ΖΕΡΕΛΙΑ ΑΛΜΥΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΖΕΡΕΛΙΑ

Γιώργος Δελόπουλος
Ζερέλι και πολλά άλλα συγγενικά τοπωνύμια
Ο αγαπητός φίλος και συνάδελφος «στα όπλα» (τα πνευματικά, βέβαια) Βίκτωρας Κοντονάτσιος, πολύ γνωστός σαν πρωταγωνιστής της ιστορικής έρευνας και της πολιτιστικής ζωής και δράσης στη γειτονική προς τη Φθιώτιδα περιοχή του Αλμυρού (την αρχαία Αχαΐα Φθιώτιδα), αισθάνθηκε κάποια στιγμή την επιθυμία να μου θέσει το ερώτημα της προέλευσης και της σημασίας του αλμυριώτικου τοπωνύμιου στα Ζερέλια.
Νομίζουμε ότι είναι ένα ιδιαίτερα ωραίο πράγμα το να εισχωρεί σε μια έρευνα και το βιωματικό στοιχείο, δηλαδή μια κάποια άμεση σχέση του αντικείμενου της μελέτης με το πρόσωπο του μελετητή, με άλλα πρόσωπα που κατά οποιονδήποτε τρόπο μετέχουν στην ερευνητική διαδικασία, καθώς και με το πρόσωπο του ίδιου του αναγνώστη. Έχει τη χάρη να μας βοηθάει κι αυτό να μην ξεχνάμε ότι ασχολούμαστε με πράγματα της ζωής, μιας ζωής που έζησαν κάπου εκεί άνθρωποι πολλοί και άνθρωποι δικοί μας.
Ένας πρόσθετος λοιπόν λόγος, αλλά βασικός κι αυτός, για τον οποίο έσπευσα να ανταποκριθώ στην πρόσκληση που δεν άργησα να την αισθανθώ και σαν πρόκληση (δηλαδή σαν κάτι το πολύ ευχάριστο!), ήταν το γεγονός ότι και στο χωριό μου (το Νεχώρι της Οίτης) υπάρχει τοποθεσία με το ίδιο ακριβώς όνομα, επίσης σε πληθυντικό, στα Ζερέλια. Το συναντάμε βέβαια και σε ενικό, στην ευρύτερη περιοχή του ίδιου χωριού.
Αν θέλουμε να φωτίσουμε και να παρακολουθήσουμε εδώ τη γένεση και την εξέλιξη μιας αξιόλογης σειράς ομόρριζων τοπωνύμιων σε μια πορεία με αρχή, μέση και τέλος, σωστό είναι να ξεκινήσουμε από την παλαιοσλαβική (και κοινή σλαβική) λέξη єзєро [έζερο]. Με τη σημασία “λίμνη” στις σημερινές σλαβικές γλώσσες των γειτονικών χωρών έχουμε βουλγ. езеро, σερβοκρ. jeзeрo. Και πολύ συχνά τοπωνύμια βουλγ. Eзеро, σερβοκρ. Jeзеро… Κάποια λιγοστά τοπωνύμια στην Ελλάδα έχουν διατηρήσει αυτούσια τη ρίζα (ezer-) της σλαβικής λέξης:
Έζερ, πολίχνη με επισκοπή στην Μητρόπολη της Λάρισας. Αναφέρεται σαν Εζερού το 1348 (Vasmer 101).
Εζερός ή Εζερόν, η πεδιάδα του Έλους στη Λακωνία. Εζερίται (ή Νεζερίτες) ονομάστηκε (στα ελληνικά) η σλαβική φυλή που είχε εγκατασταθεί στην πεδιάδα αυτού του Έλους της Λακωνίας τον 8ο αι. Το όνομά τους διαμορφώθηκε από το σλαβικό τοπωνύμιο που είχαν δημιουργήσει και που ήταν η μετάφραση του αρχαιοελληνικού τοπωνύμιου Έλους.
Εζερός (αργότερα Νεζερός, έχει γραφτεί και Νιζερός), η ορεινή λίμνη Ασκουρίς ή Ασκορίς στη Θεσσαλία, στο κέντρο σχεδόν του Κάτω Ολύμπου σε υψ. 1.006 (μετον. Ασκουρίς, σήμερα αποξηραμένη). «Είχε σχήμα σχεδόν κυκλικό με διάμετρο 3 χλμ.» (Σταματελάτος). Γίνεται λόγος για «την λίμνην του Εζερού» σε χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β” του Παλαιολόγου το 1289. Μάλλον έχει κάποια σημασία το ότι πρόκειται, και εδώ, για ορεινή λίμνη. ―Ασφαλώς σχετικό με την πολίχνη Έζερ που είδαμε παραπάνω.
Εζερά, επισκοπή στην Μητρόπολη Λακεδαίμονας, αναφέρεται το 1340 (Vasmer 167).
Έζερετς οικ. στη Δ. Μακεδονία, στο ν. Καστοριάς (μετον. Πετροπουλάκι). Υψ. 990, στις πλαγιές του βουνού Βόιου. (Σταματελάτος, Vasmer 191). Η κατάληξη είναι πρόσθετο στοιχείο που δείχνει να μην προχώρησε ο εξελληνισμός του τοπωνύμιου, πράγμα που εξηγείται από την περιοχή για την οποία πρόκειται.

Αρκτικό Ε- > Ο-
Μια περιορισμένης έκτασης μεταβολή, όπου το αρκτικό Ε- έχει τραπεί σε Ο-, συναντάμε σε τρεις περιπτώσεις:
Ο Μέγας Οζερός, η Λίμνη των Ιωαννίνων, όπως αναφέρεται στο Χρονικό του Μορέως (Vasmer 45). Στα Ηπειρωτικά Χρονικά ΧΙΙ 247 ο Στεργιόπουλος θεωρεί ότι το τοπων. προέρχεται από ελλ. προσηγορικό οζερός “λίμνη”. Ο Vasmer παρατηρεί ότι, και αν υπάρχει ένα τέτοιο προσηγορικό στα νέα ελληνικά, αυτό θα πρέπει να είναι σλαβικό δάνειο. Να παρατηρήσουμε όμως κι εμείς ότι έτσι το πράγμα αλλάζει. Γιατί, αν μια δάνεια λέξη από τα σλαβικά έχει πολιτογραφηθεί κανονικά στα ελληνικά, τότε μπορεί το σχετικό παράγωγο τοπωνύμιο να μην είναι δημιούργημα σλαβικό αλλά ελληνικό!
Οζερός (και Οζηρός ή Γαλίτσα), λίμνη στην Ακαρνανία από τις προσχώσεις του Αχελώου, μακρόστενη, Ν της λίμνης Αμβρακίας, στους πρόποδες του βουνού Λιγκοβίτσι (Σταματελάτος). Αναφέρονται Μεγάλη Όζερος και Μικρά Όζερος, δυο λίμνες στην Ακαρνανία (Vasmer 74, παραπέμπει σε: Ραγκαβής Ι., Τα ελληνικά, ήτοι περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική της αρχαίας και νέας Ελλάδος, 3 τόμοι, Αθήνα 1853 κ.π.). Τώρα Μεγάλος και Μικρός Οζερός.
Οζερός, ο, οικισμός της Φθιώτιδας ΒΔ της Λαμίας (μετον. Άγιος Στέφανος 1928) (Σταματελάτος, Vasmer 107 και 247 c) όπου και η αποξηραμένη λίμνη Ξυνιάδα. Το 1997 προσαρτήθηκε στο δήμο Ξυνιάδας και το 2010 στο δήμο Δομοκού.
Το φαινόμενο πρέπει να οφείλεται στην συμπροφορά με το άρθρο: ο Εζερός > Οζερός (όπως εχθρός > οχτρός, Εβραίος > Οβριός). Διάσταση απόψεων εκδηλώθηκε για την προέλευση αυτής της μεταβολής. Ορισμένοι προβάλλουν επιχειρήματα για εξήγηση από τα σλαβικά, ενώ άλλοι, όπως και ο Vasmer, αντιτείνουν ότι αυτή η σχέση e-/o- δεν παρατηρείται στις νότιες σλαβικές γλώσσες. Και βάσιμα την αποδίδουν στην ελληνική.

Προθεματικό ν-
Μπροστά σε πολλά τοπωνύμια της οικογένειας που μελετάμε παρουσιάστηκε ένα άλλο σημαντικό όσο και διαδεδομένο φαινόμενο της ελληνικής γλώσσας. Στην αρχή της λέξης εμφανίστηκε ένα αρκτικό ν- που σιγά σιγά «κόλλησε» οριστικά στη θέση αυτή. Είναι το λεγόμενο προθεματικό ν-. Λόγω της συνεκφοράς του άρθρου και άλλων γραμματικών λέξεων που βρίσκονται σε αιτιατική (είναι η πτώση στην οποία συντάσσεται το αντικείμενο, άρα η πιο συχνόχρηστη) τον, την, έναν, κάποιον, ποιον, όποιον κ.ά. με τη λέξη, το ν- καταλήγει να γίνεται αισθητό σαν να ανήκει στη λέξη που ακολουθεί: την οικοκυρά > τη νοικοκυρά. Και εγκαθίσταται μόνιμα για όλες τις πτώσεις σ’ αυτή τη θέση: η νοικοκυρά (και νοικοκύρης κλπ. και πλάθονται ανάλογα στη συνέχεια το νοικοκυριό, το σχετικό ρήμα νοικοκυρεύω, το ανοικοκύρευτος κ.ά. παράγωγα). Ενώ λ.χ. η λέξη οικοκυρικά που είναι λόγια και δεν ακολούθησε τη λαϊκή φυσική επεξεργασία έχει παραμείνει χωρίς αυτό το αρκτικό ν-.
Έτσι λοιπόν έχουμε το στον Εζερό να γίνεται στο Νεζερό και από κει στην ονομαστική ο Νεζερός, με αυτό το προθεματικό ν-, αρκετά χαρακτηριστικό στοιχείο εξελληνισμού πολλών τοπωνύμιων:
Νεζερόστρατα «δρόμος από το Νεζέρι – τον σημερινό Άγιο Στέφανο – προς τον Δομοκό)» (βλ. παραπάνω, Νεζερός = Ξυνιάδα).
Νεζερός, περιοχή στο Ασημοχώρι (Vasmer 45, παραπέμπει στα Ηπειρωτικά Χρονικά ΧΙΙ 247).
Νεζερός, άλλη μορφή του ονόματος Εζερός της λίμνης Ασκουρίδας, που είδαμε παραπάνω.
Νεζερά ή Νεζεροχώρια, ομάδα χωριών στην Αχαΐα (Σταματελάτος). Ελληνικής σύνθεσης και προχωρημένου εξελληνισμού.
Νεζερός, δάσος με λίμνη στην Βούρμπιανη της Κόνιτσας (Vasmer 45).
Νεζερός, ο, γραμμένο και Νιζερός, οικισμός στο δήμο Γόννων Τιρνάβου της Λάρισας (μετον. Καλλιπεύκη). «Επισκοπή Εζερού» στη μητρόπολη της Λάρισας μαρτυρείται το 1348 (Vasmer 101, Συμεωνίδης).
Νεζερίστα, η, χωριό Κορφοβουνίου Άρτας (μετον. Δρυών). Αρχική σλαβική υποθετική μορφή *Ezerište “λιμνότοπος” (Σταματελάτος, Συμεωνίδης). Ο Vasmer δεν το έχει υπόψη του.
Νεζερά, τα, χωριό στα Κουκούλια Άρτας (μετον. Ανατολή), σε ομώνυμη κοιλάδα την οποία διαρρέει το ποτάμι Καμενίτσα που ονομάζεται και Ποτάμι του Νεζερά. Θεωρείται ότι πρόκειται για πληθ. ουδ. από το αρσ. Νεζεράς που δηλώνει “τόπο σε λίμνη” (Vasmer 136, Συμεωνίδης). Το τοπωνύμιο παρουσιάζει προχωρημένον εξελληνισμό.
Νεζέρι, το, άλλη μορφή του ονόματος του χωριού Νεζερός (=Ξυνιάδα< βλ. παραπάνω). Νεζερός, άλλο όνομα της λίμνης Ξυνιάδας (λόγια μετονομασία της λίμνης Νταουκλή, λόγ. Δαουκλή). Τώρα αποξηραμένη. «Βρισκόταν στο βύθισμα που σχηματίζεται μεταξύ των Δ απολήξεων της Όθρυος, είχε σχήμα σχεδόν κυκλικό.» (Σταματελάτος). Από κει και ο Νεζερός, όνομα χωριού της Φθιώτιδας επ. Δομοκού (τώρα Άγιος Στέφανος). Εκεί και η Νεζερόστρατα «δρόμος από το Νεζέρι – τον σημερινό Άγιο Στέφανο – προς τον Δομοκό)» (Φλωράκης 416). Νεζερός, η μια από τις δυο μικρές λίμνες στην περιοχή των πηγών στο λεκανοπέδιο του Παρακαλάμου στην Ήπειρο (Συμεωνίδης). Νεζερίτικα, τα, στην περιοχή Πατρών (ΛΔΚ, Vasmer 136). Το Ν- αναπτύχθηκε βέβαια μπροστά από αιτιατική αρσενικών το(ν)-Νεζερό και του θηλυκού τη(ν)-Νεζερίστα και πάνω σ’ αυτή τη βάση δημιουργήθηκαν τα παράγωγα (ελληνικά) ουδέτερα τοπωνύμια αργότερα, όπως τα Νεζερά, το Νεζέρι, η Νεζερόστρατα, τα Νεζερίτικα, τα Νεζεροχώρια. Σίγηση του άτονου αρκτικού ε- Σε κάποια από τα τοπωνύμια που εξετάζουμε ο τόνος που βρίσκεται στην πρώτη συλλαβή του Έζερ- μετακινήθηκε σε παρακάτω συλλαβή για κάποιους λόγους (λ.χ. λόγω προσθήκης υποκοριστικού επιθέματος) και έτσι έπαψε να «στηρίζει» το Ε-. Σε τέτοιες περιπτώσεις παρατηρείται πολύ πλατιά στα ελληνικά η αποβολή του άτονου αρκτικού ε-, όπως στα: (ε)βδομάδα, εγγαστρώνω >γκαστρώνω,(ε)κατοστάρι, εγκάρδιος > γκαρδιακός, (ε)κατοστάρικο, εκδύνω > γδύνω, ελαιο-: λιόδεντρο, λιόλαδο, λιοτριβειό, λιόφυτο, εγχέλειον > χέλι, (ελ)ληνικός, (ε)λεύτερος, (ε)θέλω, εμβαίνω > μπαίνω, εκβαίνω > βγαίνω, εμβόλιο > μπόλι, ενδύω > ντύνω, εξευτελίζω > ξεφτιλίζω, (ε)ξοδεύω, (ε)ξορκίζω, εξοφλώ > ξοφλάω, (ε)ξωτικό(ς), (μεσν.) ερημάδιν > ρημάδι, ερωτώ > ρωτάω, ευρίσκω > βρίσκω, (ε)φημερίδα, ευθηνός > φτηνός κλπ. Και ιδιωματικά (στη Φθιώτιδα και αλλού) τα πιστρόφια από το επιστροφή, φχαριστώ και φχαριστιώμαι από ευχ-, ξετάζω για το εξετάζω, ξήντα για το εξήντα κ.ά. Σε βαφτιστικά ονόματα όπως Αικατερίνη > Κατερίνη -α, Ελένη > Λένη (και Λένα, Λενιώ, Λέγκω…), Εμμανουήλ > Μανουήλ (βυζαντινό, και νεότερο Μανόλης). Μάλιστα και σε πολύ τρεχούμενες βασικές γραμματικές λέξεις τόσο στην κοινή όσο και στα ιδιώματα: (ε)γώ, (ε)κείνος, (ε)μείς, (ε)σείς, (ε)δώ, (ε)δώθε, (ε)κεί, (ε)κείθε, (ε)πάνω, (ε)φέτος, (ε)χτές, (ε)ξαφνικά… Και πάρα πολλά άλλα … Δίνουμε ήδη αρκετά παραδείγματα γιατί μας φαίνεται σκόπιμο να καταδειχθεί η έκταση που έχει το φαινόμενο, ώστε να κατανοηθεί σαν πολύ φυσιολογικό και να μην αμφισβητείται αβασάνιστα.
Έτσι έχουμε αρχικά τα:
Ζερό, το, οικ. Στην Πελοπόννησο, Β του Πύργου Ηλείας (παλιότερα και Τερόν, μετον. Ανάληψη 1997). Υψόμετρο 310. (ΛΔΚ, Σταματελάτος) Κατά τον Φάσμερ η μορφή θα μπορούσε να έχει προέλθει από το σλαβ. jezero “λίμνη” και ο αρκτικός φθόγγος να έχει αποβληθεί μέσω ελλ. σανδί (Vasmer 142 και 247).
Ζηρός, ο, αποξηραμένη λίμνη στην Ήπειρο, ν. Πρέβεζας (Σταματελάτος). ―Ανετυμολόγητο (από όσο ξέρουμε). Ο Vasmer δεν το αναφέρει. Θα πρέπει να ενταχθεί σε τούτη την οικογένεια.
Ζερίκια, τα, οικισμός στη Βοιωτία, Ν της Λιβαδειάς, στις πλαγιές της κορφής Μεγάλη Λούτσα του ομώνυμου βουνού (μετον. του οικισμού Ελικώνας 1953, υψ. 850, Σταματελάτος, Vasmer 247 b). Από σλαβ. *Ezerĭkŭ, υποκοριστικό του ezero “λίμνη”, από την εποχή της κοινής σλαβικής.
Ζερέτσι, το, οικισμός στην Καρδίτσα, υψ. 550 (μετον. Κρυοπηγή 1961, Σταματελάτος λ. Κρυοπηγή, Vasmer 247 b). Από σλαβ. *Ezerĭcĭ και αυτό από ένα προγενέστερο *Ezerĭkŭ , δηλαδή ίδιας προέλευσης με τα Ζερίκια. Ο Vasmer, σε πρώτη φάση, θέτει σαν πιθανή ετυμολόγηση και ένα *Zarěcĭje “τόπος πέρα από το ποτάμι”. Όμως παρατηρεί: «Στις σλαβικές χώρες του Νότου δε γνωρίζω κανένα τοπωνύμιο αυτής της μορφής.» Οπότε και σωστά αναρωτιέται: «Ή μήπως προέρχεται το ελλ. τοπωνύμιο από *Ezerĭcĭ από το παλαιοβουλγ. ezero “λίμνη”;» (Vasmer 91).

Υποκοριστικό επίθημα -έλι.
Και σε ιδιώματα και στην κοινή υπάρχουν διάφορες εύχρηστες λέξεις που λήγουν σε -έλι: βαρέλι, καρβέλι, καγκέλι “στροφή” (δρόμου), παστέλι, τσιγκέλι κ.ά., συχνά ξένης προέλευσης. Έχει όμως διαμορφωθεί και ένα πραγματικό και κανονικό επίθημα, το ελλ. υποκοριστικό -έλι , γνωστό στην νεοελληνική κοινή, στην οποία όμως έχει ατονήσει: κοκκινέλι (κόκκινο κρασάκι), παιδαρέλι (παιδάριο + -έλι), πιτσιρδέλι, κρικέλι (κρίκελλος (λατ. αρχής) + -έλλι), μπασταρδέλι κλπ.
Στο ιδίωμα της Ίμβρου το -έλι είναι ένα από τα παραγωγικά υποκοριστικά επιθήματα και χαρακτηρίζεται σαν μέσης συχνότητας (Τζαβάρας).
Μεγάλη διάδοση έχει στη Λέσβο (της οποίας το ιδίωμα, ας σημειωθεί, ανήκει στα βόρεια ιδιώματα). Εκεί (και αλλού αλλά εκεί συστηματικά) κυριαρχούν και τα επώνυμα σε -έλλης (με επίθημα σημασιολογικά αντίστοιχο των -άκης, -άκος, -ίδης, -όπουλος άλλων περιοχών). Εκεί γεννήθηκαν συγγραφείς όπως οι Στρατής Αναστασέλης, Γιάννης Κωνσταντέλης, Γιώργος Μουτζουρέλης, Γιάννα Φιλιππέλη κ.ά. και ο βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας Οδυσσέας Αλεπουδέλης (τελείως άγνωστος με το πραγματικό του όνομα, διάσημος με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης). Μέχρι και το Μαργέλι (=Μαρι-έλλι) ακούγεται παντού σαν χαϊδευτικό του Μαρία (δηλ. το Μαράκι, η Μαριγούλα, η Μαρίτσα). Και στα παραλιακά καφενεία σας προσκαλούν να καθίσετε «να πιείτε τα ουζέλια σας»!
Φυσικά, το φαινόμενο καθρεφτίζεται και στο χώρο των τοπωνύμιων, πλούσια και εντυπωσιακά. Για παράδειγμα, κοντά στο Πλωμάρι της Λέσβου και στην ευρύτερη περιοχή του χ. Μπορός (μετονομασμένου σε Νεοχώρι το 1961, Σταματελάτος) βρίσκουμε ανάμεσα στ’ άλλα και τα Αλωνέλια, τα Αμπελέλια, το Δεντρέλι, τα Καστρέλια, το Παζιανέλ’, τα Πηγαδέλια, τα Ραϊδέλια. Στην έξοδο από το Πλωμάρι περνάτε από τη συνοικία Αμμουδέλι. Σε άλλο μέρος της Λέσβου βρίσκονται τα Μυλέλια, όπου επισκέπτονται έναν υδρόμυλο, σημαντικό αξιοθέατο. Αξιοθέατο αρχιτεκτόνημα του 18ου αι. είναι και ο Μύλος του Αλαμανέλη, στα βόρεια της Μυτιλήνης.
Στην Ίμβρο συναντάμε το Τσιτσιμδέλι, το Χειμαδέλι κ.ά. (Τζαβάρας).
Στην κεντρική Ρούμελη εντοπίζουμε επίσης μερικά τελείως ιδιωματικά. Το κομπορέλι “ο καρπός του πλάτανου (σε σχήμα σφαιρίδιου)”. Το κοπανέλι “μωρό σφιχτά φασκιωδεμένο” (που έχει το σχήμα μικρού κόπανου). Το συκαρέλι “το συκαλάκι, μικρό σύκο”. Το κουραδέλι και παιδικό παιχνίδι τα κουραδέλια . Αξιοσημείωτο και το διαδομένο αρσ. πουτσαρέλης [π΄τσαρέλ’ς] υποκοριστικό και συνήθως χαϊδευτικό, για μικρά αγόρια, με τη σημασία “παλικαράκι, λεβεντάκος”. Από αντίστοιχο εμφαντικό (μτφ.) πουτσαράς “παλικάρι, λεβέντης, γενναίος”!

Τοπωνύμια του τύπου Ζερέλ-.
Σε κάποιο τόπο και σε κάποιο χρόνο η ρίζα εζερ- συναντήθηκε με το υποκοριστικό επίθημα -έλι, γιατί χρειάστηκε να εκφραστεί η έννοια “λιμνούλα, λιμνίτσα”.
Σε κάθε περίπτωση, το πλήθος και το είδος των παραδειγμάτων που είδαμε πιο πάνω παρουσιάζουν τη σίγηση του άτονου αρκτικού ε- σαν ένα φαινόμενο συστηματικό (που κάποτε θα πρέπει να λειτούργησε με ισχή νόμου), ώστε θα λέγαμε ότι κανονικά φαίνεται βέβαιο πως και ένα *Εζερέλι (όπου το αρκτικό Ε- θα παρέμενε άτονο, «απροστάτευτο») δε θα μπορούσε παρά να γίνει υποχρεωτικά Ζερέλι. Και πράγματι, υπάρχει μια τέτοια παραγωγή τοπωνύμιων, άφθονη και μη αμφισβητήσιμη, που εκθέτουμε στη συνέχεια (με την αλφαβητική σειρά των οικισμών ή των περιοχών όπου ανήκουν):
Ζερέλι, τοπωνύμιο στο χ. Άγναντη Λοκρίδας. Καταγραμμένο Ζιρέλ’, με βάση τη βορειοελλαδική προφορά του: «Του Ζιρέλ’, σλαβικής αρχής αλλά διαδεδομένη (sic) στην ευρύτερη περιοχή, σημαίνει ακριβώς «λιμνίτσα», …ίσιωμα όπου το χειμώνα σχηματίζονται μία ή περισσότερες λιμνίτσες.» (Παπαναγιώτου Τρ. 316)
Ζερέλι Βάλτος, τοποθεσία στην Αιτωλοακαρνανία (κοντά στον ποταμό Εύηνο όπου και τοποθεσίες Ζερβόλακκα, Ζερβοδοράχη, …). Το Βάλτος συνοδεύει Ζερέλι και κατά κάποιον τρόπο το «ερμηνεύει».
Ζερέλια (τα), ΝΔ της πόλης του Αλμυρού. Υπάρχει και η γραφή Ζηρέλια. Δυο ολοστρόγγυλες λίμνες, Μεγάλο Ζερέλι και Μικρό Ζερέλι. Ο εντυπωσιασμός από την κανονικότητα του σχήματός τους έχει εξάψει τη φαντασία ορισμένων, οδήγησε μάλιστα κάποιους στην εκτίμήση ότι δημιουργήθηκαν από την πτώση μετεωριτών, δηλαδή από εξωγήινη ενέργεια… Οι λίμνες αυτές αποτελούν σημαντικό υδροβιότοπο. Και η Μαγούλα Ζερέλια είναι ένα υψωματάκι (μαγούλα) που γειτονεύει με τις δυο λίμνες, σπουδαίος προϊστορικός ανασκαφικός χώρος χάρη στον οποίο τα Ζερέλια αυτά είναι διασημότερα (και κατά πολύ) από όλα τα άλλα Ζερέλια!
Ο πληθυντικός «Ζερέλια» έγινε και ενικός θηλυκού γένους, λόγω της συνεκφοράς με το θηλυκό «Μαγούλα». «…Η Μικρή και Μεγάλη Ζερέλια –όπως ονομάζονται οι δύο λίμνες–» (Διαδίκτυο).
Ευκαιριακά ας σημειώσουμε και ότι: «…Ευρίσκονται εγγύτατα αλλήλων δύο λίμναι καλούμεναι «Ζηρέλια» σήμερον ενώ το πάλαι εκαλούντο «Διός οφθαλμοί» (Καλτσέτας Ευστάθιος, Αχιλληίς (τοπικό περ. του Αλμυρού), Μάρτιος 1918, σελ. 11).
Η προφορική παράδοση βεβαιώνει ότι παλιά υπήρχε και χωριό Ζερέλια.
Λέγεται ότι η περιοχή των Ζερελιών του Αλμυρού κατά την τουρκοκρατία λεγόταν Γκιουζ Γκιολ και ότι αυτό σημαίνει “δυο λίμνες”. Και ναι μεν göl σημαίνει “λίμνη, λάκκος” αλλά güz θα πει “φθινόπωρο” (και όχι “δυο” που στα τουρκικά είναι iki). Δηλαδή οι Τούρκοι τις έλεγαν “χινοπωριάτικες λίμνες”, προφανώς επειδή τότε γέμιζαν νερό για τα καλά.
Μεταφέρουμε και μια σχετική πληροφορία (δεν ξέρουμε αν κάτι σχετικό έχει γραφτεί κιόλας) όπου η παρετυμολογία «χτύπησε» και πάλι, όπως αναμένεται και συχνά συμβαίνει με τα δυσετυμολόγητα: «Ειπώθηκε από έναν καθηγητή (προφορικά και υποθετικά) ότι ίσως η λέξη ήταν Ριζέλια (έλη στα ριζά του βουνού) και με αναγραμματισμό έγινε Ζερέλια ή Ζηρέλια (Ζιρέλια)».
Ζερέλλι: «Ο μάρτυς από το Ζερέλλι δηλοί ότι το Ζερέλλι τότε (1782) εν τη πεδιάδι του Αλμυρού ήτο χωρίον κατοικούμενον υπ’ Οθωμανών.» (βλ. ΑΛΑ).
Ζερελάκια (γραμμένο Ζιριλάκια), στα, στο χ. Ανατολή Φθιώτιδας. Με την διευκρίνιση «ζιρέλι = τόπος κατάρρυτος, φαίνεται σλαβική λέξις» (ΑΤΑ). Θα πρέπει να είναι διαφορετικό από το Ζερέλι/Ζερέλια του ίδιου χωριού γιατί έχουν καταχωρηθεί ξεχωριστά από τον ίδιο καταγραφέα.
Ζερέλι, στο, ή Ζερέλια, στα, στο χ. Ανατολή (άλλοτε Πέρα Χομίριανη) Φθιώτιδας ίσιωμα στα Βαρδούσια, όπου το χειμώνα σχηματίζονται μια ή δυο λιμνούλες (Δελόπουλος Τοπωνύμια 203). «Τόπος να στέκεται νερό. Φαίνεται σλαβική λέξις.» (ΑΤΑ)
Ζερέλι, τοποθεσία στο χ. Βρυσούλα επ. Νικοπόλεως και Πάργας του ν. Πρέβεζας. Γραμμένο και Ζερέλ «πηγή» (Vasmer 63, ΑΤΑ) .
Ζερελάκι (γραμμένο Ζιριλάκ’), στο, θέση στο χ. Γαρδίκι Φθιώτιδας.
Ζερέλια, στα, στο Γαρδίκι Φθιώτιδας, «πηγές» (ΑΤΑ).
Ζερελόγουρνα, στη, θέση στο χ. Γαρδίκι Φθιώτιδας (ΑΤΑ).
Ζερέλι, στο / Ζερέλια, στα, στο χ. Γραμμένη Φθιώτιδας, «χωράφια με λιμνάζοντα νερά» (ΑΤΑ).
Ζερέλια, στα, στο χ. Δελφίνο Φθιώτιδας. «Έχ’ νιρό ικεί, ζιρέλ’ σα βαρ’κός κι πίν’νι τα πράματα» (ΑΤΑ).
Ζερέλια, στα, στη Δομνίστα Ευρυτανίας, πριν απο τον συνοικισμό Σκοπιά. Ζιρέλια (Vasmer 82).
«στο Ζερέλι τοπων.» στη Β. Εύβοια (ΑΛΑ).
«Ζερελιά τοπ.» στην Ήπειρο (ΑΛΑ). Αν δεν πρόκειται για λαθεμένη καταγραφή του τονισμού, τότε έχουμε σημαντική περίπτωση δημιουργίας άλλου προσηγορικού ονόματος.
Ζερέλια, στα, στο χ. Καλοσκοπή (πρώην Κουκουβίστα) Παρνασσίδας (ν. Φωκίδας), γραμμένο Ζ’ρέλια “χωράφια” (ΑΤΑ). Θεωρώ ότι είναι το ίδιο με το καταγραμμένο στο ίδιο χωριό τα Ζιρέλια «χωράφια, αναβρύζουν νερά, ο τόπος είναι πάντοτε υγρός = ζερέλι» (ΑΤΑ). Και από άλλον καταγραφέα: «τοπωνύμ. μέρος βαλτώδες» (ΑΛΑ).
Ζερέλια, στα, οικισμός, κοιν. Καναλίων, επ. Φθιώτιδας, υψόμετρο 560 (Σταματελάτος).
Ζερέλια, στα, στο χ. Καστανιά Φθιώτιδας, γραμμένο και Ζιρέλια, «νερά» (ΑΤΑ).
Ζερέλι, στο, θέση στο χ. Καστριώτισσα Παρνασσίδας (Φωκίδας) (ΑΤΑ).
Ζερέλι, στο, ή Ζερέλια, στα, (ΑΤΑ), θέση στο χ. Κερασιές Δωρίδας (Φωκίδας). Υποθέτω ότι οι δυο μορφές ανήκουν στην ίδια τοποθεσία.
Ζερέλι, στο, στο χ. Κλωνί Φθιώτιδας, «τοποθεσία που κρατάει νερό», γραμμένο και Ζιρέλ’(ΑΤΑ).
Ζερέλια, στα, θέση στο χ. Κομποτάδες Φθιώτιδας (από επιτόπια έρευνα και ΑΤΑ, ΑΛΑ).
Ζερέλι, στο, στην περιοχή του χ. Κωσταλέξι Φθιώτιδας, πάνω στην Οίτη, κοντά στον Κοκκινόβραχο. «Το Ζερέλι είναι μία μικρή λίμνη Δυτικά από τη Ροδιά… Το καλοκαίρι δεν έχει πολύ νερό. Την άνοιξη όμως είναι γεμάτο.» (Πανταζής Φωτ. Νο. 47) ―Ο συντάκτης ετυμολογεί το τοπων. λέγοντας: «Από τη Σλαβική λ. zerel (;)», βάζοντας πάντως και ερωτηματικό σε παρένθεση.
Ζερέλια, στα, στο χ. Μάρμαρα Φθιώτιδας, «“ζιρέλια” = περιοχές που κρατούν νερό που αναβλύζει εκεί» (ΑΤΑ). Βρίσκουμε και άλλη καταγραφή Ζερέλια στο ίδιο χωριό, από άλλον καταγραφέα (ΑΤΑ επίσης), αλλά θεωρούμε ότι θα πρόκειται για την ίδια τοποθεσία.
Ζερέλια, στα, στο χ. Μαυρίλο Φθιώτιδας (Γιαννοπούλου 95). «Θέση, νεράκια» (ΑΤΑ). Στις πλαγιές του Τυμφρηστού, υψ. 920 (Σταματελάτος).
Ζερέλια, στα, θέση στο χ. Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας (ΑΤΑ).
Ζερέλια, στα, στο χ. Μεξιάτες Φθιώτιδας, «θέση με νερά» (ΑΤΑ).
Ζερέλι (στο), τοποθεσία με χωράφια στο χ. Μοναστηράκι Δωρίδας (Φωκίδας), στην πεδιάδα του Μόρνου. ΝΔ της Άμφισσας, ν. Φωκίδας, δ. Ευπαλίου. «Θέση «Ζερέλι» περιφέρειας Δ.Κ. Σεργούλας Δήμου Δωρίδας» (σε απόφαση του Δασαρχείου Λιδορικίου 28-7-2003). Θεωρώ ότι είναι το ίδιο με τον πληθ. Στα Ζερέλια «βαλτώδης περιοχή» (ΑΤΑ).
«Ζιρέλ’ (τοπων.)» στο Μετόχι Εύβοιας (ΑΛΑ).
Zερέλι, στο, στο Νεχώρι Οίτης, στανοτόπια στα ψηλώματα του βουνού. Εκεί και το τοπωνύμιο στη Bρύση στο Zερέλι (από αυτοπρόσωπη επίσκεψη).
Ζερέλι: στο. Στο Νεχώρι Οίτης, στην Πάθενα, ξεκινάει μια ράχη προς τη βουνοκορφή Αϊτός. Λίγο παραπάνω υπάρχει ένα ίσιωμα. Εκεί συνήθως σχηματίζονται τρία ζερέλια: τ” Ακρινό, το Μεσινό, και η Κοτρώνα). Η συνολική τοποθεσία όμως φέρει το όνομα σε ενικό, στο Ζερέλι.
Ζερέλι στα Μνήματα (στο), τοποθεσία στο Νεχώρι Οίτης, στην περιοχή Μνήματα (από επιτόπια επίσκεψη), όπου σχηματίζεται λιμνούλα.
Ζερέλια (στα), στο Νεχώρι Οίτης, ίσιωμα στην κορφή του χωριού (από επιτόπια επίσκεψη). Στο γενικά πολύ κατηφορικό χωριό, αυτή είναι χαρακτηριστικά η μόνη επίπεδη και ελαφρά κοίλη, βαθουλή τοποθεσία όπου μπορούν να σταθούν για μικρό διάστημα νερά της βροχής ή του χιονιού. Ιδίως όταν λειώνουν τα χιόνια ο τόπος κρατάει νερά και σχηματίζονται λιμνούλες, το νερό γκιολιάζει.
Ας σημειώσουμε εδώ και το φαινόμενο μιας εναλλαγής στη χρήση των συνώνυμων ζερέλι και γκιόλι ανάλογα με το είδος του γεωγραφικού χώρου για τον οποίο πρόκειται κάθε φορά Για λιμνούλες στα πεδινά της Φθιώτιδας οι παλιοί δε χρησιμοποιούσαν το ζερέλι αλλά το γκιόλι Η λέξη ζερέλι φαίνεται να ήταν πραγματικά εύχρηστη για βουνίσιο περιβάλλον και σε ποιμενικούς πληθυσμούς. Και μάλιστα, αυτοί οι ίδιοι που για λιμνούλα στο βουνό έλεγαν ζερέλι, όταν μιλούσαν για τον κάμπο έλεγαν γκιόλι!
Ζερέλια, στα, τοποθεσία στο χ. Νεοχώρι Τυμφρηστού της Φθιώτιδας (Γιαννοπούλου 97). Σημειώνεται η διευκρίνιση: «δεν πρόκειται για το γειτονικό οικισμό του Μαυρίλου» (ΑΤΑ).
Ζερέλι, όνομα λάκκας στην Πάρνηθα. «Θα περάσετε δίπλα από τη λάκκα Ζερέλι, που κάποτε το δάσος εδώ ήταν υπέροχο και θα συνεχίσετε ευθεία κάτω μέχρι την άκρη του δάσους, δίπλα σε ρεματιά που κρατά νερό μέχρι αργά την άνοιξη. Το μονοπάτι, που είναι πρόσφατα καθαρισμένο, αφήνει τη ρεματιά και φεύγει δεξιά ανεβοκατεβαίνοντας και περνώντας από μικρές ζώνες καμένων. Τελικά το μονοπάτι θα σας κατεβάσει σε ρεματιά με αρκετό νερό μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Ένα πολύ ωραίο και ασυνήθιστο για την Πάρνηθα τοπίο.» WWW.anevenontas.gr ―Αυτό το Ζερέλι δεν το αναφέρει ο Νέζης, αν και πρόκειται για έκδοση τελείως πρόσφατη.
Ζερέλι (το) στην ΝΔ Πελοπόννησο (Georgakas 127, 136).
Ζερέλια «κατεστραμμένον χωρίον του δήμου Πλατάνου» στη Θεσσαλία (ΑΛΑ).
Ζερέλι, το, θέση στο χ. Ποκίστα, ΒΑ του Μεσολογγιού, δήμος Πυλλήνης, υψόμετρο 900 (Σταματελάτος), όπου και ιδιοκτησία της Ι.Μ.Αμπελακιώτισσας. Και γραφή Πωκίστα (Διαδίκτυο).
Ζερέλι, στο, λιβάδι στο χ. Πουγκάκια Φθιώτιδας, γραμμένο Ζιρέλ’ (ΑΤΑ).
«Ζιρέλ’ (το) (τοπων.)», στους Στρόπωνες Εύβοιας, «έλος που η έκτασή του δεν ξεπερνάει το στρέμμα» (ΑΛΑ) και, κατά άλλη καταγραφή, ««τοπωνυμία ένα κοίλωμα μικρότερο σε έκταση από ένα στρέμμα γεμάτο νερό» (ΑΛΑ).
«Ζιρελάκ(ι) = μικρό ζιρέλι, τοπωνυμία = μικρή έκταση, που βγαίνει νερό χειμώνα καλοκαίρι είναι σκεπασμένη με βούρλα λίγο ψαθί και άλλα υδροχαρή φυτά• είναι μέρος κατάλληλο να βόσκουν άλογα όχι όμως και πρόβατα γιατί τα πιάνει χλαμπάτσα (κλαμπάτσα)», Στρόπωνες Εύβοιας (ΑΛΑ).
Ζερέλι (γραμμένο Ζιρέλ), στο, τοποθεσία στο χ. Συγκρέλος Ευρυτανίας (ΑΤΑ).
Ζερέλι (στο) και Ζερέλια (στα), τοποθεσία στο χ. Τσούκα Φθιώτιδας (Δελόπουλος Τοπωνύμια 207).
«Τα Ζιρέλια = χωράφια όπου αναβρίζουν νερά και ο τόπος είναι πάντα υγρός (ζιρέλι)», στη Φθιωτιδοφωκίδα (ΑΛΑ).
Και προσηγορικό το ζερέλι
Αν κοιτάξουμε κάπως προσεκτικά τα παραπάνω τοπωνύμια θα παρατηρήσουμε ότι είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου η λέξη δε χρησιμοποιείται σαν κάποιο άκαμπτο ξενόγλωσσο τοπωνύμιο, κάθε άλλο.
Το τοπωνύμιο στα Ζερέλια, σε πληθυντικό, δηλώνει προφανώς ότι στο μέρος εκείνο σχηματίζονται συνήθως περισσότερες από μία λιμνούλες. Και παρατηρείται μια ιδιαίτερα συχνή παρουσία του τοπωνύμιου σε πληθυντικό: Ζερέλια εγκατεσπαρμένα στον Αλμυρό, στο Γαρδίκι, στη Γραμμένη, στο Δελφίνο, στη Δομνίστα, στην Καλοσκοπή, στα Κανάλια, στην Καστανιά, στις Κερασιές, στις Κομποτάδες, στα Μάρμαρα, στο Μαυρίλο, στη Μεγάλη Κάψη, στις Μεξιάτες, στο Νεχώρι Οίτης, στο Νεχώρι Τυμφρηστού, στον Πλάτανο, στη Φθιωτιδοφωκίδα.
Η χρήση του πληθυντικού Ζερέλια έχει κι αυτή καθαυτή τη σημασία της, αφού δείχνει ξεκάθαρα πως οι άνθρωποι εκεί είχαν κανονικά συνείδηση του ότι χρησιμοποιούσαν σαν τοπωνύμιο ένα προσηγορικό (ένα ουσιαστικό, ένα κοινό όνομα) με συγκεκριμένη σημασία, που πρόθυμα έμπαινε σε πληθυντικό, όταν τα ζερέλια της τοποθεσίας που κατονομάζεται ήταν περισσότερα από ένα.
Όσο για την εναλλαγή ενικού/πληθυντικού (στο Ζερέλι / στα Ζερέλια), αυτή μπορεί καταρχή να σημαίνει ότι εκεί σχηματίζονται είτε μια λιμνούλα είτε περισσότερες, ανάλογα με τις βροχές της κάθε εποχής και της κάθε χρονιάς. Συναντάμε αυτήν την εναλλαγή στην Ανατολή, στη Γραμμένη, στις Κερασιές, στην Τσούκα. Αλλά ξέρουμε κιόλας ότι ο ενικός μπορεί και να δηλώνει το μέρος εκείνο σαν “σημείο” ενώ ο πληθυντικός μπορεί να αναφέρεται στην ίδια τοποθεσία νοούμενη σαν “έκταση” (βλ. αναλυτικά Δελόπουλος Τοπωνύμια). Είναι κι αυτό ένα δείγμα ευελιξίας του ονόματος στη χρήση.
Κανονικά λειτουργεί και ο υποκορισμός: Ζερελάκι στο Γαρδίκι και στους Στρόπωνες, Ζερελάκια στο χ. Ανατολή. Σημαντικό το σύνθετο Ζερελόγουρνα στο Γαρδίκι. Αλλά και η δημιουργία παράγωγου Ζερελιά στη Ήπειρο (αν ο τονισμός είναι σωστός).
Διαπιστώνεται λοιπόν ήδη αρκετή κινητικότητα και ζωντάνια στη λειτουργία αυτών των τοπωνύμιων, φαινόμενο που τα χαρακτηρίζει ιδιαίτερα. Επιπλέον βλέπουμε ότι και ο αριθμός τους είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Αυτός μάλιστα θα πρέπει να είναι ο λόγος για τον οποίο, όπως φαίνεται, επικρατεί γενικά η αντίληψη ότι η λέξη συναντιέται μόνο σε τοπωνύμια.
Η αλήθεια είναι ότι η λέξη ζερέλι δε βρίσκεται σε κανένα από τα γνωστά λεξικά της κοινής νεοελληνικής, ερμηνευτικά ή ετυμολογικά (Ανδριώτης, Δημητράκος, Μπαμπινιώτης κλπ.). Μάλλον επειδή θεωρήθηκε ιδιωματική και πολύ σωστά. Είναι ιδιωματική. Αλλά υπαρκτή… Και βεβαιωμένη σαν τέτοια, όπως βλέπουμε, από αρκετές ερευνητικές καταγραφές:
ζιρέλι στη Στερεά: Καλοσκοπή («τόπος βαλτώδης όπου αναβλύζουν νερά»), Κoμποτ., Παρνασσίδα, Φθιώτιδα, Φωκίδα (ΑΛΑ).
«ζιρέλ’, του = τέλμα» στην Παρνασσίδα (ΑΛΑ).
ζιρέλ’ στο Δελφίνο Φθιώτιδας (το αναφέρουμε και στα τοπωνύμια). «Έχ’ νιρό ικεί, ζιρέλ’ σα βαρ’κός κι πίν’νι τα πράματα» (ΑΤΑ). (Τα πράματα “τα ζώα”.)
«ζιρέλ, του: μέρος που αναβλύζουν νερά και σκεπάζεται με διάφορα νερόχαρα φυτά, ιδίως ραγάζι χρήσιμο για το γέμισμα σαμαριών.» Αιτωλοακαρνανία (ΑΛΑ).
ζερέλ’ “μούσκεμα” στη Β. Εύβοια (ΑΛΑ).
«ζιρέλιου = επίρρ. Έγινα ζιρέλιου = εβράχην πάρα πολύ μέχρι των κοκκάλων». «Μ’έπιασ(ι) βρουχή κι γίν(η)κα ζιρέλιου (βράχηκα πολύ).» «Βρέχ’… θα γιένης ζιρέλιου». Στους Στρόπωνες της Εύβοιας (ΑΛΑ). ―Δημιουργία νέου παράγωγου προσηγορικού, το ζερέλιο.
ζιρέλιου: «…Τι ζιρέλιου είν’ αυτό! (τι μούσκεμα)» στη Γρανίτσα Ευρυτανίας (ΑΛΑ).
«ζιριλιάζου, ρ. = μουσκεύω. Ζιρέλιασα με τ’ βρουχή (μούσκεψα). Πήγα καλά κι γύρ’σα ζιριλιασμένους (μουσκεμένος)». Στη Γρανίτσα της Ευρυτανίας (ΑΛΑ). ―Δηλαδή και παράγωγο ρήμα (!).
Ας σημειωθεί ότι και εδώ δηλώνεται ξεκάθαρα η βασική σημασία “λιμνούλα”. Αλλά και όλες οι άλλες καταγραμμένες σημασίες για “βρέξιμο”, “μούσκεμα” κ.ά.τ. αποτελούν κανονικές προεκτάσεις έννοιας και δεν παρεκκλίνουν από τη βασική ιδέα.
Δικαιολογημένα θα μπορούσε κανένας να έχει και κάποια περιέργεια για το πού και πότε έγινε η συνάντηση της ρίζας (ε)ζερ- με το υποκοριστικό επίθεμα -έλι για να δηλωθεί η σημασία “λιμνούλα, λιμνίτσα”, δηλαδή πού και πότε διαμορφώθηκε η λέξη ζερέλι. Δεν είναι βέβαια δυνατό να ειπωθεί κάτι με σχετική ακρίβεια, αλλά ο πειρασμός είναι ίσως δικαιολογημένος…
Σχετικά με τον τόπο, μπορούμε να θεωρήσουμε, με βάση τα δεδομένα, ότι αυτό ξεκίνησε κάπου στην Κεντρική ή στη Βόρεια Ελλάδα.
Όσο για τον καιρό όπου διαμορφώθηκε το προσηγορικό ζερέλι και οι πολλές παράγωγες απ’ αυτό διάφορες λέξεις (και τα παράγωγα από τη μορφή ζερέλι τοπωνύμια, εννοείται), αυτός δε δείχνει να είναι ο καθαυτό μεσαίωνας. Μάλλον δε μπορεί να είναι οι 8ος – 10ος αιώνες, ας πούμε ενδεικτικά, δηλαδή οι πρώτοι αιώνες δημιουργίας των σλαβικών τοπωνύμιων στον ελληνικό χώρο. Η γενική εικόνα παραπέμπει αναμφίβολα στη νεότερη εποχή.
Πάντως, ανάμεσα στα πολλά στοιχεία νέας γνώσης που διευκρινίζονται και μελετιούνται εδώ ας διατυπωθεί ρητά ότι το ζερέλι σχηματίστηκε στην Ελλάδα και στην ελληνική γλώσσα από το θέμα ζερ- (σλαβικής αρχής, ezer-) και το επίθεμα -έλι (λατινικής αρχής). Και είναι λέξη ελληνική, ιδιωματική (των βορείων ιδιωμάτων).

Βιβλιογραφία και συντομογραφίες
ΑΛΑ, Αρχείο του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών.
ΑΤΑ, Αρχείο Τοπωνύμιων της Ακαδημίας Αθηνών.
Georgakas D. – McDonald W., Place names of southwest Peloponnesus, Athens 1967, 403 σελ.
Γιαννοπούλου -Τσιάκα Καλλίτσα, Ανηφορίζοντας στον Τυμφρηστό, Ε” Ονοματολογικό Συνέδριο «Ονοματολογικά Φθιώτιδας», Λαμία 3-5 Οκτ. 2008. Πρακτικά στο περ. ΟΝΟΜΑΤΑ, Revue Onomastique, Επιστημονική Επετηρίδα της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, τόμ. 20, Αθήνα 2013, σελ. 91-98.
Δελόπουλος Γ., Tοπωνύμια της Φθιώτιδας σε ενικό / πληθυντικό· διαχρονικότητα ενός φαινόμενου και σήμερα ζωντανού, A” Συνέδριο Φθιωτικών Eρευνών, Γλώσσα-Iστορία-Λαογραφία, Λουτρά Yπάτης 27-28-29 Aπριλίου 1990, Πρακτικά, έκδ. Kοινότητας Λουτρών Yπάτης 1993, 195-212.
Δημητράκος Δ., Mέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, Aθήνα, επανέκδοση 1964.
ΛΔK: Λεξικόν των δήμων, κοινοτήτων και συνοικισμών της Eλλάδος, επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1920, Aθήνα, Yπ. Eθν. Oικον. 1923.
Λουκόπουλος Δημ., Ποια παιγνίδια παίζουν τα Ελληνόπουλα, Αθήνα 1926.
Μπαμπινιώτης Γ., Ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 2010.
Νέζης Ν., Τοπωνυμικά της Αττικής, εκδ. Ανάβαση, Αθήνα 2013.
Παπαναγιώτου Δ.Χ., Η βουνίσια σκέψη, έκδ. Συλλόγου Νεοχωριτών Υπάτης, Θεσσαλονίκη 2012.
Παπαναγιώτου Τρ., Τοπωνύμια της Άγναντης Λοκρίδος, Ε” Ονοματολογικό Συνέδριο «Ονοματολογικά Φθιώτιδας», Λαμία 3-5 Οκτ. 2008. Πρακτικά στο περ. ΟΝΟΜΑΤΑ, Revue Onomastique, Επιστημονική Επετηρίδα της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, τόμ. 20, Αθήνα 2013, σελ. 315-328.
Σταματελάτος Μ. – Βάμβα-Σταματελάτου Φωτ., Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδας, έκδ. Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη (για την εφημερίδα «Τα Νέα») 2012. ―Παλιότερη έκδ. Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια, Τεγόπουλος – Μανιατέας χ.χ.
Συμεωνίδης Χ., Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία-Θεσσαλονίκη 2010.
Τζαβάρας Ξ., Ο υποκορισμός στα τοπωνύμια του ιδιώματος της Ίμβρου, Ε” Ονοματολογικό Συνέδριο «Ονοματολογικά Φθιώτιδας», Λαμία 3-5 Οκτ. 2008. Πρακτικά στο περ. ΟΝΟΜΑΤΑ, Revue Onomastique, Επιστημονική Επετηρίδα της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, τόμ. 20, Αθήνα 2013, 453-459.
Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, 1941, επανέκδοση Leipzig 1970.
Φλωράκης Αλ., Για μια ανθρωπολογική προσέγγιση των τοπωνυμίων, Ε” Ονοματολογικό Συνέδριο «Ονοματολογικά Φθιώτιδας», Λαμία 3-5 Οκτ. 2008. Πρακτικά στο περ. ΟΝΟΜΑΤΑ, Revue Onomastique, Επιστημονική Επετηρίδα της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, τόμ. 20, Αθήνα 2013, 403-430.
υψ., υψόμετρο.

0701

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΤΟ ΜΠΑΚΛΑΛΙ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΒΟΥΝΕΝΗι ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
Πρὸς Μ. τοῦ Ἁλμυροῦ, καὶ εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας ἀπ’ αὐτοῦ, κεῖται ἐπὶ τῶν προπόδων τῆς Ὄθρυος τὸ μικρὸν χωρίον Μπακλαλί, τὸ ὁποῖον ἐπὶ Τουρκοκρατίας κατωκεῖτο ὑπὸ Τούρκων, ἤδη δὲ ὑπὸ Χριστιανῶν. Ὕπερθεν τοῦ χωρἰου τούτου εἰς ἀπόστασιν ἡμισείας ὥρας, διὰ βατῆς ὁδοῦ, φθάνει τις εἰς τὰ ἐρείπια τῆς ἐν μέσῳ δάσους ἐκ πρίνων κειμένης βυζαντινῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ ἐν Βουνένῃ τῆς Θεσσαλίας. Ἡ μονὴ εἶναι ἐκτισμἐνη ἐπὶ τῆς κλιτύος προβούνου τῆς Ὄθρυος, ἔχοντος ἐπὶ τῆς κορυφῆς ἐρείπια ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀκροπόλεως ἐκ μεγάλων ἰσοδομικῶν λίθων.
Πρὶν φθάσωμεν ἐκ Μπακλαλὶ εἰς τὴν Μονήν, συναντῶμεν ἔν τινι χαράδρᾳ βρύσιν λιθόκτιστον, ἐπισκευασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρῲην ἱδιοκτήτου τοῦ χωρίου Μιχαὴλ Γκαμαλέτσου, ἔχουσαν ἐντετειχισμένην μακρὰν ἐπὶ μαρμάρου νεωτάτην ἐπιγραφὴν καὶ ἕνα πώρινον τετράγωνον λίθον φέρο9ντα ἐν σταυροειδεῖ μονογράμματι τὸ ὄνομα «Θεόφιλος» (εἰκ. 1). Ἡ ἐπιγραφὴ αὕτη εἶναι βυζαντινὴ καὶ προέρχεται ἐκ τῆς Μονῆς• εἶναι δ’ ἄδηλον διατὶ ἐτέθη ἀριστερὰ αὐτῆς ἕν μέγα Κ.
Τὰ ἐντὸς τῶν πρίνων ἐρείπια τοῦ περιβόλου καὶ τῶν κελλίων τῆς Μονῆς εἶναι καταφανῆ καθ’ ὅλην αὑτῶν τὴν ἔκτασιν καὶ πρὸς Β. ἵστανται ἀκόμη εἰς ὕψος ἑνὸς ἕως ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μέτρου, τὰ ἐρείπια ὅμως τοῦ ναοῦ εἶναι κατηδαφισμένα.
Ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τοῦ ἀρχαίου ναοῦ κατὰ τὸ 1890 ἀνηγέρθη ὑπὸ τῶν περιοίκων μικρὸς πηλόκτιστος ναὸς εἰς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ ἐν Βουνένῃ , κατὰ τὴν ἀνόρυξιν τῶν θεμελίων τοῦ ὁποίου εὑρέθη τὸ πλακόστρωτον δάπεδον τοῦ βυζαντινοῦ ναοῦ ἐκ μεγάλων μαρμαρίνων πλακῶν, πιθανῶς ἀρχαίων.
Λείψανα ἐκ τῆς Μονῆς ἔχομεν ἐν τῷ τόπῳ ἤδη δύο γλυπτὰ καὶ μίαν ἐπὶ πωρίνου λίθου ἐπιγραφὴν μονογραμματικήν, περὶ ἧς ἀνωτέρω ἐγένετο λόγος.
Ἐκ τῶν δύο τούτων ἐπὶ μαρμάρου γλυπτῶν, τὸ ἕν κεῖται ἐγκαρσίως τῆς μόνης μεσημβρινῆς θύρας τοῦ νέου ναοῦ καὶ φέρει ἐν τῷ μέσῳ μὲν διπλοῦν σταυρὸν ἐγχάρακτον, δεξιὰ δ’ ἐντὸς ὀρθογωνίου τρία ἐγχάρακτα σύμβολα ἀνεπίγνωστα εἰς ἡμᾶς, ἄνω δὲ καὶ ἀριστερὰ δύο ῥόδακας, ὧν ὁ εἷς φέρει σταυροειδὲς τετράφυλλον, ὁ δ’ ἕτερος ἀποκεκρουμένος κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου, πολύφυλλον ῥόδακα.
Τὸ ἕτερον γλυπτὸν εἶναι ἐντετειχισμένον ἐπὶ τῆς θολωτῆς μικρᾶς ἐπὶ βράχου δεξαμενῆς τοῦ Ἁγιάσματος, τὸ ὁποῖον κεῖται δυτικῶς τοῦ ναοῦ εἰς ἀπόστασιν 200 -300 μέτρων. Εἶναι ἐκ μαρμάρου λευκοῦ, πλὰξ ὀρθογώνιος, ἔχουσα τὰς δύο μακρὰς πλευρὰς λοξοτμήτους μετὰ γλυπτικοῦ διακόσμου, ἤτοι ἐπὶ μὲν τῆς μιᾶς τὸ λεγόμενον Μικρασιατικὸν θέμα ἐντὸς δηλ. τρεχόντων ἁψιδωμάτων, στηριζομένων ἐπὶ κιονίσκων ἀνθέμια ἐξ ἑπτὰ φύλλων, ἐπὶ δὲ τῆς ἑτέρας κισσοῦ φύλλα ἑλικοειδῶς διατεταγμένα.
Ὅμοιον τεμάχιον μετὰ τοῦ αὐτοῦ κοσμήματος εὑρὼν εἰς τὸ χωρίον Μπακλαλὶ ὁ πρῴην ἔφορος κ. Ἀρβανιτόπουλος ἐκόμισεν αὐτὸ εἰς τὸ Μουσεῖον Ἁλμυροῦ. Προδήλως τὰ τεμάχια ταῦτα προέρχονται ἐκ διαζώματος τοῦ βυζαντινοῦ ναοῦ καὶ εἶναι ἀνέκδοτα.
Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα τὰ γλυπτὰ τὰ ἐκ τῆς εἰρημένης μονῆς προερχόμενα• εἰς τὸ παρακείμενον πρὸς Δ. καὶ ἐπι τῶν προπόδων τῆς Ὄθρυος Καρατζαδαλἰ, εἰς ναὸν κτισθέντα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ ἐν Βουνένῃ, εἶναι ἐντετειχισμένοι πολλοὶ ἀρχιτεκτονικοὶ λίθοι καὶ κίονες καὶ κιονίσκοι στρεπτοὶ κιβωρίων ἐκ λευκοῦ μαρμάρου, περὶ ὧν ἐγράψαμεν ἀλλαχοῦ, καὶ τοὺς ὁποίους καὶ ὁ κ. Ἀρβανιτόπουλος ἀναφέρει. Καὶ τεμάχιον δὲ θωρακίου ἀποκεκρουμένον κατὰ τὸ ἥμισυ καθέτως καὶ φέρον διπλοῦν σταυρὸν πληρούμενον ὓπὸ διακοσμήσεων καὶ ἑκατέρωθεν Συριακῶν τροχῶν καὶ ῥοδάκων εὑρέθη ἐν Μπακλαλὶ ὑπὸ χωρικοῦ ἐκ Πλατάνου καὶ ἐκομίσθη εἰς τὴν οἰκίαν του.
Ἐπίσης εὑρέθη ἐν Μπακλαλὶ ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἁλμυροῦ κτίστου Δήμου Κουτσοπίνα κιονόκρανον βυζαντινὸν ἐντελές, κομισθὲν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν οἰκίαν του.
Ὁμοίως ἐν Μπακλαλὶ εὑρέθη σπόνδυλος κίονος μετὰ διακοσμήσεων (ὕψ. 0,80 μ., διάμ. 0,15 μ.), ὅστις ἐκομίσθη εἰς τὸ Μουσεῖον Ἁλμυροῦ ὑπὸ τοῦ φύλακος τοῦ Μουσείου Ἁλμυροῦ Σπύρου Γιαννοπούλου, ὅστις εἶπεν ἡμῖν ὅτι εὑρέθη ἐν τοῖς ἐρειπίοις τῆς Μονῆς κατ’ ἀνόρυξιν θεμελίων κελλίου (εἰκ. 2).
Πρὸ ἐτῶν, τέλος, εὑρέθη ἐν ἀγρῷ τοῦ χωρίου Μπακλαλὶ χώρισμα διλόβου παραθύρου ἐκ κυανοφαίου μαρμάρου, φέρον ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ ἡμικιονίου βυζαντινὴν ἐπιγραφὴν + Ζῖ (ζῇ) ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν +, δημοσιευθεῖσαν πανομοιοτύπως.
Πάντα τὰ μνημεῖα ταῦτα προέρχονται ἐκ τῆς ἠρειπωμένης ταύτης παρὰ τὸ Μπακλαλὶ μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου, ἥτις ἦτο ἀρκούντως μεγάλη καὶ εἶχε μεγάλην γλυπτικὴν διακόσμησιν, εἰλημμένου τοῦ ὑλικοῦ ἐξ ἀρχαίων ἑλληνικῶν μνημείων.
Ναοὺς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου, τοῦ ἐν Βουνένῃ, ἔχομεν πολλοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ. Ο>υτως, ἐκτὸς τῆς παρὰ τὸ Μπακλαλὶ ἠρειπωμένης βυζαντινῆς ταύτης μονῆς καὶ τοῦ ναοῦ τοῦ χωρίου Καρατζαδαγλί, ὑπάρχουν ἐν Τυρνάβῳ δύο ναοί, ὧν ὁ εἷς τοῦ ΙΣΤ’ αἰῶνος λέγεται Βαχονικόλας ἐκ τῆς συνοικίας τῶν Βλάχων. ὁ δὲ ἕτερος τοῦ Ντούμα. Ἐπίσης ἐν Μηλέαις τοῦ Πηλίου ὑπάρχει φερώνυμον μονύδριον, ναὸς δὲ ἐν τῷ χωρίῳ Τσιαμπασλὰρ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης (Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος), ἔνθα ὡς ἐν Μπακλαλὶ καὶ Ἁγίασμα ἀναβλύζει, ἐν Γούρᾳ (Ἀναύρᾳ) τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἀλλαχοῦ.
Προκειμένου δὲ περὶ τῆς Βουνένης λέγομεν ὅτι κατὰ τὸν Θ΄ αἰῶνα, ἐπὶ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, ὑπῆρχε ἐν Θεσσαλίᾳ Ἐπισκοπὴ Βουνένης ὐπαγομένη ὑπὸ τὴν Μητρόπολιν Λαρίσης. Ἐπίσης ἡ Βουνένη ἀναφέρεται καὶ ὡς θέμα ἐν Χρυσοβούλλῳ Ἀνδρονίκου τοῦ Πρεσβυτέρου ἐν ἔτει 1289 ἀφορῶντι εἰς τὴν Μονὴν Λυκουσάδος, τῆς νῦν λεγομένης Λοξάδας, κώμης παρὰ τὸ Φανάρι τῆς Καρδίτσης Θεσσαλιώτιδος καὶ δημοσιευθέντι ὑπὸ τοῦ Σπ. Π. Λάμπρου. Ἡ θέσις τῆς βυζαντινῆς ταύτης πόλεως, ἥτις λέγεται καὶ οὐδετέρως, τὰ Βούνενα, μέχρι τοῦδε ἀγνοεῖται.
είκ. 1

είκ. 2Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἀνασκαφῶσι τα ἐρείπια τῆς βυζαντινῆς ταύτης μονῆς καὶ ἰδίως τὸ μέρος ἔνθα ἔκειτο ὁ ναὸς καὶ τὰ πέριξ αὐτοῦ, διότι εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ εὑρεθῶσι πολλὰ γλυπτὰ καὶ ἐπιγραφαί, καὶ ἰδίως ἀρχαῖαι ἑλληνικαί, διότι ὅλον τὸ μαρμάρινον ὑλικὸν τῆς Μονῆς ἐλήφθη ἐξ ἀρχαίων ἑλληνικῶν μνημείων.
Ἐν Βόλῳ τῆ 25 Φεβρουαρίου 1908
Ν. Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ.

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΛΜΥΡΟΥ

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΛΜΥΡΟΥ

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

ΑΡΧΑΙΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΧΑΪΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑ
(ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΛΜΥΡΟΥΑχαϊα Φθιώτιδα)

Ασφαλώς σε μια περιοχή με τόσους μύθους και παραδόσεις, όπως είναι η ευρύτερη επαρχία Αλμυρού, στην έκταση που αυτή στην αρχαιότητα καλυπτόταν κάτω από το όνομα Αχαΐα Φθιώτιδα, είναι αναμενόμενο ότι θα υπήρχαν πολλά ιερά και βωμοί θεών. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εξάλλου, αφού σύμφωνα με το μύθο του κατακλυσμού, όταν ο Δευκαλίωνας βγήκε από την κιβωτό έχτισε δώδεκα βωμούς αφιερωμένους στους Δώδεκα Θεούς. («Ὁ Δευκαλίων) πρῶτος ἐποίησε πόλεις καὶ ἐδείματο νηοὺς ἀθανάτοις, πρῶτος δἐ καὶ ἀνθρώπων ἐβασίλευσεν». Είναι δε γνωστό ότι, σύμφωνα με την αρχαιότερη και αυθεντικόπτερη εκδοχή του μύθου, ο Δευκαλίωνα και η Πύρρα, μετά το τέλος του κατακλυσμού, αποβιβάστηκαν στην Όθρη.
Σύμφωνα με κάποιον άλλο μύθο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, μόλις βγήκαν από την κιβωτό, θυσίασαν στον Φύξιο Δία, τον Δία που βοηθάει όσους ανθρώπους αγαπάει να (απο)«φύγουν» κάποιο κίνδυνο. Στον ίδιο Δία, τον «Φύξιο» θυσίασε και ο Φρίξος, που ήταν από τούτα τα μέρη, για να τον ευχαριστήσει που (δι)«έφυγε» τον κίνδυνο καταφεύγοντας στην Κολχίδα. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην Ακρόπολη των Αθηνών υπήρχε εικόνα η οποία παρίστανε τους μηρούς του κριού που θυσιάστηκε στον Λαφύστιο Δία.
Στην Αχαΐα Φθιώτιδα υπήρχαν και λατρεύονταν πολλές προολυμπιακές θεότητες. Όλες, λοιπόν, αυτές οι προολυμπιακές θεότητες, όλοι «οι πρότεροι Θεοί», όπως συνήθιζαν οι Έλληνες να ονομάζουν τους θεούς που λάτρευαν πριν ακόμα επικρατήσουν σε πανελλήνια κλίμακα οι θεοί του Ολύμπου, όλοι οι θεοί που λατρεύτηκαν στην περιοχή αυτή της Αχαΐας Φθιώτιδας δεν είναι δυνατό παρά να είχαν ιερά και βωμούς, έστω και σε πρωτόγονη μορφή. Βεβαίως είναι πολύ δύσκολο να επισημανθούν ίχνη τους. Εκτός από το ιερό της Ασπαλίδας Άρτεμης, ίχνη, τέτοια που να αναγνωρίζονται ως σαφή υπολείμματα λατρευτικών βωμών προολυμπιακών θεοτήτων δεν έχουν επισημανθεί.
«Ο μελετητής της θρησκείας πρέπει να μη λησμονεί πως προϊστορικές κοινότητες με χαμηλής στάθμης θρησκευτική ζωή δεν είχαν τις γνωστές από τα ιστορικά χρόνια λατρευτικές ανάγκες και δεν χρειάζονταν όχι μόνο ναούς και ιερατεία, αλλ’ ούτε καν υπαίθρια ιερά ή άλλου είδους χώρους λατρείας. Οι «θρησκευτικές» ανάγκες (που δεν ήταν και λίγες) καλύπτονταν με πλήθος τελετών ή με επωδές και με στοιχειώδεις μαγικές ιερουργίες ασκούμενες μέσα στις οικογένειες και από τα ίδια τα μέλη των οικογενειών.
»Αυτονόητο είναι πως το είδος αυτό της ευλάβειας, αν και οι καταβολές του δεν είναι θρησκευτικές, αλλά γνήσιες μαγικές, πρέπει να μελετάται ως θρησκεία, γιατί ήταν η μόνη για την εποχή γνωστή μορφή θρησκευτικότητας.
». . . .Η μεγαλύτερη δυσκολία για τη μελέτη της νεολιθικής θρησκείας (πάντα με βάση ανασκαφικά δεδομένα) είναι πως οι μαγικές ιερουργίες δεν άφησαν ίχνη».
Επιγραφές όμως που βρέθηκαν αφιερωμένες σ’ όλους σχεδόν του Ολύμπιους θεούς επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πολλών λατρευτικών χώρων τους στην περιοχή,
Θα σταθούμε σε μερικά μόνο από αυτά τα ιερά, τα οποία έγιναν ευρύτερα πολύ γνωστά και για τα οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες.

1. Το ιερό του Λαφύστιου Δία
Το πιο γνωστό και ξακουστό ιερό στην ευρύτερη περιοχή του Αλμυρού, οποιαδήποτε μορφή κι αν είχε αυτό και για την οποία προς το παρόν δεν έχουμε πληροφορίες, ήταν το ιερό το αφιερωμένο στο Λαφύστιο Δία. Είναι το ιερό που στάθηκε το υπόδειγμα σύμφωνα με το οποίο χτίστηκε το ομώνυμο Λαφύστιο ιερό στη Βοιωτία.
Αν και ακούγεται και η άποψη ότι το Λαφύστιο ιερό οφείλει το όνομά του στο βουνό της Βοιωτίας που ονομαζόταν Λαφύστιο και πάνω στο οποίο υπήρχε το ομώνυμο ιερό του «Λαφύστιου Δία», είναι βέβαιο ότι η λατρεία του Λαφύστιου Δία ανήκει στην Άλο της Αχαΐας Φθιώτιδας και από αυτή μεταφέρθηκε στη Βοιωτία. Αυτό μας το βεβαιώνει και ο Σουηδός θρησκειολόγος Martin Nilsson στο βιβλίο του «Ελληνική Λαϊκή Θρησκεία».
Η άποψη ότι το ιερό ονομάστηκε Λαφύστιο επειδή αυτό βρισκόταν πάνω στο βουνό που λεγόταν Λαφύστιο είναι εντελώς εσφαλμένη και απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη μας προϋπήρχε το ιερό του Λαφύστιου Δία στην Άλο και αργότερα χτίστηκε το ομώνυμο ιερό στη Βοιωτία, όταν έφυγαν οι Βοιωτοί από την Αχαΐα Φθιώτιδα και πήγαν εκεί. Από αυτό το δεύτερο Λαφύστιο ιερό στη Βοιωτία ονομάστηκε Λαφύστιο και το βουνό πάνω στο οποίο βρισκόταν το ιερό. «Λαφύστιος» σημαίνει λαίμαργος, αχόρταγος. Το επίθετο λαφύστιος (λαίμαργος, αχόρταγος) ταιριάζει ασφαλώς και μπορεί να έχει θέση ως προσδιοριστικό για ένα καταχθόνιο θεό, ένα θεό, που, πάντοτε αχόρταγος όπως ο Άδης, απαιτεί ανθρώπινες θυσίες και καταπίνει ασταμάτητα και λαίμαργα τους ανθρώπους. Δεν έχουν καμία θέση τέτοια επίθετα για ένα βουνό. Εάν σήμερα ένας λόφος λέγεται «Αϊ – Λιας» λέγεται έτσι επειδή εκεί υπάρχει (ή υπήρχε) εκκλησία του προφήτη Ηλία. Το βουνό λοιπόν πήρε το όνομά του από το ιερό και όχι αντιστρόφως.
Η άποψή μας αυτή, ότι ο Αθάμαντας, παρά την επικρατούσα και ευρύτερα γνωστή αντίθετη μυθολογική εκδοχή, βασίλευε πρώτα στην Άλο και μετά πήγε στη Βοιωτία, επιβεβαιώνεται από το παρακάτω χαρακτηριστικό, σαφές και πολύ αποκαλυπτικό, κείμενο του Παυσανία. Είναι αξιοπερίεργο γιατί στο σαφέστατο αυτό απόσπασμα δεν δόθηκε από τους μελετητές η προσοχή που έπρεπε:
«Περὶ δὲ τῶν ἀρχαίων τοιαῦτ’ ἦν ὁπόσα καὶ μνημονεύουσιν. Ἀνδρέα πρῶτον ἐνταῦθα Πηνειοῦ παῖδα τοῦ ποταμοῦ λέγουσιν ἐποικῆσαι, καὶ ἀπὸ τούτου τὴν γῆν Ἀνδρηίδα ὀνομασθῆναι. Παραγενομένου δὲ ἐς αὐτὸν Ἀθάμαντος, ἀπένειμε τῆς αὐτοῦ τῷ Ἀθάμαντι τήν τε περὶ τὸ Λαφύστιον χώραν καὶ τὴν νῦν Κορώνειαν καἰ Ἀλιαρτίαν. Ἀθάμας δὲ ἅτε οὐδένα οἱ παίδων τῶν ἀρσένων λελεῖφθαι νομίζων, τὰ μἐν γἀρ ἐς Λέαρχόν τε καἰ Μελικέρτην ἐτόλμησεν αὐτός, Λεύκωνι δἐ ὑπὀ νόσου τελευτῆσαι συνέβη, Φρῖξον δὲ ἄρα οὐκ ἠπίστατο ἤ αὐτὸν παριόντα ἢ γένος ὑπολειπόμενον Φρίξου, τούτων ἕνεκα ἐποιήσατο Ἀλίαρτον καὶ Κόρωνον τοὺς Θερσάνδρου τοῦ Σισύφου. Σισύφου γὰρ ἀδελφὸς ἦν Ἀθάμας. «Ὕστερον δὲ ἀναστραφέντος ἐκ Κόλχων οἱ μὲν αὐτοῦ Φρίξου φασίν, οἱ δὲ Πρέσβωνος, γεγονέναι δὲ Φρίξῳ τὸν Πρέσβωνα ἐκ τῆς Αἰήτου θυγατρός, οὕτω συγχωροῦσιν οἱ Θερσάνδρου παῖδες οἶκον μὲν τὸν Ἀθάμαντος Ἀθάμαντι καὶ τοῖς ἀπὸ ἐκείνου προσήκειν, αὐτοὶ δέ, μοῖραν γὰρ δίδωσί σφίσιν Ἀθάμας τῆς γῆς, Ἀλιάρτου και Κορωνείας ἐγένοντο οἰκισταί.»
Το απόσπασμα αυτό σε απλή γλώσσα λέει τα εξής: «Για την αρχαία ιστορία της πόλης (Ορχομενός) λένε ότι στο μέρος αυτό πρώτος ήρθε ο Ανδρέας, ο γιος του Πηνειού ποταμού, και από αυτόν η χώρα ονομάστηκε Ανδρηίδα. Όταν δε ήρθε προς αυτόν ο Αθάμαντας, ο Ανδρέας του έδωσε την χώρα γύρω από το Λαφύστιο, και τη σημερινή Κορώνεια και τη χώρα της Αλιάρτου. Ο Αθάμαντας, επειδή νόμιζε ότι δεν του είχε μείνει κανένα από τα αρσενικά παιδιά, διότι τον Λέαρχο μεν και τον Μελικέρτη είχε σκοτώσει ο ίδιος, ο δε Λεύκωνας συνέβη να πεθάνει από αρρώστια, και για το Φρίξο, κατά πως φαίνεται, δεν ήξερε αν αυτός σώθηκε ή αν υπολείπονταν απόγονοί του, για τους λόγους αυτούς υιοθέτησε τον Αλίαρτο και τον Κόρωνο, τα παιδιά του Θέρσανδρου, του γιου του Σίσυφου. Διότι ο Αθάμαντας ήταν αδελφός του Σίσυφου. Ύστερα, όταν γύρισε από την Κολχίδα, άλλοι μεν λένε ο ίδιος ο Φρίξος άλλοι δε ο Πρέσβωνας – γεννήθηκε δε ο Πρέσβωνας στον Φρίξο από την κόρη του Αιήτη – τότε τα παιδιά του Θέρσανδρου παραδέχτηκαν ότι ο οίκος του Αθάμαντα ανήκε στον Αθάμαντα και στους απόγονους του, αυτοί δε, επειδή ο Αθάμαντας τους είχε δώσει μέρος της χώρας, έγιναν οικιστές της Αλιάρτου και της Κορωνείας».
Από το παραπάνω απόσπασμα διαφαίνονται σαφέστατα τα εξής: Όταν έφτασε ο Αθάμαντας στον Ορχομενό και του έδωσε ο Ανδρέας την περιοχή γύρω από το Λαφύστιο, είχε προηγηθεί τόσο η θυσία του Φρίξου και της Έλλης όσο και ο φόνος του Λέαρχου και του Μελικέρτη. Αυτό σημαίνει πως και τα δύο αυτά γεγονότα είχαν συμβεί πριν ακόμα ο Αθάμαντας έρθει στον Ορχομενό. Προηγουμένως πρέπει να βρισκόταν στην Άλο. Γι αυτό λέει ο Παυσανίας ότι όταν βρέθηκε στον Ορχομενό ο Αθάμαντας, νομίζοντας ότι πια δεν είχε διάδοχο, αφού τα παιδιά του τα θεωρούσε χαμένα ή πεθαμένα, έδωσε την Αλίαρτο και την Κορώνεια στα δυο ανήψια του, τον Αλίαρτο και τον Κορωνό, τα παιδιά του αδελφού του Σίσυφου, που τα υιοθέτησε. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο μύθος της θυσίας του Φρίξου και της Έλλης δεν είναι μύθος του Ορχομενού, όπως γενικώς πιστεύεται, αλλά της Άλου. Για άλλη μια φορά ένας μύθος της «ασήμαντης» και ανήμπορης να υπερασπιστεί τον εαυτό της Αχαΐας Φθιώτιδας μεταφέρθηκε και υιοθετήθηκε από άλλους σημαντικούς τόπους που μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.
Ύστερα από χρόνια ο Αθάμαντας, που δεν είχε πάψει ποτέ του να επιθυμεί την επιστροφή του στο παλιό του βασίλειο φεύγει από τον Ορχομενό και επιστρέφει στην Άλο. Εκεί προσπαθεί να μπει και πάλι στο πρυτανείο της παλιάς του πατρίδας, δηλαδή προσπαθεί να ξαναπάρει την εξουσία. Αποτυγχάνει όμως η προσπάθειά του αυτή, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο θάνατος του επιβλήθηκε γιατί ήταν, λέει ο μύθος, μιασμένος από τον φόνο των γιων του. Τον φόνο των παιδιών του τον γνώριζαν οι κάτοικοι της Άλου και γι’ αυτό τον θεωρούσαν μιασμένο. Γνώριζαν τον φόνο γιατί προφανώς είχε πραγματοποιηθεί στον τόπο τους. Αντίθετα στην Βοιωτία, επειδή προφανώς τους ήταν άγνωστος ο φόνος των παιδιών του, όχι μόνο δεν τον διώχνουν αλλά του παραχωρούν και τόπο γύρω από το Λαφύστιο. Αλλά και αν ακόμη γνώριζαν όλη αυτή την ιστορία δεν θα τους ήταν εμπόδιο στο να τον δεχτούν και να τον υποστηρίξουν. Είναι συχνό το φαινόμενο στην ελληνική μυθολογία ένας φονιάς να διώχνεται ως μιασμένος από την πατρίδα του και να πηγαίνει σ’ άλλο μέρος όπου εξαγνίζεται και του παραχωρούν άσυλο και μέρος για να ζήσει. Ίσως στη φιλοξενία αυτού του είδους πρέπει να θεωρούμε ως βέβαιο ότι υποκρύπτονται βασιλικές συμμαχίες και υποστηρικτικές φιλίες για την διεκδίκηση εξουσίας.
Την τελευταία όμως στιγμή και ενώ οι κάτοικοι της Άλου ετοιμάζονταν να θυσιάσουν τον Αθάμαντα στο Λαφύστιο ιερό, έρχεται από την Κολχίδα ο εγγονός του Αθάμαντα, ο Κυτίσσωρος – άλλος ταξιδεμένος σε ξένη χώρα αυτός – και τον σώζει από τον θάνατο. Φαίνεται ότι και ο Κυτίσσωρος βρισκόταν στην Κολχίδα ύστερα από μία δική του αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του θρόνου ή βρισκόταν γεννημένος εκεί από τα χρόνια που ο πατέρας του Φρίξος εξορίστηκε ή κατάφυγε στην Κολχίδα. Ολόκληρη δηλαδή η πρώην βασιλική δυναστεία της Άλου, ο παππούς και πρώτος ιδρυτής της Άλου Αθάμαντας, ο γιος του Αθάμαντα και φυσικός διάδοχός του Φρίξος και ο εγγονός του Αθάμαντα Κυτίσσωρος, (που, σύμφωνα με το παραπάνω απόσπασμα μπορεί να λεγόταν και Πρέσβωνας) αποτυχημένοι όλοι πραξικοπηματίες, εκπρόσωποι του ίδιου, βασιλικού οίκου συνεργάζονται τώρα για την ανακατάληψη της χαμένης εξουσίας της Άλου. Θέλουν με κάθε τρόπο να μπουν στο «Λήιτον», στο πρυτανείο της πόλης, να ανακαταλάβουν δηλαδή την εξουσία, που τους την είχαν πάρει. Οι τωρινοί άρχοντες όμως της Άλου, αυτοί που είχαν διώξει τους Αθαμαντίδες και είχαν τώρα την εξουσία, είχαν φροντίσει ώστε και από τους νόμους της πολιτείας ακόμη, προβλεπόταν θάνατος για όποιον έκανε τέτοια απόπειρα. Και για να έχουν οι νόμοι αυτοί της Άλου και «θεϊκή κάλυψη», για να έχουν αυξημένο και με «άνωθεν δοσμένη εντολή» αναμφισβήτητο κύρος, οι νέοι κάτοχοι της εξουσίας είχαν προνοήσει να συνενώσουν την πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία κάτω από τα ίδια πρόσωπα που στεγάζονταν στον ίδιο χώρο, το «λήιτον», ένα χώρο ιερό και απαραβίαστο, ένα χώρο στον οποίο η είσοδος σε άλλους, εκτός από την υπάρχουσα εξουσία, δηλαδή η κατάληψη της εξουσίας από άλλα πρόσωπα, θεωρούνταν ιεροσυλία και τιμωρούνταν με θάνατο.
Αυτές οι διαρκείς προσπάθειες κάποιων φιλόδοξων να θέλουν να καταλάβουν την εξουσία και οι κοινωνικές αναταραχές που έφερναν αυτές οι προσπάθειες προβλημάτιζαν συνεχώς τους κατοίκους της Άλου. Το τελευταίο γεγονός, λοιπόν, αυτό της συνεργασίας των Αθαμαντιδών και της διαρκούς επιμονής αυτών – αλλά και άλλων πιθανώς προηγούμενων βασιλικών δυναστειών – να πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, εξόργισε τους κατοίκους της Άλου και οδηγήθηκαν έτσι στην απόφαση – για να γλιτώσουν μια για πάντα απ’ όλους τους επίμονους διεκδικητές του θρόνου – να ψηφίσουν σχετικό νόμο που, για να του προσδώσουν περισσότερο κύρος, τον περιβάλλουν και με θεϊκή εντολή. Θεσμοθετούν δηλαδή, κάτω πιθανώς και από την επήρεια και επιβολή του βασιλικού οίκου ο οποίος στο μεταξύ είχε διαδεχτεί τους Αθαμαντίδες, ότι είναι επιβεβλημένη από τους θεούς υποχρέωσή τους να θυσιάζουν – δηλαδή να σκοτώνουν αλλά με τη δικαιολογία του νόμου και την ευλογία ή την εντολή του θεού – κάθε άνθρωπο που βεβήλωνε τον τόπο τους με το να μπαίνει στο ιερό τους. Αποφάσισαν να καταδικάζεται δηλαδή σε θάνατο καθένας που θα προσπαθήσει να καταλύσει την νόμιμη εξουσία. Η εξουσία είχε την έδρα της στο Πρυτανείο, στο «Λήιτον». Με άλλα λόγια θεωρούσαν θέλημα των θεών να καταδικάζουν σε θάνατο καθένα επίδοξο (καινούργιο) «δικτάτορα». Έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να εξιλεωθούν από την οργή των θεών που έπεσε επάνω τους, καταδικάζουν τον Κυτίσσωρο και κάθε πρεσβύτερο από τους απόγονους του, δηλαδή κάθε διάδοχο, να μην έχουν δικαίωμα να μπουν στο πρυτανείο, δηλαδή να μην έχουν δικαίωμα ανόδου στο θρόνο.
Η εξουσία όμως είναι πάντοτε γλυκιά και η απόκτησή της επιτρέπει και δικαιολογεί κάθε ριψοκίνδυνη απόπειρα, κάθε απόπειρα εισόδου στο πρυτανείο της πόλης της Άλου, που ταυτόχρονα είναι και το ιερό του Λαφύστιου Δία, του Δία δηλαδή του αχόρταγου για θυσίες. Έτσι οι ταξιδεμένοι σε άλλους τόπους άρχοντες, δηλαδή οι εξόριστοι αποτυχημένοι πραξικοπηματίες που, μετά την αποτυχία του πραξικοπήματός τους για την κατάληψη της εξουσίας, κατέφευγαν στο εξωτερικό για να γλιτώσουν, αφού ετοίμαζαν εκεί τη νέα απόπειρά τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν το «Λήιτον» της Άλου, έστω κι αν κινδύνευαν με τον τρόπο αυτό να χάσουν τη ζωή τους.
Θα πρέπει ακόμα να παρατηρήσουμε ότι όλα αυτά τα γεγονότα διεκδίκησης εξουσίας μεταξύ κυρίαρχων πατεράδων, επαναστατημένων γιων και εξοργισμένων εγγονών που γυρίζουν αποφασισμένοι να πάρουν την εξουσία την οποία διεκδικούν, είναι συνηθισμένα γεγονότα στην ελληνική αρχαία ιστορία, τουλάχιστον σε τούτη την περιοχή. Το ίδιο ακριβώς, σε γενικές γραμμές, έγινε και με τον Ιάσονα, που γύρισε γεμάτος δόξα από την Κολχίδα, για να διεκδικήσει το θρόνο της Ιωλκού. Το ίδιο περίπου έγινε και με τον Νεοπτόλεμο, το γιο του Αχιλλέα που γύρισε από την Τροία – ουσιαστικά από τα ίδια μέρη δηλαδή – και προσπάθησε ν’ αποκαταστήσει στο θρόνο τον δικό του παππού, τον γέροντα Πηλέα.
Πρέπει για άλλη μια φορά να επισημανθεί το γεγονός ότι το Λαφύστιο ιερό της Άλου και το Πρυτανείο (Λήιτον) της πόλης, δηλαδή το «Ιερόν» και το «Διοικητήριο» της πόλης ταυτίζονται. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή ιερείς και κυβερνήτες είναι τα ίδια πρόσωπα. Και το είδος αυτό της διακυβέρνησης ενός τόπου, κατά την οποία την εξουσία την ασκούν οι εκπρόσωποι της θρησκείας, ασφαλώς είναι μία από τις πολύ παλιότερες μορφές εξουσίας. Ο ίδιος συνδυασμός εξουσιών παρατηρείται και στον γειτονικό βασιλικό οίκο των Φερών.
Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι τόσο στην εκστρατεία του Φρίξου όσο και στην εκστρατεία του Ιάσονα, που ονομάστηκε Αργοναυτική και που και οι δυο τους ξεκίνησαν από τούτα τα μέρη προς τις ακτές της Μικράς Ασίας αλλά και στην τρίτη ναυτική – πολεμική εκστρατεία των Ελλήνων προς τα ίδια μέρη, που είναι γνωστή ως Τρωικός Πόλεμος, παρουσιάζονται πολύ ενδιαφέροντα κοινά σημεία.
Και στις τρεις εκστρατείες (Φρίξου, Αργοναυτική, Τρωικός Πόλεμος) παρουσιάζεται πάντοτε ένα παλικάρι (Κυτίσσωρος, Ιάσονας, Νεοπτόλεμος) που ξεκινάει πάντοτε από τούτα τα μέρη, τα παράλια Παγασητικού κόλπου της Αχαΐας Φθιώτιδας, προς την ίδια πάντοτε ξενιτιά, προς την ίδια πηγή πλούτου και μεγάλου εμπορικού ενδιαφέροντος, άρα μεγάλων συμφερόντων, τις βορειοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας και τα παράλια του Εύξεινου πόντου. Από εκεί, αφού το παλικάρι αυτό, επίδοξος διάδοχος πάντοτε του βασιλικού θρόνου, πραγματοποιήσει διάφορα ένδοξα κατορθώματα τα οποία τον γεμίζουν από δόξα αλλά ταυτόχρονα αποκτά και πολλά πλούτη, που σημαίνουν και πολλή δύναμη και επομένως τον κάνουν άξιο να διεκδικήσει αξιώματα και αποκατάσταση, γυρίζει και πάλι πίσω στην πατρίδα του στην οποία βρίσκει ένα δικό του άνθρωπο (Αθάμαντας, Αίσονας, Πηλέας ), πάντοτε συγγενή του (παππούς, πατέρας, παππούς) ο οποίος κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του ή να του έχουν πάρει το βασίλειό του ή να κινδυνεύει να του το πάρουν ή και να περιφρονείται και να απειλείται, τον οποίο δικό του άνθρωπο, τον σώζει και τον αποκαθιστά στα κυριαρχικά του δικαιώματα και στην παλιά του δόξα τιμωρώντας εκείνους που στη διάρκεια της απουσίας του εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και αδίκησαν.

2. Ο Λαφύστιος Δίας ως θεός της βροχής
Ο Λαφύστιος της Άλου της Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν ο πιο αυστηρός και ο πιο δυσεξιλέωτος θεός του Κάτω Κόσμου. Ήταν ο θεός που κατάπινε λαίμαργα, χωρίς ποτέ του να χορταίνει, τους ανθρώπους. Το ιερό του εξακολουθούσε να υπάρχει στην Άλο μέχρι και στον 5ο π. Χ. αιώνα ακόμη, ενέπνεε τον φόβο σ’ όσους πλησίαζαν εκεί και ήταν άβατο στους κοινούς ανθρώπους
Στο Λαφύστιο ιερό γίνονταν ανθρωποθυσίες, όπως διαφαίνεται από τον σχετικό μύθο της θυσίας του Φρίξου για την αποφυγή των συνεπειών της ξηρασίας και της συνακόλουθης ακαρπίας της γης. Και ο Πλάτωνας αναφέρει ότι και κατά την εποχή του γίνονταν ανθρωποθυσίες στην Άλο.
Ατμοσφαιρικά φαινόμενα που προμηνούσαν μελλοντική βροχή, παρατηρούνταν και ερμηνεύονταν από τους αρχαίους, ιδίως σε τόπους όπου υπήρχαν ιερά μέσα στα οποία επικαλούνταν την βοήθεια για τον ερχομό της πολυπόθητης βροχής από τους εκεί θεούς. Ο Θεόφραστος λέει: «Ἐὰν ἐν Αἰγίνῃ ἐπὶ τοῦ Διὸς τοῦ Ἑλλανίου νεφέλη καθίζηται, ὡς τὰ πολλὰ ὕδωρ γίνεται.»
Ωστόσο στο σημείο αυτό θα πρέπει να δούμε κάποια στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι μαγικές τελετουργίες για την πρόκληση της βροχής που εντοπίζονται στην Αίγινα παρατηρούνται και στο χώρο της Αχαΐας Φθιώτιδας, από όπου μεταφέρθηκαν εκεί.
Ο Αιακός, που φέρεται να βασιλεύει στην Αίγινα, μεταφέρθηκε εκεί από την Αχαΐα Φθιώτιδα. Ενδείξεις μπορούν να θεωρηθούν το ότι ο γιος του Πηλέας ζει στην Αχαΐα Φθιώτιδα και το ότι οι Μυρμιδόνες, τους οποίους οι υπάρχουσες και γνωστές μυθολογικές εκδοχές τους θέλουν κατοίκους της Αίγινας, είναι ντόπιοι κάτοικοι της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Ο Νικόλαος Παπαχατζής λέει για το θέμα αυτό:
«Πατέρας του Πηλέα ήταν ένας επίσης τοπικός θεός του Κάτω Κόσμου, ο Αιακός. Το όνομά του σημαίνει ύπαρξη μελαγχολική που στέλνει στους ανθρώπους τα «αἰακτὰ πήματα» (κατά την έκφραση του Αισχύλου), δηλαδή το θάνατο και παρόμοιες μεγάλες συμφορές που προκαλούν οιμωγές ή οδυρμούς (από το ρήμα αἰάζειν που σημαίνει θρηνεῖν). Ο Αιακός αυτός δεν είχε μεγάλη φήμη έξω από τη Μαγνησία και τη Φθιώτιδα Αχαΐα. Οι ποιητές και οι μυθογράφοι έκαναν πανελλήνια γνωστόν τον Αιακό της Αίγινας που ήταν η ίδια μυθική μορφή, μεταφερμένη στην Αίγινα από μετανάστες Αχαιούς από τη Θεσσαλία, μαζί με τον «πατέρα Δία ἑλλάνιον» δηλ. τον καταγόμενο από την Ελλάδα του Αχιλλέα. Η μεταφορά έγινε σε μια εποχή, οπότε είχε ήδη εγκατασταθεί ο Ζευς ακραίος στην κορυφή του Πηλίου. Στην κορυφή του ψηλότερου βουνού της Αίγινας ίδρυσαν πρώτοι «βωμόν Ζηνός ἑλλανίου» (του γνωστού στα ιστορικά χρόνια «πανελληνίου Διός») οι μετανάστες από την Φθιώτιδα Αχαΐα. Στο μεταξύ ο Αιακός της Μαγνησίας, ο πατέρας του Πηλέα, επισκιάστηκε, και ο Πηλέας έγινε γιος του Αιακού της Αίγινας.»
Παραδόσεις για μαγικές ιερουργίες στις οποίες χρησιμοποιούσαν τομάρια κριαριών με σκοπό να προκαλέσουν βροχή αναφέρεται ότι γίνονταν και στο Πήλιο, στην κορυφή του οποίου υπήρχε ιερό του Ακραίου Δία.
«Η Paula Philippson σχετίζει με τις παραδιδόμενες ανθρωποθυσίες για τον Πηλέα και μια πληροφορία του Ηρακλείδη, αποδιδόμενη στο γεωγράφο Δικαίαρχο του 4ου π. Χ. αι. Η πληροφορία αναφέρει στην κορυφή του Πηλίου «σπήλαιον Χαιρώνειον καὶ ἱερὸν Διὸς ἀκραίου». Ο ιερέας του ακραίου Δία, που είχε την έδρα του στη Δημητριάδα, οργάνωνε μια πομπή από τη Δημητριάδα προς την κορυφή του βουνού (ίσως κάθε καλοκαίρι), την εποχή του μεγάλου καύσωνα («κατὰ τὸ ἀκμαιότατον καῦμα»). Στην πομπή μετείχαν «οἱ ἐπιφανέστατοι τῶν πολιτῶν καὶ ταῖς ἡλικίαις ἀκμάζοντες, ἐπιλεχθέντες ὑπὸ τοῦ ἱερέως, ἐνεζωσμένοι κῴδια τρίποκα καινά». Επειδή δηλ. η ανάβαση στην κορυφή του βουνού ήταν κοπιαστική (απαιτούνταν μισής μέρας συνεχής ανηφορική πορεία), ο ιερέας διάλεγε νέους στην ακμή της ηλικίας τους, οι οποίοι ανέβαιναν προς το ιερό ζωσμένοι με δορές κριών πρόσφατα θυσιασμένων. Η Philippson πιστεύει πως ο ιερέας διάλεγε νέους επιφανών οικογενειών για να θυσιαστούν στο Δία ακραίο, και επομένως παλαιότερα στον Πηλέα, τον αρχικό κύριο του ιερού».
Κοντά στη θέση όπου πρέπει να βρισκόταν το Λαφύστιο ιερό της Άλου, στο οποίο έγινε η θυσία ή η απόπειρα θυσίας του Φρίξου για την πρόκληση της βροχής, βρίσκεται σήμερα το βουνό Χλωμός ή Χλιμός, παρακλάδι των ανατολικών εσχατιών της Όθρης. Για τα βουνό αυτό ακούγεται μέχρι και σήμερα η προμηνυτήρια φράση για την πρόβλεψη του τοπικού καιρού: «Αντάρα στο Χλιμό, βροχή στον Αλμυρό». Κατά τη γνώμη μας δεν είναι πολύ ριψοκινδυνευμένο εάν υποθέσουμε ότι η φράση αυτή δεν είναι πολύ άσχετη με την παραπάνω φράση «Ἐὰν ἐν Αἰγίνῃ ἐπὶ τοῦ Διὸς τοῦ Ἑλλανίου νεφέλη καθίζηται, ὡς τὰ πολλὰ ὕδωρ γίνεται» και με το θέμα που εξετάζουμε και την αναζήτηση εκεί κοντά του Λαφύστιου ιερού.

3. Το πέρασμα του Ξέρξη από το Λαφύστιο ιερό
Η φήμη του Λαφύστιου ιερού και ο μεγάλος σεβασμός και φόβος που ενέπνεε στους ανθρώπους κατά τους αρχαίους χρόνους, όπως και το αυστηρά απαραβίαστο του ιερού του, το άβατό του, εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να είναι σεβαστά και κατά την εποχή των περσικών πολέμων.
Ο Ξέρξης, περνώντας από την Θεσσαλία προς τις Θερμοπύλες, έφθασε στην Άλο, έμαθε για το Λαφύστιο ιερό και τα όσα πίστευαν γι’ αυτό οι περίοικοι και έδωσε διαταγή σ’ όλους να σεβαστούν πιστά τα όσα ίσχυαν και να μην παραβιάσει κανένας το ιερό. Ο Ηρόδοτος, περιγράφοντας την εκστρατεία του Ξέρξη και τη διέλευση του στρατού του και του στόλου του από τη Θεσσαλία στο σχετικό απόσπασμα, λέει τα παρακάτω χαρακτηριστικά, αλλά και εντυπωσιακά, που δημιουργούν ερμηνευτικά προβλήματα:
«Ἐς Ἄλον δὲ τῆς Ἀχαιΐης ἀπικομένῳ Ξέρξῃ οἱ κατηγεμόνες τῆς ὁδοῦ βουλόμενοι τὸ πᾶν ἐξηγέεσθαι ἔλεγόν οἱ ἐπιχώριον λόγον, τὰ περὶ ἱρὸν τοῦ Λαφυστίου Διός, ὡς Ἀθάμας ὁ Αἰόλου ἐμηχανήσατο Φρίξῳ μόρον σὺν Ἰνοῖ βουλεύσας, μετέπειτα δὲ ὡς ἐκ θεοπροπίου Ἀχαιοὶ προτιθεῖσι τοῖσι ἐκείνου ἀπογόνοισι ἀέθλους τοιούσδε, ὅς ἄν ᾖ τοῦ γένεος τούτου πρεσβύτατος, τούτῳ ἐπιτάξαντες ἔργεσθαι τοῦ ληίτου αὐτοὶ φυλακὰς ἔχουσι (λήιτον δὲ καλέουσι τὸ πρυτανήιον οἱ Ἀχαιοὶ), ἤν δὲ ἐσέλθῃ, οὐκ ἔστι ὂκως ἔξεισι πρὶν ἤ θύσεσθαι μέλλῃ. ὥς τ᾿ ἔτι πρὸς τούτοισι πολλοὶ ἤδη τῶν μελλόντων τούτων θύσεσθαι δείσαντες οἴχοντο ἀποδράντες ἐς ἄλλην χώρην, χρόνου δὲ προϊόντος ὀπίσω κατελθόντες ἤν ἁλίσκωνται ἐσελθόντες ἐς τὸ πρυτανήιον, ὡς θύεταί τε εξήγοντο στέμμασι πᾶς πυκασθεὶς καὶ ὡς σὺν πομπῇ ἐξαχθείς. ταῦτα δὲ πάσχουσι οἱ Κυτισσώρου τοῦ Φρίξου παιδὸς ἀπόγονοι, διότι καθαρμὸν τῆς χώρης ποιευμένων Ἀχαιῶν ἐκ θεοπροπίου Ἀθάμαντα τὸν Αἰόλου καὶ μελλόντων μιν θύειν ἀπικόμενος οὗτος ὁ Κυτίσσωρος ἐξ Αἴης τῆς Κολχίδος ἐρρύσατο, ποιήσας δὲ τοῦτο τοῖσι ἐπιγενομένοισι ἐξ ἑωυτοῦ μῆνιν τοῦ θεοῦ ἐνέβαλε. Ξέρξης δὲ ταῦτα ἀκούσας ὡς κατὰ τὸ ἄλσος ἐγένετο, αὐτὸς τε ἔργετο αὐτοῦ καὶ τῇ στρατιᾷ πάσῃ παρήγγειλε, τῶν τε Ἀθάμαντος ἀπογόνων τὴν οἰκίην ὁμοίως καὶ τὸ τέμενος ἐσέβετο.»
Δηλαδή: «Όταν ο Ξέρξης έφθασε στην Άλο της Αχαΐας, οι οδηγοί, οι οποίοι του έδειχναν το δρόμο, θέλοντας να εξηγήσουν σ’ αυτόν τα πάντα, του διηγήθηκαν μία ιστορία του τόπου σχετική με το ιερό του Λαφύστιου Δία. Ότι δηλαδή ο Αθάμαντας, ο γιος του Αίολου, αφού συμφώνησε με την Ινώ, μηχανεύτηκε να θανατώσει τον Φρίξο και ότι ύστερα κατά θεία προσταγή οι Αχαιοί (κάτοικοι της Άλου) έβαλαν στους απόγονους εκείνου (Αθάμαντα) τους εξής άθλους (δοκιμασίες) : Στον πιο ηλικιωμένο της οικογένειας απαγορεύουν να μπει στο πρυτανείο, του οποίου την είσοδο φύλαγαν προσεκτικά (ονομάζουν δε οι Αχαιοί το πρυτανείο λήιτον) και εάν μπει δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα να βγει πριν θανατωθεί. Πρόσθεταν ακόμη ότι πολλοί κινδυνεύοντας ήδη να θυσιαστούν, είχαν καταληφθεί από φόβο και είχαν καταφύγει σ’ άλλη χώρα, με τον καιρό όμως όταν επιστρέψουν πίσω, αν συλληφθούν ότι μπήκαν στο πρυτανείο (πάλι ο νόμος τηρείται). Επιπλέον περιέγραψαν πώς εκείνος, τον οποίον θυσίαζαν, οδηγούνταν στο βωμό, σκεπασμένος ολόκληρος με ταινίες και με μεγάλη πομπή. Σ’ αυτή την ποινή καταδικάστηκαν οι απόγονοι του Κυτίσσωρου, του γιου του Φρίξου, διότι όταν οι Αχαιοί, σύμφωνα με ένα χρησμό, έκαναν καθαρμό της πόλης και έμελλαν να θυσιάσουν τον Αθάμαντα, έφθασε ο Κυτίσσωρος από την Αία της Κολχίδας και τον έσωσε. Κάνοντας όμως τούτο έκανε να πέσει η οργή των θεών σ’ αυτόν και τους απόγονους του. Ο Ξέρξης που άκουσε αυτά, όταν πλησίασε στο άλσος και ο ίδιος απόφυγε να μπει σ’ αυτό και σ’ όλο το στρατό παράγγειλε τα ίδια και σεβάστηκε επίσης το ιερό και την οικία των απογόνων του Αθάμαντα».
Το παραπάνω σχετικό με το Λαφύστιο ιερό και το πρυτανείο (Λήιτον) της Άλου απόσπασμα του Ηρόδοτου δημιουργεί, σε όσους ασχολούνται με τη μελέτη των αρχαίων κειμένων και την ερμηνεία τους, πολλά ερωτηματικά για την πλήρη κατανόησή του.
Γιατί οι απόγονοι του Αθάμαντα επίμεναν να μπουν στο πρυτανείο, αφού γνώριζαν ότι οπωσδήποτε θα θανατωθούν; Τι ήταν εκείνο που τους ωθούσε σε κάτι που είχε ως συνέπεια το θάνατό τους; Και, αφού μπορούσαν να είναι ασφαλείς αποφεύγοντας απλά και μόνο να μπαίνουν στο απαγορευμένο γι’ αυτούς ιερό, γιατί κάποιοι επίμεναν σ’ αυτή την προσπάθεια να μπουν με κάθε τρόπο στο ιερό; Και πάλι οι άλλοι αφού, όταν αποφάσιζαν να ξενιτευτούν, ακριβώς για να αποφύγουν αυτό τον κίνδυνο, και είχαν εξασφαλίσει στην ξενιτιά την ησυχία τους και την ασφάλειά τους, τι ήταν εκείνο που τους έσπρωχνε, να θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, και να θέλουν σώνει και καλά ν’ αποπειραθούν να μπουν στο πρυτανείο διακινδυνεύοντας να συλληφθούν και να θανατωθούν;
Μήπως κάτω από την επιμονή τους αυτή να μπουν οπωσδήποτε στο πρυτανείο κρύβεται απλά κάποια προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας της πόλης; Εάν υποθέσουμε ότι μετά το φόνο ή την απόπειρα φόνου του Φρίξου από τον Αθάμαντα, ο Αθάμαντας θεωρήθηκε μιασμένος και γι’ αυτό του απαγορεύτηκε στο εξής η ανάληψη εκ μέρους του της εξουσίας, μήπως, με το παραπάνω σκεπτικό, μπορεί να δικαιολογηθεί τόσο η επιμονή των Αθαμαντιδών να μπουν με κάθε τρόπο στο πρυτανείο, δηλαδή να καταλάβουν την εξουσία, όσο και η αντίσταση σ’ αυτήν την προσπάθεια, αντίσταση που την πρόβαλλε κάποια άλλη αρχοντική δυναστεία που τους πήρε την εξουσία; Μήπως λοιπόν υποκρύπτεται στην όλη υπόθεση, απλά και μόνο, μια διαμάχη για την εξουσία της πόλης μεταξύ δυο αντίπαλων οικογενειακών δυναστειών; Η θετική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα νομίζουμε ότι έχει δοθεί πιο πάνω.
Αν δεχτούμε, λοιπόν, ως ορθές τις καταφατικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα – που κατά την εκτίμησή μας, πρέπει να τις δεχτούμε – εξηγούνται και άλλα ερωτηματικά που υπάρχουν στην όλη υπόθεση για τον Αθάμαντα, τον Ορχομενό, την Άλο και για το ακριβές μέρος όπου έγινε η θυσία του Φρίξου και της Έλλης.
Έτσι τα γεγονότα, αν προσπαθήσουμε, μέσα από τον ασαφή και προβληματικό αυτόν μύθο, να δώσουμε κάποια εξήγηση και να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, είναι δυνατό να εξελίχθηκαν ως εξής:
Ο Αθάμαντας ήταν ο άρχοντας που ίδρυσε την Άλο και στην οποία βασίλευε ο ίδιος μέχρι την ώρα που αποπειράθηκε να εξοντώσει το Φρίξο. Βεβαίως η απόπειρα εξόντωσης του γιου του Φρίξου μπορεί να εξηγηθεί άνετα εάν υποθέσουμε ότι ο Φρίξος, με συνεργάτη την μητριά του Ινώ, αποπειράθηκε να πάρει το θρόνο από τον πατέρα του Αθάμαντα. Αποτυγχάνει λοιπόν ο Φρίξος στην απόπειρά του να πάρει τον θρόνο της Άλου και καταφεύγει στην Κολχίδα. Ωστόσο ο Αθάμαντας έφυγε κι αυτός από την Άλο – ή μάλλον διώχτηκε – γιατί σκότωσε τ’ άλλα παιδιά του, τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη, και θεωρήθηκε μιασμένος. Έτσι ολόκληρη η οικογενειακή δυναστεία του Αθάμαντα βρέθηκε εκτός εξουσίας. Ο Φρίξος έφυγε στην Κολχίδα, ο Λέαρχος και ο Μελικέρτης σκοτώθηκαν, ο ίδιος ο Αθάμαντας ζήτησε καταφύγιο στην Βοιωτία όπου του έδωσαν ένα μέρος να μείνει και εκεί αυτός ίδρυσε άλλο ιερό στο Λαφύστιο Δία, ομώνυμο με το αχαϊκό, το βοιωτικό Λαφύστιο ιερό από το οποίο δεύτερο αυτό ιερό ονομάστηκε και το βουνό της Βοιωτίας, Λαφύστιο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.
Τι πιο φυσικό λοιπόν για μια βασιλική δυναστεία ξεριζωμένη ολοκληρωτικά από την εξουσία να προσπαθεί να επανέλθει με κάθε τρόπο σ’ αυτήν διακινδυνεύοντας φυσικά και την ζωή τους, να προσπαθεί δηλαδή να ξαναμπεί στο πρυτανείο της Άλου, το «Λήιτον» και τι πιο φυσικό από τους άρχοντες που τους είχαν αντικαταστήσει να τους εμποδίζουν και να αντιστέκονται σε κάτι τέτοιο, ψηφίζοντας νόμο που προέβλεπε τον θάνατο για όποιον προσπαθούσε να μπει στο «Λήιτον», δηλαδή για όποιον προσπαθεί να καταλάβει την εξουσία;
Οι σκέψεις αυτές, αν δεν λύνουν ίσως ικανοποιητικά όλα τα ερμηνευτικά προβλήματα που παρουσιάζει το απόσπασμα του Ηρόδοτου, παρέχουν μια διαφορετική άποψη, αρκετά ικανοποιητική, χωρίς να αφήνουν, πολύ σοβαρά τουλάχιστον, ερμηνευτικά κενά.

4. Ο χρυσόμαλλος . . . .θησαυρός του Αθάμαντα
Σύμφωνα με μία άλλη μυθολογική εκδοχή ο Φρίξος ταξίδεψε στην Κολχίδα όχι καβάλα στο φτερωτό κριάρι (κριός) αλλά συνοδευόμενος από τον παιδαγωγό του και συμβουλάτορά του στην εναντίον του πατέρα του συνωμοσία, που τον έλεγαν Κριό. Στην Κολχίδα ο βασιλιάς της Αιήτης σκότωσε τον συνοδό παιδαγωγό του Φρίξου Κριό, γιατί προσπαθούσε να διαφυλάξει τον μαθητή και προστατευόμενό του Φρίξο του από τις ερωτικές διαθέσεις του Αιήτη.
Υπάρχουν όμως και άλλες πιο ενδιαφέρουσες και πιο σοβαρές και αληθοφανείς εκδοχές για τον μύθο αυτό.
Ο Κριός ήταν ο θησαυροφύλακας και ο ταμίας του Αθάμαντα, λέει μία άλλη εκδοχή. Ο θησαυροφύλακας Κριός, λοιπόν, δηλαδή ο «υπουργός των Οικονομικών» μαζί με τον Φρίξο πήραν τον θησαυρό του Αθάμαντα και έφυγαν μακριά. Το «χρυσόμαλλο κριάρι» που μετέφερε τον Φρίξο στην Κολχίδα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο βασιλικός θησαυρός που έκανε «χρυσό-μαλλο» τον βοηθό και συνεργάτη του Φρίξου, τον Κριό. Τον φυγαδευμένο αυτόν θησαυρό του Αθάμαντα θα μπορούσε να είχε στόχο, σε κάποια μυθολογική κάλυψη ιστορικών γεγονότων, η κατοπινή Αργοναυτική Εκστρατεία του Ιάσονα.
Ο θησαυροφύλακας (ας πούμε υπουργός οικονομικών, ας πούμε ταμίας) και ταυτόχρονα συμβουλάτορας (ας πούμε παιδαγωγός) του Φρίξου Κριός δεν πήγε μόνος αυτός μαζί με τον Φρίξο και τον βασιλικό θησαυρό του Αθάμαντα στην Κολχίδα, λέει μία άλλη παράδοση. Μαζί τους είχαν ταξιδέψει και αρκετοί Αχαιοί Φθιώτες που συνόδευαν τους «φυγάδες» ή τους επαναστάτες ή πραξικοπηματίες, με άλλα πλοία. «Ἀργώ» ονομαζόταν η ναυαρχίδα του Φρίξου και με τη λέξη «Ἀργώ» υπονοείται όλος ο στόλος των Αχαιών Φθιωτών στην πρώτη αυτή μεγάλη ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων προς τα μικρασιατικά παράλια.
Φαίνεται δε ότι στην πρώτη αυτή ναυτική εκστρατεία με αρχηγό τον Φρίξο, εκτός από τους Φθιώτες, έλαβαν μέρος και άνθρωποι από την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, στην «Ωγυγία» του ισχυρίζεται ότι έλαβαν μέρος και πλοία Λακώνων και ότι κατά την εκστρατεία αυτή οι Αχαιοί Φθιώτες έμειναν εκεί και έχτισαν πόλη που την ονόμασαν Φθία.
Η ναυτική εκστρατεία με αρχηγό τον Φρίξο είναι η πρώτη μεγάλη ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων προς τις ακτές του Εύξεινου Πόντου. Ήταν η πρώτη, θα λέγαμε, – αν δεν ήταν πολύ ενοχλητική μία τέτοια αναταραχή στάσιμων νερών – «αργοναυτική εκστρατεία», αφού η ναυαρχίδα του Φρίξου λεγόταν Αργώ. Στα αποσπάσματα, εξάλλου, των Ηοιών του Ησιόδου διαβάζουμε ότι οι Μυρμιδόνες ήταν εκείνοι που πρώτοι συναρμολόγησαν καράβια και χρησιμοποίησαν για τα ναυτικά τους ταξίδια πανιά.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο σημείο αυτό μας λέει και άλλα ενδιαφέροντα. Γαμπρός του Αιήτη, του βασιλιά της Κολχίδας, ήταν ο γειτονικός βασιλιάς των Σκυθών. Τον καιρό που ο Φρίξος με τον παιδαγωγό του Κριό έφτασε στην αυλή του Αιήτη, του βασιλιά των Κόλχων, βρισκόταν εκεί και ο γαμπρός του. Ο βασιλιάς των Σκυθών ερωτεύθηκε τον Φρίξο και ο Αιήτης τού τον παρέδωσε. Ο γαμπρός του Αιήτη αγάπησε σαν πραγματικό του παιδί τον Φρίξο και για το λόγο αυτό του παρέδωσε την βασιλεία. Τον παιδαγωγό όμως του Φρίξου, τον Κριό, ο βασιλιάς των Σκυθών, τον θυσίασε στους θεούς και, αφού τον έγδαρε, έβαλε αρχικά το δέρμα του στο καράβι, όπως συνηθιζόταν στη χώρα εκείνη, κατά το έθιμο της «ξενοφονίας» που επικρατούσε. Μετά από αυτά δόθηκε χρησμός στον Αιήτη που του έλεγε ότι θα πεθάνει όταν ξένοι που θα καταπλεύσουν στη χώρα του πάρουν το δέρμα του Κριού. Ο Αιήτης, για ν’ αποφύγει την εκπλήρωση του χρησμού έβαλε το δέρμα του Κριού σ’ ένα τέμενος, περιτοίχισε το τέμενος μέσα στο οποίο είχε τοποθετήσει τον δέρμα του Κριού και εγκατέστησε φρουρά. Για ν’ αναγκάσει δε τους φρουρούς να φροντίζουν με μεγάλη επιμέλεια τη φύλαξη, επιχρύσωσε το δέρμα ώστε να φαίνεται πολύτιμο:
«Ἔνιοι δέ φασι τὸν βασιλέα τῶν Σκυθῶν, ὄντα γαμβρόν Αἰήτου, παρὰ τοῖς Κόλχοις ἐπιδημῆσαι καθ’ ὃν καιρὸν ἁλῶναι συνέβη τὸν Φρῖξον μετὰ τοῦ παιδαγωγοῦ, ἐρωτικῶς δὲ σχόντα τοῦ παιδὸς λαβεῖν αὐτὸν ἐν δωρεᾷ παρ’ Αἰήτου, καὶ καθάπερ υἱὸν γνήσιον ἀγαπήσαντα καταλιπεῖν αὐτῷ τὴν βασιλείαν. Τον δὲ παιδαγωγὸν ὀνομαζόμενον Κριὸν τυθῆναι τοῖς θεοῖς, καὶ τοῦ σώματος ἐκδαρέντος προσηλωθῆναι τῷ νεῷ τὸ δέρμα κατὰ τι νόμιμον, μετὰ δὲ ταῦτα Αἰήτῃ γενομένου χρησμοῦ, καθ᾿ ὃν ἐσημαίνετο τελευτήσειν ὅταν ξένοι καταπλεύσαντες τὸ τοῦ κριοῦ δέρας ἀπενέγκωσι, τὸν βασιλέα φασὶ τειχίσαι τὸ τέμενος καὶ φρουρὰν ἐγκαταστῆσαι, πρὸς τούτοις δὲ χρυσῶσαι τὸ δέρας, ἵνα διὰ τὴν ἐπιφάνειαν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ἐπιμελεστάτης ἀξιωθῇ φυλακῆς.»
Ο Αθάμαντας αντιδρώντας στις προσπάθειες του Φρίξου να πάρει το θρόνο προσπάθησε να τον σκοτώσει, αλλά απότυχε. Μετά την αποτυχημένη αυτή απόπειρά του, ο Αθάμαντας φεύγει σε ξένη χώρα – τη Βοιωτία – για να γλιτώσει. Εκεί, θέλοντας ν’ ανασυστήσει κάποιο όμοιο με το πρώτο του βασίλειο, ιδρύει νέο Λαφύστιο ιερό, ομώνυμο με αυτό της Άλου. Με τον τρόπο αυτό με την ταυτόχρονη εγκατάσταση του Αθάμαντα στη Βοιωτία μεταφέρεται εκεί και η σχετική παράδοση της θυσίας του Φρίξου και της Έλλης. Έγινε δηλαδή μετατόπιση του μύθου και έτσι επικράτησε η άποψη ότι η θυσία του Φρίξου και της Έλλης έγινε στον Ορχομενό. Έχουμε και στην περίπτωση αυτή πάλι μεταφορά μύθου.
Μεταξύ της Αργοναυτικής Εκστρατείας του Ιάσονα και του ταξιδιού – στην πραγματικότητα μεγάλης επίσης ναυτικής εκστρατείας – του Φρίξου υπάρχει, εκτός από το κοινό σημείο του περίφημου χρυσόμαλλου δέρατος, και ένα άλλο συνδετικό σημείο: κατασκευαστής της «Αργώς» (του Ιάσονα) ήταν ο γιος του Φρίξου Άργος.
Είναι γνωστό ότι ο μάντης Φινέας ήταν εκείνος που έδειξε τον δρόμο στους Αργοναύτες και ότι αυτός ήταν τυφλός. Ποια ήταν η αιτία όμως της τύφλωσής του; Τυφλώθηκε, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, γιατί είχε δείξει τον δρόμο προς την Κολχίδα, τον ίδιο πάντοτε δρόμο που έδειξε και στους Αργοναύτες αργότερα, και στον Φρίξο όταν και αυτός ταξίδευε προς εκείνα τα μέρη: «πεπηρῶσθαι δὲ Φινέα φησὶν Ἡσίοδος ἐν μεγάλαις Ἠοίαις, ὅτι Φρίξῳ τὴν ὁδὸν ἐμήνυσεν.»
Άλλοι πάλι έλεγαν ότι ο Φινέας τυφλώθηκε όχι επειδή με τις οδηγίες ή τις προφητείες του βοήθησε τον ίδιο τον Φρίξο να φτάσει στην Κολχίδα αλλά επειδή έδειξε το δρόμο στους γιους του Φρίξου για να διαφύγουν από εκεί και να σωθούν επιστρέφοντας στην πατρίδα τους.

5. Κι άλλα παραμύθια για τον Αθάμαντα
Τον Αθάμαντα και όλη του την οικογένεια, όπως έλεγαν άλλοι μύθοι, τους μισούσε πολύ η θεά Ήρα και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους κάνει κακό. Το μίσος αυτό της Ήρας οφειλόταν στο ότι ο Αθάμαντας και η γυναίκα του είχαν δεχτεί ν’ αναθρέψουν αυτοί τον θεό Διόνυσο, τον οποίο αυτή μισούσε πολύ, γιατί ήταν νόθος γιος του άντρα της, του Δία. Για να μη γίνεται μάλιστα αντιληπτός ο Διόνυσος στο παλάτι του Αθάμαντα, τον ανάτρεφαν ντυμένο, λέει η σχετική μυθολογική εκδοχή, σαν να ήταν κορίτσι.
Η Ήρα, ως θεά που προστάτευε το γάμο, μισούσε τον Αθάμαντα, έλεγαν άλλοι μύθοι, γιατί αυτός είχε παρατήσει την κανονική γυναίκα του, τη Νεφέλη, και παντρεύτηκε την Ινώ. Έβαλε λοιπόν «μανία» στο μυαλό του Αθάμαντα και της Ινώς και αυτοί, «ένθεοι» πλέον, κάτω από την επιρροή της «θεϊκής μανίας», του «θεϊκού οίστρου», μην έχοντας επίγνωση των πράξεών τους, σκότωσαν τα παιδιά τους Λέαρχο και Μελικέρτη.
Στον Απολλόδωρο διαβάζουμε σχετικά: «ὃ δὲ κομίζει πρὸς Ἰνὼ καὶ Ἀθάμαντα, καὶ πείθει τρέφειν ὡς κόρην, ἀγανακτήσασα δὲ Ἡρα μανίαν αὐτοῖς ἐνέβαλε, καὶ Ἀθάμας μὲν τὸν πρεσβύτερον παῖδα Λέαρχον ὡς ἔλαφον θηρεύσας ἀπέκτεινεν, Ἰνὼ δὲ τὸν Μελικέρτην εἰς πεπυρωμένον λέβητα ῥίψασα, εἶτα βαστάσασα μετὰ νεκροῦ τοῦ παιδὸς ἥλατο κατὰ βυθῶν.»
Ακούγονταν ακόμη και άλλες εκδοχές στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας για τον Αθάμαντα.
Σύμφωνα με τον περίφημο γραμματικό Αρίσταρχο, ο Σοφοκλής, στο δεύτερο έργο του με τίτλο «Αθάμας», το οποίο δε διασώθηκε ως τις μέρες μας, έλεγε ότι αιτία της ακαρπίας της γης δεν ήταν το καβούρδισμα του σπόρου από τις γυναίκες της Άλου. Η Νεφέλη, η οποία ήταν θεά των βροχών (νέφος – Νεφέλη) έπιασε τον άντρα της Αθάμαντα ν’ απιστεί και γι’ αυτό θύμωσε και για τιμωρία του κράτησε τα σύννεφα και δεν επέτρεπε να πέσει βροχή. Έτσι πλέον η γη δεν κάρπιζε και η πείνα άρχισε να βασανίζει τους κατοίκους της περιοχής. Οι άνθρωποι και τα παιδιά τους πεινούσαν και πέθαιναν. Για να εκδικηθούν την Νεφέλη οι κάτοικοι της Άλου για το κακό που τους έκανε, έπιασαν να θυσιάσουν τα παιδιά της. Έτσι μόνο θα καταλάβαινε η Νεφέλη τι σημαίνει να βλέπεις τα παιδιά σου να πεθαίνουν. Θα έπρεπε να δει και τα δικά της παιδιά να πεθαίνουν.
Άλλοι τα έλεγαν διαφορετικά. Όταν ο Αθάμαντας έμαθε από την πιστή του υπηρέτρια, την Άλο, τη συνομωσία της Ινώς, την έπιασε και την παρέδωσε στον Φρίξο να την τιμωρήσει αυτός όπως έπρεπε. Ο Φρίξος έπιασε την Ινώ και ετοιμαζόταν να την σκοτώσει. Ο Διόνυσος όμως, από ευγνωμοσύνη προς την Ινώ, τη γυναίκα η οποία τον είχε αναθρέψει, επενέβη την τελευταία στιγμή και την γλίτωσε από το κακό που την περίμενε. Ύστερα ο Διόνυσος ήταν εκείνος που καταδίωξε τον Φρίξο και την Έλλη. να τους πιάσει και να τους τιμωρήσει όπως τους ταίριαζε. Σύμφωνα, λοιπόν με τη μυθολογική αυτή εκδοχή, κυνηγημένοι από τον Διόνυσο, και για ν’ αποφύγουν την εκδίκησή του, κατέφυγαν στην Κολχίδα ο Φρίξος και η αδελφή του και όχι για άλλο λόγο.
Ακουγόταν όμως και άλλη εκδοχή του μύθου.
Δεύτερη γυναίκα του Αθάμαντα, και επομένως μητριά του Φρίξου, δεν ήταν η Ινώ, αλλά η Δημοδίκη. Αυτή ερωτεύθηκε τον Φρίξο και, επειδή αυτός αρνήθηκε να υποκύψει στις άνομες και ανήθικες προτάσεις της μητριάς του, αυτή τον κατηγόρησε στον Αθάμαντα ότι τάχα ο γιος του την παρενοχλούσε σεξουαλικά και έτσι ο Αθάμαντας φρόντισε να απομακρύνει τον Φρίξο. Πρόκειται ακριβώς για το ίδιο περίπου μοτίβο του γνωστού μύθου του Ιωσήφ και της γυναίκας του Πετεφρή.
Μία άλλη παραλλαγή αυτού του μύθου θέλει η Δημοδίκη να είναι γυναίκα όχι του Αθάμαντα αλλά του Κρηθέα, του αδελφού του Αθάμαντα και θείου του Φρίξου. Η Δημοδίκη, θεία του Φρίξου, ερωτεύθηκε τον ανεψιό της Φρίξο και του ζήτησε να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως και στην περίπτωση αυτή αρνήθηκε να υποκύψει στις ανήθικες προτάσεις της και η Δημοδίκη αντιστρέφοντας τα γεγονότα, για να προλάβει, κατηγόρησε στον άντρα της ότι ο ανεψιός του Φρίξος την παρενοχλούσε. Ο Κρηθέας θυμωμένος πολύ με τον ανεψιό του ζήτησε από τον Αθάμαντα και το πέτυχε ν’ απομακρύνει τον Φρίξο. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Φρίξος έφυγε για την Κολχίδα.
Όλοι αυτοί οι μύθοι ακούγονταν στην περιοχή Αλμυρού και την ευρύτερη περιοχή της τότε Αχαΐας Φθιώτιδας. Ακούγονταν όμως και άλλα πολλά, αυτά που είναι και τα περισσότερο και ευρύτερα γνωστά.

6. Ο Αθάμαντας σύζυγος και πατέρας θεών
Η Ινώ, η γυναίκα του Αθάμαντα, και ο Μελικέρτης, ο γιος του, λατρεύονταν στην περιοχή τούτη αλλά και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας ως θεοί με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμονας. Αυτοί ήταν θαλάσσιες θεότητες οι οποίες προστάτευαν τους ναυτικούς που κινδύνευαν. Πρόχειρο παράδειγμα της θεϊκής αυτής υπόστασης είναι ο Οδυσσέας ο οποίος, κινδυνεύοντας να πνιγεί όταν έφτανε στην Ιθάκη, σώθηκε από τη Λευκοθέα. Στον Απολλόδωρο υπάρχει ένα σχετικό απόσπασμα για την Ινώ και τον Μελικέρτη που έγιναν Λευκοθέα και Παλαίμονας: «καὶ Λευκοθέα μὲν αὐτὴ καλεῖται, Παλαίμων δὲ ὁ παῖς, οὕτως ὀνομασθέντες ὑπὸ τῶν πλεόντων’ τοῖς χειμαζομένοις γὰρ βοηθοῦσι.» Για τη λατρεία της Λευκοθέας και του Παλαίμονα στην περιοχή τούτη υπάρχουν πολλές σχετικές ενδείξεις.
Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό από τους ειδικούς μυθολόγους επιστήμονες ότι όλες αυτές οι γνωστές θαλάσσιες θεϊκές οντότητες, Νηρέας, Παλαίμονας, Θέτιδα, Λευκοθέα είναι προολυμπιακές θεότητες, οι οποίες όπως και τόσες άλλες παρόμοιες θεότητες, όπως όλοι οι «πρότεροι θεοί», υποκύπτοντας στην πανελλήνια ακτινοβολία και επικράτηση των καινούργιων θεών, των Ολύμπιων, υποβιβάστηκαν σε ήρωες ή έγιναν κατώτερες θεϊκές υποστάσεις. Η συρροή της λατρείας τόσων προολυμπιακών, χθόνιων και υποχθόνιων θεοτήτων στην ευρύτερη σημερινή περιοχή του Αλμυρού, στην περιοχή της αρχαίας Αχαΐας Φθιώτιδας, δείχνει ασφαλώς την παλαιότητα των μυθολογικών και λατρευτικών καταβολών της

7. Και άλλα για το Λαφύστιο ιερό
Στο ιερό του Λαφύστιου Δία της Άλου γίνονταν ανθρωποθυσίες. Εξάλλου και το επίθετο «λαφύστιος», όπως έχει ήδη αναφερθεί, σημαίνει λαίμαργος, αχόρταγος, αυτός που καταβροχθίζει. Από κάποια τέτοια ανθρωποθυσία στο Λαφύστιο Δία ξέφυγε ο Φρίξος και η Έλλη, καταφεύγοντας στην Κολχίδα, όπου από ευχαρίστηση για τη σωτηρία του «δια της φυγής» θυσίασε στον Φύξιο Δία.
Το περίεργο και άξιο προσοχής και ερευνητικής εξέτασης στην περίπτωση αυτή είναι ότι κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη ανθρωποθυσίες γίνονταν και στην Κολχίδα, εκεί δηλαδή όπου κατέφυγε ο Φρίξος. Γι’ αυτό και ο Αιήτης σκότωσε θυσιάζοντας στους θεούς τον Κριό, δηλαδή, κατά μία εκδοχή, τον παιδαγωγό του Φρίξου, ο οποίος έφερε τον Φρίξο στην Κολχίδα.
Αλλά και στη δεύτερη ναυτική εκστρατεία προς τα ίδια μέρη, την Αργοναυτική, έγιναν απόπειρες ανθρωποθυσίας. Οι άνθρωποι του Αιήτη έπιασαν τον Ιάσονα και τον έφεραν να τον θυσιάσει η Μήδεια.
Το γεγονός της διατήρησης του καθεστώτος των ανθρωποθυσιών σε ιερά θεών παραπέμπει με ασφάλεια σε πολύ παλιές εποχές. Το στάδιο εκείνο στην πορεία της εξέλιξης της ανθρώπινης διανόησης στην Ελλάδα, σύμφωνα με το οποίο οι ανθρωποθυσίες έπρεπε να αντικατασταθούν με θυσίες ζώων και το οποίο εκδηλώνεται με τους μύθους της αντικατάστασης, ύστερα από θεϊκή πρωτοβουλία, της Ιφιγένειας και της Ασπαλίδας με κάποιο ζώο, ασφαλώς είναι μεταγενέστερο του σταδίου των ανθρωποθυσιών στο Λαφύστιο ιερό. Κάποια τέτοια αντικατάσταση ανθρωποθυσίας με ζωοθυσία, που σημαίνει εξέλιξη των «λαφύστιων», των «ανίλεων» θεών σε «μειλίχιους», όπως έγινε στην Αυλίδα με την αντικατάσταση της Ιφιγένειας με κριάρι ή ελάφι, δεν μνημονεύεται για το Λαφύστιο ιερό. Εδώ ο θεός παρέμεινε ως το τέλος του δυσεξελέωτος, «λαφύστιος», «ανίλεως», «ανέλεος», ζητώντας πάντοτε ανθρώπινες θυσίες.
Στο Μουσείο του Αλμυρού υπήρχε χάλκινο αγαλματίδιο ύψους 0,125 μ. το οποίο πιστεύεται ότι παριστάνει τον Λαφύστιο Δία. Βρέθηκε στα ερείπια της Άλου από κάποιο γεωργό που καλλιεργούσε τα χωράφια του στη θέση εκείνη. Παριστάνει γενειοφόρο άντρα του οποίου η κεφαλή ομοιάζει καταπληκτικά με αυτή του Λαφύστιου Δία των νομισμάτων της Άλου. Η όλη στάση του κορμού και η θέση των δύο χεριών δείχνει ότι στο δεξιό του χέρι κρατούσε κεραυνό και στο αριστερό κάτι άλλο που μπορούσε να ήταν σκήπτρο ή αετός. Η χρονολογία κατασκευής του, κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, πρέπει να είναι το 700 π. Χ.
Η Άλος των κλασικών χρόνων, σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες και τις απόψεις του Ολλανδού αρχαιολόγου Reinder Reinders, πρέπει να βρισκόταν στη θέση «Πλατανιώτικη Μαγούλα», ανατολικά της Νέας Άλου των ελληνιστικών χρόνων. Η Άλος της «Πλατανιώτικης Μαγούλας» είναι εκείνη που, σύμφωνα με την παράδοση, έχτισε ο Αθάμαντας Αυτό σημαίνει ότι και το Λαφύστιο ιερό κάπου εκεί κοντά πρέπει ν’ αναζητηθεί. Υπάρχει η άποψη ότι το Λαφύστιο ιερό πρέπει να βρισκόταν πάνω στο λόφο «Καστράκι», δίπλα στο σημερινό νέο κτίριο του κάτω μοναστηριού της Παναγίας Ξενιάς Τα τελευταία ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών ενισχύουν, κατά την προσωπική γνώμη μας, την άποψη αυτή, που έχει διατυπωθεί πριν από πολλά χρόνια και από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο. Προφορικές παραδόσεις γερόντων που ακούγονταν πριν από χρόνια στο γειτονικό χωριό Βρύναινα όχι μόνο βεβαίωναν κάτι τέτοιο αλλά έδειχναν και το ακριβές σημείο των ανθρωποθυσιών στον λαίμαργο Λαφύστιο.

8. Το χρυσόμαλλο κριάρι
Μια άλλη πολύ όμορφη ιστορία ακουγόταν στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας και της Φθίας – και όχι φυσικά μόνο – εκείνα τα χρόνια για το χρυσόμαλλο κριάρι που έσωσε τον Φρίξο και την Έλλη.
Ζούσε, έλεγαν, ένα πανέμορφο κορίτσι που το έλεγαν Θεοφάνη. Ήταν κόρη του Βισάλτη. Ο Βισάλτης ήταν γιος του Ήλιου και της Γαίας. Πολλοί ήταν εκείνοι που λαχταρούσαν να σμίξουν με την πανέμορφη Θεοφάνη και την πολιορκούσαν με κάθε τρόπο. Την ερωτεύθηκε όμως και ο Ποσειδώνας. Και, άμα ερωτεύονται οι θεοί κάποια κοινή θνητή, δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσουν μέχρι που να πετύχουν το σκοπό τους. Έκλεψε λοιπόν ο Ποσειδώνας τη Θεοφάνη και την πήγε, για να χαρεί τον έρωτα μαζί της, στο νησί Κρομμυούσα. Αλλά κι εκεί δεν μπορούσε να βρει την ησυχία που ήθελε ο ερωτευμένος θεός. Τον ακολούθησαν και όλοι οι άλλοι νέοι που ήταν ερωτευμένοι με την Θεοφάνη. Και δεν ήταν μόνο οι αντεραστές που προβλημάτιζαν τον ερωτευμένο Ποσειδώνα. Ήταν και οι κάτοικοι του νησιού που στέκονταν εμπόδιο και του δημιουργούσαν προβλήματα.
Ο Ποσειδώνας, όπως ήταν επόμενο, δεν κάθισε άπρακτος. Μεταμόρφωσε, σαν παντοδύναμος θεός που ήταν, όλους τους κατοίκους του νησιού σε πρόβατα. Μεταμόρφωσε και όλους τους άλλους υποψήφιους μνηστήρες και αντεραστές του σε λύκους. Να φάνε οι λύκοι τα πρόβατα και να ησυχάσει ο ίδιος. Μεταμόρφωσε όμως, για να μην γνωρίζεται ανάμεσα στα άλλα πρόβατα και την καλή του Θεοφάνη, σε προβατίνα. Μεταμορφώθηκε και ο ίδιος σε κριάρι. Έτσι το κριάρι Ποσειδώνας ενώθηκε με την αγαπημένη του προβατίνα Θεοφάνη. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ένα αρσενικό αρνί. Ήταν το «λάγιο αρνί» που είχε το «χρυσό μαλλί». Όταν μεγάλωσε έγινε ένα πολύ όμορφο και δυνατό χρυσόμαλλο κριάρι. Όταν κινδύνευαν ο Φρίξος και η Έλλη να θυσιαστούν η μητέρα τους Νεφέλη έστειλε τον αρχικλέφτη Ερμή να κλέψει κανένα άλογο να φυγαδέψει τα βασιλόπουλα. «Δεν βρήκε όμως άλογα» κι «έκλεψε το λάγιο αρνί πούχε το χρυσό μαλλί». «Βγήκαν κλέφτες στα βουνά για να κλέψουν άλογα. Κι άλογα δεν βρήκανε τον τσοπάνο δείρανε, κλέψανε το «λάγιο αρνί» που χε το «χρυσό μαλλί». Πήρε λοιπόν το χρυσόμαλλο κριάρι ο Ερμής και το πήγε στα παιδιά της Νεφέλης. Πήρε στη ράχη του τα δυο κυνηγημένα βασιλόπουλα και το χρυσόμαλλο κριάρι πέταξε μακριά και γλίτωσαν ο Φρίξος και η Έλλη.

9. Πνίγηκε η Έλλη στον Ελλήσποντο;
Πολύ γνωστός, αγαπητός και διαδεδομένος στην Άλο και την περιοχή της πρέπει να ήταν ο μύθος για την απόπειρα θυσίας του Φρίξου και της Έλλης και την φυγή τους προς την Κολχίδα πάνω στο κριάρι. Πολλοί μύθοι της περιοχής πρέπει να συνδέονταν με το γεγονός της πρώτης αυτής, πριν από την Αργοναυτική, ναυτικής εκστρατείας των Ελλήνων προς τα μέρη του Ευξείνου Πόντου. Αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει το γεγονός ότι όλες οι σειρές νομισμάτων της κλασικής και της ελληνιστικης Άλου έχουν στη μία όψη το κεφάλι του Λαφύστιου Δία και στην άλλη τον Φρίξο ή την Έλλη πάνω στο κριάρι που πετάει πάνω από τη θάλασσα. Κανένα άλλο περιστατικό της ιστορίας τους και της μυθολογίας τους δεν θεώρησαν οι Αλείς άξιο να τιμήσουν απεικονίζοντάς το στα νομίσματά τους.
Τα νομίσματα της Άλου με την παράσταση του Φρίξου ή της Έλλης δημιουργούν ωστόσο κάποιο ερμηνευτικό πρόβλημα το οποίο έχει σχέση με το θέμα που πραγματεύεται αυτή η εργασία, τις μυθολογικές δηλαδή επινοήσεις και δημιουργίες των πρώτων εκείνων ανθρώπων της ευρύτερης σημερινής περιοχής του Αλμυρού, της αρχαίας Αχαΐας Φθιώτιδας. Το ερμηνευτικό αυτό πρόβλημα, απ’ όσο γνωρίζω, δεν αντιμετωπίζεται από κάποιον ερευνητή. Ίσως δεν δημιούργησε σ’ άλλους παρόμοιους προβληματισμούς. Ίσως γιατί δεν προσέχθηκε από την άποψη που εμείς εξετάζουμε το θέμα.
Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με την πολύ και ευρύτερα γνωστή, συνηθισμένη και αποδεκτή από όλους, εκδοχή του σχετικού μυθολογικού επινοήματος, τα δυο αδέλφια, ο Φρίξος και η Έλλη, φωτισμένα ή καθοδηγούμενα από το πνεύμα της μητέρας τους Νεφέλης, για να γλιτώσουν από τον βέβαιο θάνατο που τους περίμενε, ανέβηκαν και τα δύο στη ράχη του χρυσόμαλλου κριαριού και πετώντας μ’ αυτό πάνω από τη θάλασσα, ξεκίνησαν για την Κολχίδα. Όταν, στο ταξίδι τους αυτό, βρέθηκαν πάνω από το στενό του Ελλήσποντου, ζαλίστηκε η Έλλη και έπεσε στη θάλασσα. Από τότε το στενό αυτό θαλάσσιο πέρασμα προς την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο πήρε το όνομά της. Ο Φρίξος, μόνος του πια, μετά την πτώση στη θάλασσα και τον πνιγμό της Έλλης, συνέχισε το ταξίδι μέχρι που έφτασε στον προορισμό του.
Επομένως, σύμφωνα με την ευρύτερα αυτή γνωστή και από τους περισσότερους αποδεκτή μορφή του μύθου, αρχικά και για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή Από την Άλο μέχρι τον Ελλήσποντο, πάνω στο κριάρι βρίσκονταν τα δυο αδέλφια μαζί. Για ένα άλλο χρονικό διάστημα, το υπόλοιπο του ταξιδιού, από τον Ελλήσποντο και πέρα, μέχρι την Κολχίδα, πάνω στο κριάρι ταξίδευε μόνος του ο Φρίξος. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά, ποτέ δεν βρέθηκε η Έλλη μόνη της πάνω στο κριάρι. Αυτός ήταν ο μύθος που γνώριζαν όλοι. Αυτό ζωγράφιζαν στις διάφορες παραστάσεις τους. Εικόνιζαν ή τα δύο αδέλφια μαζί πάνω στο κριάρι ή μόνο του τον Φρίξο ή κυρίως, ως κάτι το κυρίως ενδιάμεσο ενδιαφέρον, τον Φρίξο ν’ απλώνει το χέρι του και να προσπαθεί να πιάσει την Έλλη την στιγμή που αυτή γλιστρούσε και έπεφτε στη θάλασσα.
Παρόλο όμως που μόνο τα παραπάνω ήταν γνωστά σε όλους οι κάτοικοι της Άλου επέμεναν να εικονίζουν στα νομίσματά τους την Έλλη μόνη πάνω στο κριάρι να ταξιδεύει. Και είναι οι κάτοικοι της Άλου μόνοι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα που διατηρούσαν την εικονογράφηση αυτή.
Είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία αυτό το γεγονός; Γιατί οι κάτοικοι της Άλου, μόνοι αυτοί σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, δεν παρίσταναν στα νομίσματά τους τα δυο αδέλφια να ταξιδεύουν μαζί, ώστε να συμφωνούν με την γνωστή και από όλους παραδεκτή εκδοχή του μύθου; Και αυτήν την επιμονή στην ιδιαιτερότητά τους δεν την παρουσίαζαν κάποιοι τυχαίοι, κάποιοι που ζούσαν μακριά από τον χώρο των γεγονότων, κάποιοι άσχετοι με τον μύθο. Την παρουσίαζαν αυτοί ακριβώς που γνώριζαν πολύ καλά όσα είχαν συμβεί, αφού τα σχετικά με το μύθο γεγονότα έλαβαν χώρα στον τόπο τους και ήταν οι ίδιοι άμεσοι γνώστες ή εκείνοι που είχαν τις πιο άμεσες αναμνήσεις ή – ακόμα καλύτερα – ήταν οι πρώτοι κατασκευαστές του μύθου.
Και αν ακόμα υποθέσουμε ότι η απεικόνιση μιας παράστασης με δυο ανθρώπους και ένα κριάρι στη μία όψη ενός μικρού σε διαστάσεις νομίσματος, όπως ήταν τα νομίσματα της Άλου, παρουσίαζε κατασκευαστικές δυσκολίες εξαιτίας της πολυπλοκότητας της παράστασης, γεγονός που δεν είναι δυνατόν να γίνει εύκολα αποδεκτό, πάλι δε δικαιολογείται η παραποίηση του μύθου. Θα εικόνιζαν απλά μόνο του τον Φρίξο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Αλλά τόσο οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες όσο και η τελειότητα της παράστασης που παρουσιάζει η νομισματοκοπή της Άλου δεν επιτρέπουν μία τέτοια υπόθεση.
Μήπως λοιπόν στην επιμονή αυτή των κατοίκων της Άλου, σε πείσμα της ευρύτερα γνωστής και κοινά αποδεκτής μορφής του μύθου, να παριστάνουν μόνη της την Έλλη πάνω στο κριάρι κρύβεται μια άλλη, άγνωστη μέχρι τώρα στους πολλούς, εκδοχή του μύθου, που την γνώριζαν μόνο αυτοί και η οποία λησμονήθηκε, όπως τόσοι άλλοι μύθοι της ίδιας περιοχής; Προσωπικά έχουμε την γνώμη ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να αποκλειστεί και ίσως να είναι και η μόνη δυνατή και συγχρόνως λογική ερμηνεία της νομισματοκοπικής αυτής ιδιοτυπίας των κατοίκων της Άλου.
Ενισχυτικό της παραπάνω υπόνοιας πρέπει να θεωρηθεί και το εξής γεγονός, που δεν προσέχθηκε πολύ από τους ερευνητές.
Από τις ανασκαφές που ενεργεί επί είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια τόσο στην αρχαία Άλο, την Άλο δηλαδή των κλασικών χρόνων, όσο και στη νέα Άλο, την Άλο των ελληνιστικών χρόνων, ο Ολλανδός αρχαιολόγος Reinder Reinders, αλλά και η ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Βόλου), ήρθαν στο φως πολλά νομίσματα της πόλης αυτής. Νομίσματα της Άλου υπάρχουν σε διάφορες νομισματολογικές συλλογές και σε διάφορα Μουσεία του κόσμου. Όλα αυτά τα νομίσματα, της αρχαίας και της νέας Άλου, όσα βρέθηκαν στις τελευταίες ανασκαφές στο χώρο της Άλου αλλά και όσα υπάρχουν στις νομισματικές συλλογές των διαφόρων ανά τον κόσμο αρχαιολογικών μουσείων και στις γνωστές ιδιωτικές συλλογές, έχουν μερικά χαρακτηριστικά.
Στη μια τους όψη όλα ανεξαιρέτως παριστάνουν το Λαφύστιο Δία. Είναι ο θεός που λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή και στο ιερό του οποίου γίνονταν ανθρωποθυσίες. Ο Λαφύστιος ήταν, όπως είδαμε παραπάνω, αρχαιότατος χθόνιος θεός, προολυμπιακής προέλευσης, ένας «πρότερος θεός». Ο Λαφύστιος, όταν πλέον η λατρεία του Δία και των άλλων ολύμπιων θών, κυριάρχησε σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, αποδυναμώθηκε ως ιδιαίτερη αυτοδύναμη θεότητα. Και επειδή στη λαϊκή θρησκεία καμιά λατρεία δεν λησμονιέται και δεν εξαφανίζεται ολοκληρωτικά. ο Λαφύστιος ενσωματώθηκε στο καινούργιο θεό Δία. Στην επιβεβλημένη θεοκρασία του παλιού θεού Λαφύστιου και του καινούργιου θεού Δία, που ήταν επόμενο ν’ ακολουθήσει, όπως σ’ όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, ο παλιός Λαφύστιος έγινε απλά ένα συνοδευτικό λατρευτικό επίθετο κοντά στο νέο θεό Δία και έτσι δημιουργήθηκε ο Λαφύστιος Δίας.
Τα νομίσματα της Άλου, σύμφωνα με τον Reinder Reinders ο οποίος έχει κάνει ειδική μελέτη πάνω σ’ αυτά, χωρίζονται, ανάλογα με τα ιοδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, σε 21 σειρές. Ενώ λοιπόν η μία όψη όλων ανεξαιρέτως των νομισμάτων των 21 αυτών σειρών, και ανεξάρτηρα από τις μικροδιαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους, παραμένει πάντοτε η ίδια, παριστάνοντας τον Λαφύστιο Δία, είτε πρόκειται για τα νομίσματα της αρχαίας Άλου, της Άλου δηλαδή των κλασικών χρόνων, είτε για τα νομίσματα της νέας Άλου, των ελληνιστικών χρόνων, η άλλη όψη διαφοροποιείται. Στην άλλη όψη όλων των νομισμάτων παριστάνεται ή ο Φρίξος μόνος του πάνω στο κριάρι ή μόνη της η Έλλη.
Παρατηρείται όμως το εξής πολύ αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό, το οποίο και θεωρούμε ότι ενισχύει σημαντικά την υποστηριζόμενη άποψή μας.
Τα νομίσματα εκείνα που παριστάνουν την Έλλη να κάθεται μόνη της στη ράχη του κριαριού είναι όλα νομίσματα της αρχαίας Άλου. Είναι δηλαδή τα πιο παλαιά. Ανήκουν στον 4ο αιώνα π. Χ. Δεν βρέθηκε ακόμη κάποιο νόμισμα της πόλης αυτής που να παριστάνει είτε τον Φρίξο μόνο του, είτε τα δυο αδέλφια μαζί πάνω στη ράχη του κριαριού. Αντιθέτως τα νομίσματα εκείνα που παριστάνουν μόνον του τον Φρίξο είναι όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, νομίσματα της νέας Άλου, της Άλου δηλαδή των χρόνων της ελληνιστικής εποχής. Είναι δηλαδή αυτά τα νομίσματα, νεότερα κατά έναν περίπου αιώνα, και κατατάσσονται στον 3ο αιώνα π.Χ.
Ο Reinder Reindres, που εξέτασε όλα τα γνωστά ανά τον κόσμο νομίσματα της Άλου, τα κατατάσσει, όπως αναφέραμε, σε 21 σειρές. Από αυτές οι πέντε πρώτες σειρές περιλαμβάνουν νομίσματα της αρχαίας Άλου και υπόλοιπες δεκαέξι της νέας Άλου. Στις τέσσερις από τις πέντε σειρές των νομισμάτων της αρχαίας Αλου παρατηρείται ακόμη και κάτι άλλο. Ο Δίας παριστάνεται σ’ αυτές να κρατάει υψωμένο κεραυνό έτοιμος να τον εκσφενδονίσει. Είναι ο τιμωρός Δίας, ο λαφύστιος. Στις υπόλοιπες σειρές ο Δίας παριστάνεται χωρίς τον κεραυνό. Φαίνεται ως να μην είναι αυτό το κύριο χαρακτηριστικό του. Ο «πρότερος θεός», ο τιμωρός λαφύστιος Δίας της αρχαίας Άλου, της Άλου του Αθάμαντα και των ανθρωποθυσιών, παίρνει ηπιότερες και γλυκύτερες μορφές, στις κατοπινότερες εποχές, στα χρόνια της νέας, δηλαδή της ελληνιστικής Άλου. Στα χρόνια αυτά στα οποία η ανθρώπινη σκέψη, στην εξελικτική της πορεία προς κάποια ανώτερη σύλληψη του Θείου, αποσπάται από τις παλιότερες ιδέες του τιμωρού θεού, του χθόνιου και λαφύστιου Δία, οι θεοί γίνονται όχι πλέον τιμωροί αλλά «μειλίχιοι».
Το γεγονός αυτό δημιουργεί τις εξής σκέψεις., που τις καταθέτουμε όχι με σκοπό να πείσουμε να γίνουν οπωσδήποτε αποδεκτές, έστω κι αν προσωπικά τις υιοθετούμε, αλλά μόνο και μόνο για δημιουργία κάποιου προβληματισμού και κάποιων σκέψεων. Προβληματισμό απλά θέλουμε να δημιουργήσουμε. Εξάλλου στην εργασία μας αυτή αναφερόμαστε στη λατρευτική μυθολογία, όπως αυτή ακουγόταν σε τούτη την περιοχή. Αυτήν προσπαθούμε να καταγράψουμε και τίποτε περισσότερο.
Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι οι κάτοικοι της αρχαίας τουλάχιστον Άλου, της Άλου των κλασικών χρόνων, είχαν κάποια μορφή μύθου που ήθελε την Έλλη να διασώζεται ή τουλάχιστο να ταξιδεύει μόνη της πάνω σε κριάρι. Αυτήν την εκδοχή του μύθου, η οποία για τους άλλους είχε πια λησμονηθεί ή τους ήταν άγνωστη ή, ίσως, δεν την έκαναν αποδεκτή, δεν την υιοθετούσαν, οι Αλείς εξακολουθούσαν να την εικονίζουν στα νομίσματά τους, ασφαλώς επειδή την πίστευαν.
Εξάλλου, η κοινή, αναμφισβήτητα, ρίζα της λέξης Έλλη με τις λέξεις Ελλάδα και Έλληνες θα πρέπει να μην επέτρεπε την παραδοχή ενός μύθου που θα παρουσίαζε θάνατο της Έλλης – Ελλάδας. Η γέννηση του Έλληνα, του γιου του Δευκαλίωνα, στην περιοχή της δικής τους Αχαΐας Φθιώτιδας, εξάλλου, ίσως τους δυνάμωνε αυτή τους την ιδιαίτερη παραδοχή και παράδοση.
Στα νεότερα χρόνια όμως, τα ελληνιστικά, στα χρόνια της Νέας Άλου, όταν πλέον παντού, κάτω από το βάρος και την ευρύτερη διάδοση των εντυπωσιακών δημιουργιών των τραγικών ποιητών και άλλων κλασικών συγγραφέων, έγινε καθολικά αποδεκτή η μορφή του μύθου που ήθελε η Έλλη να πέφτει και να πνίγεται στον Ελλήσποντο και μόνο ο Φρίξος να σώζεται και να εξακολουθείτο τξίδι του προς την Κολχίδα,, οι ανίσχυροι, λόγω του μειωμένου κύρους τους και της ανυπαρξίας τοπικων δημιουργών τραγωδιών και μύθων, κάτοικοι της μικρής και ασήμαντης Άλου, εγκατέλειψαν και αυτοί την δική τους εκδοχή και «υποτάχθηκαν» στη κοινά αποδεκτή μυθολογική εκδοχή. Δεν αποκλείεται να την είχαν ίσως και οι ίδιοι λησμονήσει αφού μετά την καταστροφή της πόλης τους από τον Φίλιππο, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και τα ιερά τους και σκορπίστηκαν σ’ άλλα μέρη. Όταν ύστερα από χρόνια, διαλυμένοι και ρημαγμένοι, αναγκάστηκαν να συνοικισθούν μαζί με πολλούς άλλους ξένους σ’ ένα μάλλον στρατιωτικής οργάνωσης οικιστικό σύνολο, την Ελληνιστική Άλο, ασφαλώς είχαν χάσει κάθε αίσθηση ιδιαίτερης ταυτότητας και αυτόνομου συνόλου ώστε να έχουν κάποια συνείδηση που να ζητά την απεικόνιση της. Οι απόγονοι των κατοίκων της κλασικής Άλου, μέσα στο σύνολο των κατοίκων της νέας, της ελληνιστικής Άλου, θα πρέπει να αποτελούσαν μικρή μειοψηφία. Όσοι από τους απογόνους των κατοίκων της κλασικής Άλου, της Άλου της «Πλατανιώτικης Μαγούλας», που καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Μακεδόνες, οδηγήθηκαν να κατοικήσουν εντός των τειχών της ελληνιστικής Άλου, της νέας Άλου των 8.000 κατοίκων, ήταν αδύνατο να επιβάλλουν στο νέο καθεεστώς μία δική τους ιδιόρρυθμη παραδοχή.
Εξάλλου δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο, αλλά να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, το γεγονός ότι η Νέα Άλος (Ελληνιστική) έζησε για πάρα πολύ λίγα χρόνια και επί πλέον ήταν μια πόλη η οποία δε χτίστηκε οικειοθελώς από τους κατοίκους της αλλά συνοικίσθηκε, μάλλον με βίαιο τρόπο, κάτω από την επιβολή του Κάσσανδρου ή ίσως του Δημητρίου του Πολιορκητή ή άλλου Μακεδόνα στρατηγού, για στρατηγικούς κυρίως σκοπούς.
Οι 8.000 περίπου κάτοικοι της Νέας (Ελληνιστικής) Άλου πολύ λίγη σχέση πρέπει να είχαν με τους κατοίκους της αρχαίας Άλου και οπωσδήποτε ελάχιστη κοινωνική συνοχή και αίσθηση κοινής κοινωνικής ταυτότητας. Δεν είχαν τις ίδιες παραδόσεις, τις ίδιες αναμνήσεις. Εξάλλου τα τριάντα περίπου χρόνια που έζησαν στην πόλη αυτή, αφού μετά πάλι σκορπίστηκαν, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να επαρκέσουν για τη δημιουργία μιας και ενιαίας κοινωνικής ταυτότητας. Ακόμη είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Νέα Άλος δεν ήταν μία πόλη με την συνηθισμένη οργάνωση των πόλεων. Ήταν μία στρατιωτικά οργανωμένη συνοίκηση για εξυπηρέτηση πολεμικών σχεδίων. Ήταν κοινωνικά «ανεμοσκορπίσματα» που υποχρεώθηκαν να συνοικίσουν.
Ο τρόπος αυτός της συνοίκησης της πόλης ασφαλώς δεν άφηνε στους κατοίκους της την δυνατότητα ν’ αποφασίζουν ελεύθερα την μορφή της νομισματοκοπίας τους. Αυτοί που τους κυβερνούσαν και που επομένως αποφάσιζαν για τα πάντα στην πόλη ήταν ξένοι προς τις τοπικές παραδόσεις. Εκείνοι από τους κατοίκους της Νέας Άλου που ήταν απόγονοι ων κατοίκων της αρχαίας Άλου πρέπει να ήταν μία μικρή μειοψηφία. Ο Φίλιππος εξάλλου είχε καταστρέψει την αρχαία Άλο, γιατί βρισκόταν υπό την επιρροή των εχθρών του Αθηναίων, και την είχε υποτάξει παραδίνοντάς την στους φίλους του Φαρσάλιους. Καθόλου απίθανο να τους απαγόρεψε το παλιό είδος νομισματοκοπής. Έτσι στη Νέα Άλο, την Άλο της ελληνιστικής εποχής, δεν βρίσκουμε πια νομίσματα με την Έλλη, αλλά μόνο με το Φρίξο, σύμφωνα με τη μορφή του μύθου που όλοι οι άλλοι γνώριζαν και υιοθετούσαν. Μαζί με την καταστροφή της Αρχαίας Άλου χάθηκαν και οι παραδόσεις της ή ίσως προσπάθησαν κάποιοι να τις εξαφανίσουν.
Ακόμη οι κάτοικοι της Νέας Άλου δεν ήταν εκείνοι της παλαιάς Άλου, της Άλου των μύθων, των θρύλων, των παραδόσεων. Στη Νέα Άλο αναγκάστηκαν να συνοικήσουν διαφορετικοί άνθρωποι από διάφορα γειτονικά μέρη χωρίς κοινές παραδόσεις και αναμνήσεις. Στα οικήματα της Νέας Άλου μπορούσαν να ήταν εγκαταστημένοι οχτώ χιλιάδες περίπου άνθρωποι, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από τους κατοίκους της αρχαίας Άλου. Οι απόγονοι των κατοίκων της Αρχαίας Άλου, της Άλου δηλαδή της Πλατανιώτικης Μαγούλας, που θα εγκαταστάθηκαν στη νέα πόλη, μέσα σ’ αυτό το πολυποίκιλο συνονθύλευμα των οχτώ χιλιάδων στρατιωτικά οργανωμένων ανθρώπων, θα ήταν οπωσδήποτε μια πολύ ασήμαντη και κυρίως μια ταπεινωμένη, μια νικημένη μειοψηφία.
Όπως ο Λαφύστιος υποτάχθηκε στο Δία, ο Ίτωνος ή η Ιτωνία στην Αθηνά, η Ασπαλίδα στην Άρτεμη, ο Αρισταίος στον Απόλλωνα, ο Κέραμβος στον Πάνα, διότι η «ακαλλιέργητη», άσημη, φτωχή, σκοτεινή και παραγκωνισμένη περιοχή της Όθρης και της Αχαΐας Φθιώτιδας δεν μπορούσε ν’ αντιπαλέψει στο ανατέλλον Ολύμπιο φως και στην προβολή που μπορούσαν να κάνουν οι κλασικοί συγγραφείς της Αθήνας με τις εκδοχές των μύθων που αυτοί επέλεγαν ή δημιουργούσαν οι ίδιοι, έτσι κάπως πρέπει, και οι Αλείς να πείστηκαν να εγκαταλείψουν τη δική τους «τρελή» εκδοχή του μύθου που ήθελε να διασώζεται η Έλλη και δέχτηκαν και αυτοί και πίστεψαν ή – γιατί όχι – αναγκάστηκαν να πιστέψουν ότι σώθηκε μόνο ο Φρίξος. Θα τους ρώτησαν τάχα οι στρατοκράτορες που έχτισαν την πόλη και τους ανάγκασαν να συγκεντρωθούν εκεί και να συνοικήσουν, με πολλούς άλλους, τι θέλουν να εικονίζεται στα νομίσματά τους; Πολύ θα τους πήγαινε. Μήπως εξάλλου στην πόλη ζούσαν μόνο οι κάτοικοι της παλιάς Άλου;
Κάπως έτσι πρέπει να πίστεψαν και οι ίδιοι ότι ο μεγάλος Αχιλλέας τους δε σκότωσε τον Κύκνο εκεί κοντά στην πατρίδα τους γιατί βασάνιζε την περιοχή τους και αυτούς τους ίδιους αλλά . . . στην Τροία. Κάπως έτσι μπορεί να τους «έφυγε» και η πριγκίπισσά τους η Ανδρομάχη από τις δικές τους Φθιώτιδες Θήβες και να ταξίδεψε ως τις . . . ανύπαρκτες Υποπλάκιες Θήβες, γιατί έτσι το θέλησε, γιατί έτσι του άρεσε να διανθίσει ο Όμηρος το έπος του. Ας λάβουμε υπόψη μας και την άποψη ότι ο Όμηρος ίσως συνέδεσε σε ενιαία μορφή πολλά προϋπάρχοντα τραγούδια προκειμένου να συνθέσει τα έπη του. Άντε τώρα να ψάχνουν οι φτωχοί κάτοικοι των Φθιωτίδων Θηβών να βρουν που την ταξίδεψαν την χαμένη πριγκίπισσά τους οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές και μυθοπλάστες! Ποιος από αυτούς μπορούσε και είχε τη διάθεση και το χρόνο ν’ αντιπαλέψει με όσα έλεγαν οι μεγάλοι σοφοί;
Για να ολοκληρώσουμε τη θέση αυτή πρέπει να πούμε ότι στη μυθολογία υπάρχει και μία εκδοχή που ακουγόταν κυρίως στα μέρη της Μακεδονίας και της Θράκης και η οποία δέχεται ότι η Έλλη δεν πνίγηκε, διότι σώθηκε από τον Ποσειδώνα ο οποίος ενώθηκε μαζί της και μάλιστα την έκανε μητέρα τριών παιδιών, του Παίονα, του Ηδωνού και του Άλμωπα ή Αλμωπού, που και οι τρεις τους έγιναν επώνυμοι ήρωες των αντίστοιχων λαών και χωρών.
Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, διασώζοντας μία άλλη εκδοχή του μύθου, λέει ότι πέφτοντας η Έλλη αρπάχτηκε από το ένα κέρατο του κριού που έσπασε και έτσι έπεσε μαζί με αυτό.
Σύμφωνα εξάλλου με όσα υποστηρίζει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης ούτε χρυσόμαλλο κριάρι υπήρχε ούτε σ’ αυτό ανέβηκε ο Φρίξος με την Έλλη. Τα δυο παιδιά του Αθάμαντα ταξίδεψαν πάνω σε ένα καράβι που είχε στην πρώρα του σκαλισμένο ένα κριάρι. Συνηθιζόταν η πρώρα των καραβιών να στολίζεται με κάποιο κεφάλι ζώου. Ο Κριός λοιπόν ήταν απλά το καράβι που μπροστά του είχε σκαλισμένο ένα κριάρι. Η Έλλη που υπόφερε από ναυτία είχε σκύψει από το καράβι, ζαλίστηκε και έπεσε και πνίγηκε. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μην μπορώντας να κάνει διαφορετικά, αφού όλοι ήθελαν να πνίγεται το κορίτσι, έβαλε την Έλλη να ζαλίζεται και να πέφτει στη θάλασσα: «Διαπλεῦσαι γὰρ αὐτόν φασι οἱ μὲν ἐπὶ νεὼς προτομὴν ἐπὶ τῆς πρώρας ἐχούσης κριοῦ, καὶ τὴν Ἕλλην δυσφοροῦσαν ἐπὶ τῇ ναυτίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ τοίχου τῆς νεὼς ἐκκύπτουσαν, εἰς τὴν θάλασσαν προσπεσεῖν.»
Ας δεχτούμε λοιπόν κι εμείς μαζί με τους απλοϊκούς εκείνους ανθρώπους της ταπεινής αρχαίας Άλου, της μόνης αυθεντικής Άλου, της Άλου των γνήσιων Αλέων, ότι η αγαπημένη τους Έλλη δεν πνίγηκε αλλά γλίτωσε και ξέφυγε από το αδηφάγο στόμα του λαίμαργου Λαφύστιου. Εξάλλου ήταν η μόνη που δεν είχε ποτέ της μπερδευτεί ούτε με συνωμοσίες ούτε με δολοπλοκίες, ούτε με αρπαγές θησαυρών, ούτε θρόνους διεκδικούσε. Ήταν η μόνη που ίσως δεν έπρεπε και δεν θα ήθελαν οι Αλείς να την ιδούν να χάνεται άδικα και αδικαιολόγητα. Κι αν η Έλλη δεν ήταν μέσα σ’ όλους αυτούς τους τόσο πολύπλοκους και δαιδαλώδεις μύθους τίποτε άλλο παρά η ιδέα της Ελλάδας, μια απεικόνιση του μεγάλου τους πρόγονου Έλληνα;

10. Από την αρχαία Άλο στον σύγχρονο Αλμυρό
Πολλοί και διαφορετικοί ήταν οι μύθοι που ακούγονταν στους νεότερους κατοίκους της Άλου και της περιοχής τους για την πρώτη ίδρυση της πόλης τους και τον οικιστή της Αθάμαντα.
Σύμφωνα με έναν από αυτούς ο Αθάμαντας είχε ρωτήσει το μαντείο των Δελφών πού έπρεπε να σταματήσει και να χτίσει την πόλη που σχεδίαζε. «Εκεί που θα σε φιλοξενήσουν ζώα», ήταν η απάντηση του Μαντείου του Λοξία Απόλλωνα, που πάντοτε δημιουργούσε ερμηνευτικά προβλήματα. Ξεκίνησε λοιπόν ο Αθάμαντας, λέει ο μύθος, να προχωρεί και συνεχώς σκεφτόταν τι να σήμαινε άραγε ο χρησμός αυτός της Πυθίας. Βαδίζοντας, λοιπόν, άσκοπα και προσπαθώντας να βρει κάποια εξήγηση του χρησμού, έφτασε σ’ ένα μέρος όπου έγινε κάτι που ξαφνικά φώτισε το νου του και τον βοήθησε να καταλάβει ξεκάθαρα το μήνυμα του Θεού. Μερικοί λύκοι κατασπάραζαν ένα πρόβατο. Οι λύκοι, όταν είδαν τον Αθάμαντα να πλησιάζει, φοβήθηκαν κι έφυγαν αφήνοντας εκεί τα υπολείμματα της τροφής που μοιράζονταν: «ἐπυνθάνετο τοῦ θεοῦ ποῦ κατοικήσῃ. Χρησθέντος δὲ αὐτῷ κατοικεῖν ἐν ᾧπερ ἄν τόπῳ ὑπὸ ζώων ἀγρίων ξενισθῇ, πολλὴν χώραν διελθὼν ἐνέτυχε λύκοις προβάτων μοίρας νεμομένοις. Οἳ δὲ θεωρήσαντες αὐτόν, ἅ διῃροῦντο ἀπολιπόντες ἔφυγον.» Δηλαδή : «Ζητούσε να μάθει από το θεό πού να κατοικήσει. Όταν δε πήρε το χρησμό να κατοικήσει σ’ όποιο μέρος φιλοξενηθεί από άγρια ζώα, αφού διέσχισε πολλά μέρη έπεσε πάνω σε λύκους που έτρωγαν κομμάτια από πρόβατα. Οι λύκοι μόλις τον είδαν άφησαν εκείνα που μοίραζαν κι έφυγαν», μας λέει ο Διόδωρος Σικελιώτης.
Ο Αθάμαντας, καθώς ήταν πολύ κουρασμένος από την πορεία και πεινασμένος, σταμάτησε, έφαγε από τα υπολείμματα του κρέατος που είχαν αφήσει οι λύκοι και χόρτασε. Τότε ήταν που ξαφνικά φωτίστηκε ο νους του. Ήταν ολοφάνερο. Το φαγητό τού το είχαν προσφέρει ζώα. Τον είχαν φιλοξενήσει λοιπόν ζώα. Εκεί έπρεπε να μείνει επομένως. Και έμεινε. Ήταν εκεί που σήμερα είναι η Πλατανιώτικη Μαγούλα νοτιοανατολικά του χωριού Πλάτανος της επαρχίας Αλμυρού. Στο μέρος λοιπόν αυτό που του το υπέδειξε ολοφάνερα ο θεός σταμάτησε. Εκεί έχτισε τη δική του καινούργια πόλη, την οποία ονόμασε Άλο και έγινε ο πρώτος οικιστής και βασιλιάς της.
Γιατί όμως η πόλη που χτίστηκε εκεί ονομάστηκε από τον Αθάμαντα Άλος; Τρεις διαφορετικές μυθολογικές εκδοχές υπάρχουν ως απαντήσεις στο ερώτημα αυτό στους κατοίκους της.
Άλος ονομάστηκε, έλεγαν κάποιοι, διότι ο Αθάμαντας με τον τρόπο αυτό θέλησε να τιμήσει μία υπηρέτριά του που την έλεγαν Άλο. Αυτή ήταν η υπηρέτρια που αφού του αποκάλυψε τα πονηρά σχέδια της γυναίκας του της Ινώς να σκοτώσει τα δυο του παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη, τον ακολούθησε πιστά στην καινούργια του περιπέτεια.
Άλλοι όμως ήθελαν διαφορετική ερμηνεία και γι’ αυτό τα έλεγαν διαφορετικά. Το Άλος δεν αναφέρεται στο όνομα της υπηρέτριας. Δεν θα έδινε ο Αθάμαντας, έλεγαν αυτοί, στην πρωτεύουσά του ποτέ το όνομα μιας υπηρέτριας, όσο καλό κι αν του είχε κάνει. Ο Αθάμαντας ονόμασε την πρωτεύουσά του Άλος, για να θυμάται το ξεγέλασμά του από τη γυναίκα του με το οποίο λίγο έλειψε να σφάξει τα ίδια του τα παιδιά. Το Άλος παράγεται από τη λέξη «άλη», που σημαίνει άσκοπη περιπλάνηση, εξαπάτηση, περιπλάνηση χωρίς ελπίδα, χωρίς να έχει εστία, ξεγέλασμα, απάτη. Και ο Αθάμαντας ονόμασε την πόλη Άλο για να θυμάται, έλεγαν, την περιπλάνησή του την άσκοπη και ότι τον ξεγέλασαν και με απάτη τον οδήγησαν στην απόφαση να θυσιάσει τα δυο παιδιά του.
Τέλος άλλοι κάτοικοι της Άλου, που προσπαθούσαν να δώσουν κάποια διαφορετική ερμηνεία στο όνομα της πόλης τους, είχαν εντελώς διαφορετική άποψη. Ούτε στη υπηρέτρια, ούτε στην εξαπάτηση χρωστούσε το όνομά της η πόλη τους. Μια πόλη δεν μπορεί να δέχεται ότι τ’ όνομά της οφείλεται σε μια υπηρέτρια ή σε μια απάτη. Η Άλος ονομάστηκε έτσι γιατί απλούστατα η πηγή που ήταν δίπλα στην πόλη και έτρεχε τα γάργαρα νερά της, ο ποταμός Άμφρυσος δηλαδή, είχε νερό που ήταν σχεδόν υφάλμυρο. Ήταν το ιερό ποτάμι στις όχθες του οποίου ο Απόλλωνας έβοσκε τα κοπάδια του Άδμητου και στις όχθες του οποίου έπαιζαν οι νύμφες Αντιάνειρα και Πολυμήλα που τις πλάνεψαν οι θεοί και κοιμήθηκαν μαζί τους κάνοντάς τις έτσι μητέρες ένδοξων ηρώων. Το Ἃλος λοιπόν, κατά την άποψη αυτή, έγινε απλά από τη λέξη ἃλας ( αλάτι) της πηγής αυτής ή το πολύ πολύ να έγινε από τη λέξη ἃλς (γεν. ἁλός) (θάλασσα), επειδή η Άλος ήταν χτισμένη δίπλα στη θάλασσα.
Οι τρεις αυτές διαφορετικές ετυμολογικές απόψεις για την προέλευση της ονομασίας της Άλου είχαν τις επιπτώσεις και στη γραφή της λέξης. Οι οπαδοί των δύο πρώτων απόψεων έγραφαν τη λέξη Άλος τοποθετώντας επάνω το πνεύμα της ψιλής: (Ἄλος) ενώ οι οπαδοί της τρίτης άποψης έγραφαν τη λέξη με δασεία (Ἅλος). Η λέξη αναφερόταν και με αρσενικό άρθρο (ὁ Ἄλος ή ὁ Ἅλος) και με θηλυκό (ἡ Ἄλος ή ἡ Ἅλος).
Η διαφωνία αυτή των ειδικών ως προς την ετυμολογία της λέξης Άλος έφτασε μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Γεννήθηκε το ερώτημα πώς έπρεπε να γράφεται η λέξη Αλμυρός, την οποία όλοι θεωρούσαν, όπως και πράγματι συμβαίνει, ότι παράγεται από τη λέξη Ἅλος ή τουλάχιστον ήθελαν η Άλος να είναι η μητέρα πόλη του σημερινού Αλμυρού και να συνδέσουν τ’ όνομα της πατρίδας τους με την Άλο. Έτσι άλλοι έγραφαν «Ἀλμυρός», βάζοντας στο αρχικό άλφα το πνεύμα της ψιλής και άλλοι «Ἁλμυρός» και έβαζαν το πνεύμα της δασείας.
Τελικά βέβαια έγινε δεκτή από όλους η δεύτερη άποψη και η λέξη Αλμυρός έπαιρνε δασεία, γιατί όσο και αν επέμεναν κάποιοι να την θέλουν με ψιλή, ακολουθώντας ρομαντικούς δρόμους, δεν μπορούσε στην συνείδηση του παντοδύναμου και εφοδιασμένου με πρακτικό μυαλό λαού, αλλά και με ανόθευτο και ορθό γλωσσοπλαστικό κριτήριο, να συνδεθεί τόσο με τις ρομαντικές απόψεις για κάποια τάχα υπηρέτρια Άλο ή με τη λέξη ἄλη (απάτη) όσο με τις λέξεις αλάτι και αλμύρα που τους θύμιζαν την αλμυρή θάλασσα και τους δυο μεσαιωνικούς Αλμυρούς δίπλα στη θάλασσα.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, όπως μπορεί ν’ αποδειχτεί από μια προσεκτική εξέταση των κατάλοιπων των χειρογράφων του, η οποία και έγινε από τον υπογράφοντα, αλλά και την εξέταση των έντυπων εργασιών του που κυκλοφόρησαν, στις πρώτες του εργασίες έγραφε την λέξη Αλμυρός θέτοντας το πνεύμα της ψιλής. Σε κατοπινές του όμως εργασίες, ακολουθώντας και αυτός την επικρατήσασα άποψη, έγραφε τη λέξη με δασεία.
Εξάλλου ήταν οικείες στην περιοχή και άλλες σχετικές τοπωνυμικές λέξεις με την ίδια ρίζα. Λίγο πιο κάτω, ακριβώς έξω από την οικιστική περιοχή των δυο Μεσαιωνικών Αλμυρών (Halmyros) υπήρχε η γνωστή μέχρι και τις μέρες μας ακόμη σ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής Αλμυρού, και κυρίως σ’ όσους έχουν κτήματα στην περιφέρεια «Καράγκιορη» και «Τσιγκέλι», Αλατόστρατα. Και η παλιότερη λέξη που βρέθηκε σε κάποια επιγραφή «Αλμυρά» αποδιδόταν, από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, σε πόλη πρόγονο του Αλμυρού, αλλά και οι Δύο Ἀλμυροί ή Ἁρμυροί, και τα ξενόγλωσσα Duo Armiri, Armiro, Golfo de Armiro καθώς και τα Αλατόπυργος, Αλία κ.τ.λ. απηχούν την ίδια ρίζα.
Στα τελευταία βέβαια χρόνια με την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος και των πνευμάτων η λέξη Αλμυρός δεν παίρνει πνεύμα, ούτε δασεία ούτε ψιλή. Ο Αλμυρός δυστυχώς. . . «έχασε το πνεύμα του», και όλοι ησύχασαν. Το θέμα, που θεωρείται τόσο επουσιώδες αν όχι ενοχλητικό για το πρακτικό πνεύμα της εποχής μας, έμεινε μόνο για ν’ απασχολεί κάποιους αμετανόητους ακόμα ρομαντικούς ανιχνευτές του παρελθόντος αυτού του τόπου.

11. Ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς
Μία άλλη σημαντική τοπική θεότητα στην ευρύτερη περιοχή του Αλμυρού, στην αρχαία Αχαΐα Φθιώτιδα, αλλά και σε άλλα μέρη, ήταν η Ιτωνία Αθηνά. Το ιερό της βρισκόταν στην πόλη Ίτωνο, εξήντα στάδια μακριά από την Άλο: «Ἀπέχει δὲ Ἰτώνου περὶ ἑξήκοντα σταδίους ὁ Ἄλος ή ἡ Ἀλος». Η Άλος βρισκόταν «περὶ ἑκατὸν σταδίους» μακριά από τις Φθιώτιδς Θήβες. Η πόλη Ίτων ή Ιτών ή Ίτωνος ή Σιτών ήταν ονομαστή στην αρχαιότητα για τα πρόβατα που έτρεφε. «Μητέρα μήλων» (προβάτων) την ονομάζει ο Όμηρος.
Πού βρισκόταν η Ίτων; Ο Παυσανίας λέει ότι βρισκόταν Φερών και (Κρεμαστής) Λάρισας.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό, δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Η φθιωτική πόλις Ίτωνος» το οποίο αντιγράφουμε ολόκληρο στη συνέχεια, ως ένδειξη τιμής προς τον πρώτο ιδρυτή και βασικό συντελεστή του έργου της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς» αλλά και για διευκόλυνση κείνων των αναγνωστών μας στους οποίους δεν είναι εύκολη η πρόσβαση σε τέτοια παλαιά κείμενα:
«Ὁ Στράβων λέγει ὅτι ἡ ῎Αλος ἀπέχει τοῦ ᾿Ιτώνου περὶ ἑξήκοντα σταδίους, παρακατιὼν δὲ συγκρίνων ὁ αὐτὸς γωγράφος τὰς ἀποστάσεις μεταξύ Φθιωτίδων Θηβῶν καὶ Ἄλου λέγει ὅτι ἡ τελευταία διέχει Θηβῶν περὶ ἑκατὸν σταδίους. Λαμβάνοντες δὲ ὡς κέντρον τὰ ἐρείπια τῆς ῎Αλου καὶ συγκρίνοντες τὴν ἀπόστασιν αὐτῶν πρὸς τὴν τῶν Θηβῶν καὶ τῆς ᾿Ιτώνου, ὀφείλομεν ἀναζητῆσαι τὴν θέσιν τῆς τελευταίας εἰς θέσιν πλησιεστέραν τῶν Θηβῶν. Τὰ μὲν ἐρείπια τῶν Θηβῶν ἀπέχουσι τῆς Ἄλου περὶ τὰ 18 ½ χιλιόμετρα περίπου, ἤτοι περὶ τὰς 4 ½ ὥρας, τὰ δὲ τοῦ χωρίου Γεντσελί, ὡς Leake καὶ Γεωργιάδης θέλουσι, περὶ τὰ 15 χιλιόμετρα, ἤτοι περὶ τὰς 3 ½ ὥρας περίπου, ἤτοι ἀπόστασις ὑπερβαίνουσα τὴν ὑπὸ τοῦ Στράβωνος ὁριζομένην. ῾Ο δὲ κ. Μ. Χρυσοχόος ἐν τῷ χάρτη αὑτοῦ ἐν ἀμφιβόλω τίθησι τὴν ῎Ιτωνον παρὰ τὸ χωρίον Καρατζαταγλί, λίαν δὲ ἀτόπως τὸ μὲν χωρίον Καρατζαταγλὶ τίθησιν ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ νῦν Ξηριᾶ ποταμοῦ, τὸ δὲ χωρίον Γεντζελὶ ἑπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ νῦν Χολορρεύματος, τοῦ ὡς Κουαρίου σημειουμένου ἐν τῷ μνησθέντι χάρτῃ αὑτοῦ. ᾿Εκ δὲ τῆς ἐν τῷ χάρτῃ αὐτοῦ ἀλλαγῆς τῶν θέσεων τῶν δύο τούτων τῆς βορείου Φθιώτιδος ποταμίων, καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων συγγραφέων, ἀναφερόντων ὡς Κουάριον τὸ νῦν Χολόρρευμα, παραπεισθέντες ἐγράψαμεν ἀλλαχοῦ ὅτι τὰ ἐρείπια τῆς ᾿Ιτώνου εὕρηνται παρὰ τὴν νῦν θέσιν Τσουρνάτη βρύσις, ὄπισθεν τοῦ χωρίου Κιόλελερ, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ χάρτῃ αὑτοῦ ὁ κ. Χρυσοχόος. Ἀλλὰ τὸ χωρίον Κιοϊλὲρ, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ μνησθέντι χάρτῃ οὐδαμοῦ εὓρηται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀλμυρού ῾Η δὲ φυσικὴ διαγραφὴ τῶν δύο τούτων ποταμίων, τὰ μέγιστα συμβάλλουσα πρὸς τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τῆς Ἰτώνου, ἔδει νὰ ἔχῃ οὕτω: Ὁ μὲν Ξηριᾶς, κατερχόμενος ἐκ τῆς Ὄθρυος καὶ καταλίπων ἀριστερὰ τὸ χωρίον Γενιτζέκ, στρέφεται πρὸς Α. καὶ παραρρέων τὰ ἐν τῇ δεξιᾷ αὑτοῦ ὄχθῃ κείμενα χωρία Γκερικλί, Γενιτζελί, Καρατζαταγλί, Μπακλαλί καὶ τὴν ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης αὑτοῦ κειμένην πόλιν τοῦ Ἀλμυροῦ ἐκβάλλει εἰς τὸν Παγασητικὸν κόλπον. Τοῦ δὲ Χολορρεύματος ἡ ἐν τῇ πεδιάδι στροφὴ ἄρχεται ἐκ τοῦ χωρίου Κασουμπλί. Κεῖνται δὲ παρὰ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ ὄχθην τὰ χωρία Τουρκομουσλὶ καὶ Γενισλὲρ καὶ παρὰ τὴν ἀριστερὰν τὰ χωρία Δαουτζά, Καραδαναλὶ καὶ Ἀϊδίνιον. Καὶ ταῦτα μὲν κατὰ τὸν χάρτην τοῦ κ. Χρυσοχόου.
Ποῦ δ’ ἔκειτο ἡ Ἴτωνος; Παρὰ τὸ χωρίον Καρατζαταγλί εἰς ἀπόστασιν εἴκοσι λεπτῶν πρὸς Β. ὑψοῦται γήλοφος τεχνητὸς σχηματίζων ἐν τῇ κορυφῂ στρογγύλον καὶ ὁμαλὸν ὀροπέδιον, τόπον ἱερορεπῆ. Ὑπὸ τοὺς πρόποδας αὐτοῦ ἐκτείνονται δύο ἕλη ἀρκούντως εὐρέα, Ζερέλια ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων καλούμεν. Ἐν αὐτῷ δὲ καὶ τοῖς πέριξ ἀγροῖς εἰσιν ἐγκατεσπαρμένα συντρίμματα διαφόρων κεράμων, πλίνθων καὶ ἄλλων ἀγγείων ἐξ ὀπτῆς γῆς καὶ ἐνίοτε ἀνευρίσκονται νομίσματα ὑπὸ τῶν χωρικῶν. Ἐν δὲ τῷ ναῷ τοῦ μνημονευθέντος χωρίου εἰσὶν ἐντετειχισμένοι 9 κίονες μονόλιθοι ἐκ λευκοῦ μαρμάρου. ὀρθογώνιοί τινες λίθοι λευκοὶ καὶ μέλανες καὶ κίων μετὰ κιονοκράνου ὑποβαστάζων τὴν ἁγίαν Τράπεζαν. Ὄπισθεν δὲ ἐπὶ τῆς ἀνατολικῆς προσόψεως τοῦ ναοῦ εἰσὶν ἐντετειχισμένοι δύο κίονες ῥαβδωτοὶ, ὧν αἱ ῥαβδώσεις εἰσὶν ἑλικοειδεῖς. Πέριξ δὲ τοῦ ναοῦ σπόνδυλοί τινες κιόνων κεῖνται. Ἀνήκουσι τὰ λείψανα ταῦτα τῇ ἀρχαίᾳ Ἰτώνῳ; Ὁ Στράβων λέγει «τούτου δὲ (Κροκίου πεδίου) ὑπέρκειται ὁ ῎Ιτωνος, ὅπου τὸ τῆς ᾿Ιτωνίας ἱερὸν, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ ἐν τῇ Βοιωτίᾳ, καὶ ὁ Κουάριος ποταμός», ἐν δὲ τοῖς Βοιωτιακοῖς «…κατελάβοντο αὐτὴν (τὴν Κορώνειαν) ἐπανιόντες ἐκ τῆς Θετταλικῆς Ἄρνης οἱ Βοιωτοὶ μετὰ τὰ Τρωικὰ, ὅτε περ καὶ τὸν Ὀρχομενὸν ἔσχον. Κρατήσαντες δὲ τῆς Κορωνείας (τῆς ἐν Βοιωτίᾳ) ἐν τῷ πρὸ αὐτῆς πεδίῳ τὸ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἱερὸν ἱδρύσαντο, ὁμώνυμον τῷ Θετταλικῷ καὶ τὸν παραρρέοντα ποταμὸν Κουάριον προσηγόρευσαν, ὁμοφώνως τῷ ἐκεῖ». Κατὰ τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ Στράβωνος τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας ᾿Αθηνᾶς ἔκειτο παρά τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ Κουαρίου, ἐξ οὗ τὴν ἐπωνυμίαν ἔσχε καὶ ὁ Βοιωτικός. ῾Ο λόφος τῶν Ζερελίων ἀφίσταται 10 λεπτὰ τῆς ὣρας τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ νῦν Ξηριᾶ ποταμοῦ. ᾿Εν τῷ λόφῳ τούτῳ πρέπει να τοποθετήσωμεν τὸ διάσημον κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἱερὸν τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς, τόπῳ ἱεροπρεπεῖ καὶ καταλλήλῳ διὰ τὴν τοποθεσίαν τοιούτου ἱεροῦ. ῾Η δὲ θέσις αὓτη συμφωνεῖ πληρέστατα τῇ τε καλαισθησίᾳ, ἣν οἱ ῞Ελληνες πάντοτε ἔδειξαν ἐν τῇ ἐκλογῇ τῆς τοποθεσίας τῶν ἱερῶν αὑτῶν ναῶν, καὶ τῇ ὀξυδερκείᾳ ἐκείνῃ τῶν ἱερέων τοῦ νὰ ὠφελῶνται ἀπὸ παντὸς συντείνοντος εἰς ἀνύψωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος. Ἄν δὲ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἤδη σῳζόμενα ἐρείπια τῶν ἀρχαίων ναῶν καὶ πόλεων, εὑρίσκομεν ταῦτα πληρέστατα συμφωνοῦντα τοῖς τοῦ Ξενοφῶντος «ναοῖς γε μὴν καὶ βωμοῖς χώραν εἶναι πρεπωδεστάτην, ἥτις ἐμφανεστάτη οὖσα ἀστιβεστάτη εἴη, ἡδὺ μὲν γὰρ ἰδόντας προσεύξασθαι, ἡδὺ δὲ ἁγνῶς ἔχοντας προσιέναι». Ἡ δὲ μυθολογία ἐδόξαζεν ὅτι οἱ θεοὶ ἔχαιρον ἐπὶ χωρίοις ἐπιφανέσι διὰ τὰς φυσικὰς αὐτῶν ἀρετάς. Οὐδαμοῦ δὲ τοιαύτη θέσις ἰεροπρεπὴς κεῖται ἐκτὸς τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων. Ἐν ταύτῃ τῇ θέσει καὶ ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς Ἰτώνου μέχρι τῆς Ἅλου συμφωνεῖ πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Στράβωνος ὁριζομένην, ἀπέχουσα ἑξήκοντα περίπου σταδίους τῶν ἐρειπίων τῆς Ἅλου, ἤτοι περί τὰ 8 χιλιόμετρα περίπου (1 ὣρα καὶ 3/4) καὶ ὁ Ξηριᾶς ποταμὸς δὲν ἀφίσταται πολὺ (10 λεπτὰ τῆς ὣρας), καὶ ὄντως ὁ λόφος οὗτος ὑπέρκειταί πως τοῦ Κροκίου πεδίου.
Κατὰ ταῦτα ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἔκειτο ἐπὶ τοῦ μνημονευθέντος λόφου ἡ Ἴτωνος ποῦ ἔκειτο; Ἐὰν τὰ ἐρείπια τοῦ χωρίου Γεντζελί ἀποδώσωμεν, ὡς ὁ Leake καὶ ἄλλοι, τῇ Ἰτώνῳ, ἡ ἀπόστασις αὐτῆς ἀπὸ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων εἶνε μιᾶς ὣρας περίπου. ῾Ο Leake διέκρινε καὶ τὸ κρηπίδωμα τοῦ ἱεροῦ ἐν τῇ θέσει Μάρμαρα τοῦ χωρίου Γεντζελί. Ἀλλ’ ἡ θέσις ἔνθα τὸ ἔτι καὶ νῦν σῳζόμενον κρηπίδωμα κεῖται, δηλ. στενὴ βραχώδης καὶ ἀπότομος, λίαν ἀκατάλληλός ἐστι διὰ τὴν θέσιν τοῦ διασημοτάτου ἐκείνου ἱεροῦ. Λείψανα δὲ τῶν τειχῶν τῆς ἀρχαίας ἀκροπόλεως ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὑπερκειμένου τοῦ χωρίου λόφου κεῖνται ἄσημα καὶ κεκαλυμμένα ὑπὸ θάμνων. Ὀλίγα δὲ συντρίμματα κεράμων καὶ πηλίνων ἀγγείων ἐν τῇ κατωφερείᾳ τοῦ λόφου ἀνευρίσκονται καὶ κίων μονόλιθος πρασίνου χρώματος ἔν τινι βρύσει παρὰ τὸ χωρίον κεῖται. Ἐν δὲ τῷ ναῷ τοῦ χωρίου δύο λίθοι ὀρθογώνιοι ἐκ λευκοῦ καὶ μέλανος μαρμάρου ἐντετειχισμένοι εἰσίν. Ἄγνωστον ἐὰν ἐνταῦθα ἀνευρέθησαν ἤ ἀλλαχόθεν μετηνέχθησαν πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ ναοῦ. Ἄλλως τε ἡ ἀπόστασις ὑπερβαίνει τὴν ὑπὸ τοῦ Στράβωνος ὁριζομένην. Τοὐναντίον δὲ πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ πόλις ἔκειτο πέριξ τοῦ χωρίου Καρατζαταγλί. Ἴσως δὲ, ὡς ἱερὰ τῆς Ἀθηνᾶς, ἦν ἀτείχιστος, διὸ καὶ οὐδὲν λείψανον τῶν τειχῶν αὐτῆς ἀνευρίσκεται νῦν. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν ὁτι ἡ πόλις εὕρηται νῦν ἐν τῷ χωρίῳ Γεντζελί, ἡ τοιαύτη παραδοχὴ οὐδόλως ἀποκρούει τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὅτι τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων, διότι οὐδεμία θέσις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ, ὡς ἤδη ἐρρήθη, κέκτηται τοσαῦτα πλεονεκτήματα, ὡς ἡ θέσις αὕτη. Γνωστόν δ΄ ἐστιν, ὅτι πολλὰ ἱερὰ κατά τε τὴν Ἀσίαν καὶ ἐν Ἑλλάδι δὲν περικλείοντο ἐντὸς τῶν ὀχυρωμάτων τῶν γειτνιαζουσῶν πόλεων, ἀλλ’ ἦσαν ὑπὸ τὴν φυλακὴν τῆς ἰδίας αὑτῶν ἱερότητος. ᾿Ενταῦθα λοιπὸν ἄς ζητηθῇἡ θέσις καὶ τὸ διάγραμμα τοῦ ἱεροῦ.
Ἕν ὑφ’ ἡμῶν δημοσιευθησόμενον νόμισμα τῆς Ἰτώνου ἐν τῇ θέσει ταύτῃ εὑρέθη, καθ’ ἃ μὲ διεβεβαίωσεν ὁ κάτοχος αὐτοῦ. Καὶ αἱ ὑφ’ ἡμῶν δὲ ἐν τῷ Bulletin de Correspondance Hellenique (t. XV, p. 568, ἀρ. 12 καὶ 13) δημοσιευθεῖσαι ἐπιγραφαὶ αὐτόθι ἀνευρέθησαν. Οὐδόλως δ’ ἀμφίβολον τυγχάνει, ὅτι καὶ πλεῖστοι ἀρχαῖοι λίθοι, ἐνεπίγραφοι ἤ μή, ἐντεῦθεν μετηνέχθησαν ἐν τῇ 3/4 τῆς ὣρας ἀπεχούσῃ πόλει τοῦ Ἁλμυροῦ, ὡς καὶ τὰ ἐν τῷ χωρίῳ Καρατζαταγλί ἐντετεισμένα λείψανα ἀρχιτεκτονικῆς.
᾿Εκ τῶν ἀνωτέρω ὅθεν συνάγεται, ὅτι:
1) ἡ Ἴτωνος ἤ ἔκειτο παρὰ τὸ χωρίον Καρατζαταγλὶ ἐν τῇ νῦν θέσει, τοῖς Ζερελίοις, ἤ ἐν τῷ χωρίῳ Γεντσελί, ὡς ὁ Leake, καὶ ἄλλοι.
2) Τὸ ἱερὸν τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων.
3) Κουάριος ποταμὸς τῶν ἀρχαίων ἐστὶν ὁ νῦν Ξηριᾶς καὶ οὐχὶ τὸ νῦν Χολόρρευμα, ὡς μέχρι τοῦδε παραδεχόμεθα.
Πάντες δὲ οἱ νεώτεροι γενικῶς παραδέχονται, ὡς ἀνωτέρω εἴρηται, ὡς Κουάριον τῶν ἀρχαίων τὸ νῦν Χολόρρευμα, ὅπερ πόρρω ἀφίσταται τῶν χωρίων Γεντσελὶ καὶ Καρατζαταγλί. ῾Ο δὲ Bursian ἀπατηθεὶς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης διορθώσεως τῆς παρὰ Στράβωνι ἀπαντώσης συγκεκομμένης λέξεως …αιας εἰς ᾿Ιτωνίας, ὅτι δηλ. ἕτερος ποταμὸς Κουράλιος ἐν τῇ Ἑστιαιώτιδι ῥέων παρὰ τὴν Φαρκαδόνα καὶ τὸ …αιας Ἀθηνᾶς ἱερὸν εἰς τὸν Πηνειὸν ἐξίησι, παρεδέχθη τὴν ὕπαρξιν καὶ ἐτέρου ἱεροῦ διαφόρου τοῦ παρὰ τὴν Ἴτωνον ἐν τῇ Φθιώτιδι κειμένου διασημοτάτου ἱεροῦ τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς. Ὁ δὲ Mueller ἀνήγειρε διὰ τῆς φαντασίας καὶ τρίτον ὁμώνυμον ἱερὸν ἐν τῇ Θεσσαλιώτιδι παρὰ τὸ Κιέριον, παρεξηγήσας δὲ χωρίον τι τοῦ Παυσανίου ἵδρυσε καὶ τέταρτον ὁμώνυμον ἱερὸν μεταξὺ Φερῶν καὶ Λαρίσης τῆς ἐν τῇ Πελασγιώτιδι μητροπόλεως τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ Λάρισα ἐνταῦθα ἐννοητέα ἡ Κρεμαστή, μεταξὺ τῆς ὁποίας καὶ τῶν Φερῶν ἔκειτο ἡ Ἴτωνος καὶ τὸ παρ’ αὐτὴν ἱερὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς καὶ οὐχὶ ἡ ἐν τῇ Πελασγιώτιδι. Καὶ ὄντως ἡ θέσις αὕτη τῆς Ἰτώνου παρὰ τὸ Καρατζαταγλὶ ἀντιστοιχεῖ πληρέστατα πρὸς τὴν σαφῆ μαρτυρίαν τοῦ Παυσανίου. Οἱ δὲ παρὰ τὴν Φαρκαδόνα (Bursian) καὶ τὸ Κιέριον (Mueller) ναοὶ τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς εἰσὶν ὅλως ἀνύπαρκτοι καὶ φαντασιώδεις. Ἡ ἀντίφασις αὕτη αἵρεται, ἐὰν, κατὰ τὴν λίαν ὀρθὴν διόρθωσιν ὑπὸ τοῦ κ. Γεωργιάδου τῆς ἐν τῷ μνημονευθέντι χωρίω τοῦ Στράβωνος ἀπαντώσης συγκεκομμένης λέξεως …αιας εἰς Πελιννἁίας καὶ οὐχὶ Ἰτωνίας, ἐννοήσωμεν ἕτερον ναὸν τῆς Πελινναίας Ἀθηνᾶς παρὰ τὴν Πελίννην ἐν τῇ Ἑστιαιώτιδι, παρὰ τὸν ὁποῖον ναὸν ἔρρεεν ὁ Κουράλιος. Ὅτι δὲ ὁ παρὰ τὴν Ἴτωνον ῥέων Κουάριος, ἐξ οὗ, ὡς εἴπομεν, ἐκλήθη ὁμωνύμως καὶ ὁ Κουάριος τῆς Βοιωτίας, ἐκαλεῖτο καὶ Κουράλιος, ἐπίσης κἀκεῖνος, βεβαιοῦται ἐκ δύο ἐπιγραφῶν ἀνευρεθεισῶν, τῆς μὲν μιᾶς παρὰ τὸ χωρίον Καραμπὰς, τῆς δὲ ἑτέρας ἐν τῷ χωρίῳ Κωφοῖς, καὶ ὑφ’ ἡμῶν δημοσιευθεισῶν ἐν τῷ Bulletin de Correspondance Hellenique (t. XV, p. 563 καὶ ἑ., 568 καὶ ἑ., ἀριθ. 2 καὶ 14), ἐν αἷς ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ μηνὸς Κουραλίου, ὠνομασμένου πιθανώτατα ἐκ τοῦ ποταμοῦ εἰς τιμὴν τοῦ ὁποίου ἦν καθιερωμένος, καθάπερ καὶ ὁ Ἰτώνιος μὴν ἦν καθιερωμένος εἰς τιμὴν τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς. Ἀνάλογον δέ τι συνέβαινε καὶ ἐν τῷ Κουαρίῳ τῆς Βοιωτίας, ὡς ἔφθημεν εἰπόντες, ὃν ὁ Ἀλκαῖος, παρὰ Στράβωνι, Κουράλιον καλεῖ, καὶ τῷ τῆς Ἑστιαιώτιδος.»
Αυτά έγραφε για τη θέση της πόλης Ιτώνου και του ιερού της Ιτωνίας Αθηνάς το 1892 ο Νικόλαος Γιαννόπουλος χωρίς να έχει κάνει ανασκαφές αλλά με βάση τις επιφανειακές παρατηρήσεις μόνο και τις υπάρχουσες γραπτές πηγές.
Το καλοκαίρι του 1908 πραγματοποίησε ανασκαφές στα Ζερέλια η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή με τους Wace, Droop και Thomson. Η έκθεση για τα αποτελέσματα των αανασκαφών αυτών δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Annual of the British School at Athens». Μικρή περίληση δημοσίευσε η Φιλάρχαιος Εταιρεία Αλμυρού «Όθρυς» στο «Δελτίον» της, την οποία προυσιάζουμε και εδώ:
«Ἐν ὀνόματι τῆς Ἀγγλικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς καὶ μὲ πίστωσιν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Cambridge ἐνηργήσαμεν ἀνασκαφὰς ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας εἰς τὸν προϊστορικὸν συνοικισμὸν τῶν Ζερελίων μηνὶ ᾿Ιουνίῳ 1908. Ἡ λεγομένη μαγοῦλα ἀποτελεῖται ὑπὸ σωροῦ χώματος ὀφειλομένου εἰς τὰ ἐρείπια τῶν καλυβῶν τῶν κατοίκων καὶ ἔχει ὕψος ἀπὸ 6 – 8 μέτρων. Τὰ χώματα διαιροῦνται εὐκόλως εἰς 8 διάφορα στρώματα, τὰ ὁποῖα ἀποχωρίζονται τὸ ἓν τοῦ ἄλλου διὰ ζωνῶν κειμένων πλίνθων, ξύλων, στάκτης κ.τ.λ. Καὶ ἀπὸ τὰ ἀγγεῖα τὰ εὑρεθέντα εἰς τὰ διάφορα στρώματα βλέπομεν εὐκόλως τὴν πρόοδον ἤ τὴν κατάπτωσιν τῆς τέχνης.
Εἰς τὸ πρῶτον, ἤτοι εἰς τὸ κατώτερον στρῶμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει περίπου εἰς τὸ ἔτος 2500 π.Χ., ἀνεκαλύφθησαν ἁπλᾶ κόκκινα ἀγγεῖα ἀπὸ πηλὸν λεπτὸν καὶ κάλλιστα ἐψημένον, καὶ ἐπίσης ὄχι πολλὰ ἀποσπάσματα ἀγγείων μετ’ ἐρυθρῶν κοσμημάτων ἐπὶ λευκοῦ ἐδάφους. Εἰς τὸ δεύτερον στρῶμα τοὐναντίον κυριεύει, δηλαδὴ τὰ χρωματιστὰ ἀγγεῖα πλεονάζουν ἀπὸ τὰ ἁπλᾶ ἐρυθρᾶ. Εἰς τὸ τρίτον, τέταρτον, πέμπτον στρώματα βαθμηδὸν ἐκλείπουσι τὰ δύο ταῦτα εἴδη ἀγγείων. ᾿Εν δὲ τῇ θέσει των ἀρχίζουν νὰ ἦναι ἐν χρήσει ἔγχροα ἀγγεῖα χονδρᾶς κατασκευῆς καὶ εἰς ταύτην τὴν ἐποχὴν εὑρίσκονται ἐν Ζερελίοις ἐζωγραφημένα ἀγγεῖα τοῦ γνωστοῦ ῥυθμοῦ του Διμινίου μετὰ παραστάσεων ἑλικοειδῶν καὶ γεωμετρικῶν. Εἰς δὲ τὰ τελευταῖα τρία στρώματα, τὸ ἓκτον, τὸ ἓβδομον καὶ ὄγδοον, ἐλλείπουσι περίπου ἐντελῶς ἔγχροα ἀγγεῖα, καὶ εὑρίσκονται ἄχροα ἀγγεῖα, τῶν ὁποίων ὁ πηλὸς εἶναι ὁτὲ μὲν ἐρυθρὸς, ὁτὲ δὲ μέλας. Εἰς δὲ τὸ ὄγδοον στρῶμα εὑρέθησαν δεκαπέντε τεμάχια μυκηναϊκῶν ἀγγείων τῆς τελευταίας μυκηναϊκῆς περιόδου καὶ τεμάχια βιδωτῶν ἀγγείων τῆς ᾿Ορχομενοῦ. ᾿Εκ τούτων δὲ βλέπομεν ῾ὅτι ἡ χρονολογία τοῦ τελευταίου ἤ ὀγδόου (ἐπάνω) στρώματος εἶναι περίπου τὸ 1200 π.Χ. ἔτος.
Εἰς ὅλα δὲ τὰ στρώματα εὑρέθησαν τεμάχια πηλίνων ἀγαλματίων, τὰ ὁποῖα δεικνύουσιν ὅτι κατέπεσεν ἡ τέχνη τῶν ἀγαλματίων συγχρόνως τῇ τέχνῃ τῶν ἀγγείων. Τὸ ἐναντίον δὲ παρατηρεῖται εἰς τοὺς λιθίνους πελέκεις, ὧν οἱ παλαιότεροι εἶναι ἀτρύπητοι καὶ οἱ τοῦ ὀγδόου στρώματος εἶναι τρυπημένοι, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ὄγδοον καὶ ἴσως καὶ τὸ ἕβδομον στρῶμα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ χαλκοῦ αἰῶνος.
Αὕτη ἡ ἰδέα ἴσως βεβαιοῦται ἀπὸ εὓρεσιν ὀκτὼ τάφων τοῦ χαλκοῦ αἰῶνος εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ ὀγδόου στρώματος. Οἱ τάφοι εἶνε κατεσκευασμένοι μὲ πλάκας ὀρθίας καὶ περιεῖχον ὀλίγα κτερίσματα. ῾Ο καλλίτερος τάφος εἶχε τὰ ὀστᾶ ἡλικιωμένου ἀνδρὸς καὶ ἕνα πέλεκυν διάτρητον, ἓν χαλκοῦν ἐγχειρίδιον (μαχαῖρι) καὶ μίαν αἰχμὴν βέλους ἐκ πυρίτου λίθου. Εἰς ἄλλον τάφον παιδίου μικροῦ τὰ ὀστᾶ ἦσαν κεκαλυμμένα μὲ τὸ ἤμισυ ἑνὸς πίθου καὶ εὑρέθησαν ὁμοῦ μερικαὶ χάνδραι ὑάλιναι καὶ μία χαλκῆ. ᾿Εν ἑτέρῳ δὲ τάφῳ εὑρέθη ἓν μικρὸν ἄχρουν ἀγγεῖον.
Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀνασκαφῶν δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν ὡς ἑξῆς. ᾿Απὸ τοῦ ἔτους 2500 π.Χ. μέχρι περίπου 2000 πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζεν ὁ νεολιθικὸς πολιτισμός, ἔκτοτε δὲ βαθμηδὸν ἤρξατο καταπίπτων. Εἰς τὸ ἔτος 1200 περίπου πρὸ Χριστοῦ ὁ μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς ἐξετάθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ διώξῃ τοὺς παλαιοὺς κατοίκους. Δηλαδὴ ἕως ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ βόρειος ῾Ελλὰς ἐχωρίσθη ἀπὸ τὴν νότιον. Καὶ ἄλλο σημεῖον ὅτι οἱ λαοὶ τῆς βορείου καὶ τῆς νοτίου ῾Ελλάδος δὲν ἦσαν ὅμοιοι ἔχομεν ἐν τῷ καλῷ ἀγαλματίῳ τοῦ ἑβδόμου στρώματος. Τοῦτο παριστάνει ἄνδρα γυμνὸν καθήμενον και στηρίζοντα τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν γονάτων, ἔχοντα δὲ τὸν φαλλὸν ὄρθιον.
Τοῦτο τὸ ἄσεμνον ἀγαλμάτιον διαφέρει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἀγαλμάτια τῶν Μυκηνῶν καὶ τῆς Κρήτης. ᾿Απὸ ἀνασκαφῶν καὶ ἀπὸ τοπογραφικῶν μελετῶν γνωρίζομν ὅτι ὁ αὐτὸς λαὸς κατὰ τὸν νεολιθικὸν αἰῶνα κατῴκει τήν τε Θεσσαλίαν καὶ τὴν κοιλάδα τοῦ Σπερχειοῦ καὶ τὴν Φωκίδα μέχρι τοῦ Ὀρχομενοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὴν Φωκίδα καὶ τὴν κοιλάδα τοῦ Σπερχειοῦ ἐξετάθη ὁ μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς πολὺ πρότερον πρὶν ἤ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. ῾Η δὲ λύσις τούτων καὶ ἄλλων ζητημάτων ἀναμένεται ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἄλλων ἀνασκαφῶν.
A.T. WACE, T.P. DROOP, M.S.THOMSON

Την ίδια γνώμη με τον Γιαννόπουλο ότι ο ναός της Ιτωνίας Αθηνάς βρισκόταν στο λόφο των Ζερελίων είχε και ο Staehlin. Αυτή τη γνώμη όμως δεν την δέχτηκε ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος, ο οποίος με βάση τα ευρήματα των ανασκαφών που ενήργησαν στο λόφο «Ζερέλια» οι Wace, Droop και Thomson γράφει:
«Ἐκ τῶν ἀνασκαφῶν τούτων ἀπεδείχθη ὅτι ὁ ναὸς τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς δὲν ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τούτου, ὠς εἶχόν ποτε νομίσει φιλάρχαιοί τινες καὶ ὁ κ. Staehlin, πιθανῶς δὲ οὐδὲ ἡ ἀρχαϊκὴ καὶ ἱστορικὴ πόλις ἔκειτο ἐπὶ τοῦ λόφου τούτου.
Διότι ἐπὶ τῆς ἀνωτάτης ἀτειχίστου ἐπιφανίας αὐτοῦ εὑρέθησαν ἐλάχιστα ἴχνη ἀρχαιοτήτων βυζαντιακῶν καὶ ἱστορικῶν ἑλληνικῶν χρόνων, ἀναμεμειγμένων μετ’ ὀλίγων ἐπίσης θραυσμάτων ἀγγείων τῆς μυκηναίας περιόδου. Κατὰ δὲ τὸ λοιπὸν κατείχετο ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας ὁ λόφος ὑπὸ προϊστορικῶν, καὶ δὴ προμυκηναίων συνοικισμῶν, ὧν εὑρέθησαν οκτὼ ἀλλεπάλληλα στρώματα, διήκοντα εἰς μέγα βάθος καὶ διὰ τῶν ἀμοιβαίων καταστροφῶν σχηματίσαντα τὸν λόφον τοῦτον, ὡς ᾔκασεν ὀρθῶς ὁ κ. Τσούντας περὶ τῶν πλείστων ἐκ τῶν ὁμοίων λόφων ἐν εἴδει κολούρου κώνου.
Τὰ ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν Ζερελίων εὑρήματα εἶναι τὰ συνήθη προϊστορικὰ ἀγγεῖα, ὧν τινὲς μορφαὶ εἶναι καὶ τρόποι κοσμήσεως διὰ πρώτην φορὰν, κατὰ τὸν κ. Wace, ἐμφανίζονται ἐνταῦθα, καὶ δὴ τὰ φέροντα ἐπὶ λευκοῦ ἐπιχρίσματος γραμμὰς δι’ ἐρυθρᾶς βαφῆς κ.τ.τ….»
Έχοντας, λοιπόν την άποψη ότι ο ναός της Ιτωνίας Αθηνάς δεν μπορούσε να βρισκόταν στο λόφο των Ζερελίων, όπως πίστευαν ο Γιαννόπουλος και Staehlin, αλλά βέβαιος βρισκόταν αλλού, εκεί κάπου πλησίον, ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος έκανε ανασκαφές στη γειτονική θέση «Παλιοκκλήσι»
Παραθέτουμε το σχετικό κείμενο του δημοσιεύματός του :
«Κατὰ μῆνα Μάιον ἀνεσκάψαμεν καὶ ἡμεῖς δαπάναις τοῦ Δήμου Ἁλμυροῦ ἐρείπιά τινα, εὑρισκόμενα παρὰ τὸν λόφον «Ζερέλια» δεξιὰ τῆς εἰς τὸ χωρίον Καραντζάνταγλη ὁδοῦ ὑπὲρ τὸ φρέαρ, ἐξ οὗ ὑδευόνται οἰ χωρικοί, ἐπὶ ὑψώματος καλουμένου «Παλαιοκκλήσι».
Ἐνταῦθα εἶχεν εὕρει τῷ 1905 – 1906 ὁ ἰδιοκτήτης Ἀργύριος Βασιλάκος ἴχνη τετραγώνου οἰκοδομήματος, ὅπερ ἀνέσκαψεν αὐτὸς ἐν μέρει τὸ πρῶτον, ἀνατρέψας καὶ σχεδὸν ἐξαφανίσας τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν αὐτοῦ.
Μετ’ οὐ πολύ, μαθὼν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐρειπίων τούτων ὁ κ. Vollgraff, ἀνέσκαψεν ἐκεῖ ἐπ’ ὀλίγον καὶ λίαν ἐσπευσμένως, εὑρών, ὡς λέγει ὁ ἐν Ἁλμυρῷ φιλάρχαιος κ. Ν. Γιαννόπουλος, ἓν νόμισμα, συντρίμματα πίθων καὶ μικρὸν μολύβδινον ἀγγεῖον, ἅτινα, ὡς λέγεται, κατετέθησαν ἐν τῷ ῾Ελληνικῷ Σχολείῳ Ἁλμυροῦ.
Ἐξακολουθήσαντες καὶ ἡμεῖς τὴν ἀνασκαφὴν, ἐκαθαρίσαμεν καὶ ἀπεκαλύψμεν τὸ ὅλον οἰκοδόμημα, οὖτινος πρόχειρον ἀλλ’ ἀκριβὲς διάγραμμα δεικνύει ἡ εἰκὼν 1.
Τὸ οἰκοδόμημα, ὡς βλέπει τις, ἔχει ἔμφασιν ναοῦ. ᾿Εκτίσθη δ’ ἐπὶ ευθυντηρίας ἐκ κοινῶν λίθων τοῖχος ἐκ μεγάλων λαξευτῶν τὰ ἔξω λίθων, ἔσω δὲ διὰ μικροτέρων, καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐν Φεραῖς ἡρῷον , ἀλλὰ πολὺ ἀμελέστερον ἐκείνου.
Ἡ εὐθυντηρία ἔχει ὕψος 0,12 – 0,25 μ., ὁ δὲ τοῖχος ὕψος μὲν 0,85 μ. εἰς τρεῖς δόμους ἰσοδομικῶς, πάχος δὲ 0,88 μ. Τὸ λοιπὸν τοῦ ὕψους, ὡς καὶ τὰ ἔσω διαμερίσματα ἐκτίσθησαν δι’ ὠμῶν πλίνθων, ὧν πολλὰς εὕρομεν καὶ ἐντὸς τοῦ κτίσματος καὶ περὶ αὐτό. Εὑρέθησαν ἐπίσης καὶ ἴχνη ξύλων ἀπηνρακωμένων, δι’ ὧν κατεσκευάσθησαν τὰ ἔσω καὶ ἡ στέγη, ἔτι δὲ εὐτελεῖς κέραμοι αὐτῆς.
Τὸ κτίσμα τοῦτο ἐποιήθη πιθανῶς κατὰ τὴν Δ΄- Γ΄ π.Χ. ἑκατονταετηρίδα, διότι εὕρομεν ὀλίγα τμήματα μελανομόρφων ἀγγείων τῆς περιόδου ταύτης, ἔτι δὲ τμῆμα χαλκοῦ ἀγγείου, θραύσματα δύο ὀξέων πίθων ἀσημάντων, κατακεχωσμένων καὶ ὄντων πλήρων τέφρας καὶ ὀστῶν σφαγίων. Οὗτοι εὑρέθησαν βαθύτατα ἔσω τῆς δυτικῆς πλευρᾶς, καὶ ἴσως ἐτέθησαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς οἰκοδομίας μετὰ τέλεσμά τι διὰ τὴν ἐπ’ αἰσίοις κατασκυὴν τοῦ κτίσματος. Ἐπίσης εὑρέθησαν καί τινα ἐκχύσματα μολύβδου, οὗ χρῆσις φαίνεται ὅτι ἐγένετο κατὰ τὰς γομφώσις τῶν σιδήρων μετὰ ξύλων, λίθων κ.τ.τ.
Σημαντικόν εὕρημα ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν τμῆμα κεφαλῆς πηλίνου ἀγαλματίου, 1/4 περίπου τοῦ φυσικοῦ μεγέθους, καλῆς τέχνης τῆς Δ΄- Γ΄ π.Χ. ἑκατονταετηρίδος. Σώζεται ὁ δεξιὸς ὀφθαλμὸς μετὰ τῆς παρειᾶς, μέρους τῆς ῥινὸς καὶ τῆς ἀτάκτως ἐπικειμένης κόμης, κατὰ τὸν γνωστὸν φυσικὸν Λυσίππειον τρόπον ἀποδοθείσης.
Τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο ἐκτίσθη ἐπὶ ἀρχαιοτέρου κτίσματος καὶ δὴ προϊστορικοῦ: διότι εὕρομεν ὑπὸ τὴν εὐθυντηρίαν πολλαχοῦ πολλὰ ἴχνη ἀνθράκων καὶ ἀφθόνου τέφρας, λιθίνην κοπίδα τῆς νεολιθικῆς περιόδου, πήλινον πεσσὸν σφενδόνης καί τινα θραύσματα ἀβαφῶν χειροποιήτων ἀγγείων.
Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑψώματος τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ πάντων τῶν περὶ τὸν λόφον Ζερέλια ὁμοίων ὑψωμάτων, κατῴκουν κατὰ τὴν προϊστορικὴν περίοδον ἄνθρωποι ἐντὸς καλυβῶν, μεμονωμένων κατὰ μίαν ἤ πλείονας, οἵτινες ἐν καιρῷ κινδύνου προσέτρεχον εἰς τὸ ἀστυ, ἤτοι εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ζερελίων μέγαν σχετικῶς συνοικισμὸν. Τοῦτο βεβαιοῦσι προϊστορικὰ ἀγγεῖα, ἅτινα εὕρομεν πολλαχοῦ ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ὑψωμάτων.
Τὸ δὲ εὑρεθὲν κτίσμα δύναται βεβαίως νὰ ὀνομασθῇ ἱερόν τι, ἤ οἴκημα ἱερέως, ἤ ἁπλῶς οἴκημα. Τὸ σχῆμα αὐτοῦ εὐνοεῖ τὴν πρώτην ἐκδοχήν. ῞Οτι ὃμως δὲν ἦτό τι σημαντικὸν ἱερόν, πολὺ δὲ μᾶλλον ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ ναὸς τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς, φαίνεται ἐκ τῶν ἤδη ἐκτεθέντων βέβαιον.»
«Ὅτι ἡ πόλις Ἴτωνος ἔκειτο περὶ τὰς ἀνωτέρω θέσεις βεβαιοῖ τὸ χωρίον τοῦ Στράβωνος Θ΄ 433, 19 «ἀπέχει δὲ ᾿Ιτώνου περὶ ἑξήκοντα σταδίους ὁ Ἅλος ἤ ἡ Ἅλος» καὶ 435, 19 «τούτου (ἐνν. Κροκίου πεδίου) δ’ ὑπέρκειται ὁ Ἴτωνος, ὅπου τὸ τῆς Ἰτωνίας ἱερόν», βεβαίας οὔσης τῆς θέσεως τῆς Ἅλου. Οὕτως ὁ μὲν Κern (JGIX 2 σελ. 35) ἐσφαλμένως θέτει αὐτὴν καίπερ ἀμφιβάλλων εἰς τὴν «Τσουρνάη Βρύσι», ὁ δὲ κ. Staehlin ἐ. ἀν. σελ. 15 ὀρθῶς καίπερ ἀορίστως περὶ τὰς θέσεις ταύτας.
Καὶ τὸν μὲν συνοικισμὸν τῶν Ζερελίων καὶ τῶν πέριξ ὑψωμάτων δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν προϊστορικὴν ῎Ιτωνον, ἡ ὁμηρικὴ Ἴτωνος τοῦ Καταλόγου Β 696
«….. ῎Ιτωνά τε μητέρα μήλων»,
πόλις τότε τοῦ βασιλείου τοῦ Πρωτεσιλάου, φαίνεται ὅτι φὲν κεῖται πλέον ἐπὶ τοῦ ἰδίου λόφου, διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, αἱ ἀνασκαφαὶ τῶν Ἄγγλων ἐλάχιστα ἴχνη μυκηναίας περόδου, σχεδὸν δὲ οὐδὲν ἀρχαϊκῆς ἀπέδοσαν. ῾Ο λόφος λοιπὸν κατὰ τὰς περιόδους ταύτας θὰ κατείχετο ὑπ’ ὀλίγων κατοίκων.
Ἀλλ’ ὑπάρχουσι τρία φρούρια «Παλαιόκαστρα» λεγόμενα, νοτίως τοῦ λόφου ἐπὶ τῶν προπόδων τῆς Ὄθρυος, ἓν μὲν παρ’ αὐτὸ τὸ χωρίον Καραντζάνταγλη, ἕτερον δ’ ὑπερ αὐτὸ ΝΔ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ὄρους εἰς ἀπόστασιν ½ ὥρας ἐντεῦθεν, τρίτον δὲ ΝΑ εἰς ἀπόστασιν 1 ὥρας ἀπὸ τοῦ χωρίου. Τούτων ἠρευνήσαμεν τὸ πρῶτον καὶ τὸ τρίτον, περὶ ὧν καὶ ὁ κ. Staehlin γράφει.
Ταῦτα περιβάλλονται ὑπὸ τειχῶν πολυγωνικῶν πρὸς τὸ ἰσοδομικὸν κλινόντων, λίαν ἐπιμελῶς πεποιημένων καὶ ἰσχυροτάτων, ἐνιαχοῦ μέχρι 1,50 μ. ὕψους σῳζομένων, καὶ αἱ θέσεις δὲ καθ’ ἑαυτὰς εἶναι φύσει ὀχυραὶ καὶ λίαν ἀπότομοι, μάλιστα ἡ τοῦ τρίτου φρουρίου.
Φαίνονται δὲ τὰ τείχη ποιηθέντα κατὰ τὴν Ζ΄-ΣΤ΄ π. Χ. ἑκατονταετηρίδα. Τοῦτο ἦτο φυσικὸν νὰ γίνῃ, τῶν κατοίκων μὴ ἐχόντων ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Ζερελίων ἀσφαλὲς καταφύγιον, μετοικησάντων δὲ τὴν πόλιν εἰς τὰς θέσεις ταύτας.
Κατὰ ταῦτα ἡ ὁμηρικὴ καὶ ἱστορικὴ Ἴτωνος εἶναι τὰ τρία ταῦτα, σύγχρονα ἀλλήλοις, φρούρια. Οὐδὲ θὰ φανῇ παράδοξον τὸ ὅτι κατενεμήθη οὕτως ἡ πόλις: διότι καὶ σήμερον περὶ τὰ σημεῖα ταῦτα κατανέμνται οἱ σταθμοί, ἤ, ὡς νῦν λέγονται, «κοπάδια» τῶν προβάτων, ἄλλα μὲν συναθροιζόμενα περὶ αὐτὸ τὸ Καραντζάνταγλη, ἄλλα κατὰ τὸ δεύτερον φρούριον, ὡς ἐμάθομεν, καὶ ἄλλα κατὰ τὸ τρίτον, ὡς εἴδομεν, βόσκοντα κατὰ τὰς ἐκεῖσε θέσεις «Τσατάλι, Προσήλια, Τσουκνίδα, βουνό Σαμαρσίκι κ.τ.λ.»…
Οὕτως αἱ θέσεις αὗται εὐνοοῦσι τὰ μάλιστα τὴν ἐπωνυμίαν τῆς Ἰτώνου ὡς «μητρὸς μήλων», βεβαιοῦσι δὲ καὶ τὰ τείχη ὅτι ἐνταῦθα κεῖται ἡ ὁμηρικὴ, ἀρχαϊκὴ καὶ ἱστορικὴ Ἴτωνος, τὰ δὲ Ζερέλια ἡ προϊστορική……
Ποῦ ὅμως ἔκειτο ὁ ναὸς τῆς ᾿Ιτωνίας ᾿Αθηνᾶς; τὸ προμνημονευθὲν χωρίον τοῦ Στράβωνος εἶναί πως ἀόριστον («ὅπου τὸ τῆς ᾿Ιτωνίας ἱερόν»), ἔτι δὲ μᾶλλον τὸ τοῦ Παυσανίου, δι’ οὗ μανθάνομεν ὅτι ὁ ναὸς ἔκειτο «Φερῶν μεταξὺ καὶ Λαρίσης (Κρεμαστῆς».
Τὸ πιθανώτατον εἶναι ὅτι δέον νὰ ζητηθῇ ὁ ναὸς οὖτος ἐγγὺς τῶν εἰρημένων θέσεων, ὅπερ καὶ ὁ Στράβων λέγει. Πράγματι δὲ πολλοὶ λίθοι, ἐν ναοῦ ἐμφανῶς προερχόμενοι, ἐλήφθησαν ἐντεῦθεν μετακομισθέντες εἰς Ἁλμυρὸν πρὸς κτίσιν κρηνῶν, τζαμίων, ἐκκλησιῶν, οἰκιῶν, ὧν πολλοὺς βλέπει τις ἐν τῇ κωμοπόλει ταύτῃ καὶ σήμερον. Τούτων τὴν ἐξ ᾿Ιτώνου ἐκφόρησιν ἐβεβαιώσαμεν δι’ ἀξιοπίστων πληροφοριῶν.
Καὶ εἰς τὰ φρέατα τοῦ Καραντζάνταγλη ὑπάρχουσί τινες ὅμοιοι λίθοι καὶ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ χωρίου, τιμωμένῃ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ῾Αγίου Νικολάου καὶ κτισθείσῃ (ἤ ἐπισκευασθείσῃ) κατ’ ἐπιγραφὴν σῳζομένην τῷ 1818, εὕρομεν πολλοὺς κυβολίθους ἐκ μεγάλου οἰκοδομήματος, καὶ δὴ εἰς τὸ ὑπέρθυρον τῆς ὀπισθίου θύρας μέγαν μελανόλιθον μετὰ τόρμων ἀρχαϊκῆς ἐργασίας, μαρμαρίνους λίθους ἐπιμελῶς εἰργασμένους μετὰ γεισωμάτων, κίονας μονολίθους ῥωμαϊκῶν καὶ βυζαντιακῶν χρόνων, ὧν εἷς φέρει βάθυσμα πρὸς ὑποδοχὴν ἀναθήματος, κιονίσκους μετὰ στρεπτῶν αὐλάκων βυζαντιακοὺς κ.τ.τ.
Πρὸς τούτοις ἐκ τῶν θέσεων τούτων ἐκόμισεν ὁ Βελῆ Πασᾶς, ὡς ἐμάθομεν παρὰ τῶν γερόντων, εἰς τὴν παραλίαν Τσιγγέλι πλείστους ἀρχαίους λίθους κατειργασμένους, ἔτι δὲ καὶ οἱ μοναχοὶ καὶ φιλόθρησκοι κάτοικοι μετήνεγκαν ἐντεῦθεν ὁμοίους εἰς τὴν μονὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μεταξὺ Μπακλαλῆ καὶ Καραντζάνταγλη κειμένην ἐπὶ μέσου που τοῦ βουνοῦ.
Ταῦτα πάντα μαρτυροῦσι τὴν ἐνταῦθά που ὕπαρξιν μεγάλου ἀρχαίου ναοῦ, οἷον ἀναμένομεν τὸν τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς, ὑφ’ ἁπάντων τῶν Θεσσαλῶν τιμωμένης καὶ ἐκ τοῦ ἀναθήματος τοῦ Πύρρου ὑποτιθεμένης ὡς ἐχούσης σπουδαῖον ναόν. Διότι ἐκεῖ ἀνέθηκεν τὰ ἐκ τῆς μεγάλης αὑτοῦ νίκης κατὰ τοῦ Ἀντιγόνου καὶ τῶν Γαλατῶν αὐτοῦ λάφυρα……
Τὸ δὲ σπουδαιότατον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν θέσεων τούτων προέρχονται πολλαὶ καὶ σημαντικώταται ἐπιγραφαί, νῦν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Σχολείῳ Ἁλμυροῦ φυλασσόμεναι, μία δ’ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μουσείῳ Ἀθηνῶν, ὧν τρεῖς εἶναι βάθρα ἀγαλμάτων μεγάλων, ὑπογεηγραμμένων ὑπὸ σημ,αντικῶν πως καλλιτεχνῶν, ὧν τινες καὶ ἄλλοθεν εἶναι γνώριμοι, ὡς ὁ ᾿Αγασίας Δωσιθέου ᾿Εφέσιος, τινὲς δ’ ἀνήκουσιν εἰς ψηφίσματα. Ταύτας πάσας ἐσφαλμένως κατηρίθμησεν ἐν ταῖς ἐπιγραφαῖς τῆς Ἅλου ὁ κ. Kern.
Οὕτως, ἐρευνήσαντες τὰ πέριξ, εὕρομεν τρεῖς θέσεις, ἐφ’ ὧν μάλιστα δέον νὰ ζητηθῇ ὁ περίφηξμος ναὸς τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς:
1) Ὀλίγον ὑπὲρ τὰ Ζερέλια ΝΑ αὐτῶν ἐπὶ τῆς εἰς Καταντζάνταγλη ἀτραποῦ ὑπάρχει θέσις καλουμένη Μνήματα, λίαν ἐπίπεδος ἐπὶ πολύ, πλήρης πρίνων καὶ θάμνων. Ἐκεῖ εἴδομεν ἐμπεμπηγμένους πολυαρίθμους λίθους ἐξ ἀρχαίου οἰκοδομήματος, ὧν τινες φέρουσιν ἀναγεγλυμμένα ἀρχιτεκτονικὰ γεῖσα.
Ἐνταῦθα θὰ ὑπῆρχε τουρκικόν τι νεκροταφεῖον, εἰς ὃ καὶ ἄλλοθεν ἠδύνατο νὰ μετακομισθῶσιν οἱ ἀρχαῖοι οὗτοι λίθοι, ἐν οἷς καὶ τμήματα μεγάλων μονολίθων κιόνων. Φαίνεται ὅμως ὅτι, ἕνεκα τοῦ βάρους μάλιστα, οὐχὶ μακρόθεν ἐκομίσθησαν. Διεκρίναμεν δ’ ἐνταῦθα καὶ ἴχνη θεμελίων οἰκημάτων ἑλληνικῶν χρόνων.
2) Ὑπὲρ τὴν θέσιν ταύτην ΝΑ ἐπίσης, ἀριστερὰ τῆς ἰδίας ἀτραποῦ, ὑπάρχει ἑτέρα καλουμένη Σπηλιά πλήρης βόθρων ἐκ λίθων ἐξαχθέντων. Ἐνταῦθα διακρίνεται περίβολός τις τετράγωνος τὸ σχῆμα, ἐκ μεγάλων λίθων ἀρουραίων κατειργασμένων ποιηθείς, ἔχων ἀρκούντως μέγα πάχος.
Ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου διακρίνονται σωροί μικρῶν λίθων καί τινες μεγάλοι κατειργασμένοι, λέγεται δ’ ὅτι εὑρέθησαν ἐνταῦθα ἀγαλμάτια πήλινα, ὧν ἓν τῆς Γ’ π.Χ. ἑκατονταετηρίδος εἴδομεν καὶ ἡμεῖς παρά τινι χωρικῷ. Ἡ θέσις φαίνεται ἁρμόζουσα πρὸς ὑποδοχὴν μεγάλου ναοῦ.
3) Παρὰ τὸ χωρίον Μπακλαλῆ, ἀνατολικῶς τῆς προηγουμένης θέσεως, εἰς ἀπόστασιν 1/4 περίπου τῆς ὥρας ἐντεῦθεν ὑπάρχει θέσις τις λοφώδης πλήρης κυβολίθων, ὡς λέγεται, διότι ἡμεῖς δὲν μετέβημεν εἰσέτι ἐκεῖσε.
᾿Ενταῦθα εὑρέθη, ὡς ἐξηκριβώσαμεν, ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ Ἀγασίου, πιθανῶς δὲ καὶ ἄλλαι τῶν ἀνωτέρω μνημονευθεισῶν.
Κατὰ τὰς θέσεις ταύτας ἐλπίζομεν ἐν καιρῷ νὰ ἀνασκάψωμεν πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ περιφήμου ἐκείνου ναοῦ.»
Ο λόγιος Στέφανος Κομμητάς, που καταγόταν από το χωριό του Αλμυρού Κωφοί, σχολιάζοντας τον στίχο αυτό της Ιλιάδας λέει «Τὴν δὲ Ἴτωνα προπαροξύνεσθαι φασὶν οἱ παλαιοὶ, ὡς Μήκωνα. Τινὲς δὲ ὀξύνουσι, λέγοντες, ὅτι ὀνομάζεται καὶ Σιτών, διά τὸ σιτοφόρον. Λέγεται δὲ, φασὶ καὶ Ἰτώνη τρισυλλάβως, ἔτι δὲ καὶ Ἴτωνος ἀπὸ Ἰτώνου ἣρωος καὶ Ἀθηνᾶ δὲ ἐξ αὐτῆς Ἰτωνία.»
Ο Στράβωνας, μιλώντας για το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς στην Αχαΐα Φθιώτιδα, λέει: «Ὑπέρκεινται δὲ Πυράσου μὲν αἱ Θῆβαι, τῶν Θηβῶν δὲ ἐν τῇ μεσογαίᾳ τὸ Κρόκιον πεδίον πρὸς τῷ καταλήγοντι τῆς Ὄθρυος, δι᾿ οὗ ὁ Ἀμφρυσὸς ρεῖ. Τούτου δὲ ὑπέρκειται ὁ Ἴτωνος, ὅπου τὸ τῆς ᾿Ιτωνίας ἱερὸν, ἀφ᾿ οὗ καὶ τὸ ἐν τῇ Βοιωτίᾳ, καὶ ὁ Κουάριος ποταμός.» Δηλαδή: «Πάνω από την Πύρασο βρίσκονται οι Θήβες και στα μεσόγεια των Θηβών υπέρκειται το Κρόκιο πεδίο που φτάνει μέχρι την Όθρη, μέσα από το οποίο κυλάει ο Άμφρυσος ποταμός. Πάνω από αυτό βρίσκεται η πόλη Ίτωνος, όπου βρίσκεται το ιερό της Ιτωνίας από το οποίο πήρε το όνομά του και το (ομώνυμο) ιερό της Βοιωτίας και ο Κουάριος ποταμός»
Ιδρυτής και επώνυμος ήρωας της πόλης Ίτωνος ήταν ο Ίτωνος. Ο Ίτωνος ήταν και αυτός από τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας. Ήταν γιος του Αμφικτύονα, του γιου του Δευκαλίωνα. Μητέρα του Ίτωνου ήταν η Χθονοπάτρα. Ο Ίτωνος έχτισε την πόλη Ίτωνο και το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς. Αργότερα παντρεύτηκε την Μελανίππη κι έγινε πατέρας του Βοιωτού, του επώνυμου ήρωα των Βοιωτών. Το τελευταίο αυτό μπορεί να εκληφθεί ότι ενισχύει και υποδηλώνει την αποίκιση της Βοιωτίας από κατοίκους της Αχαΐας Φθιώτιδας. Ήταν επόμενο ο γιος του Ίτωνου να εποικίσει πόλη νεότερη της πόλης που ίδρυσε ο πατέρας του. Έτσι έχτισε και εκεί, ομώνυμο με της πατρίδας του ιερό, το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς.
Κόρη του Ίτωνου, και εγγονή του Αμφικτύονα, ήταν η Ιοδάμα. Αυτή ήταν ιέρεια στο ναό της Ιτωνίας Αθηνάς. Μια νύχτα, έλεγαν διάφορες μυθολογικές εκδοχές, η Ιοδάμα μπήκε στον ναό της θεάς και είδε την Αθηνά να έχει στον χιτώνα της το κεφάλι της Μέδουσας. Στο φοβερό αυτό αντίκρισμα η Ιοδάμα απολιθώθηκε στη στιγμή. Στο μέρος όπου απολιθώθηκε η Ιοδάμα οι κάτοικοι της Ιτώνου έχτισαν ιδιαίτερο βωμό γι’ αυτήν. Μπροστά στο βωμό αυτό της Ιοδάμας μια γυναίκα άναβε κάθε μέρα φωτιά και έλεγε: «Η Ιοδάμα ζει και ζητάει φωτιά.»
Σύμφωνα με άλλο μύθο, η Ιτωνία Αθηνά και η Ιοδάμα ήταν αδερφές, κόρες και οι δύο του Ίτωνου. Σε κάποιο τους παιχνίδι η Αθηνά, χτύπησε και σκότωσε την Ιοδάμα. Σύμφωνα με ένα άλλο μύθο η Ιοδάμα ήταν μητέρα, από τον Δία, της Θήβης.
Ο επώνυμος της πόλης ήρωας Ίτωνος παρουσιάζεται σε ορισμένους μύθους ως παιδαγωγός της Ιτωνίας Αθηνάς και σε άλλους ως πατέρας της. Ως παιδαγωγοί της Αθηνάς αναφέρονται ακόμη η Αφέλεια και η Αιδώς. Θα πρέπει ίσως να ήταν και αυτές προολυμπιακές θεές ή προσωποποιήσεις της αθωότητας, της σεμνότητας και της ευκοσμίας.
Ανεξάρτητα πάντως από το αν ο Ίτωνος ήταν πατέρας της Αθηνάς ή παιδαγωγός της, όλοι συμφωνούσαν ότι η Ιτωνία Αθηνά πήρε το όνομά της από αυτόν. Σίγουρα και ο Ίτωνος ήταν κάποιος τοπικός προολυμπιακός, «πρότερος» θεός, που μετά την επικράτηση της Αθηνάς ενσωματώθηκε σ’ αυτήν και έγινε λατρευτικό της επίθετο. Είναι και αυτό ένα ακόμη παράδειγμα από τα πολλά παραδείγματα θεοκρασιών κατά τις οποίες ο παλιός προολυμπιακός τοπικός θεός υποτάχθηκε σε κάποιον καινούργιο πανελλήνιας ακτινοβολίας.
Οι κάτοικοι της περιοχής αλλά και ολόκληρης της Θεσσαλίας τιμούσαν ιδιαίτερα την Ιτωνία Αθηνά από τα πολύ παλιά ακόμα χρόνια. Φαίνεται να ήταν προθεσσαλική θεότητα και να είχε στενή σχέση με τις χθόνιες θεότητες. «Η σημαντικότερη προθεσσαλική θεά, που ήταν αρχικά πάρεδρος του θεού του κάτω κόσμου και εξελίχθηκε στα ιστορικά χρόνια σε πολεμική θεά, ήταν η Ιτωνία». Οι Θεσσαλοί είχαν αφιερώσει και ένα μήνα του ημερολογίου τους σ’ αυτήν (ή στον προκάτοχό της ίσως θεό Ίτωνο), που τον ονόμαζαν Ιτώνιο. Ο μήνας Ιτώνιος υπήρχε βεβαιωμένα τουλάχιστον στις πόλεις Λάρισα, Γόννοι, Φαλάννα, Φθιώτιδες Θήβες, Θαυμακοί, Μελιταία, Πύρασος, Κιέριον, Μητρόπολη. Μία απόδειξη των μεγάλων τιμών που απέδιδαν οι Θεσσαλοί στην Ιτωνία Αθηνά ήταν η απεικόνισή της στα νομίσματα των Θεσσαλών.
Στη Θεσσαλία ακόμη γίνονταν αγώνες για να τιμήσουν την Ιτωνία Αθηνά ή ίσως και τον «πρότερό» της θεό, τον Ίτωνο, τους οποίους ονόμαζαν Ιτώνια. Στην Κραννώνα τουλάχιστον έχουμε μαρτυρία για την τέλεση αγώνων. Στη γιορτή αυτή, όπως πληροφορούμαστε από την αρχαιοελληνική γραμματεία, στέλνονταν για συμμετοχή στους αγώνες, θεωροί και από άλλες ελληνικές πόλεις. Όπως δε μας βεβαιώνει και ο Καλλίμαχος, αγώνες για να τιμούν την Ιτωνία ή Ιτωνίδα Αθηνά γίνονταν και στο Δώτιον Πεδίον:
«αἰδόμενοι γονέες’ προχανὰ δ᾿ εὑρίσκετο πᾶσα,
ἦνθον ᾿Ιτωνιάδος μιν ᾿Αθαναίας ἐπ᾿ ἄεθλα
Ὀρμενίδαι καλέοντες’ ἀπ᾿ ὧν ἠρνήσατο μάτηρ.»
Δηλαδή: «Επειδή ντρέπονταν οι γονείς, πρόβαλλαν προφάσεις. Ήρθαν οι Ορμενίδες, για να τον προσκαλέσουν στους αγώνες της Ιτωνιάδας Αθηνάς, αλλά η μητέρα του αρνήθηκε».
Η πρόσκληση στους αγώνες, που μνημονεύεται στο παραπάνω απόσπασμα, απευθυνόταν από τους Ορμενίδες, στον Ερυσίχθονα, τον γιο του Τριόπα, που οι γονείς του τον έκρυβαν από ντροπή, γιατί, όπως αναφέρουμε σ’ άλλες σελίδες, ήταν υπερβολικά αχόρταγος.
Ο Πύρρος, ο γιος του Δημητρίου Πολιορκητή, για να τιμήσει την Ιτωνία Αθηνά, όπως μας λέει ο Παυσανίας, αφιέρωσε στο ιερό της λαμπρά λάφυρα, «Τὰ κάλλιστα καὶ λαμπρότατα τῶν λαφύρων ἀνέθηκεν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίδος Ἀθηνᾶς». Το ιερό αυτό της Ιτωνίας Αθηνάς, στο οποίο ο Πύρρος αφιέρωσε τα λάφυρα της νίκης του, κατά μεγάλη πιθανότητα, βρισκόταν κάπου κοντά στο σημερινό χωριό Καραντζάνταλι του Αλμυρού. Ο Πύρρος, αφού νίκησε τον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γονατά, στα 274 π. Χ., αποφάσισε ν’ αναρτήσει τις ασπίδες και άλλα όπλα των Γαλατών που ήταν σύμμαχοι του Αντίγονου στο ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς: «῾Ο δὲ Πύρρος ἐν εὐτυχήμασι τοσούτοις μέγιστον αὐτῷ πρὸς δόξαν οἰόμενος διαπεπρᾶχθαι τὸ περὶ τοὺς Γαλάτας τὰ κάλλιστα καὶ λαμπρότατα τῶν λαφύρων ἀνέθηκεν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Ἰτωνίδος Ἀθηνᾶς, τόδε τὸ ἐλεγεῖον ἐπιγράψας:
«Τοὺς θυρεοὺς ὁ Μολοσσὸς ᾿Ιτωνίδι δῶρον ᾿Αθάνᾳ
Πύρρος ἀπὸ θρασέων ἐκρέμασε Γαλατὰν,
πάντα τὸν ᾿Αντιγόνου καθελὼν στρατόν’ οὐ μέγα θαῦμα
αἰχμηταὶ καὶ νῦν καὶ πάρος Αἰακίδαι.»
Δηλαδή: Ο Πύρρος, μέσα στις τόσο μεγάλες επιτυχίες του, κρίνοντας πως από αυτόν έχει διαπραχθεί το μέγιστο κατόρθωμα για δόξα του στη σχετική με τους Γαλάτες νίκη του, τα πιο ωραία και πιο λαμπρά από τα γαλατικά λάφυρα αφιέρωσε στο ναό της Ιτωνίδας Αθηνάς και επέγραψε τούτο το ελεγειακό ποίημα :
«Τους θυρεούς ο Μολοσσός Πύρρος στην Ιτωνίδα Αθηνά
δώρο κρέμασε, λάφυρα απ’ τους γενναίους Γαλάτες,
σαρώνοντας όλο το στρατό του Αντιγόνου. Μα ν’ απορείς δεν είναι
πολεμιστές και τώρα και παλιά τα τέκνα του Αιακού.»
Αντίθετα προς την ευσεβή συμπεριφορά του Πύρρου, ο Φίλιππος Γ΄ σύλησε το ιερό της Ιτωνίας σύμφωνα με όσα μας λέει ο Πολύβιος
Ένα δείγμα του πλούτου που είχε συγκεντρωθεί στο ναό της Ιτωνίας Αθηνάς ήταν και ένα περίφημο σύμπλεγμα δώδεκα χάλκινων αγελάδων, έργο του καλλιτέχνη Φράδμονα, αφιερωμένο, μαζί με άλλα σπουδαία αφιερώματα, στη θεά.
« Θεσσαλαὶ αἱ βόες αἵδε’ παρὰ προθύροισι δ᾿ Ἀθήνης
ἑστᾶσιν καλὸν δῶρον ᾿ Ιτωνιάδος,
πᾶσαι χάλκειαι δυοκαίδεκα, Φράδμονος ἔργον,
καὶ πᾶσαι γυμνῶν σκῦλον ἀπ᾿ ᾿Ιλλυριῶν ».
Δηλαδή:
«Τούτες οι γελάδες Θεσσαλικές’ και στα πρόθυρα στέκουν
της Ιτωνιάδας Αθηνάς όμορφο δώρο’
δώδεκα, όλες χαλκές, έργο του Φράδμονα
κι όλες τους λάφυρα από σκυλεμένους Ιλλυριούς.»
Στο θεσσαλικό ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς έστησε μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα των φυγάδων και εξόριστων Μακεδόνων και ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας. Με τα ονόματα και το κείμενο, που αναγραφόταν στις πλάκες αυτές, καλούσε τους εξόριστους και φυγάδες να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και τους βεβαίωνε ότι όχι μόνο θα είναι ασφαλείς αλλά και θα τους ξαναδινόταν η περιουσία τους που είχε δημευθεί:
«Ὅτι Περσεὺς ἀνανεωσάμενος τὴν φιλίαν τὴν πρὸς Ρωμαίους εὐθέως ἑλληνοκοπεῖν ἐπεβάλλετο, κατακαλὼν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τοὺς τὰ χρέα φεύγοντας καὶ τοὺς πρὸς καταδίκας ἐκπεπτβκότας καὶ τοὺς ἐπὶ βασιλικοῖς ἐγκλήμασι παρακεχωρηκότας. Καὶ τούτων ἐξετίθει προγραφὰς εἰς τε Δῆλον καὶ Δελφοὺς καὶ τὸ τῆς Ἰτωνίας Ἀθηνᾶς ἱερόν, διδοὺς οὐ μόνον τὴν ἀσφάλειαν τοῖς καταπορευομένοις, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπαρχόντων κομιδὴν, ἀφ᾿ ὧν ἕκαστος ἔφυγε.»
Η επιλογή του ιερού της Ιτωνίας Αθηνάς για το στήσιμο του μηνύματος πρόσκλησης του Περσέα δείχνει ασφαλώς ότι το ιερό ήταν πολύ γνωστό και σεβαστό. Ασφαλώς θα ήταν πολυσύχναστο κέντρο αφού διαλέχτηκε, μεταξύ πολλών άλλων δυνατών επιλογών που είχε ο Περσέας, μαζί με το ιερό της Δήλου και των Δελφών. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι πρόκειται για το ιερό της Αχαΐας Φθιώτιδας και όχι το ομώνυμο ιερό της Βοιωτίας. Το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς της Βοιωτίας βρισκόταν τόσο κοντά στους Δελφούς, όπου είχε στηθεί επίσης η πρόσκληση του Περσέα, ώστε να μη χρειαζόταν δεύτερη εκεί ανάρτηση, τόσο πλησίον.
Στα νομίσματα του Θεσσαλικού Συνδέσμου παριστανόταν επίσης η Ιτωνία Αθηνά να διασκελίζει με το κοντάρι σηκωμένο. Είναι μία ακόμη απόδειξη της λατρείας της θεάς Αθηνάς με την προσωνυμία Ιτωνία.
Η Ιτωνία Αθηνά λατρευόταν σ’ όλη τη Θεσσαλία, αλλά και σε άλλες πόλεις, όπως π. χ. στην Αθήνα, όπου υπήρχε ναός αφιερωμένος σ’ αυτήν και δίπλα στο ναό βρισκόταν, για τον ίδιο σκοπό, κτίσμα με σπουδαίο θησαυρό. Γνωστές εξάλλου ήταν οι Ιτώνιες πύλες στην Αθήνα. Ναός της Ιτωνίας Αθηνάς βρισκόταν και στην Ήπειρο αλλά και στην Ιταλία, όπως και στην Αρκεσινή της Αμοργού. Στο ιερό της βοιωτικής Ιτωνίας Αθηνάς υπήρχαν αφιερωμένα πολλά ψηφίσματα. Σήμερα πολλά από αυτά είναι εντοιχισμένα στους ναούς του γειτονικού χωριού Αλαλκομενές.
Η Ιτωνία, και πολύ πριν ταυτισθεί με την Αθηνά, λατρευόταν σ’ όλη τη Θεσσαλία, από ό,τι φαίνεται, ως πολεμική θεά. Από τα αρχαϊκά ως τα ελληνιστικά χρόνια η Ιτωνία ήταν η εθνική «πρόμαχος θεά» όλων των Θεσσαλών. Το όνομά της το χρησιμοποιούσαν ως σύνθημα οι Θεσσαλοί μαχητές στα πολεμικά τους συνθήματα πριν από τους περσικούς πολέμους που τα έδιναν οι «στρατηγούντες» των Θεσσαλών.
Ωστόσο, όπως πολλές άλλες θεότητες της Αχαΐας Φθιώτιδας, έτσι και η Ιτωνία, φαίνεται ότι σε παλιότερες εποχές είχε και αυτή υποχθόνια υπόσταση. Πολύ πριν πάρει την πολεμική της ταυτότητα φερόταν ως κόρη του Άδη, του θεού του Κάτω Κόσμου. Εξάλλου οι υποχθόνιες θεότητες εύκολα εξελίσσονταν σε πολεμικές θεότητες αφού αυτές με τις δραστηριότητές τους στους πολέμους γίνονταν αφορμή να πλουτίζει συνεχώς με νέους κατοίκους ο Άδης. Σ’ ένα φλωρεντιανό δακτυλιόλιθο εικονιζόταν η Ιτωνία Αθηνά να κάθεται αντικριστά στον Άδη και ανάμεσά τους να βρίσκεται ένας βωμός και ο Κέρβερος. Πολλές ενδείξεις υπάρχουν ότι η λατρεία της Αθηνάς στη Θεσσαλία είναι αρχαιότερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Το επίθετο Ιτωνία φαίνεται να είναι ταυτόσημο με το πρόμαχος. Παράγεται από τη ρίζα ιτ- του ρήματος εἶμι, που σημαίνει προχωρώ, ορμώ. Της ίδιας ρίζας παράγωγα είναι το ἴτε (παίδες Ελλήνων) και το ἰταμὸς ή ἴτης (παράτολμος). Ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος λέει ότι το όνομα της πόλης «Ίτων» και η «Ιτωνία Αθηνά» έχουν μεταξύ τους την ίδια σχέση που έχουν οι λέξεις «Αθήναι» και «Αθηναία» και δεν έχει σχέση με τις παρετυμολογίες του Ευσταθίου και του Στεφάνου του Βυζαντίου «Σιτών, Σιτώ κττ»

12. Το Πρωτεσιλάειο ιερό
Περίφημο στην περιοχή ήταν και το ιερό που είχαν ιδρύσει στη Φυλάκη για να τιμούν τον Πρωτεσίλαο, το Πρωτεσιλάειο ιερό. Εκεί, για να τιμούν το μεγάλο τοπικό τους ήρωα, οργάνωναν γυμνικούς αγώνες. Οι αθλητές, πριν λάβουν μέρος στους αγώνες, προσκυνούσαν στο Πρωτεσιλάειο ιερό και ζητούσαν τη βοήθεια του μεγάλου ήρωα βασιλιά και προστάτη τους. Στην πατρίδα του Πρωτεσίλαου και πρωτεύουσα του κράτους του, τη Φυλάκη, οι κάτοικοι πίστευαν ότι ο Πρωτεσίλαος είχε τη δύναμη να γιατρεύει τις αρρώστιες, αλλά και να βοηθάει τους αθλητές στ’ αγωνίσματα.
Τον Πρωτεσίλαο τον τιμούσαν και στον Ελαιούντα της Θράκης. Εκεί, όπως πίστευαν, βρισκόταν ο τάφος του Πρωτεσίλαου και εκεί είχαν χτίσει άλλο Πρωτεσιλάειο ιερό. Στον Ελαιούντα θεωρούσαν τον Πρωτεσίλαο προστάτη της δεντροκομίας, της μελισσοκομίας και της αμπελουργίας και ως τέτοιο θεό τον λάτρευααν. Στον τάφο του πρόσφεραν σταφύλια και άλλους καρπούς και την άνοιξη πρόσφεραν γάλα.
Το μνήμα του Πρωτεσίλαου στον Ελαιούντα βρισκόταν σ’ ένα ψηλό λόφο από τον οποίο το βλέμμα έφτανε και έβλεπε την Τροία. Το Πρωτεσιλάειο του Ελαιούντα συλήθηκε από τον Πέρση Αρταΰκτη το 480 π.Χ. Δυο χρόνια αργότερα, το 478 π.Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Ξάνθιππος τιμώρησε αυστηρά τον Αρταΰκτη γι’ αυτή του την πράξη. Ο Αρταΰκτης καταδικάστηκε να σταυρωθεί ζωντανός αφού προηγουμένως είδε μπροστά του τον γιο του να πεθαίνει από ανελέητο λιθοβολισμό.
Για τον Πρωτεσίλαο είχε γραφεί από τον Αντίφιλο τον Βυζάντιο το παρακάτω επίγραμμα:
«Θεσσαλὲ Πρωτεσίλαε, σὲ μὲν πολὺς ἄδεται αἰὼν
Τροίᾳ ὀφειλομένου πτώματος ἀρξάμενον
σῶμα δέ τοι πτελέῃσι συνηρεφές ἀμφικομεῦσι
Νύμφαι ἀπεχθομένης ᾿ Ιλίου ἀντιπέρας
δένδρεα δυσμήνιτα καί, ἤνποτε τεῖχος ἴδωσι
Τρώιον, αὐαλέαν φυλλοχοοῦντι κόμην
ὅσος ἐν ἡρώεσσι τοτ’ ἦν χόλος, οὗ μέρος ἀκμήν
ἐχθρόν ἐν ἀψύχοις σώζεται ἀκρεμόσιν.»
Δηλαδή: «Ω Πρωτεσίλαε Θεσσαλέ, θα σ’ ανυμνούν οι αιώνες, πρόμαχε, πρώτο θύμα εσύ του πολέμου της Τροίας. Το μνήμα σου ισκιώνουν οι φτελιές και το ζώνουν οι νύμφες, απέναντι στις μισητές ακτές του Ιλίου. Βαρύθυμα τα δέντρα της Τροίας θροούν βλέποντας τα τείχη και ρίχνουν τα χλωμά τους φύλλα με οδύνη. Μεγάλος θυμός συντάραξε τους ήρωες αφού ακόμα δεν έλειψε από τα ακρόκλαδα των δέντρων».
Στο εσωτερικό του Πρωτασιλάειου ιερού του Ελαιούντα τιμούσαν τον ήρωα . Οι κάτοικοι της περιοχής πίστευαν ότι οι φτελιές που βρίσκονταν γύρω από αυτό το ηρώον μεγάλωναν τόσο πολύ ώστε κάποτε έφταναν στο σημείο οι κορυφές τους να μπορούσαν να αντικρίζουν το εχθρικό φρούριο της Τροίας. Όταν έφταναν σ’ αυτό το ύψος ξεραίνονταν μεν αλλά και πάλι μπορούσαν και μεγάλωναν. Λεγόταν ακόμη ότι ο Πρωτεσίλαος ήταν εκείνος που χάρισε στην Τροία την πρώτη ιερουργία.
Για τον Πρωτεσίλαο και τη λατρεία του στην πατρίδα του τη Φυλάκη συντέθηκε και το παρακάτω επίγραμμα του Πίνδαρου :
«Πρωτεσίλα, τὸ τεὸν δ’ ἀνδρῶν ᾿Αχαιῶν
ἐν Φυλάκᾳ τέμενος συμβάλλομαι.»
Οι ειδικοί μυθολόγοι πιστεύουν ότι ο Πρωτεσίλαος ήταν μία αρχαία θεσσαλική θεότητα, η οποία, μετά τα Ομηρικά έπη ή εξαιτίας των Ομηρικών επών, υποβιβάστηκε σε ήρωα. Απήχηση της πανάρχαιας λατρείας του Πρωτεσίλαου στη περιοχή της Φυλάκης μπορεί να θεωρηθεί και η απεικόνιση του ήρωα σε νομίσματα της περιοχής αυτής. Είναι και αυτή μία κλασική περίπτωση θεοκρασίας κατά την οποία μία τοπική θεότητα ενός ασήμαντου τόπου λησμονήθηκε και απορροφήθηκε από μία ισχυρότερη.

13. Ναός Πολιάδας Αθηνάς και Παναχαίας Άρτεμης
Αλλά και πολλά άλλα ιερά βρίσκονταν στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας στα οποία οι άνθρωποι τιμούσαν άλλους τοπικούς θεούς και ήρωες. Αυτό μαρτυρείται από επιγραφές, αναθηματικές στήλες, νομίσματα, και αναφορές αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που υπάρχουν στο Μουσείο Αλμυρού, συγκεντρωμένα εκεί κυρίως από τη γύρω περιοχή, από τα μέλη της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς».
Στις Φθιώτιδες Θήβες (κοντά στις σημερινές Μικροθήβες του Αλμυρού) βρέθηκε αναθηματική επιγραφή στην «Πολιάδα Αθηνά». Την είχαν αφιερώσει στην πολιούχο θεά του χωριού τους έξι άτομα που είχαν, όπως αναγράφεται σ’ αυτήν, τον τίτλο «Αρχέσκοποι», που μάλλον πρέπει να ήταν κάποιο αξίωμα που θα σήμαινε επιθεωρητές των αρχών της πόλης.
Η αναθηματική αυτή επιγραφή έλεγε τα εξής:
Ο Ι ΑΡΧΕΣΚΟΠΟ Ι
ΑΘΗΝΑ ΠΟΛΙΑΔΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ΘΙΒΡΩΝΟΣ
ΠΟΛΥΜΗΔΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥ
ΚΛΕΑΝΔΡΟΣ ΛΥΣΙΚΡΑΤΟΥ
ΠΑΡΜΕΝΙΣΚΟΣ ΞΕΝΟΦΑΝΤΟΥ
ΜΕΛΩΝ ΜΥΣΤΡΩΝΟΣ
ΦΑΛΑ ΙΚΟΣ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ
Η επιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε στο Bulletin de Correspondance Hellenique της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών από τον Ολλανδό αρχαιολόγο A. Rundgers van der Loeff αλλά και στο «Δελτίο» της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού.
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι πανομοιότυπη αφιερωτική επιγραφή πάλι σε ναό της Πολιάδας Αθηνάς βρέθηκε και στον γειτονικό Τύρναβο. Αξιοπρόσεκτη διαφορά είναι ότι, ενώ στις Φθιώτιδες Θήβες στην επιγραφή φέρονται ως αφιερωτές οι «αρχέσκοποι» της πόλης, στον Τίρναβο την αφιέρωση κάνουν οι «πολίαρχοι» και ο «αρχιπολίαρχος». Πιστεύω ότι «αρχέσκοπος» και «πολίαρχος» ήταν περίπου ταυτόσημα αξιώματα:
Ἀθάνα Πολιάδι οἱ πολίαρχοι ὀνέθεικαν ἀρχιπολιαρχέοντος
Ἀσκλαπιοδούροι Αἰσχυναίοι
Πολίγνουτος Σιμμίωνος
Ἀσκλαπιόδουρος Ξενολάοι
Εὐβίοτος ᾿Επιγόνοι
Ἐπίνικος Παυσανίαιος.
Από την παραπάνω επιγραφή των Φθιωτίδων Θηβών αλλά και από μία άλλη που φυλάσσεται στο Μουσείο των Δελφών και η οποία καθορίζει τα όρια της Άλου και των Φθιωτίδων Θηβών, γίνεται φανερό ότι και στις Φθιώτιδες Θήβες υπήρχε ιερό της Αθηνάς με τον επωνυμία Πολιάδα.
Η επιγραφή του Μουσείου των Δελφών μεταξύ πολλών άλλων πληροφοριών που αναφέρει στους πενήντα στίχους της που σώθηκαν, γράφει τα εξής: (αντιγράφουμε εννέα μόνο στίχους της στήλης)
20. . . . . . .. .ταύτα αναγράψαντες εις κίονας δύο αναθέτωσαν εκάτερα
21αι πόλεις ταμ μεν εν Θήβαις εν τω ιερώ τας Αθανάς τας Πολιάδος, ταν δε εν Άλω
22 τα Αχαϊκά εν τω ιερώ τας Αρτέμιδος τας Παναχαίας. . . . . . . .
45 .. . . . . . . . . . . το δε κρίμα τὀύτο εκάτε
46 ροι αναγραψάτωσαν εις κίονας λιθίνας τέσσαρας και αναθέτωσαν μίαν μεν εν
47 Δελφοίς, μίαν δε εν Λαρίση εν τω ιερώ του Απόλλωνος του Κερδώου μίαν δε εν Θή
48 βαις εν τω ιερώ της Αθηνάς της Πολιάδος, μίαν δε εν Άλω εν τω ιεῤώ της Ἀρτέ
49 μιδος της Παναχαίας και τούτο ποιησάτωσαν εν τω έτει τω μετά στρατη
50 γόν Διότιμον το δε ανάλωμα εις ταύτα δότωσαν εκάτεραι αι πόλεις

Από την επιγραφή αυτή μαρτυρείται και η λατρεία στην περιοχή της θεάς Άρτεμης με την προσωνυμία Παναχαία. Υπήρχε στην Άλο, όπως γίνεται ολοφάνερο από την παραπάνω επιγραφή, ιερό αφιερωμένο στην Παναχαία Άρτεμη, και μάλιστα σημαντικό, αφού σ’ αυτό το ιερό έκριναν ότι έπρεπε να τοποθετηθεί για φύλαξη το ψήφισμα οι κάτοικοι των Θηβών και της Άλου.
Βεβαίως η διαμάχη μεταξύ των δύο πόλεων, των Φθιωτίδων Θηβών και της Άλου, και η προσφυγή τους σε διαμεσολαβητές για τον καθορισμό των συνόρων τους, αποδεικνύει από το ένα μέρος την ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο πόλεων και από το άλλο με την αναφορά των ονομάτων των κριτών και των άλλων σχετικών στοιχείων δημιουργεί αποδείξεις, οι οποίες μπορούν ν’ αξιοποιηθούν για την ιστορική μελέτη της περιοχής. Αυτό όμως είναι πέρα από τα όρια αυτής της εργασίας, η οποία μπορεί να θεωρηθεί μία πρώτη αναφορά και εισαγωγή σε κάτι τέτοιο.

14. Η λατρεία της Άρτεμης
Τη λατρεία της Άρτεμης – χωρίς την προσωνυμία Παναχαία – την μαρτυρεί και μία άλλη επιγραφή του Μουσείου Αλμυρού, η οποία μεταφέρθηκε σ’ αυτό μάλλον από τις Φθιώτιδες Θήβες. Την αφιερώνει, για να τιμήσει και να ευχαριστήσει ίσως την θεά του χωριού του Άρτεμη για κάτι καλό που του έκανε, ο Θέρσανδρος ο γιος του Τιμασιθέου:
ΘΕΡΣΑΝΔΡΟΣ
ΤΙΜΑΣΙΘΕΟΥ
ΑΡΤΕΜΙΔΙ
Στις αρχές του αιώνα μας στα θεμέλια του σπιτιού του Αλμυριώτη Α. Περιστερά βρέθηκε μια παρόμοια επιγραφή αφιερωμένη στη θεά Άρτεμη. Είναι μία ακόμη απόδειξη της λατρείας των Αλμυριωτών προς τη θεά αυτή. Λέει η επιγραφή:
ΕΠΙΔΟΣΙΣ
ΕΥΚΡΑΤΕΙΔΑ
ΑΡΤΕΜΙΔΙ
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν τους θεούς τους για τις διάφορες ιδιότητες τις οποίες τους απόδιδαν. Ήταν αυτή η πίστη τους κάτι ανάλογο μ’ αυτό που κι εμείς σήμερα πιστεύουμε για τους αγίους μας και την Παναγία. Η θεά Άρτεμη λοιπόν λατρευόταν στην περιοχή μας και ως θεά που προστάτευε τον τοκετό και βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν εύκολα.
Σήμερα κάτι τέτοιο πιστεύεται για τον άγιο Ελευθέριο, που «ελευθερώνει» εύκολα και γρήγορα τις έγκυες γυναίκες. Γι’ αυτό και η ευχή σε τέτοιες περιπτώσεις είναι «καλή λευτεριά» ή «καλή ξελευτεριά».
Λατρευόταν λοιπόν η Άρτεμη με την προσωνυμία «Άρτεμις Λοχεία». Σε μία επιγραφή της περιοχής Αλμυρού, την οποία πήρε μαζί του στην Αγγλία από τις Φθιώτιδες Θήβες ο άγγλος περιηγητής Ληκ, όπως μας πληροφορεί ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, και την οποία ο Ληκ μνημονεύει στο σύγγραμμά του «Travels in Walpool……» αναφερόταν:
ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΙΑ. . .ΤΤΑΡΔΙΕ ΙΑ ΑΡΤΕΜΙΔΙ ΛΟΧΕ ΙΑ ΤΑ ΕΥΕΡΓΕΤΙΔΙ
Η Αριστοκράτεια λοιπόν, από τις Φθιώτιδες Θήβες, όπως μας βεβαιώνει το παραπάνω κείμενο, αφιέρωσε την επιγραφή αυτή στο ναό της θεάς Άρτεμης του χωριού της, της «Λοχείας Αρτέμιδος», την οποία θεά αποκαλεί «ευεργέτιδα», ασφαλώς γιατί η θεά την ευεργέτησε βοηθώντας την να φέρει στον κόσμο το παιδί της εύκολα ή γιατί ίσως την βοήθησε ν’ αποκτήσει παιδί που πολύ επιθυμούσε.
Η Άρτεμη, όπως και όλες οι θεές που προστάτευαν τις γεννήσεις, είχε και την σχετική προσωνυμία «γεννετυλλίδα θεά».
Μία επιγραφή του Μουσείου Αλμυρού , φερμένη σ’ αυτό κατά πάσα πιθανότητα από τα ερείπια των Φθιωτίδων Θηβών, αναφέρει την θεά Άρτεμη με το επίθετο «Αγροτέρα», που δηλώνει την κυνηγητική ιδιότητα της θεάς και την παραμονή της και τη λατρεία της στους αγρούς.
Σαφέστατο όμως δείγμα της λατρείας της θεάς Άρτεμης στην περιφέρεια Αλμυρού, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, αποτελούν κυρίως τα τέσσερα αγάλματα της θεάς που βρίσκονται στο Μουσείο του Αλμυρού ή , έστω, ανήκαν κάποτε στην συλλογή του Μουσείου του Αλμυρού.
Στην εκκλησία «Άγιος Γεώργιος» του σημερινού χωριού των Μικροθηβών βρέθηκε εντοιχισμένη τετράπλευρη στήλη με διαστάσεις ύψος 1,50 μ. πλάτος 0,35 και πάχος 0,20, αφιερωμένη και πάλι στη θεά Άρτεμη, όπου αναγράφονταν τα παρακάτω :
« Δ Ι Κ Α Ι Ρ Ε : « Δικαιρέ-
Τ Α Ε Υ Ρ Υ τα Ευρυ-
Φ Α Τ Ο Υ φάτου
Υ Π Ε Ρ Α υπέρ Α-
Φ Θ Ο Ν Η Τ Ο φθονήτο-
Υ Α Ρ Τ Ε υ Αρτέ-
Μ Ι Δ Ι ». μιδι.»
Σύμφωνα με την επιγραφή κάποια γυναίκα, προφανώς της περιοχής Αλμυρού, η Δικαιρέτα, σύζυγος ή κόρη του Ευρυφάτη, αφιέρωσε τη στήλη αυτή στη θεά Άρτεμη για κάποια ευεργεσία που έκανε η θεά στον δικό της άνθρωπο, τον Αφθόνητο.
Η επιγραφή αυτή, η οποία μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αλμυρού, δημοσιεύθηκε από τον Leake στο Travels in Nothern Greece, και είναι ακόμη μία απόδειξη για τη λατρεία της θεάς Άρτεμης στην περιοχή Αλμυρού.
Τη λατρεία της Άρτεμης στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας την φανερώνει και μια άλλη ακόμη επιγραφή που επίσης βρέθηκε στα μέρη της επαρχίας Αλμυρού. Η επιγραφή αυτή λέει τα εξής:
«ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΤΗΝ ΕΑΥΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΙΚΑΝΔΡΟΥ ΙΕΡΑΤΕΥΣΑΣΑΝ ΑΡΤΕΜΙΔΙ».
Εδώ πρόκειται για κάποια γυναίκα η οποία ήταν ιέρεια στο ναό της Άρτεμης. Αυτό μας βεβαιώνει το «ἱερατεύσασαν ᾿ Αρτέμιδι».
Σύμφωνα με μία επιγραφή που βρίσκεται στο Μουσείο των Δελφών, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στην πόλη της Άλου υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά Άρτεμη με την επωνυμία Παναχαία.
Χωρίς να έχουμε υπόψη μας κάποια άλλη επιβεβαιωτική μαρτυρία που να αφορά σε συγκεκριμένη τοποθεσία της στενότερης περιοχής του Αλμυρού, υποθέτουμε ότι η Άρτεμη λατρευόταν και εδώ και με την επωνυμία «Σκιᾶτις» ή «ἐν Σκιᾷ». Επιβεβαιωτική θεωρούμε την επιγραφή που βρέθηκε στις Φερές και κατά την οποία η Κυθερία προσέφερε το αφιέρωμά της ως «τροφεία» στην Άρτεμη την «ἐν Σκιᾷ» ευχαριστώντας την και εκ μέρους των παιδιών της:
«Κυθερία ἀνέθεικε τ᾿ Ἀρτέμιδι τᾷ ἐν Σκιᾷ
δῶρόν τε ματρὸς καὶ τροφεῖα τῶν τέκνων.»
Στην περιοχή Αλμυρού ακόμη, σύμφωνα με τις πληροφορίες και τις ενδείξεις που υπάρχουν, λατρευόταν η Άρτεμη και με την προσωνυμία Άρτεμις Φωσφόρος, όπως στις Φερές.
Η θεά Άρτεμη στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας λατρευόταν και με την προσωνυμία Άρτεμη Βενδίδα, Στην αριστερή πλευρά της εισόδου του Μουσείου Αλμυρού υπάρχει κορμός αγάλματος της Βενδίδας Αθηνάς, του 4ου π. Χ. αιώνος που βρέθηκε σε ανασκαφή στις Φθιώτιδες Θήβες.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, όπως μας βεβαιώνει στα κατάλοιπά του, είδε ακόμη μία επιγραφή με την προσωνυμία Άρτεμις Θροσία.

15. Η λατρεία του Απόλλωνα
Ο θεός Απόλλωνας επίσης λατρευόταν εδώ. Πέρα απ’ όσα αποδεικτικά στοιχεία για τη λατρεία του θεού αυτού αναφέρθηκαν σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής, μας το μαρτυρεί και μία επιγραφή του Μουσείου Αλμυρού, σε τετράγωνη βάση. Η επιγραφή βρέθηκε σε τάφο οθωμανικού νεκροταφείου στη θέση «Κοτζιά Λάκα» της περιφέρειας Αλμυρού και είχε το εξής κείμενο:
«ΜΕΘΙΣΤΑΣ ΠΙΘΟΥΝΕΙΟΣ ΑΠΛΟΥΝΙ ».
Το «ΑΠΛΟΥΝΙ » σημαίνει «᾿Απόλλωνι» και είναι δοτική πτώση της λέξης «Άπλους». «Άπλους» λεγόταν στη θεσσαλική διάλεκτο ο Απόλλωνας, όπως μας το βεβαιώνει ρητά ο Πλάτωνας: «῎Απλουν γὰρ φασι πάντες Θετταλοὶ τοῦτον τὸν θεόν» .
Στον θεό Απόλλωνα επίσης αναφερόταν μια άλλη επιγραφή. Την είχε αφιερώσει κάποιος ιερέας που λεγόταν Απολλώνιος. Ήταν μια μαρμάρινη πλάκα που βρέθηκε εντοιχισμένη στο τζαμί του «Μεμέτ εφέντη» στον Αλμυρό, παρμένη ασφαλώς από κάποιο μνημείο εκεί κοντά, ίσως και από χριστιανικό ναό, στον οποίο είχε τοποθετηθεί, παρμένη με τη σειρά της, από κάποιον αρχαίο ειδωλολατρικό, αφού είναι γνωστό ότι για οικοδομές χρησιμοποιήθηκαν τμήματα παρμένα από ναούς.
Στον Αλμυρό υπήρχαν δέκα τουρκικά τζαμιά και τεμένη. Για το χτίσιμό τους χρησιμοποιήθηκαν πολλά υλικά από ελληνικούς ειδωλολατρικούς και χριστιανικούς ναούς της περιοχής. Ανάμεσα στα υλικά αυτά ήταν και πολλές τέτοιες επιγραφές και αναθηματικές στήλες. Μετά την απελευθέρωση της περιοχής του Αλμυρού από τον τουρκικό ζυγό τα περισσότερα από τα τζαμιά αυτά πουλήθηκαν από τους Τούρκους που έφευγαν στους Έλληνες και στη συνέχεια γκρεμίστηκαν και οι πλάκες με τις επιγρασφές που βρέθηκαν πάνω τους, αφού μάλιστα αποξέστηκαν τα γράμματα, χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδόμηση σπιτιών και χριστιανικών ναών. Έτσι χάθηκαν πολύτιμα ιστορικά στοιχεία.
Η επιγραφή του τζαμιού του «Μεμέτ εφέντη» σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Αλμυρού και γράφει τα εξής:
« ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΙΕΡΕΥΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙ »
Σύμφωνα εξάλλου μ’ όσα μας είναι γνωστά από την ιστορία ο βασιλιάς των Φερών Άδμητος έχτισε στην Ερέτρια για τιμήσει τον θεό Απόλλωνα ναό αφιερωμένο σ΄ αυτόν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά έπειτα από τόσα καλά που του είχε κάνει και τόση αγάπη που του είχε δείξει ο θεός!
Θα πρέπει ν’ αναφερθεί εδώ ότι ο μύθος για το κατόρθωμα του Άδμητου να ζέψει στο άρμα του το λιοντάρι και το αγριογούρουνο, με τη βοήθεια του Απόλλωνα ερμηνεύεται ως ένωση και υποταγή κάτω από τις διαταγές του Άδμητου με την βοήθεια του ιερατείου (Απόλλωνας) δύο εχθρικών βασιλικών δυναστειών ή ίσως δύο διεκδικητών του θρόνου των Φερών που τον πολεμούσαν, όπως αναφέρεται λεπτομερέστερα σε άλλες σελίδες. Γι’ αυτό και γίνεται αποδεκτή από όλους η άποψη ότι ο πυρήνας του μύθου του Άδμητου προέρχεται από πανάρχαια παραμύθια.
Σύμφωνα με το μύθο, που αναφέρει την γέννηση του Απόλλωνα και της Άρτεμης από τη Λητώ στο νησί της Δήλου, πρώτα γεννήθηκε η Άρτεμη, η οποία μεγάλωσε αμέσως και βοήθησε τη μητέρα της στη γέννηση του αδερφού της Απόλλωνα. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η Άρτεμη θεωρείται παλιότερη θεότητα από τον Απόλλωνα. Γι’ αυτό όταν ο Άδμητος παραμέλησε να τιμήσει την Άρτεμη στους γάμους του με την Άλκηστη – που σημαίνει ότι στη συνείδηση των ανθρώπων άρχισαν να κυριαρχούν οι νέες αντιλήψεις περί θεότητας με τη λατρεία των ολύμπιων θεών και να εγκαταλείπεται η λατρεία των «προτέρων θεών» – η «προτέρα θεά» Άρτεμη, ως χθόνια θεϊκή ύπαρξη τιμώρησε τον υβριστή στέλνοντάς του πολλά φίδια που γέμισαν τον νυφικό θάλαμο. Τα φίδια είναι κατεξοχήν σύμβολα χθόνιας λατρείας και ιδιαίτερο σύμβολο της παλιότερης θεϊκής υπόστασης της Άρτεμης με τη μορφή της Εκάτης.

5. Γιορτές και πανηγύρια για τον Απόλλωνα
Για να τιμούν τον Απόλλωνα, σ’ ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και ειδικά σε τούτα τα μέρη, γινόταν ανάμεσα σε πολλές άλλες γιορτές και η γιορτή που λεγόταν «Σεπτήρια» ή «Στεπτήρια». Αυτή γινόταν κάθε εννέα χρόνια, δηλαδή κάθε ένα «μεγάλο ενιαυτό», όσο κράτησε και η «θητεία» τού θεού κοντά στον Άδμητο. Ήταν μια μεγάλη τελετή που άρχιζε με πανηγυρική πομπή από το μαντείο των Δελφών. Εκεί γινόταν αναπαράσταση του φόνου του Πύθωνα. Κατασκεύαζαν μία καλύβα που παρίστανε την φωλιά τού Πύθωνα και μετά την έκαιγαν παρακολουθώντας όλοι το θέαμα σιωπηλοί. Η πομπή ξεκινούσε από τους Δελφούς και περνώντας από όλα τα ενδιάμεσα μέρη, κατέληγε στα Τέμπη όπου γινόταν μία τελετή αναπαράστασης του εξαγνισμού του Απόλλωνα από τον φόνο και την σφαγή του Πύθωνα. Από τους Δελφούς στέλνονταν στην κοιλάδα των Τεμπών κάθε ένατο χρόνο ευγενείς νέοι οι οποίοι αφού πραγματοποιούσαν μεγαλοπρεπείς θυσίες για εξαγνισμό, έπλεκαν στεφάνια από την ιερή δάφνη του Απόλλωνα: «Καὶ ἔτι καὶ νῦν ἔτους ἐννάτου οἱ Δελφοὶ παῖδας εὐγενεῖς πέμπουσι καὶ ἀρχιθέωρον ἕνα σφῶν αὐτῶν. Οἱ δὲ, παραγενόμενοι καὶ μεγαλοπρεπῶς θύσαντες ἐν τοῖς Τέμπεσιν, ἀπίασι πάντες στεφάνους μὲν ἀπὸ τῆς δάφνης διαπλέξαντες, ἀφ᾿ ἧς περ οὖν καὶ τότε ὁ Θεὸς ἐστεφανώσατο»
Μετά την τελετή του εξαγνισμού άρχιζε η θριαμβευτική πομπή της επιστροφής του εξαγνισμένου και λυτρωμένου πια από τα κρίματά του θεού, ακολουθώντας την ιερά οδό που ονομαζόταν «Πυθιάς».
Η γιορτή λεγόταν και «Σεπτήριον» ή «Στεπτήριον» ή «Στεπήριον» και περιλάμβανε πολλές μικρότερες μιμικές τελετές. Υπάρχει και η άποψη ότι η γιορτή γινόταν όχι κάθε εννέα αλλά κάθε οχτώ χρόνια.
Οι κάτοικοι της περιοχής Αλμυρού, και κυρίως εκείνοι γύρω από τον ιερό Άμφρυσο ποταμό, ζούσαν ασφαλώς έντονες στιγμές θρησκευτικού δέους κάθε εννέα ή κάθε οκτώ χρόνια, όπως λέει μια άλλη άποψη, καθώς η πομπή, ακολουθώντας την «Πυθιάδα» περνούσε και από το δικό τους ιερό ποτάμι της σημερινής Κεφάλωσης, στο οποίο ο θεός Απόλλωνας βοσκούσε κάποτε τα κοπάδια του Άδμητου και στις όχθες του οποίου κατέβαιναν και κάθονταν ημερωμένα δίπλα στα θεϊκά πόδια και τα λιοντάρια από την Όθρη. Εξάλλου τα εννέα χρόνια της θητείας για τον εξαγνισμό του Απόλλωνα για τα οποία γίνονταν τα «Στεπτήρια», ο θεός τα υπηρέτησε σε τούτα τα μέρη, και μάλιστα δουλεύοντας σκληρά ως τσοπάνος. Τι ακριβώς γινόταν όταν η πομπή περνούσε από τον Άμφρυσο ποταμό (την Κεφάλωση του Αλμυρού) δεν είναι γνωστό. Οπωσδήποτε όμως θα σχετιζόταν με τις εργασίες βοσκής των κοπαδιών του Άδμητου από τον Απόλλωνα.
Σύμφωνα μ’ όσα υποστηρίζουν μερικοί «Πυθιάς» δεν λεγόταν μόνο η διαδρομή από τα Τέμπη ως τους Δελφούς αλλά και η ειδική γιορτή που γινόταν για να τιμήσουν την νύμφη Δάφνη, την οποία ερωτεύθηκε ο Απόλλωνας και η οποία, για ν’ αποφύγει τον έρωτα του θεού, μεταμορφώθηκε από τον Δία στο ομώνυμο φυτό δάφνη. Στη γιορτή αυτή, που συνεορταζόταν με τα Στεπτήρια, την πομπή ακολουθούσε μια ομάδα νέων που κρατούσαν δάφνες στα χέρια τους. Ήταν οι λεγόμενοι «Δαφνηφόροι». Τα «Σεπτήρια» γίνονταν κατά τον μήνα Θαργηλιώνα (μέσα Μαΐου – μέσα Ιουνίου).
Το αξίωμα του «δαφνηφόρου» ήταν πολύ τιμητικό για εκείνους που επιλέγονταν κάθε φορά από τους υπεύθυνους της τελετής. Σύμφωνα με τον Παυσανία επιλέγονταν για την τιμή αυτή οι πλουσιότεροι νέοι. Γι’ αυτό και οι «δαφνηφόροι» ή «δαυχναφόροι», όπως λέγονταν σύμφωνα με το θεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να ευχαριστήσουν τον Απόλλωνα για την ιδιαίτερη τιμή που τους έγινε. Τις ευχαριστίες τους αυτές προς τον Απόλλωνα τις εκδήλωναν με προσφορές και αφιερωτήριες επιγραφές. Βρέθηκαν τέτοιες αφιερωτήριες επιγραφές ανθρώπων που «εδαυχνάρευσαν» στις εορταστικές εκδηλώσεις. Συνήθως αφιέρωναν στον Απόλλωνα ένα χάλκινο τρίποδα.
Ο Αριστίωνας ήταν ένας «δαυχναφόρος». Μαζί του ήταν και άλλοι «συνδαυχναφόροι». Όλοι μαζί μετά το πέρας της τελετής θεώρησαν υποχρέωσή τους για την τιμή που τους έγινε ν’ αφιερώσουν κάτι στον Λεσχαίο Απόλλωνα. Δεν γνωρίζουμε τι ήταν αυτό που αφιέρωσαν. Μέχρι σε μας σώθηκε μόνο η αφιερωτήρια επιγραφή «῎ Απλουνι Λεσχαῖοι ᾿ Αριστίον ἐνέθηκε καὶ συνδαυχναφόροι. Πρόνος ἐργάξατο». : Στον Λεσχαίο Απόλλωνα το αφιερώνει ο Αριστίωνας και οι συνδαφνηφόροι του.
Ο Θεσσαλός Αριστίωνας και οι συνδαφνηφόροι του το αφιέρωσαν στον Λεσχαίο Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας λεγόταν «Λεσχαίος» και «Λεσχηνόριος» επειδή ήταν αφιερωμένες σ’ αυτόν όλες οι λέσχες. Αυτές οι λέσχες ήταν οικήματα στα οποία, εκείνοι οι οποίοι αποτελούσαν μία λέσχη συναθροίζονταν και συζητούσαν. Ο Αριστίωνας λοιπόν και οι φίλοι του, που ασφαλώς θα ανήκαν σε μία τέτοια ομάδα και όλοι μαζί ήταν «δαυχναφόροι», μετά την τελετή, τίμησαν με κάποια αφιέρωση τον Λεσχαίο Απόλλωνα. Μαρτυρίες βεβαιώνουν ότι ο Λεσχαίος Απόλλωνας λατρευόταν και στη Λάρισα. Ίσως μάλιστα το «λεσχαίος» να είναι καθαρά θεσσαλική επίκληση του Απόλλωνα.
Ο Σωσίπατρις ήταν ένας άλλος Θεσσαλός νέος ο οποίος αξιώθηκε να διατελέσει ταυτόχρονα και ιερομνήμων και αρχιδαφνηφόρος. Το μαρτυράει το αφιέρωμά του στον Κερδώο Απόλλωνα, αυτή τη φορά:
« Ἄπλουνι Κερδοίου Σουσίπατρις
Πολεμαρχίδαιος ὁ θύτας
ὀνέθεικε ἱεραμναμονεύσας
καὶ ἀρχιδαυχναρείσας».
Δηλαδή : «Στον Κερδώο Απόλλωνα ο Σωσίπατρις,
ο γιος του Πολεμαρχίδα ο θύτης
το αφιέρωσε γιατί έγινε ιερομνήμονας
και αρχιδαφνηφόρος».
Τι ήταν αυτό που ο γιος του Πολεμαρχίδα Σωσίπατρις, από ευγνωμοσύνη γιατί αξιώθηκε να γίνει ιερομνήμονας και αρχηγός ομάδας δαφνηφόρων, αφιέρωσε στον Κερδώο Απόλλωνα δεν το γνωρίζουμε. Ο πανδαμάτορας χρόνος το εξαφάνισε. Μας έμεινε μόνο η αφιερωτήρια επιγραφή που η ευγνωμοσύνη του στο θεό τον ενέπνευσε για την χάρη που του έγινε.
Δαφνηφορίες γίνονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Αναφέρεται ότι δαφνηφόρος χρημάτισε και ο ίδιος ο Ηρακλής.
Υπάρχουν μαρτυρίες που βεβαιώνουν ότι η γιορτή της Πυθιάδας γινόταν στα μέρη τούτα μέχρι και την επικράτηση του Χριστιανισμού. Η γιορτή συνεχιζόταν και στους Δελφούς, όπου γίνονταν αγώνες. Υπάρχει μαρτυρία ότι τα Πύθια, που πρώτα γίνονταν κάθε εννέα χρόνια και γι’ αυτό λέγονταν «εννεαετηρικοί αγώνες», αργότερα γίνονταν ανά πενταετία.

16. Η λατρεία του Δία
Φυσικά στην περιοχή λατρευόταν και ο βασιλιάς θεών και ανθρώπων, ο μεγάλος Δίας. Εκτός από την ύπαρξη του ξακουστού Λαφύστιου ιερού και πολλές επιγραφές που βρέθηκαν σε διάφορα μέρη της περιοχής Αλμυρού, παρά τη λεηλασία και την καταστροφή τους από Τούρκους και Έλληνες, αποδεικνύουν τη λατρεία του θεού. Όπως όλους τους άλλους θεούς έτσι και τον Δία τον τιμούσαν και με διάφορα λατρευτικά επίθετα: Μειλίχιος, Μέγιστος, Ύψιστος, Λαφύστιος, Θαύλιος κ. ά. Κοντά στη βρύση στο Τσουρνάτι, νοτιοδυτικά του σημερινού χωριού Νεράιδα του Αλμυρού, βρέθηκε μία επιτάφια πλάκα με της εξής επιγραφή:
« ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΤΩ ΤΑΦΩ ΟΥΚ ΕΞΕΣΤΙΝ ΤΑΦΗΝΑΙ ΕΤΕΡΟΝ. ΕΙ ΔΕ ΤΙΣ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΑΝΟΙΞΑΙ ΤΟΔΕ ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΑΣΕΒΗΣΕΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΑΣ ΘΕΑΣ ΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΠΑΣΑΣ ΚΑΙ ΗΡΩΑΣ ΠΑΝΤΑΣ ΕΞΕΙ ΔΕ ΚΑΙ ΟΡΓΗΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΙΟΣ »
Δηλαδή: «Σ’ αυτό το μνήμα δεν επιτρέπεται να θαφτεί άλλος. Εάν δε κάποιος τολμήσει να ανοίξει τον τάφο αυτό θα δείξει ασέβεια σε όλους τους θεούς, τις θεές και τους ήρωες και θα έχει επάνω του την οργή του μεγάλου Δία.»
Συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, όπως φαίνεται από το κείμενο της επιγραφής, να χρησιμοποιούν για την ταφή των νεκρών παλιούς τάφους. Είναι οι διπλές ταφές. Κάποιοι, προκειμένου να θάψουν τους δικούς τους, ίσως όταν για λόγους οικονομικής ανεπάρκειας δεν ήταν σε θέση να ανοίξουν δικό τους μνήμα, χρησιμοποιούσαν άλλο μνήμα από το οποίο αφαιρούσαν τα υπάρχοντα τυχόν λείψανα ή, αρκετές φορές, τα παραμέριζαν απλώς σε μια γωνία του τάφου. Οι ανασκαφές των αρχαιολόγων πολύ συχνά βεβαιώνουν τέτοιες συνήθειες.
Για ν’ αποφύγουν λοιπόν κάτι τέτοιο οι συγγενείς του ανθρώπου από το Τσουρνάτι, και επειδή ήθελαν να φοβίσουν και ν’ αποτρέψουν εκείνους που θα σκέφτονταν ν’ ανοίξουν το μνήμα, επικαλούνταν συνολικά όλες τις θεές και του θεούς αλλά και τους ήρωες και προειδοποιούσαν ότι σ’ αυτόν τον τάφο δεν μπορεί να θαφτεί άλλος και ότι όποιος τολμήσει να ανοίξει αυτό το μνήμα θα τραβήξει επάνω του «οργήν μεγάλην του Μεγάλου Διός».
Μια άλλη επιγραφή που μεταφέρθηκε στο Μουσείο Αλμυρού από την περιοχή της Νέας Αγχιάλου ήταν επίσης αφιερωμένη στο Δία, αλλά τούτη φορά με την επωνυμία «Ύψιστος». Λέει η επιγραφή:
ΑΓΕΑΡΧΟΣ ΤΕΙΜΩΝΟΣ ΔΙΙ ΥΨΙΣΤΩ ΕΥΞΑΜΕΝΟΣ.
Την αφιέρωσε μαζί με τις προσευχές του και τη λατρεία του στον Ύψιστο Δία ο Αγέαρχος ο γιος του Τείμωνα. Κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο το «Τείμωνος» «εγράφη δι’ ΕΙ αντί Ι κατά το έθος των Ρωμαϊκών χρόνων».
Αλλά και στον «Θαύλιο Δία» βρέθηκε αφιερωμένη επιγραφή. «Θαύλιος» είναι μια άλλη γνωστή στην περιοχή λατρευτική προσωνυμία του Δία.
ΔΙ ΘΑΥΛΙΩ ΑΝΧΙΣΤΩΝ ΟΙ ΠΕΡΙ ΠΑΡΜΕΝΙΣΚΟΝ.
Εδώ το «Δι» είναι συνηρημένος τύπος του Διί (Δοτική πτώση του Ζευς). Την επιγραφή την αφιερώνουν οι γύρω από τον «Παρμενίσκον». Ποιοι είναι αυτοί οι γνωστοί του Παρμενίσκου δεν γνωρίζουμε. Θα πρέπει πάντως ο Παρμενίσκος να ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο. Ίσως ο Παρμενίσκος αυτός , αφού είχε τόσους γύρω του, που όλοι μαζί ανωνύμως αφιερώνουν επιγραφή στον Θαύλιο Δία, χωρίς να διεκδικούν την αναγραφή και των δικών τους ονομάτων, να ήταν ο «αρχέσκοπος» Παρμενίσκος του Ξενοφάντη που μαζί με τους άλλους «αρχέσκοπους» της πόλης των Φθιωτίδων Θηβών, που είδαμε παραπάνω, αφιέρωσαν στην πολιούχο θεά της πόλης τους , την «Πολιάδα Αθηνά ».
Στο Μουσείο του Αλμυρού φυλασσόταν και μία ακόμη επιγραφή στο Θαύλιο Δία. Δημοσιεύθηκε στο 7ο τεύχος του Δελτίου της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς» και έλεγε «ΔΙΟΣ ΘΑΥΛΙΟΥ»
Η προσωνυμία «Θαύλιος» είναι μία δυσκολοερμήνευτη ελληνική λέξη. Η ερμηνεία της έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν θέση στην εργασία αυτή. Στο 7ο τεύχος του Δελτίου της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς» δημοσιεύθηκε, σε μετάφραση του Μιχαήλ Κρίσπη εμπεριστατωμένο άρθρο του Γερμανού φιλολόγου ελληνιστή βαρόνου Χίλλερ Γκαίρτρινγκεν για τη λέξη «Θαύλιος», με την ευκαιρία της εύρεσης μιας άλλης επιγραφής, στην ίδια πάντοτε περιοχή (Κολοκλόμπας Φαρσάλων) με την ίδια προσωνυμία «Διός Θαυλίου».
Από το άρθρο αυτό αναφέρουμε εδώ λίγες μόνο φράσεις σε δική μας μεταγραφή.
Η λέξη «Θαύλιος» δεν απαντάται πουθενά αλλού παρά μόνο στους Έλληνες λεξικογράφους και ιδιαιτέρως στον Ησύχιο. Οι Δωριείς είχαν γιορτή με την επωνυμία «Θαύλια». «Θαύλων» σημαίνει «βουφόνος» και «Θαύλια» σημαίνει «Βουφόνια». Έτσι «Ζευς Θαύλιος» σημαίνει θεός στον οποίο προσφέρονταν «Βουφόνια». Το ότι ήδη έχει εκλείψει η λέξη (Θαύλιος) από την ελληνική γλώσσα μπορεί να οφείλεται στο ότι η γιορτή αυτή των «Θαυλίων» και το σχετικό έθιμο των «βουφονίων» ήταν αρχαιότατα.
Στην περιοχή του Βελεστίνου, εξάλλου, είναι βεβαιωμένη η ύπαρξη ναού του Θαύλιου Δία, που τον βρίσκουμε και με την προσωνυμία Άφριος.
Και στην περιοχή Αλμυρού πρέπει να λατρευόταν ο Δίας με την προσωνυμία Άφριος. Ωστόσο σε μία επιγραφή από τον Αλμυρό υπάρχει η ασυνήθιστη και για πρώτη φορά απαντώμενη προσωνυμία ΑΥΡΙΟΣ. Αυτό βεβαιώνεται από μία στήλη του Μουσείου Αλμυρού στην οποία αναγράφεται ΖΕΥΣ ΑΥΡΙΟΣ.
Θα πρέπει, νομίζω, να υποθέσουμε πως το αύριος αυτό διαβάζεται άφριος επειδή ο επιγραφογράφος θα μπέρδεψε τις δυο προφορές του αυ : αβ και αφ. Έτσι έγραψε ΑΥΡΙΟΣ και νόμιζε ότι έγραψε ΑΦΡΙΟΣ. Δεν νομίζω ότι υπήρχε ΑΥΡΙΟΣ ΖΕΥΣ.
Αλλά και μια παράδοση που σώθηκε μέχρι και τα πρόσφατα χρόνια φανερώνει τη λατρεία του Δία στην περιοχή μας. Οι δυο λίμνες στα Ζερέλια του Αλμυρού ονομάζονταν «οφθαλμοί Διός». Στη θέση αυτή των δύο μικρών λιμνών, βρίσκονταν δυο πόλεις, λέει η παράδοση, πολύ αμαρτωλές και ο Δίας για τιμωρία τις βούλιαξε και στη θέση τους έγιναν οι δυο λίμνες. Είναι τα δυο μάτια του Δία που είδαν από ψηλά τις δυο αμαρτωλές πόλεις.
Υπάρχει και μια διαφορετική παράδοση. Ένας ιερέας του Δία παντρεύτηκε την ίδια την κόρη του. Οι κάτοικοι των δύο πόλεων όχι μόνο δεν αντέδρασαν στο φοβερό ανοσιούργημα αλλά γλεντούσαν για το γεγονός και χόρευαν σε δυο κύκλους. Είδαν κι απόειδαν τα μάτια του Δία και από την οργή του για το φοβερό αμάρτημα έκανε ν’ ανοίξει η γη και να χαθούν μέσα της οι δυο χοροί. Στις θέσεις των χορών έγιναν οι δυο πανέμορφες λιμνούλες των Ζερελίων, που από τότε ονομάστηκαν και έμειναν γνωστές με το όνομα «Οφθαλμοί Διός».
Ο μύθος αυτός επέζησε ως τα πολύ νεότερα χρόνια, αλλά προσαρμοσμένος στα σύγχρονα δεδομένα. Σήμερα είναι πολύ γνωστό στην περιοχή το παραμύθι ότι ένας χριστιανός παπάς παντρεύτηκε την κόρη του και μάλιστα κάλεσε όλο το χωριό να γλεντήσει στο γάμο του. Έγιναν δυο κύκλοι για το χορό, ένας για τους άντρες και ένας για τις γυναίκες. Είδε ο θεός τις αμαρτίες όλων και τους βούλιαξε μέσα στα νερά των λιμνών που σχηματίστηκαν στη θέση των δύο χορών. Οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν τον ανόσιο χορό, καθισμένοι τριγύρω από τους χορευτές, μεταμορφώθηκαν στα καλάμια που φυτρώνουν στις όχθες των λιμνών.
Η παραπάνω νεότερη μορφή του ίδιου στην πραγματικότητα αρχαίου μύθου είναι μία ένδειξη ότι ακόμα και σήμερα μπορούν να ανιχνευθούν κάποιες ατμίδες της πλούσιας μυθολογίας της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι στην περιοχή έχουν γίνει ανασκαφές από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες και διαπιστώθηκε η ύπαρξη νεολιθικών οικισμών.
Στη βάση ενός μικρού αγάλματος του Μουσείου του Αλμυρού, που βρέθηκε στο χωριό Μικροθήβες του Αλμυρού (κοντά στις Φθιώτιδες Θήβες), υπήρχε επιγραφή αφιερωμένη στον «Μειλίχιο Δία», το Δία τον γλυκό, τον μαλακό, τον πράο. Την είχε αφιερώσει η Κρινώ και έλεγε χρησιμοποιώντας πάλι τον συνηρημένο τύπο της δοτικής «Δι » ( Διί ) «Μειλιχίῳ»
ΔΙ ΜΕΙΛΙΧΙΩ ΚΡΙΝΩ ΑΡΣΙΑ ΑΝΕΘΗΚΕΝ
Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της περιοχής Αλμυρού σε κάποια εποχή άρχισαν να μην μπορούν να συμβιβαστούν μ’ ένα Λαφύστιο (λαίμαργο, αχόρταγο, αδηφάγο) Δία. Δεν ήθελαν πλέον τον βασιλιά των θεών άγριο. Τον ήθελαν ήρεμο, πράο, μειλίχιο. Έτσι η γλυκιά Αλμυριώτισσα εκείνης της εποχής Κρινιώ αφιέρωσε το άγαλμα στον Μειλίχιο Δία.
Ο Μειλίχιος Δίας συχνά παριστανόταν με τη μορφή φιδιού, ίσως του «οικουρού όφεως». Υπάρχουν και παραστάσεις, εξάλλου, του Μειλίχιου Δία, με μορφή φιδιού. Ο Μειλίχιος Δίας, στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, μια περιοχή καθαρά γεωργοκτηνοτροφική, λατρευόταν και ως σύζυγος της θεάς της γεωργίας, της Δήμητρας.
Η έννοια του «οικουρού όφεως» ήταν αποδεκτή, τουλάχιστον στην περιφέρεια Αλμυρού, μέχρι και πρόσφατα. Μερικοί κάτοικοι των χωριών της περιοχής συνήθιζαν, σε παλιότερες εποχές, όταν τυχόν βρισκόταν στο σπίτι τους κάποια δεντρογαλιά να μην την σκοτώνουν ούτε να την διώχνουν αλλά αντίθετα να την θεωρούν προστάτη τους και να την περιποιούνται βάζοντας π.χ. συχνά στο μέρος όπου είχε τη φωλιά της γάλα για να πίνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συνήθεια αυτή απηχεί την παράδοση του «οικουρού όφεως» ή και του «Μειλιχίου Διός».
«Μειλίχιους», δηλαδή πράους, γλυκούς και ευεργετικούς μαζί του αλλά και με όλους τους ανθρώπους ήθελε όλους τους θεούς και κάποιος άλλος κάτοικος της περιοχής Αλμυρού εκείνης της εποχής. Είναι ο Λυσίμαχος από τις Μικροθήβες. Γι’ αυτό και αφιέρωσε σ’ αυτούς μια πλάκα γράφοντας απλά «ΛΥΣΙΜΑΧΟΣ ΜΕΙΛΙΧΙΟΙΣ ΘΕΟΙΣ». Η ανθρώπινη ανάγκη μας για ένα θεό αγάπης και συμπόνιας, ένα θεό πράο και ευεργετικό προς τους ανθρώπους, ήταν πάντοτε μεγάλη. Εξάλλου συχνά βρίσκουμε, σε επιγραφές, το επίθετο «μειλίχιος» να συνοδεύει ονόματα και άλλων θεών.
Η εσωτερική ανάγκη να κάνουν τους θεούς τους μειλίχιους δημιουργούνταν κυρίως στους ανθρώπους που λάτρευαν χθόνιες θεότητες, οι οποίες ήταν αυστηρές και μοχθηρές, όπως ο Λαφύστιος Δίας.
Αλλά και ο Ποσειδώνας στην Αχαΐα Φθιώτιδα, στην αρχή, λατρεύτηκε ως χθόνια θεότητα. Το ίδιο και η Δήμητρα. Γίνονταν λοιπόν ειδικές τελετές που αποσκοπούσαν στον εξευμενισμό αυτών των θεοτήτων και στην μετατροπή τους σε μειλίχιες. Γι’ αυτό και στο Λαφύστιο ιερό της Βοιωτίας συλλατρευόταν μαζί με τον Λαφύστιο Δία και ο «Χάροψ Ηρακλής», δηλαδή ο χαροποιός Ηρακλής. Εκεί βρισκόταν και το «Χαροπείον σπήλαιον», ένα χάσμα αφιερωμένο στον Ηρακλή και από το οποίο, όπως πιστευόταν, βγήκε από τον Άδη στη γη ο Ηρακλής κουβαλώντας μαζί του τον Κέρβερο.
Ο Χάροψ Ηρακλής ωστόσο δεν λατρευόταν στο Λαφύστιο ιερό της Άλου. Εδώ ο Δίας εξακολουθούσε να είναι «Λαφύστιος», σκληρός και ανελέητος, λαίμαργος αχόρταγος και αμείλιχος. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι μία ακόμη ένδειξη ότι ήταν ιερό αρχαιότερο του ομωνύμου ιερού της Βοιωτίας. όπου η συλλατρεία του Χάροπος Ηρακλή δείχνει μία τάση μετατροπής του αυστηρού θεού σε ολυμπιακής , μειλίχιας υπόστασης θεότητα.
Λαφύστιος επίσης ήταν και επωνυμία του θεού Διόνυσου στη Βοιωτία με την οποία ο Διόνυσος λατρευόταν στο βουνό Λαφύστιο. Ο Λυκόφρονας ονόμαζε τις Βάκχες «Λαφύστιες γυναίκες.»

17. Η λατρεία του Ασκληπιού, του Ποσειδώνα
και της Ενυώς
Στις πρόσφατες ανασκαφές του χώρου των Φθιωτίδων Θηβών και του αρχαίου θεάτρου της πόλης βεβαιώθηκε ακόμη η παρουσία ναού ενός άλλου θεού, του Ασκληπιού, για τον οποίο δεν υπήρχαν από προηγούμενες αρχαιολογικές έρευνες σαφείς αποδείξεις και μαρτυρίες. Αποδεικνύεται έτσι η λατρεία και του θεού αυτού από τους κατοίκους της περιοχής αυτής.
Αλλά και ο Ποσειδώνας δεν ήταν δυνατό να μη λατρεύεται σε μια περιοχή από την οποία ξεκίνησε η πρώτη ελληνική ναυτική εκστρατεία, πολύ πριν από την Αργοναυτική, αναμνήσεις της οποίας ασφαλώς απηχούν οι τοπικοί μύθοι του Φρίξου και της Έλλης. Ο άγγλος περιηγητής Ληκ, όπως μας βεβαιώνει ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, κουβάλησε από το χώρο των Φθιωτίδων Θηβών στην μακρινή πατρίδα του, και την εναπόθεσε στο Μουσείο του Λονδίνου, μια επιγραφή αφιερωμένη στον θεό της θάλασσας:
ΦΙΛΟΜΒΡΟΤΟΣ ΑΦΘΟΝΗΤΟΣ ΔΕΙΝΟΜΑΧΟΥ, ΠΟΣΕΙΔΩΝΙ
Ήταν μία σηκόμορφος στήλη, τετράγωνη, χωρίς αέτωμα. Στο μέσο της στήλης παριστάνονταν δύο γυναικείες πλεξούδες μαλλιών. Βρέθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα και δημοσιεύθηκε από τον Millingen και τον Όθωνα Kern στο Inscriptiones Graecae, τόμ. IX, Berlin 1908. Eίναι του Δ΄- Γ΄ αιώνα.
Είναι άγνωστο γιατί δύο άντρες, ο Φιλόμβροτος και ο Αφθόνητος, αφιέρωσαν στον Ποσειδώνα, ένα καθαρά γυναικείο αφιέρωμα, δύο γυναικείες πλεξούδες.
Την λατρεία του θεού Ποσειδώνα στην ίδια περιοχή αποδεικνύει και η ονομασία του ακρωτηρίου «Ποσείδαιον» στην ανατολική πλευρά του μικρού κολπίσκου του Πτελεού στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου. Σε μία «αρχαιολογική εκδρομή», όπως ονόμαζαν τα μέλη της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού την εποχή εκείνη αυτό που σήμερα οι αρχαιολόγοι ονομάζουν «αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα», στο χώρο του «Ποσειδαίου» ακρωτηρίου, διαπιστώθηκαν από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, μέσα σε μία σπηλιά, ίχνη αρχαιοελληνικής λατρείας.
Το ακρωτήριο Ποσείδαιον, σύμφωνα με τον Στέφανο Κομμητά, είχε και το όνομα Αφέται γιατί απ’ εκεί ξεκίνησαν οι Αργοναύτες: «᾿Ακρωτήρια (της Φθιώτιδας): Αἱ ᾿Αφέται ἤ τὸ Ποσείδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι κοινὸν καὶ εἰς τοὺς δύο κόλπους, τον τε Μαλιέα, καὶ τὸν Παγασητικὸν΄ ὠνομάσθη δὲ ᾿Αφέται, ἐπειδή ἐντεῦθεν ἀπέπλευσαν οἱ ᾿Αργοναῦται.»
Η πληροφορία αυτή του Κομμητά, σύμφωνα με την οποία ο απόπλους των Αργοναυτών ήταν το ακρωτήριον Ποσείδαιον, από όσα προσωπικά γνωρίζω, δεν έχει ερευνηθεί. Ο ίδιος συγγραφέας ωστόσο στο βιβλίο του Ελληνική Μυθολογία γράφει για το θέμα αυτό «῎Αραντες οὖν ἐκ τῆς ᾿Ιωλκοῦ τοῦ νῦν Βώλου, ἦλθον εἰς τὰς ᾿Αφέτας. Καὶ ἐντεῦθεν ἦλθον εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ Χείρωνος, ὃςτις τότε ἀνέτρεφε τὸν ᾿Αχιλλέα.» Επιμένει όμως ότι οι Αφέτες είναι ακρωτήριο της Θεσσαλίας.
Ο Ηρόδοτος περιγράφοντας την εκστρατεία του Ξέρξη λέει στο σημείο όπου παρουσιάζει το στρατό του Ξέρξη να παρακάμπτει το Αρτεμήσιο: «κάμψαντες δὲ τὴν ἄκρην τῆς Μαγνησίης ἰθέαν ἔπλωον ἐς τὸν κόλπον. . . ἐντεῦθεν γὰρ ἔμελλον ὑδρευσάμενοι ἐς τὸ πέλαγος ἀπήσειν, ἐπὶ τούτῳ δὲ τῷ χώρῳ οὔνομα γέγονε Ἀφεταί.»
Στην περιοχή Αλμυρού λατρευόταν ακόμη η πολεμική θεά Ενυώ. Ήταν μία πολύ παλαιά θεά του πολέμου, αφού αναφέρεται άλλοτε ως μητέρα και άλλοτε ως τροφός του θεού Άρη. Οι γονείς εξάλλου των Ολυμπίων θεοτήτων χαρακτηρίζονται συνήθως «πρότεροι θεοί». Σε μία στήλη των Παγασών βρέθηκε ένα θαυμάσιο επιτάφιο ποίημα σε δακτυλικούς πενταμέτρους και εξαμέτρους. Είναι αφιερωμένο σε κάποιον που έπεσε ηρωικά στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών. Είναι ο Αντιγένης, γιος του Σωτίμου και της Σωσώς, τον οποίο, όπως λέει το επίγραμμα, η θεά Ενυώ του γέμισε την ψυχή με ορμή:
«Ἀντιγένης Σωτίμου
Εἰς Μακάρων Νήσους με κατήγαγεν ἀγχόθι Μίνως,
θερμὰ κατ’ ἐνκεφάλου τραύματα δεξάμενον
καὶ δέμας ἐκ καμάκων πεπαλαγμένον, ἁνίκ’ Ἐνυώ
πεζὸν ἀπ᾿ Αἰτωλῶν ἀμφορόθυνεν Ἄρη
Ἀντιγένη’ Μάγνης δὲ δόμος καὶ πατρὸς ἔπολβος
ἡ Δημητριέων οὔ με κατῳκτίσατο,
υἱὸν Σωτίμου τὸν γνήσιον’ οὐδὲ με Σωσὼ
μήτηρ’ οὐ γὰρ ἔβην θῆλυς ἐπ᾿ ἀντιπάλους’
ἀλλὰ τὸν ἡβητὴν σῴζων λόχον – ἳστορα τῶνδε – ,
Ζῆνα καὶ ὁπλίτην αὐλὸν ᾿Ενυαλίου,
καὶ τὸν ᾿Αλεξάνδρου χθόνιον τάφον, οὗ μέγα θάρσος,
ῥυόμενος, Θήβης ἀμφεκάλυψα κόνιν.»
Δηλαδή: «(Ενθάδε κείται) ο Αντιγένης, γιος του Σωτίμου. Στα Νησιά των Μακάρων μ’ έστειλε προ ολίγου ο Μίνωας, αφού πήρα στο κεφάλι μου θανατηφόρα τραύματα, και όλο το σώμα μου είχα τρυπημένο από τα βέλη τη στιγμή εκείνη που η θεά του πολέμου Ενυώ στη πεζομαχία κατά των Αιτωλών με γέμισε από ορμή εμένα τον φιλοπόλεμο Αντιγένη. Η δε οικογένειά μου, η παλαιά μεταξύ των Μαγνήτων, και η ευτυχισμένη πατρίδα μου, η πόλη της Δημητριάδας, δεν με έκλαψε εκεί, μένα τον γνήσιο γιο του Σωτίμου’ ούτε η μητέρα μου η Σωσώ με περιποιήθηκε ως νεκρό σε ειρήνη’ διότι πήγα στον πόλεμο όχι με γυναικεία ψυχή, για να σώσω τη ζωή μου αλλά ενώ έσωζα τον λόχο των συνομιλήκων μου – αυτός ξέρει καλά όσα λέω εδώ – , και ενώ μαχόμουν για το πατρικό μου ιερό του Ακραίου Δία, για την πολεμική σάλπιγγα του οπλίτη, και ενώ υπεράσπιζα τη μακαρία μνήμη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που είχε μεγάλο θάρρος, όπως ξέρουμε, σκέπασα με το σώμα μου το χώμα της Θήβας». (δηλ. των Φθιωτίδων Θηβών)
Ωστόσο, αφού αναφερόμαστε συνεχώς στο χώρο όπου λατρεύτηκαν οι «πρότεροι θεοί» για πολύ περισσότερα χρόνια από όσα σε άλλες περιοχές, θα πρέπει να θυμίσουμε ότι Ενυώ λεγόταν και μία από τις «Γραίες» που γέννησε η Κητώ με τον Φόρκυ:
«Φόρκυϊ δ᾿ αὖ Κητὼ γραίας τέκε καλλιπαρῄους
ἐκ γενετῆς πολιάς, τὰς δὴ Γραίας καλέουσι
ἀθάνατοί τε θεοὶ χαμαὶ ἐρχόμενοί τ᾿ ἄνθρωποι,
Πεμφρηδώ τ᾿ ἐύπεπλον Ἐνυώ τε κροκόπεπλον.»
Στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών θα μπορούσαν ασφαλώς να είχαν ευρεθεί και άλλα πολλά σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της περιοχής, αν οι ανασκαφές είχαν γίνει πολύ νωρίτερα. Έχουν χαθεί πολλά μνημεία.
Η Φιλάρχαιος Εταιρεία Αλμυρού «Όθρυς» από πολύ νωρίς, λίγο πριν και μετά το 1896, είχε επισημάνει την σημαντικότητα από αρχαιολογική άποψη της περιοχής αλλά δυστυχώς, την εποχή εκείνη, η ίδια δεν είχε την δυνατότητα συστηματικών ανασκαφών και αρχαιολογικών ερευνών. Οι (Φθιωτικές) Θήβες ήταν μια πολύ σημαντική πόλη. Ήταν σύμφωνα με μία επιγραφή, η οποία πρόσφατα βρέθηκε, έστω και αν αναφέρεται σε νεότερα χρόνια, «Η λαμπροτάτη Θηβαίων πόλις».

18. Η λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης
Η Δήμητρα ήταν θεά της γεωργίας. Οι αρχαίοι Έλληνες μάλιστα ταύτιζαν τη θεά Δήμητρα με τη γη, τη Γαία. Μας το βεβαιώνει ο Διόδωρος Σικελιώτης : «διὰ τὸ τοὺς ἀνθρώπους τὴν γῆν Δήμητραν νομίζειν. . .καθόλου γὰρ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ποιητῶν καὶ μυθογράφων τὴν Δήμητραν γῆν μητέρα προσαγορεύεσθαι».
Φυσικό ήταν σε μια περιοχή πάντοτε γεωργική, όπως ήταν η Αχαΐα Φθιώτιδα, η Δήμητρα να λατρευόταν με ιδιαίτερες τιμές. Μια επιγραφή, που βρέθηκε στο Καραμπάσι, το ερημωμένο σήμερα χωριό μεταξύ Νέας Αγχιάλου και του Αεροδρομίου της, και μεταφέρθηκε στο Μουσείο Αλμυρού, φανερώνει την λατρεία της θεάς Δήμητρας, με την απλή και ανώνυμη αφιέρωση:
ΔΑΜΑΤΡΙ ΚΑΙ ΚΟΡΑ.
Είναι αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα και στην Περσεφόνη, την κόρη της.
Εξάλλου είναι γνωστό ότι στην Πύρασο, πόλη που έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με τον Πρωτεσίλαο, υπήρχε και το ξακουστό ιερό της θεάς το «Δημήτριον». Μας το μαρτυρούν οι αρχαίοι συγγραφείς: «ἦν παράλιος καὶ εὐλίμενος, ἔχουσα Δήμητρος ἄλσος καὶ ἱερὸν ἅγιον Δημήτριον καλούμενον.»
Αλλά και η παράσταση της θεάς Δήμητρας στην μία όψη των νομισμάτων των Φθιωτίδων Θηβών – ενώ στην άλλη παριστάνεται ο Πρωτεσίλαος ξεκινώντας για τον Τρωικό Πόλεμο κρατώντας την πρώρα του πλοίου – αποδεικνύει τη λατρεία της θεάς Δήμητρας.
Και ένα θαυμάσιο ανάγλυφο του Μουσείου Αλμυρού, προερχόμενο από τα μέρη της αρχαίας Πυράσου, φυλαγμένο σ’ αυτό με τη φροντίδα της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς», παρίστανε γυναίκα που στο κεφάλι της είχε στεφάνι από στάχυα και στο δεξιό χέρι κρατούσε δρεπάνι. Ασφαλώς πρόκειται για απεικόνιση της θεάς Δήμητρας, της θεάς της γεωργίας.
Για την θεά Περσεφόνη, ως γυναίκα του θεού του Άδη Πλούτωνα και επομένως ως θεά και αυτή του Κάτω Κόσμου, γίνεται αναφορά σε μία επιτύμβια επιγραφή που βρέθηκε στις Φερές. Η θεά μνημονεύεται ως Φερσεφόνη, που είναι μια άλλη μορφή του ονόματός της.
Ο Πύρρος, ο γιος του Αγασικλή, πέθανε πολύ μικρός. Ήταν παιδί ακόμα. Ήταν πολύ αγαθός επομένως. Αν ήταν δυνατόν οι αγαθοί να επανέρχονται στη ζωή, ο Πύρρος σίγουρα θα ερχόταν και πάλι στο φως. Έτσι λέει ένα πολύ όμορφο επίγραμμα:
«Σωφροσύνης ἀρετῆς μνημεῖον τοῦτ᾿ ἀνάκειται.
Πύρρῳ Ἀγασικλεῖος, παιδὶ καταφθιμένῳ.
εἰ δ᾿ ἦν τοὺς ἀγαθοὺς ἀνάγειν, πάλιν ἦλθεν ἄν εἰς φῶς
ἐκπρολιπὼν ἀδύτους Φερσεφόνης θαλάμους.»
Δηλαδή: «Αυτό το μνημείο για την αρετή της σωφροσύνης αφιερώνεται στον Πύρρο τού Αγασικλή, στο παιδί που καταφθάρθηκε. Αν όμως ήταν δυνατό το ξανανέβασμα στους εναρέτους, πάλι θα είχε έρθει στο φως εγκαταλείποντας τους απρόσιτους θαλάμους της Περσεφόνης.»

Ας δούμε όμως μερικές ακόμη επιτάφιες επιγραφές.
Οι επιγραφές αυτές δεν μνημονεύουν ονόματα θεών. Εκφράζουν μόνο τον βαθύ πόνο των ανθρώπων που μένουν πίσω για εκείνους που αφήνουν αυτόν τον κόσμο. Εκφράζεται έτσι η αγάπη, ο πόνος και η λατρεία των ανθρώπων για τους νεκρούς τους.
Η Πωτάλα ήταν μια πολύ νεαρή γυναίκα. Πέθανε πάνω στον τοκετό με φρικτούς πόνους, χωρίς να φέρει στον κόσμο το παιδί της. Έτσι, σύμφωνα με τον επιγραφοποιό, πέθανε χωρίς να είναι ούτε γυναίκα – με την έννοια της μητέρας – ούτε κόρη και άφησε μεγάλη λύπη στον πατέρα της και τη μητέρα της:
« Ὤλεο δὴ στυγερῷ θανάτῳ προλιποῦσα τοκῆας
Πωτάλα ἐγ γαστρὸς κυμοτόκοις ὀδύναις’
οὔτε γυνὴ πάμπαν κεκλημένη οὔτε τι κούρη
πένθος πατρὶ λίπες μητρὶ τε τῇ μελέᾳ.»
Σε μετάφραση το θαυμάσιο αυτό κείμενο λέει:
«Χάθηκες λοιπόν από φρικτό θάνατο εγκαταλείποντας τους γονείς σου,
Πωτάλα, μες στους σπαραχτικούς πόνους της γαστέρας σου’
χωρίς ούτε σε όλα γυναίκα να λέγεσαι ακόμα ούτε πια κόρη
πένθος στον πατέρα σου άφησες και στη μητέρα σου την αξιολύπητη.»
Πολύ νέος ήταν επίσης και ο Διογένης, ο γιος του Ηρακλείδη. Δεν είχε κλείσει ακόμη τα είκοσί του χρόνια. Του έλειπαν έξι μήνες. Ήταν Μακεδόνας και άγνωστο για ποιο λόγο βρέθηκε, πέθανε και θάφτηκε στα μέρη ετούτα αφήνοντας μεγάλη και αβάστακτη λύπη στους γονείς του που βασανίζονταν από τα γεράματα. Αλλά – τι να γίνει – δεν είναι μπορετό στους θνητούς να αποφύγουν την τύχη τους και το θέλημα των θεών, γράφει, δεχόμενος, την ανθρώπινη μοίρα ο επιγραφοποιός:
« Διογένης ῾Ηρακλείδου, Μακεδών.
῏Η ρα ποθεινὸς πᾶσιν ἔβης, δόμον Ἄϊδος οὔπω
εἴκοσ᾿ ἐτῶν μῆνας δ᾿ ἕξ ἔτι λειπόμενος
Διόγενες, πένθος δὲ λιγρὸν στύγιόν τε γονεῦσιν
κάλλιπες, ἀϊδιον γήραϊ τειρομένοις.
Ἀλλ᾿ οὐκ ἔστι τύχην προσφυγεῖν καὶ δαίμονα θνητοῖς
οὐδὲ παρώσασθαι μόρσιμον ἦν τὸ χρεών.»
Ας χαρούμε σε μια ωραία μετάφραση το όμορφο αυτό επίγραμμα:
«Ο Διογένης τού Ηρακλείδη, Μακεδόνας. Αληθινά αγαπητός σε όλους πήγες, στο σπίτι τού Άδη όχι ακόμα είκοσι χρονών, αφού σου λείπουν έξι μήνες, Διογένη, και πένθος φοβερό και φρικτό στους γονείς σου άφησες, παντοτινό στα γερατειά τους τα βασανισμένα. Αλλά δεν είναι δυνατό στους θνητούς την τύχη να διαφύγουν και τον κακό τους δαίμονα κι ούτε είναι πεπρωμένο να παραμερίσουν την αφεύγατη ανάγκη »
Ένα άλλο επίγραμμα, που βρέθηκε σε τάφο της περιοχής Αλμυρού έγραφε:
«Τὸν μετ᾿ εὐλαβείας ζήσαντα καλῶς ᾿Αγέλαον
τύμβος ἔχει κατὰ γῆς τέρμα λαχόντα βίου
μνήμης δ᾿ ἡ λίθος εἰμὶ φέρουσα τὰ γράμματα ταῦτα
σπουδῆς τ᾿ εὐνοίας κῦδος ἐνεγκαμένῳ.»
Από την περιοχή των Φαρσάλων προέρχεται μία άλλη επιγραφή, γεμάτη οδύνη για την απώλεια αγαπημένων προσώπων :
«Μνᾶμα τόδ᾿ ἁ μάτερ Διοκλέᾳ ἔστασ᾿ ᾿Εχαναϊς
πολλὰ γο῾όσα ὅτ᾿ ἀνδρὸς ὄλετο ὤν ἀγαθός.
– -ὁλεα τεὸς ἀδελφεός ἔσστα Γελόο;῾ς
πᾶς δὲ κἁτοικτίρας ἄνδρα ἀγαθὸν παρίτο»
Κοντά στο μοναστήρι της Αντινίτσας είχε βρεθεί από τα μέλη της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού τάφος με μία πολύ ωραία επιτάφια επιγραφή. Ήταν ο τάφος κάποιου νέου, του Δερξία από τη Σπάρτη, που τον λήστεψαν και τον σκότωσαν ληστές. Ο πατέρας του νέου είχε στήσει στον τόπο του φόνου, κάπου στο δρόμο μεταξύ Μελιταίας και Λαμίας μνημείο με τούτο το υπέροχο επίγραμμα
«Εἰπὲ, ποτὲ Φθίαν εὐάμπελον ἣν ποθ᾿ ἵκηαι
καὶ πόλιν ἀρχαίαν, ὦ ξένε, Θαυμακίαν,
ὡς δρυμὸν Μαλεαῖον ἀναστείβων ποτ᾿ ἔρημον
εἶδες Λάμπωνος τόνδ᾿ ἐπὶ παιδὶ τάφον
Δερξία, ὃν ποτε μοῦνον ἔλον δόλῳ οὐδ᾿ ἀναφανδὸν
κλῶπές ἐπὶ Σπάρτην δίαν ἐπειγόμενον.»
Δηλ.: Κατά τη Φθία με τα ωραία αμπέλια αν ίσως πας,
και στη Θαυμακία, την αρχαία πολιτεία, να πεις, ω ξένε,
ότι περνώντας κάποτε το έρημο δάσος του Μαλέα
είδες τούτο το μνήμα που έστησε ο Λάμπωνας για το παιδί του
τον Δερξία, που το σκότωσαν με πονηριά κι όχι παλικαρίσια
ληστές καθώς μοναχός του βιαζόταν να φτάσει στη θεϊκιά τη Σπάρτη.
Στον αυχένα του βουνού από τον οποίο περνά ο δρόμος από τη Σούρπη προς το επίνειο του χωριού, τις Νηές, βρίσκονται μέχρι σήμερα ερείπια του ναού της Αγίας Τριάδας. Εκεί βρέθηκαν και λείψανα κιόνων αρχαίου ναού, που μάλλον ανήκε στη θεά Δήμητρα. Κατά μία άποψη ίσως δεν πρέπει να θεωρηθεί άσχετο το γεγονός ότι ο σημερινός χριστιανικός ναός της Αγίας Τριάδας, που χτίστηκε στη θέση του αρχαίου ελληνικού ναού γιορτάζει στην περίοδο της συγκομιδής των δημητριακών, των προϊόντων δηλαδή εκείνων ακριβώς που προστάτευε η θεά Δήμητρα.
Εξάλλου η παλαιότερη μαρτυρία που υπάρχει για τη λατρεία της Δήμητρας στη Θεσσαλία είναι αυτή που περιέχεται στο Β΄ της Ιλιάδας όπου γίνεται αναφορά στο βασίλειο του Πρωτεσίλαου του βασιλιά της Φυλάκης.
Στην αρχαία Άλο η θεά Δήμητρα λατρευόταν και με την προσωνυμία «Μεγάλαρτος» Ήταν η θεά που βοηθούσε τους ανθρώπους να έχουν καλές σοδειές κι έτσι να μπορούν να κάνουν μεγάλους άρτους. Μία επιγραφή των Φερών αναφέρει επίσης τη Δήμητρα με την προσωνυμία «Μεγάλαρτος». Στην Άλο και στην Πύρασο είχαν αφιερώσει ένα μήνα του ημερολογίου τους, τον Μεγαλάρτιο, στη Μεγάλαρτο Δήμητρα. Πρέπει δε να γινόταν και ειδική γιορτή, τα Μεγαλάρτια, στο μήνα αυτό.

19. Η λατρεία του Διόνυσου
Στη Φυλάκη της Αχαΐας Φθιώτιδας, λίγο έξω από το σημερινό ομώνυμο χωριό της επαρχίας Αλμυρού, γινόταν ειδική γιορτή για την λατρεία της θεάς Δήμητρας με το τοπικό συνοδευτικό λατρευτικό της επίθετο «Φυλάκα». Σύμφωνα μάλιστα με μία άποψη η πόλη Φυλάκη οφείλει το όνομά της σ’ αυτήν ακριβώς τη θεά, την «Δήμητρα Φυλάκα».
Υπήρχε λοιπόν στη Φυλάκη λατρεία της «Δήμητρας Φυλάκας» Οι ιέρειες μάλιστα της τοπικής αυτής Δήμητρας, υπηρετούσαν παράλληλα και το θεό Διόνυσο με την ιδιαίτερη λατρευτική επωνυμία «Κάρπιος». Μία επιγραφή βεβαιώνει τα παραπάνω :
«Δήμητρι Φυλάκᾳ καὶ Διονύσῳ καρπίῳ Ὀλυμπία Μένωνος κατὰ θυγατροποιίαν δ’ Ὀλυμπίχου καὶ Μενίππου Σεβαστήα ἱηρατεύσασα. ».
Το γεγονός αυτό της συλλατρείας και της προσφοράς της απαραίτητης για τη λατρεία υπηρεσίας, σε δύο διαφορετικές θεότητες, της Δήμητρας και του Διόνυσου, πρέπει να συναντάται, από όσο γνωρίζω, και σε άλλα μέρη της Ελλάδας εκτός της Θεσσαλίας. Στη Λάρισα βρέθηκαν επίσης τέτοιες επιγραφές που μαρτυρούν τη λατρεία της Φυλάκας Δήμητρας και του Κάρπιου Διόνυσου. Ωστόσο στον Ύμνο του Ορφέα στην Ελευσίνια Δήμητρα αναφέρεται συλλατρεία της Δήμητρας και του Βρομίου (Διόνυσου).
Υπάρχουν βεβαίως συλλατρείες και άλλων θεών σε ιερά. Μαζί με τον κυρίως θεό στον οποίο ήταν αφιερωμένο το ιερό λατρεύονταν και άλλοι θεοί. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι πάρεδροι θεοί. Έτσι στο ναό της Ενοδίας θεάς στις Φερές συλλατρευόταν ως πάρεδρος θεός και ο Θαύλιος Ζεύς, παρ” όλο που υπήρχε και διαίτερος ναός αφιερωμένος στον ίδιο. Αυτοί οι ναοί ή τα ιερά ήταν αυτό που σήμερα ονομάζουμε δισυπόστατους (ή και τρισυπόστατους) ναούς
Μία εξήγηση που θα μπορούσε ίσως να δοθεί στη συλλατρεία της Δήμητρας και του Διόνυσου είναι το ότι, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, ο Διόνυσος ήταν γιος της Δήμητρας. Ίσως ο μύθος αυτός να ήταν τοπικός της Αχαΐας Φθιώτιδας. Έτσι μητέρα και γιος συλλατρεύονταν και συνυπηρετούνταν από τις ίδιες ιέρειες και πιθανότατα στον ίδιο ναό.
Μία άλλη πιθανή ερμηνεία του φαινομένου αυτού ίσως θα μπορούσε ν’ αναζητηθεί στο γεγονός ότι η συλλατρεία αυτή της Δήμητρας γινόταν με τον «Κάρπιο Διόνυσο», επειδή ειδικά ο Διόνυσος ο Κάρπιος θεωρούνταν προστάτης του αμπελιού, θεός που κατ’ επέκταση προστάτευε τη βλάστηση και την ανάπτυξη, όπως και η Δήμητρα.
Μία άλλη ερμηνεία του γεγονότος, ίσως περισσότερο πιθανή από την προηγούμενη, μπορεί ν’ αναζητηθεί σε τοπικές λατρευτικές ιδιαιτερότητες της Φυλάκης. Στη Φυλάκη λατρευόταν ιδιαίτερα, όπως αναφέρθηκε, ο Πρωτεσίλαος, που θεωρούνταν μάλιστα και προστάτης της αμπελοκαλλιέργειας.
Κατά τον «Ηρωικό» του Φιλόστρατου, της σχολής της «Δεύτερης Σοφιστικής», η οποία άκμασε στα λεγόμενα αυτοκρατορικά χρόνια, ο Πρωτεσίλαος, σύμφωνα με κάποιο θέλημα των θεών, είχε ανέβει, παρά το θάνατό του που έγινε στην Τροία, και πάλι στον Επάνω Κόσμο. Τρεις με τέσσερις φορές το μήνα παρουσιαζόταν και κουβέντιαζε με έναν αμπελουργό, ο οποίος είχε το αμπέλι του κοντά στον τάφο του ήρωα της Φυλάκης, στη Θρακική χερσόνησο, και του έδινε συμβουλές.
Ο Διόνυσος ο Κάρπιος είναι δυνατό να είναι και μία άλλη μορφή, προγενέστερη ή μεταγενέστερη, του «θεού» Πρωτεσίλαου. Μπορεί και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε τόσες άλλες που είδαμε να συμβαίνουν με άλλες τοπικές θεότητες, να έχει γίνει απορρόφηση της μιας θεότητας από την άλλη. Είναι δυνατόν δηλαδή ο Πρωτεσίλαος, ως μία άλλη προολυμπιακή θεότητα, ν’ απορροφήθηκε εντελώς από τον Διόνυσο και στη θεοκρασία αυτή να εξαφανίστηκε και αυτό ακόμη το όνομά του, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί εντελώς να έχει συμβεί και το αντίθετο, ο Διόνυσος ο Κάρπιος να χάθηκε μέσα στον Πρωτεσίλαο. Πρέπει να θεωρηθεί και αυτό ένα φαινόμενο θεοκρασίας του οποίου οι λεπτομέρειες δύσκολα γίνονται αντιληπτές και κατανοητές στην σημερινή εποχή. Οι λόγοι αυτής της λησμονιάς σε τόσους και τόσους τοπικούς μύθους έπαιξαν και στην περίπτωση αυτή το ρόλο τους.
Σύμφωνα ακόμη με τον ομηρικό ύμνο τον αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα, η θεά λατρευόταν και στην πόλη Αντρώνα της Αχαΐας Φθιώτιδας, που ανήκε και αυτή στο βασίλειο του Πρωτεσίλαου και βρισκόταν στη θέση «Φανός» της κοινότητας Γλύφας του Νομού Φθιώτιδας. Στην Αντρώνα η θεά Δήμητρα πιθανόν να λατρευόταν και στα σπήλαια που ακόμη και σήμερα βρίσκονται στη βραχώδη ακτή κάτω από τη θέση της πόλης Αντρώνας της οποίας το νεκροταφείο ανασκάφηκε πρόσφατα από την αρχαιολόγο της ΙΔ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κ. Μαρία – Φωτεινή Παπακωνσταντίνου.
Στην ίδια περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας λατρευόταν από πολύ παλιά ο Διόνυσος, χωρίς να είναι γνωστή κάποια ιδιαίτερη προσωνυμία του. Απόδειξη είναι ότι στην Άλο, για να τιμούν το θεό Διόνυσο, είχαν δώσει το όνομά του σ’ ένα μήνα του ημερολογίου τους. Είχαν μήνα που είχε το όνομα Διονύσιος.
Όπως είναι γνωστό ακόμη, σύμφωνα με μια εκδοχή για το θεό Διόνυσο, που ακουγόταν και γινόταν πιστευτή στη Θεσσαλία, ο Διόνυσος είχε ανατραφεί από τους βασιλείς της Άλου, τον Αθάμαντα και την δεύτερη γυναίκα του την Ινώ, την αδερφή της Σεμέλης. Ήταν ένας σπουδαίος λόγος να τον θεωρούν δικό τους θεό και να τον λατρεύουν με ιδιαίτερες τιμές.
Σε μία επιγραφή που βρέθηκε στο Καραμπάσι, κοντά στη Νέα Αγχίαλο, αναφέρεται αφιέρωμα του Αρίστωνα, γιου του Πρωταγόρα, στο θεό Διόνυσο . Την εντοπίσαμε καταχωρημένη μαζί με άλλες τρεις επιγραφές στα χειρόγραφα κατάλοιπα του Νικολάου Γιαννόπουλου με τίτλο Inscriptions De Thessalie (Magnesie):
ΑΡΙΣΤΩΝ
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ
ΔΙΟΝΥΣΩ
ΔΩΡΟΝ
Όταν η Ήρα, χολωμένη εναντίον του Αθάμαντα και της γυναίκας του Ινώς, γιατί δέχτηκαν ν’ αναθρέψουν τον Διόνυσο, τον νόθο γιο του συζύγου της, τους έριξε τη μανία να ριχτούν στη θάλασσα, ο Δίας έσπευσε και γλίτωσε το γιο του Διόνυσο μεταμορφώνοντάς τον σε κατσίκι και μεταφέροντάς με τη βοήθεια του Ερμή στο βουνό Νύσσα. Η πολύ αγαπητή στον απλό λαό λατρεία του Διόνυσου οδήγησε πολλούς να διεκδικήσουν την ύπαρξη της Νύσσας στη χώρα τους. Έτσι βουνό με το όνομα Νύσσα αναφερόταν σε πολλά μέρη: Μικρά Ασία, Βοιωτία, Θεσσαλία, Παρνασό, Μακεδονία, Θράκη, Εύβοια, Νάξο, Λιβύη, Αίγυπτο, Αιθιοπία, Καρία, Λυδία, Κιλικία, Αραβία, Σκυθία και Ινδία.
Ο θεός Διόνυσος, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, μην αντέχοντας να βρίσκεται η μητέρα του, η Σεμέλη, στον Άδη κατέβηκε, σ’ αυτόν και την έφερε πάλι στον Επάνω Κόσμο. Έτσι η Σεμέλη έζησε και πάλι αλλά με νέο τώρα όνομα. Τώρα λεγόταν Θυώνη.
Στη Μυθολογία υπάρχουν και άλλες αναφορές για την παρουσία και τις δραστηριότητες του θεού Διόνυσου στη Θεσσαλία.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Διόδωρο Σικελιώτη ο Βούτης και ο Λυκούργος ήταν γιοι του Βορέα. Ο Βούτης, που ήταν νεότερος, αλλά όχι ομομήτριος, αδερφός του Λυκούργου, ήρθε σε προστριβές μαζί του και αναγκάστηκε, λέει ο μύθος (επομένως και η σε όποιο βαθμό κρυμμένη σ’ αυτόν τον μύθο ιστορία), να φύγει μαζί με τους οπαδούς του και, έπειτα από ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες, να έρθει στο νησί Στρογγύλη, που δεν είναι άλλο παρά το νησί Νάξος σε μία παλαιότατη ονομασία της. «Αὕτη γὰρ ἡ νῆσος τὸ μὲν πρῶτον προσηγορεύετο Στρογγύλη» λέγεται για την Νάξο.
Ο Βούτης κατάκτησε την Στρογγύλη και εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν. Από τη Στρογγύλη ο Βούτης ξεκινούσε και λήστευε όσους περνούσαν από εκεί. Επειδή όμως στη Στρογγύλη δεν υπήρχαν αρκετές γυναίκες για όλους τους εποίκους και επειδή όλα τα γειτονικά νησιά ήταν σχεδόν ακατοίκητα, ο Βούτης και όσοι τον συνόδευαν σ’ αυτές του τις αποστολές, έφτασαν, προκειμένου να βρουν γυναίκες, μέχρι την Εύβοια. Αποκρούστηκαν όμως από τους κατοίκους του νησιού και έτσι έφτασαν, με τον ίδιο πάντοτε σκοπό και αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλία. Εξάλλου η Θεσσαλία ήταν «καλλιγύναικα». Έφτασαν, λέει ο μύθος, και αποβιβάστηκαν στο όρος Δρίος της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Εμείς, ερμηνεύοντας τον μύθο και αξιολογώντας τα γεωγραφικά δεδομένα, λέμε ότι αποβιβάστηκαν στην ευρύτερη περιοχή Αλμυρού, δηλαδή στην περιοχή όπου κυριαρχεί το βουνό Όθρη. Και το ισχυριζόμαστε αυτό επειδή ο Διόδωρος Σικελιώτης μιλάει σαφώς για κάποιο βουνό Δρίος της Αχαΐας Φθιώτιδας. Επειδή όμως στην Αχαΐα Φθιώτιδα το μοναδικό βουνό είναι η Όθρη, εύκολα συμπεραίνεται ότι το βουνό Δρίος είναι ασφαλώς η Όθρη ή μάλλον κάποια κορυφή ή κάποια παραφυάδα της Όθρης.
Κατά την εκτίμησή μας το παρακλάδι αυτό της Όθρης, το όρος Δρίος δηλαδή της Αχαΐας Φθιώτιδας, που αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης, πρέπει να αναζητηθεί στο Τραγοβούνι ή Τραχοβούνι, την παραφυάδα της Όθρης που αποτελεί το σύνορο των νομών Μαγνησίας και Φθιώτιδας, που καταλήγει στο ακρωτήριο Ποσείδαιο, στο σημερινό ακρωτήριο Σταυρός. Είναι ακριβώς απέναντι από την Εύβοια, στη νότια πλευρά του οποίου βρισκόταν η πόλη του βασιλείου του Πρωτεσίλαου Αντρώνα.
Στις πλαγιές του ακρόβουνου αυτού της Όθρης βρέθηκε με πρόσφατες ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν Νυμφαίο ιερό όπου λατρεύονταν οι νύμφες και δεν αποκλείεται να αποτελούσε κέντρο όπου «οργίαζαν» όσες γυναίκες ακολουθούσαν τις επιταγές της Διονυσιακής λατρείας. Το μέρος όπου αποκαλύφθηκε το Νυμφαίο και οι πανέμορφες ηλιόλουστες ομαλές πλαγιές γύρω από αυτό, απομονωμένες και προφυλαγμένες από περίεργα και βέβηλα βλέμματα, συνηγορούν και ενισχύουν πολύ τη σκέψη αυτή.
Λέει ο Διόδωρος Σικελιώτης σχετικά:
«Τον Βούτην. . .ἐκπλεύσαντα, καὶ διὰ τῶν Κυκλάδων νήσων κομιζόμενον, κατασχεῖν τὴν Στογγύλην νῆσον, καὶ ἐν ταύτῃ κατοικοῦντα λῄζεσθαι πολλοὺς τῶν παραπλεόντων, σπανίζοντας δὲ γυναικῶν περιπλέοντας ἁρπάζειν ἀπὸ τῆς χώρας γυναῖκας, τῶν μὲν οὖν Κυκλάδων νήσων αἳ μὲν ὁλοσχερῶς ἔρημοι ὑπῆρχον, αἳ δ’ ὀλίγοις οἰκούμενα. Διόπερ πορρωτέρω πλευσάντων αὐτῶν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς Εὐβοίας ἀποκρουσθέντων τῇ δὲ Θετταλίᾳ προσενεχθέντων, οἱ περὶ τὸν Βούτην ἀποβάντες ἐπὶ τὴν χώραν περιέτυχον ταῖς Διονύσου τροφοῖς περὶ τὸ καλούμενον Δρίος τῷ θεῷ ὀργιαζούσαις ἐν τῇ Φθιώτιδι Ἀχαΐα, ὁρμησάντων δὲ τῶν περὶ τὸν Βούτην, αἱ μὲν ῥίψασαι τὰ ἱερεῖα εἰς θάλατταν ἔφυγον, αἳ δ᾿ εἰς ὅρος τὸ καλούμενον Δρίος. . .Οἱ δ᾿ ἄλλοι Θρᾷκες ἑτέρας τινὰς γυναῖκας ἥρπασαν, ἐπιφανεστάτας δὲ τήν τε ᾿Αλωέως γυναῖκα Ἰφιμέδειαν καὶ τὴν θυγατέρα αυτῆς Παγκράτιν».
Πάνω, λοιπόν στο βουνό έτυχε και έπεσαν σε μια μεγάλη ομάδα γυναικών. Ήταν όλες ακόλουθοι του θεού Διόνυσου, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν εκείνες που ο βασιλιάς Αθάμαντας τις χρησιμοποιούσε ως τροφούς του Διόνυσου όταν ο θεός αυτός, ύστερα από παραγγελία του πατέρα του Δία, μεγάλωνε στην αυλή του. Εκείνες τις ημέρες γιόρταζαν τα Διονυσιακά όργια. Ρίχτηκαν λοιπόν πάνω τους οι οπαδοί του Βούτη. Οι «οργιάζουσες» Μαινάδες, μπροστά στον κίνδυνο να πιαστούν αιχμάλωτες, άλλες πετώντας τα ιερά σύμβολα που κρατούσαν, έτρεξαν προς τα κάτω, προς τη θάλασσα, και άλλες προς τα πάνω, προς την κορφή του βουνού Δρίος.
Πιάστηκαν όμως αρκετές. Πιάστηκε και αναγκάστηκε να γίνει γυναίκα του Βούτη και η Κορωνίδα. Αυτή έφερε πολύ βαριά το πάθημά της αυτό και επικαλέστηκε την τιμωρία του βιαστή της από τον Διόνυσο ή από τον Απόλλωνα που ήταν και επίσημος ερωμένος της. Ο θεός άκουσε την προσευχή της και έβαλε μανία στον Βούτη. Έτσι ο Βούτης, έχοντας χάσει τα λογικά του, έπεσε σε ένα πηγάδι και πνίγηκε. Πιάστηκαν ακόμη και πολλές αρχόντισσες. Δυο τέτοιες γυναίκες, απ’ αυτές που άρπαξαν οι οπαδοί του Βούτη, ξακουστές αρχόντισσες, ήταν η Ιφιμέδεια, η γυναίκα του Αλωέα, και η Παγκράτιδα η κόρη της.
Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η απόβαση από τη θάλασσα των πειρατών του Βούτη για αρπαγή γυναικών δεν μπορεί να έγινε σε πολύ απομακρυσμένο από τη θάλασσα μέρος. Επομένως το βουνό Δρίος θα ήταν ένα παρακλάδι της Όθρης παραθαλάσσιο. Παραθαλάσσια παρακλάδια της Όθρης βρίσκονται όμως μόνο στην επαρχία Αλμυρού ή στον Μαλιακό κόλπο, δηλαδή στην κατεξοχή περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Οι οπαδοί του Βούτη, με όσες γυναίκες άρπαξαν, μπήκαν στα καράβια τους και γύρισαν στο νησί τους. Εκεί, επειδή ο βασιλιάς τους είχε χαθεί, έκαναν αρχηγό του νησιού τον Αγασσαμενό και του έδωσαν γυναίκα την πανέμορφη Παγκράτιδα.
Για να πάρουν λοιπόν πίσω τη μητέρα τους Ιφιμέδεια και την Παγκράτιδα στάλθηκαν από τον Αλωέα οι γιοι του, Ώτος και Εφιάλτης, στο νησί Στρογγύλη, αυτό που αργότερα ονομάστηκε Δία και αργότερα ακόμη Νάξος, όπως αναφέρουμε πιο πάνω: «Ὁ δ᾿ Ἀλωεὺς ἐπὶ ζήτησιν τῆς τε γυναικὸς καὶ τῆς θυγατρὸς ἐξέπεμψε τοὺς υἱοὺς Ὦτον καὶ Ἐφιάλτην οἳ πλεύσαντες εἰς τὴν Στρογγύλην μάχῃ τε ἐνίκησαν τοὺς Θρᾷκας καὶ τὴν πόλιν ἐξεπολιόρκησαν. Εἶτα ἡ μὲν Παγκράτις ἐτελεύτησεν, οἱ δὲ περὶ τὸν Ὦτον καὶ Ἐφιάλτην ἐπεβάλοντο κατοικεῖν ἐν τῇ νήσῳ καὶ ἄρχειν τῶν Θρᾳκῶν. Μετωνόμασαν δὲ καὶ τὴν νῆσον Δίαν. Ὑστερον δὲ στασιάσαντες πρὸς ἀλλήλους καὶ μάχην συνάψαντες τῶν τε ἄλλων πολλοὺς ἀπέκτειναν καὶ ἀλλήλους ἀνεῖλον, καὶ ὑπὸ τῶν εγχωρίων εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ὡς ἥρωες ἐτιμήθησαν».
Λατρευόταν λοιπόν, όπως φαίνεται από τα παραπάνω ο Διόνυσος στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας και μάλιστα πάνω στην Όθρη γίνονταν και διονυσιακά όργια. Μία επιγραφή που βρέθηκε στις Φθιώτιδες Θήβες επιβεβαιώνει το γεγονός αφού είναι αφιερωμένη στον «Βάκχιο Διόνυσο»
Αλλά και το ότι ένας μήνας του μηνολογίου της Άλου λεγόταν Διονύσιος είναι ασφαλώς απόδειξη όχι μόνο της λατρείας του θεού στην πόλη αλλά και της σημαντικόπτητας της θέσης του στις λατρευτικές συνήθειες της Άλου.
Εξάλλου και μόνο το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον σχετικό μύθο, ο Διόνυσος ανατράφηκε στη πόλη Νύσσα της Αχαΐας Φθιώτιδας θα αρκούσε η λατρεία του να είναι πολύ διαδεδομένη στην περιοχή. Ένα μαρμάρινο σύμπλεγμα των ελληνιστικών χρόνων, το οποίο παριστάνει τον Διόνυσο αγκαλιασμένο με ένα Σάτυρο, που βρέθηκε στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών, είναι μία ακόμη ένδειξη της λατρείας του θεού στην Αχαΐα Φθιώτιδα.

20. Η λατρεία της Ενοδίας και της Εκάτης
Στην περιοχή Αλμυρού λατρευόταν και η θεά Ενοδία. Στις Φερές εντοπίστηκαν ίχνη ναού της Ενοδίας. Αλλά και στις Φθιώτιδες Θήβες βρέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία της λατρείας της. Τρεις αναθηματικές στήλες των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, οι οποίες βρέθηκαν στο νότιο νεκροταφείο της πόλης, επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω. Οι δύο είναι δημοσιευμένες και η μία αδημοσίευτη, από όσο γνωρίζω. Η Ενοδία ήταν προστάτιδα των δρόμων και των οδοιπόρων.
Οι λέξεις ενόδιος και ενοδία συχνά συναντώνται και ως λατρευτικά επίθετα άλλων θεών, όπως του Ερμή (Ενόδιος Ερμής), της Άρτεμης (Ενοδία Άρτεμη) αλλά και της Δήμητρας, της οποίας μερικές φορές συνοδευτικό λατρευτικό επίθετο είναι το οδία. Στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας η Ενοδία, ως αυθύπαρκτη θεϊκή οντότητα ίσως συλλατρευόταν με τον Θαύλιο Δία, που θεωρούνταν πάρεδρος θεός στο ναό της.
Ο Ησίοδος λέει ότι η Άρτεμη άρπαξε την Ιφιγένεια, πριν την θυσιάσουν στην Αυλίδα, και από τότε ήταν η Ιφιγένεια πλέον εκείνη που λατρευόταν ως Άρτεμη Ενοδία.
Πανάρχαια θεά ήταν και η Εκάτη. Αυτή, κατά μία μυθολογική εκδοχή, ήταν κόρη της Φεραίας και του Δία. Η Εκάτη, ωστόσο, θεωρείται, από πολλούς, θεά πολύ αρχαιότερη του Δία. Στη Γιγαντομαχία πολέμησε εναντίον των Γιγάντων στο πλευρό του Δία. Αυτή ήταν που σκότωσε τον γίγαντα Κλυτίο. Ήταν η θεά που προστάτευε τους άταφους νεκρούς. Είχε τριπλή εξουσία στον ουρανό, στη γη και στον Άδη. Της την είχε δώσει ο Δίας για να την τιμήσει. Στον ουρανό ταυτιζόταν με τη Σελήνη, στον άδη με την Περσεφόνη και στη γή με την Άρτεμη.
Η Εκάτη θεωρούνταν, σύμφωνα με άλλη άποψη, αδερφή της Περσεφόνης. Η Δήμητρα, η μητέρα της, την έστειλε να βρει την αδελφή της Περσεφόνη στον άδη. Η Εκάτη όμως προτίμησε να μείνει κι αυτή εκεί. Λατρευόταν με πολλά επίθετα που δείχνουν τις πολλαπλές ιδιότητές της και την απήχηση που είχε ιδίως στις λαϊκές μάζες : Φύλακας, Δαδούχος, Φωσφόρος, Χθονία, Αγριόμορφος, Βριμώ, Εινοδία, Ειναλία, Κουροτρόφος, Νυχία, Πατρώα, Περσηίς, Σκυλακίτις, Σταθμία. Με το όνομα Περσηίς ή Περσώ, η Εκάτη, ταυτίζεται με την τρίτη Γραία, η οποία είχε το ίδιο όνομα.
Οι παραστάσεις της Εκάτης την παρουσιάζουν τρικέφαλη. Το ένα κεφάλι ήταν σκυλίσιο, το άλλο αλογίσιο και το τρίτο αγριογουρουνίσιο. Το σκυλίσιο, που γαβγίζοντας τις νύχτες κοιτάζει στον ουρανό, εκφράζει την πρώτη εξουσία, την εξουσία στον ουρανό, το αλογίσιο, που κοιτάζει πάντα προς τη γη, εκφράζει τη δεύτερη εξουσία, την εξουσία στη γη και το αγριογουρουνίσιο που σκάβει μέσα στη γη, εκφράζει την τρίτη εξουσία, την εξουσία στον άδη,
Οι θεσσαλές μάγισσες ήταν ξακουστές στην αρχαία Ελλάδα γιατί ισχυρίζονταν ότι με τα μάγια τους μπορούσαν να κατεβάσουν τη Σελήνη, δηλαδή την Εκάτη, την δική τους θεά, από τον ουρανό στη γη.
Σε κάθε νέα Σελήνη οι γυναίκες, που έκαναν την καθαριότητα του σπιτιού, έβγαζαν στα σταυροδρόμια τα απομεινάρια των τροφών. Πίστευαν ότι κατέβαινε εκεί και τα έτρωγε η Εκάτη και γι’αυτό τα ονόμαζαν: «῾Εκάτης δεῖπνον» ή «῾Εκαταῖα» ή «῾Εκάτανα» ή «῾Εκατήσια». Ο λόγιος Στέφανος Κομμητάς λέει ότι στην Εκάτη πρόσφεραν «Βρωτά άττα, οίον και τα τοιαύτα καθάρσια καλούμενα»
Κόρη της Εκάτης θεωρούνταν μια άλλη πανάρχαια θεά, η θεά Κραταίιδα. Κόρη της Κραταίιδας ήταν η Σκύλλα, το αγριόμορφο θηρίο που αναφέρεται στις περιπέτειες του Οδυσσέα.
Η Σκύλλα αρχικά όμως ήταν μία πανέμορφη κόρη. Την πανέμορφη αυτή Σκύλλα αγαπούσε πολύ ο θαλάσσιος θεός Γλαύκος. Η Σκύλλα όμως, βλέποντάς τον τόσο άσχημο να έχει ψαρίσια ουρά, τον απέφευγε αηδιασμένη. Τότε ο Γλαύκος πήγε στην Κίρκη να την παρακαλέσει να κάνει με τα μάγια της να τον αγαπήσει η Σκύλλα. Η μεγάλη μάγισσα Κίρκη, που θεωρούνταν αδερφή της Εκάτης, αγαπούσε πολύ και ήθελε η ίδια τον Γλαύκο. Έτσι, όταν άκουσε ότι αυτός αγαπάει τη Σκύλλα, θύμωσε πολύ και μεταμόρφωσε τη Σκύλλα από πανέμορφη κοπέλα στο γνωστό αγριόμορφο θαλάσσιο τέρας που κατάπινε όσους θαλασσινούς περνούσαν από το στενό της όπως έφαγε και τους συντρόφους του Οδυσσέα.
Η Εκάτη ωστόσο, παρ” όλη την παραπάνω διαφαινόμενη αποτρόπαια εικόνα της, θεωρούνταν προστάτης των μικρών παιδιών όπως και οι άλλες χθόνιες θεότητες. Μία επιγραφή που βρέθηκε στη Λάρισα έλεγε τα εξής: «Ἀργεία μ᾿ ἀνέθεκε ὑπὲρ παιδὸς τόδ᾿ ἄγαλμα εὔξατο δ᾿ Ἀγέτορ Fαστικᾷ Ενοδίᾳ».

21. Η λατρεία της Ινώς – Λευκοθέας
και του Μελικέρτη – Παλαίμονα
Στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας λατρευόταν και η θεά Λευκοθέα, που δεν είναι άλλη από την Ινώ, τη γυναίκα του βασιλιά της Άλου Αθάμαντα. Επομένως, για τους κατοίκους της Αχαΐας Φθιώτιδας, ήταν μια «δική» τους θεά και ήταν φυσικό γι’ αυτούς να την λατρεύουν.
Η Ήρα, η γυναίκα του Δία, οργίστηκε, έλεγαν οι τοπικοί μύθοι της Αχαΐας Φθιώτιδας, με τον Αθάμαντα και την Ινώ, επειδή δέχτηκαν να μεγαλώσουν το νόθο γιο του Δία, δηλαδή το θεό Διόνυσο. Για να τους τιμωρήσει λοιπόν τους έκανε να τρελαθούν και οι δύο. Πάνω στην παράκρουσή της η Ινώ, μη ξέροντας τι κάνει, έτρεχε σαν τρελή και έπεσε στη θάλασσα μαζί με το γιο της Μελικέρτη. Στη θάλασσα μεταμορφώθηκε και έγινε η θεά Λευκοθέα και ο γιος της έγινε ο θεός Παλαίμονας.
Οι πανελλήνιοι αγώνες Ίσθμια καθιερώθηκαν από το βασιλιά της Κορίνθου και αδερφό του Αθάμαντα, του πατέρα του Μελικέρτη, ακριβώς για να τιμηθεί ο Μελικέρτης μετά τον θάνατό του. Διηγούνταν ότι όταν ξεβράστηκε στη θάλασσα της Κορίνθου το σώμα του Μελικέρτη και παρέμεινε άθαφτο έπεσε μεγάλη πείνα στην περιοχή. Η γη δεν έδινε καρπούς και οι άνθρωποι υπόφεραν πολύ. Το Μαντείο των Δελφών απάντησε ότι για να σταματήσει το κακό έπρεπε να θάψουν το σώμα του Μελικέρτη και να τιμήσουν με αγώνες τον Παλαίμονα.
Στην Κορινθία υπήρχε ιερό μέσα στο οποίο βρισκόταν ναός του Παλαίμονα (Μελικέρτη) μέσα στον οποίο ήταν τοποθετημένα αγάλματα του Ποσειδώνα, του Παλαίμονα και της Λευκοθέας. Έτσι καθιερώθηκαν οι αγώνες με το όνομα Ίσθμια που λέγονταν έτσι επειδή γίνονταν στον ισθμό της Κορίνθου. Συνέβαινε όμως, όταν καμιά φορά παραμελούσαν την τέλεση των αγώνων αυτών, να ξαναέρχεται φοβερός λιμός και αναγκάζονταν να τους επαναφέρουν.
Στην Κορινθία έδειχναν το σημείο όπου υπήρχε ένα πεύκο κοντά στο οποίο ένα δελφίνι είχε φέρει το πτώμα του Μελικέρτη, προς τιμήν του οποίου ο Σίσυφος είχε καθιερώσει τους αγώνες ΄Ισθμια. Αλλά και στη Μεσσηνία πίστευαν ότι εκεί είχε βγει από τη θάλασσα η Ινώ και την λάτρευαν ως θεά.
Ο Μελικέρτης και οι άλλοι θαλάσσιοι θεοί, Γλαύκος, Νηρέας, Ινώ λατρεύονταν φυσικά σ’ όλη την Ελλάδα. Ένα θαυμάσιο επίγραμμα, δείγμα της λατρείας αυτής, λέει:
«Γλαύκῳ καὶ Νηρῆϊ καὶ ᾿Ινώῳ Μελικέρτῃ
καὶ βυθίῳ Κρονίδῃ, καὶ Σαμόθραξι θεοῖς,
σωθεὶς ἐκ πελάγους Λουκίλλιος ὧδε κέκαρμαι
τὰς τρίχας ἐκ κεφαλῆς’ ἄλλο γὰρ οὐδὲν ἔχω.»
Δηλαδή : «Στο Γλαύκο και το Νηρέα και το γιο της Ινώς Μελικέρτη
και στον αφέντη των βυθών Ποσειδώνα και στους Σαμοθράκες θεούς
εγώ, ο Λουκίλλιος που απ’ το πέλαγος σώθηκα, αυτά τα κομμένα
μαλλιά μου προσφέρω. Τίποτε άλλο δεν μούμεινε».
Η Ινώ, λοιπόν, λατρευόταν στην Αχαΐα Φθιώτιδα ως Λευκοθέα, αλλά με το όνομά της στο θεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα: Λευκαθέα. Στην ακρόπολη των Φθιωτίδων Θηβών, λίγο, πιο πάνω από το σημερινό χωριό του Αλμυρού Μικροθήβες, βρέθηκε μία μαρμάρινη στήλη αφιερωμένη στη θεά Λευκαθέα από κάποιον Σωσίπολη, γιο του Σιμμίου . Η λατρεία της Λευκοθέας (Λευκαθέας) θα πρέπει ίσως να συνδυασθεί και με την τέλεση της σχετικής με τη θεά γιορτής «Λευκάθεα».
Η γιορτή «Λευκάθεα» θεωρείται ότι είχε σχέση με την ανατροφή και την ενηλικίωση των εφήβων στην περιοχή της Φθιώτιδας Αχαΐας. Τα «Λευκάθεα» λοιπόν ήταν γιορτή σχετική με το θεό Διόνυσο που είχε ανατραφεί και ενηλικιωθεί εδώ , από τους τοπικούς άρχοντες Αθάμαντα και Ινώ. Μαζί με τη γιορτή αυτή (θα πρέπει να) συνεορταζόταν και να γινόταν η τελετή της ενηλικίωσης και της εισόδου στην κοινωνία και στις δραστηριότητές της των εφήβων της περιοχής.
Ωστόσο πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι, όπως ισχυρίσθηκε ο Sam. Wide, φαίνεται ότι η Λευκαθέα που λατρευόταν στη Θεσσαλία, ήταν άλλη θεότητα και όχι η γνωστή μας θαλάσσια θεά Λευκοθέα.

22. Η λατρεία του Ερμή
Ο θεός Ερμής λατρευόταν ιδιαίτερα στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας. Τον θεωρούσαν μάλιστα δικό τους, αφού οι τοπικοί μύθοι τον ήθελαν να τριγυρνά και να παίζει στα γάργαρα νερά της Κεφάλωσης. Στις όχθες του τοπικού αυτού ποταμού ξελόγιασε την Ευπολέμεια και την Αντιάνειρα και τις έκανε μητέρες ηρώων.
Ο Αιθαλίδης, το αγαπημένο παιδί του Ερμή, είχε γεννηθεί στην Άλο, στις όχθες του ιερού Άμφρυσου ποταμού. Είχε φτάσει μάλιστα ο Ερμής στο σημείο να στερηθεί ο ίδιος το κηρύκειό του και να το χαρίσει στον Αιθαλίδη. Τόσο πολύ αγαπούσε τον γιο που του χάρισε η αγαπημένη του Ευπολέμεια.
Κορμοί και κεφαλές αγαλμάτων που βρίσκονταν στο Μουσείο Αλμυρού, συγκεντρωμένα εκεί με τις φροντίδες των μελών της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού, τα οποία μπορούν ν’ αποδοθούν στον Απόλλωνα ή στον Ερμή, μπορεί να είναι ενδείξεις μιας τέτοιας λατρείας.
Εξάλλου και μόνο το γεγονός ότι ο Ερμής, σύμφωνα με τους μύθους της περιοχής, περπατούσε στις όχθες του Άμφρυσου, όπου ξεμονάχιαζε και ξελόγιαζε τις τοπικές «νεράιδες» και έκανε παιδιά μαζί τους, ήρωες όλοι τους της Αργοναυτικής Εκστρατείας, έκανε επιβεβλημένη την ξεχωριστή λατρεία του και την απόδοση τιμών στο Ερμή, τον ξακουστό τοπικό «γαμπρό».
Εδώ τριγύριζε ακόμη ο Ερμής παρακολουθώντας πότε ο Απόλλωνας ήταν απασχολημένος με τους έρωτές του για να του κλέψει τα βόδια και να τα οδηγήσει στην Πελοπόννησο μέσα από την Αχαΐα Φθιώτιδα.

23. Η λατρεία της Θέμιδας
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι στην περιοχή, λατρευόταν, σύμφωνα με ενδείξεις που υπάρχουν, και η θεά Θέμιδα και μάλιστα με την ιδιαίτερη προσωνυμία «Ιχναία». Ήταν η «᾿Ιχναία Θέμις». Το γεγονός αυτό μαρτυρείται από το ότι στον κάμπο της Σούρπης βρέθηκε, πριν από χρόνια, λίθινη πλάκα αφιερωμένη στην «Ιχναία Θέμιδα». Με όσα αναφέρονταν στην πλάκα αυτή, από όσες πληροφορίες γνωρίζουμε, γιατί το κείμενό της δεν το είδαμε , ούτε το περιεχόμενό της το είδαμε δημοσιευμένο κάπου, κάτοικοι της τριγύρω περιοχής ευχαριστούσαν τη θεά, την «Ιχναία Θέμιδα», για τη βοήθειά της στην επίλυση των διαφορών που είχαν μεταξύ τους για τα όρια των πόλεών τους.
Η Θέμιδα ήταν Τιτανίδα, μία δηλαδή προολυμπιακή θεότητα με έδρα την Όθρη και μητέρα, κατά μία εκδοχή, του Προμηθέα, αυτού που προσπάθησε να συμβουλέψει τους Τιτάνες στον αγώνα τους κατά των Ολυμπίων θεών. Είναι βέβαια γνωστό ότι η Θέμιδα εκπροσωπούσε τη δικαιοσύνη και ήταν μητέρα της Δίκης, της Ευνομίας και της Ειρήνης. Η Θέμιδα πήρε το Μαντείο των Δελφών, το οποίο έτσι ανήκε σ’ αυτήν, πολύ πριν από τον Απόλλωνα. Το Μαντείο των Δελφών ανήκε πιο πριν στη Γαία, η οποία για το λόγο αυτό λεγόταν πρωτόμαντις:
«πρῶτον μὲν εὐχὴν τῇδε πρεσβεύω θεῶν
τὴν πρωτόμαντιν Γαῖαν’ ἐκ δὲ τῆς, Θέμιν,
ἢ δὴ τὸ μητρὸς δευτέρα τόδ᾿ ἕζετο
μαντεῖον, ὡς λόγος τις. »
Δηλ. : «Πρώτα απ’ τους θεούς στην προσευχή μου αυτή, δοξάζω
την πρωτομάντιδα Γαία και μετά απ’ αυτή τη Θέμιδα
που, δεύτερη σ’ αυτό το μητρικό κάθισε,
μαντείο όπως ακούγεται»
Μετά τον Δία το Μαντείο περιήλθε στη Θέμιδα, η οποία με τη σειρά της το έδωσε στην αδελφή της, την Φοίβη και μετά το μαντείο περιήλθε στον Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας πήρε μαντείο δώρο από τη Φοίβη στα γενέθλιά του, και γι’ αυτό λεγόταν Φοίβος Απόλλωνας.
Δικαιολογημένη λοιπόν απόλυτα η επίκληση της θεάς αυτής και οι ευχαριστίες των κατοίκων της περιοχής της Σούρπης για τη βοήθειά της στην επίλυση των διαφορών τους. Πρέπει δε να θεωρείται μάλλον βέβαιο ότι η προσωνυμία της θεάς «Ιχναία» συνδέεται με τη λέξη «ίχνος», σημάδι, άρα όριο, που ίσως επειδή δύσκολα εντοπιζόταν (γι’ αυτό και λεγόταν ίχνος) είχε ανάγκη από τη βοήθεια της θεάς. Η ίδια προσωνυμία εξάλλου «Ιχναία» απονεμόταν και στην άλλη θεά της δικαιοσύνης, τη Νέμεση.
Δυστυχώς η πλάκα αυτή, με την αφιερωτήρια επιγραφή στην Ιχναία Θέμιδα, η οποία σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, μεταφέρθηκε στη Σούρπη, φαίνεται να έχει χαθεί οριστικά.
Πρέπει εδώ ν’ αναφερθεί ότι η Ιχναία Θέμιδα λατρευόταν, όπως αναφέρει ο Στράβωνας, και στην πόλη Ίχναι της Θεσσαλιώτιδας, όπου υπήρχε και ιερό της:
«Ταῦτα δ᾿ ἐστὶ τῆς Θετταλιώτιδος μιᾶς τῶν τεττάρων μερίδων τῆς συμπάσης Θετταλίας, ἧς καὶ τὰ ὑπ᾿ Εὐρυπύλῳ καὶ ὁ Φύλλος, ὅπου Ἀπόλλωνος τοῦ Φυλλίου ἱερόν, καὶ Ἴχναι, ὅπου ἡ Θέμις Ἰχναία τιμᾶται».
Μία επιγραφή που, κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, βρέθηκε στο «Λυφόκαστρο Αργαλαστής», αναφέρεται στη Θέμιδα Αγοραία.

24. Η λατρεία άλλων θεών
Ασφαλώς, στην ευρεία περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, λατρεύονταν και όλοι οι υπόλοιποι ολύμπιοι θεοί, έστω και αν δεν βρέθηκαν κάποιες ενδείξεις για όλους. Έτσι π.χ. η λατρεία της Αφροδίτης αποδεικνύεται από την εύρεση στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών ενός γυμνού γυναικείου ακέφαλου αγαλματιδίου που παριστάνει την Αφροδίτη να κρατά τα μαλλιά της.
Αλλά και άλλες κατώτερες θεότητες λατρεύονταν στην περιοχή, όπως οι Διόσκουροι, προς τιμήν των οποίων υπήρχε ναός κάπου έξω από το σημερινό Βελεστίνο. Στο Μουσείο του Αλμυρού βρίσκονται δύο επιγραφές, δημοσιευμένες και οι δύο από τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, που μαρτυρούν το γεγονός της λατρείας των Διοσκούρων.
Η μία έχει ως εξής:
ΚΟΤΤΥΦΑ ΠΕΤΑΛΙΑΙΑ Κοττύφα Πεταλιαία
ΠΕΡΣΙΜΟΥΝΟΣΕΥΞΑ περ Σίμουνος ευξα-
ΜΕΝΑΔΙΟΣΣΚΟΥΡΟΙΣ μένα Διοσσκούροις.
Η δεύτερη επιγραφή λέει:
ΖΩΠΥΡΟΣ Ζώπυρος
ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ Παρμενίωνος
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙΣ Διοσκούροις.
Εξάλλου είναι γνωστό ότι έξω από το σημερινό Βελεστίνο υπήρχε ναός αφιερωμένος στους Διόσκουρους. Όταν ο Φίλιππος Β΄ ερχόταν παντοδύναμος να υποτάξει τη Θεσσαλία, οι Αθηναίοι πρέσβεις τον ακολουθούσαν προσπαθώντας να τον πείσουν να συμπεριλάβει στην συνθήκη ειρήνης που θα υπέγραφε με τους Αθηναίους και την Άλο. Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν έξω από το Βελεστίνο και εκεί κοντά ήταν ένας ναός, ο ναός των Διοσκούρων, όπου έπρεπε κατά τις τότε συνήθειες να υπογράψουν τη συνθήκη, ο Φίλιππος υπόγραψε τελικά την ειρήνη μέσα σ’ ένα χάνι που βρισκόταν εκεί κοντά, από την οποία μάλιστα διέγραψε την Άλο.
Οι Διόσκουροι λατρεύονταν ως θεοί. Ο Δίας για να τους τιμήσει τους έκανε αστερισμό. Είναι ο αστερισμός των Διδύμων. Οι Διόσκουροι ήταν πάντοτε σωτήρες και παραστάτες σ’ όσους ζητούσαν τη βοήθειά τους σε οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση.
Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι στην περιφέρεια Αλμυρού σίγουρα θα λατρευόταν ως θεά και η Ελένη, η γυναίκα του Μενέλαου, αφενός μεν γιατί, όπως γίνεται δεκτό, όπου λατρεύονταν οι Διόσκουροι, λατρευόταν και η Ελένη και αφετέρου γιατί η Ελένη είχε ιδιαίτερους δεσμούς με τούτο τον τόπο, αφού εδώ ήταν παντρεμένη η κόρη της Ερμιόνη.
Αλλά και ο Αχιλλέας λατρευόταν, όπως ήταν επόμενο και όπως αναφέρει και ο Φιλόστρατος, σε τούτα τα μέρη. Πιστευόταν μάλιστα ότι ως αθάνατη η Ελένη ήταν γυναίκα του επίσης αθάνατου Αχιλλέα. Από πολλούς ερευνητές πιστεύεται ότι από τα μέρη ετούτα η λατρεία του θεού Αχιλλέα μεταδόθηκε και στη Μικρά Ασία με τις μετακινήσεις ανθρώπων από εδώ προς τα μέρη εκείνα. Γι’ αυτό, όπως είναι γνωστό, από τούτα τα μέρη κάθε χρόνο στέλνονταν αντιπρόσωποι στη Μικρά Ασία, για να τελέσουν θυσίες και αγώνες πάνω στον τάφο του μεγάλου δικού τους ήρωα, του Αχιλλέα.
Μαζί με όλα όσα από εδώ μεταδόθηκαν στο χώρο της Μικράς Ασίας θα πρέπει ασφαλώς να εντάξουμε και το μύθο του Ηετίωνα του βασιλιά των Υποπλακίων Θηβών της Μικράς Ασίας. Οι Υποπλάκιες Θήβες, οι οποίες, κατά τον Όμηρο, βρίσκονταν στην Κιλικία, σύμφωνα με απόψεις μερικών επιστημόνων, δεν είναι άλλες από τις Φθιωτικές Θήβες, που έχασαν ίσως το πρώτο τους αυτό όνομα και έμειναν εδώ γνωστές ως (Φθιώτιδες) Θήβες και που εκεί – στην Κιλικία όπου μετατοπίστηκε ο σχετικός μύθος – το διατήρησαν, χάρη στον Όμηρο, αν και, όπως μας βεβαιώνει ο Στράβωνας ούτε πόλη Θήβες ούτε όρος Πλάκον βρήκε στη Κιλικία της Μικράς Ασίας. Σε άλλες σελίδες της εργασίας αυτής αναφέρουμε πολύ περισσότερα για το θέμα αυτό.
Κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο, όπως φαίνεται από μία σειρά άθρων που δημοσιεύτηκαν με γενικό τίτλο «Η Θεσσαλία διά των αιώνων» που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «ΘΕΣΣΑΛΙΑ» του Βόλου το φθινόπωρο του 1910, πέρα από τις γνώμες που διατυπώνει στο περιοδικό «Επτανησιακή Επιθεώρησις» και οι οποίες δημοσιεύονται σ’ άλλες σελίδες αυτής της εργασίας, ενισχυτικό της άποψης ότι ο Ηετίωνας και η Ανδρομάχη είναι δυνατόν να συνδέονται με τις Φθιώτιδες Θήβες μπορεί να θεωρηθεί και η ύπαρξη κυκλώπειων τειχών στην ακρόπολη του χωριού, τα οποία στην εποχή του υψώνονταν σε τόσο μεγάλο ύψος ώστε να είναι ορατά από μία απόσταση, σε ευθεία γραμμή, δέκα χιλιομέτρων περίπου.
Στα ερείπια των Φθιωτίδων Θηβών βρέθηκαν ακόμη επιγραφές που αποδεικνύουν την λατρεία του θεού Σάραπη και της θεάς Ίσιδας. Ο θεός Σάραπης εξάλλου λατρευόταν και στη Δημητριάδα, όπου σύμφωνα με μία επιγραφή έχουμε και το όνομα του ιερέα του θεού, τον οποίον αγαπούσαν ιδιαίτερα οι κάτοικοι της πόλης για την αρετή του:
«῾Η πόλις ἡ Δημητριέων Κρίτωνα
Κρίτωνος ἱερατεύσαντα Σαράπιδος
ἀρετῆς ἕνεκεν καὶ εὐνοίας τῆς εἰς ἑαυτούς.»
Κατά τον Νικόλαο Γιαννόπουλο στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας υπήρχαν, εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, και τα εξής ακόμα ιερά ή ναοί :
1. Στο Δώτιο πεδίο του Απόλλωνα Γαδηνού, 2. Στην Κρεμαστή Λάρισα της Θέτιδας, του Αχιλλέα και του Διόνυσου, 3. Στη Μελιταία του Σωτήρα Δία και της νύμφης Μελίτης, 4. Στην Άλο της Παναχαίας Άρτεμης 5. Στις Φθιώτιδες Θήβες της Πολιάδας Αθηνάς, της Λοχείας Άρτεμης, του Ποσειδώνα και του Διόνυσου, 6. Στις Φερές της Ευκλείας Άρτεμης, του Αφρίου Δία, του Ηρακλή και της Μεγαλάρτου Δήμητρας, 7. Στα Φάρσαλα του Σωτήρα Δία, του Θαυλίου Δία, της Αθηνάς, της Αφροδίτης και της Ενοδίας Άρτεμης 8. Στη Δημητριάδα του Ασκληπιού, της Ιωλκίας Άρτεμης, της Νηλείας Αφροδίτης, του Σάραπη, της Ίσιδας και του Ανούβιδος.
Τέλος, δεν μπορούμε να μη μνημονεύσουμε, και στη θέση αυτή – και μάλιστα με έμφαση – ότι σημαντική ήταν και η λατρεία των νυμφών. Εξάλλου για την περίπτωση αυτή τρανή απόδειξη είναι το μόνο αναμφισβήτητα υπαρκτό ακόμη και σήμερα ιερό. Είναι το «Νυμφαίο» που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στη θέση Κρούνια, στο βουνό Τραγοβούνι, παρακλάδι της Όθρης, ανάμεσα στα χωριά Αχίλλειο του Αλμυρού και Γλύφα του νομού Φθιώτιδας.

25. Η λατρεία των νυμφών.
Νυμφαίο στα «Κρούνια» του Τραγόβουνου
Η αναφορά των ονομάτων τόσων νυμφών, που είδαμε να αναφέρονται σε μυθολογικές αναφορές σε προηγούμενες σελίδες της εργασίας αυτής, είναι ασφαλώς απόδειξη της σημαντικής θέσης που πρέπει να είχε η λατρεία τους στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Αλλά, κυρίως, η αποκάλυψη, ύστερα από πολύ προσεγμένες εργασίες των αρχαιολόγων της ΙΓ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Βόλου) και της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας (Αθήνα), του Νυμφαίου στη θέση «Κρούνια» στο Τραγοβούνι, το ακραίο ακρόβουνο της Όθρης, είναι ένα σημαντικότατο αρχαιολογικό επίτευγμα για την ανάδειξη της εικόνας που είχε η λατρεία των νυμφών στην περιοχή αυτή.
Αποκαλύφθηκε μια υπέροχη φυσική και εν μέρει λαξευτή, σε συμπαγή βράχο, σπηλιά. Ο εσωτερικός χώρος της σπηλιάς, που ήταν και ο κύριος λατρευτικός χώρος του Νυμφαίου, είναι ένα φυσικό άνοιγμα σε μια εντελώς κάθετη πλευρά του βράχου. Διατηρείται στην απλή του φυσική κατάσταση μέχρι σήμερα. Το εσωτερικό του ιερού είναι ένας χώρος που δημιουργήθηκε αφού αυξήθηκε το φυσικό άνοιγμα που υπήρχε και με λάξευση. Η καπνισμένη οροφή του ιερού είναι μία σαφής και ορατή ένδειξη της χρησιμοποίησής του από ανθρώπους. Μέσα και έξω από την σπηλιά βρέθηκαν άφθονα όστρακα, απομεινάρια ασφαλώς των λατρευτικών αντικειμένων και αφιερωμάτων που χρησιμοποιήθηκαν από τους προσκυνητές του ιερού και βάσεις κιόνων. Το ιερό ήταν οικτρά και βίαια λεηλατημένο από λαθρανασκαφείς και αρχαιοκάπηλους.
Στα πάνω μέρος του βράχου, που αποτελεί και την οροφή της σπηλιάς, είναι ορατές, και σε πολύ καλή κατάσταση ακόμα και σήμερα, σκαλισμένες με επιμέλεια μία σειρά διαμερισμάτων δεξαμενών που επικοινωνούν μεταξύ τους με ελεγχόμενο σύστημα της ροής του νερού από τη μία δεξαμενή σε άλλη. Οι δεξαμενές του νερού έχουν βάθος περίπου μισό μέτρο ή και περισσότερο. Μία τρύπα στον πυθμένα του ακραίου διαμερίσματος της δεξαμενής, εκείνου που βρίσκεται στο χείλος της κάθετης πλευράς της εισόδου της σπηλιάς, οδηγούσε τελικά τα νερό μέσα από ένα σκαλιστό αυλάκι σε κάθετη πτώση, ώστε να σχηματίζεται ένας μικρός καταρράκτης στην πλευρά της εισόδου λίγα μέτρα δεξιά της.
Μπροστά από την είσοδο του ιερού απλώνεται ένα ηλιόλουστο χλοερό επίπεδο μέρος, κατάλληλο για να συγκεντρώνονται οι προσκυνητές και να μπαίνουν, για τις λατρευτικές τους ανάγκες, στη σπηλιά. Στο δεξιό μέρος αυτού του επιπέδου, που ήταν ένα είδος προαύλιου του ιερού, βρίσκεται σκαλισμένο σε βράχο ένα πηγάδι βάθους περίπου τριών μέτρων. Φαίνεται να ήταν ο τελικός αποδέκτης των νερών του μικρού τεχνητού καταρράκτη.
Η περιοχή γύρω από το ιερό είναι γαλήνια και ηλιόλουστη. Μικρά επίπεδα μέρη και απαλοί λόφοι δημιουργούν ένα πολύ ευχάριστο περιβάλλον. Μοιάζει ακριβώς με τα περιβάλλοντα των μικρών εξωκλησιών των χωριών της ελληνικής υπαίθρου, όπου οι κάτοικοι της γύρω περιοχής συγκεντρώνονται για τα πανηγύρια και τους χορούς τους. Είναι μια υποβλητική και γαλήνια τοποθεσία κατάλληλη για θρησκευτικές και λατρευτικές συναθροίσεις, μακριά από την τύρβη των πόλεων. Η θέα από τη θέση του ιερού, όπως εύκολα διαπιστώνεται ακόμη και σήμερα, είναι εξαιρετική. Όσοι συγκεντρώνονταν εκεί, για να λατρεύσουν και να ζητήσουν τη βοήθεια των θεών, βοηθούνταν ασφαλώς, από τη σύνολη υποβλητική ατμόσφαιρα του φυσικού περιβάλλοντος και των πολύ εμπνευσμένων κατασκευαστικών συμπληρωμάτων, να νιώσουν την ανακουφιστική και ευεργετική παρουσία του θείου.
Το υπέροχο ειδυλλιακό αυτό τοπίο, γύρω από το «Νυμφαίο», μπορεί κάλλιστα να ήταν ο τόπος όπου οργίαζαν οι διονυσιάζουσες γυναίκες, όταν ο Βούτης από τη Νάξο αποβιβάστηκε στο όρος Δρίος με όσους τον ακολουθούσαν άρπαξε μαζί με άλλες γυναίκες και την Ιφιμέδεια με την Παγκράτιδα.
Λίγο πιο πάνω, στην κορυφή του βουνού, υπήρχε, κατά την τοπική προφορική παράδοση λίμνη. Την προφορική αυτή παράδοση πρέπει να τη δεχτούμε ως αληθινή. Διαφορετικά δεν μπορούμε να βρούμε λύση στο πρόβλημα από πού διοχετευόταν το νερό στις δεξαμενές που βρίσκονται πάνω στην οροφή του Νυμφαίου. Πουθενά εκεί τριγύρω δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια πηγή νερού. Δίπλα επίσης σε μια άλλη κορυφή του βουνού, πιο ψηλότερα από το ιερό, υπήρχε ηφαίστειο. Ο κρατήρας του είναι ακόμη και σήμερα ορατός. Το όνομά του ηφαιστείου αυτού είναι «Υπερίων». Το όνομα θυμίζει τον μεγάλο ομώνυμο Τιτάνα που απ’ εδώ πάνω πολεμούσε τον Δία και τους άλλους ολύμπιους θεούς. Εξάλλου το όνομα της τοποθεσίας «Κρούνια» ή «Κρόνια» θυμίζει έντονα τον αρχηγό των Τιτάνων, τον Κρόνο. Η αποξεραμένη λάβα του Υπερίωνα, για πάρα πολλά χρόνια, έδινε στους κατοίκους των γειτονικών χωριών πολύτιμο και ανεκτίμητο λαξευτό οικοδομικό υλικό, ειδικό κυρίως για αγκωνάρια.
Οι πρώτες ενδείξεις τοποθετούν χρονολογικά το «Νυμφαίο» αυτό στα ελληνιστικά χρόνια. Σε ποιο θεό άραγε ήταν αφιερωμένο το ιερό αυτό; Ίσως στη θεά Δήμητρα. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν η Αντρώνα, όπου επίσης λατρευόταν η Δήμητρα. Μπορεί όμως να ήταν αφιερωμένο στον Διόνυσο. Πολλά μυθολογικά δεδομένα οδηγούν στην εκδοχή αυτή. Ποιες άλλες ανάγκες των ανθρώπων της εποχής εκείνης εξυπηρετούσε; Να λάτρευαν εδώ την Οθρηίδα, την Πολυμήλα, την Αντιάνειρα, την Ευπολέμεια, την Διοπάτρη, τη Φθία, τη Μελίτη; Όλες είναι νύμφες που κάπου εκεί κοντά τριγύριζαν και αποσπούσαν με την ομορφάδα τους την προσοχή και αυτών ακόμα των θεών του Ολύμπου. Μαζί τους οργίαζαν και ο άλλες γυναίκες αλλά και οι βασίλισσες και οι βασιλοπούλες.
Αν και οι ανασκαφικές εργασίες δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί φαίνεται πως το «Νυμφαίον» πάνω στο «Κρούνια» δεν έχει να μας δείξει άλλα σπουδαία ευρήματα. Οι λαθρανασκαφείς έχουν κάνει πολύ καλά τη δουλειά τους, δίνοντας οριστικό τέλος στις εργασίες των αρχαιολόγων, που ήρθαν πολύ αργά. Απομένει όμως, γιατί αυτή δεν μπορεί να χαλάσει, η συνολική εικόνα ενός θαυμάσιου ιερού, μοναδικού στην περιοχή αυτή.
Στο Νυμφαίο δεν βρέθηκε κάποια επιγραφή. Ίσως όμως και στο ιερό αυτό η ευλάβεια και η αγάπη των προσκυνητών να είχε χαράξει κάποιο επίγραμμα σαν αυτό που ανακάλυψε ο Νικόλαος Γιαννόπουλος σ’ ένα παρόμοιο ιερό στα Φάρσαλα :
θεός
χαίρετε τοὶ παριόντες, ἅπας θῆλυς τε καὶ ἄρσην
ἄνδρες τε ἠδὲ γυναῖκες ὁμῶς παῖδες τε κόραι τε
χῶρον δ᾿ εἰς ἱερὸν Νύμφαις καὶ Πανὶ καὶ ῾ Ερμῇ
᾿Απόλλονι ἄνακτι, ῾Ηρακλεῖ καὶ ἑτέροις 5
Χίρωνος τἆντρον καὶ ᾿Ασκαλαπιοῦ ἠδ᾿ ῾Υγιείας’
τούτων ἐστὶ τόδ᾿ ὦνα Πάν, ἱερωτά τ῾ ἐν αυτῷ
ἔμφυτα καὶ πίνακες καὶ ἀγάλματα δῶρά τε πολλά’
ἄνδρα ἐποιήσατα ἀγαθὸν Παντάλκεα Νύμφαι
τῶνδ᾿ ἐπιβαινέμεναι χώρων καὶ ἐπίσσκοπον εἶναι, 10
ὅσπερ ταῦτ᾿ ἐφύτευσε καὶ ἐξεπονήσατο χερσσίν.
ἀντίδοσαν δ᾿ αὐτῷ βίον ἄφθονον ἤματα πάντα’
῾Ηρακλέης μὲν ἔδοκ᾿ ἰσχὺν ἀρετήν τε κράτος τε,
ᾧπερ τούσδε λίθους τύπτων ἐπόησ᾿ ἀναβαίνεν,
᾿Απόλλων δὲ δίδωσι καὶ υἱὸς τοῦδε καὶ ῾Ερμῆς 15
αιῶν᾿ εἰς τὸν ἅπαντα ὑγίειαν καὶ βίον ἐσθλόν.
Πὰν δὲ γέλωτα καὶ εὐφροσύνην ὕβριν τε δικαίαν,
Χίρων δ᾿ αὐτῷ δῶκε σοφόν τ᾿ ἔμεναι. . . καὶ ἀοιδόν.
ἀλλὰ τύχαις ἀγαθαῖς ἀναβαίνετε . . . θύετε Πανί.
εὔχεσθε, εὐφραίνεσθε’ κακῶν δ᾿ ἔξαρσις ἁπάντων 20
ἐνθάδ᾿ ἔνεστ᾿ ἀγαθῶν δὲ ᾿λάχὁς πολέμοιό τε λάξις.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΣ, Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ

Νικόλαος-Μιχόπουλος-337x400Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

 

Νικόλαος Αθαν. Μιχόπουλος,

δάσκαλος, ο μεγάλος ευεργέτης των γεωργών του Αλμυρού

 

Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1878, στην αναστατωμένη από τον τότε τελευταίο επαναστατικό αγώνα, λίγο πριν την απόκτηση της πολυπόθητης λευτεριάς από τους Τούρκους, επαρχία Αλμυρού, γεννήθηκε στο χωριό του Αλμυρού Κοκκωτοί, από φτωχούς αγρότες γονείς ο Νικόλαος Αθανασίου Μιχόπουλος, ο άνθρωπος που επρόκειτο να δώσει στους συμπατριώτες του την πραγματική και ουσιαστική απελευθέρωση και να γλιτώσει τους γεωργούς της ιδιαίτερης πατρίδας του από την εκμετάλλευση των μεγαλοκτηματιών και τσιφλικάδων της εποχής εκείνης. Αυτός ήταν που έδωσε στους αγρότες του Αλμυρού την πραγματική λευτεριά. Ο Νικόλαος Μιχόπουλος, είναι ένας από τους μεγάλους πρωτοπόρους της περιοχής του Αλμυρού, ο άνθρωπος που πρόσφερε στην πατρίδα του πολύ περισσότερα από όσο οι αγωνιστές εναντίον του τούρκου κατακτητή. Πρόσφερε στους αγρότες της περιοχής του, δηλαδή στη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής Αλμυρού, την ουσιαστική τους απελευθέρωση από την πραγματική «δουλεία» κάτω από την οποία ζούσαν.

Πολύ νωρίς, αμέσως μετά την απελευθέρωση του Αλμυρού στα 1881, άφησε μαζί με τους γονείς του το χωριό του και εγκαταστάθηκε στον Αλμυρό. Εκεί έζησε ο ίδιος πολύ έντονα την ταλαιπωρία και τα βάσανα του γεωργικού κόσμου, ζώντας κοντά στους αγρότες γονείς του και βοηθώντας τους στις αγροτικές τους δουλειές ενώ παράλληλα φοιτούσε στο σχολείο. Ο ίδιος έλεγε με καμάρι για την καταγωγή του ότι ήταν «γέννημα, θρέμμα γεωργού και καπνοπαραγωγού εργάτη»,

Τα κείμενα που άφησε ο ίδιος μάς δίνουν, περισσότερο από κάθε άλλη περιγραφή,  σαφέστατη εικόνα για την κατάσταση των γεωργών την εποχή εκείνη στην περιφέρεια Αλμυρού και ταυτόχρονα μας προσδιορίζουν και ορίζουν με ενάργεια εκείνο τον ιδεολογικό κόσμο που στάθηκε η αιτία να πυροδοτήσει το εσωτερικό είναι του και να τον γεμίσει δύναμη για τους μετέπειτα  μεγάλους κοινωνικούς αγώνες του:

«Η κατάστασις των γεωργών υπό πάσαν άποψιν ήτο αξιοθρήνητος. Η αμάθεια εξ ενός και η εκ ταύτης πηγάζουσα εμμονή των γεωργών εις την μοιρολατρείαν και εξ ετέρου η ευρεία και ασυνείδητος εκμετάλλευσις αυτών εκ μέρους μικρομεσιτών και τοκιστών, κατέπνιγε παν αίσθημα ανθρωπισμού, και ο δυστυχής γεωργός ειργάζετο νυχθημερόν μόνον και μόνον διά να παχύνη με τον ιδρώτα του τους δήθεν προστάτας του και ευεργέτας, άνευ άλλου σκοπού, άνευ ουδενός ετέρου ιδανικού».

 Σε άλλο του κείμενο, χρησιμοποιώντας λαϊκότερη μορφή γλώσσας για επικοινωνιακούς λόγους, σημειώνει : Οι γεωργοί στον καιρό του αλωνισμού σακατεύονται, σκοτώνονται και αυτοί και όλο το σπίτι τους και αυτά τα ζώα τους ακόμη. Τους πεθαίνει η ζέστη, τους λιώνει ο ιδρώτας που χύνουνε σαν ποτάμι και τους τελειώνουν οι άχνες και το χώμα που ρουφούν ένα-δυο  μήνες. Δεν φτάνει ότι ο γεωργός δουλεύει χρονικώς σαν σκλάβος, έρχονται τα αλώνια και εκείνα τον αποτελειώνουν. Κατά την εποχή εκείνη τον δέρνει η αναφαγιά, η απλυσιά, η αμπαλωσιά, η αϋπνία και κάθε άλλη κακομοιριά. Στη γυναίκα του γεωργού πέφτουν όλες οι δουλειές μαζί. Νύχτα – νύχτα άμα σκάσει η Πούλια, πρέπει να σηκωθεί να τρέξει στ’ αλώνι να βοηθήσει τον άντρα της στο στρώσιμο των δεματιών. Αν δεν έχει αλώνι, θα έχει λαμνί. Την ημέρα αυτή πρέπει να τρέξει πάλι όσο μπορεί πρωί στο χωράφι για να σκαλίσει το μποστάνι, το καλαμπόκι ή να μαζέψει καπνά και αμέσως το καταμεσήμερο στο αλώνι ν’ αρπάξει το καρπολόι να λιχνίσει ή τη σκούπα για να χαλίσει,. . . Και από όλα τα βάσανα που τραβούν οι γεωργοί στον καιρό του αλωνισμού αδυνατίζουν … και κατά τον δεκαπενταύγουστο τους πιάνουν οι θέρμες και τους τσακίζουν τα κόκκαλα … πληρώνουν ένα σωρό λεπτά στους γιατρούς, στα ρητσινόλαδα, τα κινίνα …. Μετά τα αλώνια … όλοι κατακίτρινοι και μαντηλωμένοι … για το γιατρό».

Και ποια είναι η ωφέλεια από όλα αυτά: Μας το λέει το ίδιο κείμενο στη συνέχεια:

«….μηδέν, τίποτε. Μόλις ξεμπερδέψουν από τα αλώνια, θα κρατήσουν για ψωμί, θα δώσουν τον αντίσπορο ή το τρίτο ή το μισό στον αφέντη, θα πάρει ο παπάς το δίκιο του, ο αγροφύλακας, ο γύφτος, θα πάρουν και οι αλωνιάδες το μερίδι τους, αν ο γεωργός αλωνίζει με ξένα ζώα. Αν του περσέψει και λίγο πράγμα, το πουλάει και αυτό και το δίνει στο γιατρό και στα γιατρικά. Έτσι ο γεωργός είτε μικροϊδιοκτήτης είναι είτε κολλήγος, απομένει τις περισσότερες χρονιές με το καρπολόι και το δικούλι στον ώμο και κουνώντας το κεφάλι του, λέει τότε μέσα του «δούλευε, κακόμοιρε, δουλειά να μη σου λείπει».

Τα ζούσε έντονα και καθημερινά αυτά ο Νικόλαος Μιχόπουλος ο ίδιος με τους γονείς του και τους άλλους Αλμυριώτες. Αυτά τον συγκλονίζουν και θεμελιώνουν μέσα του την μεγάλη απόφασή του να αφιερώσει τον εαυτό του ώστε να βοηθήσει να ξεφύγουν όλοι μαζί από αυτή την κατάσταση. Καταλάβαινε και διακήρυττε με όλη του τη δύναμη ότι μόνο όλοι μαζί ενωμένοι θα μπορέσουν να κάνουν κάτι. Αγανακτούσε και επαναστατούσε η ψυχή του όταν έβλεπε τον πατέρα τους και τους φίλους του να κλαίνε γιατί οι ακρίδες τους έτρωγαν τα καπνά τους. Τον έπνιγε η αγανάκτηση όταν ζητούσαν από το κράτος λίγο πετρέλαιο για την καταπολέμηση των ακρίδων και αυτό αρνούνταν. «Να κυνηγήσετε τις ακρίδες με κλαριά δέντρων» τους έλεγαν. Και περνούσαν μέρες ολόκληρες αυτός και οι γονείς του μαζί με εκατοντάδες άλλους άντρες, γυναίκες και παιδιά κρατώντας κλαδιά δέντρων στα χέρια τους να προσπαθούν να απομακρύνουν τα σμήνη των ακρίδων από τα χωράφια τους. Να πάνε πού; Στο διπλανό χωράφι και από εκεί στο παραδίπλα και στο παραδίπλα ως το τέλος του κάμπου, όσο έβλεπε το μάτι τους, για να φτάσουν στη Σούρπη ή στο Κουρφάλι και από εκεί να τα κυνηγήσουν οι άλλοι. Κι ήταν και η πίστη των αγραμμάτων τότε ΄γεωργών ότι δεν πρέπει να δηλητηριάζουμε πλάσματα που στέλνει ο Θεός. Θα τα διώξει ο Θεός αν τον παρακαλέσουμε: «Οι αρμόδιοι κάλεσαν τον εν Πλατάνω ευρισκόμενον ιερομόναχον Μονής Φλαμουρίου μετά των λειψάνων του Αγίου Συμεών προς τέλεσιν αγιασμών».

Κάτω από τέτοιες συνθήκες μεγάλωσε ο Νικόλαος Μιχόπουλος. Οι γονείς του, όπως και όλοι οι γονείς εκείνη την εποχή, τον συμβούλευαν να μάθει γράμματα για να γλιτώσει από τα βάσανα τα δικά τους. Κι έμαθε γράμματα ο Νικόλαος Μιχόπουλος. Έγινε δάσκαλος. Μπορούσε να τα παρατήσει όλα και να γλιτώσει από τα βάσανα των γονιών του. Όμως στα 1900 τον βλέπουμε να διδάσκει στο Δημοτικό Σχολείο του Αλμυρού και ταυτόχρονα να είναι γεωργός και καλλιεργητής καπνού με κύριο σκοπό αυτής της δεύτερης δραστηριότητάς του να προσπαθήσει να βελτιώσει όσο μπορεί περισσότερο τη ζωή των γεωργών, να τους ενώσει σε μία δύναμη για να μπορέσουν έτσι όλοι μαζί να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα προβλήματα που είχαν.

Το μεγάλο ευτύχημα ήταν ότι τότε είχε ιδρυθεί στο Αϊδίνι η Κασσαβέτειος και Τριανταφυλλίδειος Γεωργική Σχολή. Στην προσπάθειά του έχει πολύτιμο βοηθό και συμπαραστάτη τον γεωπόνο της σχολής αυτής. Αγωνίζεται μαζί του να πείσει τους γεωργούς της περιοχής Αλμυρού να βελτιώσουν τους τρόπους καλλιέργειας. Προσπαθεί να τους πείσει ότι τον δαυλίτη δεν τον στέλνει ο Θεός και ότι δεν είναι αμαρτία να τον καταπολεμούμε απολυμαίνοντας τον σπόρο. Δεν πηγαίνουν κόντρα στο θέλημα του Θεού όταν καταπολεμούν τα άλλα πλάσματα που καταστρέφουν τη σοδειά τους. Τα κηρύγματά του αυτά ηχούν λίγο περίεργα και το ακόμα χειρότερο ήταν ότι κάποιους ενοχλούν. Ενοχλούσαν ακόμα και κάποιους παπάδες που κήρυτταν ότι για να προστατεύονται τα άλογά τους από τους λύκους αρκούσε αυτοί να  ευλογούν τα καπίστρια τους. Κάποιοι «μεγάλοι», μεγαλοκτηματίες, τσιφλικάδες και τοκογλύφοι που είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι με την εφαρμογή των κηρυγμάτων του υπάρχει κίνδυνος να ορθοποδήσουν οι γεωργοί και να μην εξαρτώνται απόλυτα πια, όπως μέχρι τώρα, από αυτούς, τον καταπολεμούν με κάθε τρόπο. Τον βγάζουν άθεο και συνεργάτη του Σατανά. Αρκετοί είναι εκείνοι που πείθονται και τον αποφεύγουν.

Ο Νικόλαος Μιχόπουλος αγωνίζεται ακάματος, κόντρα σε όλα αυτά. Είναι βέβαιος για την ορθότητα των ιδεών του.  Προσπαθεί να πείσει τους γεωργούς ότι υπάρχει τρόπος να βελτιώσουν τη ζωή τους μόνοι τους και να μην εξαρτώνται από τους άλλους οι οποίοι τους εκμεταλλεύονται με κάθε τρόπο. Πρέπει να πετύχουν τα όνειρά του. Βοηθό του έχει τον γεωπόνο της Κασσαβέτειας και Τριανταφυλλίδειας Γεωργικής Σχολής Αϊδινίου Δημήτριο Γρηγοριάδη με τον οποίο έδωσαν τα χέρια συνεργασίας.

Επειδή με τον πόλεμο που δεχόταν δεν γινόταν εύκολα  αποδεκτός από τους άλλους γεωργούς που απόφευγαν να τον ακούσουν άρχισε από την οικογένειά του. «Από της επομένης ήρχισε το κήρυγμα και η κατήχησις από του πατρός μου πρώτον και των συγγενών μου και των γνωρίμων κατόπιν. Εγκατέλειψα το καφενείον εις το οποίον εσύχναζον, παρήτησα τους ιδιαιτέρους μου φίλους και αγαπητούς συναδέλφους και μετά το σχολείον διηρχόμην τας ώρας μου εν μέσω γεωργών, αναπτύσσων προς αυτούς ζητήματα αφορώντα την εργασίαν των και τον μέλλοντα να ιδρύσωμεν συνεταιρισμόν».

Από πολύ καιρό προσπαθούσε να συγκεντρώσει τους γεωργούς του Αλμυρού στο σχολείο για να συζητήσουν εκεί τα προβλήματά τους. Δούλευε για την επιτυχία των σκοπών του ασταμάτητα και ακούραστα. ήταν ο ιεραπόστολος νέων ιδεών. «Η προπαγάνδα υπέρ της ιδέας ταύτης βαθμηδόν και κατ’ ολίγον ηυξάνετο», γράφει σ’ ένα από τα κείμενα που μας άφησε, «και την 2αν μ. μ. της Κυριακής της 12ης Νοεμβρίου 1900, ο κώδων του κεντρικού ναού της πόλεως εκάλει τους κατηχηθέντας γεωργούς εις το σχολείον».

Από τις πολλές εκατοντάδες όμως των γεωργών που είχαν κατηχηθεί στις ιδέες του ήρθαν μόνο σαράντα οκτώ. Οι άλλοι φοβήθηκαν την αντίδραση και τον πόλεμο που δέχονταν από κάποιους. Υπήρχαν κάποιοι που τους παρακολουθούσαν και σημείωναν ποιοι θα ήταν αυτοί που θα ακολουθούσαν τα κηρύγματα του «άθεου δασκάλου». Ο Μιχόπουλος, ακλόνητος στην πίστη του, σωστός ιεραπόστολος και φωτισμένος δάσκαλος, είχε πυροδοτηθεί από το μεγάλο του όνειρο και δεν λύγιζε πλέον με τίποτε. Καθόταν όρθιος στην πόρτα του σχολείου  και  καλούσε και ενθάρρυνε τους διστακτικούς γεωργούς που κάθονταν έξω να μπουν στην αίθουσα να ακούσουν. «Ο δε Γρηγοριάδης ευρίσκετο εν τω μέσω αναπτύσσων προς αυτούς του συνεταιρισμού τα πλεονεκτήματα και τα αγαθά».

Κι όπως όλοι οι αγώνες που γίνονται με πύρωμα της ψυχής έχουν πάντοτε αποτελέσματα, έτσι έγινε και με το κήρυγμα του Μιχόπουλου. Αποτέλεσμα αυτής της συγκέντρωσης ήταν να ιδρυθεί στον Αλμυρό το πρώτο στην Ελλάδα «Μετοχικόν Γεωργικόν Ταμείον Αλληλοβοηθείας».

Ήταν η πρώτη αρχή. Οι μεγάλες όμως δυσκολίες τώρα άρχιζαν. Τώρα που το όνειρο άρχιζε να γίνεται πραγματικότητα. «Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι λίγο πριν ξημερώσει» Ο πόλεμος εναντίον του από τους τοκογλύφους που δάνειζαν τους γεωργούς και ύστερα τους έπαιρναν τη σοδειά τους έγινε σκληρότερος. Φοβέριζαν τους γεωργούς, οι οποίο μέχρι τότε δανείζονταν μόνο από αυτούς,  ότι όταν βρεθούν στην ανάγκη θα βρουν τις πόρτες τους κλειστές. Τα αποτελέσματα της εκστρατείας τους αυτής δεν άργησαν να φανούν. Τον Ιούλιο του 1901, σύμφωνα με το καταστατικό που είχε ψηφισθεί, έπρεπε να κατατεθούν οι μερίδες των συνεταίρων σε σιτάρι για να γίνει έτσι δυνατό να αρχίσουν οι δουλειές του «Ταμείου» τους, να βοηθηθούν με δάνεια όσοι από αυτούς είχαν ανάγκη και να γλιτώσουν από τους τοκογλύφους. Νοικιάστηκε μια αποθήκη, ειδοποιήθηκαν τα μέλη και ο δάσκαλος Νικόλαος Μιχόπουλος, αφήνοντας τους συναδέλφους του στο καφενείο, περίμενε όρθιος στην πόρτα της αποθήκης. Την πρώτη Κυριακή, που είχαν συμφωνήσει, από τους 48 ήρθαν κουβαλώντας το μερίδιό τους μόνο 4-5.  Οι υπόλοιποι αρνήθηκαν. Ο Μιχόπουλος περίμενε στην ίδια θέση και την επόμενη και τη μεθεπόμενη Κυριακή. Όσοι είχαν υπογράψει αρνούνταν να τηρήσουν όσα είχαν υποσχεθεί. Κάποιοι που παρακολουθούσαν και τον πολεμούσαν άρχισαν να γελούν και να κοροϊδεύουν.

Το όνειρο του Μιχόπουλου κινδύνευε να ναυαγήσει. Ο ίδιος όμως είχε πλέον πάρει τη μεγάλη απόφαση να πετύχει οπωσδήποτε. Ένιωθε μέσα του κάτι να τον σπρώχνει ακαταμάχητα. Επιμένει πεισματικά. «Την άλλη Κυριακή παραλαμβάνω κάρρον και δύο εκ των μελών του Συμβουλίου και ευθύς αμέσως μετά την θείαν λειτουργίαν ρίπτομαι εις όσας επρόφθασα γεωργικάς οικίας εκλιπαρών την κατάθεσίν των. Το τι ηκούσαμεν την ημέραν εκείνην ως και τας λοιπάς Κυριακάς δεν περιγράφεται…Αλλά η καλή αρχή έγινε….. Κατ’ αυτόν τον τρόπον συνελέξαμεν το πρώτον έτος παρά 35 γεωργών (οι 13 δεν στάθηκαν στο λόγο τους με χίλιες προφάσεις) σίτον αξίας 969,20 δρχ. (όλα αυτά με τιμή σίτου 25 – 30 λεπτά την οκάν) αι οποίαι απετέλεσαν το πρώτον μετοχικόν κεφάλαιον….. Το 1902 δια της αυτής μεθόδου συνελέξαμεν σίτον αξίας 1910,10 δρχ. και το μετοχικόν κεφάλαιον ανήλθεν εν συνόλω εις δρχ. 2880,10…. Τα μέλη ηυξήθησαν εις 48. Δάνεια εχορηγήσαμεν σε 9 μέλη δρχ. 765»

Αμέσως με τα πρώτα χρήματα βάζει σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Έπρεπε να πειστούν όλοι ότι τα όνειρά τους γίνονται πραγματικότητα. «Κατά το αυτό έτος ηγοράσαμεν αντί 600 δρχ. σιτοκαθαριστήριον και εδιδάξαμεν τον καθαρισμόν του σπόρου και την απολύμανσιν αυτού δι’ εμβαπτίσεως εις διάλυσιν θειϊκού χαλκού, πράγματα τα οποία τότε ήταν απολύτως άγνωστα ουχί μόνον εις τους γεωργούς αλλά και εις εμέ τον ίδιον. Εννοείται ότι η διδασκαλία εξηκολούθησε και κατά τα επόμενα έτη, διότι δεν ήτο εύκολον να πιστεύσωσιν ευθύς αμέσως οι γεωργοί ότι ο θειϊκός χαλκός έχει την δύναμιν να καταστρέφει τον δαυλίτην, τον οποίον δίδει ο θεός. Επί τέλους διά πειραμάτων εδέησε να εννοήσωσιν ότι ο θεός έδωκε φάρμακα διά τας διαφόρους ασθενείας των φυτών όπως έδωκε ταύτα και διά τας ασθενείας των ανθρώπων…»

Όσοι τον πολεμούσαν, βλέποντας ότι με την πρόοδο που επιτελούνταν κινδύνευαν να χάσουν το παιχνίδι, έγιναν σκληρότεροι. Και πάλι καταφεύγουμε στα κείμενα του Μιχόπουλου: «Έτος 1906. Από του έτους τούτου ήρχισεν αναφανδόν πλέον και αγριωτέρα η εκ μέρους της αντιδράσεως επίθεσις,». Ο Μιχόπουλος όμως ήταν πλέον αδύνατο να πολεμηθεί. Γίνεται πραγματικός επαναστάτης. Ανεβαίνει στον εξώστη του κεντρικού ξενοδοχείου του Αλμυρού και «φωτισμένος πλέον απόστολος» κηρύττει δημόσια και καταγγέλλει τους πολέμιους, γνωρίζοντας ότι μπορεί και να κινδυνεύσει. «Μοιραίως», μας λέει, «θα επήρχετο η διάλυσις του Συλλόγου, την οποίαν διακαώς επόθη η αντίδρασις, αν τότε, αψηφών την θέσιν μου ως δημοδιδασκάλου δεν αντέτασσον γενναίαν άμυναν ομιλών και καυτηριάζων την αντίδρασιν ουχί πλέον εν τω στενώ κύκλω των μελών, αλλά δημοσία από των εξωστών του σχολείου και του κεντρικού ξενοδοχείου της πόλεως ….. τοιουτοτρόπως κατώρθωσα να συγκρατήσω 24 μέλη και ν’ αυξήσω κατά 783 δρχ, το μετοχικόν κεφάλαιον….»

«Ήτο φυσικό μια τέτοια καινοτομία», γράφει ο Μιχόπουλος, «μια καινοτομία που θα χτυπούσε κατακέφαλα συμφέροντα και άγνωστη έως τότε στα χρονικά της χώρας μας, να προκαλέση σφοδρά αντίδραση και λυσσασμένο πόλεμο από εμπόρους, τοκογλύφους, μεσίτας , ιδιοκτήτας γεωργικών μηχανημάτων, πολιτευομένους».

Έπρεπε να ενισχυθούν όσοι τολμούσαν ακόμα να παραμένουν μέλη στο  Έπρεπε κάτι να κάνει και το επίσημο κράτος. Και έγινε. «Ο Σωκράτης Ιασεμίδης υπεστήριξε δι’ αναφοράς του προς το τότε προϊστάμενον Υπουργείον, όπως επιτραπή δωρεάν η επίβασις των επιβητόρων του Δημοσίου εις τας φορβάδας των μελών του Συλλόγου και διά της ενεργείας ταύτης ενεκαρδίασεν τα μέλη, διότι επίστευσαν, και πολύ δικαίως, ότι η πολιτεία ήρχισε να ενδιαφέρηται διά τα γεωργικά σωματεία»

Το «Μετοχικόν Γεωργικόν Ταμείον Αλληλοβοηθείας» Αλμυρού, άρχισε να ισχυροποιείται και να γίνεται υπολογίσιμος παρεμβατικός παράγοντας. «Κατά το αυτό έτος 1908 … προέβημεν εις την συμπλήρωσιν του πρώτου καταστατικού …. ωρίσθη όπως εκ των κατ΄ έτος καθαρών κερδών τα μεν ¾  κατανέμονται εις τα μέλη… το δε ¼  προστίθεται εις το αποθεματικόν κεφάλαιον…»

Ήταν καιρός να μπουν σε εφαρμογή και τα μεγάλα σχέδια του Μιχόπουλου, που σε κάποιους φάνταζαν όνειρα απραγματοποίητα. Καλύτερα από κάθε άλλο μιλούν τα λόγια του Μιχόπουλου. «Την 9 Δεκεμβρίου του έτους 1901 εγένετο εν γενική των μελών συνελεύσει η πρώτη υπό του αειμνήστου Γρηγοριάδου ομιλία περί αγοράς αλωνιστικής μηχανής και δι’ αριθμών επί του μαυροπίνακος του σχολείου κατεδεικνύοντο αι ωφέλειαι αυτής. Αλλά τότε οι ημέτεροι γεωργοί αγρόν είχον αγοράσει.

Έκτοτε πολλαί εγένοντο απόπειραι και επιθέσεις, αλλά πάσαι γενναίως απεκρούοντο υπό των γεωργών, προτιμώντων να σπαταλώσι αφειδώς διά τον αλωνισμόν χρόνον, χρήμα και υγείαν. Επί τέλους απεφάσισα να ρίξω τον περί όλων κύβον.

Την 19 Δεκεμβρίου εκάλεσα προς τον σκοπόν τούτον την συνέλευσιν εν τω γραφείω του συλλόγου, μετά πολύωρον δε συζήτησιν και σφοδράν λογομαχίαν κατωρθώθη να υπογραφή υπό της πλειονότητος των μελών πρακτικόν περί αγοράς μιας μεγάλης αυτοκινήτου αλωνιστικής μηχανής, και να δοθή υπόσχεσις εκ μέρους των μελών περί καταβολής εντός ορισθέντος χρονικού διαστήματος μέρους των προς τον σύλλογον χρεών, ίνα συμπληρώσωμεν ούτω το διά την πρώτην δόσιν της μηχανής απαιτούμενον ποσόν.

Ο Μιχόπουλος, χωρίς καμιά ασφάλεια βεβαιότητα, ρίχνεται πλέον, ρισκάροντας τα πάντα, στις μεγάλες αποφάσεις. Αποφάσισε να φέρει μόνος του αυτός, ασίγαστα πλέον οιστρηλατημένος, αλωνιστική μηχανή από το Λονδίνο στον Αλμυρό:  Έκλεισα την συμφωνίαν, είχον ετοιμάσει τα πάντα πλην του χρήματος, διότι ουδείς εκ των οφειλετών κατέθεσέ τι απέναντι του χρέους του, ως είχε προσυμφωνηθή.

Τρομερά με κατέλαβε τότε αγωνία διότι και πάλιν ευρισκόμην προ αποτυχίας ενός των ονείρων μου, της παραγγελίας αλωνιστικής μηχανής, από της οποίας εξήρτησα την ζωήν ή την διάλυσιν του Συλλόγου.

Διά την καταβολήν της πρώτης δόσεως της μηχανής μετά των ναύλων από Λονδίνου μέχρι Βόλου εχρειάζοντο 6.800 περίπου δραχμαί και εις το ταμείον μας ευρίσκοντο δραχμαί εις μετρητά μόνον περί τας 1.500. Έπρεπε λοιπόν, κατ’ ανάγκην να συνάψωμεν δάνειον προσωπικόν, αφ’ ου το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης δεν ηδύνατο να παραχωρήση το δάνειον προς τον Σύλλογον.

Το πράγμα προφανώς ήτο δύσκολον, αλλά και η φιλοτιμία μου δεν μοί επέτρεπε πλέον να σταυρώσω τας χείρας μου και να υποχωρήσω.

Την 6 Φεβρουαρίου του 1911 ευρισκόμην και πάλιν εν των μέσω της Γενικής Συνελεύσεως ορμητικώτερος και μάλλον αισιόδοξος ζητών παρά των μελών υπογραφάς προς σύναψιν προσωπικού δανείου διά την παραγγελίαν της μηχανής.

Ο λόγος μου ενεποίησε βαθυτάτην εντύπωσιν. Η δήλωσίς μου του να υπογράψω πρώτος εγώ το προς την Τράπεζαν χρεωστικόν συμβόλαιον έθιξε την φιλοτιμίαν των και παρ’  όλας τας διαμαρτυρίας των ολίγων ευτυχώς αντιφρονούντων, 20 εκ των μελών εδήλωσαν μετ’ ενθουσιασμού, ότι είναι πρόθυμοι να με βοηθήσωσιν διά των υπογραφών των προς σύναψιν προσωπικού δανείου 4.000 δρχ. διά την παραγγελίαν της μηχανής, με εξουσιοδότησαν να δώσω σημείωσιν προς την Διεύθυνσιν της Τραπέζης διά την σύνταξιν του συμβολαίου, και ωρκίσθησαν, ότι την επομένην ουδείς θα μετέβαινεν εις την εργασίαν του, προ της υπογραφής του δανειστικού συμβολαίου.

Και πράγματι την επομένη ημέραν, περί την 11 π. μ. ώραν έρχονται οι υποσχεθέντες εις το σχολείον και εκείθεν εν σώματι μεταβαίνομεν εις το κατάστημα της Τραπέζης, υπογράφομεν το δανειστικόν συμβόλαιον και παραλαμβάνω το χρήμα.

Ποίαν εντύπωσιν ενεποίησεν εις την κοινωνίαν ολόκληρον το περίεργον τούτο φαινόμενον της εν σώματι μεταβάσεώς μας εις την Τράπεζαν δεν ευρίσκω την στιγμήν ταύτην τας καταλλήλους λέξεις διά να την παραστήσω, τούτο μόνον λέγω, ότι η μηχανή παρηγγέλθη, το δε όνειρόν μου επραγματοποιήθη, ο πόθος μου εξεπληρώθη και την 31 Μαΐου 1911 η μηχανή βαδίζουσα διά της κεντρικής πλατείας προς τον τόπον του αλωνισμού εκάλει δαιμονιωδώς συρίζουσα εις πανδαισίαν, ούτως ειπείν, πάντας τους γεωργούς νηστεύσαντας και μη…..».

Ο Νικόλαος Μιχόπουλος ήταν εκείνος που έδωσε και το όνομα στην πρώτη αυτή αλωνιστική μηχανή. Την ονόμασε «Ομόνοια», συμβολικό και ελπιδοφόρο για όλους όνομα. Δεν ήταν δυνατόν παρά αφού επήλθε, έστω και κατ’ αυτόν τρόπο η πολυπόθητη «ομόνοια» να έλθει και η «πρόοδος». Πράγματι ύστερα από λίγο μια δεύτερη αλωνιστική μηχανή διέσχιζε και πάλι δαιμονιωδώς τους δρόμους του Αλμυρού. Αυτή η δεύτερη αλωνιστική μηχανή ήταν η «Πρόοδος». Έτσι οι δυο πρώτες αλωνιστικές μηχανές η «Ομόνοια» και η «Πρόοδος» των γεωργών του Αλμυρού αδελφωμένες έδωσαν την ώθηση για την ουσιαστική ανάπτυξη της περιοχής. Ήταν και οι δύο παιδιά του «δάσκαλου»  Νικόλαου Μιχόπουλου.

Το όνομα του Μιχόπουλου άρχισε πλέον να γίνεται γνωστό πανελλήνια. Το «θαύμα» του Αλμυρού έγινε παντού γνωστό. Η εφημερίδα «Ακρόπολις» στις  13 Μαΐου  1913, έγραψε, ανάμεσα σε άλλα, και τούτα: «Το θαύμα έγινε. Ν. Μιχόπουλος, Γερ. Μολφέτας, Δ. Μαργέτης, Σακελλαρίου, Σωκράτης Ιασεμίδης. Όσοι πονάτε διά τον τόπον αυτόν και το μέλλον της παρούσης και των μελλουσών γενεών κρατήστε καλά εις την μνήμην σας τα ονόματα αυτά. Θα σημειωθούν εις την ιστορίαν της Ελλάδος πολύ επισημότερον από τα ονόματα πολλών Υπουργών, Πρωθυπουργών, και των λεγομένων επιφανών….. Ο πρώτος, Νικόλαος Μιχόπουλος, ο και παλληκαριώτερος όλων διά το ζήτημά μας, είναι απλούς δημοδιδάσκαλος. Ένας δημοδιδάσκαλος αξίζων προκειμένου περί της πραγματικής προόδου, χιλίους Βενιζέλους και κάμποσους Βαλαωρίτηδες ….. Ο μεγαλουργήσας κυρίως προκειμένου περί έργων είναι ο δημοδιδάσκαλος κ. Νικόλαος Μιχόπουλος. Ίσως να είναι ο προωρισμένος να γίνη ο Έλλην Ραϊφάιζεν, εάν δεν σπεύση να τον κρεουργήση το Υπουργείον Παιδείας, ως αναμιγνυόμενον είς αλλότρια ….. Μία λαμπρά αρχή έγινεν εις τον Αλμυρόν. Η κατάκτησις είναι μεγάλη διότι απεστομώθησαν οι αντιδραστικοί, οι δογματολόγοι, οι κενολογούντες διά να  δικαιολογήσουν την ουτιδανήν απραξίαν των….. Η αρχή θέλει συνέχειαν και το φως θα βγη από ανθρώπους της τάξεως του Νικολάου Μιχοπούλου, χωρίς ψηλά, «ημίψηλα, κολάρα…».

Στον Αλμυρό ο Νικόλαος Μιχόπουλος είχε στήσει οριστικά πλέον το έργο του. Τον Συνεταιρισμό του Αλμυρού τον πήραν πλέον άλλοι στα χέρια τους που, εμπνευσμένοι από το μεγάλο δάσκαλο αλλά και από το όραμα ενός καλύτερου κόσμου που το έβλεπαν να γίνεται πραγματικότητα, υπόσχονταν σταθερή την πρόοδό του. Τώρα ο Νικόλαος Μιχόπουλος έπρεπε να αξιοποιηθεί και σε μεγαλύτερα πόστα, τα οποία ούτε ποτέ του μπορούσε να φανταστεί το μικρό Αλμυριωτόπουλο, όταν ο πατέρας του το έπαιρνε μαζί του για να κυνηγήσουν με κλαδιά τις ακρίδες που έτρωγαν τα καπνά τους.

Τον Μάιο του 1913 ο τότε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Αλέξανδρος Μυλωνάς πήγε στον Αλμυρό. Μετά την επιθεώρηση των εργασιών του Συνεταιρισμού Αλμυρού ο Μυλωνάς ανακοίνωσε στον Νικόλαο Μιχόπουλο ότι το κράτος «αποφασίσαν να εισαγάγη τον θεσμόν των συνεταιρισμών διά νόμου, είχε ανάγκην ενός ανθρώπου καταλλήλου διά την προπαγάνδαν κλπ. και ως τοιούτον εύρισκε κατά την εποχήν εκείνην μόνον αυτόν». Ο Νικόλαος Μιχόπουλος «μετά τινας αμφιταλαντεύσεις και δισταγμούς απεδέχθη την πρότασιν και την 5ην Σεπτεμβρίου του 1913 προεσελαμβάνετο διά συμβάσεως μεταξύ Κράτους και αυτού ως ειδικός επί των συνεταιρισμών υπάλληλος».

Το ανέβασμα του Μιχόπουλου και η αναγνώριση του έργου του αλλά και των ικανοτήτων του ήταν πλέον σταθερό. Το 1919 ο Νικόλαος διορίστηκε Επιθεωρητής Γεωργικών Συνεταιρισμών Ελλάδος

Έτσι κάπως φτάνουμε στις 23 Ιανουαρίου 1933 και «η περισσότερο εξέχουσα προσωπικότητα του Ελληνικού Συνεργατισμού, ο «δάσκαλος», με όλη τη λαμπρή σημασία της λέξεως,   ο Νικόλαος Αθανασίου Μιχόπουλος», σε ηλικία μόλις 55 ετών, άφησε τούτη τη ζωή.

Τα όσα ακούστηκαν στην κηδεία του τον δικαίωσαν απόλυτα. «Ο Μιχόπουλος και όταν ήταν δάσκαλος δεν πίστευε πως το έργο του δασκάλου τελειώνει μέσα στο σχολείο. Εθεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να βοηθήσει και τον πτωχό λαό. Ίδρυσε για το σκοπό αυτό τον Συνεταιρισμό Αλμυρού, χωρίς να έχη ούτε μέσα, ούτε ανάλογη δύναμη, ούτε γνώσεις, παρά μόνο πίστη, ενθουσιασμό και αγάπη για το λαό….».

«…. Συνήθως οι άνθρωποι εις κάθε χώραν, όσο μεγάλα και ωραία έργα εάν ευτυχήσουν να δημιουργήσουν εις την ζωήν των, έχουν ν’ ασχοληθούν και διά τους προκατόχους των και διά τους προγόνους των εις τα έργα αυτά.

Ο Νικόλαος Μιχόπουλος είχε το σπάνιον προνόμιον να μην έχη προκατόχους εις το έργον του. Εχρησίμευσε αυτός ούτος ως ο πρωταρχικός πρόγονος των συνεταιριστών της νεωτέρας Ελλάδος….Αλλά το έργον του δημοδιδασκάλου, όσον ευγενές και ανθρωπιστικόν και αν είναι, δεν ήτο δυνατόν  να ικανοποιήση μίαν ψυχήν ως η του Νικολάου Μιχοπούλου, οργώσαν προς γενικωτέραν εξανθρωπιστικήν προσπάθειαν. ….».

«Και Συ μαζί με τόσους άλλους μας εγκαταλείπεις πρόωρα σεμνέ αγωνιστή και απόστολε …Η είδηση του αιφνιδίου και απροσδόκητου θανάτου σου, που συγκλόνισε βαθειά όλους μας,  βύθισε σε λύπη ανείπωτη τα δημιουργήματά σου, τους συνεταιρισμούς των πτωχών και απλοϊκών ανθρώπων του βουνού και του κάμπου, που χρωστούν κατά πολύ σε σένα την ύπαρξή τους. Αυτοί με στέλνουν εδώ και μένα τώρα, τη στιγμή του οριστικού αποχωρισμού σου από τη ζωή, να σου πω ακόμα μια φορά πως ποτέ δεν θα ξεχάσουν ότι γι’ αυτούς, συμπονώντας τη δυστυχία σου, έδωσες ολόκληρη τη ζωή σου, την ψυχή σου, τη δράση σου. Θα σ’ ευγνωμονούν, θα σε θαυμάζουν, θα σε τιμούν και προ πάντων θα σ’ αγαπούν και θα σε κρατήσουν αιώνια και στοργικά μέσα στην ψυχή τους…..

Το μικρό φως που άναψε ο ενθουσιασμός σου και ο πόνος σου για τους αγρότες στον Αλμυρό με την ίδρυση του Μετοχικού Γεωργικού Συλλόγου, το μετέδωσες ο ίδιος από χώρα σε χώρα, από τόπο σε τόπο, από κάμπο σε βουνό κι από βουνό σε θάλασσα, παίρνοντας το χέρι στο ραβδί του αποστόλου και στον ώμο το δισάκι του στρατοκόπου και ακούραστα περιτρέχοντας την Ελλάδα από άκρη σ’ άκρη, για να μεταδώσης το νέο φως, τη νέα ιδέα, για τη σωτηρία της βασανισμένης και πονεμένης φτωχολογιάς….»

Σήμερα . 88 χρόνια μετά το θάνατό του, πολύ λίγοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν την τεράστια προσφορά του Νικόλαου Μιχόπουλου. Στην κεντρική πλατεία του Αλμυρού, ωστόσο, παραμένει η προτομή του για να θυμίζει σ’ όσους θέλουν να ψάχνουν τις αρχές της προόδου τούτου του τόπου ότι ο Νικόλαος Μιχόπουλος, ήταν ένας «ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ» που ακόμα και τώρα διδάσκουν και εμπνέουν, έστω και λίγους, με το παράδειγμά τους.

Το Μίκριον του Αλμυρού

Μίκριον 1,1 Μίκριον2,1 Μεγαλείον 1 Αλμυρός 4,1                                                                  Tο Μίκριον του Αλμυρού

«Το Μίκριον του Αλμυρού» ήταν η πρώτη εφημερίδα, η οποία κυκλοφόρησε στον Αλμυρό. Κυκλοφόρησε το 1906 για έξι μόνο μήνες, από την 1η Ιουλίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου, σε δώδεκα συνολικώς φύλλα.

Κατά την διάρκεια της κυκλοφορίας του άλλαξε τρεις τίτλους. Το πρώτο και δεύτερο φύλλο είχε τον τίτλο «Το Μίκριον του Αλμυρού», το τρίτο φύλλο «Το Μεγαλείον του Αλμυρού» και από το  τέταρτο μέχρι το δωδέκατο πήρε τον τίτλο «ΑΛΜΥΡΟΣ».

Στα τρία πρώτα φύλλα χρησιμοποίησε και τρεις διαφορετικούς υπότιτλους, οι οποίοι αποτελούν και τρεις παγκόσμιους μοναδικούς τίτλους και παγκόσμια ρεκόρ. Στο πρώτο φύλλο, ήταν «Η Πρωτοτυπωτέρα των Εφημερίδων του Κόσμου», στὸ δεύτερο φύλλο διεκδικούσε να είναι και ήταν «Η Μικροτέρα των Εφημερίδων του Κόσμου», και τον υπαινυκτικό υπότιτλο «Όλων των Εφημερίδων του Κόσμου Έχει την μικροτέραν κυκλοφορίαν», είχε στο  τρίτο φύλλο.

Στο τέταρτο, πέμπτο και έκτο φύλο είχε τον υπότιτλο «Εφημερίς Εθνική και των  τοπικών συμφερόντων». Στο έβδομο και όγδοο φύλλο ήταν «Εφημερίς πολιτική και φιλολογική εκδιδομένη τρις του μηνός» και από το έννατο μέχρι το δωδέκατο κυκλοφόρησε χωρίς υπότιτλο με μόνο τον τίτλο «ΑΛΜΥΡΟΣ».

«Πρωτοτυπωτέρα των εφημερίδων του κόσμου» ήταν γιατί για λόγους οικονομίας χρησιμοποιούσε συγκεκομμένες λέξεις. Έτσι, π.χ. το «Ο ημ. διευθ. ανεχ. εις Μιντζ. ίνα παραθερίση. Επίσης ο δ. του υ. της Ε.Τ. κ. Παρθ.» σήμαινε «Ο ημέτερος διευθυντὴς ανεχώρησεν είς Μιντζέλαν  ίνα παραθερίση. Επίσης ο διευθυντὴς του υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης κ. Παρθενόπουλος».

«Μικροτέρα των εφημερίδων του Κόσμου» ήταν γιατί στο πρώτο της φύλλο είχε διαστάσεις 8,5 χ  11 εκατοστά.

Η Δροσούλα

                                                                        Η Δροσούλα
Η Χαμάκω σήμερα είναι μόνο χαλάσματα. Γκρεμισμένα σπίτια, χωρίς σκεπές, ερείπια πνιγμένα στις τσουκνίδες και στα αγριόβατα. Πού και πού μία συκιά ή κάποια μαυρομουριά, παραφυάδες των δέντρων που σε παλιότερες εποχές γέμιζαν το χωριό, εξακολουθούν να τονίζουν ότι η ζωή συνεχίζεται και όταν ακόμη οι άνθρωποι φύγουν. Μοναδική συνέχεια από τότε, θεριό ολόκληρο, το σκουροπράσινο πανύψηλο κυπαρίσσι, παραμένει ακοίμητος, παντοτινός βιγλάτορας της απόμερης εκείνης και ξεχασμένης γωνιάς.
Κι όμως κάποτε η Χαμάκω ήταν ένα ονομαστό στην περιοχή χωριό. Κρυμμένο σε μια μοναχική ρεματιά, απλωνόταν, στις δυο πλαγιές της, ήσυχο και ασφαλισμένο. Πολλά τα κοπάδια του, βοσκούσαν σε μια πολύ μεγάλη έκταση, όση σήμερα καλύπτουν τα χωριά Αχίλλειο, ‘Αγιοι Θεόδωροι και Γλύφα. Τα περιβόλια του, γύρω από τα ερείπια της αρχαίας Αντρώνας, έδιναν πλούσιο καρπό.
Την ερημιά, τη γλύκα του κλίματος και τη γαλήνη του τόπου ζήλεψε και αυτή ακόμα η τρομερή Χάμκω, η μάνα του Αλή πασά, κι ερχόταν τα καλοκαίρια να βρει λίγη ησυχία. Εδώ κi αυτή ακόμη ηρεμούσε και γλύκαινε τόσο που κι οι ντόπιοι την αγαπούσαν, αφού από αυτήν ονόμασαν και το χωριό τους έτσι. Χάμκω – Χαμάκω. «Χάριν ευφωνίας παρενεβλήθη μεταξύ του μι και του κάπα το άλφα και εκ του Χάμκω προήλθε το Χαμάκω», μου εξηγούσε ένας γέροντας – καλός μαθητής από ό,τι φαίνεται στα νιάτα του – , επαναλαμβάνοντας προφανώς αυτολεξεί τα λόγια του δασκάλου του, που ήταν και ο τελευταίος δάσκαλος της Χαμάκως, πριν οι άνθρωποί της την εγκαταλείψουν και εποικίσουν τα γύρω χωριά.
Ήταν ευτυχισμένοι οι Χαμακιώτες στην απομόνωσή τους. Χαίρονταν γαλήνιοι στη μοναξιά τους. Κι ας είχαν μοναδική τους παρέα τα «κλαριά», έτσι που να τους βγει το δίστιχο: «Τι έχουν τα κλαριά και σειώνται; Χαμακιώτες παν’ και ξυώνται». Με πολλούς κόπους, προσπαθώντας όλοι μαζί, έχτισαν και τη μικρή τους εκκλησία, τους αγίους Αναργύρους, μοναδικό κτίσμα του παλιού χωριού που εξακολουθεί και σήμερα να στέκεται όρθιο, χάρη στην ευσέβεια των απόγονων εκείνων. Με πολλή αγάπη και περισσή ομόνοια συμφώνησαν σε ποια από τις δύο πλαγιές του χωριού θα χτιζόταν η εκκλησιά τους. Κάθε πλαγιά την ήθελε στο μέρος της. Τη λύση έδωσε ο δάσκαλος: Θα μετρούσαν τους γέροντες και η εκκλησιά θα χτιζόταν εκεί που ήταν οι περισσότεροι. Κι έτσι οι Άγιοι Ανάργυροι χτίστηκαν στην αριστερή πλαγιά , δίπλα ακριβώς στο σπίτι της Δροσούλας.
Κι ήταν τότε η Δροσούλα δεκαοχτώ χρονών. Κι ήταν δροσιά γεμάτη, ίδια η άνοιξη, ανέμελη, πανέμορφη, ανέγγιχτο αγριολούλουδο δροσοσταλιές γεμάτο, αγγελούδα χωρίς φτερά, γλυκιά γαλανομάτα Παναγιά. Κι έγινε το χτίσιμο της εκκλησιάς σκοπός της. Και πήρε νόημα η ζωή της. Όλο το χωριό στο πόδι δίπλα στο σπίτι της. Όλοι δούλευαν ασταμάτητα. Να κουβαλήσουν πέτρες για το χτίσιμο, να σκάψουν θεμέλια, να κάψουν καμίνι για ασβέστη, να φέρουν πλάκες να τη σκεπάσουν, ξύλα για τη σκεπή, για τα κουφώματα, για τα στασίδια. Σ’ όλα μπροστά η Δροσούλα. Να βοηθήσει να ξεφορτώσουν τα μουλάρια, να παραμερίσει τα εμπόδια, να στοιβάξει τις πλάκες στην άκρη, να πετάξει ό,τι εμπόδιζε, να φέρει νερό για τους μαστόρους, να ψήσει καφέδες.
Η μάνα της τη μάλωνε. κορίτσι πράμα αυτή δεν έπρεπε να ανακατεύεται ανάμεσα στους άντρες. Τι θα έλεγε ο κόσμος. Θα της έβγαινε το όνομα κι ύστερα άντε να την κοιτάξει κανένας. Πού να τα ακούσει αυτά η Δροσούλα ! Έπαιρνε τη ρόκα της και πού την έχανες , πού την έβρισκες, στην εκκλησιά που χτιζόταν, στην εκκλησιά που την έβλεπε σαν δική της. Καθόταν εκεί με τις ώρες κι όταν δεν βοηθούσε κάπου σχεδίαζε πώς θα γέμιζε την αυλή της με λουλούδια, την αυλή της εκκλησιάς που την έβλεπε προέκταση της δικής της αυλής. Εκεί θα φύτευε μαντζουράνες, στη γωνιά κατιφάκια, δίπλα στον τοίχο γυφτσούλες. Εκεί, στην άκρη, μια καρυδιά να μεγαλώσει να κάθεται όλο το χωριό από κάτω, δίπλα στο ιερό μια συκιά, να τρώει κανένα σύκο ο παπάς να δροσίζεται κι από εδώ κι από εκεί, στις δυο μεριές της πόρτας της εκκλησιάς, δυο πασχαλιές να μοσχοβολούν τη Μεγάλη Παρασκευή και το Πάσχα και να στολίζουν τον επιτάφιο. Έπρεπε κιόλας ν’ αρχίσει, όπου μπορούσε, έτσι που όταν θα γινόταν η πρώτη λειτουργία να είναι στολισμένη η εκκλησιά και με λουλούδια Έκανε αυτά της τα όνειρα, έγνεθε και τραγουδούσε ταυτόχρονα για να ξεχνάν οι μαστόροι και τα μαστορόπουλα την κούρασή τους:
Το κέντημα είναι γλέντημα κι η ρόκα είναι σεργιάνι
κι αυτός ο δόλιος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη.
Όλοι χαίρονταν το τραγούδι της Δροσούλας. Μα πιο πολύ απ’ όλους το σοβαντζόπουλο, ο βοηθός του σοβαντζή, που την καλόβλεπε και δεν έχανε την ευκαιρία να τονίζει στη Δροσούλα, όποτε βρισκόταν κοντά της, προσπαθώντας να κερδίσει το θαυμασμό της, τη σπουδαιότητα της δουλειάς του. Ακούγοντας το τραγούδι της Δροσούλας έπιανε κι αυτός το δικό του τραγούδι:
Ο χτίστης είναι βάσανο κι ο μαραγκός μαράζι
κι αυτό το σοβαντζόπουλο όλα τ’ αποσκεπάζει.
Προηγουμένως βέβαια της είχε εξηγήσει ότι όλα τα λάθη του χτίστη με τους στραβούς τοίχους και όλα τα λάθη του μαραγκού, που δεν ταίριαζε τα κουφώματα ακριβώς στους τοίχους, μόνο ο σοβαντζής έρχεται να τα διορθώσει.
Και χτίστηκε η εκκλησιά. Κι οι μαντζουράνες και τα βασιλικά κι οι κατιφέδες κι οι γυφτσούλες ξεπετάχτηκαν και φούντωσαν κι άνθισαν και στόλισαν τη δεύτερη αυλή της Δροσούλας. Κουβάλησε πέτρες από το ρέμα κι έχτισε γύρω από τις βραγιές των λουλουδιών πεζουλάκια για προστασία. Κι ασβέστωσε και ξανασβέστωσε όλα τα πεζούλια της εκκλησίας. Κι άλλο δεν απόμεινε πια παρά ν’ ανθίσουν κι οι δυο πασχαλιές, στις δυο πλευρές της πόρτας, να συμπληρωθεί η ομορφιά, γιατί όπου να είναι ερχόταν η Πασχαλιά που θα πρωτολειτουργούσε η καινούργια τους εκκλησιά. Τίποτε άλλο δε σκεφτόταν η Δροσούλα.
Κάτι διαφορετικό προσπαθούσε να ξυπνήσει μέσα της η μάνα της, που είχε καταλάβει ότι το σοβαντζόπουλο την ήθελε, αφού, αν και πια δεν είχε δουλειά, όλο εκεί τριγύριζε κι ας ήταν το σπίτι του στην άλλη την πλαγιά του χωριού. Της πέταγε λοιπόν το δίστιχο:
Εκεί στην πέρα την πλαγιά βλέπω ένα λελέκι
θαρρώ είναι η αγάπη μου με τ’ άσπρο το γελέκι.
Τ’ άκουγε η Δροσούλα και κοκκίνιζε. Έκανε πως δεν καταλάβαινε. Κι όμως την ίδια τη στιγμή άλλαζαν οι σκέψεις της. Να, η ίδια ντυμένη στα άσπρα να βγαίνει από την εκκλησιά ανάμεσα στις δυο ανθισμένες πασχαλιές και δίπλα της το σοβαντζόπουλο με το άσπρο χρυσοκεντημένο γιλέκο.
Ώσπου έγινε το μεγάλο κακό. Ένας Τούρκος, περαστικός καβαλάρης, βρήκε μοναχή τη Δροσούλα στη βρύση να κουβαλάει νερό να ποτίσει τα λουλούδια της εκκλησιάς. . . .
Και σώπασε η Δροσούλα να τραγουδάει. Κι έμειναν απότιστες οι μαντζουράνες. Κι ούτε τη ρόκα για το σεργιάνι ξανάπιασε.                                Κλείστηκε μέσα στο σπίτι της να κλαίει για το κακό που τη βρήκε. Κι ούτε η μάνα της βγήκε ξανά στη γειτονιά. Και το σοβαντζόπουλο με το άσπρο το γιλέκο δεν έβρισκε να έχει κάποια δουλειά στην εκκλησία και δεν ξαναφάνηκε από εκεί. Κι ο πατέρας της Δροσούλας δεν ξαναπήγε στον καφενέ. Όλο στα χωράφια πήγαινε. Είχε δουλειές.
Νύχτα σε νύχτα έπαιρνε τα σοκάκια η δόλια η μάνα τη Δροσούλας, από γριά σε γριά του χωριού, να βρει βοτάνι να ρίξει από πάνω της την τουρκοσποριά. Κι όταν τέλος το βρήκε – από τη γριά τουρκάλα Κάντιω, ατιμασμένη και αυτή στα νιάτα της από τον Ντουχαντίπη – της ήρθε ο μεγάλος κεραυνός στο κεφάλι : Η Δροσούλα αρνιόταν να το πάρει. Ό,τι και να έγινε, μέσα της είχε μια ζωή και δεν μπορούσε να τη σκοτώσει. Κι ας ήταν και τουρκόσπαρτη. Τι θα έλεγε στην Παναγιά για το κακό που θα έκανε σε μια ψυχούλα; Πώς θα αντίκριζε τους Αγίους Αναργύρους που την κοίταζαν κατάματα όταν τους έστρωνε στο εικονοστάσι τους το κεντημένο με τα χέρια της άσπρο τσακόπανο με τα μπλε και κόκκινα σταυρουδάκια;
Η μάνα της έπεσε να πεθάνει. Τούρκος σωστός έγινε και ο πατέρας της, όταν τ’ άκουσε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς να πει τίποτε ούτε στη γυναίκα του – ποτέ του δεν είπε λέξη στη Δροσούλα, παρά μόνο να διατάξει – σαμάρωσε μια κατασκότεινη νύχτα το μουλάρι του, πήρε πισωκάπουλα τη Δροσούλα και τράβηξε για το αδιάβατο ρουμάνι της Παλιοξενιάς στον Κουκλιά. Τα χαράματα, χωρίς κανένας να πάρει είδηση, τον βρήκαν στο χωριό πάλι. Η γυναίκα του τον κοίταξε ερευνητικά στα μάτια κάτι να καταλάβει, μα δεν τόλμησε να τον ρωτήσει. Ύστερα από μήνες κάτι κατάλαβε. Δεν ξαναμίλησε. Βουβοί, σκυθρωποί, σκυμμένοι μόνιμα στη γη και οι δυο τους, δεν ξανακοιτάχτηκαν στα μάτια, δεν αντάλλαξαν σκέψεις, δεν ξαναμίλησαν για την υπόθεση αυτή. Είχαν απαλλαχτεί από τη ντροπή, δεν έβλεπαν το κακό, δεν το έβλεπαν κι οι άλλοι. Όλα βολεύτηκαν.
Το χωριό σιγοψιθύρισε στην αρχή, ικανοποίησε την περιέργειά του, έμαθε τι είχε γίνει, ησύχασε. Δεν ξαναμίλησε. Όλα τακτοποιήθηκαν, Τίποτε δεν μόλυνε το χωριό τους. Μπορούσαν να συνεχίσουν τις δουλειές τους.
Κι ήρθε κι η Πασχαλιά. Και πρωτολειτούργησε η καινούργια εκκλησία. Γιόρτασαν όλοι την Ανάσταση του Θεού της Αγάπης.                      Τίποτε δε θύμιζε το κακό. Φρόντισαν και ξερίζωσαν τα ξεραμένα πια λουλούδια της αυλής, πέταξαν τις ασπρισμένες πέτρες από τις βραγιές της ατιμασμένης, έβγαλαν και την καρυδιά. Ήταν και τα ασπρισμένα πεζούλια. Όμως αυτά χρειάζονταν να κάθονται. Δεν έπρεπε να τα χαλάσουν. Τα έβαψαν μόνο λουλακιά. Τη συκιά μονάχα άφησαν. Αυτή είναι δέντρο του Ιούδα, είπε ο παπάς, δεν πειράζει. Κόπηκαν κι οι δυο πασχαλιές στις δυο μεριές της πόρτας κι ας ήταν ολάνθιστες.

΄Ηταν και το σπίτι της ατιμασμένης, που ήταν δίπλα τους. Δεν μπορούσαν να το γκρεμίσουν αυτό. Ύψωσαν ένα τοίχο, ψηλό που τίποτε να μην φαίνεται από την εκκλησιά, και χώρισαν τα δυο προαύλια που η «αφορεσμένη» τα νόμιζε κιόλας δικά της. ΄Ολα είχαν τακτοποιηθεί πριν των Βαΐων και έτσι χάρηκαν ήσυχοι την Πασχαλιά.

 

Ο παπάς έβαλε το ζωγράφο, που έκανε τις εικόνες, και έγραψε στην πρόθεση της εκκλησιάς τα ονόματα των χωρικών να τα μνημονεύει. Δεξιά «τα πεθαμένα», αριστερά «τα ζωντανά». Πολύ λίγα ήταν. Χώρεσαν όλα. Της Δροσούλας δεν το έγραψαν. Δεν έπρεπε. Ήταν ατιμασμένη.

Τότε ήταν που η μάνα της ταράχτηκε. Κάτι της έλεγε ότι αυτό ήταν πάρα πολύ κακό ΄Ισως ήταν και οι τύψεις της για την τόση σιωπή της. Ο παπάς όμως ούτε ν’ ακούσει ήθελε. Διαμαρτυρήθηκε και ο δάσκαλος. Προσπάθησε να πει κάτι στον παπά. Κανένας δεν τον άκουσε. Να κοιτάξεις τα σχολιαρούδια σου, του μήνυσαν. Της Δροσούλας η μάνα από τότε, κάθε φορά που λειτουργούσε ο παπάς πήγαινε στην εκκλησιά και την ώρα που μνημόνευε τα ζωντανά ονόματα του χωριού έλεγε από μέσα της; «και της δούλης του Θεού Δροσούλας» και ησύχαζε. Είχε πιστέψει ότι, όπως τη βεβαίωσε και ο δάσκαλος, την άκουγε ο Θεός. Γιατί ο Θεός, μερικές φορές, ακούει τους απλούς ανθρώπους περισσότερο από όσο ακούει τους παπάδες.

Κι όλα πήγαιναν καλά, ώσπου κάποια μέρα πάλι τα νερά ταράχτηκαν. Στο χωριό έφτασε η Δροσούλα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά. Δεν άντεχε άλλο τις ταλαιπωρίες, νόμισε ότι είχε αρκετά πληρώσει το «σφάλμα» της και τόλμησε να γυρίσει. Μόνο που δεν την λιντσάρισαν. Πρόφτασε η μάνα της και την έκρυψε. Το «τουρκοσπόρι» όμως ούτε να το ιδεί . Κρυφά το τάιζε η Δροσούλα, κρυφά το χάιδευε. Χωνόταν σε μια γωνιά και με χίλιες προφυλάξεις άνοιγε λίγο το παράθυρο. Στην αυλή ούτε τολμούσε να το βγάλει . Οι πέτρες έρχονταν σωρό.

Κάποτε τόλμησε και ζήτησε από τον παπά να το βαφτίσει. Ούτε να το σκέφτεσαι ! της είπε. Πρέπει να έρθει ο πατέρας του να το ζητήσει και πάλι δεν μπορούσε να γίνει αν δεν ήταν και εκείνος βαφτισμένος. Φαρμακώθηκε η Δροσούλα . Το άλλο βράδυ, όταν όλοι χώθηκαν στα σπίτια τους, πήρε το μωρό της, δρασκέλισε στο προαύλιο της εκκλησίας, πλησίασε στο ιερό, κοντά στη μικρή συκιά, γονάτισε, έκανε τρεις φορές το σταυρό της, ανεβοκατέβασε το παιδί τρεις φορές, λέγοντας κάθε φορά «βαφτίζεται ο δούλος του Θεού Δημήτριος», ξανάκανε τρεις φορές το σταυρό της και κρυφά κρυφά σηκώθηκε να γυρίσει πίσω.
Από ψηλά το φεγγάρι βγήκε ολοφώτεινο δεξιά της εκκλησίας. Από τα μικρά ψηλά παραθύρια φαινόταν το φως των καντηλιών. Έκανε πάλι το σταυρό της, έσφιξε το Δημητράκη της στην αγκαλιά και χώθηκε στο σπίτι της. Κοίταξε το παιδί. Πάντα ήταν ήσυχο. Ποτέ δεν είχε ακουστεί το κλάμα του. ΄Ισως καταλάβαινε ότι έπρεπε να σωπαίνει για να προστατεύει τη μάνα του. Τώρα της χαμογελούσε και κουνούσε τα χέρια του. Το φίλησε κι αποκοιμήθηκαν κι οι δυο.
Τα χρόνια πέρασαν. Το παιδί δεν κρατιόταν άλλο μέσα. Είχε πάψει και το πετροβολητό στο παράθυρο. Το πήρε από το χέρι και βγήκαν στην αυλή. Ανήσυχη η Δροσούλα αλαφιαζόταν κάθε τόσο. Δεν έγινε τίποτε. Την άλλη μέρα πήγαν ως το προαύλιο της εκκλησιάς, όπου παίζαν τα άλλα μικρά. Δυο τρεις γιαγιάδες πήραν τα εγγονάκια τους και έφυγαν. Κάποια μάνα φώναξε τα δικά της να γυρίσουν σπίτι. ΄Εμειναν δυο μοναχά τους. Πλησίασαν, το έπιασαν από το χέρι και το περπάτησαν.                       Δάκρυσε η Δροσούλα. Γέμισε ευτυχία. Κι ο Δημήτρης γελούσε κι έτρεχε δίπλα τους ευτυχισμένος. Λίγο κράτησε αυτό. Πήραν είδηση οι μανάδες τους ! ΄Αδικα έτρεχε πίσω τους το «τουρκοσπόρι » να παίξει. Εκείνα έφυγαν γρήγορα γρήγορα.
Πάλεψε πολύ η Δροσούλα να μπάσει το παιδί της στη μικρή κοινωνία της Χαμάκως. Σκόρπισε την καλοσύνη γύρω της απλόχερα, έδειξε απέραντη υπομονή. Υπομονή πολλή έδειχνε κι ο Δημητράκης της. Σκορπούσε καλοσύνη κι αγάπη. Αδύνατον να τους δεχτούν. Κι αν κάπου κάπου η απέραντη καλοσύνη του παιδιού, τα πολλά του παιχνίδια και τα καμώματα, έκαναν κάποια χείλια να γελάσουν, το πολύ πολύ που του παραχωρούσαν ήταν να τον λένε Δροσουλή. Μα αυτό για πολύ λίγες στιγμές, γεμάτες ευτυχία για τον ίδιο και για τη μάνα του. Αρκούσε το παραμικρό να γίνει ξανά «Τουρκοσπόρι» και ακόμα «Τουρκοσποριάς του κερατά». Κι όταν το φαρμάκι περίσσεψε πια πολύ και δεν αντεχόταν, ούτε από τη μάνα ούτε από το γιο, πήραν οι δυο τους το δρόμο κι έφυγαν μακριά.
Πέρασαν πια πολλά χρόνια. Η Δροσούλα είχε βρει παρηγοριά πάλι στην Εύβοια, στο μοναστήρι που την είχε δεχτεί και την πρώτη φορά κι όπου είδε το φως τούτου του κόσμου το παιδί της. Ο ηγούμενος αναγνώρισε το βάφτισμα που είχε κάνει η Δροσούλα. Φρόντισε ο ίδιος και το παιδί απόκτησε και επώνυμο και γράφτηκε στα χαρτιά: Δημήτριος Δροσόπουλος, από το Δροσούλα.
Τα χρόνια περνούσαν. Η Χαμάκω ήταν πολύ μακριά, ακόμη και στη μνήμη. Κι όμως και η Δροσούλα και ο γιος της την είχαν στην καρδιά τους. Κάτι τους έσπρωχνε να γυρίσουν πίσω πάλι. Η Δροσούλα δεν είχε ακόμη προσκυνήσει στην εκκλησιά του χωριού. Δεν την είχαν αφήσει. Το ίδιο και ο γιος της. Τούτη τη φορά θα γύριζαν οριστικά. ΄Ηταν βέβαιοι και οι δυο. Εξάλλου έπρεπε να βρει το σπιτικό του ο γιος της, που είχε κάνει δική του οικογένεια. Το σπίτι της την περίμενε έρημο. Οι γονείς της είχαν πεθάνει,
Πάλι αναστάτωση στο χωριό. Τούτη τη φορά αλλιώτικη. Δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν: «Ο Τουρκοσποριάς του κερατά» ερχόταν στο χωριό τους να παπαδέψει. ΄Εγινε, λέει, χριστιανός, έγινε παπάς κι ερχόταν στο χωριό τους σταλμένος από το Δεσπότη, τώρα που το χωριό δεν είχε παπά. Τ’ άκουγαν και σώπαιναν. Κουνούσαν το κεφάλι. Κάποιες γριές έπιαναν το κεφάλι τους, έσκυβαν και χώνονταν στα σπίτια τους μουρμουρίζοντας.
Να τους που φάνηκαν. Μπροστά ένας παπάς, δίπλα του μια όμορφη κοπέλα, η παπαδιά, και πίσω, σέρνοντας το μουλάρι φορτωμένο, η Δροσούλα. Στην αμηχανία τους, ίσως και στη ντροπή τους, κάποιοι τρύπωσαν στα σπίτια τους, μερικοί οι νεότεροι, που δεν είχαν λόγο να κρυφτούν, έτρεξαν να τους καλωσορίσουν. Τα μικρά, αθώα και άσχετα, έτρεξαν να φιλήσουν το χέρι του παπά. Η Δροσούλα δάκρυσε. Κι ήταν για πρώτη φορά τα δάκρυά της αλλιώτικα.

Οι τρεις τους τράβηξαν για την εκκλησία. Η νεωκόρος έτρεξε να τους δώσει τα κλειδιά. Ο παπάς άφησε τις δυο γυναίκες έξω και τρύπωσε στην εκκλησιά. ΄Εβγαλε ένα ψιλό πινέλο και ένα κουτί μαύρη μπογιά και πριν απ’ όλα συμπλήρωσε στα ονόματα της πρόθεσης : Δροσούλας, Δημητρίου ιερέως, Ελένης. ’Υστερα φώναξε μέσα τη μάνα του και την παπαδιά. ΄Ηρθαν και δυο τρεις γριούλες. Διάβασε εσπερινό ο παπάς και άρχισε να μνημονεύει τα ονόματα, όλα με τη σειρά και τελευταία: Δροσούλας, Δημητρίου ιερέως, Ελένης. Πάλι δάκρυσε η Δροσούλα και δεν έλεγε να σταματήσει.

Την Κυριακή πρωί πρωί, χτύπησε το σήμαντρο. Χαμακιώτες και Χαμακιώτισσες, με ανάμικτα, ακαθόριστα, πρωτόγνωρα αισθήματα έφτασαν στην εκκλησιά τους. Τα πεζούλια κάτασπρα, φρεσκοασβεστωμένα. Λίγες πέτρες περιόρισαν μια προχειροφτιαγμένη βραγιά με φρεσκοφυτεμένα λουλούδια.
Μέσα στην εκκλησιά ο «Τουκοσποριάς», «το Τουρκοσπόρι», «ο Δροσουλής», ο παπα – Δημήτρης τούς λειτουργούσε. ΄Αφωνοι και σκυφτοί παρακολουθούσαν. ΄Ακουσαν τον παπά τους να του εξηγεί το Ευαγγέλιο. Μιλούσε για την αγάπη. Κι όλοι άκουγαν προσεκτικά. Τους είπε ότι ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους και δεν ξεχωρίζει κανέναν.
Στο τέλος, τους μοίρασε το αντίδωρο. Και δεν έμεινε αδάκρυτος κανένας, όταν έσκυβαν να πάρουν το αντίδωρο και φιλούσαν το χέρι. κι εκείνος που τόσο πετροβολητό είχε φάει, άπλωνε τώρα το χέρι του πάνω από το κεφάλι του καθένα, τον ευλογούσε και του έδινε το αντίδωρο.
Βγήκαν έξω, χωρίς να μιλάν. Περίμεναν τον παπά να καταλύσει και να βγει. ΄Ενιωθαν την ανάγκη κάτι για τα παλιά να τους πει! ΄Επρεπε να ξαλαφρώσουν. Μα τίποτε.. Ο παπάς τους μίλησε για άλλα πράγματα. Για το σχολείο που δεν είχαν. Ο ίδιος ήταν και δάσκαλος. Θα έκανε στα παιδιά μάθημα προσωρινά στο ένα δωμάτιο του σπιτιού του. ΄Υστερα θα έχτιζαν άλλο σχολείο μεγάλο.
Η Δροσούλα και η νύφη της έφεραν καφέδες για όλους. ΄Επειτα πήγε πίσω από το ιερό. Έκοψε λίγα σύκα από τη συκιά, που την είχε φυτέψει στα νιάτα της να δροσίζεται ο παπάς., και πρόσφερε σ’ όλους. Και στον παπά !
Ξαναφύτεψε κατιφέδες και βασιλικούδια στην αυλή και δυο πασχαλιές δεξιά και αριστερά στην πόρτα. Ξαναφύτεψε και μια καρυδιά στο ίδιο μέρος. Όλα της τα σχέδια είχαν πραγματοποιηθεί. Άνθισαν με τα χρόνια κι οι δυο πασχαλιές ξανά και στόλισαν την είσοδο της εκκλησιάς, εκεί που ονειρευόταν τον εαυτό της ντυμένο στ’ άσπρα δίπλα στο σοβαντζόπουλο. Δεν τον είδε όμως ποτέ της.
Είκοσι χρόνια μετά, εβδομήντα χρονών γριά πια, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με το σοβαντζόπουλο, γέρο κι αυτόν, κι έμειναν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε αγκαλιασμένοι χτυπώντας τις πλάτες ο ένας του άλλου με νόημα, βλέποντας να βγαίνουν πιασμένα χέρι-χέρι η εγγονή της Δροσούλας κι ο εγγονός του σοβαντζόπουλου, ανάμεσα στις ανθισμένες πασχαλιές. Κι ήταν πάλι Πασχαλιά !

Ἡ προδρομικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς ἵδρυσης καὶ τῆς ἑδραίωσης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος
Ἡ προδρομικὴ ἀτμόσφαιρα
τῆς ἵδρυσης καὶ τῆς ἑδραίωσης
τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ
Βασικὸ καὶ θεμελιακὸ στοιχεῖο τοῦ σημαντικοῦ ἔργου καὶ τῆς συνολικῆς προσφορᾶς τοῦ Νικολάου Γιαννοπούλου ἀποτελεῖ ἡ ἵδρυση τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ.
Ἄν και ἡ ἐπίσημη ἵδρυσή της ἔγινε στις 28 Ἀπριλίου 1896, ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ, τόσο ὡς μία συγκροτημένη ὁμάδα πνευματικῶν, φιλάρχαιων καὶ φιλίστορων ἀτόμων του Ἁλμυροῦ, ὅσο καὶ ὡς περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα καὶ κοινωνικὴ ἀνάγκη δημιουργίας της, ὑπῆρξε ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια πρίν.
Ἡ δραστηριοποίηση κάποιων ἀτόμων γιὰ τὴ διάσωση καὶ διαφύλαξη τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς καὶ τῶν οἰκτρῶς λεηλατημένων, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πεντακοσιόχρονης ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, καταλοίπων τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ, τοῦ ἑλληνιστικοῦ καὶ τοῦ βυζαντινοῦ παρελθόντος τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁλμυροῦ, ἡ ὁποία βρισκόταν ἀναγκαστικὰ «ἐν «ὑπνώσει», ἐνεργοποιήθηκε ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση κατὰ τὸ 1881.
Ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τίτλο ὑπῆρχε καὶ πρὶν τὸ 1896. Δὲν γνωρίζουμε ἀρκετὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν προδρομικὴ αὐτή της ὕπαρξη. Διασώθηκε ὅμως ἕνα ἀποτύπωμα τῆς σφραγίδας της, ἡ ὁποία, ἀντί του κατοπινοῦ καὶ τωρινοῦ ἐμβλήματός της, «τοῦ Φρίξου ἐπὶ τοῦ κριοῦ μετὰ τῆς λέξεως ΑΛΕΩΝ», εἶχε ὠς ἔμβλημα τὴν «Ἰτωνία Ἀθηνᾶ μετὰ τῆς λέξεως ΑΧΑΙΩΝ».
Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος μὲ ἀνακοινώσεις του στις ἐφημερίδες γνωστοποιοῦσε κάθε νέα ἀνακάλυψη ἀλλὰ καὶ καταστροφὴ εὑρημάτων ἀρχαιολογικοῦ ἐνδιαφέροντος προσπαθώντας να κινήσει τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἁρμοδίων τοπικῶν καὶ κρατικῶν παραγόντων. Τὰ περισσότερα σχετικά δημοσιεύματα τῶν ἐφημερίδων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρουσιάζονται ὡς ἀνταποκρίσεις «ἐξ Ἁλμυροῦ» καὶ «ἀνταποκριτὴς» εἶναι ὁ Νικόλαος Γιαννόπουλος, ἄν καὶ οἱ ἐφημερίδες, γιὰ λόγους ἐνίσχυσης τοῦ κύρους των καὶ τῆς αὐτάρκειάς των, δὲν δημοσίευαν πάν τοτε τὸ ὄνομά του.
Θὰ παραθέσουμε στὴν συνέχεια μερικὰ μόνο, γιὰ λόγους οἰκονομίας χώρου, ἀπὸ τὰ πάμπολλα σχετικὰ δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα θεμελιώνουν καὶ στηρίζουν τὴν ἄποψή μας αὐτὴ καὶ καθορίζουν τὴν «προδρομικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς ἵδρυσης καὶ τῆς ἑδραίωσης τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ». Τὰ περισσότερα ἀπὸ ταὰ δημοσιεύματα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἀνταποκρίσεις ποὺ στέλνονται ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γιαννόπουλο.
«Ἐν Βόλῳ αἱ τελευταῖαι βροχαὶ παρασύρασαι τὸ χῶμα ἀγροῦ τινος κειμένου δυτικῶς τῶν ἀρχαίων Παγασῶν ἐν τῇ θέσει Μπουρμπουλήθρα, ἀπεκάλυψαν σωρείαν τάφων μεταξὺ τῶν ὁποίων εὑρέθησαν καὶ δέκα ἀμφορεῖς. Τοὺς πλείστους αὐτῶν ἔθραυσαν οἱ χωρικοί, νομίσαντες ὅτι ἐγκρύπτουσι θησαυροὺς καὶ ἀπεκόμισαν οἴκοι».
«Ἐκομίσθη εἰς Βῶλον πλάξ, ἀνευρεθεῖσα ἐν Ἁλμυρῷ, διαστάσεων δὲ μήκους 156 ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου καὶ πλάτους 46, οὖσα ἐπιγεγραμμένη καὶ κατὰ τὰς δύο αὐτῆς ὄψεις. Ἡ πλὰξ αὕτη ἀνήκει εἰς τοὺς μακεδονικούς, ὡς νομίζεται, χρόνους καὶ ἀναγράφεται ἐν αὐτῇ ψήφισμα καθ’ ὃ ρητῶς ἀναφέρονται πολλὰ ὀνόματα ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν δούλων ἐλευθερωθέντων».
«Ὁ ἐν Βώλῳ εἰσαγγελεὺς κ. Σπανίδης πληροφορηθεὶς ὅτι εἰς τὸ χωρίον τοῦ Ἁλμυροῦ Κοκοτοὺς εὑρίσκετο κεκρυμμένον ἀνάγλυφόν τι, μετέβη ἐκεῖ καὶ κατέσχεν αὐτό. Τὸ ἀνάγλυφον, πλὰξ τάφου, εὑρίσκετο ἔμπροσθεν τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωρίου, χρησιμεῦον ὡς πεζούλα, ὅτε ἰδών τις αὐτὸ ὑπέδειξε τοῖς ἐπιτρόποις τὴν ἀξίαν του. Οὗτοι δὲ πρὸς ἑξασφάλισιν ἔρριψαν αὐτὸ ἐν τῇ ὀστεοθήκῃ τῆς ἐκκλησίας ὁπόθεν τὸ ἐξήγαγεν ὁ εἰσαγγελεὺς.
Ἐπὶ τῆς πλακὸς ἐφαίνετο ἵππος θυμοειδὴς τρέχων ἀπὸ ρυτῆρος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἱππεὺς ἀσκεπὴς καὶ γυμνόπους, διὰ μὲν τῆς ἀριστερᾶς κρατεῖ τὰ ἠνία διὰ δὲ τῆς δεξιᾶς τὴν χαίτην. Ἀπὸ τῶν ὤμων του κυματίζει ἀνεμούμενον μέρος τοῦ μανδύου του ὡς ἐπινώτιον ἱππέως, κάτω παρακολουθεῖ τρέχων κύων ἐστραμμένην ἔχων τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸν ἵππον καὶ ἔμπροσθεν φαίνεται δένδρον. Ἄνω δὲ καὶ ἀριστερὰ φαίνεται ἡ ἐπιγραφή: ΑΒΙΣΟΝΑΣ ΙΜΒΡΟΤΟΥ ΗΡΩΣ ΧΡΗΣΤΕ ΧΑΙΡΕ».
«Κύριε συντάκτα τῆς Νέας Ἐφημερίδος,
Ἐπληροφορήθην ὅτι ἐν τῇ πατρίδι τοῦ Ῥήγα ἐνεργοῦνται ἰδιωτικαὶ ἀνασκαφαὶ πρὸς εὕρεσιν ὀγκολίθων. Ἐπειδὴ εἶχον ἀνάγκην νὰ μελετήσω τὴν τοπογραφίαν μετέβην ἐκεῖ στεφθεὶς ὑπὸ λαμπρᾶς ἐπιτυχίας. Ἡ σκαπάνη ἐξήγαγεν εἰς φῶς τρία τιμαλφὴ τῆς ἀρχαιότητος.
Τὸ πρῶτον εἶνε εὐμεγέθης ἐπιτύμβιος στήλη ἐφ” ἧς ἀναγινώσκονται τὰ γράμματα: ΣΩΤΗΡΙΧΕ ΘΕΟΔΩΡΟΥ … ΕΙΔΕ ΣΩΤΗΡΙΧΟΥ καὶ κατωτέρω: ΗΓΗΣΑΝΔΡΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΙΡΕ.
Τὸ δεύτερον εἶνε πλὰξ ἐπιτύμβιος, ἀλλὰ μικροτέρου σχήματος φέρουσα ἐν τοξοειδεῖ κοιλώματι προτομὴν νεανίου καὶ παρακατιὼν τὰ γράμματα: ΘΕΟΔΩΡΕ ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΟΥΣ ΧΑΙΡΕ.
Τὸ τρίτον μοί φαίνεται τὸ κάλλιστον τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρεθέντων μνημείων τῆς ἀρχαιότητος. Εἰς μέγεθος ὀλίγον τοῦ φυσικοῦ ἀπολειπόμενον εἶνε ἀναγεγλυμμένη νεαρὰ γυνὴ κρατοῦσα ἐν μὲν τῇ ἀριστερᾷ μικρὸν κάτοπτρον, τὴν δὲ δεξιὰ τείνουσα εἰς πυξίδα, ἵνα λάβῃ ἀντικείμενον καλλωπισμοῦ. Τὴν πυξίδα, μυροθήκην, φέρει μικρὰ θεραπαινίς, μόλις τὸ κάλυμμα ἀνοίξασα νὰ δεχθῇ νέον παράγγελμα. Ἡ κεφαλὴ τῆς γυναικὸς μόλις ἅπτεται τοῦ διαζώματος, ὅπερ χρησιμεύει ὡς βάσις τοῦ κατὰ μέγα μέρος τεθραυσμένου ἀετώματος· ἥ τε κεφαλὴ καὶ τὸ ἐπίλοιπον σῶμα σῴζονται σχεδὸν εὐτυχῶς ἀβλαβῆ καὶ αἱ λεπτόταται τοῦ χιτῶνος καὶ τοῦ ὀλίγου κατωτέρω τῆς ὀσφύος καθήκοντος ἱματίου πτυχαί, διακρίνονται κάλλιστα. Τὰ κειμήλια ταῦτα τοῦ Ἀδμήτου καὶ Ἰάσονος μένουσιν ἤδη ἐρριμένα εἴς τινα γωνίαν τῆς δημαρχίας.
Ἐν Βελεστίνῳ τῇ 4 Ἰανουαρίου 1893.
Χρ. Βαλαμουτόπουλος».
«Ἐν τῷ χωρίον Γεντιτζὲκ τοῦ δήμου Ἁλμυροῦ ἀνεσκάφησαν ὑπὸ βλαχοποιμένων ἀρχαῖοί τινες τάφοι. Ἐν αὐτοῖς ἀνευρέθησαν ὀστᾶ, ἐντὸς δὲ τοῦ στόματος ὀβολοὶ φέροντες γράμματα δυσανάγνωστα ἕνεκα τῆς φθορᾶς τοῦ χρόνου. Ἐκτὸς τούτων ἀνευρέθησαν καὶ ἀρχαῖα πήλινα ἀγγεῖα μετὰ παραστάσεων νεκρικῶν. Δυστυχῶς τὰ ἀγγεῖα ταῦτα ἐθραύσθησαν παρὰ τῶν ποιμένων διότι ἐπίστευον, ὅτι ἐν αὐτοῖς θὰ εὕρισκον θησαυρούς».
«Ἀγγέλλεται ἐκ Βόλου ὅτι εἰς τὸ χωρίον Ἀκκέτουλι τοῦ Ἁλμυροῦ γεωργὸς ἐνῷ ἀνέσκαπτε τὸν ἀγρόν του εὗρεν κεφαλὴν φυσικοῦ μεγέθους ἀρίστης ἀρχαίας ἑλληνικῆς τέχνης, ἐκ λευκοῦ μαρμάρου. Ἡ κεφαλὴ ἔκλινε πρὸς τὰ δεξιά, ἡ δὲ ρίς, τὸ στόμα, ὁ πώγων, οἱ κρόταφοι καὶ τὸ δεξιὸν οὖς εἶνε ἐφθαρμένα, καὶ τὸ μέτωπον αὐτῆς κατεστράφη κατά τι ὑπὸ τοῦ ὑνίου τοῦ ἀρότρου.
Ἐν τῷ αὐτῷ χωρίῳ ἕτερος χωρικὸς εὗρε κομψὸν χάλκινον ἀγαλμάτιον τοῦ Ἀπόλλωνος ὕψους 0,08 μ., ὅπερ εὐτυχῶς διατηρεῖται κάλλιστα, μόνον τῆς παλάμης τῆς δεξιᾶς χειρὸς οὔσης κατεστραμμένης.
Ἀνθρακεῖς τινες ὡσαύτως ἀνεκάλυψαν ἐν τῇ θέσει «Τζουργάτου βρύση» ἀρχαῖον τάφον καὶ ἐν αὐτῷ χάλκινον ἐγχειρίδιον μετ’ ἐγγλυφῶν».
«Ὁ ἀστυνόμος Ἁλμυροῦ κ. Γ. Κυριαζῆς, τῇ ὑποδείξει τοῦ κ. Ν. Ι. Γιαννοπούλου, διέταξε τὸν ὑπαστυνόμον τοῦ δήμου Πλατάνου, ὅστις μεταβὰς κατέσχε ἐν τῷ χωρίῳ Κωφοῖς εὑρισκομένην ἐν τῇ οἰκίᾳ Γ. Καζῆ ἀρχαίαν ἐνεπίγραφον πλάκα, σὺν ἄλλοις ἀρχαίοις ἀντικειμένοις, καὶ μετήνεγκεν αὐτὰ εἰς τὸ κατάστημα τῆς ἀστυνομίας Πλατάνου.
Τὴν ἐνεπίγραφον ταύτην πλάκα εἶχεν ἐπισκεφθῆ καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Ν. Ι. Γιαννόπουλος καὶ εἶχε δημοσιεύσει τὸ κείμενον αὐτῆς ἐν τῷ «Bulletin de Correspondance Hellénique».
Τῇ παρελθούσῃ δὲ Κυριακῇ ὁ κ. Ν. Γιαννόπουλος, παραλαβὼν καὶ τὸν Ἀθ. Σπυριδάκην μετέβησαν ἐπὶ τόπου καὶ ἀνέγνωσαν τὴν προκειμένην ἐπιγραφήν, ἔλαβον δὲ μεθ’ ἑαυτῶν καὶ ἐκτυπώματα ἐπὶ χάρτου, ἅπερ ὁ κ. Ν. Γιαννόπουλος θ’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς πρὸς πληρεστέραν διευκρίνησιν αὐτῆς.
Τὸ ἐνδιαφέρον λοιπὸν ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιγραφῆς εἶνε νὰ γνωρίσωμεν τοὺς θεσσαλικοὺς τούτους μῆνας καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἐν αὐτῇ στρατηγῶν, ὡς καὶ τὸν χρόνον τῆς στρατηγίας αὐτῶν».
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πρώτη μορφὴ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ τῆς ὁποίας ἡ σφραγίδα εἶχε ἔμβλημα τὴν «Ἰτωνία Ἀθηνᾶ» και τὴν ἐπιγραφὴ «ΑΧΑΙΩΝ» ὑπῆρξαν καὶ ἄλλες προσπάθειες τοῦ Νικολάου Γιαννοπούλου γιὰ τὴν ἵδρυση ἑνὸς σωματείου ποὺ θὰ ὑποστήριζε τὶς δραστηριότητές του:
«Ἁλμυρὸς 15 Νοεμβρίου 1895.
Πρὸ μηνὸς συνέστη ἐνταῦθα Προοδευτικὸς Σύλλογος ὁ «Ἀχιλλεὺς» τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν κ. κ. Εὐσταθίου Καλτσέτα, Νικολάου Γιαννοπούλου καὶ ἄλλων. ὁ ἀρτισύστατος οὗτος σύλλογος κύριον σκοπὸν προέθετο τὴν περισυλλογὴν τῶν ἀνὰ τὸν Ἁλμυρὸν πολλῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τὴν ἵδρυσιν γυμναστηρίου».
Τελικὴ κατάληξη ὅλων τῶν παραπάνω προσπαθειῶν ἦταν ἡ ἵδρυση τῆς Φιλαρχαίου Ἐταιρείας Ἁλμυροῦ, στὶς 28 Ἀπριλίου 1896, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ μέχρι την ἐποχή μας, ἐπὶ 120 χρόνια νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ δραστηριοποιεῖται:
«Συνέστη ἐν Ἁλμυρῷ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία, σκοποῦσα τὴν περισυναγωγὴν καὶ διάσωσιν τῶν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ ἀρχαιοτήτων, ὧν, πλείστων ἀνευρισκομένων, μόλις ἐλάχισται διαφεύγουσι τὸν ὄλεθρον ἢ τὴν ἀπεμπόλησιν.
Ἡ Ἑταιρεία, σκοποῦσα ἔργα νὰ ἐπιδείξῃ καὶ οὐχὶ λόγια, ὑπέβαλε πρὸ πολλοῦ τὸ ἐξ 8 μικρῶν ἄρθρων καταστατικόν της εἰς τὸν κ. Νομάρχην Λαρίσσης, ἵνα ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν.
Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ ἁρμόδιοι δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τῆς χώρας, διασῴζοντες πολύτιμα κειμήλια, τὰ ὁποῖα βλέπομεν ἀποκρυπτόμενα, ἀπεμπολούμενα ἢ καταστρεφόμενα ὑπὸ τῶν ἀμαθῶν, ἂς προσέλθῃ τοὐλάχιστον ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, διασῴζουσα ὅ,τι ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ἀνευρίσκεται».
Ἔτσι, ὑπὸ τὸν ἐπίσημο καὶ ἀναγνωρισμένο νομικῶς πλέον μανδύα τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ἁλμυροῦ συνεχίστηκαν οι δραστηριότητες τοῦ Νικολάου Γιαννοπούλου:
«Κατ’ Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τρέχοντος ἔτους ἐν τῇ θέσει «Μπάδη» τῆς Γούρας ἀσβεστοποιοὶ ἀνεκάλυψαν προϊστορικὸν τύμβον κωνοειδοῦς σχήματος, ὅμοιον περίπου τῷ ἐν Διμηνίῳ τοῦ Βόλου ἀνακαλυφθέντι οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
Τὸ οἰκοδόμημα ἔφερε ὀπὴν δίκην θύρας, κεκλεισμένην διὰ μεγάλου ἐπιμήκους λίθου. Ο νεκρικὸς θάλαμος ἔφερεν ὀστᾶ ἐν τῷ μέσῳ, διάφορα κοσμήματα χρυσᾶ ἢ ἀργυρᾶ, δακτυλίους τινάς, δακρυχόας, δηλ. ἀγγεῖα πήλινα ἐζωγραφημένα καλλιτεχνικώτατα καὶ ἄλλα τινὰ σύμβολα ἱερὰ δίκην σπονδυλίων, διάτρητα φέροντα ἱερογλυφικά τινα γράμματα καὶ παραστάσεις καὶ ὅμοια μὲ τὰ ἐν Τροίᾳ ὑπὸ Σχλῆμαν ἀνακαλυφθέντα, δι’ ὧν εἰκονίζεται ἡ λατρεία τοῦ πυρός, τῆς γλαυκώπιδος Ἀθηνᾶς, τοῦ ἡλίου κλπ.
Ὁ ἀστυνόμος εἰδοποιηθεὶς δὲν προσῆλθεν ἐπὶ τόπου, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ καὶ φυλάξῃ τό οἰκοδόμημα καὶ τ’ ἀνακαλυφθέντα ἀντικείμενα. Στρατιῶται τινές παρατυχόντες τὰ μὲν ἀγγεῖα κατέθραυσαν, τὰ δὲ ὀστᾶ διεσκόρπισαν, τὰ δὲ χρυσᾶ ἢ ἀργυρᾶ κοσμήματα παρέλαβον αὐθαιρέτως, οἱ δὲ ἀσβεστοποιοὶ μετέβαλον τὸν ὑποχθόνιον τοῦτον τύμβον εἰς ἀσβεστοκάμινον!
Δυστυχῶς τότε ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία «Ὄθρυς» ἐν Ἁλμυρῷ ἦτο ἐν τῷ σχηματίζεσθαι, μὴ προλαβοῦσα νὰ διασώσῃ αὐτά. Μόλις μαθοῦσα τὴν σύλησιν καὶ καταστροφὴν τοῦ μνημείου τούτου ἔρρηξε κραυγὴν ὀδύνης, πάραυτα δὲ ἔγραψεν εἴς τε τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν γνωστοποιοῦσα τἀνωτέρω, ἀλλὰ δυστυχῶς κατόπιν ἑορτῆς».
«Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας γράφουσιν ἐξ Ἁλμυροῦ, ὅτι ὑπὸ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος» ἀνευρέθη παρὰ τὰς Φθιώτιδας Θήβας, ἐντὸς ἀγροῦ, ποὺς λέοντος λαμπρᾶς τέχνης, ἀκολούθως δὲ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τοῦ λέοντος εἰς φυσικὸν μέγεθος, ἄνευ ὅμως κεφαλῆς καὶ ποδῶν.
Ἡ Φιλάρχαιος αὕτη Ἑταιρεία δὲν παύει ἐργαζομένη, ἀνεῦρε δὲ κατ’ αὐτὰς ἐκτὸς τοῦ λέοντος καὶ δύο λίθους ἐνεπιγράφους, κιονόκρανον μέγα κορινθιακοῦ ρυθμοῦ καὶ δύο κίονας μονολίθους, τῶν ὁποίων ὁ μὲν μεγάλης, ὁ δ’ ἕτερος μικροτέρας ἀξίας.
Ἐκτὸς τούτου παρὰ τὸν λόφον Ζερελίων ἀνεῦρον μέλη τῆς Ἑταιρείας τάφους τοῦ Δ΄ π.Χ. αἰῶνος. Παρὰ τὸν λόφον τοῦτο ἀνευρέθησαν καὶ σπονδύλια λίθινα καὶ πήλινα καὶ δύο μικραὶ πήλιναι καὶ διάτρητοι πυραμίδες».
«Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα σπουδαῖον ἀρχαιολογικὸν εὕρημα ἀνευρέθη ἐν τῷ χωρίῳ Τσιγγέλι ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου αὐτοῦ κ. Ἀργ. Βασιλάκου, ἀνασκάπτοντος ἔν τινι ἀγρῷ.
Εὑρέθη κεφαλὴ μαρμαρίνη ὑπερφυσικοῦ μεγέθους ἐκ λευκοτάτου μαρμάρου, κεκαλυμμένη ὄπισθεν διὰ καλύμματος καὶ φέρουσα γένειον. Συμπεραίνεται ὅτι εἶναι κεφαλὴ ἀγάλματος τοῦ Λαφυστίου Διός, μετενεχθεῖσα ἐκ τῶν ἐρειπίων τῆς Ἄλου εἰς τὸν βυζαντιακὸν Ἁλμυρὸν. Μετηνέχθη ὑπὸ τῶν κ. κ. Δ. Πανοπούλου, σχολάρχου καὶ Ν. Γιαννοπούλου εἰς τὸ ἐν Ἁλμυρῷ Μουσεῖον».
«Ἡ ἐν Ἁλμυρῷ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία «ἡ Ὄρθρυς», ἱδρύθη τῷ 1896 ὑπὸ ὁμάδος φιλαρχαίων. Τάχιστα ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν αὐτῆς ἀνῆλθεν εἰς 50. Ἡ Ἑταιρεία ἐξέδωκε δύο τεύχη τοῦ περιοδικοῦ αὐτῆς, ὑπὸ τὸν τίτλον «Δελτίον τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας Ὄρθρυος».
Ἐκτὸς τούτων συνεκέντρωσε περὶ τὰ 850 νομίσματα ἀρχαῖα, πολλὰ ὀρειχάλκινα, λίθινα, κοσμητικοὺς λίθους, ἐπιγραφάς, σφραγίδας, ἐντάφια κοσμήματα, βυζαντινὰ ἀντικείμενα, ἔγγραφα ἀρχαῖα καὶ βιβλιοθήκην περιλαμβάνουσαν 500 βιβλία, ὧν 20 χειρόγραφα.
Ἡ Ἑταιρεία ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὴν παγκόσμιον ἔκθεσιν τῶν Παρισίων ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ τμήματος αὐτῆς κυρίου Beuleau. Εἰς δὲ τὸ παγκόσμιον λεξικὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ εἰς Παρισίους καὶ τὸ ὁποῖον θ’ ἀφορᾶ ὅλην τὴν πνευματικὴν κίνησην τῆς ὑφηλίου θὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ ἐν Ἁλμυρῷ Ἑταιρεία.
Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον παρήγορον φαινόμενον ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ ἐν Ἁλμυρῷ συλλόγου εἶνε ἡ ἐκπολιτιστικὴ ἐπίδρασις αὐτοῦ ἐπὶ τῶν χωρικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν νὰ αἰσθάνωνται ἀγάπην πρὸς τὰ πολύτιμα κειμήλια τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς καὶ νὰ ἐκτιμοῦν τὴν μεγάλην αὐτῶν σπουδαιότητα καὶ ἀξίαν. Τώρα οἱοσδήποτε χωρικὸς μόλις εὕρῃ ἕν νόμισμα ἀρχαῖον, ἢ πλάκα ἐνυπόγραφον, ἢ ἀγαλμάτιον ἢ ὅ,τι ἄλλο ἔχον σχέσιν μὲ τὴν ἀρχαιολογίαν σπεύδει ἀμέσως καὶ τὸ παραδίδει αὐθορμήτως εἰς τὴν Ἑταιρείαν».
«Τῆς ἐν Ἁλμυρῷ Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος» ὁ πρόεδρος κ. Ε. Βαρβαρέζος ἐξαπέστειλεν ἀνὰ τὴν Ὄθρυν δι’ ἀρχαιολογικὰς μελέτας τὸν γραμματέα τῆς Ἑταιρείας κ. Ν. Ι. Γιαννόπουλον. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰς τὸ προεδρεῖον ὑποβληθείσης ὑπ’ αὐτοῦ ἐξάγεται, ὅτι ὁ κ. Γιαννόπουλος μετέβη εἰς Γοῦραν καὶ ἀντιγράψας πολλὰς ἐκκλησιαστικὰς ἐπιγραφὰς καὶ σημειώσεις χειρογράφους ἀνεκάλυψε τριῶν ἀρχαίων πόλεων ἀγνώστων τὰ ἐρείπια, μὴ περιγραφόμενα ἐν τοῖς τοπογραφικοῖς συγγράμμασι τῶν τε ἡμετέρων καὶ ξένων.
Ἐπίσης ὁ κ. Γιαννόπουλος ἀνεκάλυψε τὰ ἐρείπια δύο μονῶν βυζαντιακῶν, ὧν τὰ παρὰ τὴν Γοῦραν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Ἁγ. Θεοδώρους εἰς Κρομπούς. Μεταβὰς εἰς Ἀβαρίτσαν εὗρε μίαν στήλην ἐνεπίγραφον ἀνέκδοτον, ἐν ᾗ ἀναγράφονται πράξεις ἀπελευθερώσεως δούλων καὶ ἀναφέρονται καὶ ὀνόματα μηνῶν, ὧν δύο εἶνε ἐντελῶς ἄγνωστα εἰς τὸ μηνολόγιον τῆς Θεσσαλίας, ἐπιχωριάζοντα, φαίνεται, ἐν Μελιταίᾳ καὶ τοῖς πέριξ.
Πᾶσαι δὲ αἱ μέχρι τοῦδε ἀνευρεθεῖσαι ἐπιγραφαὶ κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων κτιστῶν καὶ ἐτέθησαν εἰς οἰκοδομὰς νεωτέρας! Διὸ καὶ οὐδεμίαν τῶν ὑπὸ τῶν περιηγητῶν δημοσιευθεισῶν ἐπιγραφῶν ἀνεῦρεν ἐν τῷ τόπῳ ὁ κ. Γιαννόπουλος. Μόνον δὲ μία τεθειμένη ὡς ὑπόβαθρον τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἔν τινι μονυδρίῳ ὑπερκειμένῳ τοῦ χωρίου ἐσώθη χάρις εἰς τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου!
Ὁ δήμαρχος Μελιταίας ἐπρότεινεν εἰς τὸ συμβούλιον καὶ τοῦτο ἐψηφίσατο ἵνα ἀντικατασταθῇ τὸ σλαυϊκὸν ὄνομα Ἀβαρίτσα διὰ τοῦ ἑλληνικοῦ Μελιταία, παράδειγμα ἀξιομίμητον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δήμους».
«Ὁ Ν. Γιαννόπουλος, μεταβὰς εἰς Πλάτανον δι’ ὑπόθεσίν του, ἀνεῦρε ἔν τινι κελλίῳ σεσαθρωμένῳ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ὀγκόλιθον ὀρθογώνιον φαιοῦ χρώματος φέροντα ἐπιγραφὴν ἐκ τριῶν στίχων. Τοῦτο ἀνήγγειλεν αὐθημερὸν εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐνταῦθα Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄρθυς», ἐπιδεικνύμενος συνάμα καὶ τὸ ἀντίγραφον τῆς ἐπιγραφῆς, ὅπερ ἐπὶ τόπου ἔλαβε, καὶ ὅπερ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναγνώσῃ, τῶν στοιχείων μὴ ὄντων ἑλληνικῶν».
«Ὁ ἐπιμελητὴς τῶν ἐν Ἁλμυρῷ ἀρχαιοτήτων κ. Δ. Πανόπουλος, σχολάρχης, ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ὁ περιοδεύων σύμβουλος τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρείας «Ὄθρυος» ἀνεκάλυψεν ἐν Νταμπεγλὶ τοῦ Δήμου Φερῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ Ἀποστόλου Μπελιτσιώτου ἀνάγλυφον γυναικός.
Ὁ ἀστυνόμος Φερῶν συνεπείᾳ διαταγῆς μεταβὰς κατέσχεν αὐτὸ καὶ ἐκόμισεν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα.
Ὁ αὐτὸς περιοδεύων ἑταῖρος τῆς Ἑταιρείας «Ὄθρυος» ἀνεκάλυψεν ἐν Φεραῖς καὶ ταῖς Φθιώτισι Θήβαις ἐπιτυμβίους ἐπιγραφάς».
«Εἰς θέσιν Μάρμαρα τοῦ χωρίου Γενιτζὶκ ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ Ραφαὴλ Κόττας ἐνήργησεν ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἀρχαιολογικὰς ἀνασκαφὰς ἐν τοῖς ἐρειπίοις παναρχαίου ἑλληνικοῦ ναοῦ, ἔνθα ἀνευρέθησαν κοσμήματα ἐξ ὑέλου, ἐλεφαντόδοντος καὶ χαλκοῦ ἰδίως δὲ γυναικεῖα, ἀναγόμενα ὡς καὶ τὰ συντρίμματα κεράμων καὶ ἀγγείων, εἰς προϊστορικὴν ἐποχήν».
«Ἡ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία Ἁλμυροῦ, ἀθορύβως βαδίζουσα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῆς, ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ 215 ἀρχαῖα νομίσματα ἀργυρᾶ καὶ χαλκᾶ, 27 λίθινα ἀντικείμενα, ὧν 15 ἐπιγραφαὶ ἑλληνικαὶ καὶ μία φοινικική, πτηνὸν τῆς λιθίνης ἐποχῆς (4000 ἐτῶν), 20 χαλκᾶ ἀντικείμενα, ὧν πολλὰ ὁμοιώματα ἀνθρώπων, ζῴων καὶ πτηνῶν, καὶ ὅπλα καὶ βέλη, 18 πήλινα ἀντικείμενα, ἤτοι λύχνους, ληκύθους, ἀνάγλυφα καὶ ἀγαλμάτια, κτλ., 7 βυζαντιακὰ λίθινα, ὧν 3 ἐνεπίγραφοι βυζαντινοὶ λίθοι, 21 διάφορα ἀντικείμενα, ἐκκλησιαστικὰ σκεύη κλπ., 4 νεώτερα τῆς ἱστορίας καὶ ἐθνολογίας, 102 ἔγγραφα, ὧν σπουδῆς ἄξιον τὸ τοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως Γρηγορίου Ε΄».
«Τὰ κατὰ τὸ 1901 σπουδαιότερα προσκτήματα τῆς ἐνταῦθα Φιλαρχαίου Ἑταιρίας «Ὄθρυος» εἶνε τὰ ἑξῆς:
1) Μία ἐπιγραφὴ, περὶ ἧς ἱκανῶς ἠσχολήθη ὁ ἡμέτερος καὶ ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος. 2) Ἓν πτηνὸν λιθίνης ἐποχῆς (4000 περίπου ἐτῶν) εὑρεθὲν ἐν Φθιώτισι Θήβαις. 3) Ἓν χαλκοῦν νόμισμα τοῦ Κοινοῦ τῶν Θεσσαλῶν. 4) Μία ἐπιτύμβιος ἐπιγραφὴ ἐκ τοῦ Μεσαιωνικοῦ Ἁλμυροῦ, φέρουσα ὡς παράστασιν ἑπτάφωτον λυχνίαν ἐκ τῆς ἑβραϊκῆς ἱστορίας. 5) Μία ἐπιγραφὴ τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων, εὑρεθεῖσα ἐν Καρατζαταγλί. 6) Ἓν μαχαίριον λιθίνης ἐποχῆς. 7) Ἓν ἔγγραφον τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄. εἰς τὸν Λαρίσσης Πολύκαρπον καὶ 8) Ἓν ἔπος περὶ τῆς πτώσεως τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ, μήπω ἐκδοθέν».
«Ἐν ταῖς διαφόροις περιηγήσεσιν ἡμῶν καὶ ἐπιτοπίοις μελέταις ἀνεύρομεν οὐκ ὀλίγας ἀκροπόλεις, ὧν ὀλίγας θέσεις σημειούμεθα:
1) Ἐν Ζερελίοις λίμναις καὶ Καρατζαταγλὶ λιθίνης περιόδου 5 ἀκροπόλεις συνεχεῖς· ἐνταῦθα θετέον ἴσως τὴν Ἴτωνα· 2) ἐν ταῖς ἀμπέλοις Ἁλμυροῦ λιθίνης περιόδου ἀκρόπολις· 3) ἐν τῇ Ἀϊδινιώτικῃ Μαγούλᾳ· 4) ἐν τῇ παρὰ τὸ Κετὶκ ἀκροπόλει· 5) ἐν τῇ παρὰ τὸ Τουρκομεσλί· 6) ἐν τῇ παρὰ τὸν Μπᾶς μύλον καὶ 7) ἐν τῇ παρὰ τὸν Τεκέμπας παρὰ τὸ Ἀϊδίνιον. Ἐπίσης ἐν Ρηνὶ τοῦ δήμου Σκοτούσης καὶ Τσαγγλί, τοῦ αὐτοῦ δήμου».
«Ὁ ἐν Ἁλμυρῷ ἐπιμελητὴς τῶν ἀρχαιοτήτων, μεταβὰς εἰς τὸν Δῆμον Κρεμαστῆς Λαρίσσης, ἀνεῦρεν ἓν ἀνάγλυφον ἔν τινι ἐρημικῷ ἐκκλησιδίῳ, μεταξὺ τῶν ἐρειπίων τῆς Κρεμαστῆς Λαρίσσης καὶ τοῦ χωρίου Ἄγναντη. Τὸ ἀνάγλυφον τοῦτο, ἀποτελοῦν μέρος ἀρχαίας ζῳοφόρου ἑλληνικοῦ ναοῦ ἔνθα ἐπὶ τόπου καὶ κίονες καὶ ἄλλοι λίθοι κεῖνται, εἶχον κοινὴν σκοποβολὴν οἱ ποιμένες κτυπῶντες αὐτὸ διὰ λίθων, οὕτως ὥστε εἶχον καταστήσει ἐκ τῶν κτυπημάτων ἐντελῶς ἀγνώστους τὰς ἐπ’ αὐτοῦ εἰκονιζομένας τρεῖς μορφάς. Τοῦτο ὁ ἐπιμελητὴς μετήνεγκεν εἰς Ἁλμυρὸν καὶ ἐτοποθέτησεν ἐν τῷ μουσείῳ τῆς Φιλαρχαίου Ἐταιρείας «Ὄθρυος».
Ἐπίσης ἀνεῦρε καί τινας ἐπιγραφάς, ἃς ἐλλείψει εἰδικοῦ χάρτου δι’ ἔκτυπα, ἐπεφυλάχθη ἐν δευτέρᾳ ἐκδρομῇ νὰ μεταφέρῃ ἢ ἀντιγράψῃ. Ἔλαβεν ὅμως τὸ ἔκτυπον μιᾶς βυζαντιακῆς ἐπιτυμβίου ἐπιγραφῆς ἐντετειχισμένης ἐπὶ τῆς Α. ἁψῖδος τοῦ βυζαντιακοῦ ναοῦ τοῦ χωρίου Γάβριανης».
«Ἡ ἐν Ἁλμυρῷ Φιλάρχαιος Ἑταιρεία «Ὄθρυς», ἐνθαρρυνθεῖσα ἐκ τῆς ἀνευρέσεως διαφόρων ἐπιγραφῶν βυζαντιακῶν, ἔκρινεν εὔλογον ὅπως συγκεντρώσῃ καὶ τὰ λοιπὰ γλυπτὰ βυζαντιακῆς τέχνης διεσκορπισμένα ἔν τε τῇ πόλει καὶ ἀλλαχοῦ.
Ἡ συστηματικὴ ἐξερεύνησις τῶν βυζαντιακῶν μνημείων ἄρξεται ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, τὰ δὲ πορίσματα αὐτῆς θέλει ἐκθέσει ἐν τῷ τεύχει τοῦ Δελτίου αὐτῆς.
Εὐχῆς δ’ ἔργον ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν ἡ αὐτὴ φρντὶς ἐλαμβάνετο καὶ ὑπ’ ἄλλων σωματείων ἐν ἄλλαις πόλεσι, Ὑπάτῃ, Τρικάλοις, Τυρνάβῳ κ.τ.λ., ἔνθα πολλαὶ βυζαντιακαὶ ἀρχαιότητες ὑπάρχουσιν».
«Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον, ἐκτιμῶν τὴν δρᾶσιν καὶ ἐπιμέλειαν περὶ τ’ ἀρχαῖα τῶν κατοίκων Ἁλμυροῦ, διέταξε ἵνα μετενεχθῇ εἰς Ἁλμυρὸν ἀρχαία τις ἐπιγραφὴ τῆς Μελιταίας. Ἑνετείλατο δὲ τῷ ἐπιμελητῇ τῶν ἐν Ἁλμυρῷ ἀρχαιοτήτων νὰ συγκεντρώσῃ εἰς Ἁλμυρὸν τὰς τῶν δήμων Φερῶν καὶ Σκοτούσης ὑπαρχούσας ἀρχαιότητας».
«Μετηνέχθησαν σήμερον εἰς τὴν ἐν Ἁλμυρῷ ἀρχαιολογικὴν συλλογὴν ἕτεραι τρεῖς ἐνεπίγραφοι πλάκες ἐκ Φερῶν. Ἀγγέλλεται δὲ ὅτι ἱκαναὶ ἐπιγραφαὶ ἀνευρέθησαν ὑπὸ τῶν χωρικῶν εἰς τὰ ἐρείπια τῶν Φθιωτίδων Θηβῶν».
«Οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Ἁλμυροῦ ἀνεκάλυψαν δύο ἐπιτυμβίας ἐπιγραφὰς ἔν τισιν οἰκίαις ἐν Ἁλμυρῷ, ἃς καὶ ἐδωρήσαντο τῇ «Φιλαρχαίῳ Ἑταιρείᾳ».
Ὁ ἐπιμελητὴς τῶν ἐνταῦθα ἀρχαίων μετέβη εἰς τὸν Δῆμον Σκοτούσης καὶ ἐκόμισεν ἐνταῦθα ἐπιγραφάς τινας καὶ ἀνάγλυφόν τι ρωμαϊκὸν».
«Περὶ τοῦ Μουσείου τῆς Ὄθρυος, δι’ ὃ πολλὰ ὀφείλονται τῇ Ἑταιρείᾳ ἡ «Ὄθρυς» καὶ τῷ κ. Γιαννοπούλῳ ὡς καὶ τῷ ἐπιμελεστάτῳ κ. Σχολάρχῃ καὶ ἐπιμελητῇ ἀρχαίων Δ. Πανοπούλῳ καὶ τῷ Α. Σπυριδάκῃ, ὁ κ. Τσούντας εἶπεν, ὅτι τιμᾷ τὴν Θεσσαλίαν, ὂν τὸ μόνον ἐν ταύτῃ συντεταγμένον».
«Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διέταξεν ἵνα ἐκ τῶν κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς τοῦ ἐν Σέσκλῳ τοῦ Βόλου προϊστορικοῦ συνοικισμοῦ εὑρεθέντων ἀντικειμένων δώσῃ καὶ εἰς τὴν ἐνταῦθα ἀρχαιολογικὴν συλλογὴν ἐξ ὅλων τῶν εἰδῶν. Ταῦτα ἐκόμισε προχθὲς τῇ 15 Αὐγούστου ὁ ἐπιστάτης ἐπὶ τῶν ἀνασκαφῶν καὶ παρέδωκεν εἰς τοὺς ἐπιμελητὰς καὶ τὸν πρόεδρον τῆς Ἑταιρείας Ὄθρυος κ. Ε. Βαρβαρέζον».
«Δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἀνακαλύπτεται ἀρχαία τις ἐπιγραφὴ ἐν Ἄκετσι παρὰ τὰ ἐρείπια τῶν Φθιωτίδων Θηβῶν. Οὕτω κατ’ αὐτὰς νέα ἐπιγραφὴ ἀνεκαλύφθη ἀναθηματική, ἠκρωτηριασμένη δυστυχῶς. Ὡς ἐκ τῶν γραμμάτων δείκνυται εἶναι ἔργον τοῦ Δ΄ π. Χ. αἰῶνος.
Μόλις δὲ ἐκομίσθη αὕτη εἰς Ἁλμυρόν, νέα εὕρεσις ἐπιγραφῆς ἀνηγγέλθη καὶ αὖθις εἰς τὸν ἐν Ἁλμυρῷ ἐπιμελητὴν τῶν ἀρχαιοτήτων, ἥτις εἰσέτι δὲν μετηνέχθη ἐνταῦθα.
Καὶ ἐνῷ ἐν Ἄκετσι ἀνακαλύπτονται συχνάκις ἐπιγραφαί, πλεῖσται τοιαῦται ἀνεκαλύφθησαν καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Δομοκοῦ καὶ τῇ τῶν Φαρσάλων, καθ’ ἃ ἀναγγέλλουσιν ἐκεῖθεν τῷ ἐπιμελητῇ τῶν ἀρχαιοτήτων ἐν Ἁλμυρῷ.
Πόσον λαμπρά, πόσον ὠφέλιμος τῇ ἐπιστήμῃ ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως Φιλαρχαίου Ἑταιρείας ἐν Ἁλμυρῷ! Πόσαι ἐπιγραφαὶ σῴζονται νῦν, ἐνῷ βεβαιότατα θὰ ἀπώλοντο ἀπαρατήρητοι!».
«Κατὰ διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας μετέβη πρὸ ἡμερῶν εἰς Ἁλμυρὸν ὁ ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων κ.Τσούντας καὶ ἔκαμεν ἔναρξιν τῶν ἀνασκαφῶν εἰς τὴν Ἀϊδινιώτικην Μαγούλαν πρὸς ἀνακάλυψιν προϊστορικοῦ συνοικισμοῦ».
Ὅλη ἡ παραπάνω ἀτμόσφαιρα τῆς γενικῆς ἀναγνώρισης τοῦ πρωτοποριακοῦ ἔργου ποὺ ἐπιτελούνταν σὲ μία μικρή, ἄγνωστη καὶ ἀσήμαντη ἐπαρχιακή πόλη τῆς Θεσσαίας, μὲ πρωτεργάτη, ἕναν ἐντελῶς ἄγνωστο ἀλλὰ φωτισμένο «ἱεραπόστολο», εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα μία πρωτοφανῆ στὴ σύλληψή της καὶ κυρίως στὴν ὑλοποίησή της, για ἐκείνη την ἐποχὴ ἀπόφαση:
«Ἀπεφασίσθη ἡ ἀνέγερσις ἐν Ἁλμυρῷ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φυλαχθοῦν αἱ διεσκορπισμέναι τῇδε κἀκεῖσε ἀρχαιότητες, αἱ ὁποῖαι ἀνευρέθησαν κατὰ διαφόρους ἐποχάς».
Ἔτσι μόνο δημιουργοῦνται τὰ μεγάλα ἔργα, ὅπως τὸ «ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΕΙΟΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΛΜΥΡΟΥ».

Ἡ μοναστικὴ δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἡ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας (μέρος εικοστό πέμπτο)

Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

Ἡ  ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας (ἤ Παναγίας Ξενιᾶς)

(συνέχεια απο τα προηγούμενα)

Ἡ ἀρχὴ δύο νέων ξεχωριστῶν ἱστοριῶν (β΄ μέρος)

  1. Ἵδρυση  «Ἀνδρώας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς»

Ἡ κατὰ τὸν παραπάνω τρόπο μετατροπὴ τῆς «Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» σὲ γυναικεία δημιούργησε μερικὰ προβλήματα. Οἱ ἄνδρες μοναχοί, οἱ ὁποῖοι μέχρι τὴν παραπάνω μετατροπὴ ἀνῆκαν καὶ μόναζαν στὴ Μονὴ αὐτὴ, ἔπρεπε νὰ καταταχθοῦν καὶ ὑπαχθοῦν σὲ κάποια ἄλλη μονή.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀποφασίστηκε ἡ ἵδρυση μιᾶς ἄλλης μονῆς, ἀνδρώας. Ὡστόσο ἡ ὑπόθεση παρέμεινε σὲ ἐκκρεμότητα ἐπὶ τρία χρόνια. Ἡ σύσταση τῆς συμβολαιογραφικῆς πράξης τοῦ 1961, τὴν ὁποία ἀναφέραμε προηγουμένως, ὑποδηλώνει ὅτι ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑπάρχει ἡ «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς».

Ἡ ἵδρυση ἄλλης μονῆς, ἀνδρώας, πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 45855 ἀπόφαση τῆς 5 Μαΐου 1962 τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τῆς σχετικῆς αὐτῆς ὑπουργικῆς ἀπόφασης, ὅπως δημοσιεύθηκε στὸ δεύτερο τεῦχος του 174 Φ.Ε.Κ. τῆς   18 Μαΐου 1962, προκειμένου νὰ κάνουμε τὰ ἀπαραίτητα σχόλια:

«Ἀριθ. 45855 καὶ 45856

Περὶ ἱδρύσεως Ἱερῶν Μονῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Νόμου 671/1943, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 26/30.3.1959 γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου καὶ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 1122/4.4.62 καὶ 1165/9.4.62 προτάσεις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος, περιελθούσας ἡμῖν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 886/367/19.4.62 καὶ 903/370/19.4.62 ἐγγράφων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποφασίζομεν:

Ἱδρύομεν τὰς κάτωθι Ἱερὰς Μονὰς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ο.Δ.Ε.Π.: 1) Ἀνδρώαν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν, Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς, καὶ 2) Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν ἐν Μακρυνίτσῃ Βόλου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νέος».

Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Μαΐου 1962

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ»

 

Τὸ γεγονὸς τῆς δημοσίευσης τῆς παραπάνω ὑπουργικῆς ἀπόφασης εἶχε ὡς τελικὸ ἀποτέλεσμα, γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως, νὰ ὑπάρχουν δὺο ἀναγνωρισμένες μονὲς μὲ βασικὸ κοινὸ συστατικὸ στοιχεῖο τῆς προσωνυμίας τους τὸ «Ξενιά» καὶ μὲ μία καὶ ἑνιαία κτιριακὴ καὶ κτηματικὴ περιουσία.

Ὡστόσο, ὅμως, ὅπως ἡ γυναικεία «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» εἶχε μία ἀστήρικτη,  ἀδικαιολόγητη καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενη στὴν πραγματικότητα ὀνομασία, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω, ἔτσι καὶ ἡ νεοϊδρυμένη «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» ἔλαβε μὲ τὴν ἱδρυτικὴ της πράξη μία ὀνομασία ἐπίσης ἀστήρικτη ἱστορικὰ καὶ δεοντολογικά, παντελῶς ἀδικαιολόγητη καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενη στὴν πραγματικότητα.

Πρώτη καὶ βασικὴ ὑπέρβαση καὶ παραποίηση τῆς ὑπάρχουσας πραγματικότητας εἶναι τὸ κύριο μέρος τῆς ὀνομασίας: «Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς». Δὲν γνωρίζουμε ποιοὶ λόγοι ὁδήγησαν στὴν ἐπιλογὴ τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ τμήματος τῆς ὀνομασίας. Γεγονός, ὡστόσο, εἶναι ὅτι ἡ ὀνομασία αὐτὴ δὲν ἔχει καμία σχέση οὔτε μὲ τὴν πραγματικότητα, οὔτε μὲ τὴν ἱστορία τῆς Μονῆς, οὔτε μὲ τὴν ὑπερχιλιόχρονη τοπικὴ παράδοση καὶ τὸ παρελθόν της. Οὐδέποτε ἀναφέρθηκε ἤ χρησιμοποιήθηκε ἡ ὀνομασία «Ζωοδόχος Πηγή» γιὰ τὸ Μοναστήρι αὐτό.

Δεύτερη ὑπέρβαση, ποὺ γίνεται καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, εἶναι καὶ πάλι ἡ προσθήκη τῆς προσωνυμίας «Ξενιά». Ἡ ὀνομασία «Ζωοδόχος Πηγὴ Ξενιᾶς» δὲν ὑπῆρξε ποτὲ γιὰ τὸ Μοναστήρι αὐτὸ καὶ δὲν χρησιμοποιήθηκε. Τὰ δύο συνθετικὰ τῆς ὀνομασίας τμήματα, «Ζωοδόχος Πηγὴ» καὶ «Ξενιὰ», δὲν συνδέονται μὲ κανένα τρόπο οὔτε ἱστορικά, οὔτε παραδοσιακὰ μὲ τὴ συγκεκριμένη Μονή. Οὔτε ὑπῆρξε ποτὲ στὸ Μοναστήρι αὐτό μία «κειμηλιακὴ εἰκόνα» «Ζωοδόχου Πηγῆς» ὥστε νὰ δίνει τὸ δικαίωμα μιᾶς παρόμοιας ὀνοματοσίας.

Ἡ  ὀνοματοδότρα εἰκόνα τῆς «βρεφοκρατούσας» «Παναγίας Ξενιᾶς» δὲν ἔχει κάποια εἰκονογραφικὴ σχέση μὲ τὴν  παραδοσιακὴ ἀπεικόνιση τῆς «Ζωοδόχου Πηγῆς». Ἡ ἱστορία καὶ τὸ ὑπερχιλιόχρονο παρελθὸν τῆς Μονῆς αὐτῆς δὲν δίνουν καμία δυνατότητα ὥστε νὰ μποροῦν νὰ συνυπάρχουν, συμπληρωματικὰ μεταξύ τους, σὲ μία καὶ τὴν αὐτὴ ὀνομασία τὸ «Ζωοδόχος Πηγὴ» καὶ τὸ «Ξενιά».

Περιττὸς, βεβαίως, στὴ συγκεκριμένη ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ, εἶναι καὶ ὁ τοπικὸς προσδιορισμὸς «Ἄνω», ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη μονὴ ὁμώνυμος Μονὴ ποὺ νὰ λέγεται «Κάτω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς». Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ «Ἀνδρώα», ἐνσωματωμένο στὴν ὀνομασία του, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἄλλη ὁμώνυμος «Γυναικεία» μονή.

Πέραν ἀπὸ τὶς παραπάνω παρατηρήσεις πρέπει νὰ ἀναφέρουμε καὶ ἕνα ἄλλο γεγονὸς ποὺ δημιουργεῖ νέους προβληματισμούς. Στὶς 5 Μαΐου 1962, σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω ὑπουργικὴ ἀπόφαση ἱδρύθηκε ἡ «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς». Ὡστόσο δύο μῆνες περίπου πρίν, στὴν ὑπ’ ἀριθμ. 12678/21-3-1962 συμβολαιογραφικὴ πράξη τοῦ συμβολαιογράφου Γεωργίου Παπαδοπούλου, παρουσιάζεται νὰ εἶναι καὶ νὰ ὑπογράφει ὡς ἡγούμενος τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ Μονῆς Ξενιᾶς, «κατοικῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, ἐκπροσωπῶν ἐν προκειμένῳ τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς καὶ δι’ αὐτὴν συμβαλλόμενος ἐν τῷ παρόντι, ἐξουσιοδοτηθεὶς πρὸς τοῦτο δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 56/15 Μαρτίου 1962 ἀποφάσεως τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς».

 

 

  1. Μετατροπὴ τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» σὲ ἀνδρώα

Ἡ γυναικεία «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς», ποὺ δημιουργήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 1959, ὕστερα ἀπὸ μετατροπὴ τῆς μέχρι τότε ἀνδρώας, ὑπῆρξε, ἔχοντας τὴν παραπάνω ὀνομασία, ἐπὶ τέσσερα χρόνια, μέχρι καὶ τὸ 1963.

Στὶς 19 Ὀκτωβρίου τοῦ 1963, μὲ ἀπόφαση τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, ποὺ ἐκδόθηκε ὕστερα ἀπὸ τὴν ὑπ’  ἀριθμὸν 2146/757/23.9.1963 πρόταση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία πρόταση στηριζόταν στὴν ὑπ’ ἀριθμόν Δ.Υ./14.9.1963 πρόταση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, ἡ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος» μετατράπηκε καὶ πάλι εἰς ἀνδρώαν.

Μία πρώτη ἀπαραίτητη παρατήρηση καὶ ἀναγκαία διευκρίνιση εἶναι ὅτι ἄν καὶ ἡ ὑπουργικὴ ἀπόφαση ἀναφέρεται σαφῶς σὲ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι πασιφανὲς ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν ἱδρυθεῖσα τὸ 1959 «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς». Δὲν ὑπῆρχε «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ὥστε νὰ μετατραπεῖ σὲ ἀνδρώα. Ὑπῆρχε μόνο ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς».

Ὡστόσο, ἡ νέα αὐτὴ μετατροπή, παρὰ τὸ παραπάνω παρατηρούμενο ἀνακόλουθο τῶν διαφορετικῶν ἀνύπαρκτων ὀνομασιῶν, διέκοψε τὸ τετράχρονο διάλειμμα κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ὑπῆρξε ὡς γυναικεία μονή.

Θὰ μποροῦσε, λοιπόν, ἡ ἐπαναμετατροπὴ αὐτὴ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἐπανέφερε τὴν ὑπερχιλιόχρονη ἱστορία, ποὺ εἶχε διακοπεῖ, παρουσιάζοντας ἕνα κενὸ τεσσάρων χρόνων, στὴν γνώριμη ροὴ καὶ μορφή της. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ γίνει αὐτὴ ἡ παρατήρηση ἀφοῦ πλέον, μετὰ τὴν παραπάνω μετατροπή, ὑπῆρχαν δύο ἀνδρῶες μονές μὲ ὀνομασίες στὶς ὁποῖες κυρίαρχο, οὐσιαστικὸ καὶ καθοριστικὸ στοιχεῖο τῆς προσωνυμικῆς ταυτότητάς τους, ἦταν τὸ «Ξενιά».

Ἔτσι παρουσιάζονται νὰ ὑπῆρχαν, ἔστω τυπικά, γιατὶ οὐσιαστικὰ ἦταν ἐκτὸς πραγματικότητας, ταυτόχρονα δύο μονές, σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες καὶ ἰσχύουσες ὑπουργικὲς ἀποφάσεις, δημοσιευμένες στὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἱδρυμένη στὶς 18 Μαΐου 1962 «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» καὶ ἡ ἐξ (ἀνα)μετατροπῆς τῆς «Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» εἰς «ἀνδρώαν», «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἄν καὶ καμία ἀπὸ τὶς δύο δὲν εἶχε σωστὴ καὶ ἀνταποκρινόμενη στὴν πραγματικότητα ὀνομασία. Τὸ κύριο καὶ βασικό συστατικὸ στοιχεῖο «Κοίμησις τῆς Θεοτόκου» ἀπουσιάζει ἐντελῶς.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τῆς σχετικῆς ὑπουργικῆς ἀπόφασης:[1]

«Ἀριθ. 103815/108128

Περὶ μετατροπῆς εἰς ἀνδρώαν τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ εἰς γυναικείαν τῆς ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου – Κορησσοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καστορίας.

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Νόμου 671/1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», τὰς ὑπ’ ἀριθ. 2146/757/23.9.1963 καὶ 2216/775/24.9.1963 προτάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στηριζομένας ἀντιστοίχως εἰς ὁμοίας ὑπ’ ἀριθ. Δ.Υ./14.9.1963 τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος καὶ Δ.Υ./23.9.1963 τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Καστορίας καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 29/30.3.1959 γνωμοδὀτησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, ἀποφασίζομεν:

Μετατρέπομεν τὴν Γυναικείαν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς ἀνδρώαν καὶ τὴν ἀνδρώαν Ἱερὰν Μονὴν  Ἁγίου Νικολάου τῆς κοινότητος Ἁγίου Νικολάου – Κορησσοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καστορίας εἰς γυναικείαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς τοῦ Ο.Δ.Ε.Π. ἐπιβαρύνσεως.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ὀκτωβρίου 1963

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΙΩΑΝ.  ΣΟΝΤΗΣ».

Ἡ παραπάνω ἀπόφαση «περὶ μετατροπῆς εἰς ἀνδρώαν τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος» κοινοποιήθηκε «πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος» στὶς 4 Δεκεμβρίου 1963, μὲ τὸ ἑξῆς ἔγγραφο τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων»:

«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Ἐν Ἀθήναις τῇ 4  – 12  – 1963

Ἀριθ. πρωτ. 103815/108128

Πρὸς τὸν Σεβ. Μητροπολίτην Δημητριάδος

Εἰς Βόλον

Θέμα: Κοινοποίησις δημοσιευθείσης ἀποφάσεως μετατροπῆς εἰς ἀνδρώαν τῆς Ἱ. Μονῆς Ξενιᾶς.

Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ ταὐταρίθμου ὑπουργικῆς ἀποφάσεως ἐκδοθείσης κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου 671/1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» τὴν 19/10/63 καὶ δημοσιευθείσης ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 493 Φ.Ε.Κ. (τεῦχος Β΄) τὴν 2/11/63 μετετράπη ἡ γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς τῆς καθ’ ὑμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως εἰς ἀνδρώαν τοιαύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ο.Δ.Ε.Π.

Ὁ Τμηματάρχης Θρησκευμάτων

Δ. ΚΟΛΟΒΟΠΟΥΛΟΣ»

 

  1. Μετατροπὴ τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς» σὲ γυναικεία

Τὸ παραπάνω συνεχῶς μετατρεπόμενο καθεστὼς τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς» μετατράπηκε, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, ὕστερα ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1970.

Ἡ νέα μετατροπή, τούτη τὴ φορά, πραγματοποιήθηκε ὄχι πλέον μὲ ἁπλὴ ὑπουργικὴ ἀπόφαση, ἀλλὰ μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖο ἐκδὸθηκε «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων» Κωνσταντίνου, ὑπογράφηκε ἀπὸ τὸν ἀντιβασιλέα Γεώργιο Ζωϊτάκη καὶ προσυπογράφηκε ἀπὸ τὸν ἁρμόδιο «ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργὸ» Νικήτα Σιώρη.

Τὸ Βασιλικὸ Διάταγμα ἦταν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 686 τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1970 καὶ περιλάμβανε ἕνα καὶ μόνο ἄρθρο: «Μετατρέπομεν τὴν ἀνδρῶαν Ἱερὰν Μονὴν Ξενίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς Γυναικείαν τοιαύτην».

Τὸ Διάταγμα δημοσιεύθηκε στὸ πρῶτο τεῦχος τῆς Ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως[2] καὶ ἐκδόθηκε «προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργοῦ».

Τὴ φορὰ αὐτή, ἐπὶ πλέον, ἡ νέα μετατροπὴ στηριζόταν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σχετικὲς διατάξεις τοῦ «Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» καὶ τὶς σύμφωνες γνῶμες τῆς «Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» καὶ τοῦ «Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος», καὶ στὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 582/1970 γνώμη τοῦ «Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».

Ὡστόσο καὶ αὐτὴ τὴ φορά, παρ’ ὅλη τὴν ἐπισημότερη διαδικασία ποὺ ἀκολουθήθηκε,  ἀφοῦ στηρίχθηκε καὶ σὲ σύμφωνο γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπῆρξαν καὶ πάλι λάθη, ἴσως τούτη τὴ φορὰ ἐσκεμμένα, – καὶ πιστεύω χωρίς καμία ὑπεύθυνη ἐπίσημη εἰσήγηση – στὴν ὀνομασία τοῦ Μοναστηριοῦ.

Τὸ Μοναστἠρι ὀνομάζεται, αὐθαίρετα καὶ καταχρηστικά, «Μονὴ Ξενίας» ἀντὶ τοῦ καθιερωμένου «Μονὴ Ξενιᾶς». Φαίνεται  ὅτι κάποιοι «αὐθεντίζοντες», διαγράφοντας δικτατορικὰ τὴν ὑπερχιλιόχρονη λαϊκὴ παράδοση καὶ τὴν γλωσσοπλαστικὴ λαϊκὴ σοφία, θέλησαν νὰ ἐνισχύσουν νομοθετικὰ καὶ νὰ καθιερώσουν ἐπισήμως τὴν ἄποψη ὅτι τὸ «Ξενιὰ» εἶναι λάθος καὶ   ἀπρεπὲς καὶ ὅτι τὸ σωστὸ εἶναι «Ξενία», ὅπως ὁ «Ξένιος Ζεύς».

Ἐπειδὴ δὲ, ἴσως, τὸ «Παναγία Ξενία» δὲν τοὺς φαινόταν εὔηχο παρέλειψαν καὶ τὸ «Παναγία» καὶ τὸ «Ἱερὰ» καὶ ἀντὶ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενίας», ὀνόμασαν τὸ Μοναστήρι  ἁπλὰ «Μονὴ Ξενίας», δηλαδὴ «Μονὴ Φιλοξενίας»!.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τοῦ σχετικοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος:

«Β. ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’  ΑΡΙΘ. 686

Περὶ μετατροπῆς τῆς ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς Γυναικείαν τοιαύτην.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει: 1) Τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 10 παράγρ. 3  περίπτ. ΙΕ΄ καὶ 33 παράγρ.  4 τοῦ Ν. Δ/τος ὑπ’ ἀριθ. 126/17.2.1969 (Φ.Ε.Κ.  27 τ.Α΄) «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», 2) τὴν γνώμην τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διαλαμβανομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 142/2633/1472/7.5.1970 ἐγγράφῳ αὐτῆς, 3) τὴν γνώμην τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, διαλαμβανομένην ἐν τοῖς ὑπ’ ἀριθ. 5436/30.12.1969 καὶ 1685/21.4.1970 ἐγγράφοις αὐτοῦ, 4) τὴν ὑπ’ ἀριθ. 582/1970 γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργοῦ, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν:

Ἄρθρον μόνον

Μετατρέπομεν τὴν ἀνδρῶαν Ἱερὰν Μονὴν Ξενίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος εἰς Γυναικείαν τοιαύτην.

Εἰς τὸν αὐτὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργὸν, ἀνατίθεμεν τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος Διατάγματος.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ὀκτωβρίου 1970

Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως

Ο ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΥΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΪΤΑΚΗΣ

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΩΡΗΣ»

 

  1. Ἡ συνεχὴς σύγχυση γιὰ τὶς ὀνομασίες τῶν δύο μοναστηριῶν τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ ἡ ἀνυπαρξία ἐπισήμως καθιερωμένων παραδεκτῶν ὀνομασιῶν

Ἀνακεφαλαιώνοντας ὅλες τὶς παραπάνω ἀλλεπάλληλες μετατροπές, καὶ ἀσχέτως μὲ τὶς παραλείψεις, τὶς ἀτυπίες, τὰ κενὰ καὶ τὶς ἀκυρολεξίες ποὺ σημειώθηκαν, κυρίως ὡς πρὸς τὴν ὀνομασία του, καταγράφουμε, ὡς ἕνα τμῆμα τῆς ἱστορίας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τὰ παρακάτω:

Στὶς 28 Μαΐου 1959 τὸ Μοναστήρι τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ «Παναγίας Κισσιώτισσας» ἤ «Παναγίας Ξενιᾶς», τὸ ὁποῖο εἶχε ἱδρυθεῖ στὴν ὀρεινὴ περιοχὴ τῆς Ὄρθρης τοῦ Ἁλμυροῦ κατὰ τὸ ἔτος 647, ἀφοῦ ὑπῆρξε καὶ δραστηριοποιήθηκε ἐπὶ χίλια τριακόσια δώδεκα (1312) χρόνια, ὡς ἀνδρικὸ μοναστήρι, μετατράπηκε σὲ γυναικεῖο.

Ὡς γυναικεῖο πλέον μοναστήρι ὑπῆρξε «τυπικὰ» ἐπὶ τέσσερα χρόνια, τέσσερις μῆνες καὶ εἴκοσι μία ἡμέρες, ἀπὸ τὶς 28 Μαΐου 1959 μέχρι τὶς  19 Ὀκτωβρίου 1963, ἡμερομηνία κατὰ τὴν ὁποία ἀπὸ γυναικεῖο μετατράπηκε πάλι σὲ ἀνδρικό.

Λέμε παραπάνω ὅτι ὑπῆρξε «τυπικὰ», ἐννοῶντας σύμφωνα μὲ τὶς σχετικὲς ὑπουργικὲς ἀποφάσεις, γιατὶ στὸ μεταξὺ τῶν δύο παραπάνω ἡμερομηνιῶν, 28/5/1959 καὶ 19/10/1963, χρονικό διάστημα ἱδρύθηκε καὶ ὁμώνυμο ἀνδρικὸ μοναστήρι, στὶς 5 Μαΐου 1962. Τὸ «τυπικὰ» ἐνισχύεται καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀκόμη περισσότερο γιατὶ στὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα τῆς παραπάνω «τυπικῆς» ὕπαρξης τοῦ Μοναστηριοῦ ὡς γυναικείου δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει «οὐσιαστικὰ» τὸ ἀνδρικὸ μοναστήρι καὶ πρὶν τὴν κατὰ τὸ 1962 ἵδρυσή του, ἀφοῦ, ἕνα χρόνο προηγουμένως, κατὰ τὸ 1961, παρουσιάζεται νὰ ὑπογράφει ἐπίσημη συμβολαιογραφικὴ πράξη ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀνδρικοῦ Μοναστηριοῦ.

Στὶς 5 Μαΐου 1962, λοιπόν, «ἱδρύθηκε» «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς». Ἔτσι «τυπικά», γιὰ τὸ χρονικὸ διάστημα 5/5/1962 – 19/10/1963, ὑπάρχουν δύο μοναστήρια, ἕνα ἀνδρικὸ καὶ ἕνα γυναικεῖο μὲ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀνομασίας τους τὸ «Παναγία Ξενιά».

Στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1963 τὸ Γυναικεῖο Μοναστἠρι τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» μετατράπηκε σὲ ἀνδρικό, ἄν καὶ δεκαοκτὼ  μῆνες νωρίτερα, στὶς 5/5/1962, εἶχε ἱδρυθεῖ, καὶ ἑπομένως ὑπῆρχε, ἀνδρικὸ μοναστήρι «Παναγίας Ξενιᾶς». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι «τυπικὰ» ἀπὸ τὶς 19 Ὀκτωβρίου 1963 «ὑπάρχουν» δύο ἀνδρικὰ μοναστήρια «Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» καὶ ἡ «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», χωρὶς νὰ ὑπάρχει τὸ γυναικεῖο.

Τὸ ἰδιότυπο αὐτὸ καθεστὼς τῆς «τυπικῆς» ὕπαρξης  δύο ἀνδρικῶν μοναστηριῶν «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ ἀνυπαρξίας γυναικείου διάρκεσε ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια, ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1963 μέχρι 30 Ὀκτωβρίου 1970. Τότε ἡ «Ἀνδρῶα Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας» μετατράπηκε σὲ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας».

Ἀπὸ τὴν παραπάνω, τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1970, τελευταία πράξη μετονομασίας δὲν γίνεται φανερὸ ποιὸ ἀπὸ τὰ «τυπικῶς ὑπάρχοντα» δύο ἀνδρικὰ μοναστήρια τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» μετατράπηκε σὲ γυναικεῖο.

Θεωρῶντας  ὅλες τὶς παραπάνω παρατυπίες καὶ παραλείψεις δευτερεύουσας σημασίας καὶ ἀδιάφορες γιὰ τὸν οὐσιαστικὸ καὶ κύριο σκοπὸ τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς ἀλλὰ χρήσιμες γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ καταγραφές, καταλήγουμε ὅτι τελικὰ ἀπὸ τὶς 30 Ὀκτωβρίου 1970 άρχίζουν νὰ ὑπάρχουν δύο μοναστήρια, ἕνα ἀνδρικὸ καὶ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ βασικὸ στοιχεῖο στὴν ὀνομασία τους τὸ στοιχεῖο «Παναγία Ξενιά», τὰ ὁποῖα προῆλθαν ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ μόνο ἀρχικὰ Μοναστήρι, τὸ Μοναστήρι τῆς «Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» ἤ Μοναστἠρι τῆς «Παναγίας Κισσιώτισσας», τὸ καὶ «Παναγίας Ξενιᾶς» ἐπονομαζόμενον.

 

  1. Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Δύο Μοναστηριῶν Παναγίας Ξενιᾶς

καὶ τὰ προβλήματα ποὺ προκύπτουν

Ἕνα ἀπὸ τὰ προβλήματα ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ ὅλες τὶς παραπάνω ἀλλεπάλληλες, κανονικὲς ἤ ἀμφιλεγόμενες, διαδικασίες μετατροπῆς καὶ ἀναμετροπῆς, ἵδρυσης καὶ ἀλλαγῆς ὀνομασίας, ἦταν τὸ πρόβλημα τῆς περιουσίας τοῦ Μοναστηριοῦ. Σὲ ποιὸ ἀπὸ τὰ δύο μοναστήρια τὰ ὁποῖα τελικὰ δημιουργήθηκαν, μὲ τὸν τρόπο ποὺ δημιουργήθηκαν ὅπως παραπάνω ἀναφέρθηκε,  ἀνῆκε ἡ τεράστια περιουσία ποὺ ὑπῆρχε στὸ ἕνα καὶ μόνο ἀρχικὰ Μοναστήρι;

Μὴν θέλοντας νὰ τοποθετηροῦμε ὡς πρὸς τὸ πρόβλημα αὐτό, ἀναφέρουμε ὅτι ἡ περιουσία τελικὰ περιῆλθε στὴ Γυναικεία Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς. Ἔτσι ἡ «Ἄνω» Μονὴ, ἡ Ἀνδρώα Μονὴ Ξενιᾶς, ἔμεινε χωρὶς κανένα περιουσιακὸ στοιχεῖο καὶ ἀντιμετώπιζε προβλήματα ἐπιβίωσης.

Στὶς 30 Νοεμβρίου 1970 ἔγινε ἡ πρώτη ἀρχή, ὅπως ἐμμέσως ὑποδηλώνεται ἀπὸ τὸ παρακάτω ἔγγραφο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ μέχρι τότε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ξενιᾶς ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης παρέδωσε τὰ καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου  «καθὼς καὶ ἅπασαν τὴν διαχείρισιν τῆς τε  κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας αὐτῆς, τὸ ταμεῖον, τὰ διαχειριστικὰ βιβλία, τὴν ἀλληλογραφίαν, ὡς καὶ τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ταύτης εὑρισκόμενα, δημητριακοὺς καρπούς, ἔλαιον, τρόφιμα, γεωργικὰ ἐργαλεῖα» εἰς τὴν ἡγουμένην μοναχή Νυμφοδώρα Πατρινάκου:

«ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ

ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

                                    Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς τῇ 30 Νοεμβρίου 1970

Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίαν, Βόλον

 

Εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3918 καὶ ἀπὸ 16.11.1970 διορισμοῦ μου, εὐσεβάστως γνωρίζω τῇ Ὑμετέρᾳ Σεπτῇ μοι Σεβασμιότητι ὅτι ἀνέλαβον ἀπὸ τῆς 18 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. τὰ ἀνατιθέντα μοι καθήκοντα τῆς Ἡγουμένης τῆς Σεβασμίας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς καθὼς καὶ ἅπασαν τὴν διαχείρισιν τῆς τε  κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας αὐτῆς, τὸ ταμεῖον, τὰ διαχειριστικὰ βιβλία, τὴν ἀλληλογραφίαν, ὡς καὶ τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ταύτης εὑρισκόμενα, δημητριακοὺς καρπούς, ἔλαιον, τρόφιμα, γεωργικὰ ἐργαλεῖα, παρέλαβον παρὰ τοῦ προηγουμένου πανοσιωτάτου ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, διὰ δύο πρακτικῶν πρωτοκόλλων παραλαβῆς.

Μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ

Εὐπειθεστάτη

Ἡ Ἡγουμένη

(Τ.Σ.Υ.)

Νυμφοδώρα Πατρινάκου».

 

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τοῦ παραπάνω ἐγγράφου ὑποδηλώνει ὅτι ὁ τίτλος «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἀλλεπάλληλες μετατροπὲς ποὺ προηγήθηκαν, ἀνῆκε πλέον σὲ μία καὶ μόνη Μονή. Στὸν τίτλο της δὲν προστίθεται κάποιο διευκρινιστικὸ πρόθεμα, ὅπως «Ἀνδρώα» ἤ «Γυναικεία», «Ἄνω» ἤ «Κάτω», διότι προφανῶς δὲν ἦταν ἀπαραίτητα.  Ἀγνοήθηκαν ὅλες οἱ ὀνομασίες ποὺ εἶχαν ἀναφερθεῖ στὰ σχετικὴ φύλλα τῆς Ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως.

Τὸ Βασιλικὸ Διάταγμα 686 τῆς 14ης  Ὀκτωβρίου 1970, (ΦΕΚ 232/30-10-1970, τεῦχος Α΄), μὲ τὸ ὁποῖο ἡ «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας» μετατράπηκε σὲ «γυναικεία τοιαύτη», παρουσιάζεται ὡς νὰ ἀκυρώνει ὅλες τὶς προηγούμενες σχετικὲς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ, ὅπως ἡ ὑπ’ ἀριθ. 26914/18-5-1959 (ΦΕΚ  182/28-5-1959, τεῦχος Β΄), μὲ τὴν ὁποία  ἡ ἀνδρώα «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ξενιᾶς» μετατράπηκε σὲ γυναικεία, ἤ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 103815/108128/19-10-1963 (ΦΕΚ  493/2-11-1963, τεῦχος Β΄) μὲ τὴν ὁποία ἡ γυναικεία «Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἄν καὶ δὲν κάνει καμία μνήμη σ’ αὐτές.

Δὲν ἀναφέρεται ἀκόμη στὸ Βασιλικὸ αὐτὸ Διάταγμα οὔτε ἡ ὑπ’ ἀριθ. 45855/5-5-1962 ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων (ΦΕΚ  174/18-5-1962, τεῦχος Β΄) μὲ τὴν ὁποία ἀποφασίστηκε ἡ ἵδρυση τῆς «Ἀνδρώας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς».

Ὁ ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης, ὁ ὁποῖος παρέδωσε στὴν νέα ἡγουμένη μοναχὴ Νυμφοδώρα Πατρινάκου, εἶναι ὁ ἡγούμενος τῆς «Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς», καὶ μάλιστα ἀναφέρεται ὡς «προηγούμενος» ἀφοῦ ὡς «ἡγουμένη» εἶχε ἀναλάβει ἤδη ἡ μοναχὴ Νυμφοδώρα Πατρινάκου ἀπὸ τὶς 18 Νοεμβρίου 1970 καὶ ἡ παράδοση γινόταν στὶς 30 Νοεμβρίου 1970.

Ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω διαφαίνεται μία σύγχυση ποὺ δύσκολα μπορεῖ νὰ διευκρινισθεῖ, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἀφοῦ σὲ ὅλες τὶς μετατροπὲς ποτὲ δὲν χρησιμοποιεῖται μία καὶ μόνο σαφῶς διατυπωμένη ὀνομασία, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ ἕνα καὶ ταὸ αὐτὸ μοναστήρι, ἀλλὰ πολλὲς καὶ διαφορετικὲς ὀνομασίες: «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Ξενιᾶς», «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς», «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», «Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας»,    «Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας»,   «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ξενίας».

 

  1. Ἀρχικὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Μοναστηριῶν

Στὸ μεταξὺ ὁ μοναχὸς Τίτος Ἀβραδόπουλος εἶχε ἐθελοντικὰ μεταβεῖ ἤδη καὶ ἐγκαταβίωνε, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε  ζητήσει τὴν ἄδεια τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου,  στὴν «Ἄνω Μονὴ» ἀποφασισμένος νὰ περισώσει ὅ,τι μποροῦσε, μὲ τὶς ἀτομικὲς του δυνάμεις καὶ τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὰ ἐκεῖ κτίρια ποὺ ἐρήμωναν καὶ καταστρέφονταν.

Στὴν ἐγκαταλειμμένη «Ἄνω Μονὴ», ἐγκαταστημένος αὐτόβουλα ζοῦσε μέχρι τότε ἕνας γέροντας λαϊκὸς, προσπαθῶντας νὰ συντηρήσει ὅ,τι μποροῦσε.

Ἡ  ἐγκατάσταση ἐκεῖ τοῦ μοναχοῦ Τίτου Ἀβραδόπουλου δημιουργοῦσε προβλήματα ἐπιβίωσής του. Τὸ ὑπάρχον ἀκόμα ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, γνωρίζοντας ὅτι πολὺ σύντομα θὰ καταργηθεῖ, προσπαθοῦσε νὰ ἐξασφαλίσει κάποια μέσα γιὰ τὴν μελλοντικὴ ἐπιβίωσή του, ἡ ὁποία, ὅπως προδιαγραφόταν, θα ἔπρεπε νὰ συνεχισθεῖ στὴν «Ἄνω Μονή».

Ἔτσι στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1970, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 45/18-9-1970 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡγούμενος ἦταν ὁ ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης καὶ μέλη οἱ ἀρχιμανδρίτες Εὐσέβιος Παπανάτσιος καὶ Τιμόθεος Σκαρλἀτος, ἀποφάσισε τὴν  «προσφορὰ κατὰ μῆνα, ὡς βοήθημα, μηνιαῖον ἐπίδομα, εἰς τὸν διάκονον καὶ ἀδελφὸν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς Τίτον Ἀβραδόπουλον, καὶ κατόπιν αἰτήσεώς του, δεδομένου ὅτι μέχρι τοῦδε τυγχάνει ἄμισθος καὶ μὴ ἔχων πόρους ζωῆς, τοῦ ποσοῦ τῶν χιλίων (1.000) δραχμῶν».

Τὴν ἴδια ἡμέρα,  18 Σεπτεμβρίου 1970, ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 46/18-91970 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου της πρόσφερε στὴν «Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς» ποσότητα πεντακοσίων (500) χιλιογράμμων σίτου ἐκ τῶν ἐναποθηκευμένων ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς».

Τὴν ἴδια, ἐπίσης, ἡμέρα, 18 Σεπτεμβρίου 1970, ἡ «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 48/18-9-1970 πράξη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου της, ἀποφάσισε τὴν παράδοση «εἰς χεῖρας τοῦ διακόνου καὶ ἀδελφοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, Τίτου Ἀβραδοπούλου τοῦ ποσοῦ τῶν δώδεκα χιλιάδων ἑκατὸν ἑξήκοντα ὀκτὼ (12.168) δραχμῶν δι’ ἐξόφλησιν τῶν μέχρι τοῦδε χρεῶν τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ἧς ὑπεύθυνος τυγχάνει».

Μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἐγκατάσταση στὴν «Κάτω Μονὴ» τῆς γυναικείας ἀδελφότητος μοναχῶν καὶ τὴν ἔναρξη τῆς λειτουργίας τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς, οἱ μέχρι τότε ἄνδρες μοναχοὶ, «ἑκόντες – ἄκοντες», ἀποσύρθηκαν στὴν «Ἄνω Μονὴ» καὶ ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ ἡ Μονὴ αὐτὴ μὲ τὴν ὀνομασία «Ἄνω Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἔστω καὶ ἄν ἡ ἐπίσημη ἱδρυτική της ἦταν ὀνομασία ἦταν «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Ξενιᾶς» (174 Φ.Ε.Κ./18-5-1962, τεῦχος Β΄), μιὰ ὀνομασία, ἡ ὁποία οὐδέποτε χρησιμοποιήθηκε.

Τελικὸ ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς διαδικασίας ἦταν στὰ 1970 νὰ γίνει πραγματικότητα αὐτὸ  ποὺ ἀπὸ πολλὰ χρόνια πρὶν ἐπιδιωκόταν ἀπὸ μερικοὺς καὶ τὸ ὁποῖο, μὲ πρόκληση ἔκδοσης ἀλλεπάλληλων ἐπιτιμητικῶν πατριαρχικῶν σιγγιλίων, κάποιοι ἄλλοι προσπαθοῦσαν νὰ ἀποτρέψουν.

Τὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ποὺ πάντοτε ἦταν καὶ λειτουργοῦσε ὡς μετόχι τοῦ ἑνὸς  καὶ μόνου ὑπάρχοντος κανονικοῦ μοναστηριοῦ, τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου»,  ὄχι μόνο μεταβλήθηκε  σὲ κανονικὸ Μοναστήρι ἀλλὰ ἔγινε κύριο καὶ κάτοχο ὅλης τῆς περιουσίας τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», τῶν τίτλων του, τῶν ἱερῶν κειμηλίων του καὶ γενικῶς φάνηκε νὰ εἶναι  ἡ συνέχεια καὶ ἡ διάδοχος κατάστασις.

Θὰ μποροῦσε, φυσικά, ἡ ἐντύπωση αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα, καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἱστορίας, ἐὰν ἔπαυε νὰ ὑπάρχει τὸ πραγματικὸ «Μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» μὲ τὴν ὑπερχιλιόχρονη ἱστορία του. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει. Ὑπῆρχε ὡς ζωντανὴ πραγματικότητα. Ἔτσι στὴν πραγματικότητα δὲν ἀποφεύχθηκε ἐκεῖνο ποὺ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, στὰ 1704, θεωροῦσε ὡς ἀνεπίτρεπτο κατάντημα:

«κατέλιπον τὸ πρότερον αὑτῶν ἐνδιαίτημα, τὸ πρωτότυπον δηλαδὴ βασιλικὸν καὶ σταυροπηγιακὸν καταγώγιον, ὥστε καὶ τὰ κτήματα καὶ ἀφιερώματα τούτου μεταγαγόντες ὑπέταξαν ἀντεστραμμένως τῷ μετοχίῳ αὐτοῦ, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Νικολάῳ, τὸν πόδα, ὡς εἰπεῖν, ἐν τάξει κεφαλῆς θέμενοι, τὴν δὲ κεφαλὴν ὑποτάξαντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρεωραμένην ἀφέντες καὶ κινδυνεύειν εἰς ἀφανισμὸν καταντῆσαι τὸ καθολικὸν αὐτὸ σεβάσμιον Μοναστήριον τῆς Ξενιᾶς….».

 

Ἔγιναν βεβαίως ὅλα αὐτὰ ἐπειδὴ θεωρήθηκε ἀναγκαία ἡ ἵδρυση στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ μιᾶς γυναικείας Μονῆς. Θὰ μποροῦσαν ὅμως ὅλα αὐτὰ νὰ εἶχαν ἀποφευχθεῖ μὲ ἕναν πολὺ ἁπλὸ καὶ εὔκολο τρόπο. Ἀντὶ νὰ γίνουν ὅλα τὰ παραπάνω, νὰ μετατραπεῖ, δηλαδή,  ἡ μία ὑπερχιλιόχρονη μονή, ἀπὸ «ἀνδρώα» σὲ «γυναικεία», νὰ «ἱδρυθεῖ», στὴ συνέχεια, μία ἄλλη ἀνδρώα, νὰ ξαναμετατραπεῖ ἡ «γυναικεία» σὲ «ἀνδρώα» καὶ πάλι ἡ «ἀνδρώα» σὲ «γυναικεία», θὰ μποροῦσε, ἐφ’ ὅσον κρινόταν ὁπωσδήποτε ἀναγκαία καὶ ἐπιτακτικὴ ἡ ἵδρυση μιᾶς γυναικείας μονῆς στὴν ἴδια περιοχή, νὰ ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη ἀρχή, μία νέα γυναικεία μονή.

Καὶ ἄν ἡ ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῆς στέγασης τῆς νέας γυναικείας αὐτῆς μονῆς δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο ἦταν δυνατόν τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς ὑπάρχουσας «Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» νὰ παραχωρήσει τὸ μετόχι της τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν ἀδελφότητα τῶν γυναικῶν μοναχῶν ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ συγκροτήσουν τὴ νέα αὐτὴ Μονὴ. Ἔτσι δὲν θὰ ὑπῆρξε κανένα πρόβλημα.

Δὲν ἔγινε ὅμως αὐτὸ μὲ ἀποτέλεσμα ἕνα πάμπλουτο μὲ ὑπερχιλιόχρονη ἱστορία μοναστήρι, ἕνα Μοναστήρι «μάνα μοναστηριῶν», ἕνα  μοναστήρι ποὺ κράτησε ἀλώβητη τὴν χριστιανικότητα καὶ τὴν ἑλληνικότητα καὶ στήριξε καὶ τὴν οὐσιαστικὴ ἐπιβίωση μιᾶς ὁλόκληρης ἐπαρχίας στὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, νὰ φτάσει στὸ σημεῖο νὰ  παίρνει ἐλεημοσύνη ἀπὸ «τὸ παιδί του» γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ὑπάρξει.

Στὶς 12 Σεπτεμβρίου 1973 τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς «Ἄνω Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», ἀντιμετωπίζοντας τὴ νέα κατάσταση, ζήτησε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἕδρα τους μερικὰ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ πάμπολλα ἱερὰ λείψανα ποὺ κάποτε αὐτό εἶχε στὴν ἀποκλειστικὴ κατοχή του:

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθμὸς πράξεως 2

Ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 12ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1973, …. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …  συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου εἰπόντος, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς ἦτο πλουσία εἰς Ἱερὰ Λείψανα καὶ ὅτι νῦν αὕτη στερεῖται παντελῶς τοιούτων, διότι ταῦτα μετεφέρθησαν διὰ λόγους πρακτικοὺς (ἀσφαλείας κ. ἄ.) ἐκ τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς εἰς τὸ τότε μετόχιόν της, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τὸ ὁποῖον κατέστη, κατελθόντων τῶν μοναχῶν εἰς αὐτό, ἡ κυρίως Μονὴ μὲ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς», ἥτις νῦν λειτουργεῖ ὡς γυναικεία,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως παρακαλέσῃ τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίαν, εἰς τὴν βοήθειαν καὶ τὸ ἀμέριστον ἐνδιαφέρον τοῦ ὁποίου ὀφείλεται ἡ ἀνακαίνισις – ἀνέγερσις τῆς Ἀνδρώας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ὅπως εἰσηγηθῇ καὶ δώσῃ ἐντολὴν, ἵνα ἐπανέλθῃ ἐκ τῶν φυλασσομένων εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς Ἱερῶν Λειψάνων τὸ ἥμισυ τούτων εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς, εἰς ἥν καὶ ἀνῆκον».

 

Παράλληλα τὸ ἡγουμενοσυμβούλιο, μὴν διαθέτοντας πλέον δικά του περιουσιακὰ στοιχεῖα καὶ ἔσοδα, προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τρόπους νὰ ξαναζωντανέψει. Τὸ παρακάτω ἔγγραφο εἶναι δηλωτικὸ αὐτῆς τῆς προσπάθειας:

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθμὸς πράξεως 3

Ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 12ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1973, …. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …  συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου περὶ συνάψεως δανείου ἔκ τινος πηγῆς διὰ τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν ἀνακαινίσεως – ἀνεγέρσεως τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς,

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως παρακαλέσῃ τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος κ. κ. Ἠλίαν, ὅστις τὰ μέγιστα ἐνδιαφέρεται, μεριμνᾶ καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν – ἀνέγερσιν τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, ἵνα ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην περὶ συνάψεως δανείου τινος καὶ ἵνα βοηθήσῃ καὶ ὑποδείξῃ τρόπον συνάψεως δανείου …».

 

Στὴν ἐγκαταλειμμένη Ἄνω Μονὴ Ξενιᾶς ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ἀκόμα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 εἶχε μεταβεῖ καὶ ἐγκαταβίωνε σ’ αὐτήν, ὅπως προαναφέρθηκε, ἀποφασισμένος ἐκεῖ νὰ λατρεύει στὸ ἑξῆς τὸ Θεό, ὁ μοναχὸς Τίτος Ἀβραδόπουλος. Ἦταν διάκονος ἄμισθος. Γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του εἶχε ἀποφασισθεῖ καὶ τοῦ δινόταν ἀπὸ τὴν γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς μηνιαῖο ἐπίδομα χιλίων (1.000) δραχμῶν συνεχίζοντας νά ἐφαρμόζει τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 45/18-9-1970 πράξη τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ἀκόμη τότε «Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς».

Τὸ ἐπίδομα αὐτὸ ἔπαυσε νὰ τοῦ χορηγεῖται ἀπὸ τὴν γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς, ἀπὸ τὸ τέλος Ἰουλίου τοῦ 1974, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ τὸ ἴδιο τὸ Μοναστήρι, ὅπως καταγράφεται στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν κοινωνικὴ προσφορά του, ἔδινε περισσότερο ἀπὸ 1.000.000 (ἕνα ἑκατομμύριο) δραχμὲς γιὰ διαφόρους ἄλλους κοινωνικοὺς σκοποὺς καὶ περισσότερο ἀπὸ 7.000 (ἑπτὰ χιλιάδες) κιλὰ λαδιοῦ. Ἦταν μία ἀπόφαση ποὺ ὁδηγοῦσε στὸν ὁριστικὸ διαχωρισμὸ τῶν δύο μοναστηριῶν καὶ στὴν ἀνεξαρτοποίησή τους.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς «Ἄνω Ἀνδρώας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς», παρ’ ὅλα τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετώπιζε, ἀνἐλαβε τὸ ἴδιο τὴν δαπάνη τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἄμισθου διακόνου μοναχοῦ Τίτου Ἀβραδόπουλου ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφάλισή του:

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθμὸς πράξεως 11

Ἐν Ἄνω Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 1ην Noεμβρίου τοῦ ἔτους 1974, …. συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον … συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) ἀρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σκαρλάτου καὶ 3) διακόνου Τίτου Ἀβραδοπούλου, μελῶν   καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ Ἡγουμένου …

ἀποφαίνεται:

Ψηφίζει ὅπως α) συνεχίσῃ νὰ δίδῃ ἡ Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς εἰς τὸν ἄμισθον διάκονον π. Τίτον Ἀβραδόπουλον, ἀδελφὸν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ μέλος Ἡγουμενικοῦ Συμβουλίου τὸ διακοπὲν ἀπὸ τέλους Ἰουλίου ἐ. ἔ. χορηγούμενον κατὰ μῆνα ἐπίδομα τῶν χιλίων (1.000) δραχμῶν ἐκ τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς β) νὰ δίδῃ κατὰ μῆνα, ἐπί πλέον, τὸ ποσὸν τῶν τριακοσίων (300) δραχμῶν δι’ ἀσφάλιστρά του.»

Στὸν ἴδιο χῶρο τῶν σχέσεων τῶν δύο μοναστηριῶν καὶ τῆς ἐνίσχυσης καὶ ἀποκατάστασης τοῦ «Πάνω Μοναστηριοῦ» ἐντάσσονται καὶ τὰ παρακάτω ἔγγραφα:

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

Πρᾶξις 3η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, σήμερον τὴν 16ην Ἀπριλίου  ἔτους 1977, …. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, συγκείμενον ἐκ  τῶν ἐξῆς μελῶν  1) Νυμφοδώρας Πατρινάκου, Ἡγουμένης, 2) Χριστοφόρας Αὐγερίου καὶ 3) Σαλώμης Γελαδάκη, μελῶν, συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν ….

ἀποφαίνεται

Ψηφίζει ὅπως προσφέρῃ δωρεὰν τὸν ἑλκυστῆρα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μεθ’ ὅλων τῶν ἐξαρτημάτων του διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς…».

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΑΝΩ ΑΝΔΡΩΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΙΑΣ

Ἀριθ. Πράξεως 11

Σήμερον τὴν 9ην τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Τετάρτην τοῦ 1978 ἔτους περὶ ὥραν 11 π. μ. ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς συνῆλθεν τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς συγκείμενον ἐκ τῶν 1) ἀρχιμανδρίτου Καλλινίκου Μεταξογένη, ἡγουμένου, 2) διακόνου Δανιὴλ Πουρτσουκλῆ καὶ 3) διακόνου Τίτου Ἀβραδοπούλου, συμβούλων, καὶ ἀκοῦσαν εἰσήγησιν τοῦ ἡγουμένου ὅπως παρακληθῇ ὁ Σεβασμιώτατος μητροπολίτης ἡμῶν κ. κ. Χριστόδουλος καὶ ἀγαθυνόμενος ἐγκρίνει τὴν παραχώρησιν ἐκ τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς ἱερῶν τινῶν λειψάνων ὡς πνευματικὴν παρακαταθήκην καὶ εὐλογίαν, μοναχικοὺς μανδύας, τὰς «παρρησίας» τῶν πατέρων, ὡς, εἰ δυνατόν, καὶ τὴν εἰκόνα «ἀντίγραφον» τῆς Παναγίας Ξενιᾶς, τῆς Θεοτόκου βρεφοκρατούσης, ἥτις εὑρίσκεται ἀνηρτημένη ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, δεξιᾷ τῷ εἰσερχομένῳ ἐκ τῆς νοτίας πύλης, ἵνα τεθῇ αὕτη πρὸς τιμητικὴν προσκύνησιν καὶ πνευματικὸν θησαυρισμὸν εἰς τὸ καθολικὸν τῆς ἡμετέρας Ἱερᾶς Μονῆς, ἐντὸς προσκυνηταρίου ὑπάρχοντος εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς,

ἀποφαίνεται

ψηφίζει, ὅπως αἰτὴσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Σεβασμιωτάτου διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν ὡς ἄνω ὑπὸ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς.

Ἐφ’ ᾧ συνετάγη ἡ παροῦσα καὶ ὐπογράφεται.

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

Ὁ Ἡγούμενος                                                         Τὰ μέλη

Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μεταξογένης      Διάκονος Δανιὴλ Πουρτσουκλῆς

                                                                    Διάκονος Τίτος Ἀβραδόπουλος».

 

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

Πρᾶξις 6η

Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Ξενιᾶς, τῇ 27 Αὐγούστου 1979 ….. τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον …. συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν … ψηφίζει ὅπως προσφέρῃ δωρεὰν εἰς τὴν Ἄνω Ἱερὰν Μονὴν Ξενιᾶς τριακόσια (300) χιλιόγραμμα ἀποκήρου ἐκ τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς…».

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ἐν Βόλῳ τῇ 21 Δεκεμβρίου 1981

Ἀπόφασις

Ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκ τῶν σεισμῶν τοῦ Ἰουλίου 1980 ὑποστάσης βαρείας βλάβας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας αὕτη ἀντιμετωπίζει διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν καὶ τὴν ἀνακατασκευὴν τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς καὶ ἐν γένει ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν,

Ἀποφασίζομεν

Ἐγκρίνομεν τὴν ἐκ τῶν συλλεγέντων κατὰ τὴν περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς ποσῶν διάθεσιν ὑπὲρ τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῶν ἑξῆς ποσῶν:

1) Δραχμῶν  500.000 

2) Δραχμῶν  308.000 

3) Δραχμῶν  200.000 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή).»

 

 

«ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ἐν Βόλῳ τῇ 30 Νοεμβρίου 1982

Ἀπόφασις

Ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς πολλὰς ἀνάγκας τῆς ἐκ τῶν σεισμῶν τοῦ Ἰουλίου 1980 ὑποστάσης βαρείας βλάβας Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς καὶ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας αὕτη ἀντιμετωπίζει διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν καὶ τὴν ἀνακατασκευὴν τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, ἐλλείψει οἰκονομικῶν πόρων

Ἀποφασίζομεν

Ἐγκρίνομεν τὴν ἐκ τῶν συλλεγέντων ποσῶν ἀπὸ τὴν περιοδείαν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας Ξενιᾶς διάθεσιν ὑπὲρ τῆς Ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς τῶν ἑξῆς ποσῶν:

1) Δραχμὰς  300.000  (τριακόσιες χιλιάδες)

2) Δραχμὰς  200.000  (διακόσιες χιλιάδες)

3) Δραχμὰς  200.000  (διακόσιες χιλιάδες).

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

(Ὑπογραφή)» .

 

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η ΙΕΡΑ CΥΝΟΔΟC.

ΤΗC  ΕΚΚΛHCΙΑC ΤΗC  ΕΛΛΑΔΟC

Ἀριθ. Πρωτ. 1461

         Διεκπ. 1277               ΑΘΗΝῌCΙ Τῌ 11 Ἰουνίου 1973

Πρὸς

Τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην

Δημητριάδος κ. Ἠλίαν

Σεβασμιώτατε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ,

Ἀναφεφόμενοι εἰς τὸ κοινοποιηθὲν ἡμῖν ἔγγραφον 874/13-3-1973 τοῦ Ο.Δ.Δ.Ε.Π., περὶ τῆς δωρεὰν παραχωρήσεως τῶν κάτωθι ἀγροτεμαχίων ἐκ τῆς διατηρητέας περιουσίας τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ξενιᾶς, πρὸς τὴν Ἀνδρώαν τοιαύτην, ἐπὶ τῷ σκοπῷ συντηρήσεως τῶν ἐν αὐτῇ ἐγκαταβιούντων Μοναχῶν:

α) Τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7 καὶ μέρους τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6 ἀγροτεμαχίων κειμένων ἐν θέσει «Νηὲς» περιοχῆς Βόλου, συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 119.600 τ.μ.

β) Δύο (2) ἀγροτεμαχίων κειμένων ἐν τῆ θέσει «Πουρνάρα» συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 55.832 τ. μ.

γ) Τοῦ ἐν θέσει «Κονταρόλακα» ἀγροτεμαχίου, ἐμβαδοῦ 33.050 τ. μ. καὶ

δ) Τοῦ ἐν τῇ θέσει «Κερασιὰ» ἐμβαδοῦ 20.024 τ. μ.

Συνοδικῇ ἀποφάσει, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, κατὰ τὴν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 4-6-1973, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ πρόσθεν παραχώρησις ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Συμβουλίου του ΟΔΔΕΠ, ἐνεργοῦντος ὡς Μ.Σ.Ε. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Προβλημάτων, κατὰ τὴν συνεδρίαν αὐτοῦ τῆς 28-2-1973, ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν τοιαύτην δωρεὰν παραχώρησιν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 46, παράγραφοι 3 καὶ  4 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 126/1969 «Περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».

Τὰ παραπάνω παραχωρήθηκαν μὲ τὴν συμβολαιογραφικὴ πράξη ὑπ’ ἀριθ. 2301/5-3-1974 τῆς συμβολαιογράφου Βόλου Μαρίας Ντάσιου – Μπάστα

 

  1. Ἡ σύγχρονη ἐκκρεμὴς πραγματικότητα

καὶ ἡ ἀναγκαιότητα μιᾶς τελικῆς, ὁριστικῆς καὶ ὀρθῆς  λύσης

Ἔπειτα ἀπὸ τὶς παραπάνω ἀλλεπάλληλες τροποποιητικὲς καὶ ἀνατροποποιητικὲς ἀποφάσεις καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ἀναιρέθηκαν, ἀδρανοποιήθηκαν ἤ καταργήθηκαν μὲ νεότερες τροποποιητικὲς ἀποφάσεις ἤ καὶ ἐντολὲς καὶ πρωτοβουλίες ἤ ἁπλὰ ἀγνοήθηκαν, ἡ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι μία καὶ μόνη.

Ὑπάρχουν πλέον δύο ξεχωριστὲς καὶ ἀνεξάρτητες μεταξύ τους μονές. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς μονὲς ἔχουν ὡς βασικὸ συστατικὸ στοιχεῖο ἐνσωματωμένο στὴν ἐπωνυμία τους τὸ «Παναγία Ξενιά» ἤ καὶ ἁπλῶς τὸ «Ξενιά».

Γιὰ νὰ εἶναι δυνατὸς ὁ διαχωρισμὸς μεταξὺ τῶν δύο ταυτώνυμων αὐτῶν μοναστηριῶν καὶ ὁ διευκρινιστικὸς προσδιορισμὸς τους  χρησιμοποιοῦνται, ἀναγκαστικά στὶς ἐπωνυμίες τους, ὡς ἐπιπρόσθετα στοιχεῖα  τά, κατὰ παράδοση καὶ ἀπὸ πάμπολλα χρόνια χρησιμοποιούμενα, τοπικὰ ἐπιρρήματα «Ἄνω» ἤ «Πάνω» ἤ «Ἐπάνω» γιὰ τὸ ἕνα καὶ «Κάτω» γιὰ τὸ ἄλλο.

Εἶναι ὅμως ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποία, τὰ προσδιοριστικὰ τοπικὰ αὐτὰ ἐπιρρήματα, στὸ μακραίωνο χρονικὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα. Προσδιορίζουν, κυριολεκτικὰ δύο  πραγματικὰ ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα μεταξύ τους Μοναστήρια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα βρίσκεται ψηλότερα, «Ἄνω», καὶ τὸ ἄλλο χαμηλότερα «Κάτω», ὅπως συνηθίζεται μὲ πολλὰ ταυτώνυμα χωριὰ σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα.

Μέχρι τώρα οἱ ὅροι «Ἄνω Ξενιὰ» καὶ «Κάτω Ξενιὰ», «Πάνω Μοναστἠρι» καὶ «Κάτω Μοναστήρι», «Ἄνω Μονὴ» καὶ «Κάτω Μονὴ» καὶ ἄλλοι πιὸ ἀναλυτικοὶ ὅροι, χρησιμοποιοῦνταν καταχρηστικὰ ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο γιὰ δύο ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα μεταξύ τους Μοναστήρια ἀλλὰ γιὰ δύο ἰδιαίτερα κτιριακὰ συγκροτήματα κελιῶν καὶ ναῶν, ἀπομακρυσμένα μεταξύ τους,  ποὺ ἀνῆκαν ὅμως σὲ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ Μοναστήρι.

Ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ ἰδιαίτερα καὶ ἀνεξάρτητα στὴν ἐποχή μας μοναστήρια τὸ ἕνα, τὸ «Πάνω»,  εἶναι ἀνδρικὸ καὶ τὸ ἄλλο, τὸ «Κάτω», εἶναι γυναικεῖο.  Τὰ προσδιοριστικὰ αὐτὰ χαρακτηριστικά, ἀνδρικὸ καὶ γυναικεῖο, χρησιμοποιοῦνται, ὅπου χρησιμοποιοῦνται, ὄχι ὡς ἀπαραίτητα καὶ ἀναγκαῖα στοιχεῖα τῆς ἐπωνυμίας τῶν Μοναστηριῶν, ἀλλὰ ἁπλὰ ὡς διευκρινιστικὰ πληροφοριακὰ στοιχεῖα. Ἡ ἐπωνυμία ἑνὸς Μοναστηριοῦ δὲν χρειάζεται νὰ ἔχει ἐνσματωμένο τον διευκρινιστικὸ ὅρο ἀνδρικὸγυναικεῖο.

Στὴ συγκεκριμένη ὅπως περίπτωση οἱ διευκρινιστικοὶ αὐτοὶ ὅροι  γίνονται  ἀναγκαῖοι ἐπωνυμικοὶ προσδιορισμοὶ ἐπειδὴ τὰ δύο Μοναστήρια ἔχουν τὴν ἴδια βασικὴ ἐπωνυμία.  Οἱ προσδιοριστικοὶ χαρακτηρισμοὶ «Ἄνω» καὶ «Κάτω» ἤ «Ἀνδρικὸ» καὶ «Γυναικεῖο», ἐνῶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο καὶ ἀναγκαῖο νὰ χρησιμοποιοῦνται γιὰ ἕνα  ὁποιοδήποτε ἄλλο Μοναστήρι, ἐπειδὴ δὲν χρειάζονται, ἐδῶ καθίστανται «ὑποχρεωτικοὶ ἐπωνυμικοὶ προσδιοριστικοὶ χαρακτηρισμοὶ» ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο Μονὲς ἔχουν τὴν κοινὴ ἐπωνυμία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Αὐτὸ ὑποχρεώνει οἱ ἐπωνυμίες τῶν δύο ταυτονύμων αὐτῶν μονῶν νὰ γίνονται «Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Κάτω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ «Ἀνδρώα  Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» ἤ, πλεοναστικὰ καὶ περισσότερο διευκρινιστικά, «Ἀνδρώα Ἄνω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ «Γυναικεία Κάτω Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Οἱ ὀνομασίες αὐτὲς τῶν  δύο Μοναστηριῶν, ὅπως εἶναι φανερό, ὀφείλονται στὴν εἰκόνα τῆς βρεφοκρατούσας Παναγίας, στὴν ὁποία προσδόθηκε ἡ προσωνυμία «Παναγία Ξενιά».

Ἡ φήμη ποὺ συνόδευε  πάντοτε τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἀπὸ τὴν πρώτη ἐμφάνισή της, ὁ θαυμαστὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἔφθασε στὰ μέρη μας, οἱ μεγάλες εὐεργεσίες ποὺ προσέφερε στὸ λαό, τὰ θαύματα ποὺ ἀποδίδονταν σ’ αὐτή, ἔκαναν τὴν εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» λαοφίλητη καὶ πολυσέβαστο ἱερὸ προσκύνημα σὲ τόσο πολὺ μεγάλο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά της, σὲ κάθε ἱερὸ χῶρο στὸν ὁποῖο ἐγκαθιστόταν, ἐπικρατοῦσε ἐπισκιάζοντας κάθε ἄλλο προηγούμενο ὄνομα.

Αὐτὸ ἔγινε στὸ πρῶτο Μοναστήρι, στὸ ὁποῖο ἔφτασε ἡ «ἁγία» εἰκόνα, στὸ «Μοναστήρι τῆς Λάκα Παναγιᾶς, τὸ ὁποῖο μετονομάστηκε σὲ «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Πρώτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Τὸ ἴδιο ἔγινε μὲ τὸ δεύτερο μοναστἠρι, τὸ διάδοχο αὐτοῦ τοῦ πρώτου, στὸ ὁποῖο μετακόμισαν οἱ καλόγεροι τοῦ «Μοναστηριοῦ τῆς Λάκα Παναγιᾶς» μετὰ τὴν ἐγκατάλειψή του. Εἶναι τὸ «Μοναστήρι τοῦ Κουκλιᾶ». Καὶ αὐτὸ ὀνομάστηκε «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Δεύτερη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Αὐτή, μάλιστα, ἡ μονὴ φαίνεται νὰ πῆρε ἀπὸ τὴν πρώτη της ἀρχὴ ἀκόμα τὸ ὄνομα αὐτό.

Τρίτο μοναστήρι τὸ ὁποῖο πῆρε καὶ αὐτὸ τὴν ἐπωνυμία «Παναγίας Ξενιᾶς» εἶναι τὸ «Μοναστήρι Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», στὸ ὁποῖο παράλληλα ὁ λαὸς εἶχε προσδώσει καὶ τὴν προσωνυμία «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας». Εἶναι αὐτὸ ποὺ ὡς σήμερα ἀκόμα εἶναι γνωστό ὡς «Ἄνω Ξενιά» καὶ τοῦ ὁποίου τόσο ἡ ἐπίσημη ὀνομασία, «Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», ὅσο καὶ ἡ προσωνυμία του, «Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας», μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων ἀποσιωπήθηκαν γιὰ νὰ ἐπικρατήσει καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Τρίτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ ὁποία κράτησε τὴν ὀνομασία αὐτή, παραλληλα μὲ τὴν ἀρχικὴ δική της, γιὰ πεντακόσια περίπου χρόνια.

Ἀργότερα, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀναφέρονται ἀναλυτικὰ σὲ ἄλλες σελίδες τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ ἕδρα τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ μεταφέρθηκε στὸ μετόχι του, τὸ «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», πού  λεγόταν καὶ «Μοναστήρι Ἁγίου Νικολάου». Εἶναι ἡ γνωστὴ σὲ ὅλους παλιὰ «Κάτω Μονὴ Ξενιᾶς».

Μαζὶ βεβαίως μεταφέρθηκε ἐκεῖ καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ τόσο ἡ κυριολεκτικὴ ὀνομασία του, «Μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ὅσο καὶ ἡ συμβατική, «Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ἔπαψαν νὰ χρησιμοποιοῦνται καὶ κυριάρχησε καὶ  γι’ αὐτὸ ἡ ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Τέταρτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι τὸ κτίσμα αὐτὸ τοῦ ὁποίου τὰ ἐρειπωμένα σήμερα κτίριά του, στοὺς κατοίκους τουλάχιστον  τῆς περιοχῆς Ἁλμυροῦ ποὺ ἔχουν κάποια ἡλικία καὶ διατηροῦν τὶς μνῆμες τους, εἶναι γνωστὰ ὡς τὸ «παλιό κάτω Μοναστήρι (τῆς Παναγίας Ξενιᾶς)», μετὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ «νέου κάτω Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας Ξενιᾶς», στὴ θέση «Καστράκι».

Ἕνα ἀπὸ τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τῶν σεισμῶν τοῦ 1980 ἦταν καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν κτιρίων καὶ τῆς Τέταρτης αὐτῆς «Μονῆς Παναγίας Ξενιᾶς». Ἐπειδὴ τὸ ἔδαφος στὸ ὁποῖο ἦταν κτισμένο τὸ μοναστήρι αὐτὸ θεωρήθηκε ἀπὸ τὶς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες ἀκατάλληλο καὶ ἐπικίνδυνο, ἀποφασίστηκε, ἀντὶ τῆς ἐπισκευῆς του ἡ ἀνέγερση νέου, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ αὐτὸ, στὴ θέση «Καστράκι» ἤ «Καστρούλι».

Στὸ νέο αὐτὸ μοναστήρι μεταφέρθηκε φυσικὰ καὶ ἡ εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς» καὶ τὸ μοναστήρι διατήρησε τὴν ὀνομασία του, «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», χωρὶς, ὡστόσο, νὰ μπορεῖ καὶ πάλι νὰ ἀποχωρισθεῖ τὸν χαρακτηριστικὸ προσδιοριστικὸ ὅρο «Κάτω», ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ ὁμώμυμη «Ἄνω» Μονή. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ εἶναι ἡ πέμπτη  κατὰ σειρὰ Μονή, ποὺ παίρνει τὴν ὀνομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι ἡ Πέμπτη «Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς».

Ὅλες οἱ παραπάνω ὀνομασίες ἤ μετονομασίες τῶν Μονῶν ἐπιβλήθηκαν καὶ δικαιολογοῦνταν ἀπὸ τὴν παρουσία σ’ αὐτὲς  τῆς Εἰκόνας τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς».

Θεωρῶντας ὅτι μόνο ἡ ὕπαρξη σ’ ἕνα Μοναστήρι μιᾶς «ἐπώνυμης εἰκόνας» παρέχει σ’ αὐτὸ  τὸ δικαίωμα χρησιμοποίησης ταυτώνυμης προσδιοριστικῆς ὀνομασίας, νομίζουμε ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς ἡ ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς» νὰ ἀποδίδεται σὲ ἕνα καὶ μόνο μοναστήρι, χωρὶς αὐτὴ  οὔτε νὰ ἀμφισβητεῖται  ἀπὸ κανένα ἤ νὰ «διεκδικεῖται» ἀπὸ κάποιο ἄλλο, ὥστε νὰ μὴν χρειάζεται κάποιος πρόσθετος προσδιοριστικὸς ἤ διευκρινιστικὸς ὅρος, ὅπως «Ἄνω» ἤ «Κάτω», «Παλαιὰ» ἤ «Νέα», «Ἀνδρώα» ἤ «Γυναικεία».

Στὴν προκειμένη περίπτωση ἡ ὀνομασία αὐτὴ πρέπει, ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο, νὰ ἀποδοθεῖ στὸ τελευταῖο Μοναστήρι ποὺ πῆρε τὴν ὀνομασία αὐτή, πέμπτο κατὰ σειρά, αὐτὸ ποὺ εἶναι χτισμένο στὴ θέση «Καστράκι» ἤ «Καστρούλι».

Εἶναι τὸ Μοναστήρι στὸ ὁποῖο βρίσκεται καὶ φυλάσσεται ἡ ὀνοματοδότρα εἰκόνα τῆς «Παναγίας Ξενιᾶς, ἡ μόνη δικαιωματικὰ «πάροχος» τῆς ὀνομασίας «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς». Εἶναι τὸ Μοναστήρι στὸ ὁποῖο ἀνεγέρθηκε εἰδικὴ ἐκκλησία γιὰ τὴν Παναγία Ξενιὰ καὶ εἶναι τὸ Μοναστήρι ποὺ χτίστηκε ἐξ ἀρχῆς καὶ στεγάζεται σὲ δικά του κτίρια, χωρίς νὰ ἔχει ἄλλη προηγούμενη ὀνομασία.

Τὸ γνωστὸ ὡς «Πάνω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιᾶς», ἡ «Ἀνδρώα Ἄνω Μονὴ Παναγίας Ξενιᾶς», ἀφοῦ πλέον ἡ ὀνοματοδότρα εἰκόνα «Παναγία Ξενιὰ» δὲν στεγάζεται σ’ αὐτό, δὲν συντρέχει λόγος νὰ διατηρεῖ τὴν ὀνομασία αὐτή. Καιρὸς εἶναι νὰ ἐπαναποκτήσει τὴν πρώτη δική του ἐπίσημη ἱστορικὴ ὀνομασία «Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου». Εἶναι ἡ ὀνομασία τὴν ὁποία εἶχε πρὶν ἀκόμη φτάσει ἐκεῖ  ἡ «Παναγία Ξενιά».

Καιρὸς εἶναι ἀκόμη νὰ ξανακουστεῖ καὶ ἡ τόσο λαοφιλὴς τιμημένη προσωνυμία της «Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Κισσιώτισσας».

Ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα» ἦταν ἡ ἀρχόντισσα «κυρὰ» στὸν τόπο της, χρόνια καὶ χρόνια θρονιασμένη στὸ δικό της «Κάστρο». Στὸ «Κάστρο» της αὐτὸ ἦρθε νὰ τὴν προσκυνήσει ὁ βυζαντινὸς αὐτοκράτορας Βασίλειος Β΄ στὰ 1019. Στὸ «Κάστρο» της αὐτὸ, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, ὑποδέχτηκε καὶ «ἐδεξιώθη» τὴ φευγάτη ἀπὸ τὸν τόπο της «Παναγία Ξενιά». Ἡ Παναγία Κισσιώτισσα ἦταν ἡ «Πυργοδέσποινα» τοῦ παλιοῦ αὐτοῦ «Ἀρχοντικοῦ, στὸ ὁποῖο κατέφυγε ἡ «Παναγία Ξενιὰ», «φιλοξενήθηκε» ἀρχοντικὰ καὶ συγκυρίαρχα παίρνοντας τὴν τιμητικὴ θέση τῆς «συναρχόντισσας» καὶ «συνοικοδέσποινας» γιὰ πέντε περίπου αἰῶνες.

Ἤδη ἡ «Παναγία Ξενιὰ», «προικισμένη» ἀρχοντικὰ καὶ πλουσιοπάροχα ἀπὸ τὴν «οἰκοδέσποινά» της, ἔχει τὸ δικό της «ἀρχοντικό», τὸ δικό της ἐπώνυμο Μοναστήρι. Καιρὸς ἡ «πολιὰ» ἀρχόντισσα, ἡ «Παναγία Κισσιώτισσα», μένοντας μόνη καὶ πάλι «βιγλάτορας» τῆς θρησκείας, τῆς ἱστορίας καὶ τῆς παράδοσης τῆς περιοχῆς, ψηλὰ στὶς δικές της ἀπόμερες βουνοπλαγιὲς τῆς Ὄρθρης, νὰ συνεχίσει τὴν δική της ξεχωριστὴ ἱστορία μὲ τὸ ἰδιαίτερο τόσο καιρὸ ξεχασμένο ἱστορικὸ δικό της ὄνομα.

Τὸ ὑπερχιλιόχρονο «Ἀρχοντικό» Της, τὸ «Μοναστήρι τῆς Παναγίας Κισσιώτισσας», ποὺ «ἐκτίσθη ἐν ἔτει 647» καὶ «ἔχον μεγάλην ἔκτασιν», καὶ «ATΞE΄ (1365)  ἔτη» «κτισμένον, εἶναι τὰ ἀρχαῖα αὐτοῦ θέμελα», εἶναι καιρὸς νὰ συνεχίσει τὴν δική του καὶ πάλι ἱστορία.

[1] Φ.Ε.Κ. 493, τεῦχος Β΄, 2 Νοεμβρίου 1963.

[2] Φ.Ε.Κ.  232, τεῦχος Α΄, 30 Ὀκτωβρίου 1970.