶν ἀλλά καὶ ἁγιογράφων σὲ ὁρισμένες χρονολογίες.

Ἔτσι σὲ μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ βρισκόταν στὸν ἡγουμενικὸ θρόνο στὸ κάτω Μοναστήρι ὑπῆρχε ἡ ἑξῆς ἐπιγραφή:

«+Δέησις Σαμουὴλ, ἱερομονάχου,

διὰ χειρὸς Δημητρίου ἁγιογράφου 1833».[22]

 

 

1833

Σὲ ἕνα ἀσημένιο κιβώτιο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ποὺ περιεῖχε λεἰψανα  τῶν ἁγίων Ἐλευθερίου καὶ Τρύφωνος ὑπῆχε σχετικὴ εἰκονογραφία τοῦ προσκυνητοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Χατζῆ Παρθενίου καὶ ἡ ἑξῆς ἐπιγραφή:

«20 Αὐγούστου 1833

Χ.(ατζῆ) + Χριστόν τε καὶ τὸν Κύριον τῆς δόξης ἡ τεκοῦσα.

Π           – Παντάνασσα, Πανάχραντε, Κυρία Θεοτόκε,

Α           – Ἀποστόλων μὲν καύχημα, ἐμοῦ δὲ προστασία,

Ρ           – Ῥῦσαι ἐν ὥρᾳ κρίσεως πυρός τε καὶ γεέννης

Θ           – Θήκην τα δέξαι άργυρᾶν παρὰ τοῦ Σοῦ ἱκέτου

Ε            – Ἐλευθεροῦσα δὲ αὐτὸν πάσης τῆς ἐπηρείας.

Ν            – Ναῷ προσφερομένην Σου πρὸς καύχημα καὶ δόξαν

Ι             – Ἱκέτου Σου τοῦ ταπεινοῦ, δι’οὗ καὶ ἡ δαπάνη

Ο           – Οὗ τινος καὶ τὸ ὄνομα ἐν τῇ ἀκροστοιχίδι

Σ            – Σῷζε οὖν πανάμωμε τοὺς εὐπρέπειαν ποθοῦντας.

Διὰ χειρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐκ Μακρυνίτζης  ἐχαράχθη

29 Αὐγούστου  1833».[23]

Ὁ μοναχὸς Χατζῆ Παρθένιος εἶναι γνωστὸς καὶ ἀπὸ ἄλλες «ἐνθυμήσεις»

 

 

1833

Παρόμοιες πληροφορίες μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε καὶ ἀπὸ ἐπιγραφὲς σὲ διάφορα ἄλλα ἀντικείμενα καὶ ἐκκλησιαστικὰ σκεύη. Ἔτσι στὰ 1833 ὁ πανοσιώτατος ἱερομόναχος Καλλίνικος πρόσφερε στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς δὺο ἀσημένια θυμιατὰ. Ἡ πληροφορία χαράχτηκε πανομοιότυπα καὶ στὰ δύο:

«Διὰ συνδρομῆς τοῦ πανοσιωτάτου Καλλινίκου,

ἱερομονάχου, ἐν ἔτει 1833»

Ὁ ἵδιος μοναχὸς εἶχε φροντίσει τὴν ἴδια χρονιὰ νὰ αὐξήσει τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ Μοναστηριοῦ του προσθέτοντας σ’ αὐτὰ καὶ ἕνα ἐπίχρυσο ἀσημένιο δισκοπότηρο, στὸ ὁποῖο χαράχτηκε ἡ ἐπιγραφή:

«Συνδρομῇ πατρὸς Καλλινίκου ἐν ἔτει 1833».

 

 

1835

Δυὸ χρόνια μετὰ τὶς παραπάνω προσφορὲς τοῦ Καλλινίκου προσφέρθηκε ἕνα ἀσημένιο  ἀρτοφόριο μὲ τὴ συνδρομὴ τούτη τὴ φορὰ τοῦ «ὁσίου προηγουμένου ἀββᾶ Γαβριήλ, ἱερομονάχου»:

«συνδρομῇ τοῦ ὁσίου προηγουμένου

ἀββᾶ Γαβριήλ, ἱερομονάχου».

 

 

1841

Μοναδικὴ στὸ εἶδος της καὶ ἐντελῶς ξεχωριστὴ στὸ περιεχόμενό της εἶναι ἡ παρακάτω «ἐνθύμηση». Καὶ παρουσιάζει  μεγάλο ἐνδιαφέρον ἀφοῦ εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ εἶναι γραμμένη ἀπὸ Τοῦρκο.

Στὶς 15 Ἰουλίου (Ἁλωναρίου) 1841 ἦρθε στὸ Πάνω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὁ τοῦρκος  Μουσταφᾶς Λιπόχοβα. Ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς ἐσοδείας. Ἁλωνάρης μήνας. Ὁ Μουσταφᾶς Λιπόχοβα δὲν πῆγε στὸ Μοναστήρι νὰ προσκυνήσει βεβαίως. Πῆγε νὰ ἁρπάξει γιατὶ ἦταν ὁ πιὸ κατάλληλος καιρός, ὁ καιρὸς τοῦ ἁλωνισμοῦ. Καὶ ἅρπαξε. Σήκωσε ὅλα τὰ ἁλώνια τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅλη τὴν ἐσοδεία τῆς χρονιᾶς ἐκείνης. Καὶ δὲν ἀρκέστηκε μόνο σ’ αὐτό. Δὲν προσπάθησε νὰ σκεπάσει τὴν πράξη του ὥστε νὰ μείνει ἄγνωστη. Θέλησε νὰ γνωστοποιηθεῖ ἡ πράξη του. Πῆγε λοιπὸν καὶ αὐτὸς ὡς τὸν νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς καὶ στοὺς τοίχους του, ποὺ γιὰ ἀρκετὰ χρόνια χρησίμευαν, ὅπως εἴδαμε, ὡς «ἱστορικὸ λεύκωμα» γιὰ πολλούς, καὶ κατέθεσε καὶ αὐτὸς τὴν προσωπικὴ ἐπιβεβαίωση τῆς πράξης του: «ἐγὼ ὁ Μουσταφᾶς Λιπόχοβα φανερώνω τὸν καιρό ποὺ ἦρθα ἐδῶ στὸ Μοναστήρι καὶ σήκωσα τὰ ἁλώνια, 15 Ἰουλίου 1841»:

«1841 ἁλωναρίου (=Ἰουλίου) 15 φανερώνω  τὸν καιρὸν

ὅπου ἦρθα ἐδῶ στὸ μοναστήρι και σήκωσα τὰ ἁλώνια

……. Ἐγὼ μουσταφᾶς λιποχοβα».[24]

 

 

1842

Ἐρευνῶντας ἀσταμάτητα τὰ βιβλία τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἐντόπισε κολλημένο στὸ ἐξώφυλλο ἑνός παλαιοῦ βιβλίου ἕνα σημείωμα μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον περιεχόμενο:

«Τὸ συμβούλιον τῶν  μονῶν[25] Ξενιὰς οἱ υποφαινόμενοι συνασκούμενοι πατέρες τῶν μονῶν Ξενιὰς[26]   πιστοποιοῦμεν ὅτι διὰ μερικὰ κτήματα ὡποὺ εἴχαμε τῆς μονῆς μας κείμενα εις χορίον Χαμάκου εἰγοῦμενεβων Κύριλος Ἱερομόναχος καὶ μὴν ἔχοντας το Μοναστήριον δηναμιν ἀπὸ τὰς πολλὰς περιστάσης καὶ ἀπὸ τὰ πολὰ ἔξοδα ἔκαμεν κύνημα καὶ ἐποῦλισε τα ειριμένα κτίματα ἄνευ τοῦ συμβουλίου δια γροσια τουρκικα 1000 ἤτοι χίλια Καὶ δια τοῦτο Σύμερους όλι ομοφονως Ἱερομόναχοι καὶ μοναχὶ ανουμεν[27] το πολιτήριον εἰς τὸν ἀγοραστὶν Κ. Ἰωάννιν σχιναν καὶ ἀπὸ τὴν σύμερον καὶ εἰς τὸ ἑξίς νὰ μένουν πάλι εἰς τὴν κατοχὴν τον πατέρον καὶ ὅσι εἴθελον ὑπάρξουν εἰς  τὸ μοναστήριον καὶ ἄν θελίση καὶ εύγη εἰς κριτίριον[28] ὁ κύριος  Ἰωάννις νὰ ἔχον η πατέρες  ἰσχὺν  δια να παρουσιαστούν κιποὺν τὸ τοκείρυ τους καὶ ὑποφαινόμεθα 1842 (;) ἀπριλίου 20 οἱ ὑποφαινόμενοι πατέρες τις ιερὰς μονης ξενιάς».[29]

Τὸ σημείωμα αὐτό, ἄν καὶ λίγο ἀσαφές, ρίχνει κάποιο φῶς σ’ ἕνα ζήτημα σχετικὸ μὲ τὴν ἀπόκτηση τῆς κτηματικῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ.

Τὸ χωριὸ «Χαμάκου» εἶναι ἡ σημερινὴ Χαμάκω, ἕνα ἐγκαταλειμένο ἀπὸ τὸ 1918 καὶ ἀκατοίκητο στὴν ἐποχή μας χωριὸ στὸ ὁποῖο ζοῦσαν μέχρι σχεδὸν καὶ τὸ 1920 οἱ κάτοικοι τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ Ἀχιλλείου. Στὴν κτηματικὴ περιοχὴ τῆς Χαμάκως συμπεριλαμβάνονταν καὶ τὰ κτήματα ἐκεῖνα ποὺ ἀνῆκαν στὸ πρῶτο Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, αὐτὸ ποὺ βρισκόταν στὴ θέση «Λάκα Παναγιὰ» τοῦ Ἀχιλλείου, στὸ ὁποῖο, ὅπως ἀναφέρουμε σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς, παρουσιάστηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Ἀνάμεσα στὰ κτήματα αὐτὰ περιλαμβανόταν καὶ τὸ τεράστιο σὲ ἔκταση δασόκτημα «Κουκλιᾶς» ἤ «Βατὰ», μέσα στὸ ὁποῖο χτίστηκε τὸ δεύτερο Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅταν οἱ καλόγεροι  ἐγκατέλειψαν τὸ πρῶτο στὴ Λάκα Παναγιά.

Ὅλα τὰ κτήματα αὐτά, ἀπὸ τὴ στιγμὴ  ποὺ οἱ μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς «Λάκα Παναγιᾶς» ἐγκατέλειψαν καὶ τὸ δεύτερο μοναστήρι τους στὸν «Κουκλιᾶ» καὶ πῆγαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας, ἀνῆκαν πλέον στὴν Μονὴ τῆς  Παναγίας Κισσιώτισσας.

Ἐπειδὴ ὅμως τὰ κτήματα αὐτὰ βρίσκονταν πλέον μακριὰ ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὸ ὁποῖο ἀνῆκαν καὶ ἦταν δύσκολη ἡ ἐκμετάλλευσή τους γεννήθηκε ἡ σκέψη νὰ πουληθοῦν. Ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους εἶχε δείξει ὁ κάτοικος τῆς Χαμάκως Ἰωάννης Σχοινᾶς. Κάποιοι μοναχοὶ, χωρίς ἀπόφαση τοῦ ἡγουμενικοῦ συμβουλίου, ἦρθαν σὲ διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Σχοινᾶ καὶ εἶχαν πάρει ἔναντι 1.000 γρόσια. Ἀργότερα ἀμφισβητήθηκε ἡ ἐγκυρότητα αὐτῆς τῆς πράξης ἀπὸ ἄλλους μοναχούς καὶ στὸ παραπάνω σημείωμα διακηρύσσουν, ἄν καὶ ὄχι μὲ σαφήνεια,  ὅτι τὰ κτήματα στὴ Χαμάκω ἀνήκουν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, θεωρῶντας τὴν προηγούμενη πράξη πώλησης ἄκυρη καὶ ἀνύπαρκτη.

Σὲ περίπτωση δὲ ποὺ ὁ Ἰωάννης Σχοινᾶς ἀποφάσιζε νὰ καταφύγει στὰ δικαστήρια ἐξουσιοδοτοῦνταν κάποιοι πατέρες νὰ παρουσιαστοῦν καὶ νὰ ἀναφέρουν, νὰ εἰποῦν (κιποῦν), ὅτι εἶναι κύριοι τῶν κτημάτων αὐτῶν: «καὶ ἄν θελήση καὶ εὔγη εἰς κριτίριον ὁ κύριος  Ἰωάννης νὰ ἔχουν οἱ πατέρες  ἰσχὺν  διὰ νὰ παρουσιαστοῦν κιποὺν τὸ τοκείρυ».

Τὰ κτήματα αὐτὰ τελικὰ μεταβιβάστηκαν στὸν Ἰωάννη Σχοινᾶ. Δὲν γίνεται σαφὲς ἀπὸ ὅσα μας εἶναι γνωστὰ τὶ ἀκριβῶς ἔγινε ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὰ χρήματα ποὺ εἶχαν δανειστεῖ οἱ καλόγεροι ἀπὸ τὸν Σχοινᾶ δὲν τοῦ ἐπεστράφησαν. Ἔτσι τὰ κτήματα τοῦ Μοναστηριοῦ  τῆς Ξενιᾶς στὸ Ἀχίλλειο καὶ στὸν Κουκλιᾶ, ποὺ εἶχαν δοθεῖ ὡς ἐγγύηση τοῦ δανείου ἔμειναν ὁριστικὰ στὸν Σχοινᾶ. Τὸ Μοναστήρι ἀγόρασε τὴν ἴδια  ἐποχὴ  τὸ τσιφλίκι στὰ «Κελέρια».

 

1856

Σημαντικὸ «Χρονικὸ σημείωμα» εἶναι καὶ τὸ παρακάτω, τὸ ὁποῖο παρουσιάσαμε ἀναλυτικὰ στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Μοναστηριοῦ:

«Σημειώνου τὸ ἀρχαῖον ἔτος τοῦ Μοναστηρίου Ξενιᾶς. Ἰδοὺ τὸ ἀρχαῖον ἔτος ὁποῦ ἐκτίσθη τὸ ἱερὸν μοναστήριον.  Ἐκτίσθη ἔν ἔτει ΧΛΖ΄. Λοιπὸν ἕως τὰ χίλια λείπουν ΤΞΖ΄ καὶ πάλιν  τὰ ΤΞΓ΄ καὶ τὰ ΩΝΣΤ΄ ὁποῦ εἴμεθα τώρα δηλαδὴ ὁποῦ ἀνακοινοῦμεν τὴν χρονολογίαν, εἶναι λοιπὸν τὸ ἱερὸν μοναστήριον τῆς κυρίας ἡμῶν Ξενίας Θεοτόκου ἀπετότε ἕως τοῦ νῦν ἔτη ΑCΙΘ΄ (ασιθ΄ =1219) κτισμένον εἶναι τὰ ἀρχαῖα αὐτοῦ θέμελα, ἔχον μεγάλην ἔκτασιν,[30] παρὰ ἐν καιρῷ ὁ ἐν ἀποστάταις τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν θρησκείας ὀνομαζόμενοι παπισταὶ καὶ κοινῶς ῥωμαῖοι[31] πολέμους φρικτοὺς ἐνεργοῦσι κατὰ τῶν εὐσεβῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἐρημώνει πόλεις, κώμας, χώρας καὶ τὰ ἱερὰ μοναστήρια, ὡς φαίνεται εἰς τὰ ἀρχαῖα τοῦ ἁγιωνύμου ὄρους. Στρατοπεδεύσας διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔφθασαν οἱ στόλοι καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς Δημητριάδος ὁστὶ σήμερον Βῶλος κατάκτησαν ἐκεῖ τὸ περίφημον φρούριον τὸ κτισθὲν ὑπὸ τοῦ βασιλέως Δημητρίου καὶ ὀνομασθεῖσα Δημητριάς. Ἔσυραν λοιπὸν οἱ στόλοι τὰς ἀγκύρας των καὶ κατέπλεον κατὰ τὰ δυτικὰ μέρη. Ἦν [φρούρ]ιον περίφημον ὀνομαζόμενον Κεφάλαιον ἦν δὲ καὶ πόλις [Κεφάλαι]ον, τώρα δὲ ὀνομάζεται (βαρβαρισθεῖσα) Κεφάλωσης, ὁστὶ …….ηεργεια, πυρπολυθείσης δὲ οἱ πόλεις καὶ τὸ φρούριον …… ὁ στρατὸς εἰς ὅλα τὰ μέρη κατὰ τὸ ἀρκτικὸν μέρος ….. ἕως δύο ὥρας εἶναι τὸ ἱερὸν μοναστήριον.»[32]

 

 

1857

Ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴν πόλη του Ἁλμυροῦ ὑπῆρχε ἕνα οἰκόπεδο ἰδιοκτησίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς. Στὸ οἰκόπεδο αὐτό ἀνεγέρθηκε κατὰ τὸ 1857 ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ διώροφο μεγάλο κτίριο γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς, ὅταν ἀναγκάζονταν νὰ διανυκτερεύσουν στὸν Ἁλμυρό.

Στὴν κύρια πρόσοψη τοῦ κτρίου αὐτοῦ, τὴν ἀνατολική, ἑκατέρωθεν τῆς κεντρικῆς εἰσόδου βρίσκονταν ἐντειχισμένες δύο μαρμάρινες πλάκες. Στὴ μία ἦταν χαραγμένος δικέφαλος ἀετὸς καὶ στὴν ἄλλη δύο κυπαρίσια μὲ ἕνα σταυρὸ ἀνάμεσά τους καὶ κυκλικὰ οἱ λέξεις «ΜΕΤΟΧΙ  ΞΕΝΙΑΣ  ΜΑΡΤΙΟΣ 1857.[33]

Τὸ μετόχι αὐτὸ,  τὸ 1923, ὕστερα αἴτημα του Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Ἁλμυροῦ, προσφέρθηκε δωρεὰν ἀπὸ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιο Ξενιᾶς στὴν Κοινότητα Ἁλμυροῦ, γιὰ τὴν ἀνέγερση Γυμνασίου, ὅπως ἀναφέρουμε στὸ κεφάλαιο «Προσφορά τοῦ Μοναστηριοῦ».

«Ἐπειδὴ ὁ σκοπὸς δι’ ὅν ζητεῖται ἡ δωρεὰ τούτου ἐκ μέρους τῆς Κοινότητος Ἁλμυροῦ θεωρεῖται κοινωφελὴς δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, προκειμένου περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ μορφώσεως τῆς νεολαίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρκετὰς ἀπήλαυσε καὶ ἀπολαμβάνει προσόδους ἡ καθ’ ἡμᾶς Μονή», ἔγραφε στὴ σχετικὴ ἀπόφασή του τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον Παναγίας Ξενιᾶς.

 

 

1857

Στὸ μοναστήρι δὲν πρόσφεραν μόνο οἰ διάφοροι λαϊκοὶ προσκυνητές. Σημαντικὰ ἦταν καὶ τὰ ἀφιερώματα τῶν ἴδιων τῶν μοναχῶν. Τὸ 1857 ὀ μοναχός Ἀχίλλειος πρόσφερε στὸ Μοναστήρι ἕνα «κατζί», δηλαδή ἕνα θυμιατὸ ποὺ χρησιμοποιοῦνταν εἰδικὰ στὶς ἀγρυπνίες. Ἡ ἀφιέρωση φανερωνόταν ἀπὸ τὴν χαραγμένη πάνω του ἐπιγραφή:

«συνδρομῇ Ἀχιλλείου τῷ 1857 κατασκευασθέν».

 

 

1858

Ἕνα χρόνο ἀργότερα, τὸ 1858, ὁ «Ξενιώτης» μοναχὸς πανοσιώτατος Καλλίνικος, πρόσφερε μιὰ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν στὴν Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς, τὴν ὁποία ἁγιογράφησε ὁ παπὰ Δημήτριος:

«+Συνδρομῇ καὶ δαπάνῃ

τοῦ Πανοσιωτάτου Κυρίου Καλλινίκου Ξενιώτου.

  1. χεὶρ παπᾶ Δημητρίου».[34]

 

 

1861

Μερικὲς ἐπιγραφὲς εἶναι πολὺ λιτὲς, χωρὶς κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα. Μᾶς δίνουν ἁπλῶς χρήσιμες πληροφορίες. Μιὰ τέτοια εἶναι ἡ παρακάτω ποὺ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τὴν 1η Σεπτεμβρίου 1861 ἡγούμενος στὸ Μοναστήρι ἦταν ὁ ἱερομόναχος Γαβριήλ:

«ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΞΕΝΙΑΣ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ

1861 Σεπτεμβρίου Α΄»

 

 

1865

Σὲ μία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου τοῦ Νέου ὑπῆρχε ἡ ἐπιγραφή:

«Διὰ συνδρομῆς Χριστοφόρου ἱερομονάχου.

Διὰ χειρὸς Ι. Γ. Βλαχλῆ. 1865»

 

1871

Στὴν τελευταία σελίδα ἑνὸς δερματόδετου Ἁγιασματάριου (Μικρὸ Εὐχολόγιο) ἀναγράφεται:

 «1871 Μαΐου 21 ἐν Ἀργαλαστῇ. Ἔγραψα ἐγὼ ὁ Ἀναγνώστης Οἰκονομίδης διὰ ἐνθύμησιν τῶν ἁγίων πατέρων

τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς κυρίῳ παπα Γαλακτίωνι

καὶ κυρίῳ Ἰωὴλ ἱεροδιακόνου»

 

1875

Στὰ 1875 ἀνεγέρθηκε στὸ προαύλιο τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἕνα  ὀκταγωνικό καμπαναριὸ. Κατεδαφίστηκε ὅμως στὴν περίοδο τῶν ριζικῶν ἀνακαινίσεων ποὺ πραγματοποιήθηκαν μὲ τὴ φροντίδα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος Γερμανοῦ. Ἔτσι σήμερα ἔχουμε μόνο φωτογραφίες καὶ εἰκόνες του.

Ὡστόσο διασώθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ ὑπῆρχε σ’ αὐτὸ καὶ ἔτσι ἔχουμε τὶς σχετικὲς πληροφορίες. Τὸ καμπαναριὸ τοῦ Μοναστηριοῦ χτίστηκε στὰ 1875 μὲ φροντίδα τοῦ πανοσιωτάτου ἡγουμένου Γαβριὴλ καὶ μὲ χρήματα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης Θεοδώρου Κρακιὰς, ὁ ὁποῖος ἀνακηρύσσεται καὶ «κτήτωρ» τοῦ καμπαναριοῦ:

«Ο ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΣ
ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΓΑ

ΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΔΙ ΕΞΟ

ΔΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩ

ΡΟΥ ΚΡΑΚΙΑ ΚΤΙΤΟΡΑΣ

ΕΝ ΕΤΕΙ 1875».

«Ὁ Πανοσιώτατος ἡγούμενος Γαβριὴλ καὶ δι’ ἐξόδων Ἰωάννου Θεοδώρου Κρακιᾶ Κτίτορας. Ἐν ἔτει 1875.»[35]

 

 

1877

Στὸ κάτω μέρος ἑνὸς κιβωτίου στὸ ὁποῖο ἦταν συγκεντρωμένα καὶ φυλαγμένα λείψανα ὀστῶν τοῦ Ἁγίου Μοδέστου τῶν Ἱεροσολύμων, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,  τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου, τῆς Ἁγίας  Παρασκευῆς καὶ τοῦ Ἁγίου πρωτομάρτυρος καὶ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου ὑπῆρχαν εἰκονογραφίες τῶν πατέρων τῆς Μονῆς Ξενιᾶς Καλλινίκου καὶ Ἀχιλλείου καὶ ἡ σχετικὴ ἐπιγραφή:

«Δαπάνῃ Καλλινίκου καὶ Ἀχιλλείου, ἱερομονάχων.

Τῆς ξυνορίδος ταύτης συνδρομὴ τοῦδε τοῦ κιβωτίου

Πολύφοροι καὶ εὔκαρποι βλαστοὶ τῆς Ἐκκλησίας,

Ἄνθη εὐωδιάζοντα τῆς Ξενιᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας.

Δέξαι, ὦ χαριτόβρυτε, ὡς τὰ λεπτὰ τῆς χήρας

Δῶρον τῶν σῶν βλαστῶν μὲ ἱκέτιδας χεῖρας.

Ἐνίσχυσον εἰσέτι δὲ καθῆκον νὰ τηρῶσιν,

εἰς θέατρον τὸ πάνδημον παράκλησιν εὑρῶσιν.

Τῆς εὐφημίας ποιητὴς

Γιάννης ζωγράφος ὁ Βλαχλῆς.

Χεὶρ Δημητρίου Ἰω. Χρυσοχόου ἐκ Μακρυνίτσης

Ἐχαράχθη 1877 Σεπτεμβρίου 28».[36]

 

1880

Στὴν τελευταία σελίδα ἑνὸς δερματόδετου Ἁγιασματάριου (Μικρὸ Εὐχολόγιο) τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς ὑπῆρχε ἡ «ἐνθύμηση»:

«1880 Αὐγούστου … παπᾶ Ἰωακεὶμ Ἀποστόλου»

 

1882

Στὰ 1882 ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἰωακεὶμ ἀνακοίνωσε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ὅτι στὸ ἑξῆς, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, τὸ μοναστήρι τους «ἀπολύεται ἐκκλησιαστικῶς» ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἐντάσσεται στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας:

«Ὁσιώτατοι ὅ,τε ἡγούμενος καὶ λοιποὶ πατέρες τοῦ ἐν τῆ ἐπαρχίᾳ  Λαρίσσης κειμένου ἱεροῦ ἡμετέρου πατριαρχικοῦ σταυροπηγιακοῦ μοναστηρίου τῆς Ὑπεραγἰας  Θεοτόκου Ξενιᾶς, τέκνα ἐν Kυρίῳ ἀγαπητὰ, χάρις εἴη ὑμῖν καὶ εἰρήνη παρὰ Θεοῦ.

Μετὰ τὴν συντελεσθεῖσαν πολιτικὴν ἐκχώρησιν χωρῶν τινων ἐξ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας πρὸς τὸ βασίλειον τῆς Ἑλλάδος,… Ὅθεν καὶ ἀνακοινούμενοι τοῦτο τῇ ὑμετέρα ὁσιότητι ἐντελλόμεθα καὶ παραγγέλλομεν συνοδικῶς ὅπως ἀναγνωρίζοντες τοῦ λοιποῦ κανονικὴν ὑμῶν ἀρχὴν καὶ πνευματικὴν προστάτιδα καὶ κηδεμόνα τὴν ἰερὰν τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σύνοδον, καὶ τὴν ἱερὰν ὑμῶν μετάνοιαν ταύτῃ ὑποκειμένην, μνημονεύητε τοῦ κανονικοῦ αὐτῆς ὀνόματος ἐν πάσαις ταῖς ἱεραῖς τελεταῖς, καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν σχέσιν καὶ ἀναφορὰν ἔχητε ἐν πᾶσι τοῖς μοναστηριακοῖς ὑμῶν πράγμασιν».

 

1893

Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, μεγάλος καὶ συστηματικὸς ἐρευνητὴς τῆς ἱστορίας τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ καὶ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς, μᾶς ἄφησε καὶ μερικὲς προσωπικές του καταθέσεις ἐν εἴδει «ἐνθυμήσεων», συμβάλλοντας στὴν καταγραφὴ τῆς τοπικῆς ἱστορίας μας.

Ἡ παρακάτω «ἐνθύμηση» εἶναι πολὺ σημαντικὴ εἰδικὰ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μονῆς Ξενιᾶς γιατὶ μᾶς παρέχει πολυτιμότατες πληροφορίες:

«Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος μέχρι τοῦ 1867 διέμενόν τινὲς τῶν πατέρων διαρκῶς  ἐν τῇ Κάτω Μονῇ Ξενιᾶς, ἤτοι τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ὁ Ἀββᾶς Γαβριὴλ λέγει ὅτι τότε ἤκμαζεν ἡ Ἄνω Μονή. Αὐτὸς δὲ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὑτοῦ ἐνεθυμήθη 100 μοναχοὺς μονάζοντας ἐν τῇ Μονῇ, ὧν 25 ἦσαν ἱεροδιάκονοι. Ἕνεκεν ὅμως τῆς ἐπαράτου λῃστείας, διηνεκῶς λυμαινομένης τὸν τόπον, τῆς ὠμότητος τοῦ Βοεβόδα Κοκοσίου, εἰς ὅν ὑπήγετο αὕτη, καὶ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐπαναστάσεων, καθ’ ἅς ὁτὲ μὲν ἅπαντες οἱ πατέρες κατήρχοντο εἰς τὴν Κάτω Μονὴν, ὁσάκις ὁ Βοεβόδας Κοκοσίου ἦν ὠμός (διότι ἡ Κάτω Μονὴ δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Βοεβόδα, ἀλλ’ εἰς τὴν τοῦ Ἁλμυροῦ, τοῦ Βοεβόδα ἑδρεύοντος ἐν Πλατάνῳ ἤ Κωφοῖς), ἀνήρχοντο δὲ εἰς τὴν Ἄνω, ὁσάκις οὗτος ἦν ἤπιος. Ἡ κατάστασις αὕτη διήρκεσεν μέχρι τοῦ 1867, καὶ οὐχὶ μέχρι τοῦ 1844, ὡς λέγει ὁ Ζωσιμᾶς Ἐσφιγμενίτης, ὅτε ἐγκατέστησαν ὁριστικῶς πλέον ἐν τῇ Κάτω Μονῇ, τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μετοχἰῳ αὐτῆς, ἔνθα ἔκτοτε διαμένουσι παρὰ τὴν ῥητὴν διαταγὴν τοσούτων σεβασμίων Πατριαρχῶν Γαβριήλ, Νεοφύτου, Γρηγορίου Ε΄ καὶ ἄλλων, οἵτινες ἐπὶ ποινῇ ἀφορισμοῦ ἀπαγορεύουσι τοῦτο, καταλιπόντες ἐν τῇ Ἄνω Μονῇ ὑπέργηρόν τινα μοναχὸν Παντελεήμονα, ἀποθανόντα τῷ 1888. Ἐπὶ πέντε δὲ ὁλόκληρα ἔτη ἔμεινεν ἡ μονὴ αὕτη κεκλεισμένη, ἤτοι μέχρι τοῦ 1893, ὅτε ἐξαπέστειλαν ἐκεῖ Ἱερόθεον μοναχὸν πρὸς φύλαξιν».

 

1901

Μία ἄλλη «ἐνθύμηση» τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου, τὴν ὁποία παρενέβαλε ὁ ἴδιος σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς κώδικες τοῦ ἀρχείου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, εἶναι καὶ ἡ παρακάτω:

«ἐν ἔτει 1901, προεδρεύοντος τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος» Εὐαγγέλου Βαρβαρέζου, ἰατροῦ,

βουλευτεύοντος δὲ Ἁλμυροῦ Εὐσταθίου Ρακοπούλου

καὶ δημαρχοῦντος Ἰωάννου Κομνοπούλου,

ἔπεσε χάλαζα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 29 Ἰουνίου,

μεγέθους λεπτοκαρύου, καταστρέψασα καρπούς,

ἀμπέλους, δένδρα, καπνὰ καὶ ἐλαιῶνας

ἐν Ἁλμυρῷ καὶ Μινζέλῃ».

 

1908

Σημαντικὲς γιὰ τὴ νεότερη ἱστορία τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς εἶναι οἱ ἀνακαινιστικὲς ἐργασίες ποὺ πραγματοποιήθηκαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος Γερμανοῦ. Κατὰ τὸ 1908 ἀνεγέρθηκε ἡ βορειοανατολικὴ πλευρὰ τῶν κελιῶν ἡ ὁποία παρέμεινε καταστραμένη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1878.

Ἡ παρακάτω ἐντοιχισμένη ἐπιγραφὴ εἶναι ἕνα χρήσιμο γιὰ τὴν ἱστορἰα ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο. Ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια θὰ εἶναι μιὰ σημαντικὴ «ἐνθύμηση»:

«ΑΝΗΓΕΡΘΗ Η Β.Α.  ΑΥΤΗ ΠΛΕΥΡΑ

ΠΡΟΝΟΙᾼ  ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ Κου ΓΕΡΜΑΝΟΥ

ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙῼ

Αϡ Η».[37]

 

1920

Στὰ 1920, πάλι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Μητροπολίτου Δημητριάδος Γερμανοῦ, ἀνακαινίστηκε «τελείως» ἡ «Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς». Στὴν προηγούμενη ἐπιγραφή, ποὺ φανέρωνε τὶς ἐργασίες ποὺ ἔγιναν κατὰ τὸ 1908, δὲν γινόταν καμία ἀναφορά σὲ «Μετόχι» ἤ «Μοναστήρι».

Στὰ 1920 «ἐπισήμως» διακηρύσεται ὅτι εἶναι «Μονὴ τῆς Θεομήτορος» αὐτὴ ποὺ «κάποτε» ἦταν Μετόχι, «Μετόχιόν ποτε οὖσαν τῆς «καλουμένης» Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς» καὶ ἡ ἀναβάθμιση αὐτὴ καταγράφηκε σὲ μαρμάρινη πλάκα:

«ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΤΑΥΤΗΝ ΜΟΝΗΝ[38] ΤΗΣ

ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ ΜΕΤΟΧΙΟΝ ΠΟΤΕ

ΟΥΣΑΝ ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΩ

ΜΟΝΗΣ ΞΕΝΙΑΣ ΕΡΕΙΠΩΘΕΝ ΕΚ

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣ ΑΝΕΚΑΙ-

ΝΙΣΕ  ΧΡΗΜΑΣΙΝ ΙΕΡΟΙΣ Ο ΚΛΕΙ-

ΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣ -

ΚΟΠΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑ-

ΤΗΣ  Ο ΕΚ ΨΑΡΩΝ Τῼ ΧΙΛΙΟ-

ΣΤῼ ΕΝΑΚΟΣΙΟΣΤῼ ΕΙΚΟΣΤῼ

ΣΩΤΗΡΙῼ ΕΤΕΙ (1920)»[39]

Τὸ ὅτι ἡ καλουμένη «Ἄνω Μονῆ Ξενιᾶς»  στὴν πραγματικότητα ὀνομαζόταν «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας» δὲν ἀναφέρεται καθόλου. Ἡ ἱστορία καὶ ἡ πραγματικότητα φαίνεται νὰ εἶχαν λησμονηθεῖ.

 

1927

Οἱ ἐπισκευαστικὲς καὶ ἀνακαινιστικὲς ἐργασίες στὴν (παλιά) Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς συνεχίστηκαν καὶ κατὰ τὸ 1927, σύμφωνα μὲ τὴν παρακάτω ἐπιγραφή:

«Δαπάναις τοῦ ἐκ Γαρδικίου[40]

Κρεμαστῆς Λαρίσης Κ. Τσαούση

ἐγένοντο τὰ ἀμμοκονιάματα,

ἡ πλακόστρωσις καὶ ὁ ἐξώστης τῆς

αἰθούσης ταύτης ἐν ἔτει 1927.»[41]

 

 

1930

Τὸ 1930 περατώθηκαν οἰ ἀνακαινιστικὲς καὶ ἐπισκευαστικὲς ἐργασίες στὴν «Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς» καὶ ἐντοιχίστηκε ἡ παρακάτω ἀναμνηστικὴ καὶ ἐπιβεβαιωτικὴ ἐπιγραφή:

«Τῌ ΠΑΝΑΓΙᾼ ΞΕΝΙᾼ

ΔΕΞΑΙ ΘΕΟΚΥΗΤΟΡ  ΗΔΗ ΠΕΡΑΤΩΘΕΙΣΑΝ

ΣΗΝ ΜΟΝΗΝ ΠΡΟΝΟΙᾼ ΕΜΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ

ΗΝ ΦΥΛΑΤΤΕ ΑΠΗΜΑΝΤΟΝ ΕΣΑΕΙ

Αϡ Λ΄  (1930)»[42]

 

Ξορκισμοί

Οἱ παραδόσεις τοῦ λαοῦ μας πολὺ συχνὰ ἀναφέρονται σὲ δαίμονες, σὲ ξόρκια, σε μαγεῖες, σὲ κακὰ πνεύματα, σὲ μάτιασμα καὶ σὲ εἰδικὲς διαδικασίες ξεματιάσματος. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ποτὲ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὶς πίστεις τους στὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν  τελετῶν μαγείας. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἁπλοϊκοὶ καλόγεροι δύσκολα ἀρνοῦνταν τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση κάποιων ἐξορκισμῶν

Σ’ ἕνα «Ἁγιασματάριο», χειρόγραφο κώδικα τοῦ Ἀρχείου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, προσφορὰ σ’ αὐτὴν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὑπῆρχαν τέσσερες σελίδες ἐξορκισμῶν.[43]

Στὶς σελίδες αὐτὲς ἀναφέρονταν πολλὰ περίεργα ὀνόματα δαιμόνων ποὺ εἶχαν τὴν δυνατότητα δυσμενῶν ἐπηρειῶν στούς ἀνθρώπους. Ἀπὸ τὶς δυσμενεῖς αὐτὲς ἐπήρειες οἱ ἁπλοὶ τουλάχιστον ἄνθρωποι πίστευαν ὅτι μποροῦσαν νὰ ἀπαλλαγοῦν μὲ τὸ διάβασμα εἰδικῶν ἐξορκισμῶν.

Στὸ «Ἁγιασματάριο» τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας καταγράφονταν πολλοὶ τέτοιοι εἰδικοὶ ἐξορκισμοὶ στὴν ἀρχὴ τῶν ὁποίων ἀναγραφόταν ἡ παρακάτω ρήση:

«Ἀμπλακίαν[44] ἔχω οἶδας, εὐσπλαχνίαν ἔχεις οἶδα.

Ἔχω, οἶδας. Ἔχεις, οἶδα. Σῶσον με, Χριστέ, ὡς οἶδας».

 

 

Ἰατρικὲς συνταγὲς.

Ἡ πρακτικὴ ἰατρικὴ καλλιεργοῦνταν καὶ ἐφαρμοζόταν, ἰδιαίτερα στὰ σκοτεινὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, τόσο στὸ λαό, ὅσο καὶ στὰ μοναστήρια ἀπὸ ἀνάγκη συστηματικά καὶ  ἐπίμονα καὶ μάλιστα μὲ ἀρκετὴ ἐπιτυχία σὲ μερικὲς περιπτώσεις.  Πρακτικὲς «φαρμακευτικὲς συνταγὲς» βρίσκουμε  πολλὲς φορὲς σκορπισμένες σε ἐκκλησιαστικὰ βιβλία. Πολλὲς φορὲς ὅμως τὶς βρίσκουμε καὶ συγκεντρωμένες πολλὲς μαζί καὶ συστηματικὰ καταγραμμένες.

Καταγράφουμε ἐδῶ μερικὲς ἀντιγράφοντάς τις ἀπὸ βιβλία τοῦ Μοναστηριοῦ  τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, χωρὶς σχολιασμοὺς καὶ διότι δὲν τὸ θεωροῦμε ἀναγκαῖο ἀλλὰ καὶ διότι πολλὲς λέξεις, ὡς ἐντελῶς ἄγνωστες, δὲν εἴμαστε βέβαιοι ὅτι τὶς ἀντιγράψαμε σωστά:

  1. «Διὰ τὴν θέρμην ἔπαρε ἀδράμια κιτροκούκουτζα καὶ 3 κάντια ζάχαρη. Δράξε ὡς τὴ μέση καρ… ἤ βάλτο εἰς 4 φλητζάνια νὰ βράσει ἕως νὰ ἀκάμει κάτω».
  1. Χάπια καθαρτικά

Κεχριμπάρι κίτρινον σκόνην, μαστίχι ἐκλεκτόν ἀνὰ δράμια 2, ἁλωὴ μαύρη δράμια 5, ἀγαρικὸν τροχισμένον δράμια 1 καὶ μισό, ἀριστολογίαν στρογγυλὴν δράμια μισό, σιρόπι τῆς Βερονίκης ὅσον φθάνει διὰ νὰ κάμῃς ἕνα ἀπαλὸν ζυμάρι. Δόσεις ἀπό ἕνα τέγκι ἐπὶ ἕν βράδυ κινοῦν τὴν γαστέρα μὲ μετριότητα.

  1. Ἕτερα χάπια καθαρτικὰ εὐκολώτερα

Μαστίχι δράμια 4, ἁλωή δράμια 10 ἐκλεκτή, ἀγαρικόν καλὸν δράμια 3, σιρόπι τοῦ στέμματος ὅσον φθάνει διὰ νὰ κάμῃς χάπια. Δόσεις ἀπὸ ἕν δράμι ἐπὶ τρία κινοῦν τὴν γαστέρα καὶ διορθώνουν πολλὰ τὰ ἁμαρτήματα, ἠμπορῶντας νὰ τὰ μεταχειρισθῇς χωρὶς φόβον βλαψίματος.

  1. Ἕτερα χάπια καθαρτικά

Ἁλωή, ζαγρύδιον, ἀνὰ δράμια 5, τριαντάφυλλα, σεληνόσπορον ἀνὰ δράμια 2 καὶ 4, γλυκανισόσπορον, μαλαθρόσπορον ἀνὰ δράμια ξε΄, κρόκον, κολοκυνθήδια, μαστίχι ἀνὰ δράμια 1. Κάμε ὅλα τὰ ἄνωθεν ψιλὴν σκόνην καὶ ἀνακάτωσέ τα μὲ μέλι ὅσον φθάνει διὰ νὰ κάμῃς ἀπαλὸν ζυμάρι. Δόσεις ἀπὸ ἕνα τέγκι ἐπὶ  4.

  1. Ἕτερα χάπια καθαρτικά, ἀγγελικά καλούμενα.

Ἁλωὴ μαύρη λύτρα 1, ζουμὶ τῆς πικραλίδας, ἕτερον τοῦ ἀντιδίου, ἕτερον βουγλώσσου, ἕτερον μπουραντζίνου, ἕτερον καπνιστοῦ (τοῦ ἰταλιστὶ φουμάρια) ἀνὰ οὐγγίας 4.  Ἀνάλυσον τὴν ἁλωὴν εἰς τὰ αὐτὰ ζουμία, ἔπειτα βάλετε μὲ αὐτὰ τὰ ζουμία εἰς τὴν φωτίαν νὰ ἐξατμισθῇ ἕως νὰ λάβῃ σχῆμα χαπίου καὶ τότε ἕνωσον ραβέντι ἐκλεκτὸν δράμια 1, άγαρικὸν τροχισμένον δράμια 1, κανέλαν ἐκλεκτὴν δράμια 2, ἀνακάτωσε αὐτὰ καὶ  κάμε τα χάπια μικρότερα, ραντίζοντας μὲ σκόνην τοῦ μονόκερου. Δόσεις ἀπὸ 16 σπειρία ἕως 30. Παῖρνε αὐτὰ ἀφ’ ἑσπέρας μετὰ τὸν δεῖπνον γιὰ νὰ καθαρίζουν χωρὶς ἐνόχλησιν τὴν γαστέρα, παστρεύουν τὸ στομάχι ἀπὸ τοὺς κακοὺς χυμοὺς καὶ οὕτως προφυλάττεσαι ἀπὸ πολλὰ χρονικὰ πάθη.

  1. Κουφέτα κινητικοῦ, μαντζούνι

Δράμια: 16 ἀναμική, 4 μάννα, 4 θυμίαμα, 4 μαστίχι, 20 κάντιον ζάχαρι, κασία 8, ραβέντι 50, παστρικόν μέλι καὶ ἕν φλυτζάνι νερόν. Καὶ πρῶτα βάλε τὸ μέλι εἰς ἕνα σαγάνι καὶ θέσε το εἰς τὴν φωτίαν, διὰ νὰ λυώσῃ, περνῶντας εἰς τὸν ἀτμόν του, βάλε καὶ τὸ φλυτζάνι τὸ νερὸν καὶ ἀνακάτωσέ το, ὕστερον βάλε τὸ μάννα καὶ κάμε ὁμοίως καὶ ἀνακάτωσέ το ὥστε νὰ βράσῃ καλά. Ἔπειτα τὰ παίρνεις ἀπὸ τὴν φωτίαν καὶ τὰ ἀνακατώνεις καλύτατα καὶ βάλε καὶ τὴν κασίαν καὶ πάλιν ἀνακάτωσέ τα. Μετὰ ταῦτα ρίψε καὶ τὴν ἀναμικὴν καὶ τὰ ἀνακατώνεις πολὺ ἕως νὰ κρυώσῃ καλά. Ἔπειτα βάλε τὸ μαστίχι καὶ ἀνακάτωσέ τα καλά. Βάλε καὶ τὸ ραβέντι, ὅμως μαστίχι καὶ θυμίαμα μὴ βάλεις εἰς τὸ μέλι ὅταν δὲν κρυώσει.

  1. Σπειρὶ καθαρός

Ραβέντι δράμια 3, γοτεγόμα δράμια 3, μαχμουτιά δράμια 3 καὶ μάννα δράμια 7. Κοπάνισον … χώρια πᾶσα ἕνα καὶ  στούμπισον μὲ τὸ μάννα ἕως νὰ γένουν ὡσὰν κερὶ μαλαγμένον καὶ  τότες βάλε τα εἰς κουτὶ καὶ φύλαξον νὰ μὴ ξεθυμάνῃ, καὶ ὁπόταν θέλεις κάνε χάπια καὶ δίνε τρία ἤ τέσσερα κατὰ τὸν ἄνθρωπον.

  1. Ἕτερον σερότι καλύτερον

Ἔπαρον δυναμικὴ καθαρισμένη δράμια 3, ἅλας τῆς ἐγκλιτέρας δράμια 4, τεμπραχουντὶ δράμια 5, μάννα τατέτιες δράμια 8, τὰ ὁποῖα ἄς μουσκέψουν. Ἔπειτα βράσον μὲ 4 δράμια νερὸ καὶ στράγγισον καὶ δός του τὴν αύγὴν διὰ νὰ πίῃ.

  1. Ἕτερα χάπια καθαρτικά.

Μαλμουτιὲ δράμια 5, καταλατίνι καβουρδισμένον δράμια 5, τζαλάδια δράμια 5, τρεμόρη δράμια 5. Ταῦτα πάντα κουπάνισον καὶ κοσκίνησον μὲ τὴν σίταν καὶ μάνα ὅσον ἀρκεῖ καὶ κάμε χάπια καὶ δῶσε τρία ἤ τέσσερα κατὰ τὴν κράσιν.

 

  1. Διά σταματισμόν τοῦ τῆς ρουθοῦ αἱματίου, τῆς μύτης δηλ.

Καλλιμάντζουνι καὶ ξύδι, ὑδράργυρον δράμια 25, μαχμουντιὲ δράμια 12 πρὸς πτα(;) 8, ἁλώη δράμια 30, παράδοξον δράμια 15.

Κοπάνισον τὸ κάθε ἕνα χωριστά. Ἔπειτα ἄτισον αὐτά καθένα. Εἶτα πλύνον τὸν υδράργυρον μὲ ἅλας καὶ νερὸν εἰς ἕνα ἀγγεῖον. Εἶτα ἕνωσον αὐτὸν μὲ τὴν ἁλώη καὶ μὲ σπίρτον καλὸν καὶ δούλευσον αὐτὰ ἀρκετά, ἔπειτα βάλε τὸ παράδοξον καὶ ὕστερον τὴν μαχμουντιὲ καπνισμένην μὲ τὸ θειάφι.

 

  1. Χάπια στομαχικά

Θυμίαμα σταλαγματιά χάπια 10, μαστίχι δράμια 10, αλόη δράμια 10. Νὰ κοπανισθοῦν χώρια πᾶσα ἕνα καὶ νὰ ζυμωθοῦν μὲ κρασὶ καλὸν ἵνα γένουν χάπια ὡς μικρά ρεβύθια καὶ πιῆτε 5 τὸ βράδυ πρὶν νὰ κοιμηθῆς.

 

  1. Μαντζούνι τὸ ὁποῖον εἶναι δυναμωτικὸν καὶ τονωτικόν, ἔτι ὠφέλιμον καὶ διά τὰ κοψίματα, ὁποὺ προέρχονται ἀπὸ βλέγματα ἀπὸ κρύον. Ἡ δόσις ἀπὸ δράμια 1 ἕως 2, ύστερον από το φαγητόν.

Μαστίχι δράμια 3, πεπερόριζα δράμια 5, τζεδιάρια δράμια 4, πεσπεσὲ δράμια 2, στακουλὲν(;) τὸν τοῦ ὄροντου(;) δράμια 3, κόυμπαμπές(;) δράμια 4, γαρούφαλα δράμια 2, μοσχοκάρυδον δράμια 4 καὶ <, κανέλα δράμια 3, κεβρετζέν(;) καθαρόν δράμια 4, κεχριμπάρι δράμια 8, κρεμέζι δράμια 1. Αὐτὰ ὅλα νὰ τὰ κάμῃς κόνες ψιλὲς καὶ νὰ τὰ ζυμώσῃς μὲ τὸ σιρόπι τοῦ γλυκορίζου νὰ τὰ κάμῃς μαντζούνι. Τὸ σιρόπιον τοῦ γλυκορίζου. Παρασκευάζεται οὕτω. Γλυκόριζα δράμια 8, γλυκάνιτζον δράμια 4. Τὰ βράζῃς μὲ μισὴ ὀκὰ  νερόν, ὀλίγον ὕστερον τὰ στραγγίζεις  καὶ βάνεις ζάχαρη δράμια 80 καὶ τὰ βράζῃς ὄμορφα ἕως νὰ πήξῃ ὡς καλὸν μέλι.

 

  1. Μαντζούνι δυναμωτικόν διὰ ἄρρωστον.

Κανέλα δράμια 15, γαρούφαλα δράμια 15, μοσχοκάρυδον δράμια 8, κιμπαντιές δράμια 15, κρεμέτι δράμια 1, ζάχαρι δράμια 4. Αὐτὰ ὅλα νὰ γίνουν σκόνες ψιλές, νὰ ἀνακατωθοῦν ὅλα μαζὶ καὶ νὰ δίδῃς ἑνὸς ἀρρώστου ὅπου νὰ μὴν ἔχει δύναμιν δράμια 15 ἕως 20.

 

  1. 14. Ἕτερα χάπια στομαχικά

Λάβε ἁλώης ἐκλεκτῆς δράμια 16, μύρας ἀρίστης δράμια 8, κρόκου καθαροῦ δράμια 4. Κοπάνισον, ζήτισον κατὰ τὴν τέχνην καὶ μὲ κρασὶ ἀρωματικὸν ποίει καταπότια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα λάμβανε νήστις δράμια 1 ἤ καὶ παράνω διότι οὐ μόνον εἶναι προφυλακτικὰ ἀμὴ εὐγάνουσιν ἀπὸ τὸν στόμαχον ἀκόμη καὶ τοὺς  θυμοὺς ὁποὺ εἰς αὐτοὺς εἶναι βυθισμένος.

 

  1. ατζιάτι κόντρι πέστε ντέτο ντεκνάτρο λάντρι ντιμαρόλια

Ἤγουν ὄξος ἐναντίον τῆς πανώλης, ὀνομαζόμενον τῶν τεσσάρων κλεπτῶν της Μαρόλιας.

Ἔπαρον ἡδύοσμον, ἁλισφάκα, ἀπήγανον ἤμερον, λεβάντα, ἀψινθιά, δεντρολίβανον ἀνὰ πλόχειρον.  1ον ὄξος δυνατώτατον λθ.  β΄ βάλετα ὅλα αὐτὰ νὰ μουσκέψουν εἰς ἑνα ἀγγεῖον γυάλινον, νὰ εἶναι καλὰ βουλωμένον. Βάνοντας ἔπειτα αὐτὸ εἰς τὸ χλιαρὸν νερὸν νὰ σταθῇ ὥρας σαράντα ὀχτώ, ἔπειτα αὔξησον τὴν φωτίαν ἕως νὰ βράσῃ τὸ αὐτὸ νερὸν μίαν ὥραν, εἶτα κατέβασέ τα ὁποὺ νὰ κρυώσῃ καὶ στράγγισέ το στρίβοντάς το σφιχτὰ καὶ ἕνωσον εἰς αὐτὸ τὸ ζουμί μίαν οὐγγιὰν κάμφοραν τριμμένην καὶ οὕτω φύλαξέ το αὐτὸ εἰς γυαλίον καλὰ σφαλισμένον.

Τὸ τοιοῦτον ἰατρικὸν ὅτε μετεχειρίσθη μὲ τοιαύτην βεβαιότητα παρὰ τεσσάρων κλεπτῶν εἰς τὴν θαυμαστὴν καὶ σκληρωτάτην πανώλην τῆς Μαρόλιας ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐστάθησαν πάντοτε ἀβλαβεῖς μόλον ὅπου ὲπήγαιναν εἰς τοὺς τόπους καὶ εἰς τὰ λείψανα ὅπου ἦτον μολυσμένα ἀπὸ τὴν πανώλην. Ἔβρεχον μὲ αὐτὸ τὰ ρουθούνια τους, τοὺς σφυγμούς τους, πλύνοντας τὸ στόμα τους μὲ αὐτὸ  τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα. ἤθελε ἐπαινέσω έτι καὶ τὴν ἐσωτερικὴν του μεταχείρησιν, πίνοντας κάθε πουρνὸν ἀπὸ  δύο δράμια ἕως 6. Συμπεραίνω ὠφελιμώτατον εἶναι τοῦτο τὸ ὄξος εἰς πᾶσαν ἀσθένειαν ἐπιδημικὴν νὰ τὸ μεταχειρίζουσι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, τόσον βρέχοντας τὰ ἐξωτερικὰ μέρη ὅσον καὶ πίνοντάς το ὄχι μόνον ἰατρεύει τὰ σκληρὰ πάθη αὐτά, ἀλλ’ ἔτι προφυλάττει καὶ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους καθὼς χάριν λόγου ἰατρούς, ἱερεῖς καὶ ἄλλους ἐξ ἀνάγκης ἀφεύκτου πρέπει νὰ τρέξουν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀσθενεῖς.

[1] Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ ἀφιερωτηρίου ἐγγράφου τὸ παραθέτουμε στὸ κεφάλαιο «Ἱστορία μὲ ἔγγραφα».

[2] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ.716.

[3] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ.716.

[4] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄρθρυος, στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος 19, σελ. 376.

[5] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄρθρυος» στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος ΙΘ΄, σελ. 253.

[6] αως = 1806.

[7] Γιὰ τὴ σημαντικότητα τοῦ χειρογάφου αὐτοῦ ὑπάρχουν πληροφορίες στὸ κεφάλαιο «Χειρόγραφα καὶ Κειμήλια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς».

[8] Ὁ ἐκτενὴς κατάλογος τῶν ἁγίων λειψάνων παραλείπεται στὴν μορφὴ τῆς «ἐνθύμησης» ποὺ τὴν διέσωσε ὁ Γιαννόπουλος.

[9] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 687.

[10] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 702.

[11] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 722.

[12] Τὸ πλῆρες κείμενο τοῦ σουλτανικοῦ αὐτοῦ φιρμανίου  ὑπάρχει στὸ κεφάλαιο «Ἡ Ἱστορία μὲ ἔγγραφα».

[13] Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Γ΄, Ἀθήνησιν 1900. σελ. 10.

[14] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  689.

[15] Εἶναι ἡ λεγόμενη «τρύπα» ἤ «Σπηλιὰ τῆς Παναγίας» ποὺ τὴν εἴδαμε καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις.

[16] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 656.

[17] Τὸ πλῆρες κείμενο καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου παρατίθεται στὸ κεφάλαιο «Ἱστορία μὲ ἔγγραφα».

[18] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 721.

[19] Νικόλαος Γιαννόπουλος,  «Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῶ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄρθρυος» στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος ΙΘ΄ σελ. 369.

[20] Νικόλαος Γιαννόπουλος,  «Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῶ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄρθρυος» στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος ΙΘ΄ σελ. 369.

[21] Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Γ΄, Ἀθήνησιν 1900. σελ. 9 καὶ Νικόλαος Γιαννόπουλος, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄρθρυος στὸ Νέος Ἑλληνομνήμων, τόμος ΙΘ, σελ. 369.

[22] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 686.

[23] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφή τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 720.

[24] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  686.

[25] Διορθώσαμε κάποια ἀπὸ τὰ πολλὰ ὀρθογραφικὰ λάθη τοῦ πρωτότυπου κειμένου, καθὼς κύριος σκοπός μας εἶναι ἡ σαφὴς ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου του.

[26] Ἐπισημαίνουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι οἱ καλόγεροι ἀναφέρονται ὄχι σὲ «Μονὴ Ξενιᾶς» ἀλλὰ σὲ «Μονὲς Ξενιᾶς». Αὐτὸ ἀσφαλῶς δηλώνει ὅτι ὑπῆρχαν δύο ὁμάδες καλογέρων, μὶα στὸ «πάνω» καὶ μία στὸ «κάτω» Μοναστήρι, καὶ ὅτι χρησιμοποιοῦνταν καὶ γιὰ τὶς δύο ὁ χαρακτηρισμὸς «Μονὴ», χωρὶς ὅμως τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ ὅρου, ἀφοῦ εἶχαν ἕνα ἡγουμενοσυμβούλιο.

[27] ἀρνούμεθα, ἀκυρώνομε.

[28] ἄν θελίση καὶ εύγη εἰς κριτίριον = ἄν ὁ κ. Σχοινᾶς ἀποφασίσει νὰ καταφύγει σὲ δικαστήρια.

[29] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς  τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 686-687.

[30] Ἀναλυτικὰ σχόλια γιὰ τὸ χρονικὸ αὐτὸ σημείωμα παρουσιάζονται στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τοῦ γνωστοῦ ὡς Μοναστήρι «Παναγίας Κισσιώτισσας».

[31] Παραθέτουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸ ἀκριβὲς κείμενο τοῦ σχετικοῦ σχολίου τοῦ Νικολάου Γιαννοπούλου, ὁ ὁποῖος πρωτοδημοσίευσε τὴν «ἐνθύμηση» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 620 -622, σὲ ἐργασία του μὲ τίτλο «Χρονικὸν σημείωμα ἐκκλησιαστικοῦ βιβλίου τῆς Μονῆς Ξενιᾶς»: «Καί περ νεώτερον τὸ χρονικὸν τοῦτο σημείωμα, οὐχ ἧττον δίδωσιν ἡμῖν ἀτελεστάτας εἰδήσεις περὶ τῆς ὑπὸ τῶν Φράγκων καταλήψεως τῆς Δημητριάδος ἐν ἔτει 1277, καθ’ ὅν χρόνον στρατὸς καὶ στόλος αὐτοκρατορικὸς ἐπολέμουν κατὰ τοῦ ἀποστατήσαντος δεσπότου τῆς Θεσσαλίας Ἰωάννου. Ὄντως τότε στόλος λατινικὸς εἰσπλεύσας εἰς τὸν Παγασητικὸν κόλπον καὶ καταλαβὼν αἰφνιδίως τὸν ὑπὸ τὸν Φιλανθρωπινὸν ἐν Δημητριάδι ναυλοχοῦντα βυζαντιακὸν στόλον, οὗτινος τὰ πληρώματα εἶχον διασκορπισθῇ εἰς τὴν παραλίαν, τρέπει αὐτὸν εἰς ἄτακτον φυγὴν, κυριεύσας καί τινα πλοῖα. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐπιφαίνεται ὁ στρατάρχης τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στρατοῦ Ἰωάννης, ὅς ἐπιβιβάσας εἰς τὰ ἐναπολειφθέντα πλοῖα τὰ λείψανα τοῦ ἐν προγενεστέρᾳ μάχῃ δεκατισθέντος βυζαντιακοῦ στρατοῦ, τρέπει τὸν λατινικὸν στόλον εἰς φυγὴν καὶ οὕτως ἡ προτέρα ἀποτυχία ἐτράπη ἤδη εἰς ἀνέλπιστον ἐπιτυχίαν καὶ ἱκανοποίησιν αὐτοῦ. Φαίνεται δὲ ὅτι τότε ὁ λατινικὸς στόλος κατέπλευσεν εἰς Ἁλμυρόν, ὅν εἷλεν ἄνευ ἀντιστάσεως, ἐπενεγκὼν ἴσως σημαντικὰς εἰς αὐτὸν ζημίας. Τῷ δὲ ἐπιόντι ἔτει 1278 νέα στρατιὰ ἐξεπέμφθη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τοὺς στρατηγοὺς Συναδηνὸν ἤ Συνοδινὸν καὶ Καβαλλάριον, οἵτινες καταλαβόντες τὴν Δημητριάδα καὶ τὸν Ἁλμυρὸν προεχώρησαν μέχρι τῶν ἐνδοτέρων τῆς χώρας, ὅτε παρὰ Φάρσαλον συνεπλάκησαν μετὰ τοῦ Ἰωάννου, κατατροπώσαντες ὁλοσχερῶς τὸν Βυζαντιακὸν στρατόν.

Δευτέρα δέ τις ἅλωσις τοῦ Ἁλμυροῦ ἀναφέρεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἡ γενομένη ἐν ἔτει 1307. Τότε Φερδινάνδος, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ βασιλέως τῆς Σικελίας, ἀποσταλεὶς παρὰ τοῦ θείου αὐτοῦ διὰ νὰ προσοικειωθῇ τοὺς Καταλανοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ προσελθὼν εἰς αὐτοὺς μετὰ τεσσάρων γαλερῶν, ἀπῂτησε νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς αὐτόν. Μὴ ἐνδόντων δ’ αὐτῶν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις αὑτοῦ ὁ βασιλόπαις ἀνεχώρησεν εἰς Θάσον, ἔνθα εὗρεν τὸν Μοντάνερον, ἕνα τῶν ἀρχηγῶν αὑτοῦ, μεθ’ οὗ ἀπέπλευσε μετὰ τεσσάρων γαλερῶν καὶ δύο ἄλλων πλοίων καὶ λεηλατήσας καθ’ ὁδὸν τὸν Ἁλμυρὸν καὶ τὴν Σκόπελον ἀπεβιβάσθη εἰς Χαλκίδα, ἔνθα συνελήφθη ὑπὸ τῶν Ἑνετῶν. Ἄδηλον εἰς ποίαν τῶν δύο τούτων ἁλώσεων ἀναφέρεται τὸ προκείμενον σημείωμα

[32] «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 690-692.

[33] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 657.

[34] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 686.

[35] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 713-714.

[36] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 720.

[37] Νικόλαος Γιαννὀπουλος, «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ» στὸ «Θεσσαλικὰ Χρονικά», τόμος 4ος (1934), σελ. 77.

[38] Πρόκειται, φυσικά, γιὰ τὴν παλιὰ «Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς», τὰ κτίρια τῆς ὁποίας ἐγκαταλείφθηκαν μετὰ τὴν καταστροφὴ τους ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς τοὖ 1980, γιὰ νὰ γίνει ἀνέγερση νέας σὲ σταθερότερο ἔδαφος στὴ θέση «Καστράκι», ἡ ὁποία εἶναι πλέον «Γυναικεία Μονὴ Ξενιᾶς».

[39] Νικόλαος Γιαννὀπουλος, «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ» στὸ «Θεσσαλικὰ Χρονικά», τομος 4ος (1934), σελ. 78.

[40] Γαρδίκι εἶναι ἡ σημερινὴ Πελασγία τῆς Φθιώτιδας.

[41] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ» στὸ «Θεσσαλικὰ Χρονικά», τομος 4ος (1934), σελ. 79.

[42] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ», στὸ «Θεσσαλικὰ Χρονικὰ», τόμος 4ος, (1934) σελ. 79.

[43] Νέος Ἑλληνομνήμων, τόμ. 19, Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄρθρυος», σελ. 264.

[44] Ἀμπλακία =παράπτωμα, ἁμαρτία, παραπάτημα..

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο πέμπτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ «ἐνθυμήσεις» (3ο μέρος)

 

1733

Ὅπως εὔκολα γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν «ἐνθυμήσεων» ποὺ μέχρι τώρα  ἀναφέρθηκαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων «ἐνθυμήσεων» ποὺ ἔχουν δημοσιευθεῖ ἀπὸ πολλοὺς ἐρευνητὲς σὲ ποικίλα δημοσιεύματα, στὶς «ἐνθυμήσεις» συνηθιζόταν νὰ καταγράφονταν, στὶς περισσότερες περιπτώσεις τοὐλάχιστον, τὰ σημαντικὰ γεγονότα, τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ποὺ δημιουργοῦσαν ἐντυπώσεις, ἐκεῖνα ποὺ ξέφευγαν ἀπὸ τὴν καθημερινότητα, ἐκεῖνα γενικῶς, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐκτίμηση τοῦ «ἐνθυμησιογράφου», τοὐλάχιστον, θεωροῦνταν σημαντικὰ καὶ ἔνιωθαν οἱ ἴδιοι τὴν ἀνάγκη νὰ τὰ καταγράψουν.

Ἡ ἐξασφάλιση τοῦ καθημερινοῦ «ἐπιούσιου ἄρτου» δὲν ἦταν πάντοτε μία εὔκολη ὑπόθεση. Γιὰ πάρα πολλούς, σὲ μερικὲς τοὐλάχιστον χρονικὲς περιόδους, ἦταν μία ἀγωνιώδης προσπάθεια. Ἡ πρωτογενὴς γεωργικὴ παραγωγὴ ποὺ ἦταν σχεδὸν ἡ γενικὴ καὶ καθολικὴ ἀπασχόληση τῶν περισσότερων ἀνθρώπων στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ σὲ παλιότερες ἐποχές, δὲν ἀπέδιδε πάντοτε τόσα ὥστε νὰ ἐπαρκοῦν γιὰ τὶς διατροφικὲς ἀνάγκες ὅλων.

Σὲ περιόδους κακῶν καιρικῶν συνθηκῶν, παρατεταμένης ἀνομβρίας, φυτικῶν ἀσθενειῶν καὶ ἄλλων δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν καὶ ἑπομένως λιγοστῆς καὶ ἀνεπαρκοῦς ἐσοδείας, οἱ τιμὲς τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης ἀνέβαιναν πολύ. Τὸ φαινόμενο τῆς ἀνέχειας καὶ τῆς συνακόλουθης ἀκρίβειας τῶν προϊόντων διατροφῆς γινόταν τότε σημαντικὸ κοινωνικὸ πρόβλημα καὶ ἑπόμενο ἦταν κάποιοι νὰ σπεύδουν νὰ τὸ καταγράψουν. Τέτοια γεγονότα καταγράφονταν συνήθως σὲ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, σὲ βιβλία μοναστηριῶν. Αὐτὴ ἡ καταγραφή πρέπει νὰ λειτουργοῦσε σὰν ἕνα εἶδος κατάθεσης αἰτήματος, κατάθεσης ἀναφορᾶς τοῦ ὑπάρχοντος προβλήματος. Ἐμπιστεύονταν τὸ πρόβλημά τους ἐκεῖ ὅπου ἦταν σίγουροι ὅτι θὰ ἀκουστεῖ.  «Ἐνθυμήσεις» γιὰ ἀκρίβεια καὶ πεῖνα ὑπάρχουν πολλὲς. Μία ἀπὸ  αὐτὲς διασώθηκε σὲ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο τῆς Μονῆς Ξενιᾶς:

«Εἰς τὰ 1733 ἦλθεν ἀκρίβεια μεγάλη καὶ εἶχε τὸ λουτζέκι[1]

γρόσια εἴκοσι καὶ ἔστω εἰς ἐνθύμησιν».[2]

Δὲν θὰ ἐπιχειρήσουμε ἀριθμητικὴ ἀποτίμηση καὶ σύγκριση ὅσων ἀναφέρονται στὴν παραπάνω ἐνθύμηση γιατὶ, πέραν ἀπὸ τὸ ὅτι αὐτὴ εἶναι πολὺ δύσκολη ἐξαιτίας τῶν συχνῶν καὶ μεγάλων νομισματικῶν μεταβολῶν, εἶναι καὶ περιττὴ γιὰ τὸ σκοπὸ τούτης τῆς ἐργασίας μας.

Στὴν «ἐνθύμηση» αὐτὴ βλέπουμε νὰ θεωρεῖται «ἀκρίβεια μεγάλη» ἡ τιμὴ «εἴκοσι γρόσια τὸ λουτζέκι» καὶ ἑφτὰ χρόνια ἀργότερα, στὰ 1740, νὰ θεωρεῖται ἐπίσης «ἀκρίβεια μεγάλη» ἡ τιμὴ «δύο γρόσια τὸ λουτζέκι».

Δὲν ἀποτιμοῦμε, λοιπόν, ἀριθμητικὰ καὶ δὲν συγκρίνουμε τὶς τιμὲς. Μᾶς ἀρκεῖ τὸ ὅτι καὶ οἰ δύο ἐνθυμησιογράφοι, στὰ 1733 καὶ 1740, τὴ μεγάλη ἀκρίβεια ποὺ εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν ἦλθαν νὰ τὴν καταθέσουν, ἴσως καὶ νὰ βροῦν κάποια ἀντιμετώπιση καὶ βοήθεια, στὸ ἀγαπημένο τους Μοναστήρι  τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Παναγίας Ξενιᾶς».

 

1740

«Ἀκρίβεια μεγάλη» ἔπεσε στὴν περιοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς καὶ στὰ 1740. Ἄν καί, ὅπως ἀναφέρθηκε παραπάνω, εἶναι δύσκολη ἡ σύγκριση τῶν ἀριθμητικῶν τιμῶν, τούτη τὴ φορὰ ἡ ἀκρίβεια ἦταν πιὸ μεγάλη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ 1733, ἀφοῦ – καὶ ἐφόσον ὁ «ἐνθυμησιογράφος» δὲν εἶναι ὑπερβολικός καὶ θεωρήσουμε ὅτι κυριολεκτεῖ –  κανένας «ἀπὸ παλαιοὺς ἀνθρώπους δὲν ἐνθυμήθηκεν».

Ἄν καὶ τὸ κείμενο τῆς «ἐνθύμησης», ὅπως καταγράφηκε, δὲν εἶναι πολὺ σαφές, γίνεται φανερὸ ὅτι κάποιοι πῆγαν στὸ Μοναστήρι «διὰ σιτάρι». Ὁ ἴδιος ὁ ἐνθυμησιογράφος ἔγινε, λέει, «ἠθᾶς» εἰς τὴν Σούρπην καὶ εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον.  Τὸ «ἠθᾶς» – ἐὰν καὶ ἐφόσον διαβάστηκε σωστὰ ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο ποὺ μᾶς διέσωσε τὴν «ἐνθύμηση» – μᾶς εἶναι ἄγνωστη λέξη. Ὑποθέτουμε ὅμως ὅτι πρέπει νὰ ἀναφέρεται σὲ κάποια ἁρμοδιότητα σχετικὴ μὲ διανομὴ ἤ πώληση σιταριοῦ ἐκ μέρους τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς στὴ Σούρπη καὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο, τὸ παρεκκλήσι στὴν Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς.

Τὸ κείμενο τῆς «ἐνθύμησης», ποὺ ἦταν γραμμένη στὸ νάρθηκα τῆς Ἄνω Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, σύμφωνα μὲ τὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποία μᾶς τὴν ἀποθησαύρισε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, εἶχε  ὡς ἑξῆς:

«1740. Ἦλθε χρόνος δυστυχία καὶ ἀκρίβεια μεγάλη

ὁποῦ  τινὰς ἀπὸ παλαιοὺς ἀνθρώπους δὲν ἐνθυμήθηκεν.

Τὸ σιτάρι ἦλθε δύο γρόσια τὸ λουτζέκι.

Ἡμᾶς ὑπῆγαν εἰς τὸ μοναστήρι διὰ σιτάρι.

Ἔγεινα ἐγὼ ἠθᾶς (;) εἰς τὴν Σούρπην

καὶ εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον

καὶ ἤτανε σαββάτο τῶν ψυχῶν

καὶ ἦρθα εἰς τὸ μοναστήρι θείᾳ δυνάμει ἰουνίου 6».[3]

Ἦταν 6 Ἰουνίου τοῦ 1740 καὶ ἦταν «σαββάτο τῶν ψυχῶν» (Ψυχοσάββατο) ὅταν ἔγιναν τὰ παραπάνω. Ὁ καταγραφέας τῆς «ἐνθύμησης» μᾶς λέει ὅτι ἦρθε στὸ «μοναστήρι θείᾳ δυνάμει», θέλοντας, προφανῶς, νὰ πεῖ ὅτι ἦρθε στὸ Μοναστήρι «μὲ τὴ δύναμη, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ». Ἐκτιμῶ ὅτι μᾶλλον ἐννοοῦσε ὅτι ἦρθε στὸ Μοναστήρι σὰν νὰ τὸν φώτισε ὁ Θεὸς καὶ ἔτσι βρῆκε λύση στὸ πρόβλημα ποὺ ἀντιμετώπιζε.

Θεωρῶντας ὅτι οἱ παραπάνω σκέψεις ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ λέξη «ἠθᾶς» πράγματι σημαίνει κάτι σὰν ὑπεύθυνος ἤ ἁρμόδιος προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει σιτάρι.

Γιὰ πληρέστερη παρουσίαση καὶ κατανόηση τῆς «ἐνθύμησης» τὴν παρουσιάζουμε καὶ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ τὴν δημοσίευσε ὁ Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, μέλος καὶ αὐτὸς τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ:

«1740…ἦλθεν χρόνος δυστυχία καὶ ἀκρίβεια μεγάλη,

ὅπου τινὰς ἀπὸ παλαιοὺς ἀνθρώπους δὲν ἐνθυμήθηκεν.

Τὸ σιτάρι ἦλθεν δύο γρόσια τὸ ὀλτζέκι,

καὶ μᾶς ὑπῆγαν εἰς τὸ μοναστήρι διὰ σιτάρι γρόσια ἑξακόσια».[4]

Ὅπως γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ ὑπάρχουν σημαντικὲς  διαφορὲς μεταξὺ τῶν δύο ἀντιγραφῶν. Πιθανόν τὸ μέρος τῆς «ἐνθύμησης» τοῦ Γιαννόπουλου ποὺ δὲν τὸ συμπεριλαμβάνει στὴ δική του ὁ Σπυριδάκης νὰ θεωρήθηκε ἀπὸ αὐτὸν ὡς ἄλλη «ἐνθύμηση».

Ἀσφαλῶς καὶ δὲν μποροῦμε να πάρουμε θέση ὡς πρὸς τὸ ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο μορφὲς τῆς «ἐνθύμησης» εἶναι πιστότερη ἀντιγραφὴ τοῦ καταγραμμένου στὸν νάρθηκα τοῦ Μοναστηριοῦ κειμένου.

 

 

1742

Δύο χρόνια ἀργότερα, στὰ 1742, τὸν Ἁλμυρό, τὸν Πλάτανο, τοὺς Κοκκωτοὺς και τὴ Βρύναινα χτύπησαν λοιμικὲς ἀρρώστειες. Τὸν ἐνθυμησιογράφο ἐντυπωσίασε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀρρώστεια αὐτὴ μεταδόθηκε καὶ στὴ Βρύναινα, στὴν ὁποία ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε συμβεῖ κάτι τέτοιο:

«1742 ἔγειναν πολλοὶ λοιμοὶ ἐδῶ

καὶ εἰς τούς τόπους τούτους καὶ ξεχωριστὰ

εἰς τὸν Ἁλμυρόν, εἰς τὸν Πλάτανον, εἰς τούς Κουκουτούς

καὶ εἰς τὴν Βρύνιννα,

ὁποῦ ποτὲ εἰς τήν Βρύνιννα δέν ἔγεινε τέτοιο πρᾶμμα».

Ἡ «ἐνθύμηση» ἦταν γραμμένη καὶ αὐτὴ μαζί μὲ πολλὲς ἄλλες στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ διασώθηκε ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Σπυριδάκη.[5]

Τὸ ὅτι στὴ Βρύναινα ποτὲ μέχρι τότε, κατὰ τὸν ἐνθυμησιογράφο, δὲν εἶχε ἐνσκήψει αὐτὴ ἡ ἐπιδημία μᾶς θυμίζει τὶς ἀντιλήψεις ποὺ ἐπικρατοῦσαν σὲ παλιότερες ἐποχὲς ὅτι μερικὰ χωριὰ ἦταν ἀπρόσβλητα ἀπὸ ἐπιδημικὲς ἀσθένειες.

 

1743

Ἕνα χρόνο μετὰ τὶς παραπάνω λοιμικὲς ἐπιδημίες ποὺ χτύπησαν τὰ μέρη τοῦ Ἁλμυροῦ, στὰ 1743, ἔγινε ἰσχυρὸς σεισμὸς στὰ χωριὰ τοῦ Ἁλμυροῦ, στὸν Ἁλμυρό, στὴ Λάρισα καὶ στὸν Τύρναβο.

Δὲν γνωρίζουμε πῶς ὁ καταγραφέας τῆς «ἐνθύμησης» πληροφορήθηκε, ἐκείνη τὴν ἐποχή, ὅτι ὁ σεισμὸς ἔγινε αἰσθητὸς καὶ στὴ Λάρισα καὶ στὸν Τύρναβο. Νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἔφθασαν στὸ Μοναστήρι προσκυνητὲς  ἀπὸ τὴ Λάρισα καὶ τὸν Τύρναβο καὶ ὁ ἐνθυμησιογράφος κατέγραψε συγκεντρωτικὰ τὶς ὅμοιες πληροφορίες;

Μᾶς δίνει ὡστόσο χαρακτηριστικὲς καὶ χρήσιμες πληροφορίες γιὰ τὸ μέγεθος καὶ τὸ εἶδος τοῦ σεισμοῦ: «ἔπεσαν πολλὰ σπίτια, ράγισαν καμπαναριὰ καὶ τζαμιὰ καὶ τὰ δέντρα «ἐβάγησαν».

Ἡ «ἐνθύμηση» ἦταν γραμμένη καὶ αὐτὴ στὸ νάρθηκα τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ διασώθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο:

«Ἔτος 1743, ἔγεινε μέγας σεισμὸς ὅπου ἔπεσαν

σπίτια πολλὰ καὶ εἰς τὰ χωρία καὶ εἰς τὸν Ἁλμυρὸν

εἰς τὴν Λάρισαν καὶ Τούρναβον.

Τὰ τζαμία καὶ τὰ καμπαναρεῖα ἐρραγίσθησαν

καὶ ἔπεσαν καὶ τὰ δέντρα ἐβάγησαν[6]».[7]

 

 

1745

Πολὺ  χαρακτηριστικὸ γιὰ τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ μοναχοὶ καὶ ἀπὸ τὶς ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες εἶναι τὸ περιεχόμενο μιᾶς ἐνθύμησης ποὺ βρέθηκε γραμμένη καὶ αὐτὴ στὸ νάρθηκα τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς καὶ διασώθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο.

Εἶχε πέσει πολὺ χιόνι ἐκείνη τὴ χρονιὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ. Εἶχε φτάσει σὲ ὕψος 15 πιθαμές. Οἱ καλόγεροι στὴν Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς ἀποκλείστηκαν ἀπὸ κάθε ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἄλλο κόσμο καὶ ἔμειναν ἔτσι ἀποκλεισμένοι ἐπὶ εἴκοσι ἡμέρες.

Τὸ γεγονὸς τὸ κατέγραψε ἕνας καλόγερος τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἕνα σημείωμά του ποὺ ἔγραψε στὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τους:

«1745. Χιόνι πολὺ ἔρριξε πιθαμαῖς 15 καὶ ἤμασταν

κλεισμένοι ‘ς  τὸ μοναστήρι ἡμέρας εἴκοσι».[8]

 

1750 , 1756

Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1750 ἤ τοῦ 1756 ἕνα πολὺ περίεργο ἀστρικὸ φαινόμενο ἐντυπωσίασε τόσο πολὺ ὥστε ὁδήγησε ἕναν παρατηρητή του νὰ σπεύσει καὶ πάλι καὶ νὰ σημειώσει τὸ φαινόμενο στὸ νάρθηκα τοῦ Μοναστηριοῦ.

«Ἕνας ἀστέρας» βγῆκε ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ νότιο μέρος τοῦ οὐρανίου στερεώματος, ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Πελοποννήσου, «ἀπὸ τὸν Μωρέαν», ὅπως σημείωσε ὁ ἐνθυμησιογραφος, καὶ προχώρησε  πρὸς τὰ βόρεια, «εἰς τὸν κριὸν μέρος».

Γιὰ τὸν παρατηρητὴ τοῦ οὐρανοῦ τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἦταν πολὺ περίεργο καὶ ἐντελῶς ἀσυνήθιστο. Καὶ τέτοια περίεργα καὶ ἀσυνήθιστα φαινόμενα φυσικὸ ἦταν νὰ θεωροῦνται «σημαδιακά», ὅπως συνήθιζαν νὰ τὰ ὀνομάζουν οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τέτοια περίεργα φαινόμενα θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους τῶν παλαιότερων ἐποχῶν ὡς «θεϊκὰ σημάδια». Ἔτσι καὶ τὸ  φαινόμενο  αὐτό, κατὰ τὸν παρατηρητή του, ἦταν «σημάδι», ἦταν «σημείωμα», ποὺ κάτι «σήμαινε», κάτι ἤθελε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς δείξει, κάτι προμήνυε.

Παρόλο ὅμως ὅτι τὸ φαινόμενο ἐντυπωσίασε πολὺ, οἱ καθημερινὲς ἀσχολίες καὶ δουλειές του, δὲν ἐπέτρεψαν στὸν παρατηρητή του νὰ σπεύσει ἀμέσως γιὰ τὴν καταγραφή του. Πῆγε στὸ Μοναστήρι δυὸ μῆνες σχεδὸν ἀργότερα, στὶς 2 ἤ στὶς 10 Αὐγούστου. Ἡ ἐντύπωση ὅμως ποὺ τοῦ εἶχε προκαλέσει τὸ περίεργο ἀστρικὸ φαινόμενο ἐξακολουθοῦσε νὰ παραμένει ζωντανὴ καὶ ζωηρὴ καὶ κατέγραψε τότε, ὕστερα ἀπὸ δυὸ μῆνες, τὸ φαινόμενο.

Τὸ γεγονὸς τῆς τόσο καθυστερημένης ἀναγραφῆς ἑνὸς τόσο ἐντυπωσιακοῦ φαινομένου μᾶς δημιουργεῖ τὴν αἴσθηση ὅτι αὐτὴ ἡ συχνὴ καταφυγὴ πολλῶν ἀνθρώπων στὸ Μοναστήρι μὲ σκοπὸ τὴν ἀναγραφὴ τῶν ὅποιων ζωηρῶν ἐντυπώσεών τους ἤ ὅποιων γεγονότων θεωροῦσαν σημαντικὰ δὲν ἦταν ἁπλὰ μιὰ συνήθεια κάποιων ἀργόσχολων, οἱ ὁποῖοι ἔτσι ἀπερίσκεπτα, μὴν ἔχοντας κάτι ἄλλο νὰ κάνουν, «λέρωναν» τοὺς εὔκολους στὴν πρόσβαση τοίχους τοῦ νάρθηκα τοῦ Μοναστηριοῦ.

Φαίνεται ὅτι αὐτὴ ἡ ἔγγραφη κατάθεση γιἀ κάθε σημαντικὸ γεγονὸς στοὺς τοίχους τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν κάτι σὰν ἐκπλήρωση ἑνὸς εἴδους «χρέους». Ἔπρεπε νὰ γίνει αὐτὴ ἡ ἀναγραφή, τὸ θεωροῦσαν καθῆκον τους, ἴσως καὶ ὑποχρέωση προσφορᾶς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ «Κοινὸν Ἱερόν» ὅλων. Τὸ Μοναστήρι τους αὐτὸ ἦταν τὸ κοινὸν «Καταθετήριον» ἐντυπώσεων καὶ πληροφοριῶν ὅλων ὅσων ζοῦσαν σ’ αὐτὸ καὶ ὅλων ὅσων τὸ ἐπισκέπτονταν. Ὅλοι θεωροῦσαν καθῆκον τους καὶ ὑποχρέωσή τους νὰ πληροφορήσουν τὴν «Παναγία» γιὰ ὅ,τι συνέβαινε. Πήγαιναν, λοιπόν, καὶ κατέθεταν τὶς πληροφορίες τους, καταγράφοντάς τις, στὸ νάρθηκα τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἀσφαλῶς, παράλληλα μὲ τὴν ἀναγραφή, τὶς συζητοῦσαν μὲ τοὺς ἐκεῖ  καλογέρους, ζητῶντας μιὰ πιθανὴ ἑρμηνεία τους.

Προσωπικά, κάνοντας κάποιες ἀναγωγὲς σὲ ἄλλους χρόνους, τολμῶ νὰ ὑποθέσω ὅτι κατέθεταν τὸν περίεργο «χρησμὸ» τοῦ «λοξία» καιρικοῦ ἤ ἀστρικοῦ φαινομένου ζητῶντας ἀπὸ τὸ «Θεὸ» τους, μὲ προσευχὲς καὶ παρακλήσεις, τὴν ἑρμηνεία ἤ ἴσως καὶ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ τυχὸν σημαινομένου κακοῦ. Σίγουρα οἱ «φωτισμένοι» μὲ θεϊκὴ σοφία καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ θὰ τὸ ἄκουγαν μὲ προσοχή, θὰ τὸ μελετοῦσαν, θὰ τὸ ἐξέταζαν προσεκτικά, θὰ τὸ συζητοῦσαν  καὶ θὰ ἔλεγαν τὴ γνώμη τους.

Τὸ παραπάνω σημείωμα παρέμεινε γραμμένο ἐκεῖ ἐπὶ χρόνια πολλά. Τὰ γράμματα τοῦ σημειώματος μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου  ξεθώριασαν. Ἔτσι ὅταν στὴ δεκαετία τοῦ  1890, διακόσια πενήντα σχεδόν χρόνια μετὰ τὴν καταγραφή του, κάποια μέλη τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας εἶδαν τὸ σημείωμα καὶ τὸ ἀντέγραψαν, δὲν μποροῦσαν νὰ συμφωνήσουν γιὰ τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενό του. Ἡ ἀσυμφωνία αὐτὴ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ φτάσουν ὡς ἐμᾶς δύο μορφὲς τῆς ἴδιας αὐτῆς ἐνθύμησης, λίγο διαφορετικὲς μεταξύ τους, ποὺ ὀφείλονταν σὲ διαφορετικὲς ἀναγνώσεις ἀκριβῶς γιατὶ ἡ «ἐνθύμηση» δὲν ἦταν πλέον εὐανάγνωστη. Ὡστόσο τὸ μήνυμα τῆς ἐνθύμησης δὲν ἀλλάζει.

Ἡ πρώτη ἀνάγνωση εἶναι τοῦ Νικόλαου Γιαννόπουλου:

«1750.  Τὸν Ἰούνιον μῆνα ἔγεινε σημείωμα

καὶ ἐβγῆκεν ἕνας ἀστέρας ἀπὸ τὸν Μωρέαν

καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν κριὸν μέρος καὶ ἦταν θαῦμα μέγα.

1750 Αὐγούστου δύο».[9]

Ἡ δεύτερη ἀνάγνωση εἶναι τοῦ Ἀθανασίου Σπυριδάκη, μέλους και αὐτοῦ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ:

«1756. Τόν Ἰούνιον τόν μῆναν ἔγεινε σημείωμα

καὶ ἐβγῆκεν ἕνας ἀστέρας ἀπὸ τὸ Μωριᾶ

καί ὑπῆγεν εἰς τὸν ….. καὶ ἦτο θαῦμα.

1756 Αὐγούστου 10».[10]

 

1753

Σὲ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία πολλὲς φορὲς βρίσκουμε σημειώσεις ποὺ ἀναφέρονται σὲ προσωπικά, οἰκογενειακὰ ἤ καὶ κοινωνικὰ γεγονότα, γιατὶ οἱ καταγραφεῖς ἐκτίμησαν ὅτι ἦταν σημαντικὰ γεγονότα ποὺ ἔπρεπε νὰ τὰ καταγράψουν γιὰ νὰ τὰ πληροφορηθοῦν ὅλοι.

Σ’ ἕνα χειρόγραφο μουσικὸ κώδικα τοῦ ἀρχείου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», προσφορὰ σ’ αὐτὴν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ποὺ σήμερα φυλάσσεται στὴ βιβλιοθήκη τοῦ Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ (ἀριθ. 13), στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἐμπροσθόφυλλου, εἶναι γραμμένη ἡ ἑξῆς «ἐνθύμηση»:

«αψνγ΄ [11] – Μαΐου δέκα, Δευτέρα τῆς Σαμαρείτιδος …. 

ὁ πρωτοκανονάρχος Γούρας, υἱὸς τοῦ οἰκονόμου παπα-Δημητρίου,

ὁ Παναγιώτης Ἀναγνώστης  (ἔλαβε)  διὰ νόμιμόν του γυναῖκα

τὴν θυγατέραν τοῦ Ἀναστάση Χατζῆ Ἀργύρη

καὶ ἔστωσαν εὐλογημένοι».[12]

 

1753

Στὸ φύλλο 2α τοῦ ἴδιου μουσικοῦ κώδικα παρατίθεται ἕνας τύπος ὑποδείγματος ἐπιστολῆς εἰς ἀρχιεπίσκοπον ἤ ἐπίσκοπον:

«Θεοφιλέστατε, θειότατε, ἅγιε ἐπίσκοπε τῆς ἁγιωτάτης ἐπισκοπῆς …..  κύριε κύριε Διονύσιε, ἡμῶν δὲ αὐθέντα καὶ δέσποτα καὶ μετὰ Θεὸν προστάτα καὶ βοηθέ, τὴν ἐπὶ ἐδάφους διὰ μετάνοιαν προσκύνησιν  ἀπονέμω τῇ σῇ  ἁγίᾳ θεοφιλίᾳ. Ἔστω οὖν σοὶ γνωστὸν ἐν συντόμῳ, ὦ Θεοφιλέστατε, ὅτι[13] (ἐνταῦθα τὴν ὑπόθεσιν) .[14] Ταῦτα μὲν κατὰ τὸ παρὸν, αἱ δὲ ἅγιαι καὶ θεοπειθεῖς σας εὐχαὶ εἴησαν μετ’ ἐμοῦ ἐν βίῳ παντί. Ἀμήν. αψογ΄[15]».  Ἔξωθεν (ἐννοεῖται τῆς ἐπιστολῆς, στὸ φάκελο) «Τῷ Θεοφιλεστάτω ἁγίῳ ἐπισκόπῳ τῆς ἁγιωτάτης ἐπισκοπῆς ….  κυρίῳ κυρίῳ Διονυσίῳ, ἡμῶν δὲ αὐθέντῃ καὶ δεσπότῃ προσκυνητῶς».

Τὸ περιεχόμενο τῶν παραπάνω ἐνθυμήσεων, ὅπως γίνεται κατανοητό, διαφέρει ἀπὸ τὴ συνήθη μορφὴ ἄλλων «ἐνθυμήσεων». Δίνει τὴν ἐντύπωση ἀτομικοῦ βιβλίου καὶ ὄχι μοναστηριακοῦ. Πιθανόν νὰ προσφέρθηκε στὸ Μοναστήρι ἔχοντας ἤδη ἀπὸ πρὶν γραμμένες τὶς «ἐνθυμήσεις» στὶς σελίδες του.

 

 

1757

Στὸ «Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», στὴ δεξιὰ πλευρὰ τοῦ κυρίως ναοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ, τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὑπάρχει παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους. Τὸ παρεκκλήσι αὐτὸ ἦταν κάποτε ἀφιερωμένο στὴν Παναγία. Μᾶς τὸ βεβαιώνει ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος δημοσιεύοντας τὴ σχετικὴ πληροφορία στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος» (τόμος Δ΄, σελ. 710 – 711, Ἀθήνησιν 1896): «Τὸ ἐπὶ τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς παρεκκλήσιον τετίμηται ἐπ’  ὀνόματι τοῦ ἁγ. Χαραλάμπους. Ἀλλ’ ἐπιγραφή τις ἐντετειχισμένη ὄπισθεν τῆς κόγχης αὐτοῦ μαρτυρεῖ, ὅτι τοῦτο ἦν ἀφιερωμένον  εἰς τιμὴν τῆς Θεοτόκου».

Ἡ σχετικὴ ἐπιγραφή, ὅπως μᾶς τὴν διέσωσε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, εἶναι ἡ ἑξῆς:

«+Τω ΠΑΡΟΝ ΠΑΡΑ

ΚΛΗCΙωΝ ΤΗΜΟΜ

ΕΝΟΝ ΕΠ ΟΝΟΜΑΤΙ

ΤΗC ΥΠΕΡΑΓΙΑC ΘΕ

ΟΤΟΚOV KAI ΑΕΙΠΑΡΘΕ

ΝΟV ΜΑΡΙΑC ΕΠΗ ΕΙΜΕΡΑC

ΤΟV ΠΑΝΟCιωΤΑΤΟV ΑΓΙΟV ΚΑΘΕΙ

ΓΟΥΜΕΝΟΥ ΠΑ ΚVΡ ΙΕΡΟΘΕΟV

ΕΠΗ ΕΤΟVC  ΑΨΝΖ΄»

«+Τω παρόν παρα

κλήσιων τημόμ

ενον ἐπ’ ὀνόματι

τῆς Ὑπεραγίας Θε

οτόκου καί ἀειπαρθέ

νου Μαρίας  ἐπὴ εἰμέρας

τοῦ Πανοσιωτάτου  ἁγίου Καθει

γουμένου Πα(πά) κυρ Ιεροθέου

ἐπή ἔτους αψνζ΄».

(Τὸ παρὸν παρεκκλήσιον τιμώμενον ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας ἐπὶ ἡμέρας τοῦ Πανοσιωτάτου ἁγίου Καθηγουμένου Παπᾶ κυρ Ἱεροθέου ἐπὶ ἔτους αψνζ΄[16]).

Σαφεῖς, ὡστόσο, πληροφορίες γιὰ τὸ τὶ ἔγινε σὲ σχέση μὲ τὸ παρεκκλήσι αὐτὸ τῆς Θεοτόκου στὰ 1757 ἐπὶ τῆς ἡγουμενίας τοῦ Ἱεροθέου, δὲν μᾶς δίνονται ἀπὸ τὴν ἐπιγραφή.

Ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι ἀτελής καὶ δὲν περιέχει κάποιο ρῆμα ὥστε νὰ διασαφηνίζεται ἐὰν τότε, στὰ 1757 (αψνζ΄)  χτίστηκε τὸ παρεκκλήσι ἤ ἄν τότε  ἐπισκευάστηκε ἤ ἄν ἀνακαινίστηκε; Δὲν μᾶς εἶναι ἐπίσης γνωστὸ πότε ἀπὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας ἔγινε παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμους.

Ὁ ἴδιος ἐρευνητής, ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, στὴ μελέτη του «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ», ποὺ δημοσιεύθηκε στὰ «Θεσσαλικὰ Χρονικὰ» (τόμος 4ος, 1934, σελ. 69) μᾶς δίνει μία πληροφορία σχετική μὲ τὰ παραπάνω καὶ, κατὰ τὴν  ἐκτίμησή μου, συμπληρωματικὴ καὶ ἴσως διευκρινιστικὴ καὶ ἀπαντητικὴ στὰ παραπάνω ἐρωτήματα:

«Τῷ αὐτῷ ἔτει (1757) ἐπεσκευάσθη ἡ ἀνατολικὴ πλευρὰ

τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου,

κατὰ τὴν ὄπισθεν τῆς μεσαίας κόγχης τοῦ ναοῦ

χρονολογίαν ἐπὶ λίθου».

Ἀπὸ τὴν συνεξέταση τῶν δύο παραπάνω «ἐνθυμήσεων» ἐξάγεται, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μου, ὅτι στὰ 1757 προσκολλήθηκε στὴ νότια πλευρὰ τοῦ κυρίως ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἕνα νέο παρεκκλήσι, αὐτὸ τῆς Παναγίας, τὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, καὶ ὅτι γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ἀνέγερσης τοῦ παρεκκλησίου αὐτοῦ ἀπαιτήθηκε καὶ ἡ ἐν μέρει ἐπισκευὴ τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἤ ἴσως μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπισκευῆς τῆς ἀνατολικῆς αὐτῆς πλευρᾶς θεωρήθηκε καλὸ νὰ χτισθεῖ καὶ τὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας.

Ἀπὸ προηγούμενη ἐνθύμηση, τοῦ ἔτους 1671, εἴχαμε πληροφορηθεῖ ὅτι τὸ παρεκκλήσι αὐτὸ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ ἀργότερα τὸ παρεκκλήσι μετονομάσθηκε σὲ Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ.

 

1759

Ἕνα κάπως περίεργο «γεγονὸς», ἀσαφὲς και δυσκολοκατανόητο, μᾶς ἄφησε καταγεγραμμένο στὸ ἑστιατόριο τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς, ὁ «Κωσταντής», γιὸς τοῦ παπα – Ρίζου ἀπὸ τὴ Γούρα.

Τὸ «γεγονός», ποὺ σχετίζεται, ὅπως γίνεται φανερό, μὲ ληστεῖες καὶ ληστρικὲς ἐπιδρομές, ἔγινε στὴ Γούρα κατὰ τὸ 1759. Ὡστόσο ὁ Γουριώτης Κωνσταντῖνος Παπαρρίζος ἔφτασε στὸ Κάτω Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς γιατὶ θεώρησε καλὸ νὰ ἀναφέρει τὶς λεπτομέρειές του στοὺς ἐκεῖ καλογέρους, ὅπως συνήθιζαν ὅλοι τότε σὲ τέτοιες περιπτώσεις.

Ἦρθε στὸ «Κοινὸν Καταθετήριο» νὰ ἀναφέρει στοὺς καλογέρους καὶ νὰ καταγραφεῖ στὰ ἱστορικὰ γεγονότα τῆς περιοχῆς αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸ χωριό του. Ἀσφαλῶς οἱ προφορικές του ἐξηγήσεις καὶ ἀναλυτικὲς πληροφορίες του, αὐτὲς ποὺ ἀνέφερε στοὺς καλογέρους καὶ οἱ ὁποῖες δὲν ἔφτασαν ὡς ἐμᾶς, θὰ ἦταν πολὺ διευκρινιστικότερες καὶ λεπτομερέστερες.

Δὲν ἀρκέστηκε ὅμως στὶς προφορικές του αὐτὲς ἐξηγήσεις. Γιὰ ἐπιβεβαίωση καὶ δική του ἱκανοποίηση θέλησε νὰ καταγράψει καὶ  ἐπώνυμα τὸ «γεγονὸς» στὸν τοῖχο τοῦ ἑστιατορίου ἤ ἴσως καὶ σὲ κάποια ἄλλη ἐκεῖ ἐπιφάνεια. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος, ὅπως φαίνεται, δὲν ἤξερε νὰ γράφει ἔβαλε τὸν συγχωριανό του Ἀναστάσιο Παπαρρίζο «Μορφήτζη», ποὺ τὸν συνόδευσε καὶ ἤξερε τουλάχιστον, ἔστω καὶ ἀνορθόγραφα νὰ γράφει, νὰ κάνει αὐτὴ τὴ δουλειά. Αὐτὸς ἦταν «ὁ γράψας» τὸ γεγονός. Παρόλα αὐτὰ οὔτε καὶ ὁ «Ἀναστάσιος Παπαρίζου Μορφήτζη» μπόρεσε νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὶ ἀκριβῶς ἔγινε στὴ Γούρα στὰ 1759.

Τὴν «ἐνθύμηση» τὴν  ἐντόπισε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος καὶ μᾶς τὴ διέσωσε:

«+ Ὄντας ηρθε ω αγιος  βισάριος στι γουρα

και ἐυγικαν ης τὰ χορια και τον επηραν η αρβανιτες

και εγιριβαν διου σακουλις ετος 1759

και ἔφευγι καὶ επιγε ης το μνημα του

και δεν τους εδουσαν τους ἀρβανιτες τιποτα.

Κοστάντης ϋως του παπᾶ ρίζου

ἀπο χοριον γουρα ετος 1759 σεπτεμβρίου 9.

Αναστάσιος τοῦ παπαρίζου μορφήτζη

ἀπὸ χωρίον Γοῦρα ὁ γράψας ….».[17]

Γιὰ τὸ τὶ ἀκριβῶς ἔγινε στὴ Γούρα στὰ 1759 δύσκολα μπορεῖ νὰ δοθεῖ κάποια ἀπάντηση  βγαλμένη ἀπὸ τὸ παραπάνω κείμενο. Ἐκεῖνο ποὺ διαφαίνεται μὲ σαφήνεια εἶναι κάποιοι ληστές ἀρβανίτες ἅρπαξαν τὸν «Ἅγιο Βησσαρίωνα» καὶ γιὰ νὰ τὸν ἐπιστρέψουν ζητοῦσαν ὡς λύτρα «δυὸ σακκούλες». Μὲ κάποιο τρόπο ὁ «Ἅγιος Βησσαρίων» «ἔφυγε» ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ληστῶν χωρίς νὰ τοὺς δοθοῦν λύτρα.

 

1764

Στὰ 1764, ἕνα ἄλλο περίεργο ἀστρικὸ φαινόμενο ἐντυπωσίασε ὅσους τὸ εἶδαν. Στὸν οὐρανὸ παρουσιάστηκε κάτι ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἀστέρι καὶ μὲ φωτιά, «οςσὰν ἀστέρα καὶ ὀσὰν πὴρ». Ἡ πορεία του στὸν οὐρανὸ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ βορρᾶ, τούτη τὴ φορά, καὶ πῆγε πρὸς τὸ νότο, ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Θεσσαλονίκης πρὸς τὸ μέρος τῆς Αἰγύπτου», «ἀπὸ τοῦ σαλονικίου τὰ μέρους … καὶ ἐπάγι κατοὺ ἐγίπτου τὸ μέρος ». Περισσότερο ἀξιοπερίεργο εἶναι τὸ ὅτι αὐτὸ διέσχιζε τὸν οὐρανὸ  βροντῶντας δυνατά, «βροντόντα πολί».

Τὴ σχετική σημείωση τὴν ἔγραψε σὲ ἕνα χειρόγραφο βιβλίο τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ὁ Ἀναστάσιος τοῦ Παπα – Ρίζου ἀπὸ τὴ Γούρα:

«1764. Ἐφάνηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν οςσὰν ἀστέρα

καὶ ὀσὰν πὴρ καὶ ἔρχονταν ἀπὸ τοῦ σαλονικίου τὰ μέρους

βροντόντα πολὶ καὶ ἐπάγι κατοὺ ἐγίπτου τὸ μέρος. 

- Ἀναστάσις παπὰ Ῥίζου ἀπὸ Γοῦρα» .[18]

 

 

1770

Οἱ τοῖχοι τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς φαίνεται ὅτι γιὰ ἀρκετὰ χρόνια χρησίμευαν σὰν ἕνα εἶδος ἡμερολογίου καταγραφῆς τῶν σημαντικῶν γεγονότων, ὡς ἕνα εἶδος «ἱστορικοῦ μνημονίου». Ἐκεῖ  ἐπὶ πολλὰ χρόνια κατέφευγαν πολλοὶ καὶ κατέγραφαν κάποιο γεγονὸς ποὺ τὸ πληροφοροῦνταν ἤ συνέβαινε στοὺς ἴδιους καὶ τὸ θεωροῦσαν σημαντικὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ διασωθεῖ.

Ἕνα τέτοιο γεγονὸς πραγματοποιήθηκε στὸ «Μωριά» στὰ 1770, στὸν ὁποῖο  «ἔγινε σορινφὲ»:

«1770. ἔγινε σορινφὲ εἰς τὸν Μωρέαν» [19]

Στὴ συνέχεια τοῦ παραπάνω κειμένου ὑπῆρχαν καὶ ἄλλες λέξεις δυσανάγνωστες. «Τὰ λοιπὰ δυσανάγνωστα», γράφει ὁ Γιαννόπουλος.  Ἔτσι ἡ ἱστορικὴ πληροφορία ποὺ προσπάθησε νὰ μᾶς μεταδώσει ὁ καταγραφέας δὲν γίνεται εὔκολα κατανοητή. ἀφοῦ καὶ ἡ λέξη «σορινφὲ» δὲν εἶναι γνωστή. Τὴν ἴδια ἐνθύμηση μᾶς τὴν διέσωσε καὶ ὁ Ἀθανάσιος Σπυριδάκης.[20]

1770

Στοὺς τοίχους τοῦ νάρθηκα τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς βρέθηκε γραμμένη καὶ ἡ παρακάτω «ἐνθύμηση» ἡ ὁποία διασώθηκε ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Σπυριδάκη:

«Τὸν μῆνα ἰούνιον ἔγινι  1770 σύστασις εἰς τὸν κόσμον ὅλον,

ἔγεινε σεφέριν εἰς τὸν Μωριά».[21]

Τὸ «ἔγινε σεφέρι εἰς τὸν Μωριά», κατὰ τὸν Ἀθανάσιο Σπυριδάκη, σημαίνει ὅτι κατὰ τὸ 1770 πραγματοποιήθηκε ἐπαναστατικὸ κίνημα στὴν Πελοπόννησο. Χωρὶς, ὡστόσο, νὰ ἐξηγεῖ καὶ αὐτὸς τὴν ἔννοια τῆς λέξης «σορινφὲ» τῆς προηγούμενης «ἐνθύμησης», θεωρεῖ ὅτι οἱ δύο αὐτὲς ἐνθυμήσεις σχετίζονται μὲ τὸ ἴδιο γεγονὸς «περὶ ἐπαναστάσεως ἐν Πελοποννήσῳ ἔν ἔτει 1770».

Θέλοντας δὲ νὰ ἐνισχύσει τὴν ἄποψή του αὐτὴ προσθέτει: «καὶ ἐν μουσικῷ χειρογράφω (ἀριθ. 9) τῆς «Ὄθρυος» γέγραπται ὀρθῶς περὶ συλλογῆς πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ ἕνεκα τῆς ἐν Πελοποννήσῳ ἐπαναστάσεως «αψογ΄  Ἰουλί[ου] κθ’ ἡμέ[ρᾳ] β’  ἔγειν[εν] ἱππικὸν καὶ πεζικόν».

Σ’ ἕνα δερματόδετο μουσικὸ κώδικα τοῦ 18ου αἰῶνα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ, προσφορὰ σ’ αὐτὴ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, στὸ φύλλο 10α, κάτωθεν κομψοῦ ἐπιτίτλου, ὑπῆρχε ἡ ἀναγραφή: «ναστασιματάριον ψαλλόμενον κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ μετὰ τῶν κεκραγαρίων, ἦχος α΄».

Στὸ τελευταῖο φύλλο τοῦ Πλαγίου τοῦ Τετάρτου τοῦ κώδικα αὐτοῦ ὑπῆρχε ἕνας κολοφῶνας, γραμμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν κωδικογράφο, ὁ ὁποῖος, ὅμως, δὲν ἀποκαλύπτει τὸ ὄνομά του:

«Τέλος τοῦ Ἀναστασιματαρίου, τῷ δε βοηθήσαντι Θεῷ

διὰ πάντων ἐς ἀεὶ δόξα. Ἀμήν.

αψο΄, κατὰ μῆνα Ἰανουάριον».

1770

Μία λιτὴ καὶ λίγο περίεργη, μὲ περιεχόμενο δύσκολο στὴν ἀποσαφήνισή του καὶ στὸ σχολιασμό του, εἶναι ἡ παρακάτω «ἐνθύμηση»:

«Ἔτος 1770 Ἀπριλίου 6, δὲν εὑρέθησαν αὐγὰ

νὰ βάψουν διὰ τὴν Λαμπρά.»

Εἶναι σαφέστατη καὶ πλήρης ἡ πληροφορία ποὺ μᾶς δίνεται. Κατὰ τὸ 1770 δὲν μπόρεσαν νὰ βροῦν αὐγὰ νὰ τὰ βάψουν, ὅπως συνηθιζόταν ὅλα τὰ χρόνια,  γιὰ νὰ γιορτάσουν τὸ Πάσχα.

Δύσκολο εἶναι νὰ καταλάβει κάποιος ἐὰν τὸ «κακὸ» ἀφοροῦσε σὲ ὅλους, σὲ πολλοὺς ἤ σέ μερικοὺς καὶ ποιούς. Ὅση φτώχεια καὶ ἀνέχεια καὶ ἄν ὑπῆρχε, ὅση ἀφορία γῆς καὶ ἄν ἐπικρατοῦσε, οἱ νοικοκυρές, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τουλάχιστον, ἔτρεφαν κότες.

Πιθανόν γιὰ κάποιους ἄγνωστους λόγους τὴ χρονιὰ ἐκείνη νὰ μὴν ὑπῆρχαν κότες στὸ Μοναστήρι καὶ ἀπὸ κάποιες συμπτώσεις νὰ μὴν μπόρεσαν οἱ καλόγεροι νὰ προμηθευθοῦν αὐγὰ γιὰ τὸ Μοναστήρι. Πολὺ πιθανὸ θεωροῦμε νὰ συγκεντρώθηκαν ὅλα τὰ αὐγὰ τῆς περιοχῆς, παραμονὲς τῆς Πασχαλιᾶς, προκειμένου νὰ καλυφθοῦν οἱ ἀνάγκες  διατροφῆς κάποιας ὁμάδας στρατιωτικῆς ἤ καὶ κάποιου ληστρικοῦ μπουλουκιοῦ.

Ἡ «ἐνθύμηση», γραμμένη καὶ αὐτὴ στο νάρθηκα τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς, διασώθηκε ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Σπυριδάκη[22] καὶ ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο.[23]

 

 

1772

Στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς καλλιεργοῦνταν συστηματικὰ καὶ ἡ ψαλτικὴ τέχνη ἀλλὰ καὶ ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ ἰδιαίτερα. Ὑπῆρχε  πλούσια μουσικὴ παραγωγή. Ἀρκετοὶ μουσικοὶ κώδικες γράφηκαν ἤ ἀντιγράφηκαν ἀπὸ εἰδικοὺς γνῶστες τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ. Μερικοὶ τέτοιοι κώδικες σώθηκαν ὡς τὴν ἐποχή μας. Στοὺς κώδικες αὐτοὺς βρίσκουμε καταγραμμένες κάποιες «ἐνθυμήσεις» μὲ ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες.

Τὸ 1772, κάποιος «Ἀναγνώστης», ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ  τὸ Τρίκερι, μουσικὸς  καὶ ἀντιγραφέας, ἔγραψε ἕνα μουσικὸ κώδικα. Σήμερα ὁ κώδικας ἀνήκει στὴν Κάτω (Γυναικεία) Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 408 φύλλα συνολικά, βρίσκεται σὲ «ἐντυπωσιακῶς ἀρίστη κατάσταση»,[24] μὲ «στάχωση ἀρίστως διατηρημένη, σχεδὸν ἄφθαρτη».

Ὁ μουσικὸς καὶ ἀντιγραφέας τοῦ κώδικα «Ἀναγνώστης» ἦταν μαθητὴς τοῦ «Στεργίου». Ὁ «Στέργιος» καταγόταν ἀπὸ τὸν Τύρναβο. Ὁ «Ἀναγνώστης» βρισκόταν στὸν Πλάτανο τοῦ Ἁλμυροῦ, ὅταν τουλάχιστον τελείωσε τὴν ἐργασία του. Μᾶς εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ  πότε καὶ γιὰ ποιὸ λόγο βρισκόταν ἐκεῖ. Προσωπική μου ἐκτίμηση εἶναι ὅτι βρισκόταν στὸν Πλάτανο, ὡς ἀποσταλμένος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, καὶ ἐκεῖ, παράλληλα μὲ τὸ ἔργο ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι,  συνέχιζε τὴν γραφὴ τοῦ  μουσικοῦ κώδικα.

Δύο ἐνθυμήσεις μᾶς ἄφησε ὁ «Ἀναγνώστης» στὸν κώδικα αὐτόν. Ἡ μία βρίσκεται στὸ φύλλο 367α:

«Τέλος τοῦ Τριωδίου. 

Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον εἰς τοὺς αψοβ΄ (1772) Αὐγούστου η΄,

ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι,

μαθητοῦ Στεργίου ἐκ Τυρνάβου

καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν».

Ἡ δεύτερη εἶναι στὸ φύλλο 404α:

«Τέλος τοῦ Πεντηκοσταρίου.

Ἐτελειώθη εἰς Πλάτανον

εἰς τοὺς  αψοβ΄(1772) Ἰουλίου γ΄

ἐκ χειρὸς Ἀναγνώστου ἐκ Τρίκερι,

μαθητοῦ Στεργίου ἐκ Τυρνάβου,

ἤγουν Στεργίου

καὶ εὔξασθε ὑπὲρ αὐτῶν τοῦ εὐτελοῦς».

 

1772

Στὰ  1772 στοὺς τόπους γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι «ἔγινε πολύ μυτιδό», ἰδιαίτερα στὸν Ἁλμυρό, στὸν Πλάτανο, στοὺς Κοκκωτοὺς καὶ στὴ Βρύναινα:

«1772. Ἔγεινε πολύ μυτιδὸ (;) εἰς τοὺς τόπους τούτους

ὡς καὶ χωριστὰ ἔγεινεν εἰς τὸν Ἁλμυρὸν, εἰς τὸν Πλάτανον,

εἰς τοὺς Κοκκωτοὺς καὶ εἰς τὴν Βρύνιναν.

Ἀπὸ σπαρτὰ εἰς τὴν Βρύνιναν δὲν ἔγεινε τέτοιο πρᾶγμα».[25]

Τὸ «μυτιδό» – ἐὰν διαβάστηκε καὶ ἀποδόθηκε σωστὰ ἡ λέξη – δὲν εἶναι γνωστὸ τὶ σημαίνει. Τὸ «ἀπὸ σπαρτὰ εἰς τὴν Βρύνιναν δὲν ἔγινε τέτοιο πρᾶγμα» πρέπει νὰ ὑποδηλώνει ὅτι αὐτὸ τὸ ἄγνωστο καὶ ἀπροσδιόριστο «μυτιδό» εἶχε σχέση μὲ ἀσθένεια τῶν φυτικῶν καλλιεργειῶν, ἡ ὁποία, ὅμως, ἀσθένεια δὲν πρόσβαλε εἰδικὰ τὰ σπαρτὰ τῆς Βρύναινας.

Σίγουρο, ὡστόσο, πρέπει νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ἀκόμα μᾶλλον γεωργικὴ «καταστροφὴ» στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ κατὰ τὸ 1772. Τὴν καταστροφή αὐτὴ κάποιος ἔσπευσε νὰ τὴν καταγράψει στὸ κοινὸ γιὰ πολλούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς, «ἱστορικὸ λεύκωμα», στοὺς τοίχους, δηλαδή, τοῦ νάρθηκα τῆς Μονῆς τῆς Ἄνω Ξενιᾶς.

 

1773

Στὸν ἴδιο παραπάνω κώδικα, στὸ φύλλο 3β παρατίθεται ἕνας τύπος ὑποδείγματος ἐπιστολῆς πρὸς καθηγούμενον ἤ προηγούμενον μονῆς:

«Πανοσιώτατε καὶ εὐλαβέστατε ἅγιε καθηγούμενε ἤ προηγούμενε κύριε παπα κὺρ  …..  τὴν πανοσιότητά σας εὐλαβῶς προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν αὐτῆς δεξιὰν ἀσπάζομαι δεόμενος τοῦ Ἁγίου Θεοῦ ἵνα διατηροίη αὐτὴν ὑπερτέραν πάσης καιρικῆς περιστάσεως καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας εὐσεβῶς προσκυνοῦμεν. Γίνωσκε οὖν ἅγιε καθηγούμενε, ὅτι (τὸ καὶ τὸ). Καὶ ταῦτα μὲν κατὰ τὸ παρὸν, ἡ δὲ εὐχὴ τῆς πανοσιότητός σας εἴημετ’ ἐμοῦ ἐν βίῳ παντί. Ἀμήν. αψογ΄»

(Ἔξωθεν): «Τῷ πανοσιωτάτῳ ἁγίῳ καθηγουμένῳ τῆς Ἱερᾶς καὶ Βασιλικῆς Μονῆς …. τῷ κυρίῳ  ….. προσκυνητῶς».

1773

Στοὺς τοίχους τοῦ νάρθηκα τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς βρέθηκε γραμμένη καὶ ἡ παρακάτω «ἐνθύμηση», ἡ ὁποία ἀποθησαυρίστηκε ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Σπυριδάκη. Ὅπως ἀναφέρθηκε καὶ προηγουμένως ἡ «ἐνθύμηση» αὐτὴ σχετίζεται καὶ συμπληρώνει προηγούμενες ἐνθυμήσεις:

«αψογ΄ ἰουλί[ου] κθ΄ ἡμέ[ρᾳ] β΄ ἔγει[νεν] ἱππικὸν καὶ πεζικόν».[26]

Κατὰ τὸν Ἀθ. Σπυριδάκη ἡ «ἐνθύμηση» ἀναφέρεται στὴν  ἐπιστράτευση  πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ στρατοῦ ποὺ ἔγινε «ἕνεκα τῆς ἐν Πελοποννήσῳ ἐπαναστάσεως».

1773

Στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ εἶχε προσφερθεῖ ἀπὸ τὴ Μονὴ Ξενιᾶς ἕνας μουσικὸς κώδικας τῆς ἐποχῆς τοῦ 18ου αἰῶνα. Σήμερα ὁ κώδικας αὐτὸς φυλάσσεται στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἀλμυροῦ καὶ ἔχει τὸν ἀριθμό 14. Στὸ φύλλο 54β τοῦ κώδικα αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς «ἐνθύμηση»

«1773 μαρτίου 4, ἡμέρα β΄ ἔγεινεν ἕνας σεισμὸς μέτριος,

ἔτι μαρτίου 5, ἡμέρα γ΄ ὥρα τρίτη ἔγινεν σεισμός μέγας

καί ἔπεσεν ὁ πύργος καί ὅλα τά σπίτια διεφθάρθηκαν

ὁμοίως και ἡ Εὐαγγελίστρια ὥςτε ἡ γῆ νύκτα καί ἡμέρα δέν ἔπαβε·

ἔτι εἰς τάς  ια΄  μαρτίου ξημερώνοντας Πέμπτη τοῦ μέγα κανόνος

ἕος ὅρα τετάρτη τῆς νυκτός ἔγηνεν πάλιν σεισμός φρικτός

καί είταν ὁ λαός ὅλος εἰς τήν ἐκκλησίαν

καί ἐγώ είμουν εἰς τήν Παναγίαν τήν Εὐαγγελίστριαν

καὶ εἰσῆλθον εἰς τό ἱερόν

ὁμοῦ  μέ τόν Πά(πᾶ) Καλλίνικον τοῦ ἁγίου γέροντος».

Θεωροῦμε ἀναγκαῖο νὰ κάνουμε μία διευκρίνιση γιὰ τὴν παραπάνω ἐνθύμηση καὶ γιὰ κάποιες σχετικὲς μ’ αὐτὴν δημοσιεύσεις.

Ἡ «ἐνθύμηση» δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο,[27] χωρὶς ὅμως ὁ ἴδιος νὰ καταχωρήσει στὴ δημοσίευσή του ἰδιαίτερα ἑρμηνευτικὰ σχόλια γι’ αὐτή.

Νεότεροι, ὡστόσο, ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι ἀναδημοσίευσαν  τὴν ἴδια ἐνθύμηση, θεώρησαν σκόπιμο νὰ τὴν σχολιάσουν. Ἔτσι, ἐπειδὴ ἴσως βρέθηκε γραμμένη  σὲ κώδικα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς», ἐκτίμησαν ὅτι καὶ τὸ περιεχόμενό της ἀναφέρεται στὴν περιοχή τοῦ Ἁλμυροῦ. Μὲ τὸ σκεπτικὸ αὐτὸ ἔβγαλαν τὸ ἔμμεσο συμπέρασμα ὅτι στὰ 1773, χρονολογία ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐνθύμηση, ὑπῆρχε στὸν Ἁλμυρὸ ναὸς «Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου» (Εὐαγγελίστρια)[28] καὶ ἑπομένως δὲν εὐσταθεῖ ἡ γνωστὴ ἄποψη ὅτι ὁ πρῶτος χριστιανικὸς ναὸς ποὺ χτίστηκε στὸν Ἁλμυρὸ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου ποὺ χτίστηκε στὰ 1802.

Ἡ ἐκτίμηση  αὐτὴ δὲν εὐσταθεῖ. Ὁ ναὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἁλμυροῦ εἶναι βεβαιωμένο ὅτι χτίστηκε στὰ 1899, ἐνενήντα ἑφτὰ (97) χρόνια μετὰ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, καὶ δὲν ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν ἄλλος ὁμώνυμος μ’ αὐτὸν ναὸς στὸν Ἁλμυρό.

Ἡ παραπάνω πολὺ σαφής, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό της, «ἐνθύμηση» δὲν ἀναφέρεται στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ. Ἀναφέρεται, κατὰ μεγάλη πιθανότητα, στὸ Τρίκερι καὶ στὸ ἐκεῖ μοναστήρι τῆς Εὐαγγελίστριας, ὅπου πρέπει ἀρχικὰ νὰ βρισκόταν ὁ κώδικας.

Σ’ αὐτὸ συνηγορεῖ τὸ ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἀναφορὰ σὲ «Εὐαγγελίστρια» παραπέμπει σὲ μοναστήρι καὶ ὄχι σὲ ἐκκλησία. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ μὲ σαφήνεια  ἀπὸ τὶς παρεμβαλλόμενες στὸ κείμενο λέξεις «τοῦ ἁγίου γέροντος», λέξεις  ποὺ ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς μοναστηριῶν γιὰ τὸν ἡγούμενό τους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς λέξεις «ξημερώνοντας Πέμπτη τοῦ Μέγα Κανόνος». Ὅπως εἶναι γνωστὸ  ὁ «Μέγας Κανὼν» ψάλλεται μόνο σὲ μοναστήρια τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ μάλιστα «ξημερώνοντας». Καὶ ἐπειδὴ «Μοναστήρι Εὐαγγελίστριας», στὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸν Ἁλμυρό, ἦταν μόνο στὸ Τρίκερι, δικαιολογεῖται ἡ σκέψη ὅτι ἡ «ἐνθύμηση» ἀναφέρεται σ’ αὐτό.

 

 

1774

Στοὺς τοίχους τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Ἄνω Μονῆς Ξενιᾶς βρέθηκε γραμμένη καὶ ἡ παρακάτω «ἐνθύμηση», ποὺ ἀναφέρεται πάλι σὲ μιὰ περίοδο πείνας καὶ ἀκρίβειας κατὰ τὸ ἔτος 1774.

«1774. Ἔγεινε μεγάλη ἀκρίβεια εἰς  τὸ ψωμὶ,

τὸ σιτάρι τὸ ἔφεραν εἰς τὸν γιαλὸ Ὑδριώτικα καὶ Ψαριανὰ καΐκια,

ὥστε οἱ ἄνθρωποι τὸ ἠγόραζαν 27 καὶ 28 γρόσια τὸ φόρτωμα. Διήρκεσεν ἡ ἀκρίβεια χρόνον ἕνα καὶ μισόν.

Ὁ γοῦν χειμὼν τοῦ 1774 ἦν σφοδρός…».[29]

Ἡ ἴδια ἀκριβῶς «ἐνθύμηση» βρέθηκε, καὶ πάλι ἀπὸ τόν Νικόλαο Γιαννόπουλο, γραμμένη σὲ ἕνα ἐξώφυλλο ἐκκλησιαστικοῦ βιβλίου τῶν Κωφῶν. Στὸ βιβλίο τῶν Κωφῶν, στὴ συνέχεια τοῦ χρονικοῦ σημειώματος,  βρέθηκε γραμμένο καὶ τὸ παρακάτω στιχούργημα ποὺ ἀναφέρεται μὲ περισσότερες λεπτομέρειες στὸ ἴδιο γεγονός, γραμμένο κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀπὸ τὸ ἴδιο πρόσωπο:

«Ἐδῶ μὲ πόνον ἄρχισα νὰ σείρω τὸ κονδύλι,

Μὲ δάκρυα καὶ στεναγμὸν καὶ πικραμένα χείλη.

Τῆς πείνας καὶ ἀκρίβειας τὰ βάσανα νὰ κλάψω,

Τῆς Ῥούμελης τὴν συμφορὰν μὲ δάκρυα νὰ γράψω.

Ἡ Ῥούμελη ἡ ξακουστὴ καὶ πανευτυχισμένη,

Ὁποῦ τὸν κόσμον ἔτρεφε κι ὅλην τὴν οἰκουμένη,

Τώρα δὲ ἐξ ἁμαρτιῶν θέλησε νὰ παιδεύσῃ

Ὁ Κύριος τὴν Ῥούμελην καὶ νὰ τὴν ἐστερεύσῃ.

Χειμῶνας ἔγινε πικρὸς, τὰ πρόβατ’ ἐψοφοῦσαν

Ἕν ἀπὸ τἄλλο ἔπεφταν καὶ δὲν ἐκαρτεροῦσαν.

Ἐχάθηκαν καὶ ἄλογα κι ἀμέτρητα κατσίκια.

Σιτάρι φέραν στὸ γιαλὸ Ὑδριώτικα καΐκια.

Οἱ ἄνθρωποι ὡς ἤκουσαν τρέχουν διὰ νὰ πάρουν.

Ὑδριῶταις μὲ τὴν ἀσπλαχνιὰ πολλὰ παζάρια κάνουν.

Δὲν στέκουν εἰς τὸν λόγον τους καὶ εἰς ἕνα παζάρι.

Ἐσιάστισαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τρέμαν σἄν τὸ ψάρι.

Ὑδριῶταις καὶ οἱ Ψαριανοὶ εἶχαν ὡμιλημένα

Καὶ τὰ μισὰ καΐκια ‘ς τὸ Μύτικα[30] κρυμμένα.

Νισάφι[31] δὲν ἐκάμασι σιτάρι νὰ πωλήσουν,

Ἀλλὰ μὲ ἀσπλαχνιὰ πολλὴ σφόδρα νὰ καζαντήσουν.

Ἐσύναξαν τῆς Ῥούμελης φλωρία καὶ σολδία,[32]

Καὶ τῶν πτωχῶν τὰ αἵματα ἔπιναν σἄν θηρία.

Τα μέτρα τους ἦταν μικρά, παζάρια μεγάλα.

Ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ τὸ τζόρκι[33] νὰ γυρίσῃ

Ὑδριῶταις καὶ τοὺς Ψαριανοὺς νὰ τοὺς ἀνταποδώσῃ

Στὴ Ῥούμελη νὰ ἔλθωσι σιτάρι ν’ ἀγοράσουν

Μὲ πείνα καὶ μὲ δάκρυα καΐκια νὰ φορτώσουν

Νὰ λάβουν τὴν ἀνταμοιβὴν κι ἐκεῖν’ ὁποῦ ἐκάμαν

Νὰ μὴν τὸ ἀστοχήσωσι ποτὲ εἰς τὸν αἰῶνα.

Γιατὶ ἦσαν φιλάργυροι κι ἀπ’ τὸ νισάφ’ ἐβγῆκαν.

Τῆς Ῥούμελης[34] τὸν θησαυρὸν αὐτοὶ τὸν ἐδεχθῆκαν.

Ἐβούλουμουν νὰ πῶ πολλὰ κι ἡ ὥρα δεν μὲ φτάνει

Λέγω τὸ συντομώτερον κι ἐκεῖνο ὅπου τυγχάνει,

Διότι ὥρα δὲν εἶναι ξεχωριστὰ νὰ γράψω,

Τὴν πεῖναν καὶ ἀκρίβειαν φαρμακερὰ νὰ κλάψω,

Πεῖναν τριῶν ἑξαμηνῶν καὶ τὴν στενοχωρία

Ὁποῦ μᾶς ἐπροξένησε δική μας ἁμαρτία.

Ἡ ἁμαρτια εἶναι κακὴ καὶ πρόαξε τὴν πεῖνα

Καὶ ἄμετρα θανατικὰ καὶ ἄλλα ἐναντία.

Δόξα καὶ χάρις τῷ Θεῷ τῷ πάντων εὐεργέτῃ

Τῶν ἀοράτων κι ὁρατῶν κτισμάτων πλαστουργέτῃ».

Στὴ συνέχεια ὁ ποιητὴς  τοῦ παραπάνω στιχουργήματος γίνεται πιὸ ἀναλυτικὸς σὲ πληροφορίες ποὺ τὶς καταγράφει καὶ σὲ πεζὸ λόγο:

«Ἄρχισεν ἡ ἀκρίβεια ἀπὸ τοὺς  χιλίους ἑπτακοσίους ἑβδομήντα πέντε – ἄρχισεν ἡ ἀκρίβεια 1774-5 – καὶ ἐπεκράτησεν χρόνον ἕνα καὶ μισόν, καὶ ἦλθαν καΐκια στὸν γιαλὸν μὲ σιτάρι τὸ φόρτωμα γρόσια 24, καὶ τὸ καλαμπόκι γρόσια 18 καὶ 20, καὶ τὸ ἀλεύρι ἡ ὀκὰ παράδες 24  καὶ εἰς τὸ χωρίον ἦλθεν καὶ 27, – ἡμέρα καὶ παζάρι ἔκαναν οἱ καϊκτζῆδες, καὶ ὥρα καὶ παζάρι. Τὸ κριθάρι τὸ φόρτωμα γρόσια 14 καὶ 16. Αὐτὸ ἔγραψα καὶ ἀπ’ αὐτὸ νὰ καταλάβῃς καὶ διὰ τοὺς ἄλλους καρπούς, ἤγουν κουκία καὶ ρεβύθια, φακὲς καὶ ἄλλα ὅμοια, οἱ ὁποῖοι καρποὶ δὲν εὑρίσκονταν. Τὰ ρεβύθια τὰ ἄλεθαν καὶ τὰ ἔκαμαν ἀλεύρι, τὰ κουκία τὰ ἐτάγιζαν τὰ πρόβατα, σφοδροῦ χειμῶνος γενομένου, καὶ πάλιν ἐψόφησαν. Καὶ ἦτον ἡ στενοχωρία μεγάλη ἕως ὅτου ἦλθεν ἡ ἐφθηνία καὶ ἔφαγαν οἱ ἄνθρωποι νέους καρπούς».[35]

 

 

1775

Στὸν ὑπ’ ἀριθμ. 14 Μουσικὸ κώδικα τοῦ ἀρχείου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»[36] ὑπάρχει ἡ παρακάτω ἐνθύμηση:

«1775, Μαρτίου γ΄ ἔλαβα ἐκ του κυρ Ἰωάννη γρ. 2

διὰ τὸ δηλόσημον[37] τῆς χώρας καὶ μένουν.[38]»

 

1777

Στὸ φύλλο 4α τοῦ ὑπ’  ἀριθ. 13 μουσικοῦ κώδικα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» (Σήμερα Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ) ὑπάρχουν οἱ ἑξῆς ἐνθυμήσεις:

«Τῷ αψοζ΄ (1777) Φεβρουαρίου κδ΄/24 εἰς σκόπελλον».

 

«Τὸ παρὸν Ἀναστασιματάριον ὑπάρχει

τοῦ οἰκονόμου Παναγιώτου ἱερέως

καὶ εἰ τις του χωρὶς θέλημα ἔστω ἀσυγχώρητος

παρὰ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου

καὶ ἀσυγχύτου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος.

Ἀμήν».

 

1782

Πληροφορίες χρήσιμες γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς μποροῦμε νὰ συλλέξουμε μερικὲς φορὲς καὶ ἀπὸ κάποιες ἐπιγραφὲς στὰ πιὸ ἀπίθανα μέρη, παρ’ ὅλη τὴν λιτότητα καὶ τὴν ἀποσπασματικότητα αὐτῶν τῶν ἐνθυμήσεων.

Σ’  ἕνα χάλκινο δοχεῖο (μπακράτσι) ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τελέσεις ἁγιασμοῦ καὶ τὸ ὁποῖο ἐντόπισε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς, ἦταν, π.χ., χαραγμένη ἡ ἐπιγραφή:

«Παπᾶ :Στάθι

Χατζί : Γιοργούσι

ἠκονόμο:   1782».[39]

 

1783

Στὶς «ἐνθυμήσεις», ὅπως τὶς ἐννοοῦμε ἐμεῖς προκειμένου νὰ ἐξυπηρετήσουμε τὸ σκοπὸ τοῦ κεφαλαίου τούτου, κατατάσουμε καὶ κάποια ἄλλου εἴδους γραπτὰ κείμενα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε χρήσιμες πληροφορίες, ὅπως π.χ. ἐπιστολἐς μὲ τὶς ὁποῖες κάποιοι παραχωροῦσαν στὸ Μοναστήρι περιουσιακὰ τους στοιχεῖα. Πρόκειται, στὴν πραγματικότητα, γιὰ «ἀφιερώσεις», οἱ ὁποῖες, ἄν τὸ «ἀφιέρωμα» ἦταν ἄλλου εἴδους, π.χ., βιβλίο ἤ ἀντικείμενο, θὰ γράφονταν ἐπάνω σ’ αύτό.

Τὶς «ἀφιερώσεις» αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς θεωροῦμε ἐξίσου σημαντικὲς ὅπως καὶ τὶς ἀφιερώσεις ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων ἤ ἄλλων ἀντικειμένων.

Στὰ 1783 ὁ Θεοδόσης, γιὸς τοῦ παπα – Εὐσταθίου ἀπὸ τὴ Γούρα, ἀφιέρωσε στὸ Μοναστήρι τῆς  Παναγίας Ξενιᾶς ὅλη του τὴν περιουσία. Τὴν ἀφιέρωση τὴν πληροφορούμαστε ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ – δήλωση ποὺ ἔστειλε ὁ ἀφιερωτὴς στοὺς μοναχοὺς τῆς Ξενιᾶς, τὸ περιεχόμενο τῆς ὁποίας διέσωσε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος.

«+ Μὲ τὸ παρὸν γράμμα φανηρόνο καὶ ὁμολογῶ ἐγὼ ὁ Θεοδώσης… ὅτι πῶς ἰδιοθελήτως … ἀφιέροσα τὸ  ὁσπήτιόν μου ὅς καθὼς εἶναι μὲ ὅλον του τόπον ὅπου ὅριζα εἰς τὸ μοναστήριον τῆς ξενιᾶς τῆς ὑπεραγίας θεοτόκου… καὶ ἔστω εἰς βεβέωσιν 1783, δεκεμβρίου 3».[40]

1783

Τὸ 1783 οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ἀγόρασαν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Σούρπης, ἔναντι 2.000 γροσίων, μιὰ παραθαλάσσια ἔκταση στὶς Νηές:

«Μὲ τὸ παρὸν ἔγγραφον γίνεται γνωστὸν ὅτι: Τὸ χίλια ἑκατὸν ἐνενήντα ὀκτὼ οἱ χριστιανοὶ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ Σούρ […],  ποὺ εἶναι ἀπὸ τὰ μισθωμένα κατ’  ἀποκοπὴν χωριὰ Κοκὸς  καὶ μάλιστα οἱ δημογέροντές τους «Ἀναγνώστης» καὶ «Κονόμο» πούλησαν τὸν τόπο ποὺ φέρει τὴν ὀνομασία «Σένεζ» καὶ ποὺ εἶχαν ἀγοράσει ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς κατοίκους τοῦ «Δρυμῶν» ….».[41]

 

1784

Σὲ χειρόγραφο μουσικὸ κώδικα τοῦ 18ου αἰώνα τοῦ ἀρχείου τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» (ἀριθμός κώδικα 14), ὁ ὁποῖος σήμερα φυλάσσεται στὴ βιβλιοθήκη τοῦ Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ,[42] ὑπάρχουν κάποιες «ἐνθυμήσεις» καὶ διἀφορα ἄλλα σημειώματα. Τὰ παρουσιάζουμε στὴ συνέχεια, χωρὶς ἰδιαίτερους σχολιασμούς:

«+1784, Ἰουνίου 8 ἦλθα εἰς Ραβδοβύζι (=Ραδοβύζιον)».[43]

 

«10 Ἰουνίου ἡμέρα Δευτέρα εἰς μοναστήριον στὶς σκληκοκαργιά».

 

«1784 Αὐγούστου 2.

Πῆγα στὴν Ἄρτα στὸ ἄλογό μου καὶ κάμω χαρτζιλίκι ἄσπρα 80».

 

«Σεπτεμβρίου 14

ἐπῆγα στὴν Ἄρτα ἔκαμα χάρτι ἄσπρα 40».

 

«1784, Νοεμβρίου 25 ἦλθα εἰς Μετέωρα».

 

«Τὰ σανίδια εἶναι τρία δάχτυλα τοῦ … νὰ εἶναι ….

Δάκτυλα φαρδὺ μιάμιση πιθαμή (εἰς ταῖς κολόναις)».

 

Στὸ φύλλο 53α τοῦ κώδικα αὐτοῦ ὑπάρχει ἕνα ὑπόδειγμα ἐπιστολῆς καὶ κάποιες ἄλλες σημειώσεις:

 

«Τιμιώτατε καὶ φιλόστοργέ μου Πατὴρ προσκυνῶ δεόμενος τοῦ ἐπουρανίου Θεοῦ να σὲ διαφυλάει ὁμοῦ μὲ τὴν μητέρα μου. 1844, 13 Σεπτεμβρίου αωμδ΄».

 

Ἀρκετὲς φορές, στὴν ἐργασία μας αὐτή,  ἔχουμε προσπαθήσει νὰ καταστήσουμε φανερὸ ὅτι οἱ δύο ἱερὲς εἰκόνες τοῦ Μοναστηριοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἱστορία προσπαθοῦμε νὰ καταγράψουμε στὴν ἐργασία μας αὐτή, ἡ εἰκόνα «Κοίμηση τῆς Θεοτόκου» καὶ ἡ εἰκόνα «Παναγία Ξενιά», ἡ «Κισσιώτισσα» καὶ ἡ «Ξενιά», στὶς συντομευμένες ὀνομασίες τους, ἦταν ἀπὸ τοὺς ντόπιους κατοίκους ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηριοῦ τὸ ἴδιο σεβαστὲς καὶ ἱερές. Αὐτὸ φανερώνεται καὶ ἀπὸ τὴν παρακάτω «ἐνθύμηση»:

 

«Ἐτοῦτο τὸ χαρτὶ εἶναι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς

καὶ ὅποιος τὸ πάρει νὰ ἔχῃ τὴν κατάραν τῆς Μονῆς Ξενιᾶς

καὶ τῆς Ἁγίας Κοίμησης»

 

 

1786

Σὲ μία ἁψίδα στὴ βόρεια πύλη τοῦ Κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς,ποὺ ὑποβάσταζε τὸ ἄνω πάτωμα, ὑπῆρχε σκαλισμένη ἡ ἐπιγραφὴ

«1786 ΣΤΑΥΡΩ».

Κατὰ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο, ὁ ὁποῖος παρατήρησε, ἀντέγραψε καὶ δημοσίευσε τὴν ἐπιγραφή,[44] τὸ «ΣΤΑΥΡΩ» σημαίνει «Σταυροπήγιον», δηλαδὴ  «Σταυροπηγιακὴ Μονή». Κατὰ τὸ 1786, δηλαδή, ἀναγνωρίστηκε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἡ Μονὴ Ξενιᾶς ὡς «σταυροπηγιακή».

Στὸ κεφάλαιο στὸ ὁποῖο ἀναφερόμαστε στὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ ἔγγραφα ἀρκετὲς φορὲς δηλώνεται σὲ πατριαρχικά ἔγγραφα ἡ ἀναγνώριση τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, ὡς «Βασιλικοῦ, Πατριαρχικοῦ καὶ Σταυροπηγιακοῦ». Κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι τοῦ ἔτους 1786. Δὲν γνωρίζουμε μὲ ποιὸ τρόπο ἔγινε τούτη τὴ φορὰ ἡ νέα ἀναγνώριση.

 

1787

Στὰ 1787 κατασκευάστηκε τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο  τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, στὸ κάτω κτιριακὸ συγκρότημα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς. Ἡγούμενος τότε ἦταν ὁ Ἀγάπιος. Γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ξυλόγλυπτου αὐτοῦ τέμπλου χρησιμοποιήθηκαν  τρεῖς Πηλιορεῖτες τεχνίτες: ὁ μαστορο – Γεώργιος ἀπὸ τὶς Μηλιές καὶ οἱ μαστορο – Γιάννης και μαστορο – Γεώργιος ἀπὸ τὴ Ζαγορά.

Μᾶς τὰ φανερώνει ὅλα αὐτὰ ἡ σχετικὴ ἐπιγραφή, ἡ ὁποία διασώθηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο:

«+ ΕΝ ΕΤΕΙ ΑΨΠΖ΄

ΗΓΟVΜΕΝΟΣ ΑΓΑ

ΠΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑ

ΧΟΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ

ΕΤΕΛΕΙωΘΗ ΤΟ

ΠΑΡΟΝ ΤΕΜΠΛΗ

ΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟ

ΛΑΟΥ Ο ΜΑΣΤΟΡΟ

ΓΕωΡΓΙΟΣ ΧωΡΑ

Σ ΜΗΛΙΑΙΣ Ο ΜΑΣ

ΤΟΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ

ΜΑΣΤΟΡΟΓΕωΡ

ΓΙΟΣ ΕΚ ΧωΡΑΣ

ΖΑΓΟΡΑΣ ΕΝ ΜΗΝΙ

ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΙΖ

ΕΝ ΕΤΕΙ 1787

1787»

«+Ἐν ἔτει αψπζ΄ ἡγούμενος Ἀγάπιος ἱερομόναχος τῆς Ξενιᾶς Ἐτελειώθη τὸ παρὸν τέμπληον τοῦ Ἁγίου Νικολάου ὁ μαστορο Γεώργιος ἐκ χώρας Μηλιαῖς ὁ μαστορο Γιάννης καὶ μαστορο Γεώργιος ἐκ χώρας Ζαγορᾶς ἐν μηνί  Απριλίου ιζ΄. Ἐν ἔτει 1787. 1787.»[45]

 

 

1789

Στὰ 1789 ἡ  «Μορφία», σύζυγος τοῦ Ἠλία Κανέλλου, ποὺ ζοῦσε στὴ Λιβαδιά, ἀφιέρωσε τὴν κτηματικὴ περιουσία της στὴν Παναγία Ξενιά, βάζοντας κάποιους ὅρους ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν διατροφή της.

«1789 απριλλίου 10 Λεβαδεία.

Διὰ τοῦ παρόντος γίνεται δῆλον τοῖς πᾶσι, πὼς ἐγώ ἡ μορφία … ἀφιερώνω … εἰς τὴν ἁγίαν εἰκὀνα τῆς παναγίας ὀνομαζομένης Ξενιᾶς το ὀσπίτι μου … οἱ δέ πατέρες της παναγἰας νά ἔχουν νά μοῦ δίδουν καί ἐμένα τόν καθ’ ἕκαστον χρόνον διά ζωοτροφίαν, ἄν ζήσω….», δέκα κοιλά σιτάρι, καί δεκαπέντε ὀκάδες τυρί, καί πέντε ὀκάδες βούτυρον, καί δέκα ὀκάδες λάδι….»[46]

 

1791

Στὶς 10 Δεκεμβρίου τοῦ 1791 ὁ Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος ὁ Ζ΄ ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ζητουνίου προτρέποντάς τον νὰ ἐνδιαφερθεῖ καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν κυριαρχία τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς στὴν κτηματική περιουσία της, ἡ ὁποία καταπατοῦνταν:

«… + Θεοφιλέστατε ἐπίσκοπε Ζητουνίου, …. τινὲς τῶν πέριξ χωρίων τοῦ Ἱεροῦ τούτου Μοναστηρίου χριστιανοί, τῇ αἰσχροκερδείᾳ νικώμενοι, ἰδιοποιοῦνται τὰ μοναστηριακὰ χωράφια καὶ καταπατοῦσι τοὺς τοῦ Ἱεροῦ τούτου Μοναστηρίου τόπους, σπείροντες ἐν αὐτοῖς καὶ ἐξ αὐτῶν θερίζοντες καὶ δρεπόμενοι ἀπολαμβάνουσι τοὺς καρποὺς καὶ τὰ γεννήματα, ….Ὅθεν,  ὅσοι καὶ ὁποῖοι  τῶν χριστιανῶν, …, καταπατοῦσι καταχρώμενοι τοῖς μοναστηριακοῖς χωραφίοις … καὶ οὐκ ἀποδιδῶσιν τὸν εἰθισμένον ἀντίσπορον, …  καὶ μεταποιοῦσι καὶ μετακινοῦσι τὰ ὀροθέσια καὶ σύνορα τῶν μοναστηριακῶν τόπων … οἱ τοιοῦτοι, ὁποῖοι ἄν ὦσιν,  ὁμοῦ ἀφωρισμένοι ἀπὸ Θεοῦ καὶ κατηραμένοι καὶ ἀσυγχώρητοι».[47]

1791

Κατὰ τὸ 1791 οἱ καλόγεροι τῆς Ξενιᾶς ἀντιμετώπιζαν γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ προβλήματα μὲ τὴν κτηματικὴ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ τους. Μερικοὶ περίοικοι τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων παραβίαζαν τὰ ὅριά τους εἰς βάρος τοῦ Μοναστηριοῦ. Οἱ μοναχοὶ ζήτησαν τὴν προστασία τοῦ Σουλτάνου.

Ἔτσι στὰ «Τέλη τῆς σελήνης Ραμπὶ οὔλ ἀχίρ τοῦ 1206» κατὰ τὸ ὀθωμανικὸ ἡμερολόγιο, δηλαδὴ στὶς 26 Δεκεμβρίου τοῦ 1791, κατὰ τὸ χριστιανικό, ὁ Σουλτάνος Σελὴμ Γ΄ ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν δικαστικὸ κριτὴ τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυρού, ὕστερα απὸ αἴτημα τοῦ ἡγούμενου τῆς Ξενιᾶς, καὶ τοῦ ἔδωσε διαταγή λύσει τὶς κτηματικὲς διαφορὲς  ποῦ εἶχε τὸ Μοναστήρι μὲ κατοίκους τῆς Δρυμώνας:

«Πρὸς τὸν δικαστικὸν Κριτὴν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ.

Γνωστοποιοῦμέν σοι διὰ τοῦ παρόντος ὑψηλοῦ ἡμῶν διατάγματος ὅτι ὁ ἡγούμενος τοῦ Κοκωτοὺς καὶ ὁ Δαυΐδ ἱερομόναχος,…. δι’ ἀναφορᾶς των ἀνήγγειλαν τῇ Ὑψηλῇ μου Πόρτᾳ,… ὅτι τινὲς … ἐπεμβαίνωσιν εἰς αὐτὰς παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως, …..Ὅθεν ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν…., θέλετε ἐμποδίσει πάντα πράττοντα ἐναντίον τοῦ Κανονίου καὶ τοῦ Ὑψηλοῦ Ἡμῶν Διατάγματος…

Ἐξεδόθη περὶ τὰ τέλη τῆς σελήνης Ραμπί – οὔλ – ἀχήρ, ἐν ἔτει χιλιοστῷ διακοσιοστῷ ἕκτῳ»[48]

 

1792

Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1792 ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς Πατριάρχες Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων, ἔστειλαν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς σιγγίλιο στὸ ὁποῖο καταλήγουν στὸ νὰ παρακαλοῦν οἱ ἴδιοι τὸν Θεὸ νὰ συγχωρήσει ὅλους τοὺς μοναχοὺς, ὅσους ζοῦσαν τότε ἀλλὰ καὶ ὅσους εἶχαν πεθάνει, γιὰ ὅλα τὰ ἁμαρτήματά τους, ὅσα εἶχαν ἐξομολογηθεῖ οἱ ἴδιοι  ἀλλὰ καὶ ὅσα λησμόνησαν νὰ ἀναφέρουν στὴν ἐξομόλογή τους:

+ Ἡ μετριότης ἡμῶν μετὰ τῶν ἐν τῷ παρόντι συνευχόμεθα αὐτῇ τοῦ τε Μακαριωτάτου καὶ ἁγιωτάτου Πατριάρχου τῆς Θεουπόλεως Ἀντιοχείας καὶ πάσης Ἀνατολῆς κυρίου κυρίου Ἀνθεμίου καὶ τοῦ Μακαριωτάτου καὶ ἁγιωτάτου Πατριάρχου τῶν Ἱεροσολύμων καὶ πάσης Παλαιστίνης κ. κ. Ἀνθίμου,…. Καὶ τοὺς μὲν ζῶντας τούτους δούλους σους … διαφύλαξον πάντας ὑπὸ τὴν κραταιὰν σου… Ὧν δὲ τὴν ἐντεῦθεν αὐτῶν ἀπαλλαγὴν, τὰ μὲν σώματα αὐτῶν ὡσαύτως καὶ τῶν προκεκοιμημένων συνασκουμένων αὐτοῖς εἰς τὰ ἐξ  ὧν συνετέθη στοιχεῖα διαλυθῆναι καὶ χοῦν γενέσθαι εὐδόκησον….».[49]

 

1793

Πάνω ἀπὸ τὴν κύρια εἴσοδο τῆς κάτω Μονῆς Ξενιᾶς σὲ μιὰ μαρμάρινη πλάκα ὑπῆρχε ἡ ἐπιγραφή:

+ΚΑΘΙΓΟΥΜΕΝΟC ΝΕΟΦΥΤΟC IEΡO

MONAXOC MACΤΡΟΓΕΟΡC ΑΠΟ

ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΛΑΒΡΕΝΤ. ΕΤΕΙ 1793

CΕΠΤΕΜΒΡΙΟC 18.

+Καθιγούμενος Νεόφυτος ἱερομόναχος μαστρογεόρς ἀπὸ τὸν Ἅγιον Λαυρέντ(ιον). Ἔτει 1793  Σεπτέμβριος 18.

Ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ πληροφορούμαστε ὅτι στὰ 1793 ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς ἦταν ὁ Νεόφυτος.[50]

 

1793

Ἕνα μεγάλο καὶ σημαντικὸ κεφάλαιο τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς εἶναι ἡ κατασκευὴ τῶν κτιρίων καὶ τῶν ναῶν, οἱ κατὰ διάφορες ἐποχὲς ἀνακατασκευές, ἐπισκευές, συμπληρώσεις καὶ ἐπιδιορθώσεις καὶ οἱ χρονολογίες κατὰ τὶς ὁποῖες πραγματοποιήθηκαν αὐτές.

Μία συμβολὴ στὸ κεφάλαιο αὐτὸ ἀποτελεῖ ἡ παρακάτω ἐπιγραμματικὴ πληροφορία ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος:

 

«Κατεσκευάσθη ἡ πρὶν κυρία πύλη ἐπὶ γωνίας

τῆς βορείου πλευρᾶς τοξωτὴ ἐπὶ καθηγουμένου Νεοφύτου».[51]

 

Ἡ πληροφορία παρέχεται ὑπὸ μορφὴ «ἐνθύμησης» (συντομότατης ἐπιγραμματικῆς ἀναφορᾶς) ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο χωρὶς νὰ ἀναφέρεται στὴν πηγὴ τῆς πληροφορίας του.

 

1793

Ἡ ἀκρίβεια, ἡ ἀνέχεια καὶ ἡ πείνα ἦταν ἕνα συχνὸ φαινόμενο στὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας καὶ θεωροῦνταν πάντοτε σημαντικὸ γεγονὸς ἀφοῦ ἡ ἀντιμετώπισή του ἀποτελοῦσε στὶς περισσότερες φορὲς τεράστιο, δυσεπίλυτο πρόβλημα.

Ἔτσι παρουσιάζονται πολλὲς «ἐνθυμήσεις» ποὺ εἶχαν ὡς ἀντικείμενο αὐτὸ τὸ θέμα. Μία τέτοια ἔλλειψη τροφίμων σημειώθηκε καὶ κατὰ τὸ  1793, ὁπότε στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ  «ἦλθεν ἀκρίβεια μεγάλη σφόδρα».

Ὁ Στάθης Κόμνος ἀπὸ τοὺς Κοκκωτούς, ποὺ ἔζησε τὴν κρίσιμη αὐτὴ περίοδο, μᾶς λέει ὅτι τόσο μεγάλη ἦταν ἡ ἀκρίβεια ὥστε «ἐκινδύνεψεν νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος». Τὴν σχετικὴ πληροφορία καὶ τὴν ἐκτίμησή του ἔσπευσε νὰ τὴν καταγράψει καὶ αὐτός, ἀκολουθῶντας τὴν συνήθεια ὅλων τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, στὸ «κοινὸ καταθετήριο» ἀπόψεων, γεγονότων καὶ προβλημάτων», στοὺς τοίχους τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς «Πάνω Ξενιᾶς»:

 

«Ἔτος 1793 ἦλθεν ἀκρίβεια μεγάλη σφόδρα

ὅπου ἐκινδύνεψεν νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμους.

Στάθης Κόμνους.»[52]

 

1793

Γιὰ τὴν ἴδια περίοδο πείνας καὶ μεγάλης ἀκρίβειας μᾶς μιλάει καὶ μία ἄλλη «ἐνθύμηση» ἐκκλησιαστικοῦ βιβλίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τῶν Κοκκωτῶν, ἔκδοσης 1691.

Ὁ καταγραφέας αὐτῆς μᾶς δίνει σαφέστερες πληροφορίες γιὰ τὴ διάρκειά της: «ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιο» (ὁπότε ἐξαντλήθηκαν τὰ ἀποθέματα τῆς προηγούμενης ἐσοδείας) μέχρι τὸν Ἰούνιο (θεριστὴ) τοῦ 1793 (ὁπότε ἄρχισε ἡ νέα ἐσοδεία)»:

 

«Κάνω θήμυσις όντας έγεινε μεγάλη πείνα και πάη

του στάρι το κοιλό γρο 45

έγινε από τον απρίλιο έος του θηριστή 1793

ο θεός να μη το ματαδόση».

 

1794

Πάνω ἀπὸ τὴ δυτικὴ θύρα τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Κάτω Μονῆς Ξενιᾶς ὑπῆρχε μία  ἐπιγραφὴ ποὺ ἀναφερόταν σὲ μία ἀκόμα ἀνακαίνιση τοῦ μοναστηριοῦ καὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου κατὰ τὸ ἔτος 1794, τὴν ὁποία ἀντέγραψε καὶ δημοσίευσε ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος.

Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν δαπανῶν τῆς ἀνακαίνισης βοήθησαν μοναχοὶ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ λαϊκοί:

«+ΑΝΕΚΑΙΝΙCΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ
ΜΟΝΑ
CΤΗΡΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΝΑΟC

ΤΟV ΕΝ ΑΓΙΟΙC ΠΑΤΡΟC ΗΜΟΝ

ΝΙΚΟΛΑΟV ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΗC

ΤωΝ ΕΒΡΙCΚΟΜΕΝΟΝ ΠΑΤΕΡΟΝ

ΚΑΙ ΕΞΟΔΟV ΤωΝ ΧΡΙCΤΙΑΝωΝ

ΕΤΟC ΑΨVΔ΄». [53]

+Ἀνεκαινίσθη τὸ παρὸν Μοναστήριον καὶ ὁ ναὸς τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικολάου διὰ συνδρομῆς τῶν ἑβρισκομένων πατέρων καὶ ἐξόδου τῶν χριστιανῶν, ἔτος αψϟδ΄ (=1794).[54]

 

1794

Μερικὲς ἐνθυμήσεις εἶναι χωρίς κανένα μήνυμα. Γράφτηκαν ἁπλὰ γιὰ «ἐνθύμηση». Ἔτσι, ἐπειδὴ ὅλοι ἔγραφαν κάτι, καὶ ὁ Ἀναγνώστης Κόμνου, μὴν ἔχοντας καὶ αὐτὸς νὰ σημειώσει κάτι ἰδιαίτερο, ἔγραψε, «διὰ ἐνθύμησιν», σὲ κάποιο κώδικα τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1794:

«Ἔτος αψϟδ΄ μαρτίου α΄

γράφω κἀγὼ ὁ Ἀναγνώστης τοῦ Κόμνου διὰ ἐνθύμησιν».[55]

 

 

1799

Σ’ ἕνα «Τριώδιο» τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς βρέθηκε ἡ ἑξῆς «ἐνθύμηση» ἱστορικοῦ ἐνδιαφέροντος:

«έτος 1799 εκεῖνον τον καιρὸν ειταν μιαν φοραν

από ελιγαν από εἶπεν ο πασιας

οπου εγλεπον αρβανίτι να τον βαρούνι.»[56]

Ὁ Ἀθανάσιος Σπυριδάκης ποὺ δημοσίευσε τὴν «ἐνθύμηση», σχολιάζοντας τὸ περιεχόμενό της, ἔγραψε:

«Ὁ ἐκδοὺς ταύτην τὴν διαταγὴν πασᾶς εἶναι βεβαίως ὁ Χασὰν πασᾶς, ὁ ἀποτρέψας τὸν σουλτᾶνον ἀπὸ τῆς γενικῆς σφαγῆς τῶν Χριστιανῶν, ὅστις ἀποσταλεὶς πρὸς εἰρήνευσιν τῶν ἐπαναστασῶν ἐπὶ Αἰκατερίνης Β΄ χωρῶν, ἔχων βοηθοὺς καὶ τοὺς ἀρματολοὺς κατέστρεψε τῷ 1779 τοὺς Ἀλβανούς, οἵτινες ἐπιδραμόντες τὴν Πελοπόννησον ἐπαναστᾶσαν ἐλεηλάτουν καὶ ἔσφαζον ἐπὶ 9 ἔτη (1770 – 1779), καὶ εἶτα ἠρνοῦντο νὰ ἀπέλθωσι προφασιζόμενοι ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν τοὺς μισθούς».

 

 

 

[1] Τὸ λουτζέκι ἦταν μονάδα βάρους τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας πού, στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ τοὐλάχιστον, ἰσοδυναμοῦσε μὲ 18 ὀκάδες.

[2] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,  στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[3] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[4] Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Δ΄, Ἀθήνησιν 1901, σελ. 10, στὸ Ἀθανάσιος Ι. Σπυριδάκις, «Συμβολαὶ εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς παιδείας κατὰ τὸν ΙΗ΄ αἰῶνα καὶ ἑξῆς».

[5] Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, Συμβολαὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς εμπορίας καὶ τῆς παιδείας κατὰ τὸν ΙΗ’ αἰῶνα καὶ ἑξῆς στὸ Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Δ΄, σελ. 10, Ἀθήνησιν 1901.

[6] Βαγίζω (γιὰ δέντρα)  = λυγίζω.

[7] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[8] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[9] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[10] Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, Συμβολαὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς παιδείας κατὰ τὸν ΙΗ’ αἰῶνα καὶ ἑξῆς στὸ Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Δ΄, σελ. 10, Ἀθήνησιν 1901.

[11] 1753.

[12] Βλέπε λεπτομέρειες γιὰ τὸν κώδικα στὸ Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας. Μέρος δεύτερο: Τὰ ἑπτὰ μουσικὰ χειρόγραφα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ (Μαγνησίας) «Ὄθρυς» , ποὺ δημοσιεύθηκε  στὸ διαδίκτυο: Proceedings of the 1st International Conference of the  American  Society of Byzantine Music and Hymnology, σελ. 614.

[13] Τὸ μέχρι ἐδῶ ἀρχικὸ κείμενο ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ ἴδιο σὲ κάθε ἐπιστολὴ ποὺ ἀπευθυνόταν πρὸς ἀρχιεπίσκοπο ἤ ἐπίσκοπο.

[14] Στὸ σημεῖο αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸν ὑποδειγματογράφο, ἀναγραφόταν ἡ συγκεκριμένη ὑπόθεση, ἡ ὁποία  ἀπασχολοῦσε τὸν ἀποστολέα.

[15] 1773.

[16] 1757.

[17] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  686.

[18] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[19] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[20] «Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος», τεῦχος Δ΄, Ἀθήνησιν 1901, σελ. 10.

[21] Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, Συμβολαὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς παιδείας κατὰ τὸν ΙΗ΄ αἰῶνα καὶ ἑξῆς στὸ Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Δ΄, σελ. 10, Ἀθήνησιν 1901.

[22] Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, Συμβολαὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς εμπορίας καὶ τῆς παιδείας κατὰ τὸν ΙΗ’ αἰῶνα καὶ ἑξῆς στὸ Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Δ΄, σελ. 10, Ἀθήνησιν 1901.

[23] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[24] Γιὰ τὸν κώδικα αὐτὸν ἔχουν γίνει καὶ ἄλλες ἀναφορὲς. Θεωρήσαμε σκόπιμο, παραλείποντας ὅλες τὶς ἄλλες, νὰ χρησιμοποιήσουμε μόνο τὶς πληροφορίες ποὺ συμπεριλήφθηκαν γι’ αυτὸν στὴν πολύ ἐμπεριστατωμένη μελέτη τοῦ Κωνσταντίνου Χαριλ. Καραγκούνη «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας. Μέρος πρῶτο: Ἕνα μουσικὸ στιχηράριον  τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς Ἁλμυροῦ», ποὺ δημοσιεύθηκε  στὸ διαδίκτυο: Proceedings of the 1st International Conference of the  American  Society of Byzantine Music and Hymnology, pages 599 – 604.

[25] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[26] Ἀθανάσιος Σπυριδάκης, Συμβολαὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς παιδείας κατὰ τὸν ΙΗ’ αἰῶνα καὶ ἑξῆς στὸ Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Δ΄, σελ. 10, Ἀθήνησιν 1901.

[27] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος στὸ Νέος Ἑλληνομνήμων, τόμος 19, σελ. 262.

[28] Θεωροῦμε σκόπιμο νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε λεπτομερέστερα στὶς δημοσιεύσεις αὐτές.

[29] Νικόλαος Γιαννόπουλος, Ἱστορία καὶ ἔγγραφα τῆς Μονῆς Ξενιᾶς,   στὸ Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας τῆς Ἑλλάδος, τόμος Δ΄, σελ.  685.

[30] Μύτικας εἶναι τὸ ἀκρωτήριο ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ὅρμο τοῦ Ἁλμυροῦ στὸν Παγασητικὸ Κόλπο πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο βρίσκεται ἠ σημερινὴ Ἀμαλιάπολη.

[31] Νισάφι = ἔλεος

[32] Σολδίο = εἶδος νομίσματος κατὰ τὴ βυζαντινή ἐποχή, Ἐδῶ ἔχει τὴ γενικὴ ἔννοια τοῦ νομίσματος ὅπως καὶ τὸ φλουρί.

[33] Τζόρκι = ἀδικία.

[34] Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας Ρούμελη ὀνομαζόταν ὅλη ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Κρήτη.

[35] Νεολόγου Ἑβδομαδιαία Ἐπιθεώρησις, τόμος Β΄, σελ. 241, ἀριθ. φύλ. 13, 17 Ἰανουαρίου 1893.

[36] Σήμερα ἀνήκει στὴ βιβλιοθἠκη τοῦ Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ.

[37] Ἡ λέξη «δηλόσημον» μᾶς εἶναι ἄγνωστη.

[38] Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας, ποὺ δημοσιεύθηκε  στὸ διαδίκτυο: Proceedings of the 1st International Conference of the  American  Society of Byzantine Music and Hymnology, σελ. 619.

[39] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ» στὸ «Θεσσαλικὰ Χρονικά», τόμος 4ος (1934), σελ. 76.

[40] Τὰ πλήρη κείμενα τέτοιων ἀφιερώσεων παρατίθενται σὲ ἄλλη σημεῖο τῆς ἐργασίας μας.

[41] Τὸ πλῆρες κείμενο τοῦ συμβολαίου ἀγορᾶς τὸ παραθέτουμε στὸ κεφάλαιο «Ἱστορἰα μὲ ἔγγραφα».

[42] Πληροφορίες γιὰ τὸν κώδικα βλέπε: Νικόλαος Γιαννόπουλος, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς «Ὄρθρυος» στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος 19, σελ. 262 καὶ: Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης «Ὀκτὼ μουσικὰ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἁλμυροῦ τῆς Μαγνησίας. Μέρος δεύτερο: Τὰ ἑπτὰ  μουσικὰ χειρόγραφα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ (Μαγνησίας) «Ὄθρυς», ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ διαδίκτυο:  Proceedings of the 1st International Conference of the  American  Society of Byzantine Music and Hymnology, σελ.  617 – 620.

[43] Ραδοβύζι εἶναι χωριὸ τοῦ Νομοῦ Ἄρτας. Ραδοβίζι εἶναι χωριὸ τῆς περιοχῆς Δωδώνης τοῦ Νομοῦ Ἰωαννίνων..

[44] « Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ», στὸ «Θεσσαλικὰ Χρονικά», τόμος 4ος (1934), σελ. 68.

[45] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς», στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 712 -713.

[46] Τὸ ἔγγραφο δημοσιεύθηκε καὶ σχολιάστηκε γιὰ πρώτη φορά ἀπὸ τὸν κ. Γιώργο Θωμά στὸ «Δελτἰο τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς»», τεῦχος 13, Ἁλμυρός  2009, σελ. 175 -178.

[47] Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου παρατίθεται στὸ κεφάλαιο «Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἔγγραφα».

[48] Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ σουλτανικοῦ φιρμανιοῦ παρατίθεται στὸ κεφάλαιο «Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἔγγραφα».

[49] Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ πατριαρχικοῦ σιγγιλίου παρατίθεται στὸ κεφάλαιο «Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἔγγραφα».

[50] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 714.

[51] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἐν Θεσσαλίᾳ» στὸ «Θεσσαλικὰ Χρονικά», τόμος 4ος  (1934), σελ. 69.

[52] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Κατάλογος τῶν Χειρογράφων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὅρθρυος» στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος 19, σελ. 376

[53] Ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος ἑρμηνεύει τὸ σύμβολο V ὡς σύμβολο τοῦ ἀριθμοῦ 90 (ϟ).

[54] Νικόλαος Γιαννόπουλος, «Περιγραφὴ τῆς Μονῆς Ξενιᾶς» στὸ «Δελτίον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος», τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1896, σελ. 710.

[55] Νικόλαος Γιαννόπουλος,  «Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς βιβλιοθήκης τῆς ἐν Ἁλμυρῶ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄρθρυος» στὸ «Νέος Ἑλληνομνήμων», τόμος ΙΘ΄ σελ. 376.

[56] Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας τῆς Ὄθρυος, τεῦχος Γ΄, Ἀθήνησιν 1900. σελ. 9.

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος δέκατο τέταρτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς) (συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ μέσα ἀπὸ «ἐνθυμήσεις» (2ο μέρος)

 

1556

Ἡ ἀντιγραφὴ κωδίκων, ἐκκλησιαστικῶν, λειτουργικῶν καὶ ἄλλου εἴδους ἐπιστημονικῶν βιβλίων, ὅπως καὶ ἔργων ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων ἦταν μιὰ μακροχρόνια παράδοση ποὺ τηροῦνταν στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει. Τὰ περισσότερα βεβαίως δείγματα τῆς δουλειᾶς αὐτῆς ἔχουν χαθεῖ. Ἐλάχιστα ἔφθασαν ὡς τὶς ἡμέρες μας. Τὸ τελευταῖο, ὅπως ἀναφέρουμε παραπάνω, ἦταν τοῦ ἔτους 1497.

Ἕνα ἄλλο δεῖγμα, ἀπὸ ὅσα ἔχουν διασωθεῖ, τὸ ἑπόμενο χρονολογικὰ, εἶναι τοῦ ἔτους 1556. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἔργο τοῦ  μοναχοῦ Νεοφύτου. Στὰ 1556 ὁ μοναχὸς τῆς Παναγίας Ξενιᾶς Νεόφυτος, ἀκολουθῶντας τὸ παράδειγμα πολλῶν ἄλλων συνασκητῶν του, ἀσχολήθηκε ἐπὶ πολὺ καιρὸ προκειμένου νὰ γράψει ἕνα κώδικα στὸν ὁποῖο συμπεριέλαβε «πολλῶν εἰδῶν εὐχὲς καὶ λόγους».

Τὸ ἔργο του τὸ τελείωσε στὶς 21 Δεκεμβρίου τοῦ 1556. Θεωρῶντας καὶ αὐτὸς, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι μοναχοὶ ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τέτοιου εἴδους ἐργασίες, ὅτι τὸ ἔργο του ἦταν «δῶρον Θεοῦ» στὸ Μοναστήρι τὸ ὁποῖο πραγματοποιήθηκε καὶ μὲ δικό του «πόνο», σημείωσε στὸ τέλος τοῦ κώδικά του:

 

«+ Ἔτος  ζξδ[1] μηνὶ Δεκεμβρίῳ κα΄.

Θεοῦ τὸ δῶρον καὶ Νεοφύτου πόνος».[2]

 

1564

Ἕνα ἄλλο δεῖγμα τῆς συστηματικῆς καὶ ἐπίμονης ἀντιγραφικῆς ἐργασίας ἡ ὁποία πραγματοποιοῦνταν στὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ τὸ ὁποῖο, διαφεύγοντας ὅλες τὶς ἀπώλειες καὶ καταστροφὲς ποὺ εἶχε ἐπιφέρει σ’ αὐτὸ  ὁ «πανδαμάτωρ» χρόνος, ἔφθασε ὡς τὶς ἡμέρες μας εἶναι ἕνας κώδικας τοῦ 16ου αἰῶνα.

Πρόκειται γιὰ ἕνα χειρόγραφο Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου ποὺ ἀνῆκε στὴ Μονὴ Ξενιᾶς.  Προσφέρθηκε ἀπὸ τὴ Μονὴ Ξενιᾶς στὴ Φιλάρχαιο Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ «Ὄθρυς» καὶ σήμερα βρίσκεται στὴ βιβλιοθήκη τοῦ «Γιαννοπούλειου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ».

Ὁ ἀντιγραφέας, καλόγερος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ξενιᾶς, τελειώνοντας τὸ ἔργο του, πρόσθεσε στὸ κείμενο τοῦ Μηναίου μὲ  κιννάβαρη,[3] ἀρχικὰ  τὰ ἑξῆς ἁπλὰ λόγια:

«Ὁ πληρῶν τὰ πάντα Θεὸς ἡμῶν δὲ ἕνεκα πάντων ἡμῶν. Ἀμήν».

Λιτὸ καὶ λίγο ἀσαφές, ἀσφαλῶς, τὸ κείμενο τῆς ἐνθύμησης αὐτῆς γιὰ ὅσους σ’ ἕνα ἀποσπασματικὸ κείμενο διαβάζουν ἁπλά καὶ μόνο ὅσα βλέπουν τὰ μάτια τους καθὼς μάλιστα, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση, δὲν ὑπάρχει τὸ ἀπαραίτητο ρῆμα ποὺ νὰ δίνει νόημα στὴ φράση.

Γιὰ τὸν ἀναγνώστη ὅμως ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ, μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ μὲ ἀφαιρετικὲς συλλογιστικὲς προεκτάσεις, νὰ φθάσει ὡς τὰ 1564, νὰ νιώσει τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τῶν μοναχῶν ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ νὰ ἀφουγκραστεῖ τὶς σκέψεις τοῦ καλόγερου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὴν προσευχή καὶ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ζῶντας ἀπομονωμένος στὶς πυκνοδασωμένες πλαγιὲς τῆς Ὄρθρης, ἡ ἁπλῆ αὐτὴ φράση λέει πολλὰ.

«Ὁ πληρῶν τὰ πάντα Θεὸς» εἶχε γεμίσει, ὁ Θεὸς ποὺ γεμίζει καὶ κατακλύζει τὰ πάντα, ὁ πανταχοῦ παρών, εἶχε «πληρώσει», εἶχε κατακλύσει καθολικὰ καὶ τὴν ψυχὴ καὶ ὁλόκληρο τὸ «εἶναι» τοῦ καλόγερου, ὅλο αὐτὸν τὸν καιρό ποὺ ἔγραφε. «Ὁ πληρῶν τὰ πάντα Θεὸς»  τὸν ἀξίωσε νὰ τελειώσει τὸ ἔργο του, νὰ τὸ ὁλοκληρώσει, νὰ τὸ κάνει «πλῆρες» καὶ ἦταν εὐτυχισμένος. «Ὁ πληρῶν τὰ πάντα Θεὸς ἡμῶν», ὁ Θεὸς  μας, κάνει ὅλα γιὰ ὅλους ἐμᾶς, «ἕνεκα πάντων ἡμῶν». Ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ γεμίζει, ποὺ πλημμυρίζει τὰ πάντα γιὰ χάρη ὅλων ἡμῶν. Αὐτὸς εἶναι «τὸ Πᾶν». Μέσα σ’ Αὐτὸ «τὸ Πᾶν» ζοῦμε καὶ ὑπάρχουμε ὅλοι μας γιὰ πάντοτε.

Στὴ συνέχεια ὁ ταπεινὸς καλόγερος ἀναγνωρίζει βεβαίως καὶ τὸ ξέρει πολὺ καλὰ ὁ ἴδιος προσωπικά, θέλει ὅμως νὰ τὸ δηλώσει καὶ γραπτά, νὰ τὸ διακηρύξει σ’ ὅλους γιὰ νὰ τὸ μάθουν ὅτι τὸ τεράστιο αὐτὸ σὲ ὄγκο δημιούργημά του, ποὺ ξεπερνοῦσε τὶς 550 σελίδες, ἔγινε μόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ἀναγνωρίζει ὅτι ἦταν ἕνα  «δῶρο Θεοῦ» στὸ  Μοναστήρι τους καὶ ὅτι αὐτὸς ἁπλὰ μόνο συνεργάστηκε σ’ αὐτό, αὐτὸς μόνο ἀξιώθηκε νὰ συνδράμει σ’ αὐτό, καταβάλλοντας τὸν προσωπικὸ κόπο του. Αὐτός, ὁ Ἰωακείμ, ἦταν ἁπλὰ «τὸ χέρι» ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴ γραφή, τὸ χέρι ποὺ ἔγραφε. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ σημπλήρωσε τὴν παραπάνω φράση, δηλώνοντας καὶ τὸ ὄνομά του καὶ γράφοντας:

«Θεοῦ δῶρον καὶ Ἰωακεὶμ ἱερομονάχου

πόνος καὶ συνδρομή».

Τὸ βιβλίο ποὺ ὁλοκληρώθηκε ἦταν καθαρὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ δῶρο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ Μοναστήρι τῆς Ξενιᾶς καὶ μόνο «κόπο καὶ συνδρομὴ» γιὰ τὴν ἐπίτευξη το