Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (Συνέχεια 16)

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΑΧΑΪΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΕΣ
Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
1. Ο αργοναύτης Αιθαλίδης

                                 Στην Αχαΐα Φθιώτιδα, εκτός από την Οθρηίδα, ζούσαν και πολλές άλλες νύμφες. Μία από αυτές ήταν η Ευπολέμεια. Κάποιοι στην περιοχή έλεγαν ότι η Ευπολέμεια ή Ευπολεμίη δεν ήταν νύμφη αλλά απλά ήταν μία από τις κόρες του τοπικού ήρωα Μυρμιδόνα, του επώνυμου ήρωα των Μυρμιδόνων και γιου του Δία και της Ευρυμέδουσας. Άλλοι πάλι μύθοι ήθελαν τον Μυρμιδόνα να είναι γιος του Διολήθη και εγγονός του Περιήρη.
Η σύγχυση αυτή για το αν η Ευπολέμεια ήταν βασιλοπούλα ή νύμφη παρατηρείται και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Δεν πρέπει να προξενεί εντυπώσεις. Στην εποχή της δημιουργίας των μύθων οι βασιλοπούλες, οι νύμφες και οι κατώτερες θεές, όπως και οι ήρωες, οι βασιλιάδες και οι κατώτεροι θεοί, συχνά μπερδεύονταν και ταυτίζονταν μεταξύ τους. Η προσπάθεια των βασιλιάδων και των αρχόντων για την κατοχύρωση και την ενίσχυση των μοναρχικών τους δικαιωμάτων μπορούσε να είχε καλύτερα αποτελέσματα εάν, μαζί με άλλες προϋποθέσεις, συνυπήρχε και η βεβαιότητα της θεϊκής τους καταγωγής. Έτσι κατασκεύαζαν μύθους που μπέρδευαν ανθρώπους και θεούς, νύμφες και βασιλοπούλες.
Ό,τι όμως κι αν πίστευαν για την Ευπολέμεια, όσες διαφορές κι αν είχαν, σ’ ένα συμφωνούσαν όλοι στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, στο ότι η Ευπολέμεια περνούσε τις ώρες της παίζοντας στις όχθες και στα γάργαρα νερά του περίφημου στην αρχαιότητα Άμφρυσου ποταμού, αυτού που σήμερα είναι γνωστός με το όνομα Κεφάλωση. Στις πανέμορφες όχθες του Άμφρυσου ποταμού ζούσαν και έπαιζαν μαζί, αρμονικά δεμένες στη λαϊκή αντίληψη, βασιλοπούλες και νύμφες. Εκεί κοντά, όπως ήταν φυσικό, σεργιάνιζαν και βασιλόπουλα και θεοί.
Εκεί, όπως έλεγαν οι παλαιοί μύθοι της περιοχής, είδε κάποια μέρα ο θεός Ερμής την Ευπολέμεια, λιμπίστηκε την ομορφάδα της και την έκανε δική του. Και, επειδή τα αγκαλιάσματα των θεών ποτέ δε μένουν χωρίς αποτέλεσμα, – «οὐκ ἀποφώλιαι εὐναί ἀθανάτων», όπως λέει ο Όμηρος – ύστερα από καιρό η Ευπολέμεια έγινε μητέρα. Γέννησε τον Αιθαλίδη, σύμφωνα με όσα μαθαίνουμε από τα «Ορφικά» και τον Απολλώνιο.
Ο Αιθαλίδης γεννήθηκε κοντά στην πόλη Άλο, δίπλα δηλαδή στον Άμφρυσο ποταμό. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι η Ευπολέμεια πήγε και τον γέννησε κοντά σε μια άλλη πόλη, λίγο πιο πέρα, την Αλόπη, αυτή η οποία, κατά τον Στράβωνα (9, 432) λεγόταν από μερικούς συγγραφείς και Αλιούς.
Τόσο η Άλος όσο και η Αλόπη ήταν πόλεις της Αχαΐας Φθιώτιδας Και οι δύο πόλεις βρίσκονταν στους πρόποδες της ΌΘρης: «Αἰθαλίδην, ὃν ἔτικτε περικλυτή Εὐπολέμεια, Μυρμιδόνος θυγάτηρ, Ἀλόπῃ ἐνί πετρηέσσῃ» (Ορφέας, Αργοναυτικά, στ. 134 -135, Lipsiae 1905), μας λέει ο Ορφέας στα «Αργοναυτικά» του:                            Δηλαδή: «Τον Αιθαλίδη, τον οποίο γέννησε η δοξασμένη Ευπολέμεια, η θυγατέρα του Μυρμιδόνα στην πετρώδη Αλόπη».
Είναι αξιοσημείωτο να τονισθεί εδώ, γι’ αυτή τη σύγχυση ως προς το ποια από τις δύο πόλεις, η Άλος ή η Αλόπη, είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Αιθαλίδης, ότι και οι δύο αυτές πόλεις φέρονται να χτίστηκαν, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, από τον Αθάμαντα. Έχουν και οι δύο μία παρόμοια ιστορία: και οι δύο πήραν τα ονόματά τους – που εξάλλου δε διαφέρουν και πολύ από ετυμολογική άποψη – από ομώνυμες και πιστές υπηρέτριες του Αθάμαντα. Οι δύο υπηρέτριες που ακολούθησαν τον Αθάμαντα, μετά το διωγμό του, η Άλος και η Αλόπη, τιμήθηκαν από αυτόν με το δίνοντας τ’ όνομά τους στις αντίστοιχες πόλεις, λένε οι σχετικές μυθολογικές αναφορές.
Η διπλή αυτή εκδοχή του ενός και ίδιου στην πραγματικότητα μύθου, κατά την οποία δύο πόλεις με ονομασίες ετυμολογικά ομόρριζες (Άλος – Αλόπη) και πολύ γειτονικές, οφείλουν τα ονόματά τους στην ίδια διαδικασία, στα ονόματα δηλαδή πιστών υπηρετριών που ακολούθησαν τον ίδιο βασιλιά, τον Αθάμαντα, είναι ενισχυτική του κύρους του μύθου.
Ο Αιθαλίδης λοιπόν αυτός, ο γιος του Ερμή και της Ευπολέμειας, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία που έγινε με αρχηγό τον Ιάσονα. Ήταν μάλιστα ο επίσημος κήρυκας πάνω στην Αργώ. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού ο Αιθαλίδης ήταν γιος του θεού Ερμή. Οι μύθοι μάλιστα της Αχαΐας Φθιώτιδας έλεγαν ότι τόσο πολύ είχε αγαπήσει ο Ερμής τον γιο της αγαπημένης του Ευπολέμειας, της νύμφης του Άμφρυσου, ώστε, για χάρη του, σ’ όλη την διάρκεια της Αργοναυτικής Εκστρατείας, δέχτηκε να στερηθεί ο ίδιος το «κηρύκειό» του και να το παραδώσει στον Αιθαλίδη να το έχει μαζί του στο δοξασμένο ταξίδι.
Ο ίδιος θεός Ερμής χάρισε ακόμη στον γιο του μια πολύ καταπληκτική μνήμη από την οποία δεν ξέφευγε τίποτε. Του χάρισε ακόμη και μία ιδιότυπη αθανασία, επειδή δεν μπορούσε να τον κάνει οριστικά αθάνατο. Μετά το θάνατό του δηλαδή, ο Αιθαλίδης είχε από τον πατέρα του το χάρισμα να μπορεί να ζει μία μέρα στον Κάτω Κόσμο και μία στον Επάνω. Γι’ αυτό και ο Αιθαλίδης ονομαζόταν «κῆρυξ ἑτερήμερος».
Όταν οι Αργοναύτες έφτασαν στη Λήμνο, οι Λήμνιες γυναίκες δεν τους επέτρεπαν να αποβιβαστούν στο νησί τους. Ο Αιθαλίδης τότε ήταν εκείνος που μεσολάβησε και έγινε δεκτό το αίτημα των Αργοναυτών και οι Αργοναύτες αποβιβάστηκαν στο νησί.
Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι το νησί Λήμνος ήταν εκείνο στο οποίο είχε εγκαταστήσει το εργαστήριο του ο θεός της φωτιάς και της αιθάλης (καπνού), ο Ήφαιστος.

Το νησί αυτό, εκτός από το όνομα Λήμνος, είχε και το όνομα Αιθάλη (καπνιά). Έτσι φαίνεται να μην είναι άσχετο το ότι ο Αιθαλίδης, που το όνομά του σημαίνει «γιος της Αιθάλης» (γιος της καπνιάς), ήταν εκείνος που μπορούσε να μεσολαβήσει στο νησί της Αιθάλης, της οποίας το όνομα φαίνεται να έχει σχέση εξάρτησης από τον ήρωά μας. Αιθαλία ήταν επίσης μία άλλη ονομασία τόσο της Λέσβου όσο και της Χίου (Πολύβιος, στον Στέφανο Βυζάντιο).
Θα πρέπει – και ίσως μάλιστα με έμφαση – να επισημάνουμε κάτι άλλο πολύ βασικό για την σημαντικότητα, με την οποία περιβαλλόταν στην αρχαιότητα, το όνομα του ήρωα Αιθαλίδη, του αργοναύτη από την Άλο.
Όπως μας λέει ο Διογένης Λαέρτιος (8, 4), ο σοφός Πυθαγόρας, ο οποίος ήταν θερμός υποστηρικτής της θεωρίας της μετενσάρκωσης, πίστευε ότι σε μία από τις προηγούμενες ζωές του είχε ζήσει με τη μορφή του Αιθαλίδη. Το ισχυρίζονταν αυτό και οι μαθητές του Πυθαγόρα. Αυτοί μάλιστα απαριθμούσαν όλα τα πρόσωπα στα οποία είχε κατοικήσει η ψυχή του Αιθαλίδη πριν φτάσει στον Πυθαγόρα. Πρώτα μπήκε στο σώμα του Εύφορβου, ύστερα στου Ερμότιμου, που καταγόταν από τις Κλαζομενές, ύστερα στου Πύρρου, ενός ταπεινού βοσκού του νησιού Δήλος, και τέλος στου Πυθαγόρα.
Ο Ερμότιμος είχε τη δύναμη να κάνει την ψυχή του να εγκαταλείπει το σώμα του για πολύ καιρό. Στα διαστήματα αυτά, κι ενώ το σώμα του κειτόταν σαν νεκρό, περιπλανιόταν σε χώρες μακρινές και πειραματιζόταν σε πράγματα απόκρυφα. Σε μια τέτοια κατάσταση βρήκαν οι εχθροί το σώμα του και το έκαψαν. Οι δυνατότητες αυτές του Ερμότιμου είναι μια άλλη μορφή της ιδιότυπης αθανασίας που χάρισε ο Απόλλωνας στον Αιθαλίδη.
Όλες αυτές οι αλλεπάλληλες μετεμψυχώσεις του Αιθαλίδη εξηγούνταν από την ιδιότυπη εκείνη αθανασία που του χάρισε ο πατέρας του να μπορεί να ζει πότε στον Επάνω και πότε στον Κάτω Κόσμο. Εκτός από αυτό, ο Αιθαλίδης, χάρη στην τεράστια μνήμη που είχε – πολύτιμο χάρισμα κι αυτό του θεϊκού πατέρα του – μπορούσε, σε κάθε μία από αυτές τις αλλεπάλληλες ζωές που έζησε, να θυμάται τις προηγούμενες. Και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που δικαιολογούσε πώς ο Πυθαγόρας μπορούσε και γνώριζε όλα όσα είχε ζήσει ως Αιθαλίδης. Θυμόταν την ζωή του ως Αιθαλίδης, ως Εύφορβος, ως Ερμότιμος και ως Πύρρος. Ζώντας ο Πυθαγόρας με την ψυχή του Αιθαλίδη μέσα του, θυμόταν, χάρη στην καταπληκτική μνήμη που είχε αυτή η ψυχή, το ότι σε μία από τις προηγούμενες ζωές του είχε ζήσει την ζωή του ήρωα Αιθαλίδη σ’ όλες της τις λεπτομέρειες.

2. Οι αργοναύτες Εχίονας, Εύρυτος και Ίδμονας

                        Μια άλλη, ξακουστή επίσης, νύμφη που ζούσε στην ίδια περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, ήταν η Αντιάνειρα. Ο Ερμής τίμησε με τον έρωτά του και την Αντιάνειρα και την έκανε μητέρα δυο αγοριών, του Εχίονα και του Εύρυτου ή Έρυτου. Και τα δυο αυτά παιδιά του Ερμή έλαβαν μέρος ως αργοναύτες στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ως παιδιά δε του Ερμή, όπως αναφέρουν οι σχετικοί μύθοι, ήταν και αυτά κήρυκες.
Οι δυο γιοι του Ερμή και της νύμφης Αντιάνειρας, ο Εύρυτος και ο Εχίονας, αναφέρονται ακόμα ανάμεσα σ’ εκείνους τους ήρωες που έλαβαν μέρος και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Για τον Εύρυτο έλεγαν ακόμα ότι έλαβε μέρος και στους αγώνες που διοργάνωσε ο Άκαστος για να τιμήσει τη μνήμη του Πελία και μάλιστα ότι βγήκε νικητής.
Κάποιος άλλος μύθος, που μας τον παρουσιάζει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην «Ωγυγία» του, τα έλεγε διαφορετικά. Ναι, πατέρας των δυο Αργοναυτών, του Εύρυτου και του Εχίονα, ήταν μεν ο Ερμής, αλλά μητέρα τους δεν ήταν η Αντιάνειρα. Ήταν η νύμφη Λαοθόη, μία άλλη ξακουστή νύμφη, πάλι από την ίδια περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Η Αντιάνειρα, στα «Ορφικά», στα οποία παρουσιάζεται ως κόρη του Φέρητα, του ιδρυτή των Φερών, φέρεται να είναι μητέρα ενός ακόμη ήρωα της Αργοναυτικής Εκστρατείας, του Ίδμονα. Αυτός όμως ήταν γιος, όχι του Ερμή αλλά ενός άλλου θεού, του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας, που εκείνο τον καιρό, τιμωρημένος από τον Δία, υπηρετούσε ως τσοπάνος στο βασιλιά των Φερών Άδμητο, ξελόγιασε την Αντιάνειρα και πλάγιασε μαζί της στις δροσερές όχθες του ιερού ποταμού Άμφρυσου. Εκεί έβοσκε ο Απόλλωνας τα κοπάδια του Άδμητου, εκεί πήγαινε να παίξει και η Φερητιάδα Αντιάνειρα και εκεί οι δυο νέοι αντάμωσαν και αγαπήθηκαν:
«δή τότ’ Ἄβαντος παῖς νόθος ἤλυθε καρτερός Ἴδμων,
τόν ῥ’ ὑποκυσσαμένη τέκεν Ἀπόλλωνι ἄνακτι
Ἀμφρύσου παρά χεῦμα Φερετιάς Ἀντιάνειρα.
τῷ καί μαντοσύνην ἔπορεν καί θέσφατον ὀμφήν
Φοῖβος, ἵν᾿ ἀνθρώποισιν ἀρηρότα μυθίζοιτο». (Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, 1, 139 κ. εξ. Orphica, Procli Hymni, Musaei, Carmen de Hero et Leandro, Callimachi Hymni et Epigrammata, Ορφέας Αργοναυτικά, στίχ. 188 -192, Lipsiae 1905. σελ 11 – 12).
Δηλ.: «τότε λοιπόν ήρθε ο νόθος γιος του Άβαντα ο ισχυρός Ίδμονας τον οποίο, αφού έμεινε έγκυος από τον άνακτα Απόλλωνα, τον γέννησε δίπλα στο ρείθρο του Άμφρυσου η Φερητιάδα Αντιάνειρα, σ’ αυτόν (Ίδμονα) και μαντευτικότητα έδωσε και φωνή για τα πεπρωμένα ο Φοίβος (Απόλλωνας) για να λέει στους ανθρώπους τα αρμόζοντα».
Θνητός και θετός πατέρας του Ίδμονα ήταν ο Άβαντας. Αθάνατος και φυσικός πατέρας του ήταν ο Απόλλωνας. Έτσι γίνονταν τότε με τα βασιλόπουλα. Γεννιόνταν αφού πλάγιαζε με τη μάνα τους κάποιος θεός και ύστερα, παίρνοντας θεϊκή εντολή, τα υιοθετούσαν και τα προστάτευαν, μέχρι να μεγαλώσουν, οι θνητοί γονείς τους. Τέτοια παραγγελία έπαιρναν από το θεό. Και τέτοιες θεϊκές παραγγελίες όλοι τις εκτελούν χωρίς αντιρρήσεις.
Ο Ίδμονας, ο γιος του Απόλλωνα και της Αντιάνειρας, ήταν ένας σπουδαίος μάντης. Ο πατέρας του, ο μεγάλος Απόλλωνας, του χάρισε την ικανότητα να μαντεύει και να λέει στους ανθρώπους εκείνα που έπρεπε να κάνουν. Έλαβε κι αυτός μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και κατά την διάρκειά της ο Ίδμονας ήταν εκείνος που ερμήνευε τους διάφορους οιωνούς.
Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, όχι ευρύτερα γνωστή, ο Αιήτης δεν ζήτησε αποκλειστικά και μόνο από τον Ιάσονα να κάνει τα μεγάλα κατορθώματα και να ζέψει τους δυο ταύρους και να σπείρει τα δόντια των δράκων. Αρκούσε να κάνει τα κατορθώματα αυτά ένας οποιοσδήποτε από τους αργοναύτες. Όλοι οι αργοναύτες φάνηκαν πρόθυμοι ν’ αναλάβουν ο καθένας τους να πραγματοποιήσουν μόνος του τα μεγάλα αυτά κατορθώματα. Ο Ίδμονας όμως, που είχε την σοφία δοσμένη από τον πατέρα του να λέει πάντοτε το σωστό, είπε ότι αυτό πρέπει να το αναλάβει ο Ιάσονας (Σχόλια στον Απολλώνιο τον Ρόδιο 3, 515-521 και 523-524).

Έτσι μόνο θα τιμούνταν όσο έπρεπε ως αρχηγός τους και έτσι μόνο θα του αναγνωριζόταν το κατόρθωμα ως δικό του για να μπορέσει να διεκδικήσει τον θρόνο της Ιωλκού, όταν θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους.
Θνητός πατέρας του Ίδμονα, όπως είδαμε και όπως ισχυρίζονται ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αλλά και ο Ηρόδοτος, ήταν ο Άβαντας. Ο Άβαντας ήταν γιος του Μελάμποδα. Ήταν λοιπόν ο Ίδμονας εγγονός του μάντη Μελάμποδα και γι’ αυτό ήταν μάντης, αφού ανήκε στη μεγάλη γενιά των ξακουστών μάντηδων, των Μελαμποδιδών. Πώς λοιπόν να μην ήταν σπουδαίος μάντης αφού τόσο ο φυσικός πατέρας του, ο θεός Απόλλωνας, όσο και ο θετός του, ο Άβαντας, αλλά και ο παππούς του, ο Μελάμποδας, ήταν μάντηδες; Γι’ αυτό, όπως θα δούμε πιο κάτω, ο Ίδμονας, φέρεται να είναι ο παππούς του ξακουστού μεγάλου μάντη Κάλχα.
Ως μάντης ο Ίδμονας γνώριζε πολύ καλά, γιατί το είχε καταλάβει από το πέταγμα των πουλιών πριν ακόμα ξεκινήσουν, ότι στην Αργοναυτική Εκστρατεία θα σκοτωνόταν και ο ίδιος (Απολλόδωρος 2, 815 κ. εξ.). Παρ” όλα αυτά όμως, έλαβε μέρος σ’ αυτήν και πραγματικά, όπως είχε μαντέψει, σκοτώθηκε από το χτύπημα ενός κάπρου στη χώρα των Μαριανδυνών.
Δεν συμφωνούσαν όλοι όμως μ’ αυτή την εκδοχή. Ακούγονταν και άλλοι διαφορετικοί μύθοι. Σύμφωνα με τον Σενέκα (Μήδεια 651 κ.εξ.) ο Ίδμονας πέθανε από δάγκωμα φιδιού, ενώ σύμφωνα με τον Βαλέριο Φλάκκο αιτία του θανάτου του ήταν κάποια αρρώστια που του παρουσιάστηκε.
Οι αργοναύτες έστησαν πάνω στο τάφο του Ίδμονα ένα κομμάτι ξύλο από την Αργώ, γιατί έτσι τους συμβούλεψε ο Ορφέας. Το ξύλο αυτό της Αργώς, αργότερα έβγαλε ρίζες και βλάστησε και έγινε μια μεγάλη αγριελιά, που φανέρωνε έτσι σ’ όλους τον τάφο του μεγάλου μάντη.
Ο Ίδμονας ταυτίστηκε από τους Μαριανδυνούς, στη χώρα των οποίων βρισκόταν ο τάφος του, με τον δικό τους τοπικό ήρωα τον Αγαμήστορα. Αργότερα, όταν πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η λησμονιά να σκεπάσει τις διαφορές και να μπερδέψει τις διαφορετικές απόψεις, πολλοί μπέρδευαν τα ονόματα. Άλλοι έλεγαν ότι ο τάφος που βρισκόταν στη χώρα των Μαριανδυνών ήταν του Αγαμήστορα και άλλοι ότι ήταν του Ίδμονα. Στην Ηράκλεια του Πόντου υπήρχε ο τάφος ενός ήρωα με το όνομα Αγαμήστορας. Αργότερα έλεγαν ότι ο ήρωας, που ήταν θαμμένος εκεί, ήταν ο προφήτης της Αργώς Ίδμονας (Ηρόδωρος FGrHist 31 F51, Προμαθίδας FGrHist 430 F3, Απολλώνιος Ρόδιος 2, 849 κ.ε. και Σχόλια 2, 844 – 847a και 2, 848 – 850. Πρβ. και Κόιντο Σμυρναίο 6, 464 (Βιβλιογραφία αναφερόμενη στην Ελληνική Μυθολογία, Εκδοτικής Αθηνών, τόμ. 4ος, σελ. 156).
Είναι και αυτή μία ακόμη περίπτωση σύγχυσης και ταύτισης ηρώων που οφείλεται στις προσπάθειες οικειοποίησης ξένων μύθων. Οι Μεγαρείς και οι Βοιωτοί, οι οποίοι πολύ αργότερα θέλησαν να χτίσουν εκεί μια πόλη, όταν ρώτησαν το μαντείο των Δελφών σχετικά, πήραν την απάντηση ότι έπρεπε να λατρεύουν τον θαμμένο εκεί ήρωα ως προστάτη τους.
Σύμφωνα όμως με τα «Ναυπάκτια Έπη» ο Ίδμονας δεν σκοτώθηκε στη χώρα των Μαριανδυνών αλλά έφτασε κι αυτός ζωντανός στην Κολχίδα μαζί με τους άλλους Αργοναύτες και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαφυγή των Αργοναυτών από το παλάτι του Αιήτη. Αυτός ήταν εκείνος που, μόνος απ’ όλους, έμεινε ξάγρυπνος, το βράδυ της παραμονής της ημέρας που επρόκειτο να φύγουν οι Αργοναύτες από τη χώρα του Αιήτη με το χρυσόμαλλο δέρας, ενώ όλοι οι άλλοι μεθυσμένοι, σύμφωνα με το σχέδιο εξόντωσής τους που είχε καταστρώσει ο Αιήτης, έπεσαν σε βαθύ ύπνο.

Έτσι, όταν η Αφροδίτη που ήθελε να βοηθήσει τους Αργοναύτες άναψε ερωτικό πόθο στον Αιήτη για την γυναίκα του, προκειμένου να δώσει την ευκαιρία στους Αργοναύτες να ξεφύγουν, ο Ίδμονας φρόντισε και τους ξύπνησε όλους και έφυγαν. Έτσι έλεγαν και καμάρωναν για την προσφορά του δικού τους Αργοναύτη, του Ίδμονα, οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά στον Άμφρυσο ποταμό, τη σημερινή Κεφάλωση, έξω από τον Πλάτανο του Αλμυρού, όπου είχε γεννηθεί ο μεγάλος αυτός ήρωας και μάντης.

3. Η κόρη του Ίδμονα Αράχνη

                        Πολλά άλλα ενδιαφέροντα έλεγαν ακόμη τα παραμύθια της Αχαΐας Φθιώτιδας για τον ξακουστό αργοναύτη και μάντη Ίδμονα.
Μερικοί έλεγαν ότι ναι μεν πατέρας του ήταν ο Απόλλωνας, αλλά μητέρα του δεν ήταν η Αντιάνειρα. Ήταν η νύμφη Κυρήνη, η οποία ήταν μητέρα και του Αρισταίου.

Επομένως, κατά την εκδοχή αυτή, ο Ίδμονας και Αρισταίος ήταν αδελφοί.
Άλλοι πάλι έλεγαν ότι μητέρα του Ίδμονα ήταν η Αστερία, η κόρη του Λαπίθη Κόρωνου ή Κορωνού. Άλλοι μύθοι ήθελαν μητέρα του Ίδμονα να είναι η Αγλαΐα, που κι αυτή, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, ήταν θυγατέρα του Φέρητα. Έτσι ισχυρίζεται ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην «Ωγυγία» του. Σ’ όλες όμως τις μυθολογικές εκδοχές φυσικός πατέρας του φερόταν, χωρίς καμία εξαίρεση, πάντοτε, ο Απόλλωνας.
Κόρη του μάντη Ίδμονα ήταν η Αράχνη, μια πανέμορφη κοπέλα που ήταν μεγάλη τεχνίτισσα στον αργαλειό και περηφανευόταν για τα θαυμαστά χειροτεχνήματά της. Τόσο πολύ περήφανη ήταν γι’ αυτή της την τέχνη, ώστε ισχυριζόταν ότι ξεπερνούσε στην υφαντική και αυτή ακόμα την θεά Αθηνά. Τολμούσε ακόμη στα υφαντά της να παριστάνει τους έρωτες των θεών. Μάλιστα κάποια φορά δεν δίστασε να καλέσει την ίδια την Αθηνά σε αγώνα υφαντικής. Ο διαγωνισμός έγινε.

Της Αθηνάς το έργο ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα. Αριστούργημα όμως ήταν και της Αράχνης. Η θεά Αθηνά οργίστηκε γι’ αυτή την αυθάδεια της Αράχνης, οργίστηκε τόσο πολύ τους κομπασμούς της Αράχνης ώστε, για να την τιμωρήσει, την μεταμόρφωσε στο έντομο αράχνη.
Βεβαίως για την Αράχνη και το σχετικό επεισόδιο του διαγωνισμού της με την Αθηνά υπάρχουν και άλλες μυθολογικές εκδοχές, οι οποίες μάλιστα είναι οι επικρατέστερες και οι πλέον γνωστές. Οι εκδοχές αυτές μεταθέτουν τον μύθο της Αράχνης στη Μικρά Ασία. Εμείς ωστόσο αναφέρουμε αυτή που συνδέεται με την Αχαΐα Φθιώτιδα. Είναι μία μυθολογική εκδοχή, η οποία σχεδόν δεν είναι καθόλου γνωστή. Ωστόσο αυτή για μας φαίνεται να είναι η εγκυρότερη και η αυθεντικότερη. Είναι κι ο μύθος της Αράχνης ένας μύθος, που όπως και πολλοί άλλοι, μεταφέρθηκε από τούτα τα μέρη στη Μικρά Ασία μαζί με τους μετανάστες οι οποίοι από την Αχαΐα Φθιώτιδα πήγαν σ’ εκείνα τα μέρη. Αφού όλες οι υπάρχουσες μυθολογικές εκδοχές, χωρίς εξαίρεση, παρουσιάζουν τον Ίδμονα να γεννιέται στις όχθες του Άμφρυσου ποταμού της Αχαΐας Φθιώτιδας πώς μπορούσε ο αρχικός και ο γνήσιος μύθος για την κόρη του Αράχνη να αναφέρεται στη Μικρά Ασία;

4. Ο αργοναύτης Θέστορας

                   Γιος του μάντη Ίδμονα ήταν ο Θέστορας, μάντης σπουδαίος κι αυτός. Ο μάντης Θέστορας έλαβε κι αυτός μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ο Θέστορας ήταν ο πατέρας του περίφημου μάντη Κάλχα. Ο Όμηρος ονομάζει Θεστορίδη τον μεγάλο μάντη του Τρωικού Πολέμου Κάλχα, δηλαδή γιο του Θέστορα. Ο ονομαστός λοιπόν μάντης Κάλχας ήταν εγγονός του Ίδμονα, του γιου του Απόλλωνα, αυτού που γεννήθηκε στις όχθες του Άμφρυσου ποταμού από μητέρα την Αντιάνειρα, κόρη του Φέρητα και πατέρα τον Απόλλωνα.
Ο αργοναύτης λοιπόν Θέστορας, ο γιος του Ίδμονα και πατέρας του μεγάλου μάντη Κάλχα, καταγόταν και αυτός από τούτα τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Υπάρχουν μάλιστα και αρχαιολογικά δεδομένα και ευρήματα τα οποία, κοιταγμένα και ερμηνευμένα με το δικό μας «ερασιτεχνικό» κοίταγμα και σύμφωνα με την προσωπική μας, τολμηρή ίσως, εκτίμηση, ενισχύουν αυτή μας την εκδοχή.
Ας δούμε πού στηρίζουμε αυτή μας την άποψη.
Σε κομμάτια πήλινου σκύφου, που βρέθηκε σε αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο χώρο των Φθιωτίδων Θηβών, απεικονίζεται ο γνωστός ομηρικός μύθος κατά τον οποίο η Κίρκη μεταμορφώνει τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια. Σ’ ένα από τα κομμάτια αυτά, ανάμεσα σ’ άλλα ονόματα συντρόφων του Οδυσσέα, αναφέρεται και το εντελώς άγνωστο από άλλες πηγές Θέστωρ, μαζί με τα ονόματα Θεόφρων και Μάντιχος.
Έχουμε τη γνώμη ότι πρόκειται για τον τοπικό αργοναύτη Θέστορα, το γιο του Ίδμονα και πατέρα του Κάλχα. Ο λαϊκός κατασκευαστής του σκύφου των Φθιωτίδων Θηβών, κάτω από την ισχυρή επιρροή, που ασφαλώς ασκούσε στην περιοχή του αφενός μεν το πολύ γνωστό όνομα του Θέστορα, ως πατέρα του ξακουστού Κάλχα και αφετέρου η ελκυστική ιστορία που ακουγόταν για τον ίδιο τον Θέστορα και την οποία αναφέρουμε αμέσως πιο κάτω, έχοντας στη μνήμη του συγκεχυμένες τις ιστορίες των δύο εκστρατειών, του Τρωικού Πολέμου και της Αργοναυτικής Εκστρατείας, δεν δυσκολεύτηκε να παραστήσει τον τοπικό αργοναύτη Θέστορα ως σύντροφο του Οδυσσέα.
Η γοητευτική ιστορία – μύθος που ακουγόταν για τον μάντη Θέστορα, είναι η εξής:
«Ο Θέστορας, εκτός από τον ξακουστό και πασίγνωστο γιο του, τον μεγάλο μάντη Κάλχα, είχε και δυο κόρες, την Λευκίππη και την Θεονόη.
Πειρατές κάποτε άρπαξαν την Θεονόη και την πούλησαν στον βασιλιά της Καρίας Ίκαρο. Ύστερα από αυτό ο Θέστορας μπήκε σ’ ένα καράβι και ξεκίνησε να ψάξει παντού να βρει την κόρη του, χωρίς βεβαίως να ξέρει που βρισκόταν αυτή. Το πλοίο όμως του Θέστορα ναυάγησε και κατά τύχη αυτός βγήκε ναυαγός στην Καρία, όπου τον έπιασαν και τον έκλεισαν στις φυλακές του βασιλιά Ίκαρου. Έτσι κλεισμένος στη φυλακή του βασιλιά της Καρίας, δίπλα, χωρίς να το γνωρίζει, στην κόρη του Θεονόη, ο Θέστορας έζησε εκεί πολύ καιρό.
Η Λευκίππη, που είχε μείνει μόνη στο σπίτι της για πάρα πολύ καιρό, δεν μάθαινε νέα ούτε για την αδελφή της ούτε για τον πατέρα της.
Απελπισμένη έπειτα από τον διπλό αυτό χαμό των δικών της ξεκίνησε κι αυτή μ’ ένα καράβι να ψάξει να τους βρει. Προηγουμένως όμως ζήτησε την συμβουλή του Μαντείου των Δελφών. Το Μαντείο την συμβούλεψε να μεταμορφωθεί σε ιερέα του Απόλλωνα και έτσι μεταμορφωμένη ν’ αρχίσει να ψάχνει για τους δικούς της.
Ντυμένη, λοιπόν, ως ιερέας του Απόλλωνα η Λευκίππη άρχισε να ψάχνει ταξιδεύοντας από τόπο σε τόπο. Κάποτε έφτασε και στην Καρία και πήγε στο παλάτι του βασιλιά Ίκαρου. Η Λευκίππη με την αμφίεση που είχε φαινόταν ως ένας πραγματικός πανέμορφος ιερέας. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι ο όμορφος αυτός ιερέας του Απόλλωνα ήταν μία γυναίκα. Η Θεονόη, δηλαδή η αδελφή της, που ζούσε στο παλάτι του βασιλιά της Καρίας, βλέποντας μπροστά της ένα πανέμορφο ιερέα ένιωσε μια ακατανίκητη έλξη γι’ αυτόν κι αμέσως του πρότεινε να συνάψουν ερωτικές σχέσεις. Η Λευκίππη (ως ιερέας), χωρίς να έχει γνωρίσει την αδελφή της Θεονόη, αρνήθηκε φυσικά τις προτάσεις της. Η Θεονόη για εκδίκηση έδωσε διαταγή και φυλάκισαν τον ιερέα. Τον οδήγησε μάλιστα η ίδια στο κελί του Θέστορα.                                           Έτσι ο Θέστορας και οι δύο κόρες του, όλοι μαζί, βρέθηκαν και οι τρεις τους στο ίδιο κελί της φυλακής, στη μακρινή Καρία, χωρίς ν’ αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο.
Η Θεονόη, χωρίς να ξέρει ότι μπροστά της βρισκόταν ο πατέρας της και η αδελφή της, έδωσε ένα σπαθί στον Θέστορα και τον διέταξε να σκοτώσει τον ιερέα, να σκοτώσει δηλαδή την κόρη του Λευκίππη.
Ο Θέστορας κρατώντας το σπαθί στο χέρι του, απελπισμένος από την συμφορά που τον βρήκε, ετοιμάστηκε να καρφώσει το ξίφος στο δικό του στήθος ενώ συγχρόνως φώναξε: Έχω χάσει τα δυο κορίτσια μου, ας μην γίνω τώρα και φονιάς.
Η Λευκίππη (ντυμένη πάντοτε ως ιερέας του Απόλλωνα), ακούγοντας τα παράξενα αυτά τα λόγια, πρόσεξε καλύτερα κι αμέσως γνώρισε τον πατέρα της. Φωνάζοντάς τον δυνατά τον σταμάτησε από την αυτοκτονία την τελευταία στιγμή.
Σε λίγες στιγμές όλοι είχαν γνωριστεί και, πατέρας και κόρες, είχαν πέσει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο Ίκαρος όταν έμαθε την τόσο συγκινητική ιστορία τους ελευθέρωσε όλους και τους έστειλε πίσω στην πατρίδα τους» (Στεφάνου Κομμητά, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδ. ΕΚΑΤΗ, 1996, σελ. 219).

Η περίεργη και τόσο ωραία αυτή ιστορία του Θέστορα, του πατέρα του μάντη Κάλχα, και των δυο κοριτσιών του, δεν ήταν δυνατόν παρά να ήταν πολύ διαδεδομένη και να μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα. Έτσι, νομίζω, δεν ήταν καθόλου δύσκολο στον λαϊκό κατασκευαστή του σκύφου των Φθιωτίδων Θηβών, έχοντας στη μνήμη του ζωντανό το όνομα Θέστορας και την ιστορία του, και ο οποίος ασφαλώς γνώριζε ή και δεν γνώριζε ότι ο Θέστορας ήταν αργοναύτης, να τον κάνει και σύντροφο του Οδυσσέα που μετείχε στις περιπέτειές του. Ασφαλώς στον απλό λαό, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα, οι ήρωες και οι περιπέτειές τους σε διάφορα επεισόδια που απέχουν χρονικά μεταξύ τους πολύ συχνά συγχέονται.

5. Ο αργοναύτης Ίφικλος

                        Από την ίδια ακόμη περιοχή, την περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και ο Ίφικλος, γιος του Φύλακου, ο γνωστός για τα ξακουστά κοπάδια των βοδιών του, από τη Φυλάκη. Ο Ίφικλος ήταν εκείνος που μαζί με τον Τελαμώνα, όταν οι Αργοναύτες, κατά την επιστροφή τους από την Κολχίδα, αποβιβάστηκαν στην παραλία της Τροίας, πήγαν στο βασιλιά Λαομέδοντα να του ζητήσουν όσα τους είχε κάποια άλλη φορά υποσχεθεί,
Τι είχε γίνει; Πηγαίνοντας για την Κολχίδα οι Αργοναύτες αποβιβάστηκαν για να ξεκουραστούν στο Σίγειο της Τροίας. Εκεί βρήκαν τους κατοίκους πολύ αναστατωμένους. Ένα θηρίο που έβγαινε από τη θάλασσα κατάστρεφε τις καλλιέργειες και έτρωγε όποιον συναντούσε μπροστά του, είτε άνθρωπος ήταν αυτός είτε ζώο. Ο βασιλιάς της Τροίας Λαομέδοντας, απελπισμένος από το μεγάλο κακό που βρήκε το λαό του, και μην γνωρίζοντας τι να κάνει, για να τον απαλλάξει από το φοβερό κακό, ρώτησε το Μαντείο των Δελφών. Το Μαντείο του απάντησε ότι έπρεπε να δώσουν στο θηρίο, ύστερα από κλήρωση που θα έκαναν, ένα κορίτσι.

Ο κλήρος έπεσε στην κόρη του ίδιου του βασιλιά Λαομέδοντα, την Ησιόνη. Όταν λοιπόν έφτασαν εκεί οι Αργοναύτες ήταν ακριβώς η ώρα που έπρεπε να παραδώσουν την κόρη στο θηρίο. Ο Ηρακλής με τους άλλους Αργοναύτες, όταν τα έμαθε αυτά, αποφάσισε να σκοτώσει το θηρίο και να ελευθερώσει την Ησιόνη.
Σ’ αντάλλαγμα για την ευεργεσία του αυτή προς τον Λαομέδοντα, θα έπαιρνε τ’ ανίκητα άλογα του βασιλιά της Τροίας. Έτσι και έγινε. Η Ησιόνη, η οποία γλίτωσε τη ζωή της χάρη στον Ηρακλή, αποφάσισε, από ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη της, να τον ακολουθήσει. Ο Ηρακλής δέχτηκε αλλά την άφησε προσωρινά να μείνει κοντά στον πατέρα της όπως και τ’ ανίκητα άλογα, μεχρισότου θα γύριζε από την εκστρατεία.
Στην επιστροφή από την Αργοναυτική Εκστρατεία ο Ηρακλής έστειλε τον Ίφικλο και τον Τελαμώνα στον Λαομέδοντα να πάρουν την Ησιόνη και τ’ άλογα, όπως του είχαν υποσχεθεί. Ο Λαομέδοντας όμως αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Έπιασε μάλιστα και φυλάκισε τους δυο απεσταλμένους του Ηρακλή:
«Ἐνταῦθα δ᾿ Ἡρακλέους πέμψαντος εἰς τήν πόλιν ῎Ιφικλόν τε τόν ἀδελφόν καί Τελαμῶνα τούς τε ἵππους καί τήν Ἡσιόνην ἀπαιτήσοντας, λέγεται τόν Λαομέδοντα τούς μέν πρεσβευτάς εἰς φυλακήν ἀποθέσθαι, τοῖς δέ ἄλλοις Ἀργοναύταις δι᾿ ἐνέδρας βουλεῦσαι θάνατον» (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Τετάρτη, 49. 3).
Την απόφαση του Λαομέδοντα να μην παραδώσει την Ησιόνη και τα περίφημα άλογά του την υποστήριζαν και όλα τα παιδιά του εκτός από ένα, τον Πρίαμο. Αυτός μάλιστα, στην προσπάθειά του να φανεί δίκαιος και να βοηθήσει τον Ίφικλο και τον Τελαμώνα, κατόρθωσε κι εφοδίασε τους δυο φυλακισμένους με ξίφη.
Ο Λαομέδοντας δεν αρκέστηκε μόνο στην άρνησή του. Ξεκίνησε για την παραλία, όπου είχαν αράξει οι υπόλοιποι Αργοναύτες περιμένοντας τον Ίφικλο και τον Τελαμώνα, σκοπεύοντας να καταστρέψει την Αργώ. Έφτασε εκεί και έγινε μεγάλη μάχη μεταξύ των Τρώων και των Αργοναυτών. Ο Λαομέδοντας νικήθηκε. Οι Αργοναύτες, για να ευχαριστήσουν τον Πρίαμο για την βοήθεια που τους έδωσε αλλά και για να βραβεύσουν την τιμιότητά του, τον έκαναν βασιλιά στην Τροία και έκλεισαν ειρήνη μαζί του. Έτσι έγινε βασιλιάς στην Τροία ο Πρίαμος. Είναι αυτός που τον συναντάμε εκεί αργότερα, κατά τον Τρωικό Πόλεμο.
Μερικοί τα έλεγαν διαφορετικά. Όταν νικήθηκε και σκοτώθηκε ο Λαομέδοντας, ο Ηρακλής έδωσε την Ησιόνη, ως βραβείο, στον Τελαμώνα και συγχρόνως της έδωσε το δικαίωμα να εξαγοράσει ένα από τα αδέλφια της που όλα είχαν καταδικαστεί σε θάνατο. Αυτή προτίμησε τον πιο μικρό απ’ όλους, τον Ποδάρκη. Ο Ηρακλής πράγματι, όπως είχε υποσχεθεί στην Ησιόνη, χάρισε την ζωή στον Ποδάρκη και από τότε ήταν που ο Ποδάρκης ονομάστηκε Πρίαμος, που θα πει εξαγορασμένος, γιατί η λέξη Πρίαμος παράγεται από το ρήμα πρίαμαι που σημαίνει αγοράζω.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (15 συνέχεια)

Η ΟΡΘΡΗΙΔΑ
ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΟΝΟΣ ΠΟΛΛΩΝ ΗΡΩΩΝ

                    Η νύμφη Ορθρηίδα, όπως λένε πάλι οι μύθοι της περιοχής της Όρθρης, γέννησε, εκτός από τον Μελιτέα και έναν ακόμη θεϊκό γιο. Αυτός ήταν γιος του Απόλλωνα και λεγόταν Φάγρος Ήταν και αυτός βοσκός, όπως και τόσες άλλες θεότητες της Όρθρης. Ήταν εκείνος που συμμάζεψε και περιποιήθηκε τον Μελιτέα.
Ασφαλώς πρόκειται κι εδώ για μία άλλη ακόμη προολυμπιακή θεότητα, η οποία λατρευόταν στην περιοχή και η οποία υποκύπτοντας στη λάμψη του Απόλλωνα, όπως και τόσες άλλες τοπικές θεότητες, εξαφανίστηκε, χωρίς ν’ αφήσει ούτε κάποιον έστω σχετικό μύθο. Δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο για τον παλιό αυτό θεό Φάγρο παρά μόνο ότι ήταν γιος του Απόλλωνα και της Ορθρηίδας και παιδαγωγός (άρα ακόμη πιο παλιός θεός) του Μελιτέα.
Δυο προολυμπιακές λοιπόν θεότητες, ο Μελιτέας και ο Φάγρος, αδέλφια μεταξύ τους, είναι παιδιά της νύμφης Ορθρηίδας.
Ο συνδυασμός αυτός της συνύπαρξης και συλλατρείας μιας παλαιάς θεότητας και μιας καινούργιας και η τακτοποίηση της λαϊκής αντίστασης και των αντιρρήσεών της με την εφεύρεση της πολύ βολικής για την περίσταση σχέσης παιδαγωγού (παλαιού θεού) και παιδαγωγούμενου (νέου θεού), όπως αυτή του Φάγρου και του Μελιτέα, συναντάται και και στην περίπτωση της Ιτωνίας Αθηνάς, όπου ο παλαιός θεός Ίτωνος, γίνεται ο παιδαγωγός του νέου θεού, της παιδαγωγούμενης Αθηνάς, και συλλατρεύονται με το όνομα Ιτωνία Αθηνά.
Βλέπουμε λοιπόν την νύμφη Ορθρηίδα της Όρθρης να είναι μητέρα θεών και πάμπολλων ηρώων της Ελλάδας, αφού είναι μητέρα τόσο των κατοίκων της Ελλάδας με πατέρα τους τον Έλληνα όσο και θεοτήτων και μάλιστα σαφώς προολυμπιακών, άρα πανάρχαιων.
Ένας μικρός ενδεικτικός κατάλογος μεγάλων ηρώων που κατάγονται από τη νύμφη της Όρθρης Ορθρηίδα μπορεί ν’ αποδείξει την αλήθεια των παραπάνω.
Ο Δώρος, ο Αίολος, ο Αχαιός και ο Ίωνας, γενάρχες των τεσσάρων ελληνικών φυλών έχουν μητέρα την Οθρηίδα:
«Τοῖς δέ παισίν ἐμέρισε τήν χώραν, καί Ξοῦθος μέν λαβών τήν Πελοπόννησον ἐκ Κρεούσης τῆς Ἐρεχθέως Ἀχαιόν ἐγέννησε καί Ἴωνα, ἀφ’ ὧν Ἀχαιοί καί Ἴωνες καλοῦνται, Δῶρος δέ τήν πέραν χώραν Πελοποννήσου λαβών τούς κατοίκους ἀφ’ ἑαυτοῦ Δωριεῖς ἐκάλεσεν, Αἴολος δέ βασιλεύων τῶν περί τὴν Θεσσαλίαν τόπων τούς ἐνοικούντας Αἰολεῖς προσηγόρευσε». (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1, 7, 3).
Από τον Αίολο κατάγονται: ο Κρηθέας, που ήταν πατέρας του Αίσονα, του Φέρητα, του Πελία, του Νηλέα, ο Σίσυφος, ο Περιήρης, ο Αθάμας, που ήταν πατέρας του Λέαρχου, του Μελικέρτη, του Φρίξου και της Έλλης, ο Δηιόνας, ο Μάγνητας, η Μελανίππη.
Από την ίδια αυτή προγιαγιά, την Ορθρηίδα, κατάγονται ακόμη ο Ιάσονας, ο Αμυθάονας, ο Άδμητος, η Άλκηστη, ο Μελάμποδας, ο Βίαντας, ο Εύμηλος, ο Άκαστος, η Αστυδάμεια, η Πεισιδίκη, ο Άργος, ο Κυτίσσωρος, η Πολυδώρα, ο Αχιλλέας, ο Τριόπας, ο Ερυσίχθονας, ο Νεοπτόλεμος, η Τυρώ, ο Κόδρος, ο βασιλιάς των Αθηναίων, και μια πληθώρα άλλων ηρώων, ιδρυτών και βασιλιάδων πόλεων.
Θα ήταν άσκοπη μια λεπτομερής αναφορά όλων των απογόνων της Ορθρηίδας στη θέση αυτή. Αρκεί, νομίζουμε, η υπόμνηση ότι ήταν μητέρα των τεσσάρων επώνυμων ηρώων των αρχηγών των ελληνικών φύλων, Αίολου (Αιολείς), Αχαιού (Αχαιοί), Ίωνα (Ίωνες) και Δώρου (Δωριείς).

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΡΗΙΔΑΣ
ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΙΔΡΥΤΕΣ ΚΑΙ ΗΡΩΕΣ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΩΝ

              Θα παραθέσουμε στη θέση αυτή έναν κατάλογο πόλεων, βουνών, ποταμών και χωρών οι οποίες οφείλουν την ονομασία του σε απόγονους της νύμφης Ορθρηίδας. Ομολογούμε ότι o κατάλογος αυτός δεν είναι πλήρης. Δεν είναι αυτός εξάλλου ο κύριος σκοπός μας, πέραν του ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Παραδεχόμαστε ακόμη ότι οι μυθολογικές αναφορές στις οποίες στηριχτήκαμε για την κατάρτιση του καταλόγου δεν είναι οι μοναδικές για κάθε μία από τις περιπτώσεις. Για μερικές ονομασίες υπάρχουν και άλλες εκδοχές, διαφορετικές από αυτές που παρουσιάζουμε.
Ωστόσο δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός ότι εξετάζοντας κάποιος προσεκτικά το σύνολο των εκδοχών των μύθων που συνδέονται με την Αχαΐα Φθιώτιδα, διαπιστώνει μία συνοχή και μία συνέπεια, μία ενιαία και λογική διαπλοκή. Όλες οι ονομασίες που αναφέρουμε στη συνέχεια παρουσιάζουν το γενικό χαρακτηριστικό ότι ανάγονται σ’ ένα και αρχικό ζευγάρι ανθρώπων, το μόνο που υπάρχει, επιζεί και τεκνοποιεί μετά την καταστροφή του κόσμου από τον κατακλυσμό επί της εποχής του Δευκαλίωνα, το ζευγάρι δηλαδή του Έλληνα, του γιου του Δευκαλίωνα, και της νύμφης της Όρθρης, της Ορθρηίδας.
Υπάρχουν, όπως αναφέρθηκε, και μυθολογικές εκδοχές που αναφέρονται στην προέλευση της ονομασίας μερικών πόλεων, διαφορετικές από αυτές που μνημονεύονται παρακάτω. Αυτές όμως οι διαφορετικές εκδοχές, είναι αποσπασματικές και μεμονωμένες αναφορές. Δεν παρουσιάζουν μεταξύ τους την συνολική συνοχή που παρατηρείται στον παρακάτω κατάλογο. Για κανένα άλλο ζευγάρι, εκτός αυτού του Έλληνα και της νύμφης Ορθρηίδας, δεν παρατηρείται αυτή η συγκεντρωτική αναγωγή της προέλευσης της ονομασίας τόσων πόλεων και χωρών, που αναφέρουμε στη συνέχεια.
Θεωρούμε τις μυθολογικές αυτές αναφορές τις γνησιότερες και αυθεντικότερες. γιατί πιστεύουμε, όπως έχουμε τονίσει σε άλλο σημείο, ότι οι κάτοικοι όλων των τόπων θα ήθελαν και θα επιδίωκαν οι μύθοι τους για την πρώτη αρχή και ονομασία της πόλης τους ή της χώρας τους να μνημονεύουν ως ιδρυτή και επώνυμο ήρωα κάποιον απόγονο του πρώτου ζευγαριού. Μόνο αυτό τους συνέφερε γιατί έτσι θα οδηγούνταν στην αρχαιότερη δυνατή προέλευση της χώρας τους ή της πόλης τους. Για το λόγο αυτό οι άλλες εκδοχές πρέπει να θεωρηθούν νεότερες επίνοιες.
Ο παρακάτω αλφαβητικός κατάλογος ονομασιών χωρών, πόλεων, ποταμών, βουνών και πεδιάδων που οφείλουν την ονομασία τους σε απόγονους του Έλληνα, γιου του Δευκαλίωνα, και της νύμφης της Όρθρης Ορθρηίδας, σταματά συμβατικά στον αριθμό εκατό για μια συμβολική στρογγυλοποίηση. Μπορούσε να συνεχίσει και μ’ άλλες περιπτώσεις. Ακόμα και στις σελίδες της εργασίας αυτής πιθανόν ο αναγνώστης να εντοπίσει και κάποιες άλλες περιπτώσεις
    1. Αγάθυρνον ή Αγάθυρσον ή Αγάθυρνα: Αρχαία πόλη στη βόρειο Σικελία. Οφείλει την ονομασία της στον Αγάθυρνο, τον γιο της Κυανής και του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Διόδωρος Σικελιώτης, 5, 8).
2. Αγαμήδη: Ονομασία ενός αρχαίου οικισμού και μιας κρήνης στη Λέσβο. Ονομάστηκε έτσι από την Αγαμήδη, την κόρη του Μακαρέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Πλίνιος, Naturalis historia, 5.139).
  3. Αθαμαντία ή Αθαμανία: Χώρα που οφείλει την ονομασία της στον Αθάμαντα, τον γιο του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
   4. Αθαμάντιον πεδίον: Πεδιάδα της περιφέρειας Αλμυρού αλλά και ομώνυμη πεδιάδα της Βοιωτίας. Οφείλουν την ονομασία τους στον Αθάμαντα, τον γιο του Αίολου του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. Βεβαίως οι Αθαμάνες παρουσιάζονται ότι ζούσαν στις νότιες εσχατιές της Πίνδου, αλλά η αρχική τους κοιτίδα ήταν η Αχαΐα της Φθίας, «το πεδίον Φθίης αθαμάντιον». (Παυσανίας 9, 24, 1 και Απολώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, 2, 516)
5. Αιγικορείς: Μία από τις τέσσερις ιωνικές φυλές. Οφείλει το όνομά της στον Αιγικορέα ή Αιγικόρη, τον γιο του Ίωνα, του γιου Ξούθου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Ηρόδοτος, 5, 66).
6 Αίγινα: Νησί του Σαρωνικού. Οφείλει την ονομασία του στην Αίγινα την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Διόδωρος, 4, 72, 5).
7. Αιολείς. Μία από τις τέσσερες φυλές των Ελλήνων. Οφείλει την ονομασία της στον Αίολο, τον γιο του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Απολλόδωρος, 1, 7, 3).
8. Αιτωλία: Περιοχή του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Οφείλει την ονομασία της στον Αιτωλό, τον γιο του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Απολλόδωρος, 1, 7, 6).
 9, Αλίαρτος: Πόλη του νομού Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Αλίαρτο, τον γιο του Θέρσανδρου, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Παυσανίας, 9, 34, 5).
10. Αλκμεονίδες (ή Αλκμαιονίδες): Φυλή Αθηναίων. Αλκμεονίδες (Αλκμαιονίδες) Αθηναίοι. Οφείλει την ονομασία της στον Αλκμέονα (ή Αλκμαίονα), τον γιο του Θρασυμήδη, του γιου του Αντίλοχου, του γιου του Νέστορα, του γιου του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Παυσανίας , 2, 18, 9).
11. Άλμος ή Άλμωνες ή Όλμωνες: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Άλμο, τον γιο του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Παυσανίας, 2, 4, 3. και 9, 24, 3).
12. Αμαθία: Αρχαία πόλη της Μακεδονίας. Οφείλει την ονομασία της στον Άμαθο, τον γιο του Μακεδόνα, του γιου του Αίολου του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Ελλάνικος, F Gr. Hist. 4. απ. 74).
13. Αμυθαονία: Μέρος της Ήλιδας. Οφείλει την ονομασία της στον Αμυθάονα, τον γιο του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Απολλόδωρος, 1, 9, 11, Οδύσσεια λ, 235, 258, Διόδωρος 4, 68, Σχόλια Ομήρου Οδύσσεια, μ. 69, Σχόλια Απολλώνιου Ρόδιου 1, 121, 143).
14. Άμφισσα: Πόλη του νομού Φωκίδας. Οφείλει την ονομασία της στην Άμφισσα, την κόρη του Μακαρέα ή Μάκαρα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Παυσανίας Χ, 38, 4).
15. Άντισσα: Παραλιακή πόλη στη Β.Δ. Λέσβο. Οφείλει την ονομασία της στην Άντισσα, την κόρη του Μακαρέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. Σε παλιότερες εποχές Άντισσα καλούνταν και ένα νησάκι απέναντι στη Λέσβο, η οποία Λέσβος πρώτα λεγόταν Ίσσα (Άντισσα δηλ. απέναντι στην Ίσσα). «Τῆς δέ Λέσβου καλουμένης πρότερον ῎Ισσης καί τήν νῆσσον Ἄντισσαν καλεῖσθαι συνέβη. Νῦν δέ τῆς Λέσβου πόλις ἐστίν.» (Μυρτίλος παρά Στράβωνι).
16. Αργαδείς: Μία από τις τέσσερις ιωνικές φυλές των Αθηναίων. Οφείλει την ονομασία της στον Αργάδη, τον γιο του Ίωνα, του γιου του Ξούθου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Ηρόδοτος, 5, 66).
17. Αρήνη: Αρχαία πόλη της Μεσσηνίας. Οφείλει την ονομασία της στην Αρήνη, την κόρη του Περιήρη, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Παυσανίας, 4, 2, 4).
18. Αρίσβη ή Αρίσβα: Πόλη της Λέσβου. Οφείλει την ονομασία της στην Αρίσβη, την κόρη του Μακαρέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Στην Αρίσβα ζούσε ο περίφημος για την φιλοξενία που παρείχε στους περαστικούς από το σπίτι του, Άξυλος. Ο Άξυλος ήταν γιος της Αρίσβας και του Τεύθραντα. Είχε χτίσει το σπίτι του πολύ κοντά στο δρόμο για να μπορούν εύκολα να μπαίνουν και να βρίσκουν φιλοξενία οι περαστικοί. Έτσι καθιερώθηκε η φράση για την καλή φιλοξενία «Αξύλου φιλοξενία».
19. Άρνη: Πανάρχαια θεσσαλική πόλη. Αλλά και στη Βοιωτία υπήρχε πόλη Άρνη. Είναι αυτή που, σύμφωνα με μερικούς, αργότερα ονομάστηκε Χαιρώνεια, άποψη που δεν φαίνεται ωστόσο να γίνεται αποδεκτή από πολλούς. Κάποιοι άλλοι ταυτίζουν την βοιωτική Άρνη με την πόλη Γλας.
Η Άρνη οφείλει την ονομασία της στην Άρνη, την κόρη του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας: «Λεβαδέων δὲ ἔχονται Χαιρωνιεῖς. Ἐκαλεῖτο δὲ ἡ πόλις καὶ τούτοις Ἄρνη τὸ ἀρχαῖον’ Θυγατέρα δὲ εἶναι λέγουσιν Αἰόλου τὴν Ἄρνην, ἀπὸ δὲ ταύτης κληθῆναι καὶ ἑτέραν ἐν Θεσσαλίᾳ πόλιν» (Με τη Λεβαδειά γειτονεύει η Χαιρώνεια που παλιά λεγόταν και αυτή Άρνη. Η Άρνη λένε πως ήταν κόρη του Αίολου, από την οποία είχε πάρει το όνομά της και μια άλλη πόλη στη Θεσσαλία.) (Παυσανίας, IX, 40, 5).
Δεν φαίνεται να αληθεύει η άποψη ότι Άρνη είναι παλιά ονομασία της Χαιρώνειας. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν προσπάθεια των κατοίκων της Χαιρώνειας να αναζητήσουν τίτλους αρχαιότητας που τον υιοθέτησε ακούγοντάς τον ο Παυσανίας. Δεν αληθεύει επίσης ότι από την βοιωτική Άρνη ονομάστηκε έτσι η θεσσαλική. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η βοιωτική Άρνη ονομάστηκε έτσι από αποίκους που ήρθαν από τη Θεσσαλία.
Η Άρνη, σύμφωνα με ένα μύθο, έγινε, από τον Ποσειδώνα, μητέρα του Αίολου και του Βοιωτού. (Διόδωρος, 4, 67, 2). Πιστεύεται ότι η Άρνη ήταν πανάρχαια θεά του Κάτω Κόσμου.
20. Ασωπία: Αρχαία πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στην Ασωπία ή Ασωπίδα, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
21. Αχαιοί: Μία από τις τέσσερις φυλές των Ελλήνων. Οφείλει την ονομασία της στον Αχαιό, τον γιο του Ξούθου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
22. Αχελώος, (ο ποταμός): Οφείλει το όνομά του, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, στον Αχελώο, τον γιο της Περιμήδης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Οι Σειρήνες θεωρούνταν κόρες του Αχελώου και από αυτόν ονομάζονταν Αχελωίδες. (Παυσανίας, 9, 34, 3). Ακόμη ο Αχελώος θεωρούνατν πατέρας πολλών νυμφών. (Πλάτων, Φαίδρος, 263 D).
23. Αώιον: Βουνό στην Κύπρο. Οφείλει την ονομασία του στον Άωο, τον πρώτο βασιλιά της Κύπρου, που ήταν γιος της Ηούς και του Κέφαλου, του γιου του Δηιόνα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
24. Αώος: Ποταμός στην Κύπρο. Οφείλει την ονομασία του στον Άωο, τον πρώτο βασιλιά της Κύπρου, τον γιο της Ηούς και του Κέφαλου, του γιου Δηιόνα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
25. Βίαντας: Ποτάμι στη Μεσσηνία. Οφείλει την ονομασία του στον Βίαντα, τον γιο του Αμυθάονα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου τού Έλληνα και της Ορθρηίδας: «Προελθόντων δέ οὐ πολύ Βίας ἐκδίδωσιν ἐς θάλασσαν ποταμός γενέσθαι δέ αὐτῷ λέγουσι τό ὄνομα ἀπό Βίαντος τοῦ Ἀμυθάονος». (Παυσανίας, IV, 34, 4)
26. Βοιωτία: Περιοχή στο νομό Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Βοιωτό, τον γιο της Μελανίππης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Ξούθου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. Πατέρας του Βοιωτού ήταν, κατά μία άλλη εκδοχή, ο Ίτωνος ο γιος του Αμφικτύονα που ήταν γιος του Δευκαλίωνα: «Βοιωτοί δέ τό μέν πᾶν ἔθνος ἀπό Βοιωτοῦ τό ὄνομα ἔσχηκεν, ὅν Ἰτώνου παῖδα καὶ νύμφης Μελανίππης, Ἴτωνον δὲ Ἀμφικτίωνος εἶναι λέγουσι». (Παυσανίας, Θ” 1).
27. Βούρα: Αρχαία πόλη της Αχαΐας. Οφείλει την ονομασία της στη Βούρα, την κόρη του Ίωνα, του γιου του Ξούθου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Παυσανίας, VII, 25, 8).
28. Γελέοντες: Μία από τις τέσσερις ιωνικές φυλές των Αθηναίων. Οφείλει την ονομασία της στον Γελέοντα, τον γιο του Ίωνα, του γιου του Ξούθου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Ηρόδοτος, 5, 66).
29. Δυμάνες: Μία από τις τρεις φυλές των Δωριέων της Σπάρτης. Οφείλει την ονομασία της στον Δύμα ή Δυμάνα, τον γιο του Αιγιμιού, του γιου του Δώρου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
30. Δύμη: Πόλη της αρχαίας Ελλάδας, της οποίας η θέση προσδιορίζεται στη νότια ακτή του Πατραϊκού κόλπου. Οφείλει την ονομασία της στον Δύμα ή Δυμάνα, τον γιο του Αιγιμιού, του γιου του Δώρου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
31. Δωρίδα: Περιοχή στη Θεσσαλία, αυτή που αργότερα ονομάστηκε Εστιαιώτιδα ή Ιστιαιώτιδα. Οφείλει την ονομασία της στον Δώρο, τον γιο του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
32. Δωρίδα: Περιοχή στο νομό Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Δώρο, τον γιο του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
33. Δωριείς: Μία από τις τέσσερις φυλές των Ελλήνων. Οφείλει την ονομασία της στον Δώρο, τον γιο του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
34. Ελλοπία: Ονομασία μιας περιοχής της βόρειας Εύβοιας και κατά μία άποψη ονομασία και ολόκληρης της Εύβοιας. Η ονομασία οφείλεται στον Έλλοπα, τον γιο του Ίωνα, του γιου του Ξούθου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
35. Επειοί: Προϊστορικός λαός της Πελοποννήσου. Οφείλει την ονομασία του στον Επειό, τον γιο του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
36. Ερεσός ή Έρεσος: Αρχαία πόλη της Λέσβου. Οφείλει την ονομασία της στον Eρεσό ή Έρεσο, τον γιο του Μακαρέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
37. Ερυθρές: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Ερύθρα, τον γιο του Λεύκωνα, του γιου του Αθάμαντα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
38. Εύηνος: Ποταμός της Αιτωλίας. Λατρευόταν στην περιοχή και ως θεός. Οφείλει την ονομασία του στον Εύηνο (Απολλόδωρος, 1, 7, 8) τον γιο της Δημονίκης, της κόρης του Αγήνορα, του γιου του Πλευρώνα, του γιου του Αιτωλού, του γιου του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
39. Εύβοια: Το γνωστό νησί Εύβοια. Οφείλει την ονομασία της στην Εύβοια, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
40. Ηλεία: Περιοχή της Πελοποννήσου. Οφείλει την ονομασία της στον Ηλείο, τον γιο της Ευρυκύδης, της κόρης του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
41. Θεσπιές: Παλαιότατη πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στη Θεσπία, την κόρη του Ασωπού ποταμού: «Θυγατέρα δέ εἶναι Θέσπιαν λέγουσιν Ἀσωποῦ και ἀπό ταύτης κληθῆναι τήν πόλιν». (Παυσανίας, ΙΧ, 26, 6), του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
42. Θήβη: Ονομασία της Καδμείας, της ακρόπολης των Θηβών. Οφείλει την ονομασία της στη Θήβη, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
43. Θίσβη: Αρχαία πόλη στην Βοιωτία. Οφείλει την ονομασία της στην Θίσβη, την κόρη του Ασωπού ποταμού , του γιου της Πηρώς, της κόρης Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
44. Ίσσα: Παλιότερη ονομασία του νησιού Λέσβος. Η ονομασία αυτή οφείλεται στην Ίσσα, την κόρη του Μακαρέα, του γιου Αίολου του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
45. Ιωνία και Ίωνες: Χώρα και μία από τις τέσσερις φυλές των Ελλήνων. Οφείλουν την ονομασία τους στον Ίωνα, τον γιο του Ξούθου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. «Ἰωνίαν δὲ ἀπὸ Ἴωνος τοῦ Ξούθου.» (Στράβων Θ, 1, 18).
46. Καλυδώνα: Πόλη της Αιτωλίας. Οφείλει την ονομασία της στον Καλυδώνα, τον γιο του Αιτωλού, του γιου του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
47. Κέρκυρα: Το γνωστό νησί στο Ιόνιο πέλαγος. Οφείλει την ονομασία της στην Κέρκυρα, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
48. Κεφαλονιά: Το γνωστό νησί της Κεφαλονιάς. Οφείλει την ονομασία του, κατά μία από τις υπάρχουσες μυθολογικές εκδοχές, στον Κέφαλο, τον γιο του Δηιόνα ή Δηιονέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Ο Κέφαλος έφτασε στο νησί της Κεφαλονιάς κυνηγημένος από την Αθήνα ύστερα από τον ακούσιο φόνο της γυναίκας του, της Πρόκριδας.
49 Κλεωνές: Αρχαιότατη πόλη στην Αργολίδα. Οφείλει την ονομασία της στην Κλεώνη, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας:
«Ἐκ Κορίνθου δ” ἐς Ἄργος Κλεωναί πόλις ἐστίν οὐ μεγάλη. Παῖδα δέ εἶναι Πέλοπος Κλεώνην λέγουσιν, οἱ δὲ τῷ παρὰ Σικυώνα ρέοντι Ἀσωπῷ θυγατέρα ἐπὶ ταῖς ἄλλαις Κλεώνην γενέσθαι τό δ” οὖν ὄνομα ὑπό τοῦ ἑτέρου τούτων έτέθη τῇ πόλει». (=Στο δρόμο από την Κόρινθο προς το Άργος υπάρχει η μικρή πόλη Κλεωναί. Λένε πως υπήρχε κόρη του Πέλοπα Κλεώνη και άλλοι πως Κλεώνη ήταν μια από τις κόρες του ποταμού Ασωπού που ρέει κοντά στη Σικυώνα. Οπωσδήποτε η πόλη πήρε το όνομά της από ένα από τα πρόσωπα αυτά). (Παυσανίας, 2, 15, 1).
50. Κορώνεια: Πόλη της Φθιώτιδας Αχαΐας. Οφείλει την ονομασία της στον Κόρωνο (Παυσανίας, 9. 34. 5), τον γιο του Θέρσανδρου, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Σύμφωνα με άλλη μυθολογική εκδοχή η ονομασία οφείλεται στη νύμφη Κορωνίδα, την κόρη του Φλεγύα, του γιου της Χρύσης, της κόρης του Άλμου, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
51 Κορώνεια: Περιοχή και πόλη στη Βοιωτία. Η πόλη ήταν αποικία της Κορώνειας της Φθιώτιδας Αχαΐας. Και αυτή οφείλει την ονομασία της στους ίδιους οικιστές όπως και η Κορώνεια της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Κατά τον Παυσανία η ονομασία της οφείλεται στον ιδρυτή της Κορωναίο, θετό γιο του Αθάμαντα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας, που ήρθε στη Βοιωτία από τη Θεσσαλία.
52. Κύτωρον ή Κύτωρος: Παραλιακή πόλη της Παφλαγονίας, αποικία της Σινώπης. Σήμερα ονομάζεται Κύδνος. Οφείλει την ονομασία της στον Κύτωρο ή Κυτίσωρο ή Κυτισόδωρο, τον γιο του Φρίξου, του γιου του Αθάμαντα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Στράβων 12, 3, 10. Στέφανος Βυζάντιος στη λ. Κύτωρος 361, 40 κ. εξ.).
53. Κως: Το γνωστό νησί. Οφείλει την ονομασία της στη νύμφη Κω, την κόρη του Μέροπα, του γιου του Τριόπα, του γιου της Κανάκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Οι Αλευάδες της Θεσσαλίας πίστευαν ότι ο πρόγονός τους Αλεύας ήταν γιος του Θεσσαλού Ηρακλείδη από την Κω.
54. Λεύκτρα: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Λεύκιππο, τον γιο του Περιήρη, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Παυσανίας, 3, 26, 4).
55. Λευκωνία: Παλαιότερη ονομασία της λίμνης Κωπαϊδας. Οφείλει την δεύτερη αυτή ονομασία της στον Λεύκωνα, τον γιο του Αθάμαντα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
56. Μαγνησία: Τμήμα, κατά την αρχαιότητα, του σημερινού νομού Μαγνησίας. Οφείλει την ονομασία της στον Μάγνητα, τον γιο του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
57. Μακαρία: Παλαιότερη ονομασία της Λέσβου. Οφείλει την ονομασία της στον Μάκαρα ή Μακαρέα, τον γιο του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Αθήναιος, 111, 115, Ύμνος στον Απόλλωνα, Ιλιάδα Ω 544).
58. Μαραθώνας: Πεδιάδα στον νομό Αττικής. Οφείλει την ονομασία του στον Μαραθώνα, τον γιο του Εποπέα, του γιου της Κανάκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
59. Μήθυμνα: Πόλη της Λέσβου. Οφείλει την ονομασία της στη Μήθυμνα, την κόρη του Μάκαρα ή Μακαρέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
60. Μινύες: Ονομασία ξακουστού λαού που ζούσε στη Βοιωτία, στην Ιωλκό, στη Λήμνο και διάφορα άλλα μέρη. Οφείλει την ονομασία του στον Μινύα, τον γιο του Χρύση, του γιου της Χρυσογένειας, της κόρης του Άλμου, του γιου του Σίσυφου, του γιου το Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
61. Μολοσσοί: Αρχαίος λαός που έζησε στην Ήπειρο. Οφείλει την ονομασία του στον Μολοσσό, τον γιο του Νεοπτόλεμου, του γιου του Αχιλλέα, του γιου του Πηλέα, του γιου του Αιακού, του γιου της Αίγινας, της κόρης του Ασωπού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
62. Μύρινα: Πόλη της Λήμνου. Οφείλει την ονομασία της στην Μύρινα, την γυναίκα του μυθικού βασιλιά του νησιού Θόαντα και κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Στη Μύρινα αποβιβάστηκαν οι Αργοναύτες κατά το ταξίδι τους προς την Κολχίδα. (Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, 1, 609 -639). Από το λιμάνι της Μύρινας, ο γιος του Ιάσονα και της Υψιπύλης, Εύηνος, έστελνε τα φορτία του κρασιού στους Αχαιούς που πολιορκούσαν την Τροία. (Όμηρος, Ιλιάδα, Η, 467 -475).
63. Μυρμιδόνες: Ο γνωστός λαός και στρατός του Αχιλλέα. Οφείλει την ονομασία του στον Μυρμιδόνα, τον γιο του Διολήθη, του γιου του Περιήρη του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
64. Μυτιλήνη: Πόλη της Λέσβου. Οφείλει την ονομασία της στη Μυτιλήνη, την κόρη του Μάκαρα ή Μακαρέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
65. Νεμέα: Περιοχή και πόλη στην Πελοπόννησο. Οφείλει την ονομασία της στη Νεμέα, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας: «τό δέ ὄνομα λέγουσι τῇ χώρᾳ Νεμέαν δοῦναι, θυγατέρα Ἀσωποῦ καί ταύτην». (=Στη χώρα το όνομα λένε πως το έδωσε η Νεμέα που ήταν και αυτή κόρη του Ασωπού) (Παυσανίας, ΙΙ, 15, 3.)
66. Νήλεια ή Νηλεία: Αρχαιότατη πόλη στα παράλια του Παγασητικού κόλπου. Οφείλει, το όνομά της στον Νηλέα, τον γιο του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
67. Ογχηστός: Παλαιότατη πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Ογχηστό, τον γιο του Βοιωτού, του γιου της Άρνης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Ιππότη, του γιου του Μίμαντα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
68. Οδομαντική ή Οδομαντίδα: Χώρα στην περιοχή δυτικά του Νέστου, στην περιοχή του κάτω ρου του ποταμού Στρυμόνα. Οφείλει την ονομασία της στον Οδόμαντα, τον γιο του Παίονα, του γιου του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Από τον ίδιο ήρωα ονομάστηκε και ο λαός που την κατοικούσε Οδόμαντες ή Οδόμαντοι.
69. Οινόη: Δήμος στην αρχαία Αττική. Οφείλει την ονομασία του στον Οινέα, τον γιο του Παρθάονα, του γιου του Αγήνορα, του γιου του Πλευρώνα, του γιου του Αιτωλού, του γιου του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
70. Ολμειός: Ποταμός που πήγαζε από τον Ελικώνα και χυνόταν στην Κωπαΐδα. Οφείλει την ονομασία του στον Ολμειό, τον γιο του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
71. Όπλητες: Μία από τις τέσσερις ιωνικές φυλές των Αθηναίων. Οφείλει την ονομασία της στον Όπλητα, τον γιο του Ίωνα, του γιου του Ξούθου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. (Ηρόδοτος, 5, 66).
72. Ορμένιον ή Ορμίνιον: Πόλη της Μαγνησίας. Οφείλει την ονομασία της στον Όρμενο ή Άρμενο Στράβων, 9, 438., τον γιο του Κέρκαφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Οθρηίδας.
Άλλη εκδοχή θέλει τον Όρμενο γιο του Κρηθέα του γιου επίσης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Οθρηίδας: «Ἐκτίσθαι γάρ ὑπό Ὀρμένου τό χωρίον τοῦτο (Ὀρμένιον) τοῦ Κρηθέως τοῦ Αἰόλου». (Στράβων, Θ, 5, 18).
73. Ορχομενός: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Ορχομενό, τον γιο του Μινύα, του γιου του Χρύση, του γιου της Χρυσογένειας, της κόρης του Άλμου, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
74. Παίονες: Λαός που ζούσε στη βόρεια Μακεδονία. Οφείλει την ονομασία του στον Παίονα, τον γιο του Ενδυμίωνα, του γιου της Καλύκης, της κόρης, του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Από τ’ όνομα του ίδιου ήρωα ονομάστηκε και η χώρα τους στη βόρεια Μακεδονία Παιονία.
75. Παιονία: Περιοχή Αττικής (διαφορετική από την Παιονία της Μακεδονίας) από την οποία πήρε την ονομασία της η φυλή Παιονίδα της Αθήνας και οι Παιονίδες Αθηναίοι. Οφείλει την ονομασία της στον Παίονα, τον γιο του Αντίλοχου, του γιου του Νέστορα, του γιου του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
76. Πάμφυλοι: Μία από τις τρεις φυλές των Δωριέων της Σπάρτης. Οφείλει την ονομασία της στον Πάμφυλο, τον γιο του Αιγιμιού, του γιου του Δώρου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
77. Πειρήνη: Ονομαστή κρήνη της αρχαίας Κορίνθου. Οφείλει την ονομασία της στην Πειρήνη, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
78. Πέργαμος: Αρχαία πόλη στη Μικρά Ασία. Οφείλει την ονομασία της στον Πέργαμο, τον γιο του Νεοπτόλεμου, του γιου του Αχιλλέα, του γιου του Πηλέα, του γιου του Αιακού, του γιου της Αίγινας, της κόρης του Ασωπού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
79. Πιερία: Περιοχή στο νομό Πιερίας. Οφείλει την ονομασία της στον Πίερο, τον γιο του Μάγνητα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
80. Πίσα: Αρχαία πόλη και περιοχή στην κοιλάδα της Ολυμπίας. Οφείλει το όνομά της στον Πίσο, τον γιο του Περιήρη, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας: «Τείχους δέ ἤ ἄλλου κατασκευάσματος ἐλείπετο οὐδέν ἔτι, ἄμπελοι δε ἦσαν διά τοῦ χωρίου πεφυτευμέναι παντός, ἔνθα ἡ Πίσα ὠκεῖτο. Οικιστήν μέν δή γενέσθαι τῇ πόλει Πίσον τόν Περιήρους φασί τοῦ Αἰόλου». (Παυσανίας, VI, 22, 1 – 2).
81. Πλαταιές: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στην Πλάταια, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας: «ὄνομα δὲ σφίσιν ἀπὸ Πλαταίας, ἥν θυγατέρα εἶναι Ἀσωποῦ τοῦ ποταμοῦ νομίζουσιν». (Παυσανίας Θ, 1, 1).
82. Πτώον: Λόφος στην Αττική με υψόμετρο 724 μέτρα. Σήμερα είναι γνωστός ως το «βουνό της Αγίας Πελαγίας» ή «Πελαγία» από το ομώνυμο μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στην κορυφή του. Οφείλει την ονομασία του στον Πτώο, τον γιο του Αθάμαντα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Στον λόφο Πτώον υπήρχε ιερό του Πτώου Απόλλωνα: «Εἶναι δὲ Ἀθάμαντος καὶ Θεμιστοῦς παῖδα τὸν Πτῶον, ἀφ” οὗ τῷ τε Ἀπόλλωνι ἐπίκλησις καὶ τῷ ὄρει τὸ ὄνομα ἐγένετο» (=Ο δε Πτώος ήταν γιος του Αθάμαντα και της Θεμιστώς και από αυτήν δόθηκε το όνομα στον Απόλλωνα και το βουνό). (Παυσανίας, ΙΧ, 23, 6.).
83. Πύρρα: Πόλη αρχαία στη Λέσβο. Οφείλει την ονομασία της στην Πύρρα, την κόρη του Μάκαρα ή Μακαρέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
84. Σαλαμίνα: Νησί του νομού Αττικής. Οφείλει την ονομασία της στη Σαλαμίνα, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας: «Πρῶτον δέ τῇ νήσῳ τὸ ὄνομα θέσθαι τούτο Κυχρέα ἀπό τῆς μητρός Σαλαμίνος τοῦ Ἀσωποῦ» (=Το όνομα αυτό το έδωσε πρώτος στο νησί ο Κυχρέας από τη μητέρα του Σαλαμίνα, την κόρη του Ασωπού) (Παυσανίας, 1, 35, 2).
Η Σαλαμίνα, σύμφωνα μ’ άλλη μυθολογική εκδοχή, υπήρξε και γυναίκα του Ποσειδώνα.
85. Σαλμωνία: Πόλη κοντά στον Αλφειό ποταμό. Οφείλει την ονομασία της στον Σαλμωνέα, τον γιο του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
86. Σικυώνα: Πόλη στην Πελοπόννησο. Οφείλει την ονομασία της στον Σικυώνα, τον γιο του Μαραθώνα, του γιου του Εποπέα, του γιου της Κανάκης, της κόρης του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
87. Σπερχειός: Ο γνωστός Σπερχειός ποταμός. Οφείλει την ονομασία του στον Σπερχειό, τον γιο του Περιήρη, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
88. Σχοίνος: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Σχοινέα, τον γιο του Αθάμαντα (από την τρίτη γυναίκα του, την Θεμιστώ), του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
89. Σχοινούντας: Πόλη της Αρκαδίας. Οφείλει την ονομασία της στον Σχοινέα, τον γιο του Αθάμαντα (από την τρίτη γυναίκα του, την Θεμιστώ), του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
90. Τανάγρα: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στην Τανάγρα, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Σύμφωνα με άλλες απόψεις η Τανάγρα ήταν κόρη του Αίολου του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Και στις δύο όμως μυθολογικές εκδοχές (κόρη του Ασωπού ή κόρη του Αίολου) αναφέρεται και ως σύζυγος του Ποίμανδρου.
Την κόρη του Ασωπού (ή του Αίολου) Τανάγρα την έλεγαν, κατά τον Παυσανία, και Γραία, (από σύντμηση της λέξης Τανάγρα) επειδή είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια. Μεταγενέστεροι την ονόμαζαν και Ταναγραία. Γραία έλεγαν στη συνέχεια και την πόλη Τανάγρα. (Παυσανίας, 9 , 20, 1 – 2).
91. Υλλείς: Μία από τις τρεις φυλές των Δωριέων της Σπάρτης. Οφείλει την ονομασία της στον Ύλλο τον θετό γιο του Αιγιμιού του γιου του Δώρου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
92. Φαίακες: Λαός της Κέρκυρας. Οφείλει την ονομασία του στον Φαίακα, τον γιο της Κέρκυρας, της κόρης του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
93. Φερές: Αρχαία πόλη στο νομό Μαγνησίας, πολύ κοντά στο σημερινό Βελεστίνο. Οφείλει την ονομασία της στον Φέρητα, τον γιο του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
94. Φλεγύα: Αρχαία πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Φλεγύα, τον γιο του θεού Άρη και της Χρύσης, της κόρης του Άλμου, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
95. Φυλάκη: Αρχαία πόλη στην σημερινή επαρχία Αλμυρού του νομού Μαγνησίας. Οφείλει την ονομασία της στον Φύλακο, τον γιο του Δηιόνα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
96. Φωκείς: Οι κάτοικοι της Φωκίδας. Οφείλουν την ονομασία τους στον Φώκο, τον γιο του Αιακού, του γιου της Αίγινας, της κόρης του Ασωπού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Υπάρχει ωστόσο και η εκδοχή ότι η ονομασία οφείλεται στον Φώκο τον γιο του Ορνυτίωνα, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
97. Φωκίδα: Περιοχή του νομού Φωκίδας. Οφείλει την ονομασία της στον Φώκο, τον γιο του Ορνυτίωνα, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας: «Γῆς δέ τῆς Φωκίδος, ὅσον μέν περί Τιθορέαν καί Δελφούς ἐστιν, ἐκ παλαιοτάτου φανερόν τό ὄνομα τοῦτο εἰληφυῖα ἀπὸ ἀνδρός Κορινθίου Φώκου τοῦ Ὀρνυτίωνος». (=Το μέρος της φωκικής γης, όσο βρίσκεται γύρω στην Τιθορέα και στους Δελφούς, είναι φανερό πως σε πολύ παλιούς καιρούς πήρε το όνομα αυτό από κάποιον κορίνθιο Φώκο, γιο του Ορνυτίωνα) ( Παυσανίας, Χ, 1, 1)..
Υπάρχει ωστόσο και η εκδοχή ότι η ονομασία οφείλεται στον Φώκο, τον γιο του Αιακού, του γιου του της Αίγινας, της κόρης του Ασωπού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
98. Χαλκίδα: Πόλη της Εύβοιας. Οφείλει την ονομασία της στην Χαλκίδα, την κόρη του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
99. Ωερόη: Ποτάμι, κατά την αρχαιότητα, στη Βοιωτία. Οφείλει την ονομασία του στην Ωερόη, την κόρη το Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Το σημερινό όνομα του ποταμού είναι Λιβαδίστρα.
100. Ωρωπός: Πόλη της Βοιωτίας. Οφείλει την ονομασία της στον Ωρωπό ποταμό, που είναι άλλη ονομασία του Ασωπού ποταμού, του γιου της Πηρώς, της κόρης του Νηλέα, του γιου του Κρηθέα, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ωρωπός παλαιότερα λεγόταν και Γραία, η περιοχή γύρω από την πόλη λεγόταν Γραική και οι κάτοικοι της πόλης λέγονταν «Γραῆς».

Με τον παραπάνω συμβατικό αριθμό των εκατό αναφορών δεν εξαντλείται ο κατάλογος των ονομασιών που οφείλονται, σύμφωνα με κάποιες μυθολογικές εκδοχές, στους απόγονους του ζευγαριού του Έλληνα και της Ορθρηίδας. Σταματάμε στον συμβολικό αριθμό εκατό. Ασφαλώς, όπως προαναφέραμε, υπάρχουν και άλλες διαφορετικές εκδοχές για την προέλευση των αναφερθεισών ονομασιών. Χρησιμοποιήσαμε εκείνες που ενισχύουν τις απόψεις μας αλλά και τον σκοπό αυτής της εργασίας. Δεν θα ήταν δυνατό ν’ αναφερθούν για κάθε μία ονομασία όλες οι υπόλοιπες υπάρχουσες εκδοχές και φυσικά είναι αδύνατο να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις για να βρεθεί η αυθεντικότερη και γνησιότερη ή μάλλον η αρχαιότερη. Εξάλλου δεν είναι αυτός ο σκοπός αυτής της εργασίας. Αρκούμαστε λοιπόν στα όσα υποστηρίξαμε για την αρχαιότητα και παρθενικότητα των μύθων της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Ακόμη, ο μύθος του ζευγαριού του Έλληνα και της Ορθρηίδας είναι αρχικός μύθος. Δεν υπάρχει άλλος πριν από αυτόν. Παιδιά του πρώτου αυτού ζευγαριού είναι και οι τέσσερις επώνυμοι ήρωες των τεσσάρων κύριων ελληνικών φυλών (Αιολείς, Δωριείς, Ίωνες, Αχαιοί). Σ’ όλες τις παραπάνω αναφορές υπάρχει συνεχής αναγωγή στο πρώτο ζευγάρι. Για το λόγο αυτό πιστεύουμε ότι οι άλλες υπάρχουσες μυθολογικές αναφορές για την ίδρυση πόλεων και καταγωγή των κατοίκων τους είναι αποσπασματικές.
Πιστεύουμε ακόμη ότι και για πολλές άλλες πόλεις, και χώρες, για τις οποίες δεν αναφέρεται παραπάνω ότι οφείλουν την ονομασία τους σε κάποιο απόγονο του Έλληνα και της Ορθρηίδας, θα υπήρχαν μύθοι που θα οδηγούσαν την πρώτη τους ίδρυση σε απόγονους του πρώτου αυτού ζευγαριού. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού οπωσδήποτε όλοι, κατά την εκτίμησή μας, θα ήθελαν να έλκουν την καταγωγή τους από τους πρώτους ανθρώπους. Ο μύθος του Έλληνα που ζευγαρώνεται με την Ορθρηίδα είναι αρχικός μύθος, χωρίς διαφορετικές εκδοχές. Οι μύθοι αυτοί πρέπει να χάθηκαν, ίσως διότι επικράτησαν τάσεις απεξαρτοποίησης και δημιουργίας αυτόχθονων τοπικών ηρώων, που δεν θα ήθελαν την καταγωγή τους από την «απολίτιστη και καθυστερημένη Αχαΐα Φθιώτιδα».
Παρ” όλα αυτά η νύμφη Ορθρηίδα όχι μόνο εξαφανίστηκε από την μνήμη και ξεχάστηκαν οι σχετικοί με αυτήν μύθοι, αλλά στην πορεία του χρόνου, επειδή δεν υπήρχε αντίσταση και σοβαρή ενασχόληση μαζί της, από κάποιους μυθολόγους και κατασκευαστές μύθων, μετατράπηκε και το όνομά της. Το ίσως λίγο δυσκολοπρόφερτο Ορθρηίδα πέρασε στο ευκολότερο και περισσότερο γνωστό σε σχετικά συγγράμματα Ορσηίδα, ονομασία που βοήθησε, και όταν ακόμη μνημονευόταν, στο να μην προσδιορίζεται εύκολα ο τόπος της καταγωγής της.

ΑΛΛΕΣ ΝΥΜΦΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΡΗΣ. ΝΥΜΦΑΙΟ ΙΕΡΟ
Στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, εκτός από την παραπάνω αναφερόμενη επώνυμη νύμφη Ορθρηίδα, λατρεύονταν και πολλές άλλες νύμφες. Μερικές από αυτές υπήρξαν μητέρες ηρώων της περιοχής που έλαβαν μέρος στις ελληνικές εκστρατείες, την Αργοναυτική Εκστρατεία και τον Τρωικό Πόλεμο. Μερικές άλλες ήταν μητέρες οικιστών πόλεων ή ήταν και οι ίδιες επώνυμες ηρωίδες πόλεων.
Επώνυμες νύμφες που μνημονεύονται σε άλλες σελίδες αυτής της εργασίας, εκτός της Ορθρηίδας, είναι η Αντιάνειρα, η Άρνη, η Αρσινόη, η Διοπάτρη, η Ειδοθέα, η Ευδώρα, η Ευπολέμεια, η Θήβη, η Κλέεια, η Κυρήνη, η Κορωνίδα, η Κως, η Λαοθόη, η Λευκοθέα, η Μελανίππη, η Μελία, η Μελίτη, η Νικίππη, η Όρθη, η Ορσηίδα, η Πολυάνειρα, η Πολυμήλα, η Πολυδώρα, η Υπέρεια, η Φαισύλη, η Φαώ (ή Φαιώ), η Φεραία, η Φθία.
Θ’ αναφέρουμε στη θέση αυτή λίγα στοιχεία για τις νύμφες αυτές, απλώς ενδεικτικά, χωρίς ασφαλώς να εξαντλείται το θέμα, πέραν εκείνων που μνημονεύονται σποραδικά σε άλλα κεφάλαια , για αποφυγή επαναλήψεων.
Σύμφωνα μ’ ένα μύθο που ακουγόταν στην περιοχή αυτή, η πόλη Μελιταία δεν ονομάστηκε έτσι από τον τύραννο Μελιτέα, το γιο της Οθρηίδας, όπως αναφέρουμε σε άλλες σελίδες αυτής της εργασίας, αλλά από την νύμφη Μελίτη. Για το λόγο αυτό στην Μελιταία, υπήρχε ιδιαίτερο ιερό αφιερωμένο στη νύμφη Μελίτη.
Οι κάτοικοι των Φερών και της γύρω περιοχής τιμούσαν ιδιαίτερα την νύμφη Υπέρεια και γι’ αυτό στα νομίσματά τους απεικονιζόταν η νύμφη ν’ αντλεί νερό από την ομώνυμη πηγή.
Οι κάτοικοι των Φερών λάτρευαν ακόμη και την νύμφη Φεραία, η οποία πιστευόταν ότι ήταν μητέρα της πανάρχαιας θεάς Εκάτης.
Η Ειδοθέα, νύμφη της Όρθρης και αυτή, ήταν η αγαπημένη του Εύσειρου, του γιου του Ποσειδώνα. Αποτέλεσμα του έρωτα αυτού ήταν η γέννηση του Κέραμβου ή Τέραμβου, του αγαπημένου όλων των νυμφών της Όρθρης.
Η νύμφη Κυρήνη, η αγαπημένη του θεού Απόλλωνα και μητέρα του Αρισταίου, γέννησε, πάλι από τον ίδιο πατέρα, εκτός από τον Αρισταίο και τον Ίδμονα, που θα τον δούμε σε άλλες σελίδες, και τον Αστέριο.
Η Λαοθόη, σε κάποια μορφή ενός μύθου, είναι μητέρα, από το θεό Ερμή, των αργοναυτών Ευρύτου και Εχίωνα.
Η Μελανίππη γέννησε, από τον Ιτωνό, σύμφωνα με ένα μύθο που ακουγόταν πάνω στην Όρθρη, τον Βοιωτό. Ο μύθος αυτός παρουσιάζοντας τον Ιτωνό ή Ίτωνο, τον ιδρυτή της ομώνυμης πόλης και ομώνυμου ιερού της Αχαΐας Φθιώτιδας, ως πατέρα του Βοιωτού, επώνυμου ήρωα των Βοιωτών, επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι Βοιωτοί ξεκίνησαν από τούτα τα μέρη.
Ονομαστή νύμφη της ευρύτερης περιοχής της Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν η Κόρωνις ή Κορωνίδα. Ήταν η επώνυμη νύμφη της πόλης της Αχαΐας Φθιώτιδας Κορώνεια που ήταν η μητρόπολη της ομώνυμης πόλης Κορώνειας της Βοιωτίας. Η νύμφη Κόρωνις ή Κορωνίδα ήταν κόρη του βασιλιά της Θεσσαλίας Φλεγύα, του γιου του θεού Άρη και της Χρύσης, της κόρης του Άλμου, του γιου του Σίσυφου, του γιου του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας.
Η Κόρωνις ή Κορωνίδα τιμήθηκε με τον έρωτα του θεού Απόλλωνα και έτσι έγινε μητέρα του θεού Ασκληπιού: «οἱ μέν Ἀρσινόης, οἱ δέ Κορωνίδος φασίν αὐτόν (Ἀσκληπιόν) εἷναι». Πατρίδα της Κορωνίδας ήταν, σύμφωνα με τον Πίνδαρο, Πυθ. 3, 60.η Λακέρεια. Η Κορωνίδα είχε άλλες τέσσερις αδελφές που ήταν όλες νύμφες. Αυτές ήταν η Φαισύλη, η Κλέεια, η Φαώ και η Ευδώρα. Οι πέντε κόρες του Φλεγύα ονομάζονταν όλες μαζί Υάδες: «Νύμφαι Χαρίτεσσιν ὁμοῖαι, Φαισύλη ἠδέ Κορωνίς ἐϋστέφανος τε , Φαιώ θ’ ἰμερόεσσα ἰδ᾿ Εὐδώρη τανύπεπλος, ἃς Ὑάδας καλέουσιν ἐπί χθονί φῦλ᾿ ἀνθρώπων» «Ζεύς δὲ ἀστέρας αὐτάς πεποίηκε, τάς καλουμένας Ὑάδας». (Hesiodo Carmina, Lipsiae 1902, σελ. 188 (Ησιόδου αποσπάσματα 180 (14) ).
Τρανή και αναμφισβήτητη απόδειξη της λατρείας των νυμφών στην περιοχή του Αλμυρού είναι ένα θαυμάσιο «Νυμφαίον» που ανασκάφθηκε τελευταία, Νοέμβριος 1996.με τη συνεργασία της ΙΓ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Βόλος) και της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας, στη θέση Κρούνια του Αχιλλείου, χωριού της επαρχίας Αλμυρού. Το άντρο των νυμφών βρίσκεται πάνω στο βουνό Τραγοβούνι, που χωρίζει το νομό Μαγνησίας από το νομό Φθιώτιδας, και έχει όλα τα γνωστά χαρακτηριστικά των Νυμφαίων.
Μία είσοδος λαξευμένη στην κατακόρυφη και επίπεδη πλευρά ενός βράχου οδηγεί στο εσωτερικό ενός περίπου κυκλικού σπηλαίου. Στην εξωτερική επιφάνεια του πετρώδους εδάφους επάνω από το σπήλαιο βρέθηκαν σκαλισμένες στο βράχο δεξαμενές για τη συγκέντρωση νερού. Οι δεξαμενές συγκοινωνούν και υπάρχει κάποιο σύστημα ελεγχόμενης εκροής των νερών. Στο πλάτωμα, μπροστά από την είσοδο του σπηλαίου και προς τη δεξιά πλευρά της, βρέθηκε σκαλισμένο επίσης σε βράχο βαθύ πηγάδι, όπου πρέπει να συγκεντρώνονταν τα νερά που έρχονταν από τις δεξαμενές ή ίσως είχε κάποια άλλη αποστολή. Όστρακα πολλά και οστά ζώων, δείγματα προφανώς αφιερωμάτων και θυσιών, βρέθηκαν γύρω από το Νυμφαίο. Πολύ πιθανό το σπήλαιο να ήταν αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα, η οποία ήταν προστάτιδα της πολύ κοντινής στο σπήλαιο πόλης της Αντρώνας, του βασιλείου του Πρωτεσίλαου.
Το Νυμφαίο αυτό, στα «Κρούνια» του Αχιλλείου, είναι, από ό,τι γνωρίζω, το μοναδικό λατρευτικό σπήλαιο νυμφών που βρέθηκε στο νομό Μαγνησίας, τουλάχιστον.
Να θυμίσουμε εδώ ότι λίγο ψηλότερα από το Νυμφαίο αυτό βρίσκεται ο κρατήρας του νεκρού τώρα ηφαιστείου που έχει το όνομα «Ὑπερίων», που ήταν ένας από τους Τιτάνες, ότι οι Τιτάνες είχαν κατά την Τιτανομαχία έδρα τους την Όθρη, ανατολικότερο παρακλάδι της οποίας είναι το Τραγοβούνι, όπου βρέθηκε το Νυμφαίο, ότι οι Τιτάνες θεωρούνταν άνδρες των νυμφών και ότι η τοποθεσία του Νυμφαίου λέγεται «Κρούνια», όνομα που οδηγεί τη σκέψη μας στον αρχηγό των Τιτάνων Κρόνο.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΛΜΥΡΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ:
«ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ» ΣΤΗ ΜΕΛΙΤΑΙΑ

                    Η Φιλάρχαιος Εταιρεία Αλμυρού «ΟΘΡΥΣ» οργανώνει «αρχαιολογική εκδρομή», ακολουθώντας το παράδειγμα του ιδρυτού της Νικόλαου Γιαννόπουλου, στην Αρχαία Μελιταία, μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αχαΐας Φθιώτιδος.
Η εκδρομή θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2021.
Επειδή η επίσκεψη με λεωφορείο είναι δύσκολη λόγω συνθηκών, θα πάμε με δικά μας αυτοκίνητα. Όσοι μπορούμε θα κανονίσουμε να πάρουμε και κάποιους δικούς μας για να διευκολύνουμε την μετάβαση όλων.
Η αναχώρηση θα γίνει στις 10:30 το πρωί από το Αρχαιολογικό Μουσείο Αλμυρού, όπου θα συγκεντρωθούμε και θα ξεκινήσουμε όλοι μαζί.
Θα διασχίσουμε ένα όμορφο τμήμα του βουνού μας, της Όθρυος, θα περάσουμε την Ανάβρα (Γούρα) και θα φθάσουμε στη Φιλιαδώνα (Χιλιαδού), όπου θα μας περιμένουν αρχαιολόγοι της περιοχής για να μας οδηγήσουν στη Μελιταία.
Θα επισκεφθούμε και θα ξεναγηθούμε αρχικά στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Μελιταίας, μιάς από τις σημαντικότερες πόλεις της Αχαΐας Φθιώτιδος στους βόρειους πρόποδες της Όθρυος και κοντά στον μυθικό ποταμό Ενιπέα. Η θέση της ήταν ιδιαιτέρως σημαντική και στρατηγική, αφού ήλεγχε την κύρια οδική αρτηρία που ένωνε την Θεσσαλία με τη Στερεά Ελλάδα.
Η ξενάγηση θα συνεχισθεί στην Μονή της Αγίας Τριάδος, μεγάλης ιστορικής σημασίας, που κτίσθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας με υλικά από το τείχος της Μελιταίας.
Εν συνεχεία θα επιστρέψουμε στη Φιλιαδώνα, όπου (αν και όσοι το επιθυμούμε) θα μείνουμε για φαγητό.
Επιστρέφοντας για Αλμυρό, μετά τη Γούρα, θα σταματήσουμε να δούμε τα κάστρα στο Τσουρνάτι και στη Γριντιά.
Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν παρακαλούνται να επικοινωνήσουν στα τηλέφωνα :
2421070660, 6973388946- κ. Τσουρνάβα Λ., 2422024082, 6973801227-κ. Κοντογεωργάκη Χ., ή σε οποιοδήποτε άλλο μέλος του Δ.Σ.
και να ενημερώσουν για την πρόθεσή τους, ούτως ώστε να γνωρίζουμε τα άτομα που θα περιμένουμε το πρωί για αναχώρηση.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (14η συνέχεια)

Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ ΣΤΙΑ ΠΛΑΓΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΡΗΣ ΞΕΠΛΑΝΕΥΕΙ ΝΥΜΦΡΕΣ ΟΡΘΡΗΙΔΕ 

     Αλλά και ο ίδιος ο Ποσειδώνας είχε τις δραστηριότητές του στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας. Η πανέμορφη Τυρώ ζούσε μακριά από τον πατέρα της, τον Σαλμωνέα, κοντά στο θείο της Κρηθέα, τον ιδρυτή της Ιωλκού.

                   ΅Η Τυρώ αγάπησε με πάθος τον ποταμό Ενιπέα και περνούσε τις ώρες της στις όχθες του, προσπαθώντας με χίλια δυο καμώματα και νάζια να τον κάνει να την προσέξει και να την αγαπήσει κι αυτός. Ο Ενιπέας όμως, αδιάφορος για τον μεγάλο έρωτα του κοριτσιού, κυλούσε ήσυχα τα νερά του στις πλαγιές της Όρθρης.
Ο πονηρός θεός Ποσειδώνας, έλεγαν οι σχετικοί μύθοι, βλέποντας τον απελπισμένο έρωτα της Τυρώς και την ταυτόχρονη αδιαφορία του αγαπημένου της Ενιπέα, σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί το γεγονός. Πήρε λοιπόν ο ίδιος, σαν θεός που ήταν κι όλα τα μπορούσε, την μορφή του ποταμού Ενιπέα, παρουσιάστηκε μπροστά της κι έτσι ενώθηκε με την Τυρώ.
Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν δυο παιδιά δίδυμα, ο Πελίας και ο Νηλέας. Το ένα από αυτά, ο Νηλέας, βασίλεψε στην Πύλο κι ήταν ο πατέρας της Πηρώς. Ήταν εκείνος, που όπως είδαμε, ζητούσε να του φέρουν από τη Φυλάκη τα βόδια του Ίφικλου προκειμένου να συγκατατεθεί στο γάμο της κόρης του Πηρώς.
Το άλλο παιδί του Ποσειδώνα και της Τυρώς, ο Πελίας, βασίλεψε στην Ιωλκό κι ήταν ο πατέρας του Ιάσονα, του αρχηγού της Αργοναυτικής Εκστρατείας.
Ο Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη, 1, 9, 8, 1), μιλώντας για την Τυρώ, λέει τα εξής:
«Τυρώ δέ ἡ Σαλμωνέως θυγάτηρ καί Ἀλκιδίκης παρά Κρηθεῖ τῷ Σαλμωνέως ἀδελφῷ τρεφομένη ἔρωτα ἴσχει Ἐνιπέως τοῦ ποταμοῦ, καί συνεχῶς ἐπί τά τούτου ῥεῖθρα φοιτῶσα τούτοις ἐπωδύρετο. Ποσειδῶν δέ εἰκασθείς Ἐνιπεῖ συγκατεκλίθη αὐτῇ• ἣ δέ γεννήσασα κρύφα διδύμους παῖδας ἐκτίθησιν».
Δηλαδή (σ’ ελεύθερη απόδοση): Η Τυρώ λοιπόν, η κόρη του Σαλμωνέα και της Αλκιδίκης, (εγγονή του Αίολου, του γιου του Έλληνα, ζούσε κοντά στο θείο της, τον αδερφό του πατέρα της, τον Κρηθέα, (τον ιδρυτή της Ιωλκού). Η Τυρώ ερωτεύθηκε τον ποταμό Ενιπέα και σύχναζε στις όχθες του κλαίγοντας για τη μεγάλη αδιαφορία του αγαπημένου της. Ο Ποσειδώνας, παίρνοντας την μορφή του Ενιπέα, κοιμήθηκε μαζί της. Αποτέλεσμα ήταν να γεννηθούν από την Τυρώ δίδυμα αγόρια, τα οποία όμως αυτή τα εγκατέλειψε.
Ο Όμηρος, παρουσιάζοντας τον Οδυσσέα να διηγείται όσα είδε στον Κάτω Κόσμο, λέει αναφερόμενος στην Τυρώ:
«῎Ενθ’ ᾗ τοι πρώτην Τυρώ ἴδον εὐπατέρειαν,
ἥ φάτο Σαλμωνῆος ἀμύμονος ἔκγονος εἶναι,
φῆ δέ Κρηθῆος γυνή ἔμμεναι Αἰολίδαο
ἥ ποταμοῦ ἠράσατ’, Ἐνιπῆος θείοιο,
ὃς πολύ κάλλιστος ποταμῶν ἐπί γαῖαν ἴησιν.
καί ῥ’ ἐπ’ Ἐνιπῆος πωλέσκετο καλά ῥέεθρα.
Τῷ δ’ ἄρα εἰσάμενος γαιήοχος ἐννοσίγαιος
ἐν προχοῇς ποταμοῦ παρελέξατο δινήεντος,
πορφύρεον δ’ ἄρα κῦμα περιστάθη, οὔρεϊ ἶσον,
κυρτωθέν, κρύψεν δέ θεόν θνητήν τε γυναῖκα.
<Λῦσε δέ παρθενίην ζώνην, κατά δ’ ὕπνον ἔχευεν.>
Αὐτάρ ἐπεί ῥ’ ἐτέλεσε θεός φιλοτήσια ἔργα,
ἔν τ’ ἄρα οἱ φῦ χειρί ἔπος τ’ ἔφατ’ ἔκ τ’ ὀνόμαζεν.
«Χαῖρε, γύναι, φιλότητι, περιπλομένου δ’ ἐνιαυτοῦ
τέξεις ἀγλαά τέκνα, ἐπεί οὐκ ἀποφώλιαι εὐναί
ἀθανάτων. σύ δέ τούς κομέειν ἀτιταλέμεναί τε.
Νῦν δ’ ἔρχεν πρός δῶμα, καί ἴσχεο μηδ’ ἀνομήνῃς.
αὐτάρ ἐγώ τοι εἰμί Ποσειδάων ἐνοσίχθων».
῞Ως εἰπών ὑπό πόντον ἐδύσατο κυμαίνοντα.
Ἡ δ’ ὑποκυσαμένη Πελίην τέκε καί Νηλήα,
τώ κρατερώ θεράποντε Διός μεγάλοιο γενάσθην
ἀμφοτέρω. Πελίης μέν ἐν εὐρυχώρῳ Ἰαωλκῷ
ναῖε πολύρρηνος, ὁ δ’ ἄρ’ ἐν Πύλῳ ἠμαθόεντι.
Τούς δ’ ἑτέρους Κρηθῆι τέκεν βασίλεια γυναικῶν,
Αἴσονά τε τ’ ἠδὲ Φέρητ᾿ Ἀμυθάονά θ’ ἱππιοχάρμην» (Ὅμηρος Ὀδύσσεια, λ, 225-249).
Δηλαδή: «Εκεί λοιπόν είδα την αρχοντογεννημένη Τυρώ, που έλεγε πως ήταν κόρη του ευγενικού Σαλμωνέα και γυναίκα του Κρηθέα του γιου του Αίολου. Αυτή πόθησε τον θεϊκό ποταμό Ενιπέα, που είναι ο ομορφότερος από τους ποταμούς που τρέχουνε πάνω στη γη, και σύχναζε στα όμορφα νερά του.
Όμοιος μ’ αυτόν, λοιπόν, ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας πλάγιασε δίπλα της στο μέρος που χύνεται ο ορμητικός ποταμός. Και τους περικύκλωσε ένα κύμα σκοτεινό, σαν βουνό μεγάλο, που κυρτώθηκε σκεπάζοντας το θεό και τη θνητή γυναίκα. Και της έβγαλε την παρθενική ζώνη και την αποκοίμισε. Κι όταν ο θεός τέλειωσε τα ερωτικά παιχνίδια, της έπιασε σφιχτά το χέρι και είπε προσφωνώντας την:
«Νάχεις χαρά, γυναίκα, για το αγκάλιασμα. Στο πέρασμα του χρόνου θα γεννήσεις έξοχα παιδιά, γιατί τα θεϊκά αγκαλιάσματα δεν είναι χωρίς αποτέλεσμα. Και συ να τα μεγαλώσεις με μεγάλη περιποίηση. Μα τώρα πήγαινε στο σπίτι σου και συγκρατήσου, μη μαρτυρήσεις τίποτε. Λοιπόν εγώ είμαι ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας».
Έτσι μίλησε και χώθηκε μέσα στη φουσκωμένη θάλασσα. Και η Τυρώ που έμεινε έγκυος γέννησε τον Πελία και τον Νηλέα, που και οι δυο τους έγιναν υπηρέτες δυνατοί του μεγάλου Δία. Ο Πελίας με τα πολλά του κοπάδια κατοικούσε στην απλόχωρη Ιωλκό, ο άλλος πάλι στην Πύλο με την όμορφη αμμουδιά. Τους άλλους, η βασίλισσα μες στις γυναίκες, τους γέννησε απ’ τον Κρηθέα, δηλαδή τον Αίσονα και τον Φέρητα και τον Αμυθάονα τον αρματομάχο».
Αξίζει να δούμε το ίδιο κομμάτι σε μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη:
«Και πρώτη εκεί ’δα την Τυρώ την καλογεννημένη,
που έλεγε γένος του λαμπρού πως είταν Σαλμωνέα
και πως την είχε ταίρι του Αίολου ο γιος Κρηθέας.
Τον Ενιπέα αγάπησε τον ποταμό το θείο,
που είταν απ΄ όλους πιο όμορφος τους ποταμούς του κόσμου,
και στους πανώριους όχτους του συνήθαε να πλανιέται.
Μ’ εκείνον μοιάζοντας της γης ο σαλευτής και ζώστης
σιμά της στου αφροκύλιστου του ποταμού το στόμα
πλάγιασε• κύμα σκοτεινό τους έζωσε σαν όρος
γερτό, να κρύψει το θεό και τη θνητή γυναίκα.
Εκεί ο θεός της έλυσε της παρθενιάς τη ζώνη,
την κοίμισε, και του έρωτα σαν τέλεσε το έργο,
το χέρι της γλυκόσφιξε, και φώναξέ την κι είπε:
«Χαίρου που εγώ σ’ αγκάλιασα, κι άμα γυρίσει ο χρόνος
θάχεις πανόμορφα παιδιά, τι των θεών η αγάπη
δεν πάει του κάκου• νοιάζου τα και μοσχανάθρεφέ τα.
Πήγαινε τώρα σύχαζε, και μην το ξεστομίσεις’
μα ο Ποσειδώνας, ξέρε το, έγώ ’μαι ο κοσμοσείστης».
Αυτά είπε, και στη θάλασσα βουτάει την κυματούσα.
Κ’ εκείνη γέννησε τους δυο, Πελία και Νηλέα,
που ήρωες βγήκανε πιστοί του Δία του μεγάλου.
Στην Ιωλκό βασίλεψεν ο θεόπλουτος Πελίας,
στην Πύλο την αμμουδερή ο ήρωας Νηλέας.
Κι ακόμα η ρήγισσα Τυρώ γέννησε του Κρηθέα,
τον Αίσονα, τον αμαξά Αμυθάονα, το Φέρη».

Ἡ Τυρώ, όταν γέννησε τα δυο παιδιά του Ποσειδώνα, φοβήθηκε την οργή του πατέρα της και τα παράτησε μόνα τους. Τα βρήκε όμως ο αλογοβοσκός του Σαλμωνέα, τα περιμάζεψε και, μαζί με την γυναίκα του, τα μεγάλωσε στο σπίτι του.
Πολλά χρόνια αργότερα ο άντρας της Τυρώς, ο Κρηθέας, έμαθε τα νεανικά καμώματα της γυναίκας του. Για να την εκδικηθεί, σύμφωνα με μια μυθολογική εκδοχή, πήρε άλλη γυναίκα, την Σιδηρώ, η οποία προηγουμένως ήταν υπηρέτριά του. Η Σιδηρώ φρόντιζε με κάθε τρόπο να βασανίζει την Τυρώ. Την έδιωξε μάλιστα από το παλάτι της. Όταν πέθανε ο Κρηθέας, η Σιδηρώ φανέρωσε στα δυο προγόνια της, τον Πελία και τον Νηλέα, ποιοι ήταν οι πραγματικοί γονείς τους και τα δυο παιδιά ξεκίνησαν να βρουν τη μητέρα τους.
Όταν την βρήκαν ήταν σε άθλια κατάσταση. Έμαθαν τα όσα είχε τραβήξει η πραγματική τους μητέρα από την Σιδηρώ και γύρισαν να πάρουν εκδίκηση. Η Σιδηρώ, που κατάλαβε τι την περίμενε, έτρεξε να βρει άσυλο στο ναό της Ήρας, πιστεύοντας ότι εκεί μέσα στον ιερό χώρο, όπως συνηθιζόταν σε τέτοιες περιπτώσεις, θα ήταν ασφαλής. Παρ” όλα αυτά ο Πελίας, αδιαφορώντας για την οργή της Ήρας, σκότωσε τη Σιδηρώ. Για την φοβερή αυτή πράξη του ο Πελίας αργότερα τιμωρήθηκε πολύ σκληρά. Τον έσφαξαν τα ίδια τα κορίτσια του, όταν ήταν πια γέρος, γιατί εκείνα πίστεψαν τα λόγια της μάγισσας Μήδειας, της γυναίκας του Ιάσονα, που τις ξεγέλασε κάνοντάς τις να πιστέψουν ότι μπορούσε να τον κάνει πάλι νέο.
Ο Ενιπέας, που θα τον δούμε και σ’ άλλους μύθους, ήταν κι αυτός, απ’ όσα μπορεί να συμπεράνει κάποιος, πανάρχαιος ποτάμιος θεός ή ήρωας της Θεσσαλίας. Θεός λοιπόν και αυτός της Αχαΐας Φθιώτιδας λατρευόταν μαζί με άλλους πανάρχαιους θεούς στις πλαγιές και στις ρεματιές της Όρθρης. Η Μήδεια στις όχθες του Ενιπέα ποταμού μάζεψε τα βότανα με τα οποία έδωσε τη νιότη στο γερασμένο κριάρι, για να πείσει έτσι και να ξεγελάσει τις κόρες του Πελία να της εμπιστευθούν το ξανάνιωμα του γέρου πατέρα τους, με σκοπό να τον σκοτώσει. Υπονοείται έτσι με τον μύθο αυτό ότι ο Ενιπέας, παλαιός θεός της μαγείας δίδαξε στη Μήδεια τη χρήση των μαγικών βοτάνων.
Στο μύθο αυτόν με την αντικατάσταση, στον έρωτα της Τυρώς, του θεού Ενιπέα από τον Ποσειδώνα, υποδηλώνεται η σταδιακή εγκατάλειψη της λατρείας του παλιού θεού Ενιπέα και η μεταμόρφωσή σ’ ένα εντελώς δευτερεύον πρόσωπο. Σύμφωνα με τις γνώμες των ειδικών μυθολόγων, ο σχετικός μύθος πήρε τη μορφή αυτή στα πρωτοϊστορικά χρόνια, όταν οι Ολύμπιοι θεοί επικάθονταν και αντικαθιστούσαν τις τοπικές θεότητες και παραδόσεις των Πρωτοελλήνων.
Η πανελλήνια γενική αναγνώριση και επικράτηση του ολυμπιακού δωδεκάθεου είχε ως αποτέλεσμα ν’ αντικατασταθούν τελικά όλες οι προϋπάρχουσες τοπικές προολυμπιακές θεότητες και να ενσωματωθούν στη νέα μορφή της θρησκείας.

Η ΠΗΡΩ ΠΡΟΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ

                Η Πηρώ, η πανέμορφη κόρη του Νηλέα και εγγονή της επίσης πανέμορφης Τυρώς, τράβηξε και αυτή, όπως και η γιαγιά της, την προσοχή του Ποσειδώνα. Πολλά έλεγαν οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω από την κοιλάδα του Ενιπέα για τις σχέσεις του Ποσειδώνα και της Πηρώς. Σίγουρα πρόκειται για πανάρχαιες προολυμπιακές θεότητες από εκείνες που, μετά την πανελλήνια επικράτηση των θεών του Ολύμπου, υποβιβάστηκαν σε ήρωες και ηρωίδες για την εξυπηρέτηση των νέων λατρευτικών αναγκών, ώσπου τελικά έγιναν απλά ποτάμια και νεράιδες των σύγχρονων παραμυθιών.
Σύμφωνα, λοιπόν, με μία από τις υπάρχουσες μυθολογικές εκδοχές για την καταγωγή του Ασωπού ποταμού, αυτός ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πηρώς. Ο Ασωπός ποταμός, ο γιος της Πηρώς, σύμφωνα με την παραπάνω εκδοχή, απόκτησε δυο γιους και είκοσι θυγατέρες ενώ κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη οι θυαγατέρες του Ασωπού ήταν δώδεκα.
Όλα τα ονόματα των θυγατέρων του Ασωπού και εγγονών της Πηρώς είναι ονόματα ελληνικών πόλεων και χωρών. Είναι ονόματα που έδωσαν σ’ αυτές οι κάτοικοί τους και τα οποία ασφαλώς υποδηλώνουν την προσπάθειά τους να οδηγήσουν την καταγωγή τους σε θεϊκή ρίζα στο βάθος του χρόνου κάτι που θα εξασφάλιζε η αναγωγή τους στην πρώτη κοιτίδα των Ελλήνων, την Αχαΐα Φθιώτιδα, αφού η Πηρώ ήταν κατευθείαν απόγονος του Έλληνας και της Ορθρηίδας.
Αναφέρουμε τα δεκαοκτώ γνωστά ονόματα θυγατέρων του Ασωπού, όπως τα μνημονεύει ο Στέφανος Κομμητάς στην «Ελληνική Μυθολογία» του, έκδοση «Εκάτη», σελ. 431: Αίγινα, Κέρκυρα, Σαλαμίνα, Πειρήνη, Κλεώνη, Θήβη, Τανάγρα, Θεσπία, Ασωπίδα, Σινώπη, Οινία, Χαλκίδα, Εύβοια, Αρπίνη, Πλάταια, Αντιόπη, Αερόπη και Νεμέα.
Τα ονόματα των δύο άλλων θυγατέρων του Ασωπού, που τα εντοπίσαμε εμείς και αναφέρονται σ’ άλλα σημεία της εργασίας μας αυτής, είναι η Θίσβη και η Ωερόη.
Την πρωτοθυγατέρα του Ασωπού και εγγονή της Πηρώς, την όμορφη Αίγινα την λιμπίστηκε ο Δίας και την άρπαξε προκειμένου να την κάνει δική του. Για να χαρεί τον έρωτά της, την έφερε στο ακατοίκητο μέχρι τότε νησί Οινώνη. Μετά από αυτό και για να τιμηθεί η αγαπημένη του Δία, το νησί μετονομάστηκε σε Αίγινα. Από αυτή την ένωση του Δία και της Αίγινας γεννήθηκε ο Αιακός.
Μόνος του όμως ο Αιακός πάνω στο νησί στενοχωριόταν πολύ. Γι’ αυτό ο Δίας μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια μιας μυρμηγκοφωλιάς που ήταν στο νησί σε ανθρώπους:
«…πατὴρ δ’ ἀνδρῶν τε θεῶν τε, ὅσσοι ἔσαν μύρμηκες ἐπηράτου ἔνδοθι νήσου, τοὺς ἄνδρας ποίησε βαθυζώνους τε γυναῖκας».
Δηλαδή: «….τότε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, όλα τα μυρμήγκια που ζούσαν πάνω στο μαγευτικό νησί, τα έκαμε άντρες και κομψές γυναίκες». (Ἡσιόδου, Ἀποσπάσματα Ἠοιῶν, 32 (76) ).
Έτσι, σύμφωνα μ’ αυτή την εκδοχή, έγινε ο λαός των Μυρμιδόνων οι οποίοι ονομάστηκαν έτσι γιατί έγιναν από τα μυρμήγκια μιας μυρμηγκοφωλιάς της Αίγινας.
Υπάρχει όμως και η εκδοχή πως το όνομα Μυρμιδόνες προέρχεται από το «μύρμος», που σημαίνει τρόμος (όπως τώρα περίπου η «Μορμώ», στοιχειό που προκαλεί τρόμο). Οι Μυρμηδόνες ήταν τόσο φοβεροί πολεμιστές ώστε προκαλούσαν τον «μύρμο», δηλαδή τον τρόμο, στους αντιπάλους τους.
Ο Αιακός πήρε γυναίκα του την Ενδηίδα, την κόρη του Χείρωνα, και απόκτησε δυο αγόρια τον Πηλέα και τον Τελαμώνα. Ο Αιακός όμως απόκτησε κι άλλο γιο, τον Φώκο, από την νηρηίδα Ψαμάθη, την όμορφη κόρη του Νηρέα. Τα δυο αδέλφια, ο Πηλέας και ο Τελαμώνας, σκότωσαν τον ετεροθαλή αδερφό τους Φώκο και για το λόγο αυτόν αναγκάστηκαν να φύγουν από το νησί.
Ο Πηλέας ήρθε στη Φθία για να βρει καταφύγιο στην αυλή του βασιλιά της Ευρυτίονα, από τον οποίο και ζήτησε να τον εξαγνίσει. Ο Ευρυτίονας, αφού τον εξάγνισε για τον φόνο του Φώκου, του έδωσε γυναίκα την κόρη του Αντιγόνη και το ένα τρίτο του βασιλείου του για να βασιλέψει σ’ αυτό.
Ο Πηλέας πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδωνίου κάπρου στο οποίο κατά λάθος σκότωσε τον πεθερό του. Τότε έφυγε και πήγε στην Ιωλκό όπου εξαγνίστηκε για τον νέο αυτό φόνο από τον Άκαστο. Τον καιρό όμως που φιλοξενούνταν στο παλάτι της Ιωλκού τον ερωτεύτηκε η Αστυδάμεια, η γυναίκα του βασιλιά Άκαστου.
Σύμφωνα με μία διαφορετική μυθολογική εκδοχή, η γυναίκα του Άκαστου, η οποία ερωτεύθηκε τον Πηλέα, λεγόταν Ιππολύτη. Ο Πηλέας όμως αρνήθηκε ν’ ανταποκριθεί στον έρωτά της και η Αστυδάμεια (ή η Ιππολύτη, σύμφωνα με την άλλη γνωστή μυθολογική εκδοχή) για εκδίκηση έστειλε συκοφαντικό μήνυμα στην γυναίκα του Πηλέα, την Αντιγόνη, στη Φθία, παραγγέλλοντάς την ότι ο Πηλέας ήταν άπιστος απέναντί της.
Η γυναίκα του Πηλέα, η πιστή και αφοσιωμένη Αντιγόνη, μόλις πήρε το μήνυμα της Αστυδάμειας, στενοχωρήθηκε τόσο πολύ που από τη μεγάλη της πίκρα αυτοκτόνησε. Αλλά δεν αρκέστηκε μόνο σ’ αυτό το κακό που προκάλεσε η Αστυδάμεια. Αφού έστειλε το ψεύτικο μήνυμα στην Αντιγόνη, κατηγόρησε τον Πηλέα στον άντρα της, τον Άκαστο, λέγοντας ότι της επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς.
Ο Άκαστος δεν μπορούσε να σκοτώσει τον Πηλέα, όπως πολύ το επιθυμούσε, γιατί κάτι τέτοιο απαγορευόταν, επειδή ο ίδιος τον είχε εξαγνίσει για φονικό. Φρόντισε λοιπόν να τον εξοντώσει μ’ άλλο τρόπο. Κανόνισε να γίνει ένας διαγωνισμός κυνηγιού στα δάση του Πηλίου στον οποίο έλαβαν μέρος πολλοί ήρωες και μαζί ο Πηλέας.
Στο κυνήγι αυτό ο Άκαστος τα κανόνισε και ο Πηλέας έμεινε μόνος χωρίς όπλα, πιστεύοντας ότι έτσι θα κατασπαρασόταν από τ’ άγρια θηρία. Τον γλίτωσε ευτυχώς την τελευταία στιγμή ο Κένταυρος Χείρωνας φανερώνοντας σ’ αυτόν τα κρυμμένα του όπλα.
Έτσι γλίτωσε ο Πηλέας. Αλλά και ο νεφεληγερέτης Δίας που είδε από ψηλά την αρετή του Πηλέα ν’ αρνηθεί τον άνομο έρωτα που τού πρότεινε η Αστυδάμεια, τον επιβράβευσε. Τότε ήταν που του υποσχέθηκε, μια και στο μεταξύ τόσο άδικα είχε πεθάνει η γυναίκα του Αντιγόνη, να του δώσει γυναίκα μια από τις «χρυσηλάκατες Νηρηίδες» (Νεμεόνικος, Δ, 56, κ. εξ.).
Αργότερα, όταν ο Πηλέας γύρισε στη Φθία, πρώτη δουλειά ήταν να εκδικηθεί την Αστυδάμεια και τον Άκαστο για το κακό που του έκαμαν. Ξεκίνησε από τη Φθία με στρατό για την Ιωλκό, την κυρίευσε και σκότωσε το βασιλικό ζευγάρι του Άκαστου και της γυναίκας του, έχοντας βοηθούς και συμπαραστάτες τους τον Ιάσονα και τους Διόσκουρους.
Αργότερα, έπειτα από πολλές περιπέτειες, ο Πηλέας παντρεύτηκε τη θεά Θέτιδα, την κόρη του ποτάμιου θεού Νηρέα, όπως του είχε υποσχεθεί ο Δίας, που ήταν και παππούς του. Από το γάμο αυτό του Πηλέα και της Θέτιδας γεννήθηκαν έξι γιοι αλλά όλοι τους πέθαναν στην προσπάθεια της μητέρας τους να τους κάνει αθάνατους. Ο έβδομος γιος της είναι ο μεγάλος ήρωας του Τρωικού Πολέμου, ο Αχιλλέας.
Σύμφωνα με μία άλλη μυθολογική εκδοχή, η Θέτιδα, δεν ήταν κόρη του Νηρέα. Ήταν κόρη του Άκτορα, του γιου του Μυρμιδόνα και το πρώτο όνομά της δεν ήταν Θέτιδα αλλά Φιλομήλα.
Ύστερα από πολλά χρόνια τα παιδιά του Άκαστου κατόρθωσαν και νίκησαν τον Πηλέα και τον έδιωξαν από τη Φθία. Κυνηγημένος έφθασε στην Ίκο (σημερινή Αλόννησο) όπου τελικά πέθανε. Μετά το θάνατό του πήγε στη χώρα των Μακάρων όπου συναντήθηκε με το γιο του Αχιλλέα.
Άλλες βέβαια μυθολογικές εκδοχές παρουσιάζουν τον Πηλέα να είναι μεν ζωντανός αλλά περιφρονημένος και κυνηγημένος μέχρι τότε που γύρισε από την Τροία ο εγγονός του Νεοπτόλεμος. Αυτός φρόντισε και τον αποκατέστησε στις παλιές του τιμές.

Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ
ΣΤΗΝ ΑΧΑΪΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΦΘΙΑ
1. Η Ιφιμέδεια και ο Ποσειδώνας – Ενιπέας

                    Υπήρχε και άλλη μια πανέμορφη κόρη στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας που, όπως έλεγαν οι παραμυθάδες της εποχής εκείνης, ζευγαρώθηκε με το θεό Ποσειδώνα. Και αυτή τη φορά ο πονηρός Ποσειδώνας πήρε πάλι τη μορφή του Ενιπέα ποταμού, που πηγάζει από τις πλαγιές της Όρθρης. Η εκλεκτή του Ποσειδώνα, αυτή τη φορά, ήταν η ξακουστή Ιφιμέδεια, η κόρη του βασιλιά Τριόπα. Η Ιφιμέδεια, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, τον καιρό που επιθυμούσε να ζευγαρώσει με τον Ποσειδώνα, ήταν παντρεμένη με τον Αλωέα. Άλλη μυθολογική εκδοχή όμως δέχεται ότι η Ιφιμέδεια ήταν ανύπαντρη όταν είχε σχέσεις με τον Ποσειδώνα και ότι αργότερα παντρεύτηκε τον Αλωέα.
Η Ιφιμέδεια, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στην Τυρώ, δεν ήταν ερωτευμένη με τον Ενιπέα αλλά με τον ίδιον τον Ποσειδώνα. Κατέβαινε λοιπόν η ερωτευμένη Ιφιμέδεια στη θάλασσα προσπαθώντας να συγκινήσει τον Ποσειδώνα.
Εκεί έπαιρνε με τις χούφτες της θαλασσινό νερό και το έριχνε στην αγκαλιά της καλώντας απελπισμένα και προκαλώντας με τον τρόπο αυτό τον ίδιο τον θεό της θάλασσας, τον αγαπημένο της Ποσειδώνα, να την αγκαλιάσει. Έτσι μας λέει ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του (6, 616).
Ο Ποσειδώνας, βλέποντας όλα αυτά τα καμώματα της Ιφιμέδειας, άλλο που δεν ήθελε. Δεν στάθηκε αδιάφορος. Πήρε όμως και πάλι – κι εδώ είναι το αξιοπερίεργο – την μορφή του Ενιπέα ποταμού και ενώθηκε με την κόρη. Και επειδή τα αγκαλιάσματα των θεών, όπως είχε πει ο Ποσειδώνας στην Τυρώ, δεν μένουν χωρίς αποτελέσματα, η Ιφιμέδεια απόκτησε δυο παιδιά δίδυμα, τον Ώτο και τον Εφιάλτη. Είναι περίεργο αλλά τις περισσότερες φορές που ζευγάρωνε ο Ποσειδώνας γεννιούνταν δίδυμα παιδιά.
Ο Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη, 1,7,4,2), συνδυάζοντας τα παραπάνω γεγονότα και με γάμο της Ιφιμέδειας και του Αλωέα, λέει:
«Ἀλωεύς μέν οὖν ἔγημεν ’Ιφιμέδειαν τήν Τρίοπος, ἥτις Ποσειδῶνος ἠράσθη, καί συνεχῶς φοιτῶσα ἐπί τήν θάλασσαν χερσίν ἀρυομένη τά κύματα τοῖς κόλποις ἐνεφόρει, συνελθών δέ αὐτῇ Ποσειδῶν δύο ἐγέννησε παῖδας, Ὦτον καί Ὲφιάλτην, τούς Ἀλωάδας λεγομένους».
Τώρα γιατί και πώς, αφού η Ιφιμέδεια ήθελε να έχει εραστή τον τον Ποσειδώνα, ο Ποσειδώνας προτίμησε και πάλι να πάρει την μορφή του Ενιπέα και να παρουσιαστεί μπροστά της και γιατί η Ιφιμέδεια δέχτηκε ν’ αντικαταστήσει τον αγαπημένο της Ποσειδώνα με τον άγνωστό της Ενιπέα, αυτά είναι από τα πράγματα που στη Μυθολογία λέγονται χωρίς πολλές εξηγήσεις.
Ωστόσο δημιουργούν στους ειδικούς μυθολόγους ερμηνευτικά προβλήματα. Δημιουργείται ένα ερώτημα: Ο Ποσειδώνας, όπως παρουσιάζεται ως εραστής, στους δύο μύθους των δύο περιπτώσεων της Ιφιμέδειας και της Πηρώς εκπροσωπεί άραγε την προολυμπιακή ή την κατοπινή, την ολυμπιακή, θεϊκή του υπόσταση; Μήπως οι δύο μύθοι με τις εναλλαγές που παρουσιάζουν μεταξύ του Ενιπέα και του Ποσειδώνα, απηχούν την εποχή τού αγώνα για την επικράτηση της μίας εκ των δύο θεϊκών δυναστειών; Φαίνεται ότι ο Ποσειδώνας είναι από τις λίγες περιπτώσεις οι οποίες εξακολούθησαν να υπάρχουν και ονοματικά τόσο στην προολυμπιακή θεϊκή δυναστεία, στους «προτέρους θεούς», όπως τους έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, δηλαδή στην εποχή της δυναστείας των Τιτάνων, όσο και στην εποχή των θεών του Ολύμπου.
Όσοι τα έλεγαν έτσι τα πράγματα, ότι δηλαδή η Ιφιμέδεια ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Ποσειδώνα, θεωρούσαν ότι ο Ποσειδώνας ήταν προολυμπιακή τιτανική θεότητα.
Κάποιοι όμως μύθοι τα έλεγαν διαφορετικά. Δεν ήταν ποτέ της ερωτευμένη με τον Ποσειδώνα η Ιφιμέδεια. Δεν τον ήθελε. Αν ενώθηκε με τον Ποσειδώνα, αυτό έγινε με τη βία. Έτσι εξηγείται και η εχθρότητα που ένιωθαν, και την φανέρωναν με κάθε τρόπο, όπως αναφέρουμε σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής, για τους ολύμπιους θεούς, τα δυο παιδιά της Ιφιμέδειας, οι Αλωάδες. Οι μύθοι αυτοί θεωρούν τον Ποσειδώνα ως μία καθαρά ολυμπιακή θεότητα.
Ωστόσο και στην περίπτωση του μύθου της Ιφιμέδειας, όπου και πάλι μια πανάρχαια θεσσαλική θεότητα, ο Ενιπέας, αντικαθίσταται από τον Ποσειδώνα στη νέα του υπόσταση, εκείνη του ολυμπιακού Δωδεκαθέου, εύκολα διαπιστώνει κανείς την μεταβατική εκείνη περίοδο κατά την οποία οι Πρωτοέλληνες άρχισαν ν’ αποκτούν κάποια αόριστη έστω συνείδηση κοινής καταγωγής και κοινών παραδόσεων. Άρχισε να δημιουργείται η ανάγκη αντικατάστασης των μικρών τοπικών θεοτήτων τους με κοινούς και αναγνωρισμένους από όλους θεούς.

2. Συλλογιστικά παιχνιδίσματα. . .χωρίς αποτέλεσμα

                  Θα μπορούσε κάποιος να διακινδυνεύσει μερικές σκέψεις για τις ομοιότητες ή τις διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των δύο παρόμοιων μύθων της Τυρώς και της Ιφιμέδειας, προκειμένου να βγάλει κάποια συμπεράσματα.
Η Τυρώ και η Ιφιμέδεια ζούσαν και οι δύο στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας. Σχετίζονται με τον πανάρχαιο τοπικό θεό Ενιπέα σε μια εποχή κατά την οποία οι «πρότεροι θεοί», τιτάνιες και γενικά προολυμπιακές θεϊκές οντότητες, και οι «νέοι» θεοί, οι Ολύμπιοι, παλεύουν μέσα στις ανθρώπινες συνειδήσεις για την οριστική επικράτηση.
Και στις δυο περιπτώσεις ο μεγάλος «Εραστής», ο «κερδισμένος», ο μεγάλος «Αγαπημένος» είναι ο Ποσειδώνας, μεταμορφωμένος όμως σε Ενιπέα. Αυτός ουσιαστικά κερδίζει και απολαμβάνει τον έρωτα, δηλαδή την λατρεία, των δύο γυναικών.
Φαίνεται να είναι ο καινούργιος ολυμπιακός θεός. Ο παλιός, ο Ενιπέας, και στις δυο περιπτώσεις, είτε τον λατρεύει η ηρωίδα και προσκυνήτρια και τον επικαλείται, όπως στην περίπτωση της Τυρώς, είτε αυτή δεν τον λατρεύει και δεν αναζητά την αγάπη του, όπως στην περίπτωση της Ιφιμέδειας, έρωτα και λατρεία στην πραγματικότητα δεν απολαμβάνει, έστω κι αν και στις δύο περιπτώσεις οι ερωτευμένες προσκυνήτριες νομίζουν ότι απολαμβάνουν την εύνοιά του. Και οι δύο γυναίκες δεν γνωρίζουν ότι ο πραγματικός Ερωμένος τους δεν είναι ο Ενιπέας, έστω κι αν τον βλέπουν ολοζώντανο μπροστά τους, και ότι αυτός που κρατούν στην αγκαλιά τους έχει μόνο την εικόνα του.
Πραγματικός Εραστής είναι ο Ποσειδώνας που έχει πάρει τη μορφή του Ενιπέα. Ο Ποσειδώνας απολαμβάνει τον έρωτά τους. Αυτός είναι που δέχεται την προσφορά τους, την λατρεία τους. Και στους δύο μύθους ωστόσο γίνεται ολοφάνερη μια πάλη αντικατάστασης της παλιάς θεότητας με μια καινούργια.
Ποιος άραγε από τους δυο μύθους προηγείται χρονικά στην πορεία της εξέλιξης της θρησκευτικής συνείδησης των ανθρώπων της Αχαΐας Φθιώτιδας για τη βαθμιαία αντικατάσταση των προολυμπιακών θεοτήτων με τις ολυμπιακές;
Ποια από τις δυο ερωτευμένες γυναίκες, την Τυρώ και την Ιφιμέδεια, έχει σε μεγαλύτερο βαθμό υιοθετήσει την επερχόμενη αντικατάσταση; Ποια γυναίκα δηλαδή θέλει να λατρέψει τον παλιό θεό και ποια τον καινούργιο; Ποια είναι η «συντηρητική» και ποια η «προοδευτική»; Ποιος μύθος προηγείται χρονικά; Ποιος από τους δυο μύθους δείχνει να γέρνει η πλάστιγγα της θρησκεύουσας συνείδησης προς την παλιά πίστη και ποιος προς την καινούργια;
1. Η Τυρώ αγαπάει και λατρεύει τον Ενιπέα. Αυτόν παρακαλεί ν’ ανταποκριθεί στον έρωτά της. Αυτού την εύνοια θέλει και επικαλείται. Στις όχθες του Ενιπέα τριγυρίζει. Αυτόν πιστεύει ως Θεό. Αυτόν θέλει να λατρέψει. Τον Ποσειδώνα δεν τον επικαλείται. Φαίνεται να τον αγνοεί. Ο Ποσειδώνας, για ν’ απολαύσει τον έρωτά της, δεν τολμάει να παρουσιαστεί με τη δική του μορφή και παίρνει τη μορφή του Ενιπέα. Ο Ενιπέας όμως αδιαφορεί γι’ αυτήν και για τον έρωτά της. Δεν ενδιαφέρεται και δεν δέχεται την λατρεία της. Αρνείται να εισακούσει τις ικεσίες της. Σωπαίνει. Σαν να μην υπάρχει. Κι έρχεται ο Ποσειδώνας να τον αντικαταστήσει, παίρνοντας όμως τη μορφή του Ενιπέα.
Σημαίνει άραγε αυτό ότι ο Ενιπέας έπαψε να υπάρχει στις συνειδήσεις των ανθρώπων ως θεός και επομένως δεν μπορεί να εισακούσει τις δεήσεις των πιστών του; Σημαίνει δηλαδή ότι ο Ενιπέας, ως παλαιός θεός, δεν μπορεί πλέον να ικανοποιήσει τις λατρευτικές ανάγκες των πιστών του; Να θέλει να σημειώσει ο μύθος ότι οι πιστοί, κάτω από παλιά ονόματα θεών, κάλυπταν καινούργιες στην πραγματικότητα θεϊκές υποστάσεις; Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Τυρώ έπαιρνε από τον Ενιπέα ή από την σιωπή του μια απάντηση σαν εκείνη που πήρε, πολλά χρόνια αργότερα, ο Ιουλιανός από την Πυθία, όταν αυτός προσπαθούσε να ξαναφέρει την ειδωλολατρεία, ενώ ήδη είχε επικρατήσει οριστικά η καινούργια θρησκεία, ο χριστιανισμός: «Να πείτε στο βασιλιά ότι ο Απόλλωνας δεν έχει πια μαντική δάφνη ούτε πηγή που να μιλάει».
Οπωσδήποτε ωστόσο πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι πρόκειται για το στάδιο εκείνο κατά το οποίο το αποτέλεσμα της αναζητούμενης και πραγματοποιούμενης θεοκρασίας δεν είχε ακόμα οριστικοποιηθεί.
Η Ιφιμέδεια αντίθετα αγαπάει και λατρεύει τον Ποσειδώνα. Αυτόν παρακαλεί να έρθει σε βοήθειά της. Από αυτόν ζητάει να εισακούσει τις ικεσίες της. Πηγαίνει στη θάλασσα και παίρνει χούφτες θαλασσινό νερό και το ρίχνει στην αγκαλιά της. Και όμως ο Ποσειδώνας, αν και καλείται, προκαλείται και προσκαλείται ο ίδιος προσωπικά, παίρνει και πάλι την μορφή τού μη αγαπώμενου και μη επικαλούμενου Ενιπέα, για να ενωθεί μαζί της. Δεν παρουσιάζεται στην μορφή με την οποία τον επικαλούνται. Να σημαίνει αυτό ότι δεν έχει εδραιωθεί ουσιαστικά ακόμα στη συνείδηση των πιστών η λατρεία των ολυμπιακών θεοτήτων και ότι λατρεύονται ακόμη οι παλιότεροι θεοί; Να θέλει να δείξει ο μύθος ότι μόνο οι παλαιοί θεοί μπορούν να ικανοποιήσουν τις λατρευτικές ανάγκες των πιστών και ότι μάταια προσπαθούν κάποιοι να βρουν παρηγοριά και να στηρίξουν τις ελπίδες τους στους καινούργιους θεούς; Φώναζε η Ιφιμέδεια, έκλαιγε, παρακαλούσε, άρπαζε απελπισμένη με τις χούφτες της θάλασσα, ζητώντας να παρουσιαστεί μπροστά της ο θεός ως θαλάσσιος. Τίποτε όμως. Πραγματικός, ζωντανός, παρουσιάζεται μπροστά της μόνο ο παλιός θεός, ο Ενιπέας. Αυτός φαίνεται μόνο να υπάρχει.
Αν είναι σωστές οι παραπάνω σκέψεις θα πρέπει χρονικά να προηγείται ο μύθος της Ιφιμέδειας και να έπεται της Τυρώς. Η Ιφιμέδεια προσπαθεί να βρει παρηγοριά στον καινούργιο θεό αλλά ουσιαστική ικανοποίηση βρίσκει στη λατρεία του παλαιού. Η Τυρώ λατρεύει τον παλαιό θεό που όμως δεν υπάρχει, δεν παρουσιάζεται μπροστά της, παρ” όλες τις ικεσίες της. Ο Ποσειδώνας και μόνο αυτός υπάρχει στην πραγματικότητα αλλά απλά παίρνει τη μορφή του μη ανταποκρινόμενου, του μη υπάρχοντος Ενιπέα, για να ξεγελαστούν οι άνθρωποι μέχρι να συνειδητοποιήσουν οριστικά την αντικατάσταση των παλιών θεών με τους καινούργιους.
2. Ωστόσο η Ιφιμέδεια λατρεύει και επικαλείται τον Ποσειδώνα, τον νεότερο θεό. Τον αναζητάει μάλιστα στην νεότερη, στη μοντέρνα, την νέα του κατοικία, στη θάλασσα. Αρπάζει με τις χούφτες της την θάλασσα και την ρίχνει στην αγκαλιά της. Και όμως ο Ποσειδώνας δεν της αποκαλύπτεται με την αληθινή του μορφή, αυτή με την οποία τον ζητάει, αλλά μ’ εκείνη του Ενιπέα, του παλαιότερου θεού που πια δεν λατρεύεται. Η Τυρώ αντίθετα δεν αναγνωρίζει τον Ποσειδώνα. Λατρεύει και παρακαλεί τον Ενιπέα, αυτόν που της είναι γνωστός. Δεν πηγαίνει στη θάλασσα. Στις όχθες του ποταμού, στις πηγές του, ζητάει τον αγαπημένο της.

Τον Ποσειδώνα της θάλασσας δεν τον γνωρίζει καθόλου έτσι ώστε αυτός ν’ αναγκαστεί, μεταμορφωμένος και μόνο όταν είχε ικανοποιήσει τις ικεσίες της προσκυνήτριας, να δηλώσει μόνος του την ταυτότητά του και να της ειπεί ότι αυτός που την ικανοποίησε δεν είναι ο Ενιπέας αλλά ο Ποσειδώνας.
Αν σκεφτούμε έτσι, πρέπει να συμπεράνουμε ότι προηγείται χρονικά ο μύθος της Τυρώς και έπεται της Ιφιμέδειας. Ο Ποσειδώνας, ο νέος θεός, είναι αυτός που υπάρχει. Ο Ενιπέας, ο παλαιός θεός, αδιαφορεί, δεν υπάρχει.

Παιχνιδίσματα της σκέψης είναι τα παραπάνω. Ένα μικρό διάλειμμα, έτσι για κάτι διαφορετικό από το πνεύμα της εργασίας μας. Σταματάμε εδώ το παιχνίδισμά μας αυτό. Μπορεί να το συνεχίσει ο αναγνώστης που έχει διάθεση για τέτοια παιχνίδια. Σίγουρα δεν θα βρει κάποια άκρη στους συλλογισμούς του. Θα μπερδευτεί και αυτός, όπως μπερδεύτηκαν η Τυρώ και η Ιφιμέδεια, που δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν αυτόν που αγαπούσαν κι αυτόν που αγκάλιαζαν.
Ο Λουκιανός, στο έργο του Ενάλιοι Διάλογοι (13), βάζει τον Ενιπέα να συνομιλεί με τον Ποσειδώνα για το γεγονός της αποπλάνησης της Τυρώς από τον Ποσειδώνα. Ο Ενιπέας παραπονείται στον Ποσειδώνα ότι του έκλεψε και ξεγέλασε την αγαπημένη του. Ο Ποσειδώνας όμως απαντά ότι δεν φταίει αυτός αλλά ο ίδιος ο Ενιπέας που από περηφάνια δεν καταδεχόταν τον έρωτα του κοριτσιού και δεν ανταποκρινόταν στα παρακάλια του. Έτσι αυτός, που λυπήθηκε και δεν μπορούσε να βλέπει ένα ερωτευμένο κορίτσι να κλαίει, έσπευσε να το παρηγορήσει.
Μία σύνθεση των παραπάνω παιχνιδισμάτων σκέψης και βοήθεια για κάποια πραγματιστική και λογική ερμηνευτική απάντηση ίσως μπορούσε να είναι η άποψη του Kerenyi ««Ενιπέας σήμαινε αυτόν που «αντιβουίζει». Με ένα τέτοιο όνομα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κάθε ποταμός που χοχλάκιζε, ακόμα και η ίδια η θάλασσα. Κι ο Ποσειδών το είχε σαν προσωνυμία» (Σχόλια στον Λυκόφρονα, 722 και K. Kerenyi, Η Μυθολογία των Ελλήνων, έκδοση Βιβλιοπωλείου «Εστία», σελ. 321).
Τα παραπάνω τα παραθέτουμε για εκείνους που επιμένουν να μην χαίρονται απλά τα παραμύθια και να ευχαριστούνται από αυτά, αλλά να ψάχνουν σ’ αυτά για κάποιες κρυμμένες αλήθειες.
3. Ένα άλλο κοίταγμα του προβλήματος θα μπορούσε να γίνει μέσα από το αποτέλεσμα του ζευγαρώματος του Ποσειδώνα με τις δύο γυναίκες. Ο Ώτος και ο Εφιάλτης, τα παιδιά της Ιφιμέδειας, φαίνεται να είναι προολυμπιακές θεότητες και άρα προηγούνται χρονικά των παιδιών της Τυρώς, του Νηλέα και του Πελία, Άρα προηγείται ο μύθος της Ιφιμέδειας και έπεται της Τυρώς.
4. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι τα δυο παιδιά της Τυρώς, ο Νηλέας και ο Πελίας, που τα ονόματά τους σημαίνουν «Ανελέητος» και «Πελιδνός» αντίστοιχα, είναι στην πραγματικότητα και οι δύο πανάρχαιες χθόνιες θεότητες και ως τέτοιες πιθανόν να προηγήθηκαν του Ώτου και του Εφιάλτη και άρα ο μύθος της Τυρώς να είναι αρχαιότερος του μύθου της Ιφιμέδειας.
Πάλι μπερδευτήκαμε όμως. Ήταν ένα νέο παιχνίδισμα της σκέψης μας αυτό. Έτσι για να δείξουμε από πόσες πολλές μεριές μπορεί να κοιταχτεί το θέμα.

Ας δεχτούμε λοιπόν – για να ησυχάσουμε οριστικά και να γυρίσουμε στο δρόμο που ακολουθούσαμε ως τώρα στην εργασία μας αυτή – ότι δεν βρίσκεται άκρη και καλά θα κάνουμε να τα δεχόμαστε όλα αυτά ως μύθους και τίποτε περισσότερο. Πιστεύω ότι την ίδια σύγχυση με μας θα είχαν και οι αρχαίοι πρόγονοί μας, οι πρόγονοι εκείνοι εννοώ που ζούσαν στην άσημη και απομονωμένη, την περιφρονημένη και «απολίτιστη» γωνιά της Αχαΐας Φθιώτιδας, ο απλός λαός δηλαδή. Γι’ αυτό και δεν τα εξέταζαν τέτοια ζητήματα. Τ’ άκουγαν απλά και τα δέχονταν όπως ακριβώς ακούγονταν, όπως κάνουν οι απλοί άνθρωποι του λαού σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Ήταν τα μυθολογικά τους ακούσματα αυτά. Αυτά τους έτρεφαν και τους διαμόρφωναν στη ζωή τους. Το ίδιο ας κάνουμε κι εμείς και ως τέτοια ας τα χαιρόμαστε.

3. Ώτος και Εφιάλτης, οι Τιτάνες

                           Γυρίζουμε στο μύθο της Ιφιμέδειας. Ο Ώτος και ο Εφιάλτης, τα δυο δίδυμα παιδιά που γεννήθηκαν από την ένωση της Ιφιμέδειας και του Ποσειδώνα, ήταν δυο τεράστιοι στο σώμα τους γίγαντες.
Μεγάλωναν, λένε οι μύθοι, μ’ έναν καταπληκτικό ρυθμό. Κάθε χρόνο μεγάλωναν μία πήχη σε πλάτος και μια οργιά σε ύψος. Έτσι στα εννιά τους χρόνια είχαν εννιά πήχες πλάτος και εννιά οργιές ύψος. Τόσο δυνατοί και μεγάλοι ένιωθαν που σκέφτονταν να πολεμήσουν και να τα βάλουν με τους θεούς του Ολύμπου:
«Οὗτοι κατ’ ἐνιαυτὸν ηὔξανον πλάτος μέν πηχυαῖον μῆκος δέ ὀργυιαῖον• ἐννέα δέ ἐτῶν γενόμενοι, καί τό μέν πλάτος πηχῶν ἔχοντες ἐννέα τό δέ μέγεθος ὀργυιῶν ἐννέα, πρός θεούς μάχεσθαι διενοοῦντο», γράφει ο Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη, 7, 4, 3).
Κάθε μήνα μεγάλωναν εννιά δακτύλους μας, λέει ειδικότερα και λεπτομερέστερα μια άλλη παραλλαγή του μύθου, την οποία αναφέρει ο Υγίνος.
Ο καταπληκτικός αυτός ρυθμός της ανάπτυξης, με τον οποίο μεγάλωναν οι δυο γιοι της Ιφιμέδειας, μας θυμίζει έναν άλλο παρόμοιο μύθο της ίδιας περιοχής που αναφέρεται στον Πρωτεσίλαο. Και γι’ αυτόν, όπως θα δούμε σ’ άλλες σελίδες, λεγόταν πως μεγάλωνε με τον ίδιο ρυθμό. Και θα μεγάλωνε ακόμη περισσότερο και αυτός, αν δεν πέθαινε τόσο νωρίς, μόλις είκοσι ετών, όπως ακριβώς και οι δυο Αλωάδες.
Ο Ώτος και ο Εφιάλτης, όπως διαφαίνεται από την περιγραφή τους και τα κατορθώματά τους, ήταν Τιτάνες που πάλευαν εναντίον των Ολυμπίων θεών και αντιστέκονταν σθεναρά στην επικράτησή τους. Είναι και αυτοί «πρότεροι θεοί», όπως ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες τους προολυμπιακούς θεούς. Ο εντοπισμός της δραστηριότητάς τους στο χώρο της Θεσσαλίας, η γέννησή τους στις όχθες του Ενιπέα ποταμού από θεσσαλή ηρωίδα και οι άλλες ενέργειές τους επιβεβαιώνουν την αρχαιότητα των θεσσαλικών μύθων και την αντίσταση που παρουσιάστηκε από τους ανθρώπους των υποβαθμισμένων πολιτιστικά περιοχών στην εισαγωγή των νέων λατρευτικών συνηθειών.
Εξάλλου υπάρχει στη μυθολογία και η εκδοχή ότι οι Αλωάδες ήταν παιδιά της Γης (Γαίας), όπως οι άλλοι γνωστοί μας Τιτάνες, και ότι η Ιφιμέδεια απλώς είχε αναλάβει το μεγάλωμά τους.
Για το λόγο αυτό κάποιοι άλλοι μύθοι τους κατατάσσουν στους Γίγαντες που έλαβαν μέρος στη Γιγαντομαχία. Βάλθηκαν, έλεγαν οι μύθοι, να φτάσουν πάνω στον Ουρανό. Είχαν ορκιστεί μάλιστα στα νερά της Στύγας, να κάνουν οπωσδήποτε δικές τους, ο Ώτος την Άρτεμη και ο Εφιάλτης την Ήρα. Γι’ αυτό και άρχισαν να σωριάζουν πάνω στον Όλυμπο την Όσσα και από πάνω το Πήλιο (Hygini Fabulae, 25).
Ο Απολλόδωρος λέει για το θέμα αυτό:
«Πρός θεούς μάχεσθαι διενοοῦντο, καί τήν μέν ῎Οσσαν ἐπί τόν Ὄλυμπον ἔθεσαν, ἐπί δέ τήν ῎Οσσαν θέντες τὸ Πήλιον διά τῶν ὀρῶν τούτων ἠπείλουν εἰς οὐρανόν ἀναβήσεσθαι, καί τήν μέν θάλασσαν χώσαντες τοῖς ὄρεσι ποιήσειν ἔλεγον ἤπειρον, τήν δέ γῆν θάλασσαν» (Απολλόδωρος, 1, 7, 4, 3).
Η ερωτευμένη Ιφιμέδεια δεν ήταν κοπέλα, λέει ένας άλλος μύθος. Ήταν παντρεμένη, όπως προαναφέραμε, με τον Αλωέα. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίοι οι δυο γίγαντες, Ώτος και Εφιάλτης, αν και ήταν πραγματικά παιδιά τού Ποσειδώνα, έγιναν γνωστοί ως Αλωάδες, δηλαδή παιδιά του Αλωέα. Έλεγαν μάλιστα ότι ο Αλωέας, ο άντρας της Ιφιμέδειας, ήταν αδερφός του Τριόπα και γιος του Ποσειδώνα και της Κανάκης, της κόρης του Αίολου.

4. Η Ιφιμέδεια, ο Ώτος και ο Εφιάλτης στον Όμηρο

                          Στην Οδύσσεια του Ομήρου, (λ , 311 – 326), υπάρχουν πληροφορίες για την περιπέτεια της Ιφιμέδειας με τον Ποσειδώνα. Παραθέτουμε το κομμάτι αυτό όπως μεταφράστηκε από τον Ζήσιμο Σιδέρη.
«Είδα την Ιφιμέδεια, το ταίρι του Αλωέα,
πόλεγε πως κοιμήθηκε σιμά στον Ποσειδώνα,
και δυο παιδιά τής έφερε λιγόχρονα στον κόσμο,
τον Ώτο τον ισόθεο, τον ξακουστό Εφιάλτη,
που ‘ταν οι πιο ψηλότεροι απ’ όσους θρέφει η πλάση,
κι ύστερα απ’ τον Ωρίωνα, οι πιο όμορφοι στα κάλλη.
Εννιά χρονών σαν έγιναν, πήχες εννιά είχαν πλάτος
κι οργιές εννιά το μάκρος τους που κάνανε είχε φτάσει
και τους θεούς φοβέρισαν πως στα ψηλά ουράνια
τη λύσσα τού συνταραχτή θα στήσουν του πολέμου.
Να βάλουν σοφιστήκανε τον Όλυμπο στην Όσσα,
στερνά το Πήλιο το πυκνό, στον ουρανό να φτάσουν.
Κι αν ζούσαν και μεγάλωναν, θα το ‘χαν κατορθώσει.
Μα ο γιος του Δία, που η Λητώ τον γέννησε η πανώρια,
τους πήρε, πριν το χνούδι τους ανθίσει στα μηλίγγια,
και πριν φυτρώσουν τα πυκνά στα μάγουλά τους γένια».
Οι δυο Αλωάδες, τα δίδυμα παιδιά της Ιφιμέδειας, ήταν λοιπόν – όπως έλεγαν οι σχετικοί μύθοι – πολύ όμορφοι, τόσο που μοναχά ο πανέμορφος Ωρίωνας τους ξεπερνούσε στην ομορφιά. Τα είχαν όμως βάλει και αντιμάχονταν με τους θεούς του Ολύμπου. Ίσως αυτό να είναι ένα ακόμη σημείο στο οποίο μπορούμε να δούμε την διαμάχη των παλιών θεών των Τιτάνων, των «προτέρων θεών» και των Ολυμπίων.
Αξίζει εδώ να δούμε πώς έδωσε σε μετάφραση το κομμάτι αυτό της Οδύσσειας ο Αργύρης Εφταλιώτης:
«Κι είδα την Ιφιμέδεια, γυναίκα του Αλωέα,
που έλεγε πως με το θεό κοιμήθη Ποσειδώνα,
και δυο τού γέννησε παιδιά, μα ζωή πολλή δεν είχαν’
τον Ώτο τον ισόθεο, και το λαμπρό Εφιάλτη,
που απ’ όσους η γης έθρεψε πιο αψηλόκορμοι ήταν,
και που μονάχα ο Ωρίωνας στα κάλλη τους περνούσε’
εννιά χρονών είταν παιδιά, κ’ εννιά είχαν πήχες πλάτος
κι ανέβαινε το μπόγι τους οργιές εννιά του ύψου
και τους αθάνατους αυτοί φοβέριζαν πως θάρθουν
να φέρουνε στον Όλυμπο πολέμου αχό κι αντάρα.
Την Όσσα πά στον Όλυμπο πασκίζανε να στήσουν,
το Πήλιο με τ’ ανεμιστά κλωνιά στην Όσσα απάνω,
ν’ ανέβουνε στον ουρανό. Κι αν ζούσανε να φτάσουν
στα χρόνια της παλληκαριάς, θα κάναν το σκοπό τους.
Μα ο γιος του Δία και της Λητώς της ομορφομαλλούσας
τους χάλασε πριν βγάλουνε σγουρά στα μαγουλά τους
και πριν το χνούδι τ’ ανθερό τους σκιώσει το πηγούνι.»
Ο Ώτος και ο Εφιάλτης, όπως έλεγαν κάποιοι μύθοι, ήταν τόσο πολύ δυνατοί ώστε κάποτε έδεσαν και αυτόν το θεό του πολέμου, τον Άρη και τον έκλεισαν σ’ ένα χάλκινο πιθάρι για δεκατρείς ολόκληρους μήνες. Και θα έμενε εκεί για πάντα, έστω και αν ήταν θεός, άμα δεν τον έσωζε ο Ερμής: «ἔδησαν δέ καί ῎Αρην, τοῦτον μὲν οὖν Ἑρμῆς ἑξέκλεψεν» (Απολλόδωρος, 1, 7, 4, 4).
Μας τα λέει πολύ καλά και ο Όμηρος (Ιλιάδα, Ε, 385 – 391). Σε μετάφραση του Ν. Καζαντζάκη και Ι. Θ. Κακριδή το σχετικό κομμάτι λέει:
«Πολλά τυράννια κι ο Άρης τράβηξε, που μ’ αλυσίδες στέριες
ο Εφιάλτης κι ο Ώτος, οι αντροδύναμοι γιοι του Αλωέα, τον δέσαν,
και μήνες δεκατρείς τον έκλεισαν σε χάλκινο πιθάρι.
Κι ο Άρης της μάχης ο ανεχόρταγος, θα ‘χε χαθεί κει μέσα,
η μητρυγιά τους αν δεν έτρεχε του Ερμή να το μηνύσει,
η όμορφη Ηερίβοια’ τους τον ξέκλεψε τον Άρη εκείνος τότε,
που ’χε αποκάμει πια απ΄ τις άλυσες, βαριά που τον παιδεύαν».

                                                5. Η εξόντωση των Αλωάδων

                         Τα καμώματα αυτά του Ώτου και του Εφιάλτη και η απόπειρά τους να προσπαθήσουν να φτάσουν τους θεούς του Ολύμπου, να αλυσοδέσουν τον Άρη και προπαντός η μεγάλη ασέβειά τους να θέλουν να ζευγαρωθούν με τις θεές Άρτεμη και Ήρα, εξόργισαν τους ολύμπιους θεούς και αυτοί αποφάσισαν να τους εξοντώσουν. Η «ύβρη» τους είχε ξεπεράσει κάθε επιτρεπτό όριο και έπρεπε να τιμωρηθούν σκληρά.
Ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία και της Λητώς, ήταν εκείνος που σταμάτησε τα σχέδια των δυο παιδιών της κόρης του Τριόπα, της Ιφιμέδειας. Ο Απόλλωνας, λέει ο μύθος, γνώριζε ότι ήταν γραφτό ο Ώτος και ο Εφιάλτης να μην μπορούν να σκοτωθούν ούτε από θεό ούτε από άνθρωπο. Σκέφτηκε λοιπόν πολύ και βρήκε τη λύση. Αφού ούτε από θεό ούτε από άνθρωπο μπορούσαν να σκοτωθούν, δεν έμεινε παρά μόνο μια λύση: τα δυο αδέλφια να σκοτωθούν μεταξύ τους.
Έβαλε λοιπόν ο Απόλλωνας σε εφαρμογή το σχέδιό του. Η Άρτεμη, που τόσο πολύ την ποθούσε ο Ώτος, πείστηκε από τον Απόλλωνα να ειδοποιήσει τον ερωτευμένο Αλωάδα ότι τάχα τον θέλει κι αυτή και ότι τον περιμένει ν’ ανταμώσουν στη Νάξο. Έτρεξε πρόθυμα ο Ώτος. Μαζί του έτρεξε και ο Εφιάλτης νομίζοντας ότι κι αυτός μπορεί να ανταμώσει εκεί την Ήρα, που τόσο πολύ την επιθυμούσε.
Η Άρτεμη πραγματικά, σύμφωνα με την υπόδειξη του Απόλλωνα, ήταν εκεί. Δεν ήταν όμως η Ήρα. Βλέποντας αυτό ο Εφιάλτης ζήτησε από τον αδερφό του να του επιτρέψει να πάει με την Άρτεμη και αυτός. Ο Ώτος αρνήθηκε και άρχισε μεγάλος καυγάς μεταξύ τους. Τα δυο αδέλφια ήταν έτοιμα να κονταροχτυπηθούν. Την ώρα εκείνη η Άρτεμη, μεταμορφωμένη σε ελαφίνα, πέρασε ανάμεσα στα δυο αδέλφια που ετοιμάζονταν να πετάξουν τα κοντάρια τους. Τα δυο αδέλφια πέταξαν τώρα τα κοντάρια τους στη λαφίνα. Αυτή όμως πέρασε γρήγορα και τα δυο κοντάρια βρήκαν ως στόχο τους το καθένα από έναν αδελφό. Έτσι πέτυχε το σχέδιο του Απόλλωνα και οι δυο Αλωάδες αλληλοσκοτώθηκαν.
Ο Ώτος και ο Εφιάλτης είχαν και μία αδελφή, την Ελάτη. Είχε και αυτή τεράστιο ανάστημα όπως τα αδέλφια της. Όταν έμαθε τον θάνατο των αδερφών της μεταμορφώθηκε από τη μεγάλη της λύπη σε έλατο.
Ο Δίας όμως δεν ήταν ικανοποιημένος από την τιμωρία αυτή των Αλωάδων. Για ακόμη μεγαλύτερη τιμωρία τους οι δυο Αλωάδες καταδικάστηκαν στον Κάτω Κόσμο να είναι μαζί με τους άλλους μεγάλους κολασμένους. Καταδικάστηκαν να είναι δεμένοι οι δυο τους, πλάτη με πλάτη, σ᾿ ένα στύλο και να τους περιζώνουν φίδια που τους δάγκωναν. Ταυτόχρονα μια κουκουβάγια έκρωζε ανατριχιαστικά συνεχώς στα αυτιά τους και τους ξεκούφαινε. Ήταν μάλιστα δεμένοι, λέει ο σχετικός μύθος, σε μέρος κοντά στη Στύγα, στα νερά της οποίας είχαν ορκιστεί ότι θα κάνουν δικές τους την Ήρα και την Άρτεμη.
Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι η λέξη Ώτος σημαίνει κουκουβάγια.

6. Μια αλλιώτικη εκδοχή του μύθου, όπως ακουγόταν στην Αχαΐα Φθιώτιδα,
που μπορεί να είναι και η μόνη αληθινή και αυθεντική

                          Έλεγαν κι άλλα οι μύθοι της Αχαΐας Φθιώτιδας για τα δυο παιδιά του Ενιπέα – Ποσειδώνα και της Ιφιμέδειας. Δεν πήγαν στη Νάξο τα δυο παιδιά, έλεγαν αυτοί οι μύθοι, για να συναντήσουν την Άρτεμη και την Ήρα. Δεν είχαν τέτοιο σκοπό ο Ώτος και ο Εφιάλτης πηγαίνοντας στη Νάξο. Πήγαν εκεί να βρουν τη μάνα τους και την αδερφή τους, που είχαν χαθεί.
Ο Ώτος και ο Εφιάλτης είχαν, έλεγαν οι μυθολογικές εκδοχές που ακούγονταν περισσότερο στην Αχαΐα Φθιώτιδα, εκτός από την Ελάτη, μία ακόμα αδελφή, την Παγκράτιδα. Την Παγκράτιδα λοιπόν, την αδελφή τους, και την Ιφιμέδεια, την μητέρα τους, τις είχαν αρπάξει ληστές και τις είχαν φέρει στη Νάξο.
Να πως έγινε αυτή η αρπαγή. Η Ιφιμέδεια με την Παγκράτιδα ήταν πάνω στο βουνό Δρίος της Αχαΐας Φθιώτιδας (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη, 5, 50, 4 -6). Μαζί με άλλες γυναίκες έπαιρναν μέρος στη διονυσιακή λατρεία που γινόταν πάνω στο βουνό αυτό. Από το βουνό λοιπόν Δρίος, κάποιο παρακλάδι της Όρθρης, άρπαξαν τις δυο γυναίκες , μάνα και κόρη, οι ληστές μαζί με πολλές άλλες «διονυσιάζουσες» γυναίκες και τις είχαν μεταφέρει στη Νάξο όπου υπήρχε μεγάλη έλλειψη γυναικών.
Ο πατέρας τους, ο Αλωέας, όταν είδε να χάνονται η γυναίκα και η κόρη του, έστειλε τα δυο παιδιά του να ψάξουν και να βρουν τη μάνα τους και την αδερφή τους οπωσδήποτε, διαφορετικά να μην γυρίσουν πίσω. Πήγαν πραγματικά, λοιπόν, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, στη Νάξο, όπως έλεγαν όλοι, σταλμένοι όμως εκεί από τον πατέρα τους για να φέρουν πίσω τη μάνα τους και την αδερφή τους και όχι για να συναντήσουν την Άρτεμη και την Ήρα, όπως έλεγαν οι άλλοι. Όταν έφτασαν στη Νάξο όχι μόνο πέτυχαν το σκοπό τους και απελευθέρωσαν τη μητέρα τους και την αδελφή τους, αλλά στη συνέχεια κατόρθωσαν και πήραν την εξουσία του νησιού.
Πολύ αργότερα και για άλλο λόγο μάλωσαν μεταξύ τους και σκοτώθηκαν. Ο Πίνδαρος (Πυθιόνικοι 4, 88 -89) γράφει: «ἐν δὲ Νάξῳ φαντί θανεῖν λιπαρᾷ Ἰφιμεδείας παῖδας, ᾮτον καί σέ, τολμάεις Ἐφιάλτα ἄναξ». Ωστόσο, κατά τον Παυσανία, ο τάφος των Αλωάδων βρισκόταν στην πόλη Ανθηδόνα της Βοιωτίας. «Ἐνταῦθά εἰσι μέν τάφοι τῶν Ἰφιμεδείας καί Ἀλωέως παίδω. . .» ( IX, 22, 6)

7. Η συγγενική γενεαλογία των Αλωάδων

                             Στο σημείο αυτό πρέπει ν’ αναφέρουμε κάποια ακόμη στοιχεία για τη γενεαλογία ηρώων σε σχέση με πρόσωπα που εμφανίζονται στην Αχαΐα Φθιώτιδα και που αναφέρονται στην Κανάκη, την κόρη του Αίολου και πεθερά της Ιφιμέδειας. Είναι στοιχεία που παραπέμπουν σε εποικίσεις μερών από ανθρώπους της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Ο πατέρας της Κανάκης, ο Αίολος, ήταν γιος του Έλληνα, του γιου του Δευκαλίωνα. Ο Αίολος λοιπόν, ο γιος του Έλληνα, πήρε γυναίκα του την Ευαρέτη, την κόρη του Δηίμαχου. Από το γάμο τους γεννήθηκαν εφτά γιοι: Ο Κρηθέας, ο Σίσυφος, ο Αθάμαντας, ο Σαλμωνέας, ο Δηιόνας, ο Μάγνητας και ο Περιήρης και πέντε κόρες: η Κανάκη, η Αλκυόνη, η Πεισιδίκη, η Καλύκη και η Περιμήδη.
Γιος επίσης της Κανάκης από τον Ποσειδώνα, εκτός από τον Αλωέα, που είδαμε παραπάνω, ήταν και ο Εποπέας. Γιος του Εποπέα ήταν ο Μαραθώνας, ο οποίος αποίκισε την ομώνυμη περιοχή στην ανατολική παραλία της Αττικής.
Γιος της Καλύκης, της άλλης κόρης του Αίολου, ήταν ο Ενδυμίονας. Ο Ενδυμίονας, ακολουθούμενος από Αιολείς (απόγονους του Αίολου) αποίκισε την Ήλιδα .
Γιος αυτού του Ενδυμίονα, του εγγονού του Αίολου, και της Υπερίμνης, ήταν ο Αιτωλός, που έγινε ο επώνυμος ήρωας και βασιλιάς των Αιτωλών.
Γιος επίσης αυτού του Ενδυμίονα ήταν και ο Παίονας, που έγινε ο επώνυμος ήρωας και πρώτος βασιλιάς των Παιόνων.
Γιος επίσης του Ενδυμίονα αυτού και της Υπερίμνης ήταν και ο Επειός, ο οποίος έγινε γενάρχης των Επειών, που ήταν ένας προϊστορικός λαός της Πελοποννήσου και κατοικούσε στο βορειοδυτικό τμήμα της.
Μία κόρη του ίδιου αυτού Ενδυμίονα ήταν η Ευρυκύδη. Γιος της Ευρυκύδης αυτής και του Ποσειδώνα, ήταν ο Ηλείος, ο οποίος έγινε αργότερα πατέρας του βασιλιά Αυγεία, τους στάβλους του οποίου καθάρισε ο Ηρακλής. Από τον Ηλείο, τον πατέρα του Αυγεία ένα μέρος των Επειών, ονομάστηκαν Ηλείοι.
Οι παραπάνω μύθοι αλλά και άλλοι σχετικοί αποδεικνύουν και ενισχύουν την άποψη ότι η Αχαΐα Φθιώτιδα είναι η αρχική κοιτίδα πολλών ελληνικών φύλων.

Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ ΜΕΛΙΤΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΑΣΠΑΛΙΔΑ.

                          Την πιο ξακουστή νύμφη της Όθρης, την Οθρηίδα, που, όπως είδαμε την τίμησε με τον έρωτά του ο γιος του Δευκαλίωνα, ο Έλληνας και την έκανε μητέρα και πρόγονο όλων των Ελλήνων, την ερωτεύθηκε και ο ίδιος ο Δίας. Ήρθε λοιπόν μια μέρα και ο Δίας πάνω στην Όθρη, την έδρα των παλιών θεών που ο ίδιος την είχε αντικαταστήσει με τον Όλυμπο, και ενώθηκε με την Οθρηίδα. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ένα αγόρι. Η νύμφη Οθρηίδα φοβήθηκε πολύ την οργή της ζηλιάρας γυναίκας του Δία, της Ήρας και γι’ αυτό παράτησε το νεογέννητο παιδί της μόνο του και έφυγε μακριά κάνοντας πως δεν ξέρει τίποτε.
Τα παιδιά όμως των θεών, και μάλιστα πολύ περισσότερο του Δία, δεν είναι δυνατόν να πάθουν κακό. Ο Δίας έστειλε – έτσι έλεγαν οι άνθρωποι πάνω και γύρω από την Όθρη στους μύθους τους – αμέσως ένα σμήνος μελισσών που με το μέλι τους τάιζαν το βρέφος τις πρώτες μέρες της ζωής του. Αφού πέρασαν οι πρώτες μέρες ο Δίας πάλι φρόντισε για το γιο του. Οδήγησε προς τα εκεί τα βήματα ενός τσοπάνη της Όθρης και έτσι αυτός βρήκε το παρατημένο από τη μάνα του παιδί. Το συμμάζεψε και το πήρε στο σπίτι του να το μεγαλώσει. Επειδή δε, την ώρα που ο τσοπάνος βρήκε το μωρό, είδε να το τρέφουν οι μέλισσες βάφτισε το μωρό Μελιτέα. Τον τσοπάνο αυτόν τον έλεγαν Φάγρο.
Ο Αντωνίνος Λιβεράλης γράφει για το γεγονός αυτό:
«Διός καί νύμφης Ὀρθρηίδος ἐγένετο παῖς Μελιτεύς. Τοῦτον ἡ μήτηρ ἐξέθηκεν εἰς τὴν ὕλην κατά δέος Ἥρας, ὅτι αὐτῇ Ζεύς ἐμίχθη. Ὁ δέ παῖς Διός βουλῇ οὐκ ἠφανίσθη ἀλλ’ ηὔξετο τροφόμενος ὑπό μελισσῶν. Ἐνέτυχε δέ αὐτῷ ποιμαίνων πρόβατα Φάγρος ὁ Ἀπόλλωνος καί Ὀρθρηίδος νύμφης, ἥτις ἔτεκε Μελιτέα τόν ἐν τῇ ὕλῃ παῖδα. Θαυμάσας δέ πρός τόν ὄγκον τοῦ σώματος καί ἔτι πλέον πρός τάς μελίσσας ἀνείλετο καί ἀπήνεγκεν εἰς τά οἰκία καί ἔτρεφεν ἐν πολλῇ σπουδῇ θέμενος αὐτῷ Μελιτέα ὄνομα, διότι ὑπό μελισσῶν ἐτράφη. Ὑπῆλθε <γὰρ> αὐτόν καί χρησμός, ἐν ὧ ποτε θεός εἶπε σώζειν ὁμόγνιον ὄντα τόν ὑπό τῶν μελισσῶν τρεφόμενον. Ὁ δὲ παῖς ἐπεί τάχιστα ἠνδρώθη, ἀνήρ ἐγένετο γενναῖος καί πλείστων ἦρξε περιοίκων καί πόλιν ἔκτισεν ἐν τῇ Φθίᾳ προσαγορεῦσας Μελίτην. Ἐν ταύτῃ τῇ Μελίτῃ τύραννος ἐγένετο βίαιος καί ὑβριστής, ὃν οἱ μὲν ἐγχώριοι ούδ’ ὀνομάζουσιν. ὑπό δε τῶν ξένων Τάρταρος ἐκαλεῖτο. Οὗτος εἴ τις διαβοηθείη παρθένος ἐπί κάλλει τῶν ἐγχωρίων, ἀπῆγεν αὐτήν καί ἐμίγνυτο πρό γάμου κατά βίαν. Τότε δ’ οὖν εἴρητο πρός τούς θέραπας ἀπάγειν Ἀσπαλίδα τήν θυγατέρα τήν Ἀργαίου τῶν οὐκ ἀσήμων. Ἡ δέ παῖς, ὡς ἔκπυστος ὁ λόγος ἐγένετο, πρὶν ἀφικέσθαι τούς ἀπάξοντας ἀνήρτησεν ἑαυτήν. Τῆς δέ πράξεως οὔπω διαβοηθείσης ἀδελφός ὁ τῆς Ἀσπαλίδος Ἀστυγίτης ὤμοσεν, ὅτι πρότερον τίσεται τόν τύραννον ἤ τό σῶμα καθαιρήσει τό τῆς ἀδελφῆς. Ἐνδύς δέ τάχιστα τήν στολήν τῆς Ἀσπαλίδος καί κρύψας παρά τήν εὐώνυμον πλευράν τό ξίφος ἔλαθε πρός τήν ὄψιν ἀντίπαις ὤν. Παρελθών δ’ εἰς τά οἰκία γυμνόν ὄντα καί ἀφύλακτον τόν τύραννον κτείνει. Οἱ δέ Μελιτεῖς τόν μέν Ἀστυγίτην ἐστεφάνουν καὶ μετά παιάνων προέπεμπον, τὸ δὲ σῶμα τοῦ τυράννου κατεπόντισαν εἰς ποταμόν ἐμβάλοντες, ὃν ἔτι νῦν ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου Τάρταρον καλοῦσι. Τό δέ σῶμα τό τῆς Ἀσπαλίδος ἐξερευνῶντες πάντα τρόπον, ὅπως κηδεύσωσιν ἐπισήμως, οὐκ ήδυνήθησαν εὑρεῖν, ἀλλά τοῦτο μέν ἠφανίσθη κατά θεόν, ἀντί δέ τοῦ σώματος ἐφάνη ξόανον παρά τό τῆς Ἀρτἐμιδος ἐστηκός. Ὀνομάζεται δέ παρά τοῖς ἐγχωρίοις τοῦτο τὸ ξόανον Ἀσπαλίς Ἀμειλίτη Ἑκαέργη, ὧ καθ’ ἕκαστον ἔτος αἱ παρθένοι χίμαρον ἄθορον ἐκρήμνων, ὅτι καί ἡ Ἀσπαλίς παρθένος οὖσα ἑαυτήν ἀπηγχόνισεν».
Όταν ο Μελιτέας μεγάλωσε αρκετά, κατόρθωσε κι έγινε ισχυρός άρχοντας. Έχτισε μάλιστα και μια πόλη στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, της οποίας έγινε βασιλιάς. Την πόλη αυτή την ονόμασε από το όνομά του Μελιταία. Είναι η πόλη που βρίσκεται ακόμη μέχρι και σήμερα στην ίδια περιοχή, έξω από το Δομοκό. Βρισκόταν στις όχθες του Ενιπέα ποταμού δέκα στάδια μακριά από την αρχαία πόλη Ελλάδα.
Πολλά είναι οι μύθοι που λέγονταν στην περιοχή για τον Μελιτέα και τα κατορθώματά του.
Ο Μελιτέας έγινε ένας σκληρός και απάνθρωπος άρχοντας. Ήταν ο φόβος κι ο τρόμος όλων των κατοίκων της περιοχής. Οι κάτοικοι της Μελιταίας τόσο πολύ τον μισούσαν ώστε, όταν αναφέρονταν σ’ αυτόν, δεν τον αποκαλούσαν με το πραγματικό όνομά του, Μελιτέα, αλλά τον ονόμαζαν Τάρταρο. Με την ονομασία αυτή φανέρωναν την μεγάλη τους επιθυμία και ταυτόχρονα την κατάρα να πάει και να χαθεί στα Τάρταρα. Είναι κι αυτή μια ακόμα μαρτυρία για τη γνωστή στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας τιμωρία των εχθρών με τον καταποντισμό τους στα Τάρταρα.
Ο Μελιτέας, μόλις μάθαινε ότι κάπου στην περιοχή του βασιλείου του υπήρχε κάποιο κορίτσι που ξεχώριζε για την ομορφιά του, έστελνε ανθρώπους δικούς του να το πάρουν και να του το φέρουν στο παλάτι του. Ήθελε να είναι αυτός ο πρώτος που θα χαιρόταν τις χάρες του κοριτσιού πριν προλάβει και το παντρευτεί κάποιος άλλος.
Ένα τέτοιο πανέμορφο κορίτσι που ζούσε στη Μελιταία ήταν και η Ασπαλίδα. Ήταν κόρη ενός από τους άρχοντες της Μελιταίας (ή Μελίτης), του ξακουστού Αργαίου. Όλοι τριγύρω είχαν να λένε για τις χάρες της και όλοι μιλούσαν για τη μεγάλη ομορφιά της. Δεν άργησε φυσικά να το πληροφορηθεί αυτό και ο Μελιτέας. Έστειλε λοιπόν, όπως συνήθιζε, τους δικούς του ανθρώπους ν’ αρπάξουν την Ασπαλίδα από το σπίτι της και να την οδηγήσουν στο παλάτι του.
Η Ασπαλίδα, που γνώριζε πολύ καλά τι την περίμενε όταν θα πήγαινε στο παλάτι, μόλις πληροφορήθηκε ότι ξεκίνησαν οι άνθρωποι του Μελιτέα για το σπίτι της, πήρε τη μεγάλη απόφασή της. Πήρε ένα σχοινί το πέρασε στο λαιμό της και κρεμάστηκε πριν προλάβουν ακόμη να έρθουν να την πάρουν και να την οδηγήσουν στον σκληρό άρχοντα. Προτίμησε έτσι το θάνατο από την μεγάλη ντροπή και ατίμωση που την περίμενε στο παλάτι του Μελιτέα.
Ο αδερφός της κοπέλας, ο Αστυγίτης, αγανακτισμένος εδώ και πολύ καιρό, όπως όλοι οι συμπατριώτες του, εναντίον του τύραννου για τα φερσίματά του, αποφάσισε, ύστερα από αυτό το τελευταίο προσωπικό κακό που τον βρήκε, να εκδικηθεί ο ίδιος προσωπικά και εκ μέρους όλων των κατοίκων της Μελιταίας για όσα είχε καμωμένα ο απάνθρωπος τύραννος. Ορκίστηκε μάλιστα στους θεούς ότι δεν θα κατεβάσει το πτώμα της αδερφής του από το σχοινί της κρεμάλας, αν προηγουμένως δεν τιμωρήσει σκληρά, όπως έπρεπε, τον τύραννο.
Πριν λοιπόν ακόμη φτάσουν στο σπίτι του οι άνθρωποι του Μελιτέα, που έρχονταν να πάρουν το κορίτσι, χωρίς να έχουν ακόμα πληροφορηθεί το θάνατο της Ασπαλίδας, ο Αστυγίτης ντύθηκε με τα ρούχα της αδερφής του και παριστάνοντας την Ασπαλίδα περίμενε τους ανθρώπους του Μελιτέα, έχοντας κρυμμένο στα ρούχα του ένα σπαθί. Έτσι, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους ανθρώπους του σκληρού άρχοντα, οδηγήθηκε στο δωμάτιο του Μελιτέα σαν Ασπαλίδα. Εκεί, στην κατάλληλη στιγμή, όταν έμειναν μόνοι οι δυο τους, ο Αστυγίτης έβγαλε το σπαθί του και σκότωσε τον τύραννο. Έτσι οι κάτοικοι της Μελιταίας απαλλάχτηκαν από την παρουσία στη χώρα τους του σκληρού τυράννου και γλίτωσαν από τα βάσανά τους. Αυτά έλεγαν οι μύθοι σ’ όλη την γύρω περιοχή.
Οι κάτοικοι της Μελιταίας τίμησαν, όπως άρμοζε στην περίπτωση, με πολλές τιμές τον Αστυγίτη, ως τυραννοκτόνο και ελευθερωτή. Το πτώμα του Μελιτέα δεν το έθαψαν, αλλά το πέταξαν σ’ ένα ποτάμι, εκεί κοντά, το οποίο από τότε ονομάστηκε Τάρταρος. Έτσι, έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μελιτέας πήγε στα Τάρταρα, όπως τόσα και τόσα χρόνια εύχονταν όλοι από μέσα τους με το να τον ονομάζουν Τάρταρο.
Όταν, μετά την εκδίκησή του ο Αστυγίτης, μαζί με τους άλλους κατοίκους της Μελιταίας, σύμφωνα με το τάμα που είχε κάνει, πήγαν να ξεκρεμάσουν το πτώμα της Ασπαλίδας και να του αποδώσουν τις τιμές που έπρεπε, δεν το βρήκαν εκεί, σαν κάποιος να είχε φροντίσει να το πάρει. Στη θέση του πτώματός της βρήκαν μόνο ένα ξόανο, ένα ξύλινο δηλαδή ομοίωμα της ενάρετης κοπέλας. Αργότερα κατάλαβαν και έδωσαν την εξήγηση που έπρεπε, εκείνοι που μπορούσαν να εξηγούν την συμπεριφορά και το θέλημα των θεών σε τέτοιες περιπτώσεις. Την Ασπαλίδα, εξήγησαν, που πέθανε μένοντας παρθένος μέχρι το θάνατό της, την τίμησε όπως ταίριαζε η Άρτεμη, η θεά της αγνότητας και της εκούσιας παρθενίας. Την πήρε κοντά της και στη θέση του πτώματός της άφησε το ξόανο. Αυτό το ξόανο που άφησε η Άρτεμη, το λάτρευαν και το τιμούσαν πολύ στα κατοπινά χρόνια όλοι οι κάτοικοι της γύρω περιοχής μαζί με την ίδια τη θεά Άρτεμη. Το ονόμαζαν Ασπαλίδα ή Αμειλήτη ή Εκαέργη. Εκαέργη είναι ένα από τα λατρευτικά επίθετα της θεάς Άρτεμης.
Έτσι στην Μελιταία οι άνθρωποι λάτρευαν ως θεά την Ασπαλίδα μαζί με την Άρτεμη. Όταν αργότερα έπρεπε να ικανοποιηθεί και να συνταιριαστεί τόσο η λατρεία των παλιών προολυμπιακών θεοτήτων, όπως η Ασπαλίδα, όσο και των καινούργιων καθαρότερων ολυμπιακών θεϊκών οντοτήτων, όπως η Άρτεμη, οι δυο θεές, παλιά και καινούργια, ενώθηκαν σε μία. Έγινε μία ακόμη θεοκρασία.
Οι Μελιταιείς, βολεύοντας όλες τους τις λατρευτικές ανάγκες, των «συντηρητικών» που λάτρευαν την θεά Ασπαλίδα και ήθελαν να διατηρήσουν τη λατρεία της και των «προοδευτικών», που ήθελαν να επιβάλουν τη λατρεία της καινούργιας θεάς της Άρτεμης, λάτρευαν πλέον όλοι μαζί την νέα θεά, αποτέλεσμα θεοκρασίας των δύο αντιπάλων θεοτήτων, την «Ασπαλίδα Άρτεμη».
Με τον τρόπο αυτό, όπως και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, έγινε το αρμονικό δέσιμο της μνήμης και του σεβασμού του παρελθόντος και της ανάγκης του παρόντος. Όπως και σ’ άλλες δηλαδή περιπτώσεις, το όνομα της παλιάς θεάς έγινε και επέζησε για χρόνια ως συνοδευτικό λατρευτικό επίθετο της καινούργιας. Η θεοκρασία των δύο θεοτήτων έγινε βεβαίως και πάλι σε βάρος της παλιάς θεότητας, της τοπικής θεότητας της υποβαθμισμένης πολιτιστικά περιοχής της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Για τη λατρεία της Ασπαλίδας Άρτεμης συνήθιζαν να θυσιάζουν μία κατσίκα, την οποία δεν την είχε πλησιάσει ακόμη τράγος, για να θυμίζει έτσι την Ασπαλίδα που δεν την είχε πλησιάσει άντρας, μέχρι τη στιγμή που πέθανε.
Με το είδος αυτό της θυσίας δε φαίνεται να συμφωνούσαν όμως όλοι. Έτσι για να βολευτούν και οι αντιρρησίες είχαν και μια άλλη συνήθεια στη λατρεία της Ασπαλίδας Άρτεμης. Αντί για κατσίκα που δεν την είχε πλησιάσει τράγος, κάποιοι άλλοι θυσίαζαν ένα τράγο, υποκατάστατο φυσικά του πολυγαμικού Μελιτέα.
Δεν μας είναι γνωστό ποιο από τα δυο είδη θυσίας προηγήθηκε χρονικά ή αν συνυπήρχαν και για πόσο καιρό τα δύο είδη των θυσιών. Το βέβαιο είναι ότι υπήρχαν διαφορετικές απόψεις με τα επιχειρήματά της η κάθε μία και με τους πιστούς της. Είναι λίγο δύσκολο να εκτιμήσει κάποιος και να συμφωνήσει αν το θυσιαζόμενο ζώο έπρεπε να αντιπροσωπεύει και να μιμείται αναπαριστάνοντας την αυτοθυσία και την προσφορά ή την εκδίκηση και την τιμωρία.
Οι Μελιταιείς πάντως, όλοι μαζί και ανεξάρτητα από τις διαφορετικές τους απόψεις για το είδος του προσφερόμενου ζώου στις θυσίες τους, λάτρευαν με πανηγύρια και τελετές την «Ασπαλίδα Άρτεμη». Είχαν χτίσει, για το σκοπό αυτό και την ικανοποίηση των λατρευτικών τους αναγκών, ιδιαίτερο βωμό προς τιμήν της Ασπαλίδας.
Το ιερό αυτό σωζόταν για αρκετά χρόνια αργότερα και κατά τον Α. Σ. Αρβανιτόπουλο βρισκόταν στο δρόμο από τη Μελιταία προς τη Λαμία, δίπλα στο Σκουριζόρρεμα, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Τα νομίσματα της Μελιταίας, στα ιστορικά πλέον χρόνια, παρίσταναν στη μία πλευρά τους μέλισσα. Αυτό βεβαίως πρέπει να θεωρηθεί, ως ένδειξη ότι οι Μελιταιείς και στα νεότερα χρόνια δέχονταν τον μύθο του Μελιτέα με τις μέλισσες που τον μεγάλωσαν στις πρώτες μέρες της ζωής του καθώς και την ετυμολογία του ονόματος της πόλης τους. Αποδεικνύεται έτσι ότι ο μύθος εξακολουθούσε να τους είναι γνωστός και ιδιαίτερα αγαπητός.
Αλλά και στα πολύ νεότερα, τα πρόσφατα, χρόνια, όταν μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό χρειάστηκε οι δήμοι που ιδρύθηκαν στο νέο ελληνικό κράτος ν’ αποκτήσουν τις δικές τους ξεχωριστές σφραγίδες μ’ ένα ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό της ιστορίας τους και της παράδοσης έμβλημα, αποφασίστηκε, προφανώς ύστερα από πρόταση των κοινοτικών αρχόντων του χωριού, η οποία εγκρίθηκε με σχετική γνωμοδότηση του υπεύθυνου για την έγκριση αρχαιολόγου Π. Ευστρατιάδη, η σφραγίδα του Δήμου Μελιταίας να έχει στο μέσον «μέλιτταν ορθήν με τας πτέρυγας αναπεπταμένας». (ΒΔ. της 19 -8 – 1883, Φ. Ε. Κ. 340).
Η αντικατάσταση του σώματος της Ασπαλίδας, που επρόκειτο κατά κάποιο τρόπο να θυσιαστεί, μας θυμίζει το παρόμοιο γεγονός της αρπαγής του σώματος της Ιφιγένειας, στην Αυλίδα, την ώρα που επρόκειτο κι αυτή να θυσιαστεί.
Και οι δύο, Ασπαλίδα και Ιφιγένεια, επρόκειτο να «θυσιαστούν» άδικα. Τα πτώματα και των δύο αρπάχτηκαν από την ίδια θεά για να τιμηθούν. Αυτή η αντικατάσταση της Ασπαλίδας με ξόανο που έστειλε η Άρτεμη και στη συνέχεια η λατρεία όχι πλέον της Ασπαλίδας μόνης αλλά της Ασπαλίδας Άρτεμης και τέλος ο υποβιβασμός της Ασπαλίδας σε λατρευτικό επίθετο της Άρτεμης και αυτή καθαυτή η «εξαφάνιση» του πτώματός της είναι άλλη μια ένδειξη της απορρόφησης των τοπικών παλαιών θεοτήτων από τους πανελλήνιας εμβέλειας Ολύμπιους θεούς και τελικά της «εξαφάνισής» τους από την θρησκευτική συνείδηση των ανθρώπων. Η νεότερη θεά Άρτεμη εξαφάνισε βίαια την παλιότερη Ασπαλίδα.
Στο σημείο αυτό νομίζω ότι πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής κάτι που είναι πολύ χαρακτηριστικό. Όλες οι παλαιές τοπικές θεότητες της Αχαΐας Φθιώτιδας, όπως ο Αγρέας, ο Αρισταίος, ο Λαφύστιος, η Ιτωνία, η Ασπαλίδα, ο Φάγρος, υποκύπτοντας στη λάμψη και την πανελλήνια ακτινοβολία του Απόλλωνα, του Δία, της Αθηνάς, της Άρτεμης, ενσωματώθηκαν σ’ αυτούς ως λατρευτικά επίθετα παρέμειναν για ένα διάστημα μαζί και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν. Όλες δηλαδή οι θεοκρασίες έγιναν σε βάρος των τοπικών θεοτήτων. Η μοίρα των θεών ακολουθεί την μοίρα των ανθρώπων που τους λατρεύουν.                                           Και οι δύο, θεοί και άνθρωποι, υποβαθμισμένων πολιτιστικά και αδύναμων και απόμερων περιοχών, υποκύπτουν πάντοτε στους ισχυροτέρους.
Είναι θαρρώ το γεγονός αυτό μία σαφής ένδειξη, αν όχι απόδειξη, ότι οι τοπικοί αυτοί μύθοι είναι πανάρχαιοι και είναι μύθοι ενός λαού και μιας περιοχής που δεν μπορούσε και για αντικειμενικούς λόγους να τους επιβάλλει και να τους περιβάλλει με πανελλήνια εμβέλεια αλλά και για υποκειμενικούς λόγους που εξηγήσαμε. Γι’ αυτό και οι μύθοι τους ξεχάστηκαν, αλλοιώθηκαν σύμφωνα με τις θελήσεις και τις επιταγές των ισχυρών, αλλά και κάποιοι απ’ αυτούς υιοθετήθηκαν από άλλους λαούς ως δικά τους δημιουργήματα ή και μεταφέρθηκαν σε άλλες δυναμικές περιοχές. Λεηλατήθηκαν όπως οι θησαυροί κατακτημένων χωρών.
Ο Μ. Κοπιδάκης, σχολιάζοντας τη συμπεριφορά του Μελιτέα, λέει : «Η συμπεριφορά του Μελιτέα απέναντι στις κόρες των υπηκόων του θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν τυπική περίπτωση αυθαιρεσίας ενός τύραννου. Το γεγονός όμως ότι η Μελιταία βρίσκεται στη Θεσσαλία, όπου ίσχυε από τα πανάρχαια χρόνια ο θεσμός της δουλοπαροικίας, μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο βιασμός των κοριτσιών από τον τύραννο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ιδιότυπη μορφή του «δικαιώματος της πρώτης νύχτας», ενός κανόνα του εθιμικού δικαίου της μεσαιωνικής φεουδαλικής κοινωνίας.
Το έθιμο αυτό εμφανίζεται και στο Βυζάντιο και επιβιώνει σε ορισμένες περιοχές του ελληνισμού ως τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα». (Ελληνική Μυθολογία, Ἐκδοτική Αθηνών», τόμ. 3, σελ. 336).
Το «δικαίωμα της πρώτης νύχτας» που διατηρούσαν οι άρχοντες τέτοιων περιοχών στηριζόταν σε ανάλογη συμπεριφορά των θεών. Είναι πάρα πολλοί στην Ελλάδα οι μύθοι, στους οποίους, αφού οι θεοί (άρχοντες του τόπου) ζευγάρωναν με κάποιο κορίτσι, φρόντιζαν να το παντρέψουν με κάποιο θνητό, για να αποκτήσει το παιδί τους προστάτη και θνητό πατέρα. Ιδιαίτερα για τον μεγάλο θεό, τον βασιλιά θεών και ανθρώπων, τον Δία, οι μύθοι αυτοί πλεονάζουν.
Είναι γνωστό εξάλλου ότι στη Θεσσαλία κάτι σαν το δικαίωμα της πρώτης νύχτας δεν ήταν πολύ ασυνήθιστο ανάμεσα στις αυθαιρεσίες των μεγαλοτσιφλικάδων, ακόμη και στα πρώτα, μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, χρόνια.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (13η συνέχεια)

Ο ΑΧΟΡΤΑΓΟΣ ΕΡΥΣΙΧΘΟΝΑΣ ΒΟΣΚΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΡΗ

1. Ο Τριόπας

Αλλά οι θεϊκοί τσοπάνηδες πάνω στο κεντρικό βουνό της Αχαΐας Φθιώτιδας, την Όρθρη, δεν έχουν τελειωμό.
Πάνω στην Όρθρη λοιπόν ακόμα έβοσκε τα κοπάδια του πατέρα του, Τριόπα, και ο Ερυσίχθονας. Ο Τριόπας ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Κανάκης ή, όπως έλεγαν κάποιοι άλλοι, γιος του Ήλιου.
Άλλοι πάλι τα έλεγαν διαφορετικά. Ο Τριόπας ήταν γιος του Απόλλωνα, έλεγαν αυτοί. Βεβαίως ο Απόλλωνας ταυτιζόταν με τον Ήλιο και έτσι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στις δυο απόψεις.
Μερικοί άλλοι ωστόσο τα έλεγαν εντελώς διαφορετικά. Ούτε ο Ποσειδώνας, ούτε ο Ήλιος, ούτε ο Απόλλωνας ήταν πατέρας τού Τριόπα. Ο Τριόπας ήταν γιος του Λαπίθη και της Ορσινόμης.
Τέλος υπάρχει και η άποψη ότι ο Τριόπας ήταν γιος του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της νύμφης Οθρηίδας.
Οι άνθρωποι πάνω στην Όρθρη αρέσκονταν, περισσότερο απ’ όλες τις παραπάνω εκδοχές να πιστεύουν ότι ο Τριόπας ήταν εγγονός του Έλληνα και της Ορθρηίδας και αυτό υποστήριζαν στους μύθους τους. Ο Τριόπας, όπως έλεγαν αυτοί και το πίστευαν, ήταν εγγονός της νύμφης Ορθρηίδας.
Και επειδή ο Τριόπας είχε γίνει γνωστός και σ’ άλλα μέρη τα οποία κατοικήθηκαν από ανθρώπους που εγκατέλειψαν την Φθιώτιδα Αχαΐα, δημιουργήθηκαν και στα μέρη εκείνα σχετικοί μύθοι. Πολλοί σε διάφορους τόπους δημιούργησαν μύθους που παρουσίαζαν τον Τριόπα ως δικό τους ντόπιο ήρωα.
Έτσι στο Άργος θεωρούσαν τον Τριόπα γιο του Φόρβαντα και της Εύβοιας και τον θεωρούσαν απόγονο της Νιόβης. Από την Μεσσήνη, την κόρη αυτού του Τριόπα, του γιου τού Φόρβαντα, πήρε το όνομά της η πόλη Μεσσήνη και η Μεσσηνία. Στην πόλη Μεσσήνη υπήρχε ναός και άγαλμα της Μεσσήνης από μάρμαρο της Πάρου και χρυσάφι. Μας το βεβαιώνει ο Παυσανίας: «Ἔστι δὲ καὶ Μεσσήνης τῆς Τριόπα ναὸς καὶ ἄγαλμα χρυσοῦ καὶ λίθου παρίου» (Παυσανίας IV, 31, 11),
Άλλοι πάλι ήθελαν τα πράγματα να είναι εντελώς αντίθετα. Δεν ήταν ο Τριόπας γιος του Φόρβαντα. Αντίθετα ο Φόρβαντας ήταν γιος του Τριόπα και της Ορσινόμης.
Οι κάτοικοι της Ρόδου, όπως και της Αχαΐας Φθιώτιδας, θεωρούσαν τον Τριόπα γιο του Ήλιου. Στη Ρόδο όμως, μητέρα του Τριόπα ήθελαν, όπως ήταν φυσικό, να είναι μια δική τους νύμφη. Έτσι έπλασαν το μύθο ότι μητέρα του ήταν η νύμφη Ρόδος.
Στο νησί Κως θεωρούσαν τον Τριόπα πατέρα του Μέροπα. Στην Κνίδο έλεγαν ότι ο Τριόπας πήγε στα μέρη τους και εκεί έχτισε ιερό, που το έλεγαν Τριόπιο, για να τιμάται μέσα σ’ αυτό ο Απόλλωνας.
Ο Φόρβαντας, γιος ή, σύμφωνα με άλλους, πατέρας του Τριόπα, συνδέθηκε ακόμη και με σχετικούς μύθους στην Ηλεία. Ο Φόρβαντας, έλεγαν στην περιοχή της Ηλείας, έφθασε στην Ώλενο κι εκεί συμπαραστάθηκε στον βασιλιά τους, τον Αλέκτορα, στον αγώνα του εναντίον του Πέλοπα με τον οποίον ο Αλέκτορας βρισκόταν σε διαμάχες. Γι’ ανταμοιβή του ο Αλέκτορας έδωσε στον Φόρβαντα το μισό βασίλειό του και τον πάντρεψε με την κόρη του, την Διογένεια.
Έτσι ο γιος, ή πατέρας, του Τριόπα, ο Φόρβαντας, από τα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας, πήγε και έγινε βασιλιάς στην Ηλεία.
Αργότερα ο Φόρβαντας, σύμφωνα με άλλους μύθους, έγινε πατέρας τού βασιλιά Αυγεία, του γνωστού για τους περίφημους στάβλους του που τους καθάρισε ο Ηρακλής. Παιδί του Φόρβαντα, επίσης από την Διογένεια, την κόρη του Αλέκτορα, ήταν και ο Άκτορας.
Όλα αυτά, τις λεπτομέρειες των οποίων αποφεύγουμε να εκθέσουμε γιατί αποπροσανατολίζουν την εργασία μας από τον κύριο άξονά της, ασφαλώς δείχνουν τις μετακινήσεις λαών από τη Θεσσαλία προς άλλα μέρη της Ελλάδας και τις επιδράσεις που υπήρχαν μεταξύ των διαφόρων ελληνικών φύλων. Όλα είναι ενδείξεις ότι πάντοτε γινόταν μεταφορά μύθων από μία περιοχή σ’ άλλη και ανάλογες κάθε φορά προσαρμογές των μύθων. Είναι ακόμη ολοφάνερες οι προσπάθειες οικειοοίησης από μερικούς μύθων άλλων περιοχών.
Ο Τριόπας, έλεγαν οι μύθοι στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας, είχε βοηθήσει τον Δευκαλίωνα, τον πρώτο μετά τον κατακλυσμό βασιλιά του τόπου αυτού, να διώξει τους παλιούς κατοίκους του τόπου, τους Πελασγούς. Ο Δευκαλίωνας γι’ ανταμοιβή αυτών των υπηρεσιών έδωσε στον Τριόπα ως δώρο το «Δώτιον πεδίον»: «εἰς Θετταλίαν πλεῦσαι ἐπί συμμαχίαν τοῖς Δευκαλίωνος παισί, καί συνεκβαλεῖν ἐκ τῆς Θετταλίας τούς Πελασγούς, καί μερίσασθαι τό καλούμενον Δώτιον πεδίον» (Διόδωρος Σικελιώτης, 5, 61, 1).
Το «Δώτιον πεδίον» ονομάστηκε έτσι από τον Δώτο, τον γιο του Πελασγού. Γι’ αυτό, σύμφωνα με διάφορες μυθολογικές εκδοχές, ο Φόρβαντας, γιος του Τριόπα, παρουσιάζεται να ζει και να δραστηριοποιείται στο Δώτιο πεδίο απ’ όπου μετανάστευσε στη Κνίδο ή στη Ρόδο ή, όπως ήθελαν οι Ηλείοι, στην Ηλεία όπου έγινε βασιλιάς. Στην πόλη Ιαλυσό μάλιστα της Ρόδου τον λάτρευαν ως μεγάλο ευεργέτη της πόλης και των κατοίκων της. Γίνεται και πάλι φανερή η προσπάθεια πολλών φύλων να συνδέσουν την καταγωγή τους με την Αχαΐα Φθιώτιδα.
Άλλοι πάλι μύθοι έλεγαν ότι ο κάμπος αυτός ονομάστηκε «Δώτιον Πεδίον» γιατί επώνυμος ήρωάς του ήταν ο Δώτις, ο γιος του Αστερίου και της Αμφικτυόνης, της κόρης του Φθίου.
Και στο σημείο αυτό μπορούμε να δούμε μία ακόμη ένδειξη ενισχυτική της άποψης ότι η μυθολογική εκδοχή που θέλει τον Δευκαλίωνα με την Πύρρα να αποβιβάζονται, μετά τον κατακλυσμό στην Όρθρη, πρέπει να είναι η αυθεντικότερη.
Την παλαιότητα ακόμη των τοπικών μύθων της περιοχής αυτής αποδεικνύει και η αναφορά που γίνεται στον Ποσειδώνα, τον πατέρα του Τριόπα, που τον θέλει γήινη θεϊκή οντότητα. Δεν είχε γίνει ακόμα ο Ποσειδώνας θαλασσινή θεϊκή οντότητα. Αργότερα μεταμορφώθηκε σε τέτοια.

2. Η ασέβεια και η τιμωρία του Ερυσίχθονα

Ο Ερυσίχθονας, ο γιος του Τριόπα, θέλησε κάποτε να κατασκευάσει μια καινούργια αίθουσα στο παλάτι του. Ήθελε να συγκεντρώνει εκεί τους φίλους του για τα συμπόσιά του. Για το σκοπό αυτό κατέβηκε, ακολουθούμενος από είκοσι δούλους του στο «Δώτιον πεδίον».
Ήταν η μεγάλη πεδιάδα με πολλά δέντρα που ο Δευκαλίωνας είχε χαρίσει στον πατέρα του Ερυσίχθονα, τον Τριόπα, για τη βοήθεια που του είχε δώσει να διώξει τους Πελασγούς. Πήγε λοιπόν στο Δώτιο πεδίο να κόψει τα δέντρα που θα του χρειάζονταν για τη δουλειά αυτή. Στο «Δώτιον πεδίον» υπήρχε και το ιερό άλσος της θεάς Δήμητρας. Το είχαν φυτέψει μάλιστα, για χάρη της θεάς Δήμητρας, ο Ίασος, γιος και αυτός του Τριόπα, μαζί με τον αδερφό του, τον Πελασγό. Εκεί πήγε ο Ερυσίχθονας να κόψει δέντρα,
Καθώς ετοιμαζόταν ο Ερυσίχθονας να κόψει ένα πανύψηλο δέντρο (μερικοί έλεγαν ότι ήταν λεύκα, άλλοι έλεγαν ότι ήταν βελανιδιά), παρουσιάστηκε μπροστά του η θεά Δήμητρα. Δεν είχε την αληθινή της όμως μορφή. Παρουσιάστηκε αρχικά με την μορφή της μεγάλης ιέρειάς της, που υπηρετούσε στο ιερό «Δημήτρειο», της σεβαστής από όλους στα μέρη εκείνα Νικίππης.
Ειδικά εκείνο το μεγάλο δέντρο που διάλεξε να κόψει ο Ερυσίχθονας ήταν το αγαπημένο δέντρο της θεάς Δήμητρας. Η ιέρεια Νικίππη, η οποία στην πραγματικότητα ήταν η ίδια η θεά Δήμητρα, προσπάθησε να τον σταματήσει από το ανοσιούργημα που επρόκειτο να κάνει κόβοντας δέντρο ιερό προειδοποιώντας τον ότι θα θυμώσει η μεγάλη θεά Δήμητρα. Ο Ερυσίχθονας αδιαφόρησε για την προειδοποίηση της Νικίππης και συνέχισε τη δουλειά του, βρίζοντας μάλιστα με πολλή ασέβεια σκληρά και την ιέρεια Νικίππη και τη θεά Δήμητρα.
Το αμάρτημά του ήταν πολύ μεγάλο. Δεν μπορούσε παρά να τιμωρηθεί και μάλιστα πολύ σκληρά.
Παρουσιάστηκε τότε μπροστά του μ’ όλη της την μεγαλοπρέπειά η ίδια η Δήμητρα. Πανύψηλη, πανέμορφη, αστραφτερή, γεμάτη θεϊκό μεγαλείο. Η θεά. αφού τον μάλωσε αυστηρά και τον παρατήρησε για την ασέβειά του, τού έδωσε την τιμωρία που του άξιζε. Αφού τόσο πολύ νοιαζόταν για τα συμπόσιά του και αδιαφορούσε για το θέλημα των θεών, τον καταράστηκε, από την ώρα εκείνη και στο εξής, να μη μπορέσει να κορέσει ποτέ του την μεγάλη πείνα που θα τον βασάνιζε πια σ’ όλη του τη ζωή.
Ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις, 7, 771) λέει ότι την ώρα που έκοβε το δέντρο ο Ερυσίχθονας, ακούστηκε από μέσα από το δέντρο η φωνή της νύμφης να λέει: «κάτω από αυτό το ξύλο της τρισχαριτωμένης Δήμητρας είμαι εγώ η νύμφη».
Πολλά παραμύθια έλεγαν σε τούτα τα μέρη για τον Ερυσίχθονα και το πάθημά του.
Όταν, έλεγαν, έπεσε κάτω η βελανιδιά, κομμένη από τα χέρια του Ερυσίχθονα, η Αμαδρυάδα, που κατοικούσε μέσα στη βελανιδιά εκείνη, πεθαίνοντας καταράστηκε τον Ερυσίχθονα, γιατί οι Αμαδρυάδες, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες, πέθαιναν και οι ίδιες όταν έκοβαν το δέντρο τους.
Οι αδερφές της Αμαδρυάδας, αυτής που ζούσε μέσα σ’ εκείνο το δέντρο, παρακάλεσαν τότε την θεά Δήμητρα να τιμωρήσει τον Ερυσίχθονα για τον θάνατο της αδερφής τους. Η Δήμητρα, λέει ο σχετικός μύθος, κάλεσε από την Σκυθία την «Πείνα» και αυτή, ικανοποιώντας την θέληση της Δήμητρας, έκανε τον Ερυσίχθονα να είναι πάντοτε πεινασμένος και να μην μπορεί να χορτάσει ποτέ του.
Οι γονείς του Ερυσίχθονα, έλεγαν οι μύθοι της περιοχής για πολλά χρόνια αργότερα, δεν ήξεραν τι να κάνουν με το μεγάλο πάθημα του γιου τους. Ντρέπονταν για το πάθος και το πάθημα του παιδιού τους κι από τους συγγενείς αλλά κι από τους άλλους γνωστούς τους. Δεν τολμούσαν να τον πάρουν κάπου μαζί τους σε σπίτια και σε τραπέζια που τους καλούσαν. Έτρωγε ό,τι βρισκόταν πάνω στα τραπέζια και δεν σταματούσε με τίποτε.
Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή του μύθου, που μας την διέσωσε ο Διόδωρος (5, 61, 1 κ. εξ.), δεν έκοψε το ιερό δέντρο ο Ερυσίχθονας, αλλά ο ίδιος ο Τριόπας και γι’ αυτό τον λόγο οι κάτοικοι της χώρας του τον έδιωξαν από κοντά τους. Τότε ήταν που ο Τριόπας κατέφυγε στην Κνίδο. Εκεί λάτρευαν τον Τριόπα ως θεό με το όνομα Τριόπιος Απόλλωνας (Ηρόδοτος 1, 144). Οι Κνίδιοι ακόμα είχαν αφιερώσει στους Δελφούς άγαλμα του Τριόπα, γιατί τον θεωρούσαν οικιστή τους, σύμφωνα με τον Παυσανία «Κνίδιοι δὲ ἐκόμισαν ἀγάλματα ἐς Δελφοὺς Τριόπαν οἰκιστὴν παρεστῶτα ἵππῳ.». (Οι Κνίδιοι έφεραν στους Δελφούς τα εξής αγάλματα: τον Τριόπα,τον οικιστή της Κνίδου, όρθιο πλάι σε ένα άλογο. . .) (Παυσανίας Χ,11, 1).
Πρόκειται ασφαλώς και στην περίπτωση αυτή για μια άλλη ακόμα θεοκρασία στην οποία ο παλιός θεός Τριόπας ενσωματώθηκε στον καινούργιο Απόλλωνα ως λατρευτικό του επίθετο και έγινε ο Τριόπιος Απόλλωνας.
Αυτά έλεγαν οι μύθοι στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας για τον Ερυσίχθονα. Οι γονείς του λοιπόν ντρέπονταν πολύ και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Απόφευγαν να πάνε όπου τους καλούσαν γιατί ντρέπονταν για το γιο τους. Δεν τον έπαιρναν μαζί τους. Χίλιες δυο δικαιολογίες προσπαθούσαν να βρουν για να δικαιολογήσουν την απομάκρυνσή του από κοντά τους. Άλλοτε έλεγαν ότι τον χτύπησε ένα αγριογούρουνο, άλλοτε ότι ταξίδεψε στα ξένα, άλλοτε ότι τον άρπαξε μία νύμφη, άλλοτε ότι καθώς έτρεχε με το άλογό του έπεσε και χτύπησε και άλλοτε, τέλος, ότι ζούσε πάνω στις πλαγιές και στα λιβάδια της Όρθρης βόσκοντας τα κοπάδια τους.
Ακουγόταν και η άποψη ότι ο Ερυσίχθονας δεν ήταν γιος του Τριόπα αλλά του Μυρμιδόνα και ότι είχε και το όνομα Αίθωνας. «Ἑλλάνικος. . . Ἐρυσίχθονά φησι τόν Μυρμιδόνος, ὅτι ἦν ἄπληστος βορᾶς, Αἴθωνα κληθῆναι» μας λέει ο Αθήναιος στο πρώτο του βιβλίο των «Δευκαλιονείων».
Υπάρχει λοιπόν μία μυθολογική εκδοχή που δέχεται ότι τα δύο πρόσωπα, Ερυσίχθονας και Αίθωνας, είναι στην πραγματικότητα ένα και παρουσιάζεται με δύο ονόματα και μία άλλη που δέχεται ότι ήταν δύο διαφορετικά πρόσωπα που ταυτίστηκαν γιατί και τα δύο είχαν τιμωρηθεί με την ίδια τιμωρία: να μην μπορούν ποτέ τους να χορτάσουν την πείνα τους.
Ο Πίνδαρος, στο απόσπασμα 165, .μας κάνει μία ενδιαφέρουσα διάκριση μεταξύ των νυμφών που λέγονταν Δρυάδες και αυτών που λέγονταν Αμαδρυάδες. Δρυάδες ονομάζονταν οι νύμφες που ήταν μόνιμες κάτοικοι ενός δέντρου και είχαν το προνόμιο να παραμένουν πάντοτε νέες και όμορφες. Αμαδρυάδες ήταν εκείνες που πέθαιναν αμέσως μόλις πέθαινε το δέντρο μέσα στο οποίο ζούσαν. Αυτές είχαν «βίον ισόδενδρον». Γι’ αυτό και ονομάζονταν Αμαδρυάδες, «διά τὸ ἅμα ταῖς δρυσί γεννᾶσθαι ἤ φθείρεσθαι».
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι Νύμφες ζούσαν πολλά χρόνια. Πίστευαν μάλιστα ότι ζούσαν ακριβώς εννιά χιλιάδες εφτακόσιες είκοσι φορές περισσότερο από όσο ζει ο άνθρωπος. «’Εννέα τοι ζώει γενεάς λακέρυζα κορώνη ἀνδρῶν ἡβώντων• ἔλαφος δέ τε τετρακόρωνος, τρεῖς δ’ ἐλάφους ὁ κόραξ γηράσκεται• αὐτάρ ὁ φοῖνιξ ἐννέα τοὺς κόρακας’ δέκα δ’ ἡμεῖς τοὺς φοίνικας, νύμφαι ἐυπολόκαμοι, κοῦραι Διός αἰγιόχοιο» (Χείρωνος Ὑποθῆκαι, Ησίοδος, Fragmenta 171.), Δηλαδή «Εννιά φορές όσο ζούν οι άνθρωποι ζει η φλύαρη καρακάξα. Το ελάφι ζει τόσο όσο τέσσερις καρακάξες. Τρεις φορές όσο ένα ελάφι φτάνει το κοράκι. Εννιά φορές όσο ζει το κοράκι ζει ο φοίνικας. Δέκα φορές όσο ζει ο φοίνικας ζουν οι καλλίκομες Νύμφες οι κόρες του Διός». Δηλαδή οι Νύμφες ζούσαν :1 Χ 9 Χ 4 Χ 3 Χ 9 Χ 10 = 9.720 φορές τη ζωή του ανθρώπου.

3. Η ευσέβεια και . . . η τιμωρία του Ροίκου

Ένας άλλος ωραίος σχετικός μύθος ακουγόταν σε τούτα τα μέρη, όταν γινόταν αναφορά στον μύθο του Ερυσίχθονα, αν και, όπως έλεγαν, τα όσα αναφέρονταν στο μύθο αυτό δεν είχαν γίνει εδώ αλλά πολύ μακριά. Ο μύθος αυτός αναφερόταν παράλληλα και συμπληρωματικά με τον μύθο για την τιμωρία του Ερυσίχθονα – για παραδειγματισμό και επιβεβαίωση – σε μια συμπεριφορά εντελώς αντίθετη από αυτή του Ερυσίχθονα.
Ο Ροίκος καταγόταν από την Κνίδο. Ζούσε όμως πολύ μακριά, στη Νίνο της Ασσυρίας. Εκεί ο Ροίκος είδε, μια φορά κι έναν καιρό, μια βελανιδιά που κόντευε να πέσει. Είχαν αποκαλυφθεί οι ρίζες της από μια νεροποντή και είχε γείρει κινδυνεύοντας να πέσει. Ο Ροίκος, που γνώριζε ότι μαζί με την βελανιδιά θα πέθαινε και η Αμαδρυάδα, που ζούσε μέσα της, αποφάσισε να σώσει και τις δύο. Μάζεψε λοιπόν πέτρες και χώμα, τα συγκέντρωσε γύρω από τον κορμό της και την στερέωσε καλά. Έτσι η βελανιδιά γλίτωσε και δεν ξεριζώθηκε. Μαζί γλίτωσε τη ζωή της και η Αμαδρυάδα του δέντρου. Η Αμαδρυάδα, η νύμφη, που ζούσε μέσα στη βελανιδιά – γιατί μέσα σε κάθε δέντρο ζούσε μια νύμφη – παρουσιάστηκε τότε μπροστά του πανέμορφη και ολοζώντανη και για να τον ευχαριστήσει για το μεγάλο καλό που της έκανε του και είπε να της ζητήσει όποια χάρη ήθελε.
Ο Ροίκος, έτσι που την είδε πανέμορφη, της ζήτησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να γίνει γυναίκα του. Η νύμφη υποσχέθηκε να πραγματοποιήσει το θέλημά του αλλά τον παρακάλεσε να περιμένει λίγο καιρό μέχρι να ετοιμαστεί για το γάμο. Του ζήτησε όμως στο μεταξύ διάστημα να μην πάρει άλλη γυναίκα, αλλά να την περιμένει. Συμφώνησαν μάλιστα ότι όταν θα ήταν έτοιμη αυτή η ίδια θα του έστελνε το μήνυμά της με μία μέλισσα.
Έτσι και έγινε. Ύστερα από αρκετό καιρό, μια ωραία μέρα που ο Ροίκος καθόταν με τους φίλους του κι έπαιζε ζάρια, μία μέλισσα άρχιζε να ζουζουνίζει επίμονα γύρω από το κεφάλι του. Ο Ροίκος απασχολημένος με τα ζάρια ούτε που θυμήθηκε, ούτε που κατάλαβε το μήνυμα που του έστελνε η όμορφη Αμαδρυάδα. Πού να προσέξει και να θυμηθεί, τόσο απασχολημένος και απορροφημένος από το παιχνίδι που ήταν, μια μέλισσα που ζουζούνιζε πάνω του. Νευριασμένος, μάλιστα, γιατί τον ενοχλούσε και δεν τον άφηνε να παίξει τα ζάρια και μην καταλαβαίνοντας το μήνυμα που του έστελνε η Αμαδρυάδα, σκότωσε την ενοχλητική μέλισσα.
Η Αμαδρυάδα θύμωσε πολύ. Ακούς εκεί να είναι τόσο αφοσιωμένος στο παιχνίδι του και να μην καταλαβαίνει το μήνυμα που του στέλνει ένα ερωτευμένο κορίτσι! Ο Ροίκος για τιμωρία του τυφλώθηκε. Τόσο τυφλός που ήταν και δεν καταλάβαινε τίποτε, έτσι του άξιζε. Για να τον τιμωρήσει μάλιστα παραδειγματικά και με τρόπο που να μην ξεχάσει ποτέ το πάθημά του, η νύμφη τον έκανε και ευνούχο. Να μάθει!
Η θεά Δήμητρα έχει συνδεθεί και με άλλους παρόμοιους με του Ερυσίχθονα μύθους. Τους έλεγαν κι αυτούς τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες μαζί με το μύθο για το πάθημα του Ερυσίχθονα και του Ροίκου.
Έτσι, όπως μας λέει ο μυθογράφος, συγγραφέας και γραμματικός Αντωνίνος Λιβεράλης ή Λιβεράλιος, ο οποίος άκμασε περί το 150 μ.Χ. επί Αντωνίνου του Ευσεβούς, η θεά Δήμητρα είχε δώσει στον Πανδάρεο, ένα αγρότη από την Έφεσο, ο οποίος, κατά μία εκδοχή ήταν γιος του Μέροπα, το ιδιαίτερο χάρισμα να μπορεί να τρώει όσο ήθελε, χωρίς ποτέ να βαραίνει το στομάχι του. Του χάρισε, όπως έλεγαν οι σχετικοί μύθοι «ευχωνευσίαν βρωμάτων».
Θυμίζουμε στο σημείο αυτό και μία άλλη σχετική ιστορία που ακουγόταν σε τούτα τα μέρη επίσης, την οποία μας την καταθέτει ο Χέννος: Στους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας, ο Νηρέας, ο πατέρας της νύφης, έδωσε στους νιόπαντρους ως δώρο ένα καλάθι γεμάτο αλάτι. Το αλάτι αυτό είχε την ικανότητα, όταν αλάτιζε κάποιος τα φαγητά του, να μπορεί να τρώει όσο ήθελε και ποτέ του να μην του κόβεται η όρεξη αλλά και ποτέ του να μην στομαχιάζει.

4. Ο Ερυσίχθονας στον Οβίδιο

Ο Γάλλος ακαδημαϊκός και σπουδαίος μελετητής της ελληνικής μυθολογίας Ιωάννης Ρισπέν, στο δίτομο έργο του «Ελληνική Μυθολογία», μεταφέροντας την περιγραφή του Οβίδιου για το πάθημα του Ερυσίχθονα, μας λέει:
«Ο Ερυσίχθονας αισθανόταν ανόσια περιφρόνηση για τους θεούς. Ποτέ του δεν είχε κάμει να καπνίσουν οι βωμοί τους. Και, όπως λένε, με το τσεκούρι στο χέρι τόλμησε να παραβιάσει ένα ιερό δάσος της Δήμητρας και να χτυπήσει δέντρα, που τα είχαν σεβαστεί αιώνες ολόκληροι. Στο δάσος εκείνο υπήρχε μια πολύ μεγάλη βελανιδιά, που μόνη αυτή αποτελούσε ολόκληρο δάσος. Οι ευλαβείς περίοικοι είχαν στολίσει τον κορμό της με κορδέλες, με γιρλάντες και με στίχους, σημάδια ευγνωμοσύνης για τις ευεργεσίες τής θεάς. Μα όλα αυτά δεν στάθηκαν αρκετά για να κρατηθεί μακριά από τον ιερό κορμό το ανευλαβές χέρι τού Ερυσίχθονα. Ο γιος του Τριόπα έδωσε διαταγή στους δούλους του να ρίξουν κάτω το δέντρο. Μα επειδή τους είδε να διστάζουν, άρπαξε το τσεκούρι από τα χέρια ενός δούλου, λέγοντας τούτα τα ανίερα λόγια : «Είτε είναι αυτό το δέντρο αγαπητό στη Δήμητρα, είτε είναι η Δήμητρα η ίδια, η κορυφή του θ’ αγγίξει σε λίγο το χώμα». Έπειτα σήκωσε το τσεκούρι και χτύπησε το δέντρο. Η βαλανιδιά ανατρίχιασε και βόγκηξε. Ωχρά έγιναν τα φύλλα της και οι καρποί και οι κλάδοι της.
Με τα πρώτα κτυπήματα, που έκαναν το φλοιό της να πέσει κομματιασμένος και πλήγωσαν τον κορμό της. Κύματα αίματος αναβλύσανε από τις πληγές. Το θαύμα αυτό έκανε όλους όσοι ήταν εκεί, να παγώσουν από φόβο.
Ένας από αυτούς (ένας μόνο είχε το απαιτούμενο θάρρος) θέλησε να συγκρατήσει το ανευλαβές χέρι και να εμποδίσει το έγκλημα. Μα ο Θεσσαλός, κοιτάζοντας με οργισμένο βλέμμα «πάρε», του είπε, «την τιμή του ευλαβικού σου ζήλου», και με μια τσεκουριά τού έκοψε το κεφάλι.
Με διπλασιασμένη ορμή χτυπούσε ύστερα το δέντρο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή που έβγαινε από την πληγή της βελανιδιάς; «Ήμουν Νύμφη αγαπημένη της Δήμητρας», έλεγε, «και ο κορμός αυτός ήταν το άσυλό μου, τρέμε. Η φωνή μου, σβήνοντας, σου παραγγέλνει πως θα τιμωρηθείς για τις κακουργίες σου. Η τιμωρία σου ετοιμάζεται και ο θάνατός σου θα με παρηγορήσει για τον δικό μου»».
Από τη στιγμή εκείνη, έλεγαν τα παραμύθια, άρχισε ένα βασανιστικό μαρτύριο πείνας για τον Ερυσίχθονα. Όσο κι αν έτρωγε , ό,τι κι αν έτρωγε, δεν χόρταινε ποτέ του. Έφαγε όλα του τα κοπάδια του και συνέχισε να πεινάει. Και δεν έφτανε μόνο αυτό. Θύμωσε με τον Ερυσίχθονα, από συμπαράσταση στη Δήμητρα, και ο θεός Διόνυσος κι έκανε και αυτός με τη σειρά του ο Ερυσίχθονας να μην μπορεί ακόμα ποτέ του να χορτάσει το πιοτό και το κρασί. Όσο κι αν έπινε, ό,τι και αν έπινε, δεν μπορούσε ποτέ του να ξεδιψάσει. Έφαγε έτσι όλη του την περιουσία πουλώντας την, για να μπορέσει να χορτάσει την πείνα και την ασταμάτητη δίψα του. Ό,τι και αν έκανε όμως ήταν αδύνατο να κορέσει την πείνα και τη δίψα του.
«Ένας ανεμοστρόβιλος – συνεχίζει ο Οβίδιος, όπως μας τα μεταφέρει ο Ρισπέν – έφερε την Πείνα στο κατώφλι του παλατιού του Ερυσίχθονα. Μπήκε μέσα η Πείνα και πήγε κατ’ ευθείαν στο κρεβάτι του. Ο ανόσιος κοιμόταν βαθιά. Τον τύλιξε λοιπόν με τα φτερά της, του φύσηξε τα δηλητήριά της μέσα του, γέμισε με την πνοή της το στόμα του, το λαιμό του και το στήθος του και τα έκαμε να πεινάσουν. Μόλις τελείωσε το έργο της η Πείνα, έφυγε από το βασίλειο εκείνο της αφθονίας και ξαναγύρισε στην έρημό της και στο στείρο σπήλαιό της.
Ο Ερυσίχθονας κοιμόταν ακόμη. Κάποιο όνειρο τον ξεγέλασε και ζήτησε, μέσα στον ύπνο του, να φάει. Το στόμα του άρχισε να ανοιγοκλείνει αδιάκοπα, τα δόντια του χτυπούσαν πάνω στα δόντια του, ο φάρυγγάς του κατέβαζε φανταστικές τροφές, μα το κενό ήταν η μόνη τροφή που προσφερόταν στη βουλιμία του. Ξύπνησε. Η πείνα λυσσούσε μέσα στο στόμα του και ξέσχιζε το άδειο στομάχι του. Αμέσως διέταξε ν’ αδειάσουν τον αέρα από τα πουλιά, τη γη από τα ζώα, τη θάλασσα από τα ψάρια, και να του τα φέρουν. Γύρω του βασίλευε η αφθονία, μα αυτόν τον έδερνε λιμός. Το τραπέζι του ήταν γεμάτο από φαγητά, κι αυτός φώναζε να του φέρουν κι άλλα. Ό,τι θα αρκούσε να θρέψει πολιτείες και λαούς ολόκληρους, δεν αρκούσε στον Ερυσίχθονα».

5. Ο Ερυσίχθονας στον Καλλίμαχο

Ο μύθος του Ερυσίχθονα και της ασέβειάς του ήταν πολύ γνωστός και αγαπητός στον απλό λαό, όπως όλες αυτού του είδους οι ιστορίες σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλους τους λαούς. Θεωρούνταν ακόμη πολύ διδακτικός.
Ο Καλλίμαχος στον ύμνο του στη θεά Δήμητρα μας λέει σχετικά:
«τουτάκις ἁ χείρων Ἐρυσίχθονος ἅψατο βωλά.
σεύατ’ ἔχων θεράποντας ἐείκοσι, πάντας ἐν ἀκμᾷ,
πάντας δ’ ἀνδρογίγαντας, ὅλαν πόλιν ἄρκοι ᾆραι,
ἀμφότερον, πελέκεσσι καί ἀξίναισιν ὁπλίσσας,
ἐς δέ τό τᾶς Δάματρος ἀναιδέες ἔδραμον ἄλσος,
ἦς δὲ τις αἴγειρος, μέγα δένδρεον, αἰθέρι κῦρον’
τῷ δ’ ὕπο ταὶ νύμφαι ποτὶ τὤνδιον ἑψιόωντο
ἅ πράτα πλαγεῖσα, κακόν μέλος ἴσχεν ἄλλαις. 40
ᾔσθετο Δαμάτηρ, ὅτι οἱ ξύλον ἱερόν ἀλγεῖ’
εἶπε δέ χωσαμένα, τίς μοι καλά δένδρεα κόπτει;
αὐτίκα Νικίππᾳ, τὰν οἱ πόλις ἀρήτειραν
δαμοσίαν ἔστασαν, ἐείσατο’ γέντο δὲ χειρὶ
στέμματα καί μάκωνα, κατωμαδίαν δ᾿ ἔχε κλᾷδα,
φᾶ δὲ παραψύχοισα κακόν και ἀναιδέα φῶτα’
τέκνον, ὅτις τά θεοῖσιν ἀνειμένα δένδρεα κόπτεις
τέκνον ἐλίνυσον, τέκνον πολύθεστε τοκεῦσι,
παύεο καὶ θεράποντας ἀπότρεπε’ μὴ τι χαλεφθῇ
πότνια Δαμάτηρ, τᾶς ἱερὸν ἐκκεραϊζεις
Τάν δ’ ἄρ᾿ ὑποβλέψας χαλεπώτερον, ἠέ κυναγόν
ὤρεσιν ἐν Τμαρίοισιν ὑποβλέπει ἄνδρα λέαινα
ὠμοτόκος, (τᾶς φαντί πέλειν βλοσυρώτατον ὄμμα)
χάζευ, ἔφα’ μή τοι πέλεκυν μέγαν ἐν χροί παξῶ.
ταῦτα δ’ ἐμὸν θησεῖ στεγανόν δόμον, ᾧ ἔνι δαῖτας
αἰὲν ἐμοῖς ἑτάροισιν ἄδην θυμαρέας ἀξῶ.
Εἵπεν ὁ παῖς’ Νέμεσις δέ κακάν ἐγράψατο φωνάν.
Δαμάτηρ δ᾿ ἄφατόν τι κοτέσσατο’ γείνατο δ᾿ ἁ θεῦς.
ἴθματα μέν χέρσω, κεφαλά δέ οἱ ἄψατ’ Ὀλύμπω.
οἱ μὲν ἄρ᾿ ἡμιθνῆτες, ἐπεί τάν πότνιαν εἶδον,
ἐξαπίνας ἀπόρουσαν, ἐνί δρυσί χαλκὸν ἀφέντες.
ἁ δ᾿ ἄλλως μέν ἴασεν, (ἀναγκαίᾳ γάρ ἕποντο
δεσποτικάν ὑπό χεῖρα) βαρύν δ᾿ ἀπαμείψατ᾿ ἄνακτα’
ναί, ναί, τεύχεο δῶμα, κύον, κύον, ᾧ ἔνι δαῖτας
ποιησεῖς θαμιναί γάρ ἐς ὕστερον εἰλαπίναι τοι.
Ἁ μὲν τόσσ’ εἰποῖσ’ Ἐρυσίχθονι τεῦχε πονηρά,
αὐτίκα οἱ χαλεπόν τε καί ἄγριον ἔμβαλε λιμόν,
αἴθωνα, κρατερόν’ μεγάλῃ ἐστρεύγετο νούσῳ,
σχέτλιος, ὅσσα πάσαιτο, τόσων ἔχεν ἵμερος αὖτις
εἴκατι δαῖτα πένοντο, δυώδεκα δ’ οἶνον ἄφυσσον’
καί γάρ τᾷ Δάματρι συνωργίσθη Διόνυσος,
τόσσα Διώνυσον γάρ ἅ καί Δάματρα χαλέπτει.
οὔτε μιν εἰς ἐράνως οὔτε ξυνδείπνια πέμπον
αἰδόμενοι γονέες’ προχανά δ᾿ εὑρίσκετο πᾶσα.
ἦνθον Ἰτωνιάδος μιν Ἀθαναίας ἐπ᾿ ἄεθλα
Ὀρμενίδαι καλέοντες’ ἀπ᾿ ὦν ἠρνήσατο μάτηρ’
οὐκ ἐνδοῖ, χθιζός γάρ ἐπί Κρανῶνα βέβηκε,
τέλθος ἀπαιτήσων, ἑκατόν βόας, ἦνθε Πολυξώ,
μάτηρ Ἀκτορίωνος, (ἐπεί γάμον ἄρτυε παδί)
ἀμφότερον, Τριόπαν τε καί υἱέα, κικλήσκοισα,
τάν δέ γυνά βαρύθυμος ἀμείβετο δακρυχέοισα’
νεῖταί τοι Τριόπας, Ἐρυσίχθονα δ’ ἤλασε κάπρος
Πίνδον ἀν’ εὐάγκειαν, ὁ δ’ ἐννέα φάεα κεῖται.
δειλαία, φιλότεκνε, τὶ τ’ οὐκ ἐψεύσαο μᾶτερ;
δαίνυεν εἰλαπίνας τις; ἐν ἀλλοτρίοις Ἐρυσίχθων.
ἄγετό τις νύμφαν; Έρυσίχθονα δίσκος ἔτυψεν,
ἤ ἔπεσ’ ἐξ ἵππων, ἤ ἐν Ὄθρυϊ ποίμνι’ ἀμιθρεῖ (Orphica, Procli Hymni, Mysaei, Carmen de Hero et Leandro, Callimachi, Hymni et Epigrammata, Ύμνος εις Δήμητρα, στίχ. 33 -87, σελ. 239 -241, Lipsiae 1905).
Ας χαρούμε το θαυμάσιο αυτό κείμενο σε μία ωραία μετάφραση ενός πολύ αγαπημένου φίλου, του Γιάννη Πανέρη, που πια δεν βρίσκεται ανάμεσά μας:
«Τότε άναψε η χειρότερη απόφαση του Ερυσίχθονα. Όρμησε έχοντας είκοσι βοηθούς, όλους στην ακμή τους, όλους ανδρογίγαντες, ικανούς να σηκώσουν την πόλη ολόκληρη, τον καθένα με τσεκούρια και αξίνες τούς όπλισε κι έτρεξαν αναιδείς στο ιερό άλσος τής Δήμητρας, όπου κάποια λεύκα, μεγάλο δέντρο, έφτανε στον αιθέρα.
Κάτω από αυτό οι Νύμφες το μεσημέρι ευχαριστιόνταν. Αυτή μόλις πληγώθηκε, πικρό τραγούδι ύψωσε στις άλλες, το ένιωσε η Δήμητρα ότι πονά το ιερό της δέντρο και είπε θυμωμένη: ποιος μου κόβει τα όμορφα δέντρα;
Αμέσως με τη Νικίππη, που η πόλη την όρισε (:στη Δήμητρα) δημόσια ιέρεια, εξομοιώθηκε. Πήρε λοιπόν στα χέρια στέφανα και παπαρούνες, είχε στους ώμους κρεμασμένα τα κλειδιά (του ναού) και είπε προσπαθώντας να κατευνάσει τον κακό και ανευλαβή άνδρα: παιδί μου, που κόβεις τα δέντρα τα αφιερωμένα στους θεούς, παιδί μου, ησύχασε, παιδί μου, λατρευτό στους γονείς σου, σταμάτα και εμπόδισε τους υπηρέτες σου μήπως οργιστεί η σεβάσμια Δήμητρα που της καταστρέφεις το ιερό.
Την αγριοκοίταξε σκληρότερος, όπως τον κυνηγό στα βουνά του Τόμαρου τον αγριοκοιτάζει λέαινα που απέβαλε (το βλέμμα της λένε βλοσυρότατο είναι), κοντοστάθηκε, είπε: φύγε, μη σου καρφώσω στη σάρκα το μεγάλο τσεκούρι. Αυτά θα στεγάσουν το παλάτι μου, όπου συμπόσια πάντοτε θα προσφέρω στους φίλους μου πολύ χαρωπά. Είπε ο νιος. Η Νέμεση όμως τους κακούς του λόγους τους έγραψε. Η Δήμητρα δε ανείπωτο πόσο οργίστηκε, και είχε πια θεά γίνει.Τα πατήματά της στο χώμα, το κεφάλι της όμως τον Όλυμπο άγγιζε. Αυτοί μεν μισοπεθαμένοι, μόλις είδαν τη σεπτή, αμέσως σκορπίστηκαν αφήνοντας μες στις βελανιδιές τον χαλκό τους.
Η δε Δήμητρα αλλιώς πορεύτηκε (γιατί ακολουθούσαν αναγκαία κάτω απ’ το κυρίαρχο χέρι της) κι απάντησε στον άγριο άρχοντα: ναι, ναι, φτιάχνε παλάτι, σκύλε, σκύλε, που μέσα του συμπόσια θα κάνεις. Συχνές θα είναι στο εξής οι ευωχίες σου.
Αυτή τόσα είπε και στον Ερυσίχθονα ετοίμασε βάσανα. Αμέσως τού έριξε δύσκολη κι άγρια πείνα, φλογερή, σκληρή, κι από μεγάλη έλιωνε νόσο. Ο δύστυχος όσα γευόταν, τόσα ξανά λαχταρούσε.
Είκοσι ετοίμαζαν γεύμα, δώδεκα φέρναν κρασί, γιατί μαζί με τη Δήμητρα κι ο Διόνυσος θύμωσε. Τα ίδια δηλαδή τον Διόνυσο και τη Δήμητρα οργίζουν.
Ούτε σε συμπόσια συνεισφοράς ούτε σε ομαδικά δείπνα τον έστελναν ντροπιασμένοι οι γονείς του. Κάθε πρόφαση βρισκόταν. Ήρθαν οι Ορμενίδες προσκαλώντας τον σε αγώνες της Ιτωνιάδας Αθηνάς. Το απαρνήθηκε λοιπόν η μητέρα: δεν είναι μέσα, από χθες έχει πάει στην Κρανώνα, για ν’ απαιτήσει ένα χρέος, εκατό βόδια. Ήρθε η Πολυξώ, μητέρα του Ακτορίωνα, (επειδή στο παιδί της ετοίμαζε γάμο), προσκαλώντας και τους δύο, και τον Τριόπα και τον γιο του.
Σ’ αυτήν βαρύθυμη απάντησε η γυναίκα με τα δάκρυά της να τρέχουν: ταξιδεύει ο Τριόπας, τον Ερυσίχθονα τον πλήγωσε αγριόχοιρος στην Πίνδο με τις όμορφες κοιλάδες, εννέα μέρες είναι στο κρεβάτι. Δόλια, φιλότεκνη μάνα, τι ψέμα δεν είπες;
Προσκαλούσε σε συμπόσιο κάποιος; Στα ξένα ο Ερυσίχθονας. Νυμφεύονταν κάποιος; Τον Ερυσίχθονα δίσκος τον χτύπησε ή έπεσε απ’ τ΄ άλογα ή στην Όρθρη κοπάδια μετράει».
Δεν υπάρχουν τόσο αξιόπιστες μαρτυρίες και κυρίως τόσο παλαιές, όσο οι παραπάνω, που να βεβαιώνουν ότι ο σωσμένος από τον κατακλυσμό Δευκαλίωνας βασίλευσε σ” άλλα μέρη.
Στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας βρισκόταν, σύμφωνα με τον Όμηρο, αλλά και άλλους συγγραφείς και ιστορικούς ερευνητές, η πόλη ή η χώρα που είχε το όνομα Ελλάδα.
Είναι η χώρα ή η πόλη που την ίδρυσε ο Έλληνας, ο γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, και στην οποία κατοικούσαν οι άνθρωποι που πρώτοι έφεραν το όνομα Έλληνες. Οι Έλληνες ονομάστηκαν έτσι, όπως είναι γνωστό, από το γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, τον Έλληνα. Τέτοια μαρτυρία όμως, τόσο έγκυρη, σαφής και κατηγορηματική, που να μιλάει για τον τάφο του Έλληνα στην περιοχή τους και για τη βασιλεία του Δευκαλίωνα, δεν υπάρχει για τις περιοχές γύρω από τ΄ άλλα τρία βουνά που διεκδικούν το άραγμα της κιβωτού του Δευκαλίωνα.
Είναι λοιπόν λογικό να θεωρήσουμε ότι στις μυθοπλαστικές ερμηνευτικές απόπειρες για την αναζήτηση των ριζών του κάθε ελληνικού φύλου πρέπει να ταυτίζεται το μέρος όπου γεννήθηκε ο πρόγονος και επώνυμος ήρωας όλων των Ελλήνων, ο Έλληνας, με το μέρος όπου στάθηκε η κιβωτός με τους γονείς του. Θα ήταν ανακόλουθο στην πρώτη αυθεντική μυθολογική επινόηση να μην ταυτίζονται ο τόπος της πόλης Ελλάδας (ή της χώρας Ελλάδας, εάν η Ελλάδα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, ήταν χώρα) και ο τόπος αποβίβασης από την κιβωτό του πρώτου ζευγαριού που σώθηκε, του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, των γονιών δηλαδή του Έλληνα».

6. Μήστρα ή Μνήστρα,…η καλή αρραβωνιαστικιά

Πάνω στην Όρθρη μαζί με τον Ερυσίχθονα ζούσε και η κόρη του, η Μήστρα ή Μνήστρα. Πήγε να ζήσει κοντά του γιατί λυπόταν να τον αφήσει μόνο του.
Η Μήστρα είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε όποιο ζώο ήθελε σε οποιαδήποτε στιγμή χρειαζόταν. Την ικανότητα αυτή της Μήστρας τής την είχε δώσει ο θεός Ποσειδώνας που ήταν εραστής της. Ο Ερυσίχθονας εκμεταλλεύθηκε και αυτήν την ικανότητα της κόρης του για να μπορέσει να ικανοποιήσει το πάθος του. Μεταμορφωνόταν σε κάποιο ζώο η Μήστρα, την έπαιρνε ο πατέρας της και την πουλούσε. Με τα χρήματα αυτά αγόραζε να φάει. Το βράδυ όμως η Μήστρα, πάλι μεταμορφωμένη σε άλλο ζώο, έφευγε από το αφεντικό της και γύριζε στον πατέρα της. Πάλι την ξαναπουλούσε ο πατέρας της και έπαιρνε χρήματα, για να μπορέσει να χορτάσει την πείνα του.
Άλλες μυθολογικές εκδοχές έλεγαν ότι ο Ερυσίχθονας πουλώντας τη Μήστρα ως φοράδα ή αγελάδα κάθε μέρα, επειδή την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν χρήματα, την άλλαζε με περισσότερα από ένα μικρά ζώα – πρόβατα, γίδες – και έτσι τρεφόταν.
Ο Σίσυφος, ο βασιλιάς της Κορίνθου, που καταγόταν από τούτα τα μέρη, αφού ήταν εγγονός τού Έλληνα και της νύμφης Ορθρηίδας, όταν πληροφορήθηκε τις ικανότητες της Μήστρας, σκέφθηκε να εκμεταλλευτεί το γεγονός και ν’ αυξήσει τα κοπάδια του. Πήγε λοιπόν στον Ερυσίχθονα και ζήτησε να πάρει τη Μήστρα γυναίκα στο γιο του Γλαύκο και σε αντάλλαγμα υποσχόταν να του δώσει πολλά πρόβατα, γίδες και βόδια. Ο Ερυσίχθονας δέχτηκε. Πήρε τη Μήστρα στο σπίτι του ο Σίσυφος αλλά συνεχώς εύρισκε και διάφορες δικαιολογίες και δεν έκανε το γάμο του γιου του μαζί της. Την ανάγκαζε να κάνει ό,τι έκανε μέχρι τώρα στον πατέρα της, για ν’ αυξήσει έτσι τα κοπάδια του. Δεν κράτησε όμως πολύ αυτό. Η Μήστρα γύρισε στον πατέρα της.
Άλλοι μύθοι πάλι έλεγαν ότι ο Ερυσίχθονας δεν πουλούσε την κόρη του μεταμορφωμένη σε κάποιο ζώο, αλλά την αρραβώνιαζε κάθε τόσο και έπαιρνε από τους γαμπρούς του για προίκα ζώα για το φαγητό του. Όταν αυτή πήγαινε στο σπίτι του αρραβωνιαστικού της, μεταμορφωνόταν σε κάποιο ζώο και με τη μορφή του ζώου αυτού γύριζε στο σπίτι του πατέρα της. Γι’ αυτό, έλεγαν αυτοί, την κόρη του Ερυσίχθονα την ονόμαζαν όχι Μήστρα αλλά Μνήστρα, δηλαδή αρραβωνιαστικιά επειδή «μνηστευόταν», αρραβωνιαζόταν, πολλές φορές για το χατίρι του πατέρα της.
Ανάμεσα στους μύθους οι οποίοι ακούγονταν σε τούτα τα μέρη, ένας άλλος έλεγε ότι η Μήστρα ήταν κόρη του Αίθωνα. Ήταν όμως και ερωμένη του θεού Ποσειδώνα. Όταν κάποτε ο Ερυσίχθονας την κυνηγούσε να την πιάσει, αυτή παρακάλεσε τον Ποσειδώνα να την κάνει ψάρι να γλιτώσει. Έτσι και έγινε. Την έπιασε όμως και πάλι ο Ερυσίχθονας και την πίεζε συνεχώς να μεταμορφώνεται σε διάφορα ζώα, που τα πουλούσε. Από το γεγονός αυτό των συνεχών μεταμορφώσεων της Μήστρας στην αρχαιότητα λεγόταν για κάποιον που ήταν άστατος στον χαρακτήρα του η φράση «μεταβλητότερος Μήστρας».
Ας γυρίσουμε όμως και πάλι στο πάθημα του Ερυσίχθονα.
Ούτε και μ’ αυτό τον τρόπο, με την βοήθεια δηλαδή της Μήστρας ή Μνήστρας, μπόρεσε να γίνει κάτι και να σωθεί η κατάσταση. Θεραπεία για το πάθημα του Ερυσίχθονα δεν βρισκόταν με τίποτε. Η κατάρα της θεάς Δήμητρας τον κυνηγούσε ασταμάτητα μέχρι που αυτός, μην αντέχοντας άλλο την ακόρεστη πείνα του, έφαγε, λέει το πανάρχαιο παραμύθι, τις ίδιες του τις σάρκες και τελείωσε έτσι η άθλια ζωή του.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι υπήρχε και θεότητα γυναικεία με το όνομα Αδηφαγία, προσωποποίηση της λαιμαργίας και της αδηφαγίας, που πρέπει να ήταν μία άλλη υπόσταση της Δήμητρας και μας θυμίζει έντονα τον Ερυσίχθονα και την τιμωρία του από την θεά Δήμητρα.
Η Αδηφαγία παριστανόταν ως μία γυναίκα με πολύ μεγάλη κοιλιά, το στόμα της μπουκωμένο με φαγητό, στο ένα χέρι κρατούσε φαγητά και το άλλο ήταν απλωμένο ν’ αρπάξει πάλι άλλα φαγητά. Στη Σικελία μάλιστα υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά Αδηφαγία. Μέσα στο ναό αυτόν υπήρχε άγαλμα της Σιτώς Δήμητρας: «παρὰ Σικελιώταις . . .Ἀδηφαγίας ἱερὸν . . .καὶ Σιτοῦς Δήμητρος ἄγαλμα».
Μετά τον θάνατο του Ερυσίχθονα η Μήστρα παντρεύτηκε τον Αυτόλυκο. Αυτός ήταν γιος του θεού Ερμή και της Χιόνης. Σύμφωνα μ’ ένα μύθο ακόμη η Μήστρα έγινε από τον Ποσειδώνα η μητέρα του Βελλεροφόντη.

Ο ΑΡΙΣΤΑΙΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

Και πάλι όμως δεν έχουν τελειωμό οι θεϊκοί βοσκοί της Όρθρης. Ακόμη και αυτές οι ίδιες οι Μούσες, έλεγαν οι παλαιοί κάτοικοι της περιοχής στα παραμύθια που διηγούνταν στους μεταγενέστερους, είχαν τα κοπάδια των ζώων τους στην περιοχή της Φθίας, δηλαδή στις πλαγιές της Όρθρης, με τα καρπερά λιβάδια της. Τη φύλαξη των κοπαδιών τους αυτών πάνω στην Όρθρη οι Μούσες την είχαν αναθέσει στον Αρισταίο. Ο Αρισταίος ήταν παιδί του Απόλλωνα.
Στη Φθία βρισκόταν ο Αρισταίος, βόσκοντας τα κοπάδια των Μουσών, όταν τον κάλεσαν οι κάτοικοι των Κυκλάδων να τους απαλλάξει από την ξηρασία που μάστιζε τη χώρα τους. Ο Αρισταίος δέχτηκε να τους βοηθήσει με την προϋπόθεση ότι θα τον άφηναν να εγκατασταθεί εκεί.
Μεταξύ των κατοίκων της Κέας, λέει μία παραλλαγή του μύθου αυτού, ζούσαν και πολλές νύμφες. Έφυγαν όμως οι νύμφες και εγκατέλειψαν το νησί τους κυνηγημένες από ένα άγριο λιοντάρι. Η απομάκρυνση αυτή των νυμφών ήταν ακριβώς εκείνη που έφερε συνεχώς συμφορές στο νησί. Στέρεψαν όλες οι πηγές και τα νερά, ξεράθηκαν τα δέντρα και τα χορτάρια, η ανομβρία μάστιζε το νησί και έγινε μεγάλη ξηρασία. Οι άνθρωποι και τα ζώα υπόφεραν από την πείνα και πέθαιναν. «Τα κυνικά καύματα του Σείριου κατέκαψαν τα πάντα.»
Ήρθε όμως ο Αρισταίος από τη Φθία, θυσίασε στον Σείριο και στον Ικμαίο Δία, το θεό δηλαδή της δροσιάς, της βροχής και του ουρανού, και όλα αποκαταστάθηκαν. Φύσηξαν ξανά τα μελτέμια που δροσίζουν τους κατοίκους του νησιού κάθε χρόνο. Οι κάτοικοι της Κέας για να θυμούνται και να τιμούν τις ευεργεσίες αυτές του Αρισταίου παρίσταναν στη μία πλευρά των νομισμάτων τους τον Αρισταίο και στην άλλη τον Σείριο στεφανωμένο με ακτίνες.
Ο Αρισταίος ήταν το αγαπημένο παιδί του θεού Απόλλωνα. Μητέρα του, σύμφωνα με τους μύθους, ήταν η ξακουστή νύμφη Κυρήνη. Αν και η Κυρήνη φέρεται, ως επώνυμη νύμφη της πόλης Κυρήνης και της Κυρηναϊκής της Βόρειας Αφρικής, ωστόσο ήταν νύμφη της Θεσσαλίας, κόρη του Λαπίθη βασιλιά Υψέα και ζούσε στις πλαγιές της Πίνδου. Εκεί βοσκούσε τα κοπάδια του πατέρα της. Εκεί την είδε ο Απόλλωνας την ώρα που αυτή σκότωνε ένα λιοντάρι που απειλούσε τα κοπάδια της, την θαύμασε και την ερωτεύθηκε αμέσως. Την άρπαξε λοιπόν και την έφερε στην θέση που από αυτήν ονομάστηκε Κυρήνη.
Υπάρχουν και παραδόσεις περισσότερο ενισχυτικές της σχέσης της Κυρήνης με την Αχαΐα Φθιώτιδα. Σύμφωνα μ’ αυτές την Κυρήνη ίδρυσαν κάτοικοι από την Αχαΐα Φθιώτιδα. Την ίδρυσαν Μυρμιδόνες. Όταν γεννήθηκε ο Αρισταίος, ο πατέρας του τον πήρε και τον πήγε να τον αναθρέψουν η Γαία και οι Ώρες. Κι οι Ώρες ταΐζοντάς τον νέκταρ και αμβροσία τον έκαναν αθάνατο.
Βλέπουμε λοιπόν και στο μύθο αυτό ότι η Γαία εξακολουθεί να λατρεύεται. Αυτό σημαίνει ότι ο μύθος του Αρισταίου είναι πανάρχαιος.
Ο Αρισταίος είναι μια θεϊκή υπόσταση που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή και μελέτη. Ήταν πολύ γνωστή θεότητα στην αρχαιότητα και λατρευόταν σε πάρα πολλά μέρη. Οι Μούσες, έλεγαν οι μύθοι, οι οποίες αγαπούσαν ιδιαίτερα τον Αρισταίο, του είχαν διδάξει τη μαντική, την ιατρική, τη μελισσοκομία, την τυροκομία, την αμπελοκαλλιέργεια, την ελαιοκαλλιέργεια και άλλες τέχνες. Ο Αρισταίος από μόνος του πάλι είχε τελειοποιήσει αυτές τις τέχνες και είχε ανακαλύψει τρόπους της κατεργασίας των μαλλιών, του στησίματος των παγίδων για το κυνήγι των άγριων ζώων και πολλά άλλα. Αυτός ο ίδιος, σύμφωνα με όσα πίστευαν οι αρχαίοι σ’ άλλους μύθους, ανακάλυψε την τέχνη της μελισσοκομίας, την τυροκομική, το λιοτρίβι. Όλες αυτές τις τέχνες ο Αρισταίος τις δίδαξε και στους κατοίκους πάρα πολλών περιοχών στις οποίες ταξίδευε συνεχώς.
Ο Αρισταίος είναι μια αρκετά αινιγματική και προβληματική θεότητα. Ήταν σίγουρα πανάρχαια προλυμπιακή θεότητα, «πρότερος θεός» δηλαδή. Λατρευόταν κυρίως σε πολιτιστικά καθυστερημένες περιοχές. «Φαίνεται ότι αρχικά ήταν θεότητα λαού, ο οποίος ζούσε αποκλειστικά από τη γεωργία και την κτηνοτροφία.. . .Οι σχέσεις του με τους πιο απόκεντρους και πολιτιστικά καθυστερημένους τόπους του ελληνισμού (Αρκαδία, Θεσσαλία) ενισχύουν την άποψη αυτή», διαβάζουμε στην «Ελληνική Μυθολογία» της «Εκδοτικής Αθηνών».
Λαός ο οποίος ζούσε αποκλειστικά από την κτηνοτροφία και τη γεωργία, στην απόμακρη εκείνη εποχή αλλά και σ’ όλη σχεδόν την υπόλοιπη μέχρι πριν από λίγες δεκάδες χρόνια, ήταν φυσικά και ο λαός της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Οι σχέσεις του Αρισταίου με την Αχαΐα Φθιώτιδα φανερώνονται από το ότι ο Αρισταίος παντρεύτηκε την Αυτονόη, την κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας. Η Αυτονόη ήταν αδελφή της Ινώς, της γυναίκας του Αθάμαντα του ξακουστού βασιλιά της Άλου.
Έτσι ο Αρισταίος είναι σύγαμβρος του τοπικού βασιλιά της Αχαΐας Φθιώτιδας Αθάμαντα. Εξάλλου, το γιο του Αρισταίου και της Αυτονόης, τον Ακταίωνα τον ανάθρεψε ο Χείρωνας, πανάρχαιος ήρωας και προολυμπιακή θεότητα της ίδια περιοχής.
Οι ειδικοί μυθολόγοι, οι οποίοι εξετάζουν τα παρόμοια θέματα, οδηγούνται στο σίγουρο συμπέρασμα ότι ο Αρισταίος είναι θεϊκή προσωπικότητα αρχαιότερη του Δία και του Απόλλωνα, από τους οποίους, όπως σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, απορροφήθηκε και τελικά έμεινε μόνο τ’ όνομά του ενσωματωμένο ως προσδιοριστικό επίθετο στο δικό τους όνομα. Έτσι π. χ. στην Αρκαδία ο Αρισταίος λατρευόταν ως Δίας. Στο νησί Κέα, όπου επιχωριάζουν και πολλοί άλλοι μύθοι για τον Αρισταίο, αναφέρεται θεός με το όνομα Δίας Αρισταίος.
Παρατηρούμε δηλαδή για άλλη μια φορά το φαινόμενο της θεοκρασίας ν’ αποβαίνει, όπως συνήθως, σε βάρος της παλαιότερης θεότητας, που στην προκείμενη περίπτωση είναι ο Αρισταίος. Οι θεότητες των καθυστερημένων πολιτιστικά χωρών, στις θεοκρασίες που γίνονταν με θεούς άλλων προηγμένων πολιτιστικά περιοχών, πάντοτε αφομοιώνονταν και υπέκυπταν στους εισαγόμενους θεούς ή επιζούσαν για λίγα χρόνια ως λατρευτικά επίθετα των ισχυρών αυτών νέων θεών μεχρισότου τελικά χαθούν εντελώς και ονοματικά και επιζήσουν μόνο στις λαϊκές «προλήψεις» και στις τοπικές λαϊκές παγανιστικές συνήθειες.
Οι θεοί καθυστερημένων πολιτιστικά περιοχών στο τέλος πάντοτε, παρ” όλη την υπαρκτή αντίδραση και το δεδομένο συντηρητικό πνεύμα των περιοχών αυτών, υποκύπτουν σ’ όσους θεούς επιβάλλονται από λαούς πολιτιστικά περισσότερο ανεβασμένους.
Επιζούν όμως οι τοπικές παραδοχές ως ανεπίσημες λατρευτικές συνήθειες, ως παγανιστικά έθιμα τα οποία γίνονται αναγκαστικά ανεκτά από τη νέα θρησκεία και ενσωματώνονται σ’ αυτήν γιατί είναι αδύνατη η οριστική εκκρίζωσή τους. Είναι η ίδια η ψυχή του λαού αυτά. Και η ψυχή του λαού δεν ξεριζώνεται ποτέ. Είναι οι βάσεις της απλής λαϊκής θρησκείας, η οποία πάντοτε επιζεί δίπλα και παράλληλα με την επίσημη θρησκεία και είναι πολύ πιο βαθιά ριζωμένη.
Είναι πολλές οι περιπτώσεις στη μυθολογία στις οποίες οι τοπικές προολυμπιακές θεότητες, στις αναγκαστικές θεοκρασίες που έγιναν, πιεζόμενες από την πανελλήνια ακτινοβολία των νέων φωτεινών ολυμπιακών θεοτήτων, επέζησαν ως συνοδευτικά λατρευτικά επίθετα των νέων θεών. Οι ιδιότητες των παλαιών αυτών θεών αποδόθηκαν και στους νέους. Είναι οι ιδιότητες εκείνες που επιζούν στις λαϊκές θρησκευτικές δοξασίες, στη λαϊκή θρησκεία που ζει παράλληλα με την επίσημη θρησκεία.
Απ’ όλα όσα αναφέρθηκαν και όσα υποστηρίζουν οι ειδικοί επιστήμονες, φαίνεται ότι ο Αρισταίος ήταν ένας θεός ο οποίος λατρεύτηκε ιδιαιτέρως θερμά στην Αχαΐα Φθιώτιδα ή, σωστότερα, λατρεύτηκε πολύ και με πάθος και στην Αχαΐα Φθιώτιδα. Σ’ αυτήν εντοπίζονται πολλοί μύθοι που συνδέονται με την προσωπικότητά του.
Είδαμε ότι ο Αρισταίος δόθηκε για να τον αναθρέψει η Γαία η οποία είχε μεγαλώσει και τους Τιτάνες που ήταν παιδιά της. Πανάρχαια θεά η Γαία, σε μέρη όπου κατοικούσαν λαοί που καλλιεργούσαν και στηρίζονταν αποκλειστικά στη γη, δεν μπορεί παρά να έρχεται πάντοτε στους μύθους τους.
Ενισχύει δηλαδή, η ύπαρξη λατρείας της προολυμπιακής θεότητας του Αρισταίου στην Αχαΐα Φθιώτιδα, την άποψη, την οποία υποστηρίζουμε: οι μύθοι της περιοχής της Αχαΐας Φθιώτιδας πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά γιατί θα πρέπει να είναι αρχαιότεροι των μύθων πολλών άλλων περιοχών.
Ο Αρισταίος έφερε και τα ονόματα «Αγρεύς» και «Αδρίστας» ή «Δρίστας». Είναι τα ίδια λατρευτικά επίθετα τα οποία συναντούμε να συνοδεύουν και τον θεό Απόλλωνα. Αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως μία ακόμη ένδειξη ότι ο Απόλλωνας, ως νεότερη θεότητα η οποία κυριάρχησε, απορρόφησε, από τον παλαιότερο θεό Αρισταίο, μαζί με την προσωπικότητά του, και τα λατρευτικά του επίθετα
Ο Διόδωρος Σικελιώτης (4, 81, 2) μας λέει ότι τα ονόματα αυτά τα έδωσαν στο γιο του Απόλλωνα οι νύμφες που τον μεγάλωσαν. «Τόν δ’ οὖν Ἀπόλλω κατά ταύτην τήν χώραν ἐκ Κυρήνης γεννήσαντα υἱόν Ἀρισταῖον, τοῦτον μέν νήπιον ὄντα παραδοῦναι ταῖς νύμφαις τρέφειν• ταύτας δέ τῷ παιδί τρεῖς ὀνομασίας προσάψαι• καλεῖν γάρ αὐτόν Νόμιον, Ἀρισταῖον, Ἀγρέα».
Το «αγρεύς» και τα άλλα λατρευτικά επίθετα του νέου θεού Απόλλωνα, συνδέθηκαν μαζί του με διάφορους μύθους οι οποίοι ερμηνεύουν την εισβολή και επικράτηση των Ολύμπιων θεοτήτων και την αφομοίωση από αυτούς των παλαιοτέρων θεοτήτων. «Αγρεύς» ακόμη επονομαζόταν και ο θεός Βάκχος αλλά και ο Ποσειδώνας.
Σύμφωνα με μία αρχαία επιγραφή του Δ΄ π.Χ. αιώνα, που βρέθηκε μάλλον στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας, ο Απόλλωνας έφερε και το όνομα «Αγυιάτας». Η επιγραφή, αναφερόμενη στον Απόλλωνα, γράφει: «ΤΟΙ ΑΓΥΙΑΤΑΙ»
Κόρη του Αρισταίου ήταν η Μάκριδα, επώνυμη νύμφη και ηρωίδα της Εύβοιας. Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή στον Αρισταίο και στη Μάκριδα παραδόθηκε ο θεός Διόνυσος, για να τον αναθρέψουν και όχι, όπως γνωρίζουμε από άλλη εκδοχή, στον Αθάμαντα και στην Ινώ. Η Ήρα για να εκδικηθεί την Μάκριδα που δέχτηκε να μεγαλώσει το νόθο γιο του άντρα της Διόνυσο, την έδιωξε από την Εύβοια. Αυτή τότε μαζί με τον Διόνυσο πήγε στη Κέρκυρα.
Εκεί κατοίκησε σε μία σπηλιά με δύο εισόδους. Είναι η σπηλιά εκείνη μέσα στην οποία, πολλά χρόνια αργότερα έγινε, ο γάμος του Ιάσονα και της Μήδειας.
Έτσι, για εξυπηρέτηση από το ένα μέρος της ανάγκης εξακολούθησης της λατρείας του παλαιού θεού και από το άλλο της ανάγκης της λατρείας της νέας ανατέλλουσας και επιβλητικού κύρους θεότητας του φωτός και του ήλιου, ο παλαιός και ταπεινός θεός Αρισταίος, θεός απλά και μόνο της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, υποβιβάστηκε σε ήρωα.
Ως κύριο έργο τώρα του ανατέθηκε να μεσολαβεί ανάμεσα στους νέους θεούς και τους ανθρώπους. Ένας θεός που για αιώνες πολλούς λατρευόταν στην περιοχή και η λατρεία του οποίου είχε βαθιά ποτίσει την πίστη των ανθρώπων δεν ήταν δυνατόν να εξαφανιστεί εντελώς με την εμφάνιση ενός νέου θεού, όσο λαμπερότερος κι αν ήταν αυτός ο κανούργιος που ερχόταν. Δεν υπήρχε λοιπόν άλλη δυνατότητα παρά μόνο ο συμβιβασμός και ο συγκερασμός των δύο θεοτήτων σε μία.
Ο παλιότερος θεός έπρεπε να συγχωνευθεί με τον καινούργιο και να επιβιώσει κοντά του, έστω ως λατρευτικό επίθετο, δηλαδή ως μία από τις ιδιότητές του, στο τόσο φωτεινό περιβάλλον του καινούργιου. Έτσι ακριβώς επιβιώνουν πάντοτε και για ολόκληρους αιώνες στοιχεία της κάθε παλαιάς θρησκείας που εξαφανίζεται μέσα στις λατρευτικές συνήθειες της νέας.
Εξάλλου οι εργασίες που προστάτευε ο Αρισταίος, γεωργία και κτηνοτροφία, εξαρτιόνταν αποκλειστικά από τον ήλιο, δηλαδή τον Απόλλωνα. Ενυπάρχει δηλαδή στη νέα αντίληψη περί της θεϊκής ουσίας μία πρόοδος στην ανθρώπινη σκέψη, αφού στη νέα αυτή αντίληψη ανακαλύπτεται από την ανθρωπότητα ότι ο κάθε «Αρισταίος», δηλαδή ο κάθε γεωργός και κτηνοτρόφος, εξαρτάται από το ηλιακό φως και την επίδραση που αυτό ασκεί στο ριζοβόλημα και στη βλάστηση των καλλιεργειών του.
Ήταν επομένως υποχρεωτική η παραδοχή της νέας επιστημονικής ανακάλυψης, έστω κι αν αυτό συνεπαγόταν μια οπωσδήποτε οδυνηρή άρνηση της επί αιώνες ολόκληρους βαθιά καθιερωμένης πίστης και ριζωμένης παράδοσης.
Η ανάγκη να βρεθεί κάποιος τρόπος να κυριαρχήσει ο Απόλλωνας, χωρίς να χαθεί οριστικά ο Αρισταίος, ικανοποιήθηκε με την κατασκευή ενός μύθου που τον παρουσιάζει να είναι αυτός γιος του νέου θεού Απόλλωνα.
Έτσι και το μεγαλείο και η λάμψη του ιδρυτή και ιδιοκτήτη του μαντείου των Δελφών, δηλαδή της νέας αλήθειας, ενισχύθηκε και κυριάρχησε ανώδυνα αλλά και η παλαιά τοπική παράδοση επέζησε. Ακόμη και η ίδια η πανάρχαια θεότητα Γαία είχε αναγκαστεί να παραδώσει το μαντείο των Δελφών στον ανατέλλοντα νέο Ήλιο. Ήταν ο αναγκαίος συμβιβασμός και η εξισορρόπηση μεταξύ αντίδρασης της τοπικής παράδοσης στον επαπειλούμενο ολοκληρωτικό εξοβελισμό της από το νέο θεό και της επιβεβλημένης και αναπόφευκτης ανάγκης προσαρμογής της στη νέα εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας.

ΚΕΡΑΜΒΟΣ, Ο ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΕΓΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ
ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ ΤΩΝ ΝΥΜΦΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΡΗΣ

Αλλά δεν τελείωσαν οι θεϊκές οντότητες που απασχολούνταν με την κτηνοτροφία πάνω στην Όρθρη. Πάνω στον βουνό των Τιτάνων, τον κυρίαρχο ορεινό όγκο της Αχαΐας Φθιώτιδας, βοσκούσε τα κοπάδια του και ένας ακόμη θεϊκός βοσκός. Ήταν ο Κέραμβος. Και αυτός, όπως και ο Ερυσίχθονας, ήταν εγγονός του Ποσειδώνα.
Όπως και στον μύθο του Ερυσίχθονα έτσι και στον μύθο του Κέραμβου ο Ποσειδώνας παρουσιάζεται στην προολυμπιακή του μορφή, όχι ως θεός της θάλασσας, αλλά ως θεός της στεριάς, της γης. Αυτή ήταν η πρώτη μορφή του θεού Ποσειδώνα, ο οποίος στη Θεσσαλία, φερόταν να είναι στην αρχή, σύζυγος της Γαίας. Αυτός ήταν εκείνος που, όπως πίστευαν στη Θεσσαλία, άνοιξε τα Τέμπη, για να γίνει η Θεσσαλία, από λίμνη, που ήταν αρχικά, στεριά.
Ο Κέραμβος ήταν κι αυτός, όπως γίνεται φανερό απ’ όσα υποδηλώνονται στους μύθους που συνδέονται μαζί του, μία από εκείνες τις προολυμπιακές θεϊκές οντότητες οι οποίες απορροφήθηκαν από τους Ολύμπιους θεούς και ενσωματώθηκαν σ’ αυτούς.
Ήταν κι αυτός ένας από τους θεούς που είχαν έδρα τους την Όρθρη πριν γίνει θεϊκή έδρα ο Όλυμπος. Ήταν κι αυτός ένας θεός που εξουδετερώθηκε και εξαφανίστηκε από το θεϊκό προσκήνιο μέσα από μία αναγκαστική θεοκρασία, η οποία πραγματοποιήθηκε κάτω από το κύρος και τη βίαιη επικράτηση της θεϊκής δυναστείας του Ολύμπου.
Εξάλλου, στην εξελικτική πορεία που ακολούθησε η ανθρώπινη σκέψη για τη σύλληψη της πραγματικής ουσίας της θεϊκής ύπαρξης, οι τερατόμορφες θεϊκές υποστάσεις, όπως π.χ. ο Κέραμβος, που γινόταν σκαθάρι και η Μνήστρα, που μεταμορφωνόταν σε όποιο ζώο επιθυμούσε, είναι πάντοτε θεϊκές μορφές που προηγούνται χρονικά των ανθρωπόμορφων θεοτήτων στην ανοδική πορεία της ανθρώπινης συνείδησης στη σύλληψη της ιδέας του Θεού.
Στις ίδιες σκέψεις οδηγεί και ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο η θεά Θέτιδα, όταν προσπαθούσε με κάθε τρόπο ν’ αποφύγει το γάμο της με τον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα, μεταμορφωνόταν συνεχώς σε διάφορα ζώα.
Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα λατρείας τερατόμορφων θεοτήτων στη Θεσσαλία. Φαίνεται ότι ο θεϊκός θηριομορφισμός υπήρχε σε μεγάλη έκταση στη Θεσσαλία. Αυτό είναι ασφαλώς μία ακόμη απόδειξη της μεγάλης παλαιότητας των μύθων της. Έτσι και ο Ποσειδώνας, πέρα από το ότι εδώ λατρευόταν ως χθόνια θεότητα και θεωρούνταν σύζυγος της Γαίας, σε ακόμη παλιότερες εποχές λατρευόταν ως άλογο. Γι’ αυτό και τον συναντάμε και με την προσωνυμία «Ίππιος». Αλλά και πολλά από τα παιδιά, που φέρονται να έχουν πατέρα τον Ποσειδώνα, παρουσιάζονται με τερατόμορφη όψη.
Ο Κέραμβος, όπως έλεγαν οι μύθοι που ακούγονταν πάνω στην Όρθρη, ήταν ο μεγάλος αγαπημένος των νυμφών που ζούσαν εκεί, των Ορθρηίδων νυμφών. Όλες οι νύμφες της Όρθρης τον τριγύριζαν με αγάπη και όλες προσπαθούσαν να έχουν τη συντροφιά του. Εξάλλου ήταν γιος μιας πανέμορφης νύμφης της Όρθρης, της Ειδοθέας.
Πατέρας του, κατά μία εκδοχή που την παρουσιάζει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, ήταν ο Εύσειρος, ο γιος του Ποσειδώνα. Μία άλλη εκδοχή παρουσιάζει τον Κέραμβο ή Τέραμβο να έχει πατέρα τον ίδιο τον Ποσειδώνα αλλά μητέρα του πάντα είναι η Ορθρηίδα νύμφη Ειδοθέα.
Εάν, ωστόσο, θυμηθούμε ότι, σύμφωνα με μυθολογικές παραδοχές, οι Τιτάνες ήταν οι άντρες των Νυμφών, εύκολα οδηγούμαστε στη σκέψη ότι ο Κέραμβος συνδέεται με τους «πρότερους» θεούς, τις προολυμπιακές τιτανικές θεϊκές υποστάσεις.
Τόσο πολύ, έλεγαν οι σχετικοί μύθοι της περιοχής, αγαπούσαν τον Κέραμβο οι νύμφες της Όρθρης, ώστε για χάρη του και μόνο παρουσιάζονταν ολοζώντανες μπροστά του. Και όχι μόνο αυτό. Μία φορά, όλες μαζί, χόρεψαν μπροστά του, για να τον ευχαριστήσουν. Το ίδιο, όπως οι νύμφες, της Όρθρης, αγαπούσε τον Κέραμβο και ο θεός Πάνας. Λένε μάλιστα ότι αυτός συμβούλεψε τον Κέραμβο να κατεβάσει τα κοπάδια του χαμηλότερα για να τα γλιτώσει από τη μεγάλη βαρυχειμωνιά.
Ο Πάνας, σύμφωνα με μία από τις πολλές εκδοχές που υπάρχουν για τη γέννησή του, ήταν γιος του Ουρανού και της Γης. Ήταν επομένως αδερφός των Τιτάνων, των θεϊκών οντοτήτων που είχαν έδρα την Όρθρη, ξεχασμένη προολυμπιακή θεότητα και αυτός. Λησμονημένος Τιτάνας, ταπεινό απομεινάρι της παλιάς θεϊκής δυναστείας, πού αλλού, έξω από την παλιά έδρα τους, την Όρθρη, θα μπορούσε να είχε ξεμείνει; Έτσι η υποστήριξη που παρείχε ο Πάνας σε μία προολυμπιακή θεότητα, όπως ήταν ο Κέραμβος, εξηγείται στα πλαίσια της πάλης μεταξύ των δύο θεϊκών δυναστειών για την τελική επικράτηση.
Η προολυμπιακή θεϊκή δυναστεία πάνω στην Όρθρη αντιστεκόταν στον εκθρονισμό της με κάθε τρόπο. Οι άνθρωποι που ζούσαν πάνω στην απόμακρη και απομονωμένη αυτή γωνιά διατηρούσαν πεισματικά τις δικές τους πανάρχαιες λατρευτικές συνήθειες και αντιστέκονταν στις καινούργιες ιδέες, πολύ περισσότερο όταν αυτές οι νέες ιδέες προσπαθούσαν να τους αλλάξουν τους γνωστούς τους πατροπαράδοτους θεούς τους.
Η αγάπη αυτή των νυμφών της Όρθρης για τον αγαπημένο τους Κέραμβο έγινε ολοφάνερη με το εξής περιστατικό. Κάποτε, λέει, επρόκειτο να πέσει μεγάλη βαρυχειμωνιά πάνω στην Όρθρη και θα κινδύνευαν να καταστραφούν όλα τα κοπάδια όσα θα έμειναν πάνω στο βουνό. Οι νύμφες της Όρθρης, που έμαθαν το μεγάλο κακό που θα συνέβαινε, ήθελαν να προστατέψουν τον αγαπημένο τους και να τον βοηθήσουν να γλιτώσει τα κοπάδια του. Του φανέρωσαν λοιπόν το θέλημα των θεών και τον συμβούλεψαν να κατεβάσει τα κοπάδια του στα χαμηλότερα, όπου ο χειμώνας δεν θα ήταν τόσο δριμύς, αν ήθελε να τα γλιτώσει.
Ο Κέραμβος (ή Τέραμβος κατά τον Αθανάσιο Σταγειρίτη) όμως, έλεγαν τα παραμύθια που ακούγονταν πάνω στην Όρθρη, δεν άκουσε τις συμβουλές τους. Δεν καταδεχόταν αυτός ν’ ακούσει τέτοιες συμβουλές. Γυναικείες κουβέντες ήταν και δεν έπρεπε να τις δίνει σημασία. Ξυπνούσε και πάλι μέσα του η ακαταδεξιά και η περηφάνια των Τιτάνων. Δεν φοβόταν τίποτε αυτός, έλεγε. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Άρχισε να συμπεριφέρεται περιφρονητικά προς τις νύμφες και να τις κοροϊδεύει για τους φόβους τους και τις ιδέες τους. Τις πρόσβαλε ομαδικά όλες.
Κι ήταν πολλές και περήφανες οι νύμφες πάνω στην Όρθρη. Καμάρωναν για την αρχοντική τους καταγωγή. Η μεγάλη αδερφή τους, η Ορθρηίδα ήταν η μητέρα και πρόγονος όλων των μεγάλων ηρώων και βασιλιάδων τούτης της χώρας. Ήταν εκεί, πάνω στις πλαγιές της Όρθρης και όλες τους τις πρόσβαλε ο Κέραμβος. Ήταν εκεί η πανέμορφη Αντιάνειρα, η περήφανη Διοπάτρη, η πάμπλουτη Πολυμήλα, η αρχοντοπούλα Φθία, η βασιλομάνα Φεραία, η καλόκαρδη Πολυδώρα, η ακριβοθώρητη Ειδοθέα, η πολυαγαπημένη Λαοθόη, η γλυκοπρόσωπη Μελία, η πολυξάκουστη Ιφιμέδεια και πολλές άλλες ακόμη. Όλες αυτές μαζί τις έβριζε ασύστολα ο Κέραμβος και τις περιφρονούσε.
Και δεν έφτασε μόνο αυτό. Από τη μεγάλη αλαζονεία του όχι μόνο τις κορόιδευε αλλά άρχισε να αμφισβητεί και αυτή ακόμα τη θεϊκή τους καταγωγή.
– Και ποιες είστε εσείς που θα μου κάνετε τις έξυπνες, που μου παριστάνετε ότι τα ξέρετε όλα, τις έλεγε, προσβάλλοντας και περιφρονώντας τις φανερά όλες.
Ξαναζούσε μέσα του η παλιά περηφάνια των ακατάδεχτων Τιτάνων και των τεράστιων στη δύναμη, αλλά μικρών στο μυαλό Γιγάντων. Δεν ήταν, τις έλεγε, κόρες του Δία, όπως πίστευαν και καμάρωναν οι ίδιες, αλλά απλά ήταν κόρες του ποταμού Σπερχειού. Η συμπεριφορά αυτή του Κέραμβου είχε πια ξεπεράσει κάθε επιτρεπτό όριο.
Ο Σπερχειός ποταμός, που είναι ποταμός της Αχαΐας Φθιώτιδας, είναι ένας άλλος πανάρχαιος προολυμπιακός θεός. Σ’ αυτόν έπρεπε ν’ αφιερώσει τα μαλλιά του ο Αχιλλέας. Ο Σπερχειός ήταν και σύζυγος της αδερφής του Αχιλλέα. Ο ίδιος ποταμός είχε ακόμη κάποτε και το όνομα Ελλάδα
Ξαναγυρίζουμε στον Κέραμβο. Κατηγορούσε λοιπόν ο Κέραμβος τις νύμφες της Όρθρης ότι δεν ήταν κόρες του Δία, αλλά του Σπερχειού ποταμού. Για μια μάλιστα από αυτές, την πανέμορφη Διοπάτρη, είπε φοβερότερες ακόμα και πρωτάκουστες κατηγορίες. Αυτή, όπως κατηγορούσε ο Κέραμβος, και το φώναζε μπροστά σ’ όλες τις νύμφες, τα είχε φτιάξει με τον παππού του, τον Ποσειδώνα, και μάλιστα, όπως ισχυριζόταν ο Κέραμβος, ο Ποσειδώνας, για να μπορεί να χαίρεται τον έρωτα μαζί της χωρίς να ενοχλείται από την παρουσία των άλλων νυμφών, τις μεταμόρφωνε όλες, για όση ώρα χρειαζόταν, σε λεύκες και, ύστερα, σαν τελείωνε τη δουλειά του, τις ξανάδινε πάλι την πραγματική μορφή τους.
Αυτά έλεγαν οι μύθοι για τον υπερόπτη Κέραμβο, που δεν έλεγε να καταλάβει τις καινούργιες ιδέες και να συμβιβαστεί μ’ αυτές και τις νέες ανάγκες που παρουσιάζονταν. Με τη συμπεριφορά του όμως αυτή ο Κέραμβος είχε ξεπεράσει κάθε όριο ανυπακοής προς το Θείο. Η προσβολή στις θεομάνες Ορθρηίδες νύμφες ήταν μεγάλη κι ασυγχώρετη. Είχε διαπράξει την «ύβρη» της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης και έπρεπε οπωσδήποτε να τιμωρηθεί.
Πλάκωσε λοιπόν, όπως είχαν προειδοποιήσει οι νύμφες, η μεγάλη βαρυχειμωνιά πάνω στην Όρθρη. Όλα τα κοπάδια καταστράφηκαν. Μαζί τους και τα κοπάδια του Κέραμβου. Τον ίδιο μάλιστα τον Κέραμβο, για να τον τιμωρήσουν, οι νύμφες της Όρθρης από πανέμορφο και πολύ γοητευτικό νέο που όλες τον αγαπούσαν και τον ήθελαν παρέα τους, τον μεταμόρφωσαν σε άσχημο σκαθάρι, έτσι που να μην μπορεί να τον αντικρίσει κανένας. Μεταμορφώθηκε στο σκαθάρι που ακόμα και σήμερα ζει και λέγεται Κεράμβυκας
Ωστόσο υπήρχαν και μυθολογικές εκδοχές οι οποίες ερμήνευαν την μεταμόρφωσή του σε σκαθάρι, όχι ως τιμωρία του αλλά ως κάποια μορφή θεϊκής ευσπλαχνίας προς αυτόν, αφού έτσι, έστω και μ’ αυτή τη μορφή της ζωής, θα επιζούσε.
Όπως και να είναι ο Κέραμβος έγινε σκαθάρι. Είναι εκείνο το σκαθάρι που ζει ακόμη πάνω στα βουνά και φυσικά πάνω στην Όρθρη και ονομάζεται χαρακτηριστικά, από το όνομα του Κέραμβου, Κεράμβυκας. Το κεφάλι του Κεράμβυκα συνήθιζαν στα χωριά της Όρθρης να το κρεμούν με μία κλωστή από τον λαιμό των παιδιών, για να εμποδίζει την βασκανία τους. Θεωρούσαν το κεφάλι του Κεράμβυκα ένα είδος φυλακτού. Είναι αυτή η συνήθεια οπωσδήποτε ένα αξιοσημείωτο λατρευτικό κατάλοιπο με πανάρχαιες καταβολές που επέζησε μέχρι τις μέρες μας.
Είναι κατάλοιπα της λαϊκής θρησκείας, που σ’ όλες τις εποχές και ανεξάρτητα από το ποια είναι η επίσημη κρατική θρησκεία, ζουν πάντοτε στην ψυχή του λαού, ο οποίος μπορεί και βρίσκει πάντοτε τρόπο να τα συνδυάζει, χωρίς συνειδησιακούς προβληματισμούς, με κάθε νέα θρησκεία και λατρεία. Το κεφάλι του κεράμβυκα κρεμασμένο στο λαιμό των μικρών παιδιών ήταν ένα είδος «φυλαχτού», ένα σύγχρονο «χαϊμαλί».
Υπάρχει και μία άλλη μυθολογική εκδοχή που δέχεται ότι ο Κέραμβος σώθηκε πάνω στην Όρθρη από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Είδαμε την εκδοχή αυτή στο μέρος εκείνο της εργασίας μας στο οποίο παραθέταμε τα επιχειρήματά μας για τη στήριξη της άποψής μας ότι η κιβωτός του Δευκαλίωνα, όταν σταμάτησε η βροχή, στάθηκε πάνω στην Όρθρη.
Στο μύθο του Κέραμβου βλέπουμε μια πρωτόγονη μορφή κτηνοτροφίας στην οποία δεν φαίνεται να έχει ανακαλυφθεί ακόμη η νομαδική κτηνοτροφία ούτε και αυτή ακόμα η απλή μετακίνηση των κοπαδιών κατά τη διάρκεια του χειμώνα προς τα χειμαδιά. Είναι μια εποχή κατά την οποία μερικοί φωτισμένοι άνθρωποι, κάποιοι «Αρισταίοι», θέλουν να οδηγήσουν τους ανθρώπους στη χρησιμοποίηση κάποιων επιστημονικών ιδεών αλλά συναντούν αντιδράσεις.
Δεν έχει κυριαρχήσει ακόμα απόλυτα ο θεός του φωτός Απόλλωνας. Η «αντίδραση» υπάρχει μεν, αλλά τιμωρείται, για να γίνει σιγά σιγά στην ανθρωπότητα «το πάθημα μάθημα». Φυσικά κάθε αντίδραση και αντίσταση στην πρόοδο και στην εξέλιξη στο τέλος δεν μπορεί παρά να υποκύψει, αναγκαστικά και με βία ή με τιμωρία, μεχρισότου επικρατήσει οριστικά το «φως της αλήθειας».
Ωστόσο, ο Κέραμβος, παρ” όλο τον πρωτογονισμό της σκέψης του από τον οποίο, φαίνεται να διακατέχεται, ήταν εκείνος που ανακάλυψε τη λύρα και τη σύριγγα, δηλαδή τον ποιμενικό αυλό, η ανακάλυψη των οποίων αποδίδεται, όπως είναι γνωστό, στον Απόλλωνα και στον Πάνα.
Έχουμε επομένως και εδώ, όπως γίνεται φανερό για ακόμα μια φορά, μια προϋπάρχουσα προολυμπιακή, θεϊκή οντότητα, η οποία απορροφήθηκε από νεότερες. Οι μύθοι που υπήρχαν γι’ αυτήν, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, επειδή δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά, ενσωματώθηκαν και αποδόθηκαν στις νεότερες θεότητες, οι οποίες επικράτησαν στην ανθρώπινη συνείδηση στην εξελικτική αντίληψη περί του θείου. Όλες οι ανάγκες λατρείας παλαιών και νέων θεοτήτων βολεύτηκαν με μία ακόμη θεοκρασία.
Η ύπαρξη και η λατρεία τόσων προολυμπιακών θεοτήτων στην ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας και της Όρθρης, όπως και αυτή των Τιτάνων που είχαν έδρα τους το ίδιο βουνό, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως ένα ακόμα ενισχυτικό επιχείρημα της άποψης ότι οι μύθοι αυτής της περιοχής πρέπει να εξετάζονται και με την προοπτική της ανακάλυψης σ’ αυτούς των πρώτων πρωταρχικών των ελληνικών μύθων και λαϊκής λατρείας.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (12η συνέχεια)

Ο θΕΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΧΑΪΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑ
1. Η τιμωρία του Απόλλωνα

Στην Όρθρη επάνω, εκτός από τα κοπάδια του Ίφικλου, έβοσκαν και τα κοπάδια ενός άλλου ξακουστού βασιλιά της ίδιας περίπου περιοχής. Ήταν τα κοπάδια του Άδμητου, του βασιλιά των Φερών. Αυτός είχε το παλάτι του, στο οποίο ζούσε μαζί με την οικογένειά του, στις αρχαίες Φερές, κοντά στο σημερινό Βελεστίνο.
Το βασίλειο του Άδμητου στην εποχή που αναφέρεται ο συγκεκριμένος μύθος έφτανε, όπως φαίνεται, ως τον σημερινό Αλμυρό και τις πλαγιές της Όρθρης. Αυτό προκύπτει από το ότι τα κοπάδια του Άδμητου έβοσκαν στα λιβάδια της Όρθρης και δροσίζονταν στα νερά του γνωστού στην αρχαιότητα Άμφρυσου ποταμού, της σημερινής δηλαδή Κεφάλωσης, έξω από το χωριό Πλάτανος της επαρχίας Αλμυρού.
Βοσκός των κοπαδιών του Άδμητου ήταν ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Ο Δίας, έλεγαν οι σχετικοί μύθοι της περιοχής, είχε τιμωρήσει, τον Απόλλωνα να υπηρετήσει, αν και ήταν θεός αθάνατος, για «ἓνα μεγάλον ἐνιαυτόν», που θα πει για εννιά ολόκληρα χρόνια, ή, σύμφωνα με άλλους, για οκτώ χρόνια, κοντά σ’ ένα θνητό, το βασιλιά των Φερών Άδμητο.
Γιατί δόθηκε αυτή η τιμωρία στον Απόλλωνα; Ο Δίας είχε σκοτώσει με κεραυνό τον αγαπημένο γιο του Απόλλωνα, τον Ασκληπιό. Σκότωσε τον Ασκληπιό γιατί, επειδή ήταν πολύ καλός γιατρός, θεράπευε όλους τους αρρώστους και έτσι δεν πέθαινε κανένας. Έτσι όμως η γη κινδύνευε να βουλιάξει από το πολύ βάρος. Ο Απόλλωνας για να εκδικηθεί τον Δία σκότωσε με τη σειρά του, τους Κύκλωπες γιατί αυτοί ήταν εκείνοι που είχαν κατασκευάσει και παραδώσει στον Δία τον κεραυνό, με τον οποίο αυτός είχε σκοτώσει τον Ασκληπιό.
Άλλοι όμως τα έλεγαν διαφορετικά. Δεν ήταν δυνατό να σκοτώσει ο Απόλλωνας τους Κύκλωπες, αφού οι Κύκλωπες ήταν αθάνατοι και επομένως δεν σκοτώνονταν. Άλλη ήταν η εκδίκηση που θέλησε να πάρει ο Απόλλωνας για τον θάνατο του Ασκληπιού. Σκότωσε τα παιδιά των Κυκλώπων, που δεν ήταν αθάνατα.
Αφού λοιπόν σκότωσε τους Κύκλωπες ή, όπως λένε άλλοι, τα παιδιά των Κυκλώπων, ο Απόλλωνας, καταλαβαίνοντας ότι τον περιμένει ο μεγάλος θυμός και η τιμωρία τού Δία, έτρεξε να βρει καταφύγιο στους Υπερβόρειους. Μόνο εκεί πίστευε ότι ήταν δυνατόν να γλιτώσει. Ο Όμηρος φαίνεται να αγνοεί την ύπαρξη των Υπερβορείων ενώ ο Ηρόδοτος τους θεωρούσε υπαρκτό λαό. Ο Στράβωνας λέει ότι οι Έλληνες ονόμαζαν Υπερβόρειους τους λαούς που ζούσαν βορείως του Εύξεινου Πόντου και του Δούναβη.
Οι Υπερβόρειοι ζούσαν εκεί που τελειώνει ο κόσμος, πιο πάνω από τα Ριπαία βουνά, εκεί από όπου πήγαζε ο ποταμός Ίστρος, δηλαδή ο σημερινός Δούναβης. Πήγε να κρυφτεί στα Ριπαία βουνά τα οποία, όπως πίστευαν οι άρχαίοι Έληνες, ταυτίζονταν με τα Ουράλια Όρη. Από τα Ριπαία Βουνά ξεκινούσαν και κατέβαιναν προς τα κάτω οι «ριπές του ανέμου», «πνοαῖς ὄπισθεν Βορέα ψυχροῦ».
Οι Υπερβόρειοι ήταν ένας πολύ ευτυχισμένος λαός. Πάντοτε στον τόπο τους είχαν γιορτές και πανηγύρια. Κανένας δεν τους ενοχλούσε εκεί μακριά που ήταν. Εκεί δεν γέραζαν και δεν πέθαιναν ποτέ τους. Μόνο όταν γινόντουσαν χίλιων χρονών ο καθένας κι είχαν χορτάσει τον Επάνω Κόσμο, ευτυχισμένοι πλέον έδιναν τέρμα στη ζωή τους μόνοι τους, πέφτοντας από ένα ψηλό βράχο στη θάλασσα, στεφανωμένοι και γελαστοί, αφού προηγουμένως είχαν γλεντήσει με τους φίλους και τους αγαπημένους του σ’ ένα πολύ πλούσιο συμπόσιο.
Οι Υπερβόρειοι ήταν φίλοι του Απόλλωνα από πολύ παλιά και τον δέχτηκαν με μεγάλη χαρά. Εξάλλου, σύμφωνα με μία εκδοχή του σχετικού μύθου, οι Υπερβόρειοι χρωστούσαν το όνομά τους στον Υπερβόρειο, ο οποίος ήταν κι αυτός Θεσσαλός.
Έκρυψαν λοιπόν οι Υπερβόρειοι καλά τον ίδιο τον Απόλλωνα. Έκρυψαν ακόμα πολύ καλά και το βέλος με το οποίο είχε κάνει το φόνο, ώστε να μην βρεθεί αποδεικτικό στοιχείο της πράξης του. Ο Δίας όμως τον βρήκε και εκεί μακριά που βρισκόταν και τον έφερε πίσω για να τον τιμωρήσει πολύ σκληρά, όπως ταιριάζει σ’ όσους εναντιώνονταν στο θέλημά του.
Άλλοι πάλι τα έλεγαν εντελώς διαφορετικά όλα όσα είχαν γίνει. Δεν είχε σκοτώσει ο Απόλλωνας, έλεγαν αυτοί, ούτε τους Κύκλωπες ούτε τα παιδιά τους. Δεν ήταν αυτή η αιτία της τιμωρίας του. Τιμωρήθηκε σκληρά επειδή σκότωσε, «κατετόξευσεν», όπως έλεγαν, το μεγάλο φίδι, τον Πύθωνα, που φύλαγε το μαντείο των Δελφών. Ο τόπος όπου σκοτώθηκε το φίδι ονομάστηκε για το λόγο αυτό «Πυθώ» και ο Απόλλωνας «Πύθιος».
Το Μαντείο των Δελφών τότε δεν ανήκε ακόμη στον Απόλλωνα – αυτό έγινε πολύ αργότερα – αλλά στη Γη, τη Γαία. Και το σημείο αυτό των τοπικών μυθολογικών αναφορών, που μνημονεύει το μαντείο των Δελφών όχι ως μαντείο ολυμπιακής αλλά προολυμπιακής θεότητας μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ακόμη στήριγμα της άποψης ότι οι μυθολογικές αναφορές του τόπου τούτου είναι πανάρχαιες.
Όσο όμως και αν διέφεραν μεταξύ τους οι μυθολογικές εκδοχές για το σφάλμα εκείνο του θεού Απόλλωνα που έγινε αιτία να εξοργιστεί ο Δίας, σ’ ένα όλοι συμφωνούσαν: Ο Δίας για να τιμωρήσει τον Απόλλωνα αποφάσισε να τον ρίξει οριστικά στα Τάρταρα και να μείνει εκεί για πάντα θαμμένος.
Και θα το πραγματοποιούσε οπωσδήποτε αυτό ο μεγάλος και παντοδύναμος Δίας, αν η πανέμορφη Λητώ, η μητέρα του θεού Απόλλωνα, δεν έπεφτε στα πόδια τού μεγάλου Δία να τον παρακαλέσει να λυπηθεί αυτήν και για χάρη της να μετριάσει κάπως την τιμωρία του αγαπημένου της γιου και να τον βάλει να υπηρετήσει κάποιον άνθρωπο. Μας το μαρτυρούν ο Ησίοδος και ο Ακουσίλαος, ένας ιστορικός και μυθογράφος, ο οποίος έζησε πριν από τους περσικούς πολέμους: «Ἡσίοδος δὲ καὶ Ἀκουσίλαος μέλλειν μὲν εἰς τὸν Τάρταρον ὑπὸ τοῦ Διὸς ἐμβληθῆναι, τῆς Λητοῦς δ᾿ ἱκετευουσάσης ἀνδρὶ θητεῦσαι» (Ησίοδος, Αποσπάσματα 126 (110), Hesiodi Carmina, Lipsiae MCMII (1902), σελ. 169).
Ο Δίας πραγματικά άκουσε τα παρακάλια της Λητώς και δέχτηκε να μετριάσει την ποινή του Απόλλωνα. Τον υποχρέωσε λοιπόν αντί να μείνει για πάντα θαμμένος στα Τάρταρα να «θητεύσει», να μπει δηλαδή ο θεός Απόλλωνας, αν και ήταν αθάνατος, υπηρέτης, στον θνητό βασιλιά των Φερών Άδμητο και ταυτόχρονα να χάσει την θεϊκή του ιδιότητα για όσο διάστημα θα υπηρετούσε εκεί. Του στέρησε δηλαδή τα θεϊκά του δικαιώματα. Έτσι μόνο θα γινόταν η κάθαρσή του. Έπρεπε από θεός που ήταν να κατεβεί από τον Όλυμπο στη γη, από τον ουρανό στη γη, να γίνει άνθρωπος και αυτός και να υποφέρει υπηρετώντας τους ανθρώπους ως βοσκός
Άλλοι έλεγαν ότι ο Απόλλωνας τιμωρήθηκε με τον τρόπο αυτό, γιατί σκότωσε τη δράκαινα Δελφύνη στους Δελφούς. Για τον εξαγνισμό του από τον φόνο αυτόν έκανε την πορεία από τους Δελφούς με σκοπό να υπηρετήσει σ’ ένα ναό του κάμπου της Θεσσαλίας και τον Άδμητο (Πλούταρχος, Ηθικά, 293 β, 418 β, 421 β).
Στο σημείο αυτό, κάνοντας μία παρέμβαση, θα πρέπει να θυμηθούμε και να συσχετίσουμε το γεγονός ότι στα Τάρταρα είχε θάψει ο Δίας τους μεγάλους του αντιπάλους, τους Τιτάνες της Όρθρης. Θα πρέπει να θυμηθούμε ακόμη ότι ο Απόλλωνας λατρευόταν πάνω στην Όρθρη ως προολυμπιακή θεϊκή υπόσταση μ’ άλλα ονόματα, που θα τα δούμε παρακάτω. Η θέληση αυτή του Δία να θάψει στα Τάρταρα τον Απόλλωνα απηχεί την παρόμοια τιμωρία των μεγάλων αντιπάλων του, των Τιτάνων.
Η μετατροπή της αρχικής αυτής σκληρής απόφασης του Δία, για τελεσίδικη τιμωρία και παντοτινή εξαφάνιση του Απόλλωνα, σε μια άλλη απόφαση με ηπιότερη και προσωρινή τιμωρία τελικά υποδηλώνει την πραγματική αδυναμία εξαφάνισης από τις ανθρώπινες συνειδήσεις της ισχυρής θεϊκής υπόστασης του Απόλλωνα. Αυτό βεβαιώνεται από την εξακολούθηση της ύπαρξης και επιβίωσης της προολυμπιακής θεϊκής υπόστασης του «προτέρου θεού» Απόλλωνα, έστω και μεταλλαγμένης, και στην επόμενη θεϊκή δυναστεία, την ολυμπιακή.
Ο Απόλλωνας, στο χώρο της Αχαΐας Φθιώτιδας, φερόταν ως μια προολυμπιακή θεότητα που δήλωσε υποταγή στον Δία ή ήταν μία ισχυρή θεότητα που μπόρεσε και επέζησε και στη νέα θεϊκή κυριαρχία. Ήταν σίγουρα «πρότερος θεός», μία πανάρχαια προολυμπιακή τιτάνια θεότητα, βαθιά ριζωμένη στις ψυχές των ανθρώπων, των οποίων η ανάγκη να διατηρήσουν την πίστη τους έπλαθε μύθους βολικούς για όλες τις ανάγκες.

2. Ο Απόλλωνας τσοπάνος στις πλαγιές της Όρθρης

Ο Άδμητος δέχτηκε τον Απόλλωνα στην υπηρεσία του και τον έβαλε βοσκό στα κοπάδια του. Κι ο Απόλλωνας έγινε καλός υπηρέτης και τσοπάνος. Βοσκούσε με μεγάλη επιμέλεια και πολύ προσεχτικά τα κοπάδια του αφεντικού του. Ο Απόλλωνας «εβουφόρβει» πιστά, μας λένε οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς. Έκανε πολύ καλά λοιπόν τη δουλειά του. Πηγαινοέφερνε βόσκοντας όλα τα κοπάδια του Άδμητου, πρόβατα, γίδια, άλογα, βόδια, από τον κάμπο των Φερών και την Υπέρεια πηγή ως τα παχιά βοσκολίβαδα της Όρθρης και τις πηγές του ιερού ποταμού Άμφρυσου, ανάλογα με την εποχή και τη βοσκή που παρουσιαζόταν.
Από τότε ο Άμφρυσος ποταμός, που δεν είναι άλλος από τη σημερινή Κεφάλωση, το μικρό ποταμάκι έξω από τον Πλάτανο του Αλμυρού, θεωρούνταν ιερός, αφού εκεί πότιζε τα φημισμένα βασιλοκόπαδα ο θεός Απόλλωνας. Πολλές αναφορές υπάρχουν στην αρχαιοελληνική γραμματεία και μαρτυρούν την ιερότητα του Άμφρυσου ποταμού. Αλλά και ο Οβίδιος αναφέρεται στον Άμφρυσο ποταμό λέγοντας: «Apidanusque senex, lenisque Amphrisos et Aias»
Ο Ευριπίδης στο έργο του «Άλκηστις» αναφέρεται ιδιαίτερα σ’ αυτές τις ικανότητες του Απόλλωνα να βόσκει αποτελεσματικά τα κοπάδια του Άδμητου. Μας μιλάει και για τις μουσικές ικανότητές του θεϊκού βοσκού με τις οποίες κατόρθωνε και εξημέρωνε ακόμα και τ’ άγρια λιοντάρια. Έτσι αυτά όχι μόνον δεν κατάστρεφαν τα κοπάδια που έβοσκε ο Απόλλωνας αλλά αντίθετα κατέβαιναν από την Όθρη και κάθονταν ήσυχα στα πόδια του. Βάζει λοιπόν ο μεγάλος Ευριπίδης στην τραγωδία του αυτή το χορό να μιλάει για τις ικανότητες αυτές του Απόλλωνα:
«῏Ω πολύξεινος καὶ ἐλευθέρου ἀνδρός ἀεί πότ’ οἶκος.
σέ τοι καί ὁ Πύθιος εὐλύρας Ἀπόλλων
ἠξίωσε ναίειν,
ἔτλα δὲ σοῖσι μηλονόμας
ἐν νόμοις γενέσθαι
δοχμιᾶν διά κλιτύων
βοσκήμασι σοῖσι συρίζων
ποιμνίτας ὑμεναίους.
Σὺν δ᾿ ἐποιμαίνοντο χαρᾶ μελέων βαλιαί τε λύγκες,
ἔβα δὲ λιποῦσ᾿ Ὄθρυος νάπαν λεόντων
ἅ δαφοινὸς ἵλα
χόρευσε δ᾿ ἀμφί σάν κιθάραν,
Φοῖβε, ποικιλόθριξ
νεβρός ὑψικόμων πέραν
βαίνουσ᾿ ἐλατᾶν σφυρῷ κούφῳ,
χαίρουσ’ εὔφρονι μολπᾷ» (Άλκηστις, 569 -584).
Δηλαδή: «Ω, σπίτι πάντα στους ξένους ανοιχτό, ω σπίτι αρχοντάνθρωπου, εσένα σε βρήκε άξιο να καθίσει κι ο Πύθιος Απόλλωνας, ο ασύγκριτος λυράρης, και δέχτηκε να γίνει πιστικός στα βοσκοτόπια του και με το σουραύλι του έπαιξε ποιμενικούς γαμήλιους για τα κοπάδια σου σκοπούς ανάμεσα στων λόφων τις πλαγιαστές κατηφοριές.
Ολόχαροι από τα γλυκά τραγούδια βόσκαγαν με τα κοπάδια του και λύγκες πλουμιστοί κι ήρθε απ’ της Όρθρης το λαγκάδι των λιονταριών η ξανθότριχη αγέλη.
Παρδαλότριχο ελαφάκι, Φοίβε, ήρθε μ’ ελαφρό ποδάρι πέρα από τα ψηλόκορφα τα έλατα και χαρούμενο από το γλυκό σκοπό χόρεψε τριγύρω απ’ την κιθάρα σου».

Υπήρχαν βέβαια και άλλοι κουτσομπόληδες που, βλέποντας τον Απόλλωνα, ολόκληρος θεός ολύμπιος αυτός, να καταδέχεται να βόσκει τα κοπάδια ενός θνητού, τα έλεγαν διαφορετικά. Άλλες σχέσεις, πονηρές, είχαν μεταξύ τους, οι δύο άντρες και γι’ αυτό χρόνια τώρα ο Απόλλωνας τριγυρνάει κοντά στον Άδμητο και δεν λέει να φύγει από κοντά του. Έτσι κουτσομπόλευαν μερικοί και κατηγορούσαν θεό και άνθρωπο για ανωμαλίες. Ο Απόλλωνας καιγόταν από έρωτα για τον Άδμητο. Ήταν «ὑπ’ ἕρωτι κεκαυμένος Ἀδμήτοιο», μας λέει ο Καλλίμαχος στον Ύμνο στον Απολλωνα, στον 49 στίχο. .
Και δεν είχαν βέβαια άδικο να κάνουν τέτοιες πονηρές σκέψεις για τον Απόλλωνα, αφού τον έβλεπαν να έχει τις ίδιες σχέσεις και με τον Υμέναιο, τον πανέμορφο γιο του Μάγνητα.
Όσα όμως κι αν έλεγαν και όπως και αν τα έλεγαν οι παραμυθάδες, όποιες διαφωνίες κι αν είχαν, σ’ ένα όλοι τους συμφωνούσαν. Είτε αναγκαστικά, εξαιτίας της τιμωρίας του από τον Δία, έμεινε κοντά στον Άδμητο ο Απόλλωνας, είτε με την θέλησή του, επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα, την δουλειά του την έκανε πάρα πολύ καλά.
Τα βασιλοκόπαδα του Άδμητου από τότε που είχαν ένα θεό για τσοπάνο προόδευαν κι αύξαιναν καταπληκτικά αφού όλα γεννούσαν δίδυμα. Ο Απόλλωνας, όπως μας λέει ο Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη, 3, 10, 4, 2), βόσκοντας με επιμέλεια τις αγελάδες του Άδμητου, τις έκανε όλες να γεννούν δίδυμα:
«ὁ δέ παραγενόμενος εἰς Φεράς πρός Ἄδμητον τόν Φέρητος τούτῳ λατρεύων ἐποίμαινε, καἰ τάς θηλείας βόας πάσας διδυμοτόκους ἐποίησεν».
Για το θέμα αυτό έχουμε πολλές μαρτυρίες από την αρχαιοελληνική γραμματεία. Στον ύμνο προς τον Απόλλωνα του Καλλίμαχου γίνεται αναφορά, ανάμεσα σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα, και για εκείνο τον άλλο, τον πονηρό λόγο, που έκανε τον Απόλλωνα να θέλει να βρίσκεται κοντά στον Άδμητο:
«Φοῖβον καί Νόμιον κικλήσκομεν, ἐξέτι κεῖνον,
ἐξότ’ ἐπ’ Ἀμφρυσῷ ζευγήτιδας ἔτρεφε ἳππους,
ἠϊθέου ὑπ’ ἔρωτι κεκαυμένος Ἀδμήτοιο.
ῥεῖά τε βουβόσιον τελέθοι πλέον, οὐδέ κεν αἶγες
δεύοιντο βρεφέων ἔπι μηκάδες, ἦσιν Ἀπόλλων
βοσκομένῃς ὀοφθαλμόν ἐπήγαγεν’ οὐδ’ ἀγάλακτες
ὄϊες, οὐδ᾿ ἄκυθοι, πᾶσαι δὲ κεν εἶεν ὒπαρνοι,
ἡ δέ κε μουνοτόκος, διδυμοτόκος αἶψα γένοιτο» (Callimachi, Hymni et Epigrammata, Ύμνος στον Απόλλωνα, στιχ. 47 – 54. ( Lipsiae 1905)).
Δηλαδή: «Τον Φοίβο τον αποκαλούμε και ποιμενικό και πιο πολύ εκείνον, αφότου έτρεφε τα ζευγάρια άλογα στον Άμφρυσο ποταμό, επειδή καιγόταν από έρωτα για τον νεαρό Άδμητο. Τώρα πια υπάρχει τόπος για τη βοσκή των βοδιών και οι γίδες, που βελάζουν, δεν στερούνται από τα νεογέννητα μικρά τους, εκείνες τις οποίες ενώ βοσκούν, τις εποπτεύει με τα μάτια του ο Απόλλωνας. Ούτε τα πρόβατα είναι χωρίς γάλα, ούτε άγονα αλλά όλα έχουν αρνιά και η προβατίνα που έκανε ένα αρνί γρήγορα μπορεί να γεννάει δύο.»
Ο Απόλλωνας ήταν επίσης εκείνος που, όταν η Άρτεμη από εκδίκηση γιατί δεν την κάλεσαν στους γάμους του Άδμητου και της Άλκηστης, γέμισε με φίδια το βασιλικό σπίτι, βοήθησε να το καθαρίσουν, παρακαλώντας γι’ αυτό θερμά την αδερφή του την Άρτεμη.
Αλλά και τα άλογα του Άδμητου, που κι αυτά τα βοσκούσε ο Απόλλωνας πάνω στις πλαγιές της Όθρης, ήταν ξακουστά. Δεν μπορούσε εξάλλου να γίνει διαφορετικά. Τ’ άλογα όλης της περιοχής ήταν περίφημα για την ταχύτητά τους. Όπως μας λέει ο Όμηρος, τα άλογα του Εύμηλου, διαδόχου του Άδμητου στο θρόνο των Φερών, ήταν τα ταχύτερα άλογα των Αχαιών, μετά φυσικά από αυτά του Αχιλλέα, επίσης μεγαλωμένα στην ίδια περιοχή. Τα δύο ταχύτατα άλογα του Αχιλλέα, ο Ξάνθος και ο Βάλιος είχαν γεννηθεί από την Άρπυια Ποδάργη (γρήγορη στα πόδια) και τον Ζέφυρο. Δεν μπορούσε λοιπόν παρά να είναι πολύ γρήγορα.
«Και τ’ άτια αμέσως ο Αυτομέδοντας τα γρήγορα, τον Ξάνθο και το Βαλίο, που σαν τον άνεμο γοργοπετούσαν, ζεύει. Τα ‘χε γεννήσει με το Ζέφυρο μιαν Άρπια, η Φτεροπόδα, μια μέρα σε λιβάδι ως έβοσκε, στού Ωκεανού τους όχτους» (Ιλιάδα, Π, 148 -151. Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη – Ι. Θ. Κακριδή, έκδοση Οργανισμού Έκδοσης Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1987, σελ. 344).
Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, που την αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης, ο Βάλιος και ο Ξάνθος ήταν παλιότερα Τιτάνες. Κατά την Τιτανομαχία, αντίθετα με τους άλλους Τιτάνες, αυτοί οι δυο συνεργάστηκαν με τον Δία και τον Ποσειδώνα. Μετανιωμένοι για την προδοσία τους αυτή, μετά τη λήξη του αγώνα, ζήτησαν να γίνουν – όπως και έγιναν – άλογα, τα οποία ο Ποσειδώνας τα δώρισε στον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα.
Είναι και αυτή η μυθολογική εκδοχή μία ακόμη ένδειξη της αρχαιότητας των μύθων της περιοχής αυτής. Εξάλλου ολόκληρη η Θεσσαλία φημιζόταν για τα υπέροχα άλογά της έτσι ώστε να αποκαλείται «Ιππόβοτον Άργος» (Ομήρου Ιλιάδα).
Δεν θα ήταν άσκοπο ν’ αναφερθεί εδώ ότι και το περίφημο άλογο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Βουκεφάλας, πάνω στις πλαγιές της Όθρης μεγάλωσε, αφού, όπως λένε οι πληροφορίες, το αγόρασε ο Φίλιππος Β΄, στα Φάρσαλα, από τον Θεσσαλό Φιλόνεικο δίνοντας δεκατρία τάλαντα:
«Ἐπεί δέ Φιλονείκου τοῦ Θετταλοῦ τόν Βουκεφάλαν ἀναγαγόντος ὤνιον τῷ Φιλίππῳ τρισκαίδεκα ταλάντων κατέβασαν εἰς τό πεδίον δοκιμάσοντες τόν ἵππον» (Πλουτάρχου, Αλέξανδρος 61).

3. Μια ερμηνευτική προσπάθεια

Από το παραπάνω απόσπασμα του Καλλίμαχου διαφαίνεται η σημαντική βοήθεια που έδωσε ο Απόλλωνας στον Άδμητο. Η ορθολογιστική ερμηνεία του αποσπάσματος αυτού μας οδηγεί βεβαίως στη σκέψη ότι ο ισχυρός βασιλικός οίκος του Άδμητου είχε συνεργαστεί με το ιερατείο για ν’ αυξήσει τη δύναμή του. Έτσι, μετά τη συνεργασία αυτή και την παροχή της εύνοιας του ιερατείου προς τον βασιλικό οίκο των Φερών, αυξήθηκε η επικράτειά του. Γι’ αυτό μας λέει ο Καλλίμαχος στο πιο πάνω απόσπασμα «τώρα πια υπάρχει τόπος για τη βοσκή» (Στ. 50 – 51).
«Τώρα» δηλαδή μετά τη βοήθεια του Απόλλωνα, μετά δηλαδή την συνεργασία του βασιλικού οίκου των Φερών με το ιερατείο, εξασφαλίστηκε τόπος για τη βοσκή, ενώ προηγουμένως (όπως αφήνεται να εννοηθεί από το εμφαντικό τώρα) δεν υπήρχε. Και βεβαίως τώρα πια υπάρχει τόπος για τη βοσκή των κοπαδιών του βασιλικού οίκου των Φερών, αφού μπορούν να βόσκουν από τις Φερές μέχρι και τον κάμπο του Αλμυρού, στις όχθες του ιερού ποταμού Άμφρυσου.
Εξάλλου ο Απόλλωνας είχε δείξει την αγάπη του για τον Άδμητο και άλλες φορές. Ο Απόλλωνας ήταν εκείνος που βοήθησε τον Άδμητο να ζέψει στο άρμα του ένα λιοντάρι και ένα αγριογούρουνο και να μπορέσει έτσι να ζητήσει την Άλκηστη γυναίκα του, όπως απαιτούσε ο πατέρας της. Θα την έδινε μόνο «τῷ δυναμένῳ συζεῦξαι λέοντι κάπρον» (Απολλόδωρος, 3, 10, 4. Hygini Fabulae 49, 51).
Άδμητος εξάλλου σημαίνει «ακαταδάμαστος», αυτός δηλαδή που δεν είναι δυνατόν να μπει κάτω από τα δεσμά άλλου. Για να γίνει όμως πραγματικά «ακαταδάμαστος» ο Άδμητος, για να γίνει «άδμητος» έπρεπε να πάρει την Άλκηστη. Άλκηστη σημαίνει «Δυνατή», δηλαδή δύναμη και κατ’ επέκταση εξουσία. Για ν’ αποκτήσει την «Δύναμη» αυτή, την εξουσία, ο Άδμητος, για να παντρευτεί δηλαδή την Άλκηστη έπρεπε να ζέψει στο άρμα του, να υποτάξει δηλαδή στο άρμα της εξουσίας του, ένα λιοντάρι κι ένα αγριογούρουνο, δυο μεγάλους δηλαδή εχθρούς που είχαν ως εμβλήματα ο ένας το λιοντάρι κι ο άλλος το αγριογούρουνο. Έτσι ερμηνεύουν ορθολογικά τον μύθο οι ειδικοί επιστήμονες.
Ο Αμυθάονας, αδελφός του Φέρητα και επομένως διεκδικητής και αυτός του θρόνου των Φερών, είχε απομακρυνθεί κυνηγημένος από τις Φερές και είχε καταφύγει στην Αμυθαονία της Ήλιδας. Κοντά στον Αμυθάονα είχε καταφύγει και τον παντρεύτηκε η Ειδομένη. Η Ειδομένη ήταν αδελφή του Άδμητου, διεκδικήτρια επομένως και αυτή κάποιων προνομίων του θρόνου των Φερών.
Ο Άδραστος ήταν απόγονος της Ειδομένης και του Αμυθάονα και επομένως κι αυτός κληρονόμος διεκδικητής του θρόνου των Φερών. Τις δυο κόρες του Άδραστου τις παντρεύτηκαν ο Πολυνείκης και ο Τυδέας κι έγιναν, με τη σειρά τους, διεκδικητές του θρόνου των Φερών και αυτοί, αφού ο Άδραστος δεν είχε αποκτήσει δικό του γιο, παρά μόνο αυτές τις δυο κόρες. Ο Πολυνείκης και ο Τυδέας, γαμπροί και κληρονόμοι των δικαιωμάτων του Άδραστου, είχαν στις ασπίδες τους ως εμβλήματα ο πρώτος το λιοντάρι και ο δεύτερος το αγριογούρουνο. Ο Άδραστος, παντρεύοντάς τους με τις κόρες του, τους έδωσε την υπόσχεση να τους αποκαταστήσει στην εξουσία. Δεν αποκαταστάθηκαν όμως ποτέ τους. Ο Απόλλωνας φρόντισε και έζεψε στον ζυγό του αγαπημένου του Άδμητου το «λιοντάρι» και το «αγριογούρουνο», εξουδετέρωσε δηλαδή τους διεκδικητές της εξουσίας του, και έτσι μπόρεσε αυτός και πήρε γυναίκα του την Άλκηστη, δηλαδή την «Δυνατή», την «Δύναμη» την εξουσία.
Δεν είναι μόνο όμως ο Άδμητος που φροντίζει ν’ αποκτήσει δύναμη, εξουδετερώνοντας με την βοήθεια του ιερατείου τους αντεκδικητές του θρόνου του. Και η Άλκηστη, η γυναίκα του, για να παραμείνει μόνη αυτή «Δυνατή», φροντίζει ν’ απαλλαγεί από τις αδελφές της που θα μπορούσαν να της δημιουργήσουν προβλήματα. Η Μήδεια βάζει όλες τις άλλες κόρες του Πελία, εκτός από την Άλκηστη, να παίρνουν μέρος στον φόνο του πατέρα τους Πελία, του βασιλιά της Ιωλκού. Η μεγάλη αυτή κατηγορία τις αναγκάζει όλες στην συνέχεια να καταφύγουν στην Πελοπόννησο. «Ταύτας φασίν οι Μαντινιείς μετοικήσαι <παρά> σφας τα επί τω θανάτω του πατρός ονείδη φευγούσας. . . Τούτο ηνάγκασε τας γυναίκας ες Αρκαδίαν μετοικήσαι και αποθανούσας τα μνήματα εχώσθη σφίσιν αυτού» (Παυσανίας, Αρκαδικά, 11, 1 -2).
Ακόμη και αυτός ο Ιάσονας, διεκδικητής και διάδοχος του θρόνου της Ιωλκού, αν και έκανε ένα τόσο μεγάλο αγώνα, ολόκληρη Αργοναυτική Εκστρατεία, για να πάρει αυτόν ακριβώς τον θρόνο, φεύγει μαζί με την Μήδεια στην Κόρινθο. Η Μήδεια, που παρασέρνει τον Ιάσονα, στην Κόρινθο, είναι, κατά μία μυθολογική εκδοχή, κόρη της Εκάτης, της κόρης της Φεραίας. Απομακρύνοντας με τον τρόπο αυτό τον Ιάσονα από την Ιωλκό διευκολύνει τον πατρικό της βασιλικό οίκο των Φερών στα διεκδικητικά του σχέδια. Απομακρύνθηκαν όλα τ’ άλλα πρόσωπα. Ο θρόνος της Ιωλκού έμεινε στην εξουσία του βασιλικού οίκου των Φερών. Έτσι ο γιος του Άδμητου, ο Εύμηλος, παίρνει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο έχοντας κάτω από την κυριαρχία του και την «ἐϋκτιμένην Ἰαωλκὸν».
Η εύνοια του ιερατείου προς τον βασιλικό οίκο των Φερών, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τον έρωτα του Απόλλωνα για τον Άδμητο, συνεχίστηκε και σ’ επόμενες γενιές του οίκου αυτού. Ο Απόλλωνας φέρεται να είναι «ερωτευμένος» για πολλά χρόνια με τους Φεραίους αφού η θεϊκή αυτή «εύνοια» εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και τον δισέγγονο του Άδμητου, τον Υμέναιο.
Ο Αντωνίνος Λιβεράλης, βεβαιώνοντάς μας γι’ αυτόν τον «έρωτα» του Απόλλωνα για τον Υμέναιο, λέει: «ἐγένετο δ’ αὐτῷ παῖς περίβλεπτος τήν ὄψιν Ὑμέναιος• ἐπεί δ’ Ἀπόλλωνα ἔρως ἔλαβε τοῦ παιδός καί οὐκ ἐξελίμπανε τά οἰκία τοῦ Μάγνητος» (Hesiodi Carmina, Αποσπάσματα, σελ. 176, απόσπασμα 153 (176) ἔκδ. Lipsiae, in Aebius B.G. TEYBNERI MCMII (1902)).
Σύμφωνα με κάποια άλλη μυθολογική εκδοχή η εύνοια του Απόλλωνα προς τον βασιλικό οίκο των Φερών δεν προερχόταν από το ότι ο Υμέναιος ήταν δισέγγονος του αγαπημένου του Άδμητου αλλά γιατί ο Υμέναιος ήταν γιος του ίδιου του Απόλλωνα.
Αυτό, ορθολογιστικά ερμηνευόμενο, σημαίνει ότι έπειτα από τόσα χρόνια όχι μόνο εξακολουθούσε να υπάρχει η εύνοια του ιερατείου προς τον βασιλικό οίκο των Φερών αλλά τώρα υπάρχει επιπλέον και οικογενειακή συγγενική σχέση μεταξύ τους. Πολιτική και θρησκευτική εξουσία βρίσκονταν σε αγαστή συνεργασία μεταξύ και έτσι έδωσαν στο κράτος των Φερών την μεγάλη ακμή του.
Για την περίοδο ακριβώς αυτή της μεγάλης ακμής του κράτους των Φερών υπάρχουν και διασώθηκαν πολλές μυθολογικές εκδοχές. Έτσι επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά ότι τα ισχυρά κράτη μπορούν και διατηρούν και διαφυλάσσουν ασύλητους τους μύθους τους από άλλους ισχυρούς.
Ο Αντωνίνος Λιβεράλης, επιπλέον, ενισχύοντας τις σκέψεις μας αυτές για την ακμή του κράτους των Φερών κάτω από την αγαστή συνεργασία κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας, μας λέει ότι ολόκληρη η Μαγνησία πήρε το όνομά της από τον Μάγνητα, που ήταν εγγονός του Άδμητου, από την κόρη του Περιμήλη. Πήρε δηλαδή την ονομασία αυτή όταν ακριβώς το κράτος των Φερών βρισκόταν στην ακμή του: «Ἄργου δέ τοῦ Φρίξου καί Περιμήλης τῆς Ἀδμήτου θυγατρός ἐγένετο Μάγνης. Οὗτος ᾤκησεν ἐγγύς Θεσσαλίας καί τήν γῆν ταύτην ἀπ’ αὐτοῦ Μαγνησίαν προσηγόρευσαν οἰ ἄνθρωποι» (Hesiodi Carmina, ό. π). Η ονομασία του χώρου «Μαγνησία» υποδηλώνει την κτητική σχέση της με τον Μάγνητα, γόνο του φεραϊκού οίκου.
Αλλά και όταν ακόμη σε κάποια άλλη κατοπινή εποχή παρουσιάζεται να κινδυνεύει η εξουσία του Άδμητου και πάλι επεμβαίνουν οι θεοί, δηλαδή το ιερατείο, για να δώσουν τη λύση και την απαραίτητη αποτελεσματική τους συμπαράσταση.
Ο Άδμητος, σύμφωνα με όσα είχαν γράψει γι’ αυτόν οι Μοίρες, μας λέει ο μύθος, όταν θα ερχόταν η ώρα να πεθάνει, θα γλίτωνε μόνο αν κάποιος άλλος θα δεχόταν να θυσιαστεί στη θέση του. Πράγματι, όταν ήρθε αυτή η ώρα, δέχτηκε να χαθεί η «Άλκηστη». Ο Άδμητος δηλαδή δέχτηκε να παραχωρήσει την «Άλκηστη», να παραχωρήσει την «Δυνατή», να παραχωρήσει δηλαδή την «Δύναμη», να παραχωρήσει μ’ άλλα λόγια την «Εξουσία», προκειμένου να γλιτώσει τη ζωή του. Χάθηκε λοιπόν η «Εξουσία» (δηλ. Άλκηστη) και ο Άδμητος έπαψε να είναι «Άδμητος» , δηλαδή ανίκητος, «Ακαταδάμαστος». Χάνοντας την Άλκηστη, τη δύναμη, υποτάχθηκε, και επομένως έπαψε να είναι «ακαταδάμαστος».
Πολύ λίγο όμως κράτησε αυτό. Πάλι η θρησκευτική εξουσία έσωσε την κατάσταση. Ένας άλλος θεός τώρα, άλλος δηλαδή εκπρόσωπος του ιερατείου, ο Ηρακλής, «ερωτευμένος». . . «κατά σύμπτωση!» και αυτός με τον Άδμητο, έρχεται την τελευταία στιγμή, περνώντας. . . «τυχαία» από εκεί και ξαναφέρνει την «Άλκηστη» από τον Άδη, δηλαδή από την εξαφάνιση, κοντά στον Άδμητο. Οι θεοί, δηλαδή το ιερατείο, έσωσαν και πάλι την κατάσταση. Ο βασιλικός οίκος των Φερών έγινε και πάλι «Άδμητος», δηλαδή «ακαταδάμαστος» αφού η «Άλκηστη», δηλαδή η «Δυνατή», δηλαδή η «Δύναμη», δηλαδή η «εξουσία», με τη βοήθεια των θεών, ήρθε και πάλι κοντά του.

4. Ο Ερμής κλέβει τα βόδια του Απόλλωνα

Κοπάδια του βασιλιά Άδμητου ήταν εκείνα που βοσκούσε ο Απόλλωνας σε τούτα τα μέρη, όταν τα είδε και τα λιμπίστηκε ο θεός Ερμής. Γι’ αυτό κι αποφάσισε να τα κλέψει. Βρήκε δε την κατάλληλη ευκαιρία γιατί εκείνο τον καιρό ο Απόλλωνας ήταν, λένε οι σχετικοί μύθοι, τρελά ερωτευμένος με τον όμορφο Υμέναιο, το γιο του Μάγνητα, ενός άλλου τοπικού ήρωα και βασιλιά. Ο αγαπημένος τού Απόλλωνα, ο Υμέναιος, ήταν δισέγγονος του Φρίξου αλλά και του Άδμητου. Πού τον έχανες, λοιπόν, πού τον έβρισκες τον Απόλλωνα, ολημερίς και ολονυχτίς στο σπίτι του Μάγνητα για να είναι όσο μπορούσε περισσότερο κοντά στον αγαπημένο του Υμέναιο. Ξεχνούσε έτσι τη δουλειά του και άφηνε τα κοπάδια που του είχε εμπιστευθεί ο Άδμητος να βόσκουν αφύλαχτα μόνα τους.
Κάποιοι άλλοι βέβαια δεν πίστευαν ότι ο Απόλλωνας είχε τέτοιες σχέσεις με τον Υμέναιο. Πώς μπορούσε να έχει τέτοιες σχέσεις αφού ο Υμέναιος, έλεγαν αυτοί, ήταν γιος του Απόλλωνα, τον οποίο είχε αποκτήσει με τη Μούσα Καλλιόπη, και τον αγαπούσε ιδιαίτερα. Αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που ο Απόλλωνας κρατούσε κοντά του στις βουνοπλαγιές της Όθρης τον Υμέναιο και περνούσε τις ώρες μαζί του. Ήταν γιος του.
Ό,τι πάντως και αν συνέβαινε ο Απόλλωνας πολύ απασχολούνταν με τον Υμέναιο γιατί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τον αγαπούσε πολύ, και παραμελούσε τη βοσκή. Τα είδε αυτά ο Ερμής – που και αυτός εκεί κοντά τριγύριζε στις όχθες του Άμφρυσου, της σημερινής Κεφάλωσης, και ξελόγιαζε τις νύμφες που τριγυρνούσαν εκεί – και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Κατάφερε λοιπόν ο Ερμής να κάνει τα σκυλιά που φύλαγαν τα κοπάδια τού Απόλλωνα να πέσουν σε λήθαργο και για να είναι ακόμη πιο ασφαλής και σίγουρος ότι θα μπορέσει να κάνει καλά τη δουλειά του και χωρίς προβλήματα, έκανε το λαιμό τους να πονά πολύ, ώστε να μην μπορούν να γαβγίζουν.
Με τον τρόπο αυτόν κατάφερε κι έκλεψε δώδεκα νεαρές αγελάδες («πόρτιας»), εκατό μεγάλες αγελάδες που δεν είχαν μπει σε ζυγό («άζυγας») και ένα ταύρο. Έπειτα τραβώντας τα ζώα από τις ουρές και περπατώντας προς τα πίσω, «παλιμπυγηδόν», ώστε τα ίχνη τους να μπερδεύουν όποιον θα προσπαθούσε να τα βρει, πέρασε την χώρα των Πελασγών, πέρασε την Αχαΐα Φθιώτιδα, την Λοκρίδα, την Βοιωτία και την Μεγαρίδα και έφτασε στην Πελοπόννησο.
Μια άλλη εκδοχή του μύθου λέει ότι ο Ερμής δεν οδήγησε τις κλεμμένες αγελάδες από τις ουρές, «παλιμπυγηδόν», αλλά απλά έδεσε στις ουρές τους κλαδιά δέντρων, που σέρνοντας πίσω τους έσβηναν τα ίχνη τους. Άλλοι λένε ότι έδεσε από μια φούντα χορτάρια σε κάθε πόδι αγελάδας. Τα κλαδιά αυτά σέρνονταν στο χώμα και έτσι έσβηναν τα ίχνη των αγελάδων. Έτσι δεν γινόταν φανερή η πορεία τους. Για να μη φαίνονται και τα δικά του ίχνη, ο Ερμής φόρεσε τα πέδιλά του ανάποδα.
Έτσι, για άλλη μια φορά, ένα κοπάδι βόδια από τις πλαγιές της Όθρης, όπως εκείνα που πήρε ο Μελάμποδας από τη Φυλάκη, οδηγήθηκε ως την Πελοπόννησο.
Είναι χαρακτηριστικό να θυμηθούμε ότι ακόμη και στα νεότερα χρόνια στα χωριά τουλάχιστον της περιοχής Αλμυρού, από όπου έχουμε προσωπικές μαρτυρίες, οι «αλογοκλέφτες» πετάλωναν τα κλεμμένα άλογα με τέτοιο τρόπο ώστε τα πέταλα να καρφώνονται ανάποδα. Με τον τρόπο αυτό τα ίχνη των ποδιών των κλεμμένων ζώων οδηγούσαν όσους τα αναζητούσαν σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτή των κλεφτών. Στα ορεινά χωριά της Όθρης αλλά και της Ευρυτανίας οι κλέφτες των προβάτων, σε παλιότερες εποχές, μπορούσαν με μία ειδική επέμβαση που έκαναν στο λαιμό των κλεμμένων ζώων να τα καθιστούν ανίκανα να βελάζουν ώστε να μην προδίδουν με το βέλασμα την παρουσία τους. Μπορούσαν δηλαδή μέχρι τα τελευταία χρόνια οι βοσκοί της Όθρης να κάνουν αυτό που έκανε ο Ερμής στα σκυλιά του Απόλλωνα.
Αξίζει να διαβάσουμε όλα όσα έγιναν με το κλέψιμο των βοδιών που έβοσκε ο Απόλλωνας από τον Ερμή, όπως μας τα περιγράφει ο μυθογράφος Αντωνίνος Λιβεράλης:
«Ἄργου τοῦ Φρίξου καί Περιμήλης τῆς Ἀδμήτου θυγατρός ἐγένετο Μάγνης, οὗτος ᾤκησεν ἐγγύς Θεσσαλίας καί τήν γῆν ταύτην ἀπ’ αὐτοῦ Μαγνησίαν προσηγόρευσαν οἱ ἄνθρωποι, ἐγένετο δ’ αὐτῷ παῖς περίβλεπτος τὴν ὄψιν Ὑμέναιος. Ἐπεί δ’ Ἀπόλλωνα ἰδόντα ἔρως ἔλαβε τοῦ παιδός καί οὐκ ἐξελίμπανε τά οἰκία τοῦ Μάγνητος, Ἑρμῆς ἐπιβουλεύει τῇ ἀγέλῃ τῶν βοῶν τοῦ Ἀπόλλωνος. Αἱ δέ ἐνέμοντο, ἵνα περ ἦσαν αἱ Ἀδμήτου βόες, καί πρῶτα μέν ἐμβάλλει ταῖς κυσίν, αἵ ἐφύλαττον αὐτάς, λήθαργον καί κυνάγχην. Αἵ δὲ ἐξελάθοντο τῶν βοῶν καί τήν ὑλακήν ἀπώλεσαν. Εἶτα δ’ ἀπελαύνει πόρτιας δώδεκα καί ἑκατὸν βοῦς ἄζυγας καί ταῦρον, ὃς ταῖς βουσίν ἐπέβαινεν. Ἐξῆπτε δὲ ἐκ τῆς οὐρᾶς πρὸς ἕκαστον ὕλην, ὡς ἄν τὰ ἴχνη τῶν βοῶν ἀφανίσῃ• καὶ ἧγεν αὐτάς ἐλαύνων διά τε Πελασγῶν καί δι’ Ἀχαΐας τῆς Φθιώτιδος καί διά Λοκρίδος καί Βοιωτίας καί Μεγαρίδος καί ἐντεῦθεν εἰς Πελοπόννησον» (Hesiodi Carmina, Αποσπάσματα, Μεγάλαι Ηοίαι, 153 (176), Antonius Liber. XXIII, σελ. 176 -177, έκδοση Lipsiae MCMII (1902)).

5. Γιορτές και πανηγύρια για τον Απόλλωνα

Για να τιμούν τον Απόλλωνα, σ’ ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και ειδικά σε τούτα τα μέρη, γινόταν ανάμεσα σε πολλές άλλες γιορτές και η γιορτή που λεγόταν «Σεπτήρια» ή «Στεπτήρια». Αυτή γινόταν κάθε εννέα χρόνια, δηλαδή κάθε ένα «μεγάλο ενιαυτό», όσο κράτησε και η «θητεία» τού θεού κοντά στον Άδμητο. Ήταν μια μεγάλη τελετή που άρχιζε με πανηγυρική πομπή από το μαντείο των Δελφών. Εκεί γινόταν αναπαράσταση του φόνου του Πύθωνα. Κατασκεύαζαν μία καλύβα που παρίστανε την φωλιά τού Πύθωνα και μετά την έκαιγαν παρακολουθώντας όλοι το θέαμα σιωπηλοί. Η πομπή ξεκινούσε από τους Δελφούς και περνώντας από όλα τα ενδιάμεσα μέρη, κατέληγε στα Τέμπη όπου γινόταν μία τελετή αναπαράστασης του εξαγνισμού του Απόλλωνα από τον φόνο και την σφαγή του Πύθωνα. Από τους Δελφούς στέλνονταν στην κοιλάδα των Τεμπών κάθε ένατο χρόνο ευγενείς νέοι οι οποίοι αφού πραγματοποιούσαν μεγαλοπρεπείς θυσίες για εξαγνισμό, έπλεκαν στεφάνια από την ιερή δάφνη του Απόλλωνα:
«Καί ἔτι καί νῦν ἔτους ἐννάτου οἱ Δελφοὶ παῖδας εὐγενεῖς πέμπουσι καί ἀρχιθέωρον ἕνα σφῶν αὐτῶν. Οἱ δέ, παραγενόμενοι καί μεγαλοπρεπῶς θύσαντες ἐν τοῖς Τέμπεσιν, ἀπίασι πάντες στεφάνους μέν ἀπό τῆς δάφνης διαπλέξαντες, ἀφ’ ἧς περ οὖν καί τότε ὁ Θεὸς ἐστεφανώσατο» (Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, 3, 1).
Μετά την τελετή του εξαγνισμού άρχιζε η θριαμβευτική πομπή της επιστροφής του εξαγνισμένου και λυτρωμένου πια από τα κρίματά του θεού, ακολουθώντας την ιερά οδό που ονομαζόταν «Πυθιάς».
Η γιορτή λεγόταν και «Σεπτήριον» ή «Στεπτήριον» ή «Στεπήριον» και περιλάμβανε πολλές μικρότερες μιμικές τελετές. Υπάρχει και η άποψη ότι η γιορτή γινόταν όχι κάθε εννέα αλλά κάθε οχτώ χρόνια.
Οι κάτοικοι της περιοχής Αλμυρού, και κυρίως εκείνοι γύρω από τον ιερό Άμφρυσο ποταμό, ζούσαν ασφαλώς έντονες στιγμές θρησκευτικού δέους κάθε εννέα ή κάθε οκτώ χρόνια, όπως λέει μια άλλη άποψη, καθώς η πομπή, ακολουθώντας την «Πυθιάδα» περνούσε και από το δικό τους ιερό ποτάμι της σημερινής Κεφάλωσης, στο οποίο ο θεός Απόλλωνας βοσκούσε κάποτε τα κοπάδια του Άδμητου και στις όχθες του οποίου κατέβαιναν και κάθονταν ημερωμένα δίπλα στα θεϊκά πόδια και τα λιοντάρια από την Όθρη. Εξάλλου τα εννέα χρόνια της θητείας για τον εξαγνισμό του Απόλλωνα για τα οποία γίνονταν τα «Στεπτήρια», ο θεός τα υπηρέτησε σε τούτα τα μέρη, και μάλιστα δουλεύοντας σκληρά ως τσοπάνος. Τι ακριβώς γινόταν όταν η πομπή περνούσε από τον Άμφρυσο ποταμό (την Κεφάλωση του Αλμυρού) δεν είναι γνωστό. Οπωσδήποτε όμως θα σχετιζόταν με τις εργασίες βοσκής των κοπαδιών του Άδμητου από τον Απόλλωνα.
Σύμφωνα μ’ όσα υποστηρίζουν μερικοί «Πυθιάς» δεν λεγόταν μόνο η διαδρομή από τα Τέμπη ως τους Δελφούς αλλά και η ειδική γιορτή που γινόταν για να τιμήσουν την νύμφη Δάφνη, την οποία ερωτεύθηκε ο Απόλλωνας και η οποία, για ν’ αποφύγει τον έρωτα του θεού, μεταμορφώθηκε από τον Δία στο ομώνυμο φυτό δάφνη. Στη γιορτή αυτή, που συνεορταζόταν με τα Στεπτήρια, την πομπή ακολουθούσε μια ομάδα νέων που κρατούσαν δάφνες στα χέρια τους. Ήταν οι λεγόμενοι «Δαφνηφόροι». Τα «Σεπτήρια» γίνονταν κατά τον μήνα Θαργηλιώνα (μέσα Μαΐου – μέσα Ιουνίου).
Το αξίωμα του «δαφνηφόρου» ήταν πολύ τιμητικό για εκείνους που επιλέγονταν κάθε φορά από τους υπεύθυνους της τελετής. Σύμφωνα με τον Παυσανία επιλέγονταν για την τιμή αυτή οι πλουσιότεροι νέοι. Γι’ αυτό και οι «δαφνηφόροι» ή «δαυχναφόροι», όπως λέγονταν σύμφωνα με το θεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να ευχαριστήσουν τον Απόλλωνα για την ιδιαίτερη τιμή που τους έγινε. Τις ευχαριστίες τους αυτές προς τον Απόλλωνα τις εκδήλωναν με προσφορές και αφιερωτήριες επιγραφές. Βρέθηκαν τέτοιες αφιερωτήριες επιγραφές ανθρώπων που «εδαυχνάρευσαν» στις εορταστικές εκδηλώσεις. Συνήθως αφιέρωναν στον Απόλλωνα ένα χάλκινο τρίποδα.
Ο Αριστίωνας ήταν ένας «δαυχναφόρος». Μαζί του ήταν και άλλοι «συνδαυχναφόροι». Όλοι μαζί μετά το πέρας της τελετής θεώρησαν υποχρέωσή τους για την τιμή που τους έγινε ν’ αφιερώσουν κάτι στον Λεσχαίο Απόλλωνα. Δεν γνωρίζουμε τι ήταν αυτό που αφιέρωσαν.
Μέχρι σε μας σώθηκε μόνο η αφιερωτήρια επιγραφή «Ἄπλουνι Λεσχαῖοι Ἀριστίον ἐνέθηκε καί συνδαυχναφόροι. Πρόνος ἐργάξατο» (IG XII 2, 1207), δηλαδή: Στον Λεσχαίο Απόλλωνα το αφιερώνει ο Αριστίωνας και οι συνδαφνηφόροι του.
Ο Θεσσαλός Αριστίωνας και οι συνδαφνηφόροι του το αφιέρωσαν στον Λεσχαίο Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας λεγόταν «Λεσχαίος» και «Λεσχηνόριος» επειδή ήταν αφιερωμένες σ’ αυτόν όλες οι λέσχες. Αυτές οι λέσχες ήταν οικήματα στα οποία, εκείνοι οι οποίοι αποτελούσαν μία λέσχη συναθροίζονταν και συζητούσαν.
Ο Αριστίωνας λοιπόν και οι φίλοι του, που ασφαλώς θα ανήκαν σε μία τέτοια ομάδα και όλοι μαζί ήταν «δαυχναφόροι», μετά την τελετή, τίμησαν με κάποια αφιέρωση τον Λεσχαίο Απόλλωνα. Μαρτυρίες βεβαιώνουν ότι ο Λεσχαίος Απόλλωνας λατρευόταν και στη Λάρισα. Ίσως μάλιστα το «λεσχαίος» να είναι καθαρά θεσσαλική επίκληση του Απόλλωνα, σύμφωνα με ένα δημοσίευμα: «Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής, Δωδώνη παράρτημα αρ. 63, Κωνσταντίνος Ρακατσάνης – Αθανάσιος Τζιαφάλιας, Λατρείες και Ιερά στηνΑρχαία Θεσσαλία, Ιωάννινα 1997, σελ. 21, σημ. 61».
Ο Σωσίπατρις ήταν ένας άλλος Θεσσαλός νέος ο οποίος αξιώθηκε να διατελέσει ταυτόχρονα και ιερομνήμων και αρχιδαφνηφόρος. Το μαρτυράει το αφιέρωμά του στον Κερδώο Απόλλωνα, αυτή τη φορά:
«Ἄπλουνι Κερδοίου Σουσίπατρις
Πολεμαρχίδαιος ὁ θύτας
ὀνέθεικε ἱεραμναμονεύσας
καὶ ἀρχιδαυχναρείσας».
Δηλαδή : «Στον Κερδώο Απόλλωνα ο Σωσίπατρις,
ο γιος του Πολεμαρχίδα ο θύτης
το αφιέρωσε γιατί έγινε ιερομνήμονας
και αρχιδαφνηφόρος».
Τι ήταν αυτό που ο γιος του Πολεμαρχίδα Σωσίπατρις, από ευγνωμοσύνη γιατί αξιώθηκε να γίνει ιερομνήμονας και αρχηγός ομάδας δαφνηφόρων, αφιέρωσε στον Κερδώο Απόλλωνα δεν το γνωρίζουμε. Ο πανδαμάτορας χρόνος το εξαφάνισε. Μας έμεινε μόνο η αφιερωτήρια επιγραφή που η ευγνωμοσύνη του στο θεό τον ενέπνευσε για την χάρη που του έγινε.
Δαφνηφορίες γίνονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Αναφέρεται ότι δαφνηφόρος χρημάτισε και ο ίδιος ο Ηρακλής.
Υπάρχουν μαρτυρίες που βεβαιώνουν ότι η γιορτή της Πυθιάδας γινόταν στα μέρη τούτα μέχρι και την επικράτηση του Χριστιανισμού. Η γιορτή συνεχιζόταν και στους Δελφούς, όπου γίνονταν αγώνες. Υπάρχει μαρτυρία ότι τα Πύθια, που πρώτα γίνονταν κάθε εννέα χρόνια και γι’ αυτό λέγονταν «εννεαετηρικοί αγώνες», αργότερα γίνονταν ανά πενταετία.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (11η συνέχεια)

ΘΕΪΚΟΙ ΒΟΣΚΟΙ ΚΑΙ ΕΡΩΤΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΡΘΡΗ
ΙΦΙΚΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΑΜΠΟΔΑΣ

1. Τα κοπάδια του Ίφικλου της Φυλάκης
και ο μάντης Μελάμποδας στην Όρθρη

Η κτηνοτροφία, όπως γίνεται δεκτό από τους ειδικούς, ήταν η ασχολία με την οποία καταπιάστηκε ο άνθρωπος για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη ζωή του εφόδια, μετά την ενασχόλησή του με το κυνήγι.
Στην μυθολογία υπάρχουν αρκετοί μύθοι οι οποίοι, με κεντρικούς ήρωες τσοπάνηδες, έχουν τόπο αναφοράς τους την Όρθρη. Ονομαστά κοπάδια βασιλιάδων και θεϊκών οντοτήτων βοσκούσαν στα χλοερά βοσκολίβαδά της. Ήρωες ξακουστοί και μεγάλοι θεοί ήταν τσοπάνηδες οι οποίοι βοσκούσαν τα κοπάδια τους στα βουνά και στους κάμπους της Αχαΐας Φθιώτιδας. Θεοί γίνονταν βουκόλοι και ξεπλάνευαν νύμφες, βοσκοπούλες και βασιλοπούλες στις όμορφες ερωτικές λαγκαδιές και στις ηλιόλουστες ειδυλλιακές ρεματιές τής Όρθρης.
Στης Όρθρης τα παχιά λιβάδια από τα πανάρχαια ακόμα χρόνια, όπως λέει η μυθολογία, βοσκούσαν τα ονομαστά κοπάδια του βασιλιά της Φυλάκης Ίφικλου. Κι ήταν ο Ίφικλος αυτός ο περήφανος γιος του Φύλακου, του ξακουστού πρώτου μυθικού βασιλιά και ιδρυτή της Φυλάκης. Κι ήταν η Φυλάκη η πατρίδα του μεγάλου ήρωα του Τρωικού Πολέμου, του λεοντόκαρδου Πρωτεσίλαου. Το βασίλειο της Φυλάκης βρισκόταν πάνω στην Όρθρη, δίπλα στο ομώνυμο σημερινό μικρούλικο χωριό Φυλάκη της επαρχίας Αλμυρού. Πάντοτε η Φυλάκη θεωρούνταν ότι ανήκε στην Όθρη. (Βλέπε σχετικά: Φερεκύδης F. Gr. Hist. 3F 53, Θεόκριτος Ειδύλλια 3, 43).
Είναι το χωριό που παλιότερα ήταν γνωστό ως Κιτίκι. Ο Στράβωνας λέει για την θέση της Φυλάκης: «Καθάπερ δέ ἡ Φυλάκη ἡ ὑπό Πρωτεσιλάῳ τῆς Φθιώτιδός ἐστι».
Κάποια άλλη μυθολογική εκδοχή ήθελε πιο υστερότερη την καταγωγή του Ίφικλου, όπως την είδαμε σ’ άλλες σελίδες της εργασίας μας αυτής.
Δηλαδή ο Δευκαλίωνας γέννησε τον Έλληνα, ο Έλληνας γέννησε τον Αίολο, ο Αίολος γέννησε τον Δηιόνα, ο Δηιόνας γέννησε τον Φύλακο τον άντρα της Κλυμένης, ο Φύλακος γέννησε τον Ίφικλο (άλλος Ίφικλος αυτός, ο Ίφικλος ο πρώτος), ο Ίφικλος γέννησε τον Φύλακο (τον δεύτερο), ο Φύλακος (ο δεύτερος) γέννησε τον Ποίαντα, ο Ποίαντας τον Φιλοκτήτη και τον Ίφικλο (τον δεύτερο) και ο Ίφικλος (ο δεύτερος) γέννησε τον Ποδάρκη και τον Πρωτεσίλαο.
Όπως όμως κι αν είχαν τα πράγματα για την καταγωγή του Ίφικλου από τη Φυλάκη και για την συνέχεια της ιστορίας, όπως θα τη δούμε παρακάτω, όλοι συμφωνούσαν ότι τα κοπάδια των βοδιών του Ίφικλου ήταν ξακουστά σ’ όλη την Ελλάδα. Πολλοί, μεγάλοι άρχοντες και περήφανοι βασιλιάδες, ήταν εκείνοι που τα ζήλευαν. Όλοι τα λαχταρούσαν και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τα κάνουν δικά τους.
Ο Φύλακος ήταν γιος του Δηιόνα και της Διομήδης. Ο Δηιόνας ήταν εγγονός του Έλληνα, του γιου του Δευκαλίωνα και της μεγαλώνυμης νύμφης της Όρθρης, της αρχόντισσας Ορθρηίδας. Ο Φύλακος παντρεύτηκε την ξακουστή Κλυμένη, την κόρη του βασιλιά Μινύα.
Εδώ, με την μυθολογική αυτή αναφορά της ύπαρξης του Μινύα, εντοπίζεται και ενισχύεται, η βεβαιωμένη εξάλλου και από ιστορικά δεδομένα, κατοίκηση του φύλου των Μινύων στην περιοχή αυτή.
Ο Φύλακος, έλεγαν οι μύθοι της περιοχής, απόκτησε από την Κλυμένη ένα γιο, τον Ίφικλο, και μία ξακουστή για την ομορφάδα της κόρη, την Αλκιμέδη.
Η Αλκιμέδη, σαν ήρθε σε ώρα γάμου, παντρεύτηκε τον Αίσονα και έγινε έτσι μητέρα του ήρωα Ιάσονα, του αρχηγού της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Ο Ιάσονας, λοιπόν, ήταν ανεψιός του βασιλιά της Φυλάκης Ίφικλου, μακρινός και αυτός απόγονος της μεγάλης πρωτονύμφης Ορθρηίδας, της πρωτομάνας όλων των Ελλήνων.
Ο Ίφικλος, ο γιος του Φύλακου, μαζί με το θρόνο της Φυλάκης κληρονόμησε από τον πατέρα του και τα ξακουστά σ’ όλη την Ελλάδα κοπάδια των ζηλεμένων βοδιών. Από την πρώτη στιγμή που πήρε στα χέρια του τα ξακουστά κοπάδια των βοδιών τού πατέρα του, γνώριζε πολύ καλά ότι πολλοί ήταν εκείνοι που τα επιθυμούσαν και θα προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τ’ αποκτήσουν.
Φρόντιζε λοιπόν πολύ, παίρνοντας τα κατάλληλα και τα πιο αυστηρά μέτρα, να τ’ ασφαλίσει από τον κίνδυνο της κλεψιάς όσο μπορούσε καλύτερα. Πιστοί και αφοσιωμένοι τσοπάνηδες και κυρίως άγρυπνα θεριόμορφα άγρια σκυλιά τα φρουρούσαν ασταμάτητα νύχτα μέρα. Έτσι το ν’ αποπειραθεί να κλέψει κάποιος τα κοπάδια των βοδιών του Ίφικλου θεωρούνταν κάτι το αδιανόητο. Κανένας δεν το αποτολμούσε.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που τα είχαν βάλει στο μάτι ήταν και ο βασιλιάς της Πύλου, ο Νηλέας, ο οποίος καταγόταν από τα μέρη κοντά στη Φυλάκη. Ήταν, όπως αναφέρθηκε και αλλού, γιος και αυτός του Κρηθέα και εγγονός του Αίολου.
Ο Νηλέας ισχυριζόταν ότι τα κοπάδια του Ίφικλου ανήκαν στην πραγματικότητα σ’ αυτόν, από τότε που τον είχαν διώξει από τούτα τα μέρη. Ο Φύλακος, ο οποίος τα κατακρατούσε, ήταν γιος του Δηιόνα και επομένως και αυτός εγγονός του Αίολου. Νηλέας και Φύλακος λοιπόν ήταν πρώτα ξαδέλφια.
Ο Παυσανίας στα «Μεσσηνιακά» του λέει για το θέμα αυτό: «Ὁ δ’ οὖν Ὰφαρεύς τήν πόλιν τε ἔκτισε ἐν τῇ Μεσσηνίᾳ τήν Ἀρήνην καί Νηλέα τόν Κρηθέως τοῦ Αἰόλου, Ποσειδῶνος δέ ἐπίκλησιν, ἀνεψιόν ὄντα αὐτοῦ, φεύγοντα ἐξ Ἰωλκοῦ Πελίαν ἐδέξατο οἴκῳ καί τῆς γῆς οἱ ἔδωκε τά ἐπί θαλάσσῃ ἐν οἷς ἄλλαι τε πόλεις καί ἡ Πύλος, ἔνθα ᾤκησε καί τό βασίλειον κατεστήσατο ὁ Νηλεύς» (Παυσανίας, Μεσσηνιακά, 2, 4).
Δηλαδή: «Ο Αφαρέας λοιπόν έκτισε στη Μεσσηνία την πόλη Αρήνη και δέχτηκε στον οίκο του τον ξάδερφό του Νηλέα, παιδί του Κρηθέα του γιου του Αίολου, που τον έλεγαν και γιο του Ποσειδώνα, ο οποίος έφυγε από την Ιωλκό, κυνηγημένος από τον Πελία. Σ’ αυτόν έδωσε τα παραθαλάσσια μέρη της χώρας, όπου, εκτός από τις άλλες πόλεις, βρίσκεται και η Πύλος, στην οποία κατοίκησε ο Νηλέας και ίδρυσε το βασίλειό του».
Ο Νηλέας είχε μια πολύ όμορφη κόρη, ξακουστή για την ομορφάδα της σ’ όλη την Ελλάδα, την Πηρώ. Πολλά παλικάρια απ’ όλα τα μέρη ζητούσαν να την κάνουν γυναίκα τους.
Ο Νηλέας βρήκε την ευκαιρία την οποία ζητούσε. Το είχε τάξει λοιπόν και επίμενε πολύ σ’ αυτή του την απαίτηση: Μόνος άξιος να πάρει γυναίκα του την πανέμορφη κόρη του Πηρώ θα ήταν εκείνος που θα κατόρθωνε να πάρει από την μακρινή Φυλάκη και να κουβαλήσει στην τωρινή πατρίδα του, την Πύλο, τα κοπάδια των βοδιών του Ίφικλου, που βόσκαγαν στα καρπερά λιβάδια της Όρθρης.
Όλοι οι υποψήφιοι γαμπροί, μπροστά στο μεγάλο αυτόν άθλο, τον οποίο θεωρούσαν ακατόρθωτο, παρ” όλη τη μεγάλη τους λαχτάρα να κάνουν γυναίκα τους την Πηρώ, υποχωρούσαν και παραιτούνταν από το αίτημά τους. Ήξεραν όλοι τους πολύ καλά ότι αυτό το οποίο ζητούσε ο Νηλέας να καταφέρουν ήταν αδύνατο να γίνει, σχεδόν ακατόρθωτο.
Θα πρέπει ίσως, κάνοντας μια παρένθεση εδώ ἡ οποία θα μας βοηθήσει να συσχετίσουμε την σύγχρονη εποχή με την μακρινή εκείνη των μύθων, να θυμηθούμε ότι μέχρι και στα νεότερα χρόνια, αμέσως μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, στα ορεινά χωριά της περιοχής Αλμυρού αλλά και του κάμπου, η ικανότητα του να μπορεί κάποιος να κλέψει ζώα, χωρίς να γίνει αντιληπτός, ήταν κάτι που θαυμαζόταν.

Το να μπορεί κάποιος να κλέψει ζώα θεωρούνταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωσή του και ένα σπουδαίο προσόν για να θεωρείται άξιος να παντρευτεί και να γίνει γαμπρός. Η άρνηση του πατέρα μιας υποψήφιας για γάμο κόρης στον υποψήφιο γαμπρό τον οποίο θεωρούσε ακατάλληλο, συνοδευόταν συνήθως περιφρονητικά με το χαρακτηριστικό: «αυτός δεν είναι άξιος ούτε μια γίδα να κλέψει.»
Ο Βίαντας όμως, για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας, υποψήφιος και αυτός μνηστήρας της πανέμορφης Πηρώς, ήταν πολύ βαθιά και αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της. Όταν έμαθε ποιο μεγάλο κατόρθωμα έπρεπε να καταφέρει, έπεσε του θανατά, απογοητευμένος και χτυπημένος βαριά από τη μεγάλη του λύπη και τον έρωτά του.
Αν και γνώριζε ότι δεν μπορούσε ποτέ του να καταφέρει ο ίδιος τον μεγάλο αυτό άθλο, με κανένα τρόπο και για τίποτε δεν ήθελε να εγκαταλείψει το σκοπό του. Έπρεπε λοιπόν κάτι να σκεφτεί. Έπρεπε κάτι να κάνει.
Στη μεγάλη του απελπισία αναγκάστηκε, ρίχνοντας τον εγωισμό του, να πέσει στα πόδια και να παρακαλέσει θερμά τον αδερφό του Μελάμποδα, ο οποίος ήταν ένας περίφημος μεγάλος μάγος και μάντης. Τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει με όποιο τρόπο, σαν μάγος και μάντης που ήταν, μπορούσε. Ο Μελάμποδας, αν και ως μάντης που ήταν, γνώριζε πάρα πολύ καλά τι τον περίμενε στην περιπέτειά του αυτή, όμως, για το χατίρι του αρρωστημένα ερωτευμένου αδελφού του, δέχτηκε να τον βοηθήσει.
Ξεκίνησε λοιπόν ο Μελάμποδας απ’ την μακρινή Μεσσηνία να φτάσει στη Φυλάκη, πάνω στην Όρθρη, αποφασισμένος ν’ αρπάξει με κάθε τρόπο τα βόδια του Ίφικλου, να τα παραδώσει στον ερωτοχτυπημένο αδερφό του για να μπορέσει έτσι αυτός να πάρει γυναίκα του την πανέμορφη Πηρώ και να βρει τη γιατρειά του.
Για την αξίωσή του αυτή, να του φέρουν ως προίκα της Πηρώς τα κοπάδια των βοδιών του Ίφικλου, είχε τη δικαιολογία του ο Νηλέας. Έλεγε ότι τα περίφημα κοπάδια των βοδιών, ανήκαν στη γιαγιά της Πηρώς, την επίσης ξακουστή για την ομορφάδα της, Τυρώ. Όλοι την έλεγαν Τυρώ γιατί ήταν άσπρη και αφράτη σαν το τυρί.
Η Τυρώ ήταν μητέρα του Νηλέα και κόρη του Σαλμωνέα. Ο Σαλμωνέας ήταν αδερφός του Δηιόνα, ο οποίος ήταν πατέρας του Φύλακου του πατέρα του Ίφικλου. Επομένως ο Φύλακος και η Τυρώ ήταν πρώτα εξαδέλφια και, όπως ισχυριζόταν ο Νηλέας, τα βόδια του Ίφικλου ήταν προίκα της μητέρας του Τυρώς, την οποία είχε κατακρατήσει ο Φύλακος. Εξάλλου και το όνομα της Τυρώς φανέρωνε τη σχέση της με το γάλα και το τυρί και επομένως και τις αγελάδες.
Ο Μελάμποδας, ύστερα από μακρινό ταξίδι, έφτασε στη Φυλάκη και μέρες ολόκληρες κρυβόταν στις πλαγιές και στα δάση της Όρθρης και, παρακολουθώντας τα ξακουστά βόδια, σκεφτόταν και σχεδίαζε προσπαθώντας να βρει τρόπο να πετύχει το σκοπό του. Στην προσπάθειά του να πλησιάσει και να κλέψει τα βόδια του Ίφικλου και να τα οδηγήσει στην Πελοπόννησο, πιάστηκε και φυλακίστηκε.
Η φυλακή του ήταν μια μεγάλη σπηλιά πάνω στην Όρθρη, διαμορφωμένη κατάλληλα και σκεπασμένη με μια ξύλινη σκεπή με χοντρά ξύλα. Ένα χρόνο έμεινε ο Μελάμποδας κλεισμένος στη σπηλιά αυτή. Και θα έμενε για πάντα εκεί φυλακισμένος, γιατί ήταν αδύνατο, λέει, να ξεφύγει κανείς από εκείνη τη φυλακή. Τον έσωσαν όμως οι καταπληκτικές μαντικές του ικανότητες.
Πρέπει στη θέση τούτη να σημειώσουμε και κάτι ακόμα. Τόσο ο ερωτευμένος με την Πηρώ Βίαντας όσο και ο αδερφός του Μελάμποδας δεν ήταν εντελώς άσχετοι με τούτα τα μέρη. Μητέρα των δύο ήταν η Ειδομένη, η οποία ήταν κόρη του Φέρητα, του ιδρυτή της γειτονικής με τη Φυλάκη πόλης Φερές.
Πατέρας τους ήταν ο Αμυθάονας, ο οποίος ήταν γιος του Κρηθέα του ιδρυτή της Ιωλκού και της Τυρώς. Άλλοι πάλι έλεγαν, χωρίς ν’ αμφισβητούν ότι τόσο ο Βίαντας όσο και ο Μελάμποδας κατάγονταν από τούτα τα μέρη, ότι μητέρα τους ήταν η Αγλαΐα, κόρη και αυτή, του Φέρητα και της Κλυμένης. Και άλλοι ήθελαν μητέρα του Βίαντα και του Μελάμποδα να είναι η Αιολία, επίσης και αυτή κόρη του Φέρητα.
Όποια εκδοχή από αυτές και αν δεχτούμε, ένα είναι γεγονός, ότι τα δυο αδέλφια, ο Βίαντας και ο Μελάμποδας, ήταν εγγόνια του βασιλιά των Φερών Φέρητα. Η κόρη του Βίαντα εξάλλου, η Αναξιβία, η οποία γεννήθηκε ύστερα από χρόνια, παντρεύτηκε τον Πελία και απ’ αυτόν έγινε μητέρα του Άκαστου, της Πεισιδίκης, της Πελόπειας, της Ιπποθόης και της Άλκηστης. Ο Αμυθάονας ήταν αδερφός του Αίσονα και του Φέρητα και είχε πάει μαζί με τον Νηλέα στην Πύλο, νικημένος και διωγμένος από τα αδέλφια του.

2. Πως έγινε μάντης ο Μελάμποδας

Πολλά έλεγαν στη Φυλάκη και στη γύρω περιοχή για τις μαντικές ικανότητες του Μελάμποδα και για τον τρόπο με τον οποίο τις είχε αποκτήσει.
Όταν ο Μελάμποδας ήταν μικρός ακόμη, τον είχε αφήσει η μητέρα του στον ίσκιο ενός δέντρου, για να κάνει αυτή κάποιες δουλειές. Ο ίσκιος όμως του δέντρου σκέπαζε μόνο το σώμα του παιδιού. Δεν έφτανε να σκεπάσει και τα πόδια του. Έτσι τα πόδια του παιδιού από τον πολύ χρόνο που έμειναν εκτεθειμένα στον ήλιο μαύρισαν και από τότε πήρε το όνομα Μελάμποδας, που σημαίνει Μαυροπόδαρος.
Αλλά και κάτι άλλο περίεργο έγινε όταν ο Μελάμποδας, ήταν μικρός. Όπως έλεγαν οι σχετικοί μύθοι, είχε σώσει τα νεογνά ενός ζευγαριού φιδιών από κάποιο μεγάλο κίνδυνο. Είχαν σκοτωθεί οι γονείς των μικρών αυτών φιδιών και κινδύνευαν να πεθάνουν και τα ίδια, αν δεν τα φρόντιζε κάποιος. Ο Μελάμποδας σπλαχνίστηκε τα δυο φιδάκια. Περιποιήθηκε θάβοντας πρώτα τους νεκρούς γονείς των φιδιών. Ύστερα πήρε κοντά του και βοήθησε, όπως μπορούσε, να μεγαλώσουν τα μικρά φιδάκια, τα ὁποία είχαν μείνει χωρίς γονείς και κινδύνευαν να πεθάνουν.
Τα δυο φιδάκια, από ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη και σωτήρα τους, τον καλόκαρδο Μελάμποδα, ήθελαν να του ανταποδώσουν το καλό που τους έκανε. Όταν λοιπόν κάποια φορά αυτός είχε αποκοιμηθεί, σύρθηκαν σιγά σιγά ως τους ώμους του και καθάρισαν με τη γλώσσα τους τ’ αυτιά του πολύ προσεκτικά. Το ένα καθάρισε το δεξιό αυτί και τ’ άλλο το αριστερό. Με το καθάρισμα των αυτιών του, ο Μελάμποδας, απόκτησε μια θαυμαστή ικανότητα. Είχε πια το χάρισμα ν’ ακούει πολύ καλά και να καταλαβαίνει τις φωνές όλων των ζώων πάνω στη γη.
Ο Ησίοδος μας τα λέει όλα αυτά πολύ καθαρά: «τόν Μελάμποδα λαβεῖν καί θάψαι, τά δέ τούτου ἔκγονα τραφέντα ὑπό τούτου λείχειν τά ὦτα καί ἐμπνεῦσαι αὐτῷ τήν μαντικήν». (Hesiodi Carmina, Αποσπάσματα, 149 (168), Lipsiae MCMII (1902), σελ. 175).
Στον Μελάμποδα έγινε και κάτι πολύ καλό ακόμη. Ύστερα από μία συνάντηση που είχε με τον Απόλλωνα, ο θεός της μαντικής τον συμπάθησε πολύ και τον βοήθησε να γίνει και ένας πολύ καλός μάντης.

3. Η απελευθέρωση του Μελάμποδα

Γυρίζουμε και πάλι στη φυλακή της Φυλάκης. Κλεισμένος και απελπισμένος λοιπόν ο Μελάμποδας ζούσε στη απομονωμένη και ιδιότυπη φυλακή της Φυλάκης. Μια νύχτα κατά την οποία, για καλή του τύχη, ήταν ξάγρυπνος, άκουσε τα σαράκια, τα σκουλήκια, που ζούσαν μέσα στα ξύλα της σκεπής της φυλακής του, να μιλάνε μεταξύ τους. Πρόσεξε καλά και άκουσε να λένε ότι εκείνη την νύχτα, τα σαρακοφαγωμένα, από αυτά τα ίδια, ξύλα της σκεπής δεν θα άντεχαν περισσότερο και θα έσπαζαν. Η σκεπή της φυλακής θα έπεφτε εκείνο το βράδυ και θα πλάκωνε όλους όσους ήταν μέσα.
Τρομαγμένος ο Μελάμποδας, μόλις άκουσε τα όσα σιγομουρμούριζαν τα σκουλήκια της σκεπής, άρχισε να φωνάζει δυνατά να τον βγάλουν από τη φυλακή γιατί θα πέσει η σκεπή και θα σκοτωθούν όλοι εκεί μέσα.
Δύο ήταν οι φύλακες του Μελάμποδα, ένας άντρας και μια γυναίκα, αντρόγυνο μεταξύ τους. Την ώρα που έβαλε τις φωνές ο Μελάμποδας οι δυο φύλακες κοιμόντουσαν. Για να έχουν σίγουρα ασφαλισμένο όμως τον Μελάμποδα, και να μη βρουν το μπελά τους, αν τυχόν τους ξέφευγε, όλες τις νύχτες κοιμούνταν δεμένοι μαζί του, ο ένας αριστερά του και ο άλλος δεξιά του.
Για καλή τύχη του Μελάμποδα αλλά και δική τους, οι δύο φύλακες που τον άκουσαν να φωνάζει τον πίστεψαν και τον έβγαλαν έξω, βγαίνοντας και αυτοί. δεμένοι όλοι μεταξύ τους από τα χέρια τους. Πραγματικά ύστερα από λίγο η σκεπή της φυλακής, όπως ακριβώς είχε μαντέψει ο Μελάμποδας, έπεσε.
Κάποιοι όμως έλεγαν ότι τα πράγματα έγιναν διαφορετικά. Σύμφωνα μ’ αυτήν την μυθολογική εκδοχή, από τους δυο φύλακες του Μελάμποδα ο άνδρας ήταν καλός και σπλαχνικός μαζί του. Τον λυπόταν και προσπαθούσε. όσο μπορούσε, να του γλυκάνει τη ζωή και να του την κάνει καλύτερη. Αντίθετα η γυναίκα ήταν πολύ κακιά και κάθε τόσο τον βασάνιζε, όσο μπορούσε περισσότερο. Έτσι όταν έπεσε η σκεπή γλίτωσε μόνο ο Μελάμποδας και ο άντρας φύλακας ενώ η γυναίκα, ίσως γιατί δεν πίστεψε κι έμεινε μέσα, ίσως γιατί δεν την ειδοποίησε ο Μελάμποδας, πλακώθηκε από τη σκεπή και σκοτώθηκε. Τιμωρήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο για την μεγάλη κακία της.
Οι φύλακες θαύμασαν γι’ αυτό το θαύμα που είδαν ολοζώντανο κι έτρεξαν αμέσως στο παλάτι και φανέρωσαν όλα όσα έγιναν στο βασιλιά τους Ίφικλο. Θαύμασε και ο Ίφικλος γι’ αυτό που άκουσε.
Μεγάλος μάντης πρέπει να είναι αυτός ο φυλακισμένος Μελάμποδας και αγαπημένος από τους θεούς, σκέφτηκε ο Ίφικλος. Αμέσως τότε θυμήθηκε το πρόβλημα που τον στενοχωρούσε και βασάνιζε χρόνια τώρα αυτόν και το λαό του.
Ένας τόσο καλός μάντης, που μπορούσε να καταλαβαίνει πότε θα πέσει η σκεπή της φυλακής, θα μπορούσε ίσως να θεραπεύσει και την στειρότητα του ίδιου από την οποία έπασχε. Έτσι θα μπορούσε ν’ αποχτήσει και αυτός διάδοχο και να ευχαριστηθούν όλοι όσοι ανησυχούσαν από το γεγονός της στειρότητάς του. και να χαρεί και ο ίδιος. Αμέσως έδωσε διαταγή να ελευθερώσουν τον Μελάμποδα και να τον φέρουν μπροστά του.

4. Η ατεκνία του Ίφικλου

Ευτυχισμένος βασιλιάς ήταν ο Ίφικλος. Ένα ήταν μόνο το μεγάλο παρόπονό του. Δεν μπορούσε ν’ αποκτήσει παιδί για να έχει διάδοχο στο θρόνο του.
Για την στειρότητα αυτή του Ίφικλου λέγονταν πολλά στη γύρω περιοχή και στο βασίλειό του στη Φυλάκη αλλά και ανάμεσα στους υπηκόους του οι οποίοι έβλεπαν να μένουν χωρίς διάδοχο.
Κάποτε, έλεγαν οι γεροντότεροι κάτοικοι της Φυλάκης αλλά και των γειτονικών βασιλείων, οι οποίοι θυμούνταν και γνώριζαν πολλά για το θέμα αυτό, ο πατέρας του Ίφικλου, ο ξακουστός Φύλακος, ο οποίος ήταν και ο ιδρυτής της Φυλάκης, ευνούχιζε κριάρια. Ο μικρός Ίφικλος που είδε ξαφνικά το ματωμένο μαχαίρι και την φρικτή πράξη του πατέρα του, φοβήθηκε πολύ και από την μεγάλη τρομάρα που ένιωσε έπαθε τη στείρωση από την οποία έπασχε.
Κάποιοι άλλοι όμως έλεγαν ότι δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα αλλά διαφορετική ήταν η αιτία της ατεκνίας του βασιλιά τους. Από κάποια απροσεξία του, έλεγαν αυτοί, χτυπήθηκε ο Ίφικλος μόνος του με το μαχαίρι του πατέρα του και πληγώθηκε στην ήβη. Αυτός ήταν ο λόγος που έπαθε ό,τι έπαθε ο βασιλιάς της Φυλάκης.
Άλλοι πάλι τα έλεγαν εντελώς διαφορετικά. Ούτε το ένα ούτε το άλλο ήταν σωστά. Όταν ήταν μικρό παιδί ακόμα ο Ίφικλος, έλεγαν αυτοί, έκανε μια αταξία και ο πατέρας του αστειευόμενος πήρε το μαχαίρι και τον κυνηγούσε αγριεμένος, τάχα για να τον σφάξει. Ο Ίφικλος όμως, που ήταν μικρό παιδί, φοβήθηκε πραγματικά πάρα πολύ, γιατί δεν κατάλαβε τα αστεία του πατέρα του. Τρόμαξε πολύ και αυτός ακριβώς ο μεγάλος φόβος που ένιωσε τότε ήταν εκείνος που έγινε αιτία να γίνει το κακό που τον είχε βρει να μην μπορεί ν’ αποχτήσει παιδιά.
Η ιστορία αυτή του κυνηγητού του Ίφικλου από τον πατέρα του Φύλακο, είχε στη συνέχεια και άλλα αποτελέσματα. Μην κατορθώνοντας ο Φύλακος να φτάσει τον Ίφικλο, γιατί ήταν πάρα πολύ γρήγορος, νευρίασε τούτη τη φορά πραγματικά και έμπηξε με μεγάλη ορμή το μαχαίρι σε μια ιερή βελανιδιά που βρέθηκε εκεί δίπλα του. Τα χρόνια πέρασαν και το δέντρο μεγαλώνοντας έκλεισε μέσα στον κορμό του το μαχαίρι, που έμεινε έτσι για πάντα κλεισμένο εκεί.
Κανένας, ύστερα από τα τόσα χρόνια που είχαν περάσει από τότε, δεν θυμόταν πια αυτό το περιστατικό. Όλοι το είχαν ξεχάσει.
Το μαχαίρι ήταν χωμένο στον κορμό της ιερής βελανιδιάς ξεχασμένο απ’ όλους. Αλλά και να το θυμόταν κάποιος δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ότι αυτό και μόνο ήταν η αιτία της στείρωσης που βασάνιζε και στενοχωρούσε πολύ το βασιλικό ζευγάρι και ολόκληρο το λαό της Φυλάκης. Τι σχέση μπορούσε να έχει ένα ξεχασμένο και σκουριασμένο μαχαίρι, χωμένο μέσα σε μια βελανιδιά, με την στειρότητα του βασιλιά τους!

5. Η γρηγοράδα του Ίφικλου

Ο Φύλακος, όπως είπαμε, δεν μπορούσε να φτάσει τον Ίφικλο που τον κυνηγούσε κι ας ήταν ακόμη μικρό παιδί. Ήταν ξακουστός για τη γρηγοράδα των ποδιών σ’ όλους εκεί τριγύρω ο Ίφικλος.
Για τη γρηγοράδα αυτή του Ίφικλου είχαν να λένε πολλά τα παραμύθια που ακούγονταν για πολλά χρόνια από τους κατοίκους της περιοχής της Φυλάκης και της υπόλοιπης Αχαΐας Φθιώτιδας.
Έτρεχε, έλεγαν, τόσο πολύ γρήγορα όσο και ο άνεμος. Τόση ήταν η γρηγοράδα του, που μπορούσε να περνάει πετώντας πάνω από τα ανθισμένα στάχυα των σιταριών στα χωράφια και τα στάχυα να μην ταράζονται καν.
Μας το βεβαιώνουν αρχαία κείμενα: «῎Ακρον ἐπ’ ἀνθερίκων καρπὸν θέεν οὐδέ κατέκλα, ἀλλ᾿ ἐπί πυραμίνων ἀθέρων δρομάασκε πόδεσσι κοὔ συνέσκετο καρπόν». (Hesiodi Carmina, ό. π. απόσπασμα 117 (143), σελ. 166).
Δηλαδή: «Έτρεχε πάνω στα φυτά του σιταριού (ο Ίφικλος) και τον καρπό στην κορυφή τους δεν τον έσπαζε, αλλά πάνω στα πύρινα άγανα (των σταχυών) ροβολούσε με τα πόδια του κι ούτε χαλούσε τον καρπό».
Και ένα άλλο σχετικό απόσπασμα από την αρχαιοελληνική γραμματεία μας λέει ξαναβεβαιώνοντας τα ίδια:
«Κλυμένη. . .῎Ιφικλον τίκτει ποδώκη παῖδα. Τοῦτον λέγεται διά τήν τῶν ποδῶν ἀρετήν συναμιλλᾶσθαι τοῖς ἀνέμοις ἐπί τε τῶν ἀσταχύων διέρχεσθαι, καὶ διά τοῦ τάχους τὴν κουφότητα μὴ περικλᾶν τοὺς ἀθέρας».
Δηλαδή: «Η Κλυμένη γεννά τον Ίφικλο, παιδί γοργοπόδαρο. Αυτός, λένε, με την αξιοσύνη των ποδιών του συναγωνιζόταν τους ανέμους και περνούσε πάνω από τα στάχυα (σύρριζα) και λόγω της ανάλαφρης διαπεραστικότητας της ταχύτητάς του δεν έσπαζε τ’ αγάνια των σταχυών»
Ακόμη για τη γρηγοράδα του Ίφικλου διαβάζουμε σ’ άλλο κείμενο: «οὐδ’ ἦν Ἰφίκλοιο θοώτερος αὐδάζοιο ὃςτε καὶ ἀνθερίκεσσιν ἐπέτρεχεν, οὐδέ τι καρπόν σίνετ’ ἀήσυρα ἐλαφρὰ γυῖα φέρων ἐπί λήϊον αὖον καὶ ἕτερα μυρία». (Orphica, Procli Hymni, Musaei, Carmen de Hero et Leandro, Callimachi, Hymni et epigrammata, Lipsiae, 1905, Fragmenta Inedita, 174).
Δηλαδή: «Και ούτε υπήρχε κανένας ταχύτερος απ’ τον περίφημο Ίφικλο που έτρεχε πάνω από τα στάχυα και καθόλου δεν κακοποιούσε τον καρπό περνώντας με τ’ ανάλαφρα σαν άνεμος πόδια του πάνω (και σύρριζα) από τα ξερά και έτοιμα για θερισμό σιταροχώραφα και μύρια άλλα».
Τόσο γρηγοροπόδαρος ήταν ο Ίφικλος, έλεγαν πάνω στην Όθρη, ώστε μπορούσε να τρέχει ακόμη και πάνω από τη θάλασσα και πάνω απ’ τ΄ αφρισμένα κύματα και από τη γρηγοράδα του να μη προφταίνει να βουλιάζει στο νερό.

6. Πώς γιατρεύτηκε η στειρότητα του Ίφικλου

Ας έρθουμε όμως και πάλι στην στειρότητα του Ίφικλου και στον μάντη Μελάμποδα. Όποια κι αν ήταν η αιτία της στειρότητας του Ίφικλου, ο Μελάμποδας, τον οποίο ο άκληρος βασιλιάς τον κάλεσε αμέσως κοντά του, βεβαίωσε κατηγορηματικά ότι μπορεί να την θεραπεύσει.
Το αντάλλαγμα όμως, για την θεραπεία της ανημποριάς αυτής του Ίφικλου, έπρεπε να είναι μεγάλο. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Μελάμποδας ζητούσε να του δοθούν ως αντάλλαγμα τα περίφημα κοπάδια των βοδιών του. Εξάλλου για τον σκοπό αυτό και μόνο είχε έρθει από τόσο μακριά και είχε μείνει ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή. Δεν θα άφηνε τώρα ανεκμετάλλευτη την μοναδική ευκαιρία που του παρουσιάστηκε. Ο ερωτευμένος εξάλλου και αγαπημένος του αδελφός Βίαντας, πεσμένος του θανατά από την μεγάλη του επιθυμία να παντρευτεί την αγαπημένη του Πηρώ, τον περίμενε να του λύσει το πρόβλημα. Και ο Μελάμποδας είχε υποσχεθεί να κάνει ό,τι μπορούσε για να τον βοηθήσει.
Ο Ίφικλος, που είχε μεγάλη ανάγκη ν’ αποχτήσει διάδοχο, γιατί διαφορετικά κινδύνευε να χάσει και τον ίδιο του τον θρόνο του και από το άλλο μέρος είχε και τον λαό του που επίμονα του ζητούσε διάδοχο, αναγκάστηκε να δεχτεί τους βαρείς όρους του Μελάμποδα. Τι τα χρειαζόταν τα βόδια όσο πολύτιμα κι αν του ήταν, αφού δεν είχε παιδιά και κινδύνευε από πάνω, χωρίς διάδοχο, να χάσει το θρόνο του!
Ο Μελάμποδας τότε – έλεγαν οι παραμυθάδες της περιοχής και βεβαίωναν ότι όλα ήταν αληθινά – κάλεσε όλα τα πετεινά του ουρανού, αφού ήξερε τη γλώσσα τους, να συγκεντρωθούν απ’ όλο τον κόσμο, όπου κι αν βρίσκονταν, έξω από τη Φυλάκη. Σε λίγη ώρα γέμισε ο τόπος από πουλιά. Όλου του κόσμου τα πουλιά μαζεύτηκαν στη Φυλάκη.
Χωρίς να χάσει καιρό τα ρώτησε να του πουν, αυτά που όλα τα βλέπουν από εκεί ψηλά που πετούν, ποια ήταν η αιτία της προσβλητικής αυτής ανημποριάς του βασιλιά της Φυλάκης Ίφικλου.
Κανένας βέβαια από αυτούς τους παραμυθάδες, δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί, αφού και ο ίδιος ο Μελάμποδας ήταν μάντης και μάλιστα τόσο μεγάλος, δεν μπορούσε να βρει την αιτία της στειρότητας μόνος του και έπρεπε να καταφύγει και να ρωτήσει τα πετεινά του ουρανού. Έτσι όμως γίνεται με τα παραμύθια. Δεν εξηγούνται όλα λογικά. Για το λόγο αυτό και είναι παραμύθια. Πολλά που δεν τα ξέρουν ακόμα οι άνθρωποι, και όσοι ακόμα είναι μάντεις, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ρωτούν τα πετεινά του ουρανού να τα μάθουν. Αυτά γνωρίζουν πιο πολλά γιατί από εκεί ψηλά που πετούν τα βλέπουν όλα.
Ούτε όμως κάποιο από όλα αυτά τα πουλιά, που μαζεύτηκαν κοντά στον Μελάμποδα, γνώριζε κάτι σχετικό. Δεν είχαν ιδεί τίποτε και δεν μπορούσαν να πουν κάτι. Αυτό που τους ζητούσε ο Μελάμποδας να του πουν δεν ήταν από τα εύκολα, εκείνα που μπορεί να τα ξέρει όποιος κι όποιος, ακόμα κι αν είναι πετούμενο τ’ ουρανού. Ήταν πολύ δύσκολο.
Τότε, πάνω στην πολλή σκέψη και στην μεγάλη στενοχώρια τους, κάποιο από αυτά θυμήθηκε ότι εκεί κοντά ζούσε και κάποιος πολύ γερασμένος, σχεδόν κατάκοιτος, κόρακας, που από τα πολλά του γεράματα δεν μπόρεσε να έρθει στη γενική αυτή συνέλευσή τους, στη Φυλάκη. Είχε καθίσει, τόσο ανήμπορος που ήταν, μόνος του στη φωλιά του.
Έτρεξαν λοιπόν τα πουλιά – συνέχιζαν οι παραμυθάδες – να πάρουν και την γνώμη του γερασμένου και κατάκοιτου κόρακα. Αυτός πραγματικά τους έδωσε την απάντηση που περίμεναν:
Για να γιατρευτεί η στειρότητα του βασιλιά της Φυλάκης, τους είπε, ένας μόνο τρόπος υπάρχει. Θα γιατρευόταν με το ίδιο μέσο που του έκανε το κακό. Έπρεπε ο Ίφικλος να ποτιστεί επί δέκα μέρες με νερό μέσα στο οποίο θα έριχναν σκουριά απ’ το σκουριασμένο μαχαίρι που βρισκόταν ενσωματωμένο μέσα στον κορμό της ιερής μεγάλης και γέρικης ιερής βελανιδιάς που βρισκόταν στο δρόμο λίγο έξω από το κάστρο της Φυλάκης:
«Ἔλεγεν οὖν, εὑρεθείσης τῆς μαχαίρας εἰ ξύων τόν ἰόν ἐπί ἡμέρας δέκα Ἰφίκλῳ δῷ πιεῖν, παῖδα γεννήσειν. Ταῦτα μαθών παρ’ αἰγυπιοῦ Μελάμπους τήν μέν μάχαιραν εὗρε, τῷ δὲ Ἰφίκλῳ τόν ἰόν ἐπί ἡμέρας δέκα ἒδωκε πιεῖν, καἰ παῖς αύτῷ Ποδάρκης ἐγένετο». (Απολλόδωρος, 1, 9, 12, 7).
Δηλαδή: «Έλεγε λοιπόν ότι όταν βρεθεί το μαχαίρι εάν ξύσει (κάποιος) την σκουριά και δώσει στον Ίφικλο να πιει επί δέκα μέρες θα γεννήσει παιδί. Όταν έμαθε αυτά από ένα μαυροκόρακα ο Μελάμποδας βρήκε το μαχαίρι και έδωσε στον Ίφικλο να πιει επί δέκα ημέρες και έτσι γεννήθηκε ο Ποδάρκης».
Είπαν λοιπόν τα πουλιά το μυστικό στον Μελάμποδα κι αυτός έκανε ό,τι είπε ο σοφός κόρακας. Έτσι ο Ίφικλος θεραπεύτηκε και απόκτησε τον διάδοχο του θρόνου του, τον Πρωτεσίλαο.
Υπάρχουν διάφορες μυθολογικές εκδοχές για τον Ποδάρκη και τον Πρωτεσίλαο. Και οι δύο, σύμφωνα με κάποιες εκδοχές, φέρονται ως γιοι του Ίφικλου. Άλλες θεωρούν ότι αποτέλεσμα της θεραπείας της στειρότητας του Ίφικλου ήταν η γέννηση του Ποδάρκη και άλλες η γέννηση του Πρωτεσίλαου. Κάποιες άλλες εκδοχές, συνδυάζοντας τις δύο απόψεις, δέχονται το ποδάρκης (δηλ. γρηγοροπόδαρος) ως προσδιοριστικό επίθετο του Πρωτεσίλαου.
Ο Πρωτεσίλαος ο οποίος ήρθε στον κόσμο έπειτα από τις συμβουλές του Μελάμποδα, είναι ο βασιλιάς της Φυλάκης που αργότερα ταξίδεψε στην Τροία, όπου και σκοτώθηκε πρώτος απ’ όλους τους Έλληνες.
Ο Μελάμποδας, έπειτα από αυτό, πήρε ως αντάλλαγμα του μεγάλου καλού που έκανε, τα βόδια του Ίφικλου και τα οδήγησε στη Μεσσηνία. Εκεί, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δώσει, τα παρέδωσε στον αδερφό του κι έτσι ο ερωτευμένος Βίαντας, έδωσε στον Νηλέα ό,τι ακριβώς είχε ζητήσει και παντρεύτηκε την καλή του, την πανέμορφη Πηρώ.

7. Ο Μελάμποδας στην αρχαιοελληνική γραμματεία

Ο μάντης Μελάμποδας έχει μια πολύ σημαντική παρουσία στην αρχαιοελληνική γραμματεία και μυθολογία. Πολλοί είναι οι μύθοι που υπάρχουν γι’ αυτόν και τις μαντικές ικανότητές του. Στον αγώνα του βασιλιά της Αργολίδας Περσέα εναντίον του Διόνυσου, η θεά Ήρα, που ποτέ της δεν συμπάθησε τον Διόνυσο και πάντοτε τον πολεμούσε, πήρε μέρος στο πλευρό του Περσέα έχοντας την μορφή του Μελάμποδα.
Θεωρούμε χρήσιμο στη θέση αυτή να παραθέσουμε μερικά από τα αποσπάσματα της αρχαιοελληνικής γραμματείας τα οποία αναφέρονται στον Μελάμποδα και τα κατορθώματά του από τα οποία αντλούμε και άλλες χρήσιμες πληροφορίες. Είναι οι γραπτές μαρτυρίες που βεβαιώνουν για τα μυθολογικά ακούσματα με τα οποία μεγάλωνε και διαμόρφωνε την συνείδησή του ο λαός της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Ο Παυσανίας στα «Μεσσηνιακά» του αναφέρει σχετικά με τα βόδια του Ίφικλου τα οποία οδηγήθηκαν στη Νηλεία και το κατόρθωμα του Μελάμποδα τα εξής:
«Καί σπήλαιόν ἐστιν ἐντός τῆς πόλεως, βοῦς δέ ἐνταῦθα τάς Νέστορος καί ἔτι πρότερον Νηλέως αὐλίζεσθαι. Εἴη δ’ ἄν θεσσαλικόν τό γένος τῶν βοῶν τούτων, Ἰφίκλου ποτέ τοῦ Πρωτεσίλαου πατρός. Ταύτας γὰρ δή τάς βοῦς Νηλεύς ἓδνα ἐπί τῇ θυγατρὶ ᾔτει τούς μνωμένους, καί τούτων ἕνεκα ὁ Μελάμπους χαριζόμενος τῷ ἀδελφῷ Βίαντι ἀφίκετο ἐς τήν Θεσσαλίαν, καί ἐδέθη μέν ὑπό τῶν βουκόλων τοῦ ῾Ιφίκλου, λαμβάνει δέ μισθόν ἐφ’ οἷς αὐτῷ δεηθέντι ἐμαντεύσατο». (Παυσανίας, 4, 36, 2- 3).
Δηλαδή: «Μέσα στην πόλη υπάρχει ακόμη και μια σπηλιά όπου σταβλίζονται τα κοπάδια των βοδιών του Νέστορα και παλιότερα του Νηλέα. Τα κοπάδια αυτά κατάγονταν από την Θεσσαλία και κάποτε ανήκαν στον Ίφικλο τον πατέρα του Πρωτεσίλαου. Αυτά τα κοπάδια ζητούσε ο Νηλέας ως γαμήλιο δώρο από εκείνους που ζητούσαν τη θυγατέρα σε γάμο. Γι’ αυτά τα κοπάδια λοιπόν ο Μελάμποδας, για χάρη του αδελφού του Βίαντα, πήγε στη Θεσσαλία και συνελήφθη μεν και φυλακίστηκε από τους βοσκούς του Ίφικλου, πήρε όμως τα κοπάδια ως ανταμοιβή για τις προφητείες που έδωσε σ’ αυτόν ύστερα από παράκλησή του».
Αλλά και ο Όμηρος στην «Οδύσσειά» του κάνει σχετική μνεία για το ίδιο θέμα των ξακουστών βοδιών της Φυλάκης και την απαίτηση του Νηλέα να του τα φέρουν νυφικά δώρα για να συγκατατεθεί να τους δώσει γυναίκα την κόρη του, την πανέμορφη Πηρώ:
«Τοῖσι δ’ ἐπ᾿ ἰφθίμην Πηρώ τέκε θαῦμα βροτοῖσιν,
τήν πάντες μνώοντο περικτίται• οὐ δέ τι Νηλεύς
τῷ ἐδίδου, ὃς μή ἓλικας βόας εὐρυμετώπους
ἐκ Φυλάκης ἐλάσειε βίης Ἰφικλιείης
ἀργαλέας. Τάς δ’ οἷος ὑπέσχετο μάντις ἀμύμων
ἐξελάσαν• χαλεπὴ δὲ θεοῦ κατὰ μοῖρα πέδησεν,
δεσμοί τ’ ἀργαλέοι καί βουκόλοι ἀγροιῶται.
Ἀλλ᾿ ὅτε δή μῆνὲς τε καί ἡμέραι ἐξετελεῦντο
ἄψ περιτελλομένου ἔτεος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,
καί τότε δή μιν ἔλυσε βίη Ἰφικληείη,
θέσφατα πάντ᾿ εἰπόντα• Διὸς δ’ ἐτελείετο βουλή.» (Όμηρος, Οδύσσεια, λ. 287 – 297).
Δηλαδή: «Κι ύστερα απ’ αυτούς γέννησε την ζηλευτή Πηρώ, μές στους ανθρώπους θαύμα, που όλοι απ’ τα γύρω μέρη την ζητούσανε σε γάμο. Όμως ο Νηλέας δεν ήθελε να την δώσει παρά σ” εκείνον που θα κατάφερνε να φέρει απ’ την Φυλάκη τα καμπυλοκέρατα πλατυμέτωπα βόδια, τα φοβερά του γενναίου Ίφικλου. Και μονάχα ένας μάντης αξιέπαινος ανέλαβε να τ’ αρπάξει. Μα οργισμένη μοίρα κάποιου θεού τον μπέρδεψε και μερικοί γελαδοβοσκοί ξωτάρηδες τον δέσανε σφιχτά. Όταν όμως τέλειωσαν οι μήνες και οι μέρες και με το γύρισμα του χρόνου ξανάρχισαν οι ώρες να κυλάνε, τότε πια ο γενναίος Ίφικλος τον άφησε ελεύθερο, μια και του είπε κάθε θεϊκή μαντεία και γινόταν έτσι το θέλημα του Δία».
Ο Αργύρης Εφταλιώτης σε δική του ωραία μετάφραση του παραπάνω αποσπάσματος, παρουσιάζει το θέμα ως εξής:
( Και γέννησε):
«την λεβεντόκαρδη Πηρώ, του κόσμου το καμάρι,
που νύφη τη ζητούσανε παντούθε, μα ο Νηλέας
μόνε εκεινού την έδινε που θά ’φερνε στην Πύλο
του Ίφικλου τα λοξόποδα και κουτελάτα βόδια
απ’ τη Φυλάκη τ’ αγριωπά’ και θείος μάντης τότες
να του τα φέρη βάλθηκε, μα οργή θεού τού πέφτει
και με δεσμά τον έζωσαν βοϊδοβοσκοί στους κάμπους.
Μα οι μήνες σάνε διάβηκαν κ’ οι μέρες σαν τελειώσαν,
κ’ έκλεινε ο χρόνος, κ’ έσωναν τον κύκλο τους οι ώρες,
τότε ο αντρείος ο Ίφικλος ξεδέσμεψε το μάντη,
τη μοίρα σαν προφήτεψε, κατά του Δία το θέλει.»

8. Κι έζησαν αυτοί καλά . . . κι εμείς καλύτερα

Oδηγώντας o Μελάμποδας, τα περίφημα κοπάδια του Ίφικλου απ’ τη Φυλάκη της Αχαΐας Φθιώτιδας, έφτασε στην μακρινή Μεσσηνία και τα παράδωσε στον Βίαντα. Ο Βίαντας, χωρίς να χάσει καιρό τα πήρε, πήγε στον Νηλέα, του έδωσε τα ξακουστά βόδια που απαιτούσε για προίκα της Πηρώς και έτσι έγινε ο γάμος.
Από τον γάμο του Βίαντα και της Πηρώς γεννήθηκαν ο Λαόδοκος ή Λεώδοκος, ο Ταλαός, ο Αρήιος και η Αναξιβία.
Ο Λαόδοκος έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και στην εκστρατεία των «Επτά επί Θήβαις». Πήρε ακόμα μέρος στους επιτάφιους αγώνες που έγιναν στη Νεμέα για να τιμήσουν τον Αρχέμαχο και νίκησε στο ακόντιο.
Ο Ταλαός πήρε γυναίκα του την ανεψιά του, τη Λυσιμάχη, την αδελφή του μάντη Ίδμονα (Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, 1, 139 κ. εξ.) και κόρη του Άβαντα του γιου τού Μελάμποδα. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1, 9, 13).
Η μοναχοκόρη του Βίαντα και της Πηρώς, η Αναξιβία, ήρθε στην παλιά πατρίδα του παππού της Νηλέα, στην Ιωλκό. Εκεί έγινε γυναίκα του βασιλιά της Ιωλκού Πελία. Από το γάμο αυτόν του Πελία και της Αναξιβίας γεννήθηκαν ο Άκαστος, η Πεισιδίκη, η Πελόπεια, η Ιπποθόη και η Άλκηστη. (Απολλόδωρος, ό. π. 1, 9, 10).
Ο Άκαστος, παρά την αντίθετη θέληση του πατέρα του, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία (Απολλόδωρος, ό. π. 1, 9, 27).
Αργότερα έγινε βασιλιάς στην Ιωλκό. Κόρη του Άκαστου, του βασιλιά της Ιωλκού, ήταν η Λαοδάμεια, η οποία παντρεύτηκε τον βασιλιά της Φυλάκης Πρωτεσίλαο. Η Άλκηστη έγινε γυναίκα του Άδμητου, του βασιλιά των Φερών.
Τόσο πανέμορφη που ήταν η Πηρώ δεν ήταν δυνατό παρά να τραβήξει την προσοχή και των θεών. Έτσι ο θεός Ποσειδώνας την επισκέφθηκε και την έκανε μητέρα του ποταμού Ασωπού. Ο Ασωπός, ο γιος της Πηρώς, έγινε πατέρας πολλών θυγατέρων, οι οποίες έγιναν επώνυμες ηρωίδες ελληνικών πόλεων, όπως αναφέρουμε σε άλλες σελίδες της εργασίας αυτής:
«Ὁ δε Ἀσωπός ποταμός Ὠκεανοῦ καί Τιθύος, ὡς δε Ἀκουσίλαος λέγει, Πηροῦς καί Ποσειδῶνος. . . οὗτος Μετώπην γημάμενος (Λάδωνος δέ τοῦ ποταμοῦ θυγάτηρ αὕτη) δύο μέν παῖδας ἐγέννησεν, Ἰσμηνόν καί Πελάγοντα, εἴκοσι δέ θυγατέρας». (Απολλόδωρος, ό. π. 3, 12, 6, 5).

9. Η περιπέτεια του Μελάμποδα στον Απολλόδωρο

Θεωρούμε σκόπιμο στη θέση αυτή να παραθέσουμε την ιστορία του Μελάμποδα όπως ακριβώς την περιγράφει ο Απολλόδωρος:
«Ο Πελίας κατοικούσε στη Θεσσαλία και παντρεύτηκε την Αναξιβία, την κόρη του Βίαντα. Μερικοί λένε ότι παντρεύτηκε την Φυλομάχη, την κόρη του Αμφίονα. Από τον γάμο αυτόν του Πελία γεννήθηκαν ο Άκαστος, η Πεισιδίκη, η Πελόπεια, η Ιπποθόη και η Άλκηστη.
Ο Κρηθέας, αφού έκτισε την Ιωλκό παντρεύτηκε την Τυρώ, την κόρη τού Σαλμωνέα, από την οποία απόκτησε τον Αίσονα, τον Αμυθάονα και τον Φέρητα. Ο Αμυθάονας λοιπόν, κατοικώντας στην Πύλο, παντρεύτηκε την Ειδομένη, την κόρη του Φέρητα και απόκτησε δύο παιδιά, τον Βίαντα και τον Μελάμποδα.
Μπροστά από το σπίτι του Μελάμποδα βρισκόταν μια βελανιδιά στον κορμό της οποίας υπήρχε μια φωλιά φιδιών. Όταν οι υπηρέτες του σκότωσαν τα φίδια, ο Μελάμποδας, αφού μάζεψε ξύλα, έκαψε μεν τα φίδια, τα μικρά τους όμως φιδάκια τα περιποιήθηκε και τα μεγάλωσε.
Τα (δυο) φιδάκια, όταν πια μεγάλωσαν κι έγιναν τέλεια φίδια, ανέβηκαν, ενώ αυτός κοιμόταν, στους ώμους τού Μελάμποδα και με τις γλώσσες τους καθάρισαν προσεκτικά το καθένα από ένα αυτί του, ἀφού τα φίδια, ζώντας κάτω από το έδαφος, λατρεύονταν ως σύμβολα υποχθόνιων και χθόνιων θεοτήτων.
Όταν ξύπνησε ο Μελάμποδας, φοβήθηκε, πολύ από αυτό που τού έγινε, γιατί αμέσως αντιλήφθηκε ότι καταλάβαινε τις φωνές των πουλιών που πετούσαν στον αέρα και έτσι μαθαίνοντας από αυτά μπορούσε να μαντεύει όσα επρόκειτο να συμβούν στους ανθρώπους. Απόκτησε δε και την μαντική ικανότητα με τα ιερά, γιατί συναντήθηκε με τον Απόλλωνα στον Αλφειό ποταμό και έτσι έγινε άριστος μάντης.
Ο Βίαντας αγαπούσε πολύ και ζητούσε να πάρει γυναίκα του την Πηρώ, την κόρη του Νηλέα. Ο Νηλέας, επειδή ζητούσαν την θυγατέρα του πολλοί, είπε ότι θα την δώσει σ’ εκείνον που θα τού έφερνε τις αγελάδες του Ίφικλου.
Αυτές βρίσκονταν στη Φυλάκη και τις φύλαγε ένα σκυλί στο οποίο ούτε άνθρωπος ούτε θηρίο μπορούσε να πλησιάσει. Αυτές επειδή ο Βίαντας αδυνατούσε να κλέψει παρακαλούσε τον αδερφό του να τις πιάσει.
Ο Μελάμποδας υποσχέθηκε και μάντεψε ότι θα τον πιάσουν, όταν θα προσπαθήσει να τις κλέψει, («φωραθήσεται κλέπτων») και ότι θα μείνει φυλακισμένος ένα χρόνο και έτσι θα τις πάρει («καί δεθείς ἐνιαυτόν οὕτω τάς βόας λήψεται»).
Μετά την υπόσχεσή του έφυγε στη Φυλάκη και, όπως είχε μαντέψει, πιάστηκε όταν τις έκλεβε και οδηγήθηκε δεμένος σ’ ένα οίκημα. Ενώ δε λίγο έλειπε να συμπληρωθεί ένας χρόνος, άκουσε ένα από τα σκουλήκια που ζούσαν κρυφά στη στέγη να ρωτάει πόσο κομμάτι του δοκαριού της σκεπής έχει σαρακοφαγωθεί. Τα άλλα σκουλήκια απάντησαν ότι ελάχιστο κομμάτι έχει απομείνει: «Τοῦ μὲν ἐρωτῶντος πόσον ἤδη μέρος τοῦ δοκοῦ διαβέβρωται, τῶν δέ ἀποκρινομένων λοιπόν ἐλάχιστον εἶναι» (Απολλόδωρος, ό. π. 1, 9, 12, 4).
Άρχισε γρήγορα να φωνάζει να τον μεταφέρουν σ’ άλλο οίκημα. Όταν έγινε αυτό ύστερα από λίγο έπεσε το οίκημα. Ο Φύλακος θαύμασε πολύ για το γεγονός αυτό και όταν έμαθε ότι ο Μελάμποδας είναι άριστος μάντης, αφού τον έλυσε τον παρακάλεσε να του πει πώς θα μπορούσε ο γιος του Ίφικλος ν’ αποχτήσει παιδιά:
«Καὶ ταχέως ἐκέλευσεν αὐτόν εἰς ἕτερον οἴκημα μεταγαγεῖν, γενομένου δὲ τούτου μετ’ οὐ πολύ συνέπεσε τό οἴκημα. Θαυμάσας δέ Φύλακος, καί μαθών ὅτι ἔστι μάντις ἄριστος, λύσας παρεκάλεσεν εἰπεῖν ὅπως αὐτοῦ τῷ παιδί Ἰφίκλῳ παῖδες γεννῶνται» (Απολλόδωρος, ό. π. 1, 9, 12, 4 – 5).
Ο Μελάμποδας υποσχέθηκε να τον βοηθήσει ν’ αποκτήσει παιδιά εφόσον πάρει τις αγελάδες. Αφού λοιπόν θυσίασε δύο ταύρους και τους διαμέλισε κάλεσε τα πετεινά του ουρανού. Από ένα δε όρνιο που παραβρέθηκε έμαθε ότι κάποτε που ο Φύλακος ευνούχιζε κριάρια ακούμπησε το ματωμένο μαχαίρι κοντά στον Ίφικλο. Επειδή δε το παιδί φοβήθηκε και απομακρύνθηκε, ο Φύλακος έμπηξε το μαχαίρι στην ιερή βελανιδιά.
Ο φλοιός της βελανιδιάς που σιγά σιγά φούσκωσε και από τις δυο μεριές, τύλιξε το μαχαίρι. Είπε ακόμη ότι εάν ξύσουν την σκουριά του μαχαιριού και την δώσουν στον Ίφικλο να την πιει επί δέκα μέρες, θ’ αποχτήσει παιδιά.
Ο Μελάμποδας βρήκε το μαχαίρι και έδωσε στον Ίφικλο να πιει τη σκουριά του επί δέκα μέρες και έτσι γεννήθηκε ο Ποδάρκης:
«Μελάμπους τήν μέν μάχαιραν εὗρε, τῷ δέ Ἰφίκλῳ τόν ἰόν ξύσας έπί ἡμέρας δέκα ἔδωκε πιεῖν, καί παῖς αὐτῷ Ποδάρκης ἐγένετο». (Απολλόδωρος, ό. π. 1, 9, 12, 8).
Έτσι οδήγησε τις αγελάδες στην Πύλο και αφού πήρε τη θυγατέρα του Νηλέα, την παρέδωσε στον αδερφό του.
Ο Μελάμποδας συνδέεται με χθόνιες θεότητες και λατρείες. Την μαντική του π. χ. ικανότητα του την έδωσαν τα φίδια, κατεξοχήν χθόνιες λατρευτικές οντότητες. Η προσπάθεια για την σύνδεσή του με την απολλώνια λατρεία υποσημειώνει τον αγώνα αφομοίωσης των προολυμπιακών θεοτήτων στη νέα πραγματικότητα. Έτσι αυτή η προσπάθεια για την οπωσδήποτε μείωση του κύρους και της αποδοχής που είχαν οι παλαιές θεότητες στον απλό λαό, κυρίως των υποβαθμισμένων περιοχών, και την υποταγή τους στους νέους θεούς, οδήγησε στην ανάγκη της δημιουργίας του μύθου που παρουσιάζει τον παλαιότερο θεό Μελάμποδα ως μαθητή του νεότερου Απόλλωνα. Έτσι θα μειωνόταν το αναμφισβήτητο κύρος του Μελάμποδα στον απλό λαό και θα γινόταν αποδεκτός ο παραμερισμός του από τον νεότερο Απόλλωνα.
Ο Μελάμποδας θεωρούνταν μάλλον προφήτης και κήρυκας της λατρείας του Διόνυσου (Βλ. Περιοδικό Έλευσις, τεύχος 18, (Χειμώνας 1997), Βόλος, Κική Λαλαγιάννη, «Ο αρχαίος ελληνικός μύθος του Maurice de Guerin», σελ. 11), της οποίας τα φαλλικά έθιμα είχε εισαγάγει στους Έλληνες (Ηρόδοτος, 2, 49, 2) σαν κυρίαρχος κάποιας πόλης.
Ο Βιργίλιος ταυτίζει τον Μελάμποδα με τον Κένταυρο Χείρωνα, πανάρχαια και αυτή τοπική θεότητα, που είχε τις ίδιες μ’ αυτόν μαντικές και θεραπευτικές ικανότητες (Γεωργικά, ΙΙΙ, στίχ. 549 – 550. (Περιοδικό Έλευσις, ό. π. )).

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (10η συνέχεια)

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΔΩΡΟΥ

              Γιος όμως του Έλληνα και της Ορθρηίδας ήταν και ο Δώρος. Από αυτόν πήρε το όνομά της η Δωρίδα της Θεσσαλίας, δηλαδή η περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Εστιαιώτιδα ή Ιστιαιώτιδα: «Δῶρος δέ αὐτήν εἴληχε τά πρῶτα καί Δωρὶς ἀπ᾿ ἐκείνου ἐκαλεῖτο πρότερον, ὕστερον δε Ἰστιαιῶτις μετωνομάσθη». (Μπάμπης Γ. Ιντζεσίλογλου, Ο μύθος του Αιάτου και της Πολύκλειας. Ο τελευταίος προθεσσαλικός μύθος, Καρδιτσιώτικα Χρονικά, τόμος 1. σελ. 15, Καρδίτσα 1995).
Ο Δώρος αργότερα έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στην Παρνασίδα. Εκεί έχτισε τις πόλεις Βοιό, Κυτίνιο και Ερινεό. Από τον Δώρο οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης ονομάστηκαν Δωριείς και η περιοχή τους Δωρίδα.
α) Ο γιος του Δώρου Τέκταμος, παίρνοντας μαζί του ένα μέρος Δωριέων, ένα μέρος Αχαιών και ένα μέρος Πελασγών, ταξίδεψε ως την Κρήτη. Εκεί παντρεύτηκε μία κόρη του Κρηθέα και απόκτησε ένα γιο, τον Αστέριο ή Αστερίωνα και έγινε βασιλιάς του τόπου.
Ο Αστέριος ή Αστερίωνας διαδέχτηκε τον πατέρα του στη βασιλεία. Τον καιρό που βασίλευε ο Αστέριος στην Κρήτη έφερε εκεί ο Δίας την Ευρώπη.
Ο Δίας από την Ευρώπη απόκτησε τρεις γιους, τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα. Κατόπιν, όπως γινόταν πάντοτε με τις ερωμένες του Δία, άφησε εκεί την Ευρώπη και τα παιδιά της κι έφυγε. Μετά από αυτό ο Αστέριος ή Αστερίωνας παντρεύτηκε την Ευρώπη και, επειδή ο ίδιος δεν είχε παιδιά, υιοθέτησε τους τρεις γιους της Ευρώπης από το Δία:
«Τέκταμος ὁ Δώρου τοῦ ῞Ελληνος τοῦ Δευκαλίωνος εἰς Κρήτην πλεύσας μετά Αἰολέων καί Πελασγῶν ἐβασίλευσε τῆς νήσου, γήμας δέ τήν Κρηθέως θυγατέρα ἐγέννησεν Ἀστέριον, οὗ βασιλεύοντος ἐν τῇ Κρήτῃ Ζεύς, ὥς φασιν, Εὐρώπην ἁρπάσας ἐκ Φοινίκης καὶ διακομίσας εἰς Κρήτην ἐπί ταύρου, μιγείς αὐτῇ τρεῖς υἱούς ἐγέννησε, Μίνω καί ῾Ραδάμανθυν καί Σαρπηδόνα, μετά δέ ταῦτα τήν Εὐρώπην Ἀστέριος ὁ βασιλεύς τῆς Κρήτης ἔγημεν, ἄπαις δέ ὤν τούς τοῦ Διὸς παῖδας υἱοποιησάμενος διαδόχους τῆς βασιλείας ἀπέλιπε». (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορική, Βίβλος Τετάρτη, 60).
β) Γιος του Δώρου ήταν και ο Αιγιμιός (Πίνδαρος, Πυθιονίκης 1, 64). Ο Αιγιμιός ήταν ο πρώτος βασιλιάς και νομοθέτης των Δωριέων. Οι Δωριείς αρχικά, κατά την περίοδο της βασιλείας του Αιγιμιού, κατοικούσαν στην Εστιαιώτιδα της Θεσσαλίας. Εκεί ήρθαν σε προστριβές με τους Λαπίθες και ο Αιγιμιός ζήτησε τη βοήθεια του Ηρακλή. Στον πόλεμο που έγινε νικήθηκαν οι Λαπίθες και σκοτώθηκε ο βασιλιάς τους Κόρωνος. (Διόδωρος Σικελιώτης, 4, 37).
Αποτέλεσμα ήταν οι Δωριείς να επεκταθούν και να φτάσουν στη χώρα μεταξύ Οίτης και Παρνασσού, στη «μητρόπολιν ἁπάντων τῶν Δωριέων» (Στράβωνας 9, 427).
Οι Δωριείς της Σπάρτης ήθελαν πάντοτε και προσπαθούσαν να παραμένουν πιστοί στους νόμους που είχε θεσπίσει γι’ αυτούς ο Αιγιμιός, ακόμα και στον 5ο π. Χ. αιώνα, όπως μας βεβαιώνει ο Πίνδαρος. (Πυθιόνικος 1, 64).
Παιδιά του Αιγιμιού ήταν ο Πάμφυλος και ο Δύμαντας ή Δυμάνας. Ήταν οι επώνυμοι ήρωες και γενάρχες των δύο από τους τρεις κλάδους της δωρικής φυλής, του κλάδου των Παμφύλων και του κλάδου των Δυμάνων. Επώνυμος ήρωας και γενάρχης του τρίτου κλάδου, της δωρικής φυλής, του κλάδου των Υλλέων, ήταν ο γιος του Ηρακλή Ύλλος, τον οποίον όμως είχε υιοθετήσει ο Αιγιμιός για να ευχαριστήσει τον Ηρακλή για τη βοήθεια που του έδωσε στον πόλεμο κατά των Λαπιθών:
«Ὕλλον γάρ εἰσεποιήσατο τόν πρεσβύτατον Ἡρακλέους παίδων», αναφέρει ο Στράβωνας (Θ 4, 10).
Ο Δύμαντας (που κατά τον Έφορο λεγόταν Δυμάντας) μαζί τον αδερφό του Πάμφυλο πραγματοποίησαν εισβολή στην Πελοπόννησο αλλά σκοτώθηκαν σε μία μάχη εναντίον του Τισαμενού του γιου του Ορέστη.
Οι τρεις λοιπόν κλάδοι της φυλής των Δωριέων της Σπάρτης, οι Δυμάνες, οι Πάμφυλοι και οι Υλλείς, έχουν επώνυμους ήρωες και αρχικούς προγόνους τους τρεις γιους του Αιγιμιού, του γιου του Δώρου, του γιου του Έλληνα και της νύμφης της Όρθρης Ορθρηίδας.
Από το όνομα του Δύμαντα οι Δωριείς που κατάγονταν απ’ αυτόν, σύμφωνα με τον Λυκόφρονα, λέγονταν «Δυμάντειος σπορά». Ο Δύμαντας θεωρείται επίσης επώνυμος ήρωας και οικιστής της πόλης Δύμη, η θέση της οποίας εντοπίζεται στη νότια ακτή του Πατραϊκού κόλπου.
γ) Κόρη του Δώρου ήταν ακόμη και η Ιφθίμη. Ο θεός Ερμής αγάπησε την Ιφθίμη και από την ένωσή του μαζί της γεννήθηκαν οι Σάτυροι, οι ακόλουθοι του θεού Διόνυσου.
Έτσι άλλη μία μακρότατη σειρά επώνυμων ηρώων και άλλων θεϊκών και μη θεϊκών οντοτήτων έλκουν την καταγωγή τους από το ίδιο κοινό προγονικό ζευγάρι του Έλληνα και της νύφης Ορθρηίδας.

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΞΟΥΘΟΥ

          Ο Ξούθος, ο τρίτος γιος του Έλληνα και της νύμφης Ορθρηίδας, διωγμένος από τα μέρη του από τ’ άλλα τ’ αδέλφια του, έφυγε από τη Θεσσαλία και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αττική. Εκεί παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Ερεχθέα, την Κρέουσα, και απόκτησε δυο αγόρια, τον Αχαιό και τον Ίωνα. Στην Αττική ο Ξούθος έχτισε τέσσερες πόλεις: την Οινόη, τον Μαραθώνα, τον Προβάλινθο και την Τρικόρινθο.
Μόλις όμως πέθανε ο Ερεχθέας, οι απόγονοί του, που διεκδικούσαν το θρόνο της Αθήνας, έδιωξαν τον Ξούθο από την Αθήνα. Τον έδιωξαν γιατί ο Ξούθος αντί να δώσει το θρόνο της Αθήνας στους απόγονους του Ερεχθέα, τον έδωσε στον Κέκροπα. Ο Ξούθος, μετά απ’ αυτό, παίρνοντας τα δυο του παιδιά πήγε στην Πελοπόννησο, στην περιοχή η οποία λεγόταν Αιγιαλεία και η οποία αργότερα ονομάστηκε Αχαΐα.
α) Ο Αχαιός, ο πρώτος γιος του Ξούθου, απόκτησε δυο αγόρια, τον Άρχανδρο και τον Αρχιτέλη. Τα δυο αυτά αγόρια του Αχαιού παντρεύτηκαν δυο κόρες του Δαναού. Ο Άρχανδρος πήρε την Σκαιά και ο Αρχιτέλης την Αυτομάτη.
Αργότερα ο Αχαιός επέστρεψε στην πατρίδα του, την Θεσσαλία, διεκδίκησε και πήρε το πατρικό του μερίδιο, το οποίο ονόμασε Αχαΐα. Είναι αυτή η περιοχή, της οποίας τη μυθολογία εξετάζουμε, που ονομάστηκε Αχαΐα Φθιώτιδα.
β) Ο Ίωνας, ο άλλος γιος του Ξούθου, έμεινε στην Πελοπόννησο και παντρεύτηκε την βασιλοπούλα της χώρας αυτής, την Ελίκη, την πανέμορφη κόρη του Σελινούντα. Από τον Ίωνα πήραν το όνομά τους οι Ίωνες.
Και αυτός όμως δεν έμεινε πολύ εκεί. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν πόλεμο με τους Ελευσίνιους, τον κάλεσαν κοντά τους να τους βοηθήσει. Ο Ίωνας δέχτηκε την πρόσκληση, πήγε στην Αθήνα, μπήκε αρχηγός στο στρατό των Αθηναίων και νίκησε τους Ελευσίνιους. Έτσι έγινε βασιλιάς και βασίλευε στην Αθήνα. Από το γάμο του με την Ελίκη απόκτησε τέσσερες γιους: τον Γελέοντα ή Τελέοντα, τον Αιγόκερω, τον Αργειάδη ή Αργάδη και τον Οπλέα.
Στον Ίωνα και στα τέσσερα αυτά παιδιά του οφείλουν την επωνυμία τους οι Ίωνες και οι τέσσερες φυλές τους στην Αττική. Οι φυλές των Ιώνων στην Αττική, όπως είναι γνωστό, ήταν οι Γελέοντες (απόγονοι του Γελέοντα), οι Αιγικορείς (απόγονοι του Αιγόκερω), οι Αργειαδείς ή Αργαδείς – οι οποίοι κατά τον Πλούταρχο λέγονταν και Εργάδεις – (απόγονοι του Αργειάδη ή Αργάδη) και οι Όπλητες (απόγονοι του Οπλέα). (Ηρόδοτος 5, 66).
Υπάρχει βεβαίως και μία άλλη διαφορετική άποψη η οποία, περιφρονώντας και παραβλέποντας την μυθολογική αυτή παράδοση, υποστηρίζει ότι οι τέσσερες φυλές των Ιώνων οφείλουν τα ονόματά τους στα επαγγέλματα που αυτές εξασκούσαν:
«Καί τάς φυλάς εἰσίν οἱ λέγοντες οὐκ ἀπό τῶν ῎Ιωνος υἱῶν, ἀλλά ἀπό τῶν γενῶν, εἰς ἃ διῃρέθησαν οἱ βίοι τό πρῶτον ὠνομάσθαι, τό μέν μάχιμον Ὁπλίτας, τό δέ ἐργατικόν Ἐργάδεις, δυοῖν δὲ τῶν λοιπῶν Γελέοντας μέν τούς γεωργούς, Αἰγικορεῖς δὲ τούς ἐπί νομαῖς καί προβατείαις διατρίβοντας». (Πλούταρχος, Σόλων 23).
Το πρόβλημα που προκύπτει για το ποια από τις δυο απόψεις είναι η ορθή, όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις, το παραβλέπουμε, αφού σκοπός μας είναι να καταγράψουμε απλά και μόνο, όσα μυθολογικά ακούσματα πότιζαν τις ψυχές των ανθρώπων της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Ακούγονταν και οι δύο απόψεις, η άποψη του μύθου και η άποψη της λογικής ερμηνείας. Τον απλό λαό γοήτευε ο μύθος. Αυτός ήταν και είναι πάντοτε πιο κοντά στην καρδιά του. Του αρέσει περισσότερο. Κάποιοι προσπαθούν, στο όνομα της προόδου και της διαφώτισης, στεγνώνοντας την καρδιά του, να του πουν την «αλήθεια» τους. Σιγά σιγά πάντοτε σχεδόν το καταφέρνουν. Ωστόσο αυτός μυστικά κρατάει μέσα στα βάθη της καρδιάς του τον μύθο.

Ξούθος – Κρέουσα – ΄Ιωνας

            Αναφέρουμε σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής ότι, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή – την οποία καλλιέργησαν και διέδωσαν οι Αθηναίοι θέλοντας να υποστηρίξουν την αυτοχθονία και την θεϊκή καταγωγή των βασιλιάδων τους – ο Ίωνας δεν ήταν γιος του Ξούθου αλλά του θεού Απόλλωνα.
Όλοι, όπως αναφέρθηκε, ήθελαν οι βασιλιάδες τους να έχουν θεϊκή καταγωγή. Στην προσπάθειά τους αυτή να δώσουν στους άρχοντές τους αθάνατους προγόνους, κατασκεύαζαν μύθους οι οποίοι με διάφορους τρόπους δικαιολογούσαν την θεϊκή τους γέννηση.
Ο σχετικός μύθος για την ανικανότητα του Ξούθου ν’ αποκτήσει απόγονους, είναι ένα καθαρά σκόπιμο δημιούργημα των τραγικών ποιητών της Αθήνας. Ο μύθος ακουγόταν πολύ και η ομορφιά της πλοκής του βοήθησε στην ευρύτερη διάδοσή του. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενισχυτικό της άποψής μας ότι πολλοί μύθοι διάφορων περιοχών είναι μεταγενέστερα σκόπιμα δημιουργήματα, τα οποία επέβαλλε σε βάρος των πρώτων δημιουργών η κυρίαρχη δύναμη κάποιων ισχυρών άλλων και η καλλιέπεια και η λογοτεχνική επεξεργασία με τις οποίες περιβλήθηκαν τα δημιουργήματα αυτά από τους τραγικούς ποιητές, τους δημιουργούς τους.
Είναι πολύ όμορφος ο μύθος του Ξούθου και της γυναίκας του Κρέουσας, όπως τον είχαν διαμορφώσει οι Αθηναίοι. Τον παραθέτουμε στη συνέχεια για να φανεί η διαφορά ανάμεσα στους σκοπίμως ή κατόπιν παραγγελίας διαμορφωμένους μύθους και στους αγνούς και ανόθευτους. Τον καταγράφουμε σ’ όλες του τις λεπτομέρειες, για να φανεί έτσι η διαφορά μεταξύ των «καλλιεργημένων» μύθων των προηγμένων και «καλλιεργημένων» λαών και των αγνών και ανόθευτων των «μη καλλιεργημένων», των «καθυστερημένων» λαών ως προς την καλλιέπεια και λογοτεχνική τους πλοκή. Η διαφορά αυτή είναι πάντοτε φυσικά υπέρ των πρώτων και είναι χαρακτηριστικό σημάδι διάκρισής τους.
«Μάζευε κρόκους η Κρέουσα και τους συγκέντρωνε στην ποδιά της. Είχε γεμίσει λοιπόν την ποδιά το κορίτσι από κρόκους και ετοιμαζόταν να γυρίσει στο σπίτι του. Ξαφνικά ένιωσε να την αγκαλιάζουν σφιχτά δυο αντρικά χέρια. Λαχτάρησε. Ήταν ο ίδιος ο Απόλλωνας. Την άρπαξε και με τη βία την οδήγησε σε μια σπηλιά που ήταν εκεί κοντά και το κακό που φοβόταν το κορίτσι έγινε.
Όταν πέρασαν οι μήνες και ήρθε η ώρα να γεννήσει, η Κρέουσα, κρυφά απ’ όλους γιατί δεν τολμούσε να μαρτυρήσει το κακό που την βρήκε πουθενά, πήγε στην γνωστή της σπηλιά κι εκεί γέννησε ένα αγοράκι. Το τύλιξε προσεκτικά και το σπαργάνωσε μέσα στο κεντημένο από την ίδια πέπλο της. Ύστερα σηκώθηκε κι έφυγε αφήνοντας το μωρό μόνο του μέσα στην σπηλιά.
Σε λίγο όμως μετάνιωσε. Μάνα ήταν, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ήθελε να δει το παιδί της. Ξεκίνησε κρυφά πάλι και ήρθε στη σπηλιά. Μπήκε μέσα με λαχτάρα. Πάγωσε από την τρομάρα της. Ούτε παιδί, ούτε πέπλο βρήκε. Ούτε όμως και αίματα είδε. Και αυτό, για εκείνη την ώρα τουλάχιστο, της φάνηκε καλό, γιατί ήταν σημάδι ότι το παιδί δεν το είχαν σπαράξει άγρια θηρία. Αυτός ήταν ο μεγάλος της φόβος και φαίνεται ότι αυτό δεν είχε γίνει. Η μόνη δυνατή εξήγηση που μπορούσε να δοθεί ήταν ότι κάποιος το είχε πάρει. Έτσι παρηγορήθηκε ότι ήταν δυνατό κάπου κάποτε να συναντήσει τον γιο της.
Πέρασαν χρόνια. Κανένας δεν είχε μάθει το μεγάλο μυστικό της Κρέουσας. Ούτε όμως και η Κρέουσα, αν κι έψαχνε πάντοτε, μπόρεσε κάτι να μάθει για το χαμένο παιδί της.
Αργότερα η Κρέουσα παντρεύτηκε και έγινε γυναίκα του Ξούθου, του γιου του Αίολου. Τα χρόνια όμως περνούσαν και δεν αποκτούσε παιδί με τον άντρα της. Η στενοχώρια της ήταν μεγάλη. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η στενοχώρια του άντρα της. Ο Ξούθος έπρεπε ν’ αποκτήσει οπωσδήποτε διάδοχο.
Ξεκίνησαν λοιπόν, ο Ξούθος και η Κρέουσα, όπως έκαναν όλοι σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν εξαντλούνταν τα γιατροσόφια και τα μαντζούνια όλων των μάγων και των μαγισσών, να πάνε στο Μαντείο των Δελφών να ρωτήσουν αν πρόκειται ν’ αποκτήσουν παιδί και τι πρέπει να κάνουν για το σκοπό αυτόν.
Ενώ λοιπόν ο Ξούθος καθόταν και κουβέντιαζε με τους ιερείς το πρόβλημα που τον απασχολούσε και τις διαδικασίες που θ’ ακολουθούσαν για να πάρουν το χρησμό του θεού, η Κρέουσα ανέβηκε μόνη της στο ιερό να προσευχηθεί. Εκεί είδε ένα όμορφο αγόρι που φορούσε ρούχα ιερέα. Τραγουδούσε ο νεαρός ιερέας ένα ύμνο στον θεό Απόλλωνα ενώ ετοιμαζόταν να καθαρίσει τον ιερό χώρο. Στα χέρια του κρατούσε μια χρυσή στάμνα με νερό.
Ο νέος ιερέας κοίταξε με καλοσύνη την ωραία και γεμάτη αριστοκρατική μεγαλοπρέπεια γυναίκα, την αρχόντισσα Κρέουσα. Κατάλαβε ότι η επισκέπτρια ήταν μια ξεχωριστή γυναίκα. Θαύμασε και η Κρέουσα με τη σειρά της την μεγάλη ομορφιά του ιερέα και έπιασαν οι δυο τους κουβέντα.
– Ασφαλώς κάποια μεγάλη αρχόντισσα θα είσαι, της είπε. Το παρουσιαστικό σου δείχνει αριστοκρατική καταγωγή. Πρέπει να είσαι πολύ ευνοημένη από τους θεούς και την τύχη.
– Μακάρι να ήταν, έστω και σ’ ένα μικρό μόνο μέρος τους, αληθινά τα λόγια σου, απάντησε λυπημένη η Κρέουσα. Κακή τύχη όμως και μεγάλη λύπη δέρνει εμένα και τον άντρα μου.
Μια μεγάλη λύπη απλώθηκε στα μάτια του νέου σαν άκουσε τα λόγια της ωραίας γυναίκας. Η Κρέουσα, βλέποντας την συμπάθεια απλωμένη στο πρόσωπο του ιερέα, ξαναβρήκε την ψυχραιμία και την αριστοκρατική της συμπεριφορά και ενδιαφέρθηκε για τη ζωή του νέου.
– Πώς εσύ, τόσο νέο και τόσο όμορφο παλικάρι, έχεις αφοσιωθεί στη λατρεία του θεού και μάλιστα με τόση αγάπη. Από ποιον τόπο και από ποιους γονείς περηφανεύεσαι πως είσαι;
Ο ιερέας απάντησε ότι τον λένε Ίωνα και δεν γνωρίζει ούτε ποιοι είναι οι γονείς του ούτε ποια είναι η πατρίδα του. Κάποιο πρωινό, πριν από αρκετά χρόνια, τον βρήκε η ιέρεια στο κεφαλόσκαλο του ναού του θεού και αυτή τον μεγάλωσε σαν αληθινή μητέρα του. Ήταν ευτυχισμένος και χαρούμενος, γιατί υπηρετούσε το θεό, γι’ αυτό και πάντοτε τραγουδούσε.
Η Κρέουσα εξομολογήθηκε και τα δικά της. Ο ιερέας τρόμαξε απ’ όσα του έλεγε η συμπαθητική αρχόντισσα. Ο άντρας της – όπως είπε η Κρέουσα – είχε έρθει να ρωτήσει τον Απόλλωνα με πιο τρόπο θα αποκτούσε γιο. Η ίδια όμως δεν θα ρωτούσε ποτέ της το θεό. Αυτή δεν ήρθε για το σκοπό αυτό. Αυτή έψαχνε να βρει τον χαμένο γιο της που ήταν γιος δικός της αλλά και γιος του. …. και ετοιμαζόταν να αναφέρει το όνομα του Απόλλωνα.
Σταμάτησε όμως απότομα. Δεν ήθελε να τα φανερώσει όλα. Δεν τόλμησε να φανερώσει το όνομα του πατέρα του παιδιού της. Δεν ήθελε να φανερώσει ότι πατέρας του ήταν ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Άλλαξε λοιπόν όσα έλεγε και είπε ότι έψαχνε να βρει το παιδί μιας φίλης της που ήταν και παιδί του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας, αν και το χαμένο παιδί της φίλης της, ήταν και δικό του παιδί, παράτησε την φίλη της μόνη και αυτή, μην ξέροντας τι να κάνει, άφησε μόνο του το παιδί που γέννησε. Σίγουρα τώρα θα είναι νεκρό, είπε Κρέουσα, αλλά η φίλη μου θέλει να το μάθει.
Ο νεαρός ιερέας φαινόταν νευριασμένος: δεν ήταν σωστό να κάθεται και να ακούει να κατηγορούν ένα θεό, τον θεό που με τόση πίστη και αφοσίωση υπηρετούσε τόσα και τόσα χρόνια από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, και μάλιστα να έρχονται στο ιερό του να ρωτήσουν τον ίδιο θεό που τον κατηγορούσαν για μια τόσο σκληρή αδιαφορία.
Εκείνη την ώρα έφτασε εκεί και ο Ξούθος. Ήταν χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Είχε πάρει το χρησμό του θεού. Είχε πάρει χρησμό να υιοθετήσει το πρώτο παιδί που θα έβλεπε βγαίνοντας από το ιερό. Βλέποντας λοιπόν τον νεαρό ιερέα έτρεξε να τον αγκαλιάσει λέγοντας εσύ είσαι ο γιος μου, μου το είπε πριν από λίγο ο Απόλλωνας.
Ο νεαρός ιερέας σάστισε και τραβήχτηκε πίσω. Η Κρέουσα, λίγο αγανακτισμένη και θυμωμένη που ο άντρας της είχε γιο, ρώτησε;
– Γιος σου είναι; Και ποια είναι η μητέρα του;
– Δεν ξέρω, Ξέρω μόνο ότι είναι γιος μου. Ίσως μου τον χάρισε ο θεός.
Τότε έφτασε και η γερόντισσα ιέρεια η οποία πριν πολλά χρόνια είχε βρει ένα μωρό στα σκαλιά του ιερού του Απόλλωνα. Στα χέρια της κρατούσε ένα πέπλο και ένα κοριτσίστικο μανδύα.
Η Κρέουσα αναπήδησε. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα καθώς κοίταζε τα χέρια της ιέρειας.
Η σεβαστή γερόντισσα ιέρεια πλησίασε στον νεαρό ιερέα και του είπε:
–                   Παιδί μου, τώρα που θα πας κοντά στον πατέρα σου στην Αθήνα πρέπει να πάρεις και αυτά μαζί σου. Είναι τα ρούχα μέσα στα οποία ήσουν τυλιγμένος όταν σε βρήκα στα σκαλιά του ναού.
– Θα είναι τα ρούχα με τα οποία με τύλιξε η μητέρα μου, είπε ο ιερέας. Θα τα πάρω και θα ψάξω σ’ όλο τον κόσμο να τη βρω.
Η Κρέουσα είχε συνέλθει από τη λαχτάρα της. Πετάχτηκε και αγκάλιασε τον ιερέα:
– Παιδί μου, φώναξε, και τον τύλιξε στα μπράτσα της.
Ο Ίωνας προσπάθησε να απαλλαχτεί.
– Πρέπει να είναι τρελή! Πάρτε την, φώναξε.
–                  Δεν είμαι τρελή, φώναζε η Κρέουσα. Κράτα τον πέπλο να σου φανερώσω ένα ένα όλα τα κεντίδια που έχω κεντήσει πάνω του με τα χέρια μου. Είναι ο δικός μου πέπλος.
Δεν άργησε να γίνει η διαπίστωση. Ο Ίωνας έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας του αλλά πάλι κάποια αμφιβολία τον θέρισε:
– Μα τότε, αν είσαι εσύ η μητέρα μου, πώς ο Απόλλωνας είπε ότι είμαι γιος του Ξούθου.
– Δεν είπε ότι είσαι γιος του Ξούθου. Σε χάρισε ο Απόλλωνας στον Ξούθο.
Ξαφνικά μια ουράνια λάμψη έκανε όλους να στραφούν προς τα πάνω. Ήταν η θεά Αθηνά.
– Με στέλνει ο Απόλλωνας να σας πω ότι ο Ίωνας είναι γιος του αλλά πρέπει να γίνει και γιος του Ξούθου. Αυτός τον πήρε μωρό από τη σπηλιά και το έφερε εδώ να το προστατέψει. Πάρτε τον μαζί σας στην Αθήνα. Έτσι πρέπει να γίνει, γιατί είναι άξιος να βασιλέψει εκεί»
Μία άλλη εκδοχή του μύθου αυτού λέει ότι ο Ξούθος ονόμασε τον νεαρό ιερέα που συνάντησε βγαίνοντας από το ιερό Ίωνα επειδή ««ἰόντι συνήντετο» επειδή δηλαδή τον συνάντησε καθώς περπατούσε.
Στη σπηλιά όπου ο Απόλλωνας ενώθηκε με την Κρέουσα, την κόρη του Ερεχθέα, υπήρχε ιερό του Απόλλωνα, όπως μας το βεβαιώνει ο Παυσανίας (Ι, 28, 4).
«Καταβάσι δέ οὐκ ἐς τήν κάτω πόλιν ἀλλ’ ὅσον ὑπό τά προπύλαια πηγή τε ὕδατός ἐστι καί πλησίον Ἀπόλλωνος ἱερόν ἐν σπηλαίῳ Κρεούςῃ δέ θυγατρί Ἐρεχθέως Ἀπόλλωνα ἐνταῦθα συγγενέσθαι νομίζουσι».
Δηλαδή: Κατεβαίνοντας κανείς όχι ως την κάτω πόλη, αλλά αμέσως κάτω από τα προπύλαια συναντά μία πηγή νερού και κοντά σ’ αυτήν ένα ιερό του Απόλλωνα μέσα σε σπηλιά. Πιστεύουν πως εδώ ο Απόλλωνας συνευρέθη με την Κρέουσα, την κόρη του Ερεχθέα.
Όλα τα παραπάνω τα μυθόπλασε ο Ευριπίδης, γιατί έτσι μπορούσε να ικανοποιήσει τους Αθηναίους οι οποίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν για τους βασιλιάδες τους θεϊκή καταγωγή.
Ωστόσο τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα μυθόπλασε ο Ευριπίδης. Ο Ξούθος και η Κρέουσα είχαν αποκτήσει δύο δικά τους παιδιά, τον Αχαιό και τον Ίωνα. Μας το βεβαιώνουν ο Στράβωνας (8, 383), ο Απολλόδωρος (1, 7, 3) και ο Παυσανίας (7, 1, 2). Το είδαμε και πιο πάνω.
Είναι φανερό ότι ο παραπάνω μύθος είναι ένα δείγμα των κατασκευασμένων από τους τραγικούς ποιητές πλαστούς μύθους για τους δικούς τους σκοπούς και επιδιώξεις.
Ωστόσο η κατασκευή τέτοιων πλαστών μύθων και η ευρύτερη διάδοσή τους έγιναν αιτία να λησμονηθούν οι αρχικοί και ανόθευτοι μύθοι κάποιων τόπων που δεν είχαν την δύναμη και τις δυνατότητες να τις κάνουν γνωστές. Δεν είχαν καν τη δύναμη και τη διάθεση να διαμαρτυρηθούν και να φωνάξουν για την παραποίηση.
Έτσι αυτοί οι αγνοί μύθοι των αδύναμων και πολιτιστικά καθυστερημένων λαών λεηλατήθηκαν και αρπάχτηκαν και αλλοιώθηκαν από άλλους λαούς που ήταν ισχυροί και είχαν τα κατάλληλα μέσα και τους κατάλληλους ανθρώπους, γιατί έτσι εξυπηρετούνταν τα συμφέροντά τους. Έτσι αλλοιώθηκε η αγνή, πραγματική και αυθεντική ψυχή του λαού και μαζί μ’ αυτήν βεβαίως και η όποια ιστορική αλήθεια κρυβόταν στους μύθους που έπλαθε.

Η καταγωγή των Ελλήνων

               Σχετικό και επιβεβαιωτικό της καταγωγής των Ελλήνων από τον Έλληνα, το γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, είναι και το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα της αρχαιοελληνικής γραμματείας που μας βεβαιώνει ότι από τον Έλληνα, τον φιλοπόλεμο βασιλιά, γεννήθηκαν ο Δώρος, ο επώνυμος ήρωας των Δωριέων, ο Ξούθος, από τον οποίον αργότερα γεννήθηκαν ο Ίωνας, ο επώνυμος ήρωας των Ιώνων και ο Αχαιός, ο επώνυμος ήρωας των Αχαιών, και ο Αίολος, ο καβαλάρης πολεμιστής, ο επώνυμος ήρωας των Αιολέων, από τον οποίον και κατάγονταν οι βασιλιάδες που απένειμαν το δίκαιο ο Αθάμαντας, ο Σίσυφος, ο Σαλμωνέας και ο Περιήρης:
«Ἕλληνος δέ ἐγένοντο φιλοπτολέμου βασιλῆος
Δῶρός τε Ξοῦθός τε καί Αἴολος ἱππιοχάρμης.
Αἰολίδαι δ’ ἐγένοντο θεμιστοπόλοι βασιλῆες
Κρηθεύς ἠδ’ Ἀθάμας καί Σίσυφος αἰολόμητις
Σαλμωνεύς τ’ ἄδικος καί ὑπέρθυμος Περιήρης». (Hesiodi Carmina, Αποσπάσματα, Ηοίαι 7 (27), έκδ. Lipsiae MCMII (1902), σελ. 132 – 133).
Δηλαδή: «Από τον Έλληνα, φιλοπόλεμο βασιλιά, έγιναν (γεννήθηκαν) και ο Δώρος και ο Ξούθος και ο έφιππος μαχόμενος Αίολος. Παιδιά του Αίολου ήταν οι δικαστές βασιλιάδες Κρηθέας και Αθάμαντας και ο ποικιλόβουλος Σίσυφος και ο άδικος Σαλμωνέας και ο ανδρείος Περιήρης»
Μητέρα πραγματική του Ίωνα και του Αχαιού, από τον Ξούθο, ήταν, κατά μία εκδοχή, την οποία είδαμε πιο πάνω, η Κρέουσα, η κόρη του Ερεχθέα και της Πραξιθέας.
Ωστόσο ο Ευριπίδης, στην τραγωδία του «Ίων», αμφισβητώντας την παραπάνω εκδοχή για τους δικούς του ασφαλώς λόγους, λέει ότι ο Ξούθος δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και ότι η Κρέουσα ενώθηκε με τη βία με το θεό Απόλλωνα σε μια σπηλιά κάτω από την Ακρόπολη και έτσι γεννήθηκε ο Ίωνας.
Για να δικαιολογήσει δε το πώς ο Ίωνας ήταν παιδί του Ξούθου λέει ότι πήγαν στο μαντείο των Δελφών και ο Ξούθος, έπειτα από το χρησμό που έλαβε εκεί, αναγνώρισε τον Ίωνα για δικό του παιδί (Ευριπίδης, Ἴων, στ. 5301), όπως είδαμε να περιγράφεται με λεπτομέρειες παραπάνω.
Είναι μία από τις πολλές χαρακτηριστικές περιπτώσεις κατά τις οποίες – όπως προαναφέραμε – διάφοροι άρχοντες και βασιλιάδες, προκειμένου ν’ αυξήσουν το κύρος τους απέναντι στους υπηκόους τους και ν’ αποτρέψουν επικίνδυνες αμφισβητήσεις τους, παράγγειλαν σε τραγωδοποιούς να δημιουργήσουν έργα στα οποία θα παρουσίαζαν τον φυσικό τους πατέρα ανίκανο να τεκνοποιήσει και να σκηνοθετήσουν, σε αντικατάστασή του, θεϊκή επίσκεψη στη μητέρα τους.
Σε απόσπασμα του Ησιόδου διαβάζουμε ότι οι απόγονοι του Δευκαλίωνα βασίλευαν στη Θεσσαλία:
«Οἱ ἀπὸ Δευκαλίωνος τὸ γένος ἔχοντες ἐβασίλευον Θεσσαλίας, ὥς φησιν Ἑκαταῖος καὶ Ἡσίοδος». (Hesiodι, ό. π. 8 (28) σελ. 133).
O Έλληνας, ο γιος του Δευκαλίωνα (ή του Δία), ίδρυσε στην περιοχή στην οποία αποβιβάστηκαν οι γονείς του, την επώνυμή του πόλη και πρωτεύουσα του βασιλείου του «Ελλάδα».
Αυτή όμως, είτε ήταν πόλη, όπως πιστεύουν μερικοί, είτε ήταν χώρα, όπως νομίζουν άλλοι (θέμα που δεν το αντιμετωπίζουμε στη θέση αυτή) βρισκόταν, πέρα από κάθε αμφιβολία και άσχετα με μικροδιαφορές των ειδικών ως προς την ακριβή θέση της, στην Αχαΐα Φθιώτιδα. Γιατί και αν ακόμη ο ισχυρισμός των κατοίκων της Μελιταίας, που είδαμε πιο πάνω, δεν αληθεύει, υπάρχουν και οι Φαρσάλιοι, της ίδιας πάντοτε περιοχής, που ισχυρίζονταν ότι η Ελλάδα ήταν στην περιοχή τους.
Το σχετικό απόσπασμα του Στράβωνα μας δίνει και άλλες χρήσιμες σχετικές πληροφορίες:
«Αὐτά δέ λεχθέντα περί τῶν ὑπ’ <Ἀχιλλεῖ> ἐν ἀντιλογίᾳ ἐστί. Τό τε γάρ Ἄργος τό Πελασγικόν <οἱ μὲν> καί πόλιν δέχονται Θετταλικήὴν περὶ Λάρισαν ἱδρυμένην ποτὲ νῦν δ’ οὐκέτι οὖσαν• οἱ δ’ οὐ πόλιν ἀλλά τό τῶν Θετταλῶν πεδίον οὕτως ὀνοματικῶς λεγόμενον, θεμένου τοὔνομα Ἄβαντος ἐξ Ἄργους δεῦρ’ ἀποικίσαντος. Φθίαν τε οἱ μέν τήν αὐτήν εἶναι τῇ Ἑλλάδι καί Ἀχαΐᾳ, ταύτας δ’ εἶναι διατεμνομένης τῆς συμπάσης Θετταλίας θάττερον μέρος τό νότιον, οἱ δὲ διαιροῦσιν. Ἕοικε δ’ ὁ ποιητής δύο ποιεῖν τήν τε Φθίαν καί τήν Ἑλλάδα, ὅταν οὕτως φῇ «οἱ τ‘ εἶχον Φθίην ἠδ’ Ἑλλάδα», ὡς δυοῖν οὐσῶν• καὶ ὅταν οὕτως «φεῦ<γον> ἔπειτ’ άπάνευθε δι’ Ἑλλάδος εὐρυχόροιο. Φθίην δ’ ἐξικόμην», καὶ ὅτι πολλαί <Ἀχαιίδε>ς εἰσίν ἀν’ Ἑλλάδα τε Φθίην τε». Ὁ μέν οὖν ποιητὴς δύο ποιεῖ, πότερον δέ πόλεις ἤ χώρας ὑποδηλοῖ. Οἱ δ’ ὕστερον τὴν Ἑλλάδα οἱ μέν εἰπόντες χώραν διατετάσθαι φασίν εἰς τάς Θήβας τάς Φθιώτιδας ἀπό Παλαιοφαρσάλου (ἐν δὲ τῇ χώρᾳ ταύτῃ καί τό Θετίδειον ἔστι πλησίον τῶν Φαρσάλων ἀμφοῖν τῆς τε παλαιᾶς καί τῆς νέας, κἀκ τοῦ Θετιδείου τεκμαιρόμενοι τῆς ὑπό τῷ Ἀχιλλεῖ μέρος εἷναι καί τήνδε τήν χώραν), οἱ δέ εἰπόντες πόλιν Φαρσάλιοι μέν δεικνύουσιν ἀπό ἑξήκοντα σταδίων τῆς ἑαυτῶν πόλεως κατεσκαμμένην πόλιν ἣν πεπιστεύκασιν εἶναι τὴν Ἑλλάδα».
Δηλαδή: «Αυτά που είπε ο Όμηρος για τις χώρες που ήταν υπό την κυριαρχία του Αχιλλέα δημιουργούν πολλές αντιλογίες. Το «Άργος το Πελασγικόν», που σύμφωνα με μερικούς δηλώνει πόλη θεσσαλική κοντά στη Λάρισα η οποία δεν υπάρχει τώρα και σύμφωνα με άλλους θα μπορούσε να είναι απλή ονομασία πόλης αλλά θα ήταν γενική ονομασία της θεσσαλικής πεδιάδας που υπενθύμιζε την εγκατάσταση εδώ των Αργείων αποίκων υπό την αρχηγία του Άβαντα. Η ίδια διαφωνία υπάρχει και για τη Φθία, διότι, ενώ άλλοι την ταυτίζουν με την Ελλάδα και την Αχαΐα και υποστηρίζουν ότι με τις τρεις αυτές ονομασίες ο ποιητής φανερώνει μία από τις μεγάλες υποδιαιρέσεις της Θεσσαλίας, δηλαδή το μισό προς τον νότο, άλλοι βλέπουν εδώ τρία ονόματα και τρεις χώρες. Πράγματι ο ποιητής φαίνεται ότι θέλει να διακρίνει την Φθία από την Ελλάδα όταν λέει: «εκείνοι επίσης από τη Φθία και την Ελλάδα όπου υπάρχουν ωραίες γυναίκες» σα να επρόκειτο για δύο διαφορετικές περιοχές.

Και αλλού λέει: «έφυγα τότε μακριά και διασχίζοντας τις απέραντες εκτάσεις έφθασα ύστερα από λίγο στη Φθία» και αλλού ακόμη «οι γυναίκες των Αχαιών δε λείπουν στην Ελλάδα ούτε στη Φθία.» Καίτοι δε ο ποιητής χρησιμοποιεί δύο ονομασίες, δε δηλώνει εάν με αυτές εννοεί πόλεις ή χώρες. Μεταξύ των νεοτέρων άλλοι μεν υποστηρίζουν ότι η ονομασία Ελλάδα ήταν ονομασία χώρας και φανέρωνε όλη την περιοχή που απλώνεται από Παλιοφάρσαλα μέχρι τις Φθιώτιδες Θήβες. Επειδή δε στο μέρος αυτό μεταξύ Παλιοφαρσάλων και Νεοφαρσάλων υπάρχει ονομασία Θετίδειον, συμπέραναν από μόνο αυτή την ονομασία ότι όλη η περιοχή αυτή αποτελούσε μέρος της χώρας της εξουσίας του Αχιλλέα. Άλλοι αντίθετα υποστηρίζουν ότι η αρχαία Ελλάδα ήταν πόλη, ενώ οι κάτοικοι των Φαρσάλων δείχνουν σε απόσταση εξήντα σταδίων από την πόλη τους πόλη ερειπωμένη την οποία δε διστάζουν να ταυτίσουν με την Ελλάδα».
Σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου η οποία ακουγόταν στα μέρη της Αχαΐας Φθιώτιδας ιδρυτής της πόλης Φθία ήταν ο Φθως, ο γιος του Αχαιού και δισέγγονος του Έλληνα, και ιδρυτής της πόλης Ελλάς, ο Έλληνας, ο γιος του Δευκαλίωνα.
Από την άποψη αυτή, εάν υποθέσουμε πως αρχαιότερος γενεαλογικά ιδρυτής μιας πόλης σημαίνει και αρχαιότερη πόλη, θα πρέπει τότε να θεωρηθεί ότι η Φθία ήταν πολύ νεότερη πόλη σε σχέση με την Ελλάδα.
Ως προς το ζήτημα αυτό, εάν δηλαδή η Ελλάδα και η Φθία ήταν πόλεις ή χώρες, νομίζουμε ως σωστότερη την άποψη – χωρίς να θέλουμε να υπεισέλθουμε στο σχετικό πρόβλημα με κατάθεση δικής μας άποψης – ότι πρέπει να συνέβαιναν και τα δύο. Υπήρχε πόλη που λεγόταν Ελλάδα και η οποία ήταν «πρωτεύουσα» μιας χώρας που επίσης λεγόταν Ελλάδα, όπως υπήρχε και πόλη που λεγόταν Φθία και ήταν «πρωτεύουσα» μιας χώρας που λεγόταν Φθία.
Πάντως, ανεξάρτητα από τα προβλήματα και τις διαφορετικές απόψεις που διατυπώνονται, όλοι συμφωνούν ότι οι δύο αυτές πόλεις και περιοχές ήταν γύρω από τον ορεινό όγκο της Όρθρης.

Και αυτό είναι εκείνο το οποίο στην περίπτωσή μας ενδιαφέρει, αφού στόχος μας δεν είναι η εξέταση και προπαντός η λύση των ιστορικών προβλημάτων αλλά η επισήμανση της σπουδαιότητας των μυθολογικών αναφορών της περιοχής της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο ο Δευκαλίωνας ήταν βασιλιάς «τῶν περί τήν Φθίαν τόπων»
Για τον Έλληνα μας μιλάει και ο Θουκυδίδης, ο οποίος τον παρουσιάζει μάλιστα όχι πρόσωπο της μυθολογίας αλλά ως φυσικό υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο αγωνίστηκε προκειμένου να επιβληθεί και ότι πρώτοι οι υπήκοοι του Αχιλλέα της Αχαΐας Φθιώτιδας είχαν το όνομα Έλληνες και από αυτούς μετά το πήραν και όλοι οι άλλοι:
«Ἕλληνος δέ καί τῶν παίδων αὐτοῦ ἐν τῇ Φθιώτιδι ίσχυσάντων, καί ἐπαγομένων αὐτούς ἐπ’ ὠφελείᾳ ἐς τάς ἄλλας πόλεις, καθ’ ἑκάστους μέν ἤδη τῇ ὁμιλίᾳ μᾶλλον καλεῖσθαι Ἕλληνας, οὐ μέντοι πολλοῦ γε χρόνου ἐδύνατο καί ἅπασιν ἐκνικῆσαι. Τεκμηριοῖ δέ μάλιστα Ὅμηρος• πολλῷ γάρ ὕστερον ἔτι καί τῶν Τρωικῶν γενόμενος οὐδαμοῦ <οὕτω> τούς ξύμπαντας ὠνόμασεν οὐδ’ ἄλλους ἤ τούς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἳπερ καί πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν». (Θουκυδίδου Ιστοριών Α , 3. 2-3).
Δηλαδή «Όταν δε ο Έλληνας και τα παιδιά του απόκτησαν μεγάλη δύναμη στη Φθιώτιδα και οι άνθρωποι τους καλούσαν σε άλλες πόλεις για βοήθεια, καθένας χωριστά μεν στην αρχή, από την συναναστροφή τους (με τον Έλληνα και τους δικούς του) ονομάζονταν Έλληνες, αλλά δεν μπορούσε να γίνει αυτό με όλους πριν περάσει αρκετός χρόνος. Το τεκμηριώνει αυτό ιδιαιτέρως ο Όμηρος. Διότι επειδή έζησε πολύ αργότερα από τον Τρωικό Πόλεμο πουθενά δεν ονόμασε έτσι όλους αλλά μόνο τους συντρόφους του Αχιλλέα από τη Φθιώτιδα, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι Έλληνες».
Και ο Θουκυδίδης λοιπόν, όπως βλέπουμε, με τις μαρτυρίες του, έρχεται να ενισχύσει την ίδια άποψη.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (9η συνέχεια)

ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΡΗΙΔΑΣ  (Συνέχεια)

5. Ο μύθος των Π(ε)λειάδων

Η Μερόπη, η γυναίκα του Σίσυφου, ήταν, όπως είπαμε, κόρη του Άτλαντα, εκείνου του περίφημου γίγαντα που είχε καταδικαστεί να κρατάει στους ώμους του τις δυο κολώνες που στήριζαν τον ουρανό: «Ἄτλαντος δέ καί τῆς Ὠκεανοῦ Πληιόνης ἐγένοντο θυγατέρες ἑπτά ἐν Κυλήνῃ τῆς Ἀρκαδίας, αἱ Πληιάδες προσαγορευθεῖσαι, Ἀλκυόνη, Μερόπη, Κελαινώ, Ἠλέκτρα, Στερόπη, Ταϋγέτη, Μαῖα». (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 3. 10, 10).
Η Μερόπη είχε λοιπόν άλλες έξι αδερφές. Όλες είναι γνωστές με το όνομα Πλειάδες ή Πληιάδες γιατί η μητέρα τους λεγόταν Πλειόνη ή, σύμφωνα με άλλες εκδοχές, Πληιόνη. Οι εφτά αυτές κόρες ήταν η Αλκυόνη, η Μερόπη, η Κελαινώ, η Ηλέκτρα, η Στερόπη ή Αστερόπη, η Ταϋγέτη και η Μαία:
«Τηϋγέτη τ’ ἐρόεσσα καί Ἠλέκτρη κυανῶπις Ἀλκυόνη τε καί Ἀστερόπη δίη τε Κελαινὼ Μαῖά τε καὶ Μερόπη, τάς γείνατο φαίδιμος Ἄτλας». (Hesiodi Carmina, Lipsiae 1902, σελ. 212, απόσπασμα 275 (12)). Η Μαία ήταν αυτή που έγινε μητέρα του θεού Ερμή.
Όλες οι θυγατέρες του Άτλαντα είχαν παντρευτεί με θεούς. Μία μόνο από αυτές είχε ξεπέσει και είχε παντρευτεί θνητό. Ήταν η Μερόπη που παντρεύτηκε τον Σίσυφο. Η Μερόπη πολύ στενοχωριόταν που μόνο αυτή είχε θνητό άντρα, ενώ όλες οι αδερφές της είχαν άντρες θεούς και ντρεπόταν γι’ αυτό.
Αλλά και όλες μαζί οι αδερφάδες Πλειάδες είχαν μια μεγάλη στενοχώρια. Δεν μπορούσαν να βλέπουν τον αγαπημένο τους πατέρα, τον Άτλαντα, να βασανίζεται σ’ όλη του τη ζωή κρατώντας στους ώμους του τις κολώνες που κράταγαν τον ουρανό πάνω από τον κόσμο. Για το λόγο αυτό οι θεοί τις λυπήθηκαν και τις έκαναν αστέρια. Τις έβαλαν όλες μαζί ν’ αποτελούν έναν αστερισμό που λέγεται Πλειάδες. Είναι η γνωστή στον λαό μας, από τα παραμύθια του, Πούλια. Είναι ο «εφταπάρθενος χορός» των σημερινών παραμυθιών του λαού μας.
Ένα παραμύθι, που ακούγεται ακόμα και στην εποχή μας στην περιοχή του Αλμυρού, λέει τα εξής:
«Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν ένα πολύ όμορφο κορίτσι που το έλεγαν Πούλια. Ύστερα από πολλά χρόνια πέθανε η βασίλισσα κι ο βασιλιάς πήρε άλλη γυναίκα. Η καινούργια βασίλισσα γέννησε ένα αγόρι που το είπαν Αυγερινό. Η καινούργια βασίλισσα αγαπούσε πολύ το δικό της παιδί, τον Αυγερινό, αλλά δεν αγαπούσε καθόλου την Πούλια. Καθημερινά την βασάνιζε, την έβαζε να κάνει όλες τις σκληρές δουλειές και την άφηνε νηστική. Κάποτε μάλιστα πήρε την απόφαση να την σκοτώσει. Αυτό το έμαθε ο Αυγερινός και το φανέρωσε στην Πούλια. Τότε ο Αυγερινός και η Πούλια αποφάσισαν να φύγουν μαζί μακριά από το παλάτι. Πριν όμως ξεκινήσουν της είπε ο Αυγερινός να ρωτήσουν κάποια μάγισσα να τους φανερώσει τι πρέπει να κάνουν. Έτσι και έγινε. Η μάγισσα έδωσε στην Πούλια ένα μαχαίρι, μια χτένα κι ένα σακούλι αλάτι. Όταν θα σας κυνηγάει και θα σας πλησιάσει να σας πιάσει η βασίλισσα θα πετάξεις πρώτα το μαχαίρι, ύστερα τη χτένα και τέλος το αλάτι, τους είπε η μάγισσα.
Η Πούλια κι ο Αυγερινός ξεκίνησαν να φύγουν. Η κακιά βασίλισσα τους είδε που έφυγαν και άρχισε να τους κυνηγάει. Μόλις πλησίασε η κακιά βασίλισσα να φτάσει τα δυο παιδιά, η Πούλια έριξε πίσω της το μαχαίρι. Αμέσως εκεί που έπεσε το μαχαίρι παρουσιάστηκε ένας βάλτος. Η κακιά βασίλισσα δυσκολεύτηκε και άργησε να περάσει τον βάλτο. Έτσι τα δυο παιδιά πρόφτασαν κι απομακρύνθηκαν λίγο. Πάλι όμως τα πλησίασε και τα παιδιά κινδύνευαν να πιαστούν. Η Πούλια έριξε τότε πίσω της τη χτένα. Αμέσως φύτρωσε ένα πολύ πυκνό δάσος πίσω τους. Η κακιά βασίλισσα παιδεύτηκε πολύ μέχρι να διασχίσει το πυκνό δάσος και καθυστέρησε για μια ακόμα φορά. Τα δυο παιδιά πρόφτασαν κι ξέφυγαν μακριά. Πάλι όμως η βασίλισσα τα πλησίασε και σε λίγο θα τα έπιανε. Τότε η Πούλια έριξε και το αλάτι. Αμέσως εκεί που έπεσε το αλάτι δημιουργήθηκε μια μεγάλη λίμνη. Η κακιά βασίλισσα τούτη τη φορά δεν μπόρεσε να περάσει την λίμνη κι έμεινε πίσω. Τότε καταράστηκε μουρμουριστά τον Αυγερινό γιατί ακολούθησε την Πούλια: Να διψάς σ’ όλη σου τη ζωή, να πίνεις νερό από τις λακκούβες που κάνουν οι πατημασιές των ζώων και να γίνεσαι σαν κι αυτά. Τα λόγια αυτά δεν τ’ άκουσε ο Αυγερινός. Τ’ άκουσε όμως η Πούλια.
Στο δρόμο που πήγαιναν δίψασε ο Αυγερινός. Μπροστά τους βρήκαν μια πατημασιά από λύκο που είχε νερό. Η Πούλια δεν τον άφησε να πιει γιατί θα γινόταν λύκος. Πιο πέρα βρήκαν μια πατημασιά από λαγό αλλά η Πούλια δεν τον άφησε και πάλι να πιει για να μη γίνει ο Αυγερινός λαγός. Ύστερα βρήκαν μια πατημασιά από αρνάκι. Η Πούλια δεν πρόσεξε κι ο Αυγερινός έσκυψε και ήπιε. Αμέσως ο Αυγερινός έγινε ένα αρνάκι που βέλαζε και πήγαινε πίσω από την Πούλια. Όταν είδε το κακό που έγινε η Πούλια αγκάλιασε το αρνάκι κι έκλαιγε πολύ.
Το βράδυ σταμάτησαν κι ανέβηκαν σ’ ένα δέντρο να περάσουν τη νύχτα και να γλιτώσουν από τους λύκους. Έλαμπε ο τόπος από την ομορφιά της Πούλιας. Το βασιλόπουλο εκείνης της χώρας είδε την λάμψη, πήγε εκεί κοντά, είδε την Πούλια και είπε στους στρατιώτες τους να την φέρουν στο παλάτι του.
– Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου, της είπε.
– Θέλω απάντησε αυτή αλλά θέλω να έχω μαζί μου και το αρνάκι μου.
Το βασιλόπουλο έφερε και το αρνάκι και το έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο. Η βασίλισσα της χώρας όμως, η μητέρα δηλαδή του βασιλόπουλου, δεν αγαπούσε την Πούλια. Έτσι μια μέρα που έλειπε το βασιλόπουλο την πήρε τάχα να πάνε μαζί βόλτα και την έριξε σ’ ένα πηγάδι. Ύστερα γύρισε στο παλάτι και πήρε να σφάξει το αρνάκι. Το αρνάκι πρόφτασε και φώναξε δυνατά: Πούλια με σφάζουν. Άκουσε η Πούλια μέσα απ’ το πηγάδι και παρακάλεσε να βγάλει φτερά και να πετάξει να φτάσει γρήγορα. Έτσι έγινε. Δεν πρόφτασε όμως. Είχαν σφάξει το αρνάκι κι έβαλαν και το μαγείρεψαν. Κάθισαν ύστερα κι έφαγαν. Η Πούλια δεν έφαγε. Μάζεψε μόνο τα κόκαλα και τα έθαψε στον κήπο.
Εκεί που έθαψε τα κόκαλα φύτρωσε μια πορτοκαλιά που έγινε ψηλή ίσαμε το παλάτι κι έβγαλε ένα μόνο πορτοκάλι στην κορυφή της. Πήγε η βασίλισσα να κόψει το πορτοκάλι και τα κλαδιά της πορτοκαλιάς έγειραν και της έβγαλαν τα μάτια. Πήγε η Πούλια να κόψει το πορτοκάλι και τα κλαδιά έγειραν απαλά μόνα τους μέχρι που το πορτοκάλι έπεσε στην αγκαλιά της.
– Σφίξε με σφιχτά, Πούλια, φώναξε το πορτοκάλι να πάμε ως τον Ουρανό. Έπειτα τα δυο αδελφάκια αγκαλιασμένα άρχισαν να πετάνε ως τον ουρανό κι έγιναν αστέρια. Είναι τα δυο αστέρια που βλέπουμε εκεί ψηλά, o Αυγερινός και η Πούλια.»
Ο λαός μας ονομάζει τον αστερισμό των Πλειάδων και «Εφταπάρθενος χορός», γιατί είναι ένας χορός από εφτά κορίτσια. Όποιος κοιτάξει στον ουρανό όμως, όσο προσεκτικά κι αν παρατηρήσει βλέπει μόνο έξι αστέρια. Είναι τ’ αστέρια των έξι αδερφάδων της Μερόπης. Η Μερόπη, και ως αστέρι ακόμη, επειδή εξακολουθεί να ντρέπεται που μόνη αυτή από όλες τις αδερφάδες της πήρε άντρα θνητό, κρύβεται. Δεν θέλει να την βλέπουν οι άνθρωποι.
Υπήρχε και ένας ακόμη μύθος, διαφορετικός, για τις Πλειάδες.
Επειδή οι Πλειάδες στενοχωριούνταν για τα βασανιστήρια του πατέρα τους παρακάλεσαν τον Δία και τις έκανε πουλιά. Έγιναν περιστέρια. Λέγονταν Πελειάδες που θα πει περιστέρια. Από το Πελειάδες έγινε το Πλειάδες. Έτσι εξηγούσε αυτή η εκδοχή το όνομά τους.
Μία άλλη εκδοχή του ίδιου μύθου έλεγε τα πράγματα διαφορετικά.
Οι Πλειάδες ήταν εκείνες που έτρεφαν, κουβαλώντας του τροφή, τον Δία, όταν αυτός ήταν ακόμη μωρό και κρυβόταν στην Κρήτη να μην τον βρει ο πατέρας του Κρόνος. Ο Δίας για να τις ευχαριστήσει για τις υπηρεσίες που του πρόσφεραν τις έκανε περιστέρια (Πελειάδες). Η σημερινή λαϊκή ονομασία των Πλειάδων «Πούλια» (δηλ. πουλιά) φαίνεται να συμφωνεί με αυτή την εκδοχή.
Οι Πελειάδες, κατά μία άλλη μυθολογική εκδοχή, ήταν αρχαιότατες μάντισσες που ζούσαν πριν ακόμη από την περίφημη Φημονόη, (Σημ. Η Φημονόη ήταν κόρη του Απόλλωνα και η πρώτη Πυθία. Λένε ότι αυτή είχε εφεύρει τον εξάμετρο στίχο και αυτή ήταν που είχε γράψει στο δελφικό μαντείο το «γνώθι σαυτόν») που ήταν η πρώτη μάντιδα του Απόλλωνα: «Πρώτην δε Φημονόην γενέσθαι φασί Πυθίαν» (Στράβων θ 3, 5).
Αυτή η ύπαρξή τους από τα πανάρχαια ακόμα χρόνια και η «προτερική» θεϊκή τους υπόσταση αποδεικνύεται από το ότι αυτές παρουσιάζονται να λατρεύουν υμνώντας την πανάρχαια θεά Μητέρα Γαία:
«Τάς Πελειάδας δέ Φημονόης τε ἔτι προτέρας γενέσθαι λέγουσι καί ᾆσαι γυναικῶν πρώτας τάδε τά ἔπη: Ζεύς ἦν, Ζεύς ἐστί, Ζεὺς ἔσσεται’ ὦ μεγάλε Ζεῦ. Γᾶ καρπούς ἀνίει, διό κλῄζετε Ματέρα Γαῖαν» (Παυσανίας, Χ, 12, 10).
Δηλαδή: «Λένε ότι οι Πελειάδες ήταν αρχαιότερες ακόμη και από τη Φημονόη και ότι από όλες τις γυναίκες πρώτες αυτές έψαλαν τους παρακάτω στίχους: ο Ζευς υπήρχε, ο Ζευς υπάρχει, ο Ζευς θα υπάρχει. Ω, μεγάλε Δία. Η Γη παράγει καρπούς, γι’ αυτό δοξάζετε τη Μητέρα Γη.»
Άλλη εκδοχή του μύθου έλεγε ότι τις κόρες του Άτλαντα τις κυνηγούσε επί πέντε ολόκληρα χρόνια, να τις πιάσει, επειδή τις είχε ερωτευθεί και τις ποθούσε, ο Ωρίωνας. Παρακάλεσαν λοιπόν τότε αυτές τον Δία να τις γλιτώσει από το κακό που τις περίμενε και ο Δίας άκουσε τις προσευχές τους και έκανε να γίνουν περιστέρια ή, όπως λένε άλλοι, αστέρια.
Για μία από αυτές, την Ηλέκτρα, έλεγαν και έναν άλλο μύθο. Επειδή από αυτήν κατάγονταν οι Τρώες, αφού έγινε μητέρα του Δαρδάνου, προγόνου των Τρώων. «Ἐκ Διός καί Ἠλέκτρας, μιᾶς τῶν Ἀτλαντίδων, γενέσθαι Δάρδανον», γράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης (5, 48)). Όταν καταστράφηκε η Τροία από τους Έλληνες, η Ηλέκτρα άφησε τις αδερφάδες της, έφυγε από τον αστερισμό των Πλειάδων και έγινε κομήτης. Αυτή λοιπόν είναι εκείνη από τις εφτά αδερφάδες που κρύβεται και δεν φαίνεται και γι’ αυτό η Πούλια παρουσιάζεται να έχει έξι αστέρια. Δεν κρύβεται η Μερόπη. Η Μερόπη δεν ντρεπόταν για τον άντρα της που ήταν θνητός, αφού αυτός μπορούσε και ξεγελούσε με την εξυπνάδα του ακόμη και αυτούς τους θεούς. Κρύβεται η Ηλέκτρα γιατί λυπάται για την πτώση και την καταστροφή της Τροίας.

6. Η γενιά του Αθάμαντα

Ο Αθάμαντας ήταν ο ιδρυτής και ο πρώτος βασιλιάς της Άλου. Έτσι δυο αδέλφια, παιδιά και οι δύο του Αίολου και εγγόνια της Ορθρηίδας, ο Κρηθέας και ο Αθάμαντας, ίδρυσαν τις δυο σπουδαιότερες και γειτονικές πόλεις της εποχής εκείνης, την Ιωλκό και την Άλο, προδρόμους των δύο σημερινών πόλεων του νομού Μαγνησίας Βόλου και Αλμυρού.
Ο Αθάμαντας παντρεύτηκε την Νεφέλη και απόκτησε τον Φρίξο και την Έλλη. Αργότερα, όταν πέθανε η Νεφέλη, ο Αθάμαντας παντρεύτηκε την Ινώ και απόκτησε τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη και αργότερα παντρεύτηκε την Θεμιστώ και απόκτησε τον Λεύκωνα, τον Ερύθριο, τον Σχοινέα (που έχτισε τις πόλεις Σχοίνος και Σχοινούντας της Βοιωτίας) και τον Πτώο. Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή κόρη του Σχοινέα, του γιου του Αθάμαντα, ήταν και η Αταλάντη.
Θα παραλείψουμε την γνωστή εκδοχή του μύθου για τη θυσία του Φρίξου και της Έλλης και την φυγή τους στην Κολχίδα με το χρυσόμαλλο κριάρι, γιατί είναι σ’ όλους γνωστά, και θ’ αναφέρουμε άλλα μυθολογικά ακούσματα στις περιοχές της Αχαΐας Φθιώτιδας και της Φθίας λιγότερο γνωστά.
Η Νεφέλη ήταν θεά των νεφών και της βροχής της τόσο ευεργετικής για τους γεωργούς και συνδέεται άμεσα με τους μύθους του Αθάμαντα και της Άλου.
Ακούγονταν και άλλοι μύθοι σχετικοί με τις γυναίκες του Αθάμαντα. Σύμφωνα με ένα μύθο το μίσος της μητριάς του Φρίξου, της Ινώς, για τον Φρίξο και την Έλλη, δεν οφειλόταν στο ότι αυτή ήθελε να εξοντώσει τον Φρίξο για να γίνουν διάδοχοι του θρόνου τα δικά της παιδιά. Άλλος ήταν ο λόγος. Η μητριά του Φρίξου, η Ινώ, τον ερωτεύθηκε και επειδή ο Φρίξος δεν ανταποκρίθηκε στις ανήθικες προτάσεις της μητριάς του, αυτή τον κατηγόρησε στον πατέρα του ότι αυτός της επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς. Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που ο βασιλιάς Αθάμαντας έδιωξε από κοντά του το γιο του.
Σύμφωνα με μία λίγο διαφορετική εκδοχή του μύθου, μητριά του Φρίξου δεν ήταν η Ινώ αλλά η Δημοδίκη ή, όπως έλεγαν άλλοι, η Γοργώνη. Σύμφωνα με άλλους πάλι μύθους η Δημοδίκη ήταν γυναίκα του Κρηθέα, που ήταν αδελφός του Αθάμαντα. Και για τη Δημοδίκη λοιπόν έλεγαν ότι ερωτεύθηκε τον ανεψιό της Φρίξο και επειδή αυτός δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά της η Δημοδίκη τον κατηγόρησε στον άντρα της τον Κρηθέα ότι της επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς. Ο Κρηθέας μαρτύρησε, όσα ψέματα του είπε η γυναίκα του, στον Αθάμαντα απαιτώντας να τον τιμωρήσει. Έτσι ο Αθάμαντας έδιωξε τον Φρίξο.
Ακουγόταν μάλιστα και μια άλλη άποψη. Πραγματική μητέρα του Φρίξου δεν ήταν η Νεφέλη αλλά η Ινώ και μητριά του ήταν η Νεφέλη. (Τζέτζης, Σχόλια στον Λυκόφρονα 22. Ευστάθιος, Σχόλια στην Ιλιάδα Η 86).
Έτσι, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η ξηρασία και η ακαρπία της γης της Άλου, ως φυσική συνέπεια της αναβροχιάς, οφειλόταν στο μίσος της Νεφέλης κατά του Φρίξου, ο οποίος είχε αρνηθεί τις ανήθικες προτάσεις της. Ως θεά λοιπόν των νεφών και της βροχής η Νεφέλη έπαψε να στέλνει τη βροχή στη γη και άρχισε έτσι η ακαρπία των χωραφιών.
Για να προκαλέσουν βροχόπτωση οι κάτοικοι της Άλου συνήθιζαν να εξευμενίζουν τον Λαφύστιο Δία προσφέροντας σ’ αυτόν ανθρωποθυσίες. Όπως σε πολλούς τέτοιους μύθους που αναφέρουν ότι ένας τόπος κινδυνεύει, έτσι και εδώ, η πρώτη θυσία που ζητούσε ο θυμωμένος θεός ήταν εκείνη της κόρης του βασιλιά, της βασιλοπούλας.
Ο Αθάμαντας με την δεύτερη γυναίκα του, την Ινώ, πήραν να μεγαλώσουν στην Άλο τον Διόνυσο, τον νόθο γιο του Δία. Γι’ αυτό και καταδιώχτηκαν σκληρά από την Ήρα. Έτσι τους έκανε να πέσουν σε φοβερή μανία με αποτέλεσμα πάνω στη μανία τους να σκοτώσουν, ο μεν Αθάμαντας τον Λέαρχο, η δε Ινώ να πέσει στη θάλασσα μαζί με τον Μελικέρτη και να πνιγούν. Οι άλλοι θεοί τους λυπήθηκαν και τους μεταμόρφωσαν σε θαλάσσιους θεούς. Η Ινώ έγινε η θεά Λευκοθέα και ο Μελικέρτης έγινε ο θεός Παλαίμονας. Η Ινώ, σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου, ήταν κόρη της Αρμονίας, η οποία ήταν κόρη της Αφροδίτης. Έτσι όταν η Ινώ έπεσε στη θάλασσα, η γιαγιά της, η Αφροδίτη, παρακάλεσε τον Ποσειδώνα κι αυτός τους μεταμόρφωσε σε θαλάσσιους θεούς. Η Ινώ έγινε η θεά Λευκοθέα και ο Μελικέρτης ο θεός Παλαίμονας.
Σύμφωνα μ’ ένα μύθο τον οποίον παρουσίασε ο Ευριπίδης στο δράμα του «Ινώ», το οποίο δυστυχώς χάθηκε, όταν ο Αθάμαντας παράτησε την Ινώ, για χάρη της τρίτης γυναίκας του της Θεμιστώς, η Ινώ μεταμορφώθηκε σε δούλη και παρουσιάστηκε στην Θεμιστώ ζητώντας δουλειά. Η Θεμιστώ, χωρίς να γνωρίζει με ποια ήταν αυτή που της ζητούσε δουλειά, την πήρε στην υπηρεσία της και την όρισε παραμάνα των παιδιών της.
Στο σπίτι του Αθάμαντα όμως η Ινώ αναγνωρίστηκε από τον Αθάμαντα και άρχισαν πάλι οι δυο τους τις παλιές ερωτικές τους σχέσεις. Στο σπίτι του Αθάμαντα, μαζί με τα παιδιά της Θεμιστώς, μεγάλωναν και τα παιδιά της Ινώς, που είχαν παραμείνει εκεί, όταν την έδιωξε ο Αθάμαντας. Έτσι η Ινώ, ως υπηρέτρια τώρα και συγχρόνως παραμάνα, μαζί με τα παιδιά της Θεμιστώς, περιποιούνταν και μεγάλωνε και τα δικά της παιδιά.
Η Θεμιστώ, που δεν ήξερε ποια ήταν η δούλη που μεγάλωνε τα παιδιά της, θέλοντας να εξοντώσει τα παιδιά της Ινώς, έδωσε διαταγή στην Ινώ, όταν τα παιδιά θα πέσουν το βράδυ να κοιμηθούν στα κρεβάτια τους, να φορέσει σκουρόχρωμα νυχτικά στα ξένα παιδιά, δηλαδή στα παιδιά της Ινώς, και ανοιχτόχρωμα στα δικά της παιδιά, δηλαδή στα παιδιά της Θεμιστώς. Είχε σκοπό τη νύχτα να σκοτώσει τα παιδιά της Ινώς και, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς έκανε, μαρτύρησε τον σκοπό της αυτόν στην Ινώ, καλώντας την να συνεργαστεί μαζί της στο φονικό. Η Ινώ, για να γλιτώσει τα παιδιά της από το κακό που τα περίμενε, έκανε το αντίθετο από ό,τι της είπε η Θεμιστώ. Έτσι η Θεμιστώ, χωρίς να γνωρίζει τι είχε γίνει, τη νύχτα σκότωσε πάνω στον ύπνο τους τα δικά της παιδιά και άφησε άθικτα της Ινώς.
Είναι σαφέστατη η μεταφορά του μύθου αυτού στις μέρες μας στο παραμύθι του Κοντορεβυθούλη. Ο Κοντορεβυθούλης και τα αδέλφια του, φευγάτα από το σπίτι τους, έφτασαν στο σπίτι του Δράκου, όπου η Δράκαινα τα φιλοξένησε. Όταν έφτασε όμως το βράδυ ο Δράκος, είπε στην Δράκαινα να φορέσει μαύρα σκουφιά στον Κοντορεβυθούλη και τα αδέλφια του και άσπρα στα Δρακόπουλα, σκοπεύοντας να σηκωθεί τη νύχτα να σκοτώσει τα ξένα παιδιά. Έτσι έγινε. Ο Κοντορεβυθούλης όμως, που είχε ακούσει την εντολή του Δράκου, σηκώθηκε και άλλαξε τα σκουφιά. Έτσι ο Δράκος σκότωσε τα δικά του παιδιά, τα Δρακόπουλα, και ο Κοντορεβυθούλης με τ’ αδέλφια του γλίτωσε «κι έζησαν καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα»
Η ανάπτυξη των σχετικών μύθων που υπάρχουν για την ανατροφή του Διόνυσου από τον Αθάμαντα και την Ινώ και για την Λευκοθέα (Ινώ) και τον Παλαίμονα (Μελικέρτη) θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα αλλά ξεφεύγει από τον κύριο άξονα της εργασίας αυτής που δεν είναι κυρίως να δώσει μυθολογικές πληροφορίες, άσχετες με το κεντρικό θέμα, αλλά να καταδείξει απλά και μόνο τη σχέση τους με την περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας και την αναφορά τους σ’ αυτή.
Ο Φρίξος, ο γιος του Αθάμαντα, παντρεύτηκε την Χαλκιόπη και έγινε πατέρας του Άργου, του Μέλανα, του Φρόντη, του Κυτίσσωρου, του Πρέσβωνα και του Έλληνα.
Ο μύθος του Φρίξου και της Έλλης, πολύ γνωστός σε όλους, δεν αναπτύσσεται σε τούτη τη θέση αλλά σ’ άλλες σελίδες με κάποια διαφορετική όμως προσέγγιση.

7. Η γενιά του Σαλμωνέα

Ο Σαλμωνέας, ο άλλος γιος του Αίολου, ζούσε αρχικά στη Θεσσαλία. Κατόπιν πήγε στην Ήλιδα, όπου έχτισε την πόλη Σαλμωνία ή Σαλμώνη. Εκεί παντρεύτηκε την Αλκιδίκη, την κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας Αλεού ή Αλέου, και απόκτησε την πανέμορφη Τυρώ, η οποία έγινε γυναίκα του Κρηθέα και η οποία συνδέεται επίσης με πολλούς μύθους, που υπάρχουν σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής:
«Σαλμωνεύς ἧν υἱός Αἰόλου τοῦ Ἕλληνος τοῦ Δευκαλίωνος’ οὗτος δ’ ἐκ τῆς Αἰολίδος ὁρμηθείς μετά πλειόνων Αἰολέων ᾤκησε τῆς Ἠλείας παρά τόν Ἀλφειόν ποταμόν, καί πόλιν ἔκτισεν ἀφ’ ἑαυτοῦ Σαλμωνίαν. Γήμας δέ Ἀλκιδίκην τήν Ἀλέου, ἐγέννησε θυγατέρα τήν προσαγορευθεῖσαν Τυρώ, κάλλει διαφέρουσαν». (Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη Βίβλος Δ΄, 68, 1).
Αργότερα η Αλκιδίκη πέθανε και ο Σαλμωνέας παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με την Σιδηρώ. Η Σιδηρώ κακομεταχειριζόταν την πανέμορφη Τυρώ, όπως κακομεταχειρίζονται στα παραμύθια όλες οι μητριές τις όμορφες προγονές τους:
«Τῆς δέ γυναικός Ἀλκιδίκης ἀποθανούσης, ἐπέγημε τήν ὀνομαζομένην Σιδηρώ. Αὔτη δὲ χαλεπῶς διετέθη πρός τήν Τυρώ, ὡς ἄν μητρυιά». (Διόδωρος Σικελιώτης, ό. π., 68, 2).
Υπάρχει και μυθολογική εκδοχή, που την αναφέρουμε σ’ άλλες σελίδες, η οποία θέλει την Σιδηρώ δεύτερη γυναίκα, όχι του Σαλμωνέα αλλά του Κρηθέα.
Κατά μία άλλη εκδοχή του σχετικού μύθου ο Σαλμωνέας θεωρείται γιος όχι του Αίολου αλλά του Αθάμαντα. Το όνομά του ίσως να σχετίζεται και με τη θεσσαλική πόλη Αλμωνία.
Η πανέμορφη κόρη του Σαλμωνέα Τυρώ έγινε από τον Ποσειδώνα μητέρα του Πελία και του Νηλέα. Ο Πελίας έγινε βασιλιάς στην Ιωλκό και ο Νηλέας στην Πύλο.
Ο Σαλμωνέας ήταν και αυτός ένας από τους επίσημους κολασμένους στον Άδη, όπως ο αδερφός του Σίσυφος. Τιμωρήθηκε να είναι διαρκώς ξαπλωμένος δίπλα στη Χίμαιρα και ήταν καταδικασμένος στο μαρτύριο να βλέπει συνεχώς ένα κεραυνό που έπεφτε πάνω του έτοιμος να τον χτυπήσει.
Τιμωρήθηκε, έλεγαν οι σχετικοί μύθοι, μ’ αυτόν το σκληρό τρόπο, γιατί όταν ήταν βασιλιάς, επειδή είχε αποκτήσει πολύ μεγάλη δύναμη, θεοποίησε τον εαυτό του και απαγόρεψε στους οπαδούς του να προσφέρουν θυσίες στον Δία. Έδωσε μάλιστα διαταγή στους υπηκόους του να προσφέρουν θυσίες σ’ αυτόν τον ίδιο (Απολλόδωρος 1, 9, 7).
Αλλά δεν σταμάτησε μέχρις εδώ. Κατασκεύασε μία ψηλή χάλκινη γέφυρα πάνω από την οποία περνούσε με το άρμα του σέρνοντας πίσω του χάλκινα καζάνια και φουσκωμένα δέρματα για να κάνουν θόρυβο για να φαίνεται έτσι ότι και αυτός ρίχνει κεραυνούς, όπως ο Δίας. Έριχνε ακόμη από εκεί ψηλά λαμπάδες αναμμένες για να φαίνεται ότι και αυτός, όπως ο Δίας, ρίχνει αστραπές. (Βιργίλιος, Αινειάς 6, 586. Ευριπίδης, Fragmenta 14).
Είχε ξεπεράσει με τον τρόπο αυτό τα επιτρεπόμενα σε θνητούς όρια περηφάνιας. Είχε φτάσει στα όρια της «ύβρης» και έπρεπε να τιμωρηθεί. Ένας κεραυνός, πραγματικός αυτή τη φορά, σταλμένος από τον Δία, τον άφησε νεκρό:
«Μετά δέ ταῦτα Σαλμωνεύς, ὑβριστής ὤν καί ἀσεβής, ὑπό μέν τῶν ὑποτεταγμένων ἐμισήθη, ὑπό δέ Διός διά τήν ἀσέβειαν ἐκεραυνώθη». (Διόδωρος Σικελιώτης, Βίβλος Δ΄ 68, 2).
Αλλά, όπως, πολύ σωστά, παρατηρούν κάποιοι ερευνητές, ο τρόπος αυτός της τιμωρίας με κεραυνό, ο «κεραύνιος θάνατος», όπως τον ονόμαζαν οι αρχαίοι, θεωρούνταν από τους αρχαίους τιμητικός. Έτσι πολλοί δεν δέχονται το σχετικό μύθο, αφού ο Σαλμωνέας με τον θάνατο που του επιβλήθηκε δεν τιμήθηκε από τον Δία αλλά τιμωρήθηκε.
Στον μύθο αυτό του Σαλμωνέα, στον οποίο παρουσιάζεται να περιφρονείται ο ολύμπιος Δίας βλέπουμε να υποδηλώνεται, για άλλη μια φορά, η αντίσταση των ανθρώπων τούτης της περιοχής στην επιβολή και επικράτηση των νέων θεών και την επιχειρούμενη εξουδετέρωση και εξαφάνιση των παλαιών. Ίσως ο Σαλμωνέας αντιπροσωπεύει κάποια προελληνική θεότητα που υποβιβάστηκε σε βασιλιά. Τα καμώματά του για μίμηση του Δία μπορεί να είναι μια παμπάλαια τελετουργική συνήθεια για πρόκληση βροχής, αφού στη γειτονική θεσσαλική πόλη Κρανώνα σε περιόδους ξηρασίας συνηθίζονταν στην αρχαία εποχή τέτοιες μιμικές τελετουργίες. Μετακινούσαν ένα χάλκινο αμάξι για να μιμηθούν τις βροντές και να προκαλέσουν έτσι την πτώση βροχής.

8. Η γενιά του Δηιόνα

Ο Δηιόνας (που λεγόταν και Δηιονέας), γιος κι αυτός του Αίολου και εγγονός του Έλληνα και της Ορθρηίδας, βασίλεψε στη Φωκίδα. Παντρεύτηκε την Διομήδη, την κόρη του Ξούθου (επομένως πρώτη του ξαδέλφη) και απόκτησε τον Αινετό, τον Άκτορα, τον Φύλακο, τον Κέφαλο και την Αστερόπεια ή Αστεροδία ή Αστεροθία.
Από αυτά τα παιδιά του Δηιόνα:
α) Ο Άκτορας έγινε βασιλιάς στον Οπούντα και εκεί απόκτησε ένα γιο, τον Μενοίτιο, ο οποίος αργότερα έγινε πατέρας του Πάτροκλου, του αδερφικού φίλου του Αχιλλέα. Από τον Οπούντα, ο Πάτροκλος, επειδή εκεί σκότωσε κατά λάθος ένα φίλο του, τον Κλεισώνυμο, ήρθε στη Φθία και έγινε αδερφικός φίλος του Αχιλλέα τον οποίο και ακολούθησε στον Τρωικό Πόλεμο.
β) Ο Φύλακος βασίλεψε στη Φυλάκη της Αχαΐας Φθιώτιδας, κοντά στον σημερινό Αλμυρό. Παντρεύτηκε την Κλυμένη, την κόρη του Μινύα, και απόκτησε τον Ίφικλο και τον Φύλακο (τον β΄). Ο Φύλακος (β΄) γέννησε τον Ποίαντα, τον πατέρα του βασιλιά Φιλοκτήτη και τον Ίφικλο (τον β΄). Αυτός ο Ίφικλος (β΄) γέννησε τον Ποδάρκη και τον ξακουστό Πρωτεσίλαο, που πρώτος αυτός απ’ όλους τους Έλληνες σκοτώθηκε στην Τροία.
γ) Ο Κέφαλος εγκαταστάθηκε στο Δήμο Θορικού της Αττικής. Εκεί παντρεύτηκε την Πρόκριδα, την κόρη του Ερεχθέα, και της Πραξιθέας, και απόκτησε τον Κηλέα, ο οποίος αργότερα έγινε πατέρας του Αρκείσιου. Γιος του Κέφαλου και της Ηούς ήταν ο Άωος, που έγινε ο πρώτος βασιλιάς της Κύπρου. Ο Αρκείσιος, ο γιος του Κηλέα, του γιου του Κέφαλου, έγινε, από την Χαλκομέδουσα, πατέρας του Λαέρτη, του πατέρα του μεγάλου ήρωα του Τρωικού Πολέμου Οδυσσέα.
Βλέπουμε λοιπόν ότι και αυτός ακόμη ο Οδυσσέας, ο βασιλιάς της τόσο μακρινής Ιθάκης και μεγάλος ήρωας του Τρωικού Πολέμου έλκει την καταγωγή του από τους ανθρώπους που έζησαν και μεγάλωσαν στην Αχαΐα Φθιώτιδα. Είναι, νομίζω, ισχυρό επιχείρημα της βασικής μας θέσης σ’ αυτή την εργασία. Σε άλλο σημείο αυτής της εργασίας είδαμε και μία άλλη εκδοχή για την καταγωγή του Οδυσσέα, η οποία επίσης τον θέλει να κατάγεται από τούτα τα μέρη και μάλιστα και πάλι από τη νύμφη της Όρθρης, την Ορθρηίδα.

9. Κέφαλος και Ηώς

Τον Κέφαλο, τον γιο του Δηιόνα, τον αγάπησε με πάθος η Ηώς και κάποια μέρα, αρπάζοντάς τον με τη βία, τον έφερε στο παλάτι της. Ο Κέφαλος πιστός στην αγάπη του για τη γυναίκα του, την Πρόκριδα, δεν ανταποκρινόταν στον έρωτα της Ηούς. Αυτή, για να τον καταφέρει να υποκύψει στις προτάσεις της, κατηγόρησε την Πρόκριδα για απιστία. Ο Κέφαλος, που δεν πίστευε και ζητούσε αποδείξεις, παρουσιάστηκε στην Πρόκριδα, σύμφωνα με τις συμβουλές της Ηούς, μεταμορφωμένος σε πλούσιο και ωραίο νέο, και κατάφερε με τα πλούσια δώρα του να παρασύρει την Πρόκριδα και να του δοθεί. Μετά από αυτό ο Κέφαλος αποκαλύφθηκε και η Πρόκριδα ντροπιασμένη έφυγε τρέχοντας να κρυφτεί. Απελπισμένη έτρεξε και παρουσιάστηκε στην Άρτεμη ζητώντας τη βοήθειά της.
Η Άρτεμη συγκινήθηκε από την πολλή αγάπη και τον πόνο της Πρόκριδας. Για να την βοηθήσει, την μεταμόρφωσε σε ωραίο νέο και την εφοδίασε μ’ ένα θαυμάσιο τόξο και πολύ ικανά κυνηγετικά σκυλιά από τα οποία τίποτε δεν μπορούσε να ξεφύγει. Έπειτα την συμβούλεψε, έτσι μεταμορφωμένη που ήταν και δεν μπορούσαν να την γνωρίσουν, να καλέσει σε κυνηγητικό αγώνα τον άντρα της, τον Κέφαλο. Στον αγώνα αυτόν ο Κέφαλος νικήθηκε. Καταλαβαίνοντας ο Κέφαλος ότι η νίκη του ανταγωνιστή του, (που δεν γνώριζε ότι αυτός ο ανταγωνιστής του κυνηγός ήταν η γυναίκα του Πρόκριδα) οφειλόταν στα θαυμάσια σκυλιά του και το υπέροχο τόξο του, ζήτησε από την Πρόκριδα, να του χαρίσει τα θαυμαστά σκυλιά της. Η Πρόκριδα δέχτηκε αλλά με αντάλλαγμα ν’ ανταποκριθεί πρώτα στον έρωτά της. Ο Κέφαλος δέχτηκε. Κατόπιν η Πρόκριδα αποκαλύφθηκε και έτσι αποδείχτηκε ότι και ο Κέφαλος ήταν άπιστος και μάλιστα αυτός θα πήγαινε με άντρα. Τέλος, μετά από αμοιβαίες μεταξύ τους εξηγήσεις, οι δύο σύζυγοι συμφιλιώθηκαν.
Αυτή είναι μία από τις πολλές υπάρχουσες εκδοχές του μύθου του Κέφαλου και της Πρόκριδας. Η αναφορά της δεν σημαίνει, όπως έχει εξηγηθεί σε άλλα σημεία, ότι θεωρούμε αυτήν και μόνο ως την αυθεντικότερη. Είναι απλά μία από τις υπάρχουσες εκδοχές. Αποκτά όμως κάποια ιδιαίτερη σημασία στον γενικότερο προβληματισμό μας για την παλαιότητα και παρθενικότητα των μύθων της Αχαΐας Φθιώτιδας, την οποία και ενισχύει περισσότερο το γεγονός ότι η Ηώς θεωρούνταν, σύμφωνα με τον Ορφικό Ύμνο, αγγελιαφόρος των Τιτάνων, η οποία προσκαλούσε το άρμα του Ήλιου. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην Θεογονία του Ησιόδου, η Ηώς θεωρούνταν μαζί με τον Ήλιο και τη Σελήνη παιδιά του τιτανικού ζευγαριού του Υπερίωνα και της Θείας. Θα πρέπει ακόμη να πούμε, ως ενισχυτικό της σκέψης μας αυτής, ότι γιος του Κέφαλου και της Ηούς ήταν, σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή, ο Φαέθωνας.

10. Η γενιά του Μάγνητα

Ο Μάγνητας βασίλεψε στη Μαγνησία της Θεσσαλίας. Παντρεύτηκε τη νύμφη Ναϊάδα και απόκτησε παιδιά τον Πολυδέκτη, τον Δίκτη, τον Πίερο και τον Αλέκτορα.
Από τα παιδιά αυτά ο Πολυδέκτης και ο Δίκτης πήγαν και εγκαταστάθηκαν στη Σέριφο και ο Πίερος βασίλεψε στη χώρα η οποία από αυτόν ονομάστηκε Πιερία. Εκεί η μούσα Κλειώ ερωτεύθηκε τον Πίερο και έτσι ο Πίερος έγινε από την Κλειώ πατέρας του Υάκινθου.
Την Κλειώ, αν και ήταν μούσα, η παντοδύναμη θεά του έρωτα Αφροδίτη, για να την τιμωρήσει, επειδή αυτή κορόιδευε που η Αφροδίτη είχε ερωτευθεί τον Άδωνη, την έκανε να ερωτευθεί τον Πίερο. Τον Υάκινθο, τον γιο της Κλειώς και του Πίερου, τον ερωτεύθηκε ο Θάμαρης, ο γιος του Φιλάμμωνα και της νύμφης Αργιόπης. Έτσι ο Θάμαρης είναι ο πρώτος που έκανε την αρχή να ερωτεύονται οι άντρες μεταξύ τους:
«Κλειώ δέ Πιέρου τοῦ Μάγνητος ἠράσθη κατά μῆνιν Ἀφροδίτης (ὠνείδιζε γάρ αὐτῇ τὸν τοῦ Ἀδώνιδος ἔρωτα), συνελθοῦσα δὲ ἐγέννησεν ἐξ αὐτοῦ παῖδα Ὑάκινθον, οὗ Θάμαρις ὁ Φιλάμμωνος καί Ἀργιόπης νύμφης ἔσχεν ἔρωτα, πρῶτος ἀρξάμενος ἐρᾶν ἀρρένων». (Απολλόδωρος, ό. π. 1, 3, 1).
Σύμφωνα μ’ έναν άλλο μύθο ο Πίερος απόκτησε από την Ευδίππη εννέα θυγατέρες. Τα πραγματικά τους ονόματα ήταν: Κολυμβάς, Ίυξ, Κεχρίς, Κίσσα, Χλωρίς, Ακαλανθίς, Νήσσα, Πιπώ, και Δρακοντίς. Ο Πίερος όμως άλλαξε τα ονόματά τους και έδωσε σ’ αυτές τα ονόματα των εννέα Μουσών: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολύμνια, Ουρανία , Μελπομένη και Καλλιόπη. «Χρόνῳ δὲ ὓστερόν φασιν Πίερον Μακεδόνα, ἀφ᾿ οὗ καί Μακεδόσιν ὠνόμασται τό ὄρος, τοῦτον ἐλθόντα ἐς Θεσπιάς ἐννέα τε μούσας καυαστήσασθαι καί τά ὀνόματα τά νῦν μεταθέσθαι σφίσι», γράφει ο Παυσανίας (9, 29, 3).
Αυτό ήταν πολύ μεγάλη προσβολή για τις Μούσες. Και δεν έφτασε μόνο αυτό. Οι Πιερίδες αυτές (δηλαδή οι κόρες του Πίερου) όχι μόνο πήραν τα ονόματα των Μουσών αλλά καμάρωναν και ισχυρίζονταν σ’ όλους ότι ξεπερνούσαν σε χάρη, ομορφάδα και αξιάδα τις ίδιες τις Μούσες. Τόλμησαν μάλιστα να διαγωνιστούν με τις Μούσες. Στον αγώνα αυτόν, όπως ήταν επόμενο, οι κόρες του Πίερου νικήθηκαν. Έπειτα από αυτό αυτές οι Πιερίδες, οι κόρες δηλαδή του Πίερου (όχι οι πραγματικές Πιερίδες Μούσες, οι Μούσες δηλαδή των Πιερίων), μεταμορφώθηκαν σε πουλιά. (Νίκανδρος στον «Αντωνίνο Λιβεράλη», 9. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις 5, 295 κ. εξ. 670 κ.εξ).
Ωστόσο οι κόρες του Πίερου είχαν φαίνεται μία σημαντική σχέση με τη μουσική αφού, σύμφωνα με μία εκδοχή, μία από αυτές έγινε μητέρα του μεγάλου μουσικού Ορφέα.
Ο Αλέκτορας, πού ήταν και ο πρωτότοκος γιος του Μάγνητα, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο και έγινε βασιλιάς στη Μαγνησία. Εκεί έγινε πατέρας του Αίμονα, που γέννησε τον Υπέροχο, που γέννησε τον Τευθρηδόνα, που γέννησε τον Πρόθοο, τον ήρωα του Τρωικού Πολέμου. Ο Πρόθοος, μετά πολλές περιπέτειες, ήρθε κοντά στον Μαίανδρο ποταμό και εκεί έχτισε πόλη την οποία ονόμασε Μαγνησία, για να τιμήσει τον τόπο καταγωγής του.
Η Μαγνησία λοιπόν της Μικράς Ασίας οφείλει το όνομά της στη Μαγνησία του σημερινού νομού Μαγνησίας και δεν συμβαίνει το αντίστροφο, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Οφείλει και αυτή το όνομά της στον Μάγνητα, τον γιο του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της νύμφης Ορθρηίδας.
Εδώ θα διακινδυνεύσουμε μία ακόμη σκέψη μας που την καταθέτουμε για δημιουργία προβληματισμού, έστω και αν είναι δυνατόν να θεωρηθεί εξεζητημένη προέκταση.
Σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής αναφέρεται ότι η Ανδρομάχη, η γυναίκα του ήρωα της Τροίας Έκτορα, ίσως ήταν μια πριγκίπισσα της πόλης των Φθιωτίδων Θηβών της Αχαΐας Φθιώτιδας και όχι των Υποπλακίων Θηβών της Κιλικίας και ότι οι Υποπλάκιες Θήβες που μνημονεύει ο Όμηρος είναι οι Φθιώτιδες Θήβες της περιοχής του Αλμυρού. Η υπόθεση αυτή, πέρα από τους ισχυρισμούς που αναπτύσσονται στην οικεία θέση, μπορεί να ενισχυθεί και από την παραπάνω διαφαινόμενη σχέση της Μαγνησίας του νομού Μαγνησίας με την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. (Βλ. ΔΕΛΤΙΟ της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς», Δεύτερη περίοδος, τεύχος 1, Ι. Ρ. Πανέρης, «Εγκωμιαστικό Ελεγείο τού H.v. Gartingen για την Εταιρεία μας. Η διαρκής ακτινοβολία της και η λειτουργική αυτογεφύρωσή της», σελ. 86 – 92.)

11. Η γενιά του Περιήρη

Ο γιος του Αίολου Περιήρης παντρεύτηκε την Γοργοφόνη, την κόρη του Περσέα και έγινε βασιλιάς στην Μεσσηνία. Απόκτησε τέσσερις γιους, τον Αφαρέα, τον Τυνδάρεο, τον Λεύκιππο και τον Ικάριο. Υπάρχει και η άποψη ότι γιος του Περιήρη ήταν επίσης και ο Πίσος επώνυμος ήρωας και ιδρυτής της Πίσας. (Παυσανίας VI, 22, 2.)
Η Γοργοφόνη ήταν η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που όταν χήρεψε παντρεύτηκε άλλον άντρα. Μέχρι τότε, όπως μας λέει ο Παυσανίας, όσες γυναίκες χήρευαν συνηθιζόταν να παραμένουν σ’ όλη τους την υπόλοιπη ζωή χήρες: «Καθεστήκει ταῖς γυναιξὶν ἐπί ἀνδρί ἀποθανόντι χηρεύειν». Η Γοργοφόνη όμως, παρά την συνήθεια που υπήρχε, μετά τον θάνατο του Περιήρη, παντρεύτηκε τον Οίβαλο.
Από τα παιδιά αυτά του Περιήρη:
α) Ο Αφαρέας πήρε, μετά τον θάνατο του πατέρα του Περιήρη, τον θρόνο του βασιλείου της Μεσσηνίας. Παντρεύτηκε την Αρήνη, η οποία ήταν αδερφή του, αφού ήταν κόρη της μητέρας του Γοργοφόνης και του δεύτερου άντρα της του Οίβαλου. Παιδιά τού Αφαρέα ήταν ο Ίδας και ο Λυγκέας. Τα δυο αδέλφια, Ίδας και Λυγκέας, είναι γνωστά ως Αφαρίδες. Στον Αφαρέα ζήτησε καταφύγιο ο Νηλέας, όταν τον έδιωξε ο αδερφός του Πελίας. Ο Αφαρέας έδωσε στον Νηλέα, που ήταν πρώτος ξάδερφός του, ένα τμήμα παραλιακό του βασιλείου του και εκεί ο Νηλέας έχτισε το ανάκτορό του. (Παυσανίας, IV, 2, 5).
β) Ο Τυνδάρεος, ο δεύτερος γιος του Περιήρη, έγινε βασιλιάς στη Σπάρτη. Παντρεύτηκε τη Λήδα και έτσι έγινε ο θνητός πατέρας (γιατί θεϊκός και πραγματικός θεωρούνταν ο ίδιος ο Δίας) της ωραίας Ελένης, της γυναίκας του Μενέλαου. Ο Μενέλαος αργότερα διαδέχτηκε τον Τυνδάρεο στο θρόνο της Σπάρτης. Κόρη του Τυνδάρεου ήταν ακόμη και η Κλυταιμήστρα, η γυναίκα του Αγαμέμνονα. Παιδιά του Τυνδάρεου ήταν και οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Και αυτοί οι δύο αδελφοί, οι Διόσκουροι, θεωρούνταν, σύμφωνα με την επικρατέστερη μυθολογική εκδοχή, παιδιά του Δία (Διόσκουροι δηλ. κούροι του Δία). Ο Τυνδάρεος ήταν ακόμη πατέρας της Τιμάνδρας και της Φιλονόμης.
Σύμφωνα με μία άλλη μυθολογική άποψη, ωστόσο, ο Τυνδάρεος θεωρούνταν γιος του δεύτερου άντρα της Γοργοφόνης, του Οίβαλου.
γ) Ο Λεύκιππος, ο τρίτος γιος του Περιήρη, τον οποίον επίσης κάποιοι θέλουν γιο του Οίβαλου, (Απολλόδωρος 1, 9, 5 και 3, 10, 3) μετά τον θάνατο του πατέρα του, βασίλεψε στην Μεσσηνία μαζί με τον αδερφό του Αφαρέα. Παντρεύτηκε τη Φιλοδίκη και απόκτησε τρεις θυγατέρες, την Ιλάειρα, την Φοίβη και την Αρσινόη, που έγιναν γνωστές ως Λευκιππίδες.
Οι δύο Αφαρίδες, ο Ίδας και ο Λυγκέας, οι δύο Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, και οι δύο από τις ξαδέλφες τους τις Λευκιππίδες, η Ιλάειρα και η Φοίβη, συνδέονται μεταξύ τους με πολλούς και ενδιαφέροντες μύθους. Η αναφορά αυτών των μύθων ξεφεύγει από τον κύριο σκοπό της εργασίας μας αυτής, γιατί δεν εγγίζουν άμεσα την μυθολογία του χώρου που εξετάζουμε
δ) Ο Ικάριος, ο τελευταίος γιος του Περιήρη, που και γι’ αυτόν έλεγαν ότι ήταν γιος του Οίβαλου, είναι ο πατέρας της Πηνελόπης, της γυναίκας του βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα. Επειδή πολλοί ζητούσαν να κάνουν γυναίκα τους την Πηνελόπη, ο Ικάριος προκάλεσε αγώνα δρόμου μεταξύ των υποψήφιων μνηστήρων. Στον αγώνα νίκησε ο Οδυσσέας.
Ο Ικάριος ζήτησε από τον Οδυσσέα να μείνει στην Σπάρτη. Ο Οδυσσέας αρνήθηκε και τότε ο Ικάριος πρότεινε στην Πηνελόπη να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτόν και στον Οδυσσέα. Η Πηνελόπη έσκυψε το κεφάλι της ταπεινά, δείχνοντας έτσι ότι προτιμά ν’ ακολουθήσει τον αγαπημένο της. Για να τιμήσει το γεγονός αυτό ο Ικάριος έστησε στη θέση εκείνη το άγαλμα της Αιδούς.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου η Πηνελόπη δόθηκε στον Οδυσσέα, όχι γιατί νίκησε στον αγώνα, αλλά γιατί ήταν αυτός που έδωσε στον Ικάριο τη συμβουλή να ορκιστούν εκ των προτέρων όλοι οι υποψήφιοι μνηστήρες ότι θα συμπαρασταθούν σ’ αυτόν που τελικά θα είναι ο εκλεκτός, αν τυχόν κάποτε βρεθεί σε ανάγκη. Είναι φανερή η ομοιότητα του μύθου αυτού και του παρόμοιου μύθου για τους μνηστήρες της ωραίας Ελένης, που ήταν πρώτη ξαδέλφη της Πηνελόπης.
Κατά τον Αθανάσιο Σταγειρίτη γιος του Περιήρη ήταν ακόμη και ο Σπερχειός ποταμός, ο οποίος επωνομαζόταν και Βώρος. Ο Σπερχειός απόκτησε από την Πολυδώρα, την κόρη του Πηλέα και της Αντιγόνης, τον Μενέσθιο.

12. Η γενιά του Μίμαντα

Το τελευταίο από τα αγόρια του Αίολου, ο Μίμαντας, βασίλευσε στην Αιολίδα, στη χώρα δηλαδή του πατέρα του, τη Θεσσαλία: «Αιολίδα νυν δε Θετταλίαν καλουμένην» (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορική, Βίβλος Τετάρτη, 67).
Ο Μίμαντας αφού παντρεύτηκε την Μελανίππη, έγινε πατέρας του Ιππότη, ο οποίος έγινε πατέρας του Αίολου (του β΄), ο οποίος έγινε πατέρας της Άρνης. Η Άρνη έμεινε έγκυος από τον Ποσειδώνα. Ο πατέρας της Άρνης έφερε πολύ βαριά την εγκυμοσύνη της ανύπαντρης κόρης του και με την πρώτη ευκαιρία την έδιωξε από κοντά του. Με κάποιο ξένο, που βρέθηκε τυχαία στο παλάτι του Μίμαντα, τον Μετάποντο, από το Μεταπόντιο, μία πόλη στον κόλπο του Τάραντα της Ιταλίας, ο Αίολος έστειλε την Άρνη στο Μεταπόντιο. Εκεί η Άρνη γέννησε τον Βοιωτό και τον Αίολο (τον γ΄): «Μίμαντος δέ Ἱππότης γενόμενος ἐκ Μελανίππης ἐτέκνωσεν Αἰόλον. Τούτου δὲ Ἄρνη γενομένη θυγάτηρ Ποσειδῶνι μιγεῖσα ἔγκυος ἐγένετο. Αἰόλος δ᾿ ἀπιστῶν εἰ τῷ Ποσειδῶνι ἐμίγη, καί τῇ φθορᾷ μεμφόμενος, παρέδωκε τὴν Ἄρνην Μεταποντίῳ ξένῳ κατά τύχην παρεπιδημοῦντι, προστάξας ἀπάγειν εἰς Μεταπόντιον, τούτου δέ πράξαντος τό προσταχθέν, ἡ ῎Αρνη τρεφομένη ἐν Μεταποντίῳ ἐηέννησεν Αἰόλον καί Βοιωτόν». (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορική, Βίβλος Τετάρτη, 67).
Από τα δυο αυτά παιδιά της Άρνης ο μεν Βοιωτός εγκαταστάθηκε και έδωσε το όνομά του στη Βοιωτία. Εκεί έγινε πατέρας δυο γιων, του Ιτωνού και του Ογχηστού και μιας κόρης, της Ερμίππης.
Ο Ιτωνός έγινε πατέρας του Ιππάλκιμου, του Ηλεκτρύονα, του Αρχίλυκου και του Αλεγήνορα. Παιδιά όλων αυτών των παιδιών του Ιτωνού έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Ο Ογχηστός εγκαταστάθηκε κοντά στην Αλίαρτο όπου και έχτισε μία πόλη που την ονόμασε Ογχηστό. Η Ερμίππη παντρεύτηκε τον Ορχομενό, τον επώνυμο ήρωα της ομώνυμης πόλης.
Ο άλλος γιος της Άρνης, ο Αίολος (ο γ΄), παντρεύτηκε την Κυάνη και εγκαταστάθηκε στα Αιόλια νησιά, κοντά στη Σικελία. Ο Αίολος και η Κυάνη απόκτησαν έξι αγόρια και έξι κορίτσια. Τα έξι αυτά αγόρια και τα έξι κορίτσια έγιναν βασιλιάδες και βασίλισσες και επώνυμοι ήρωες και ηρωίδες πόλεων στην Ιταλία. Θεωρούμε κουραστικό να αναφέρουμε όλων τα ονόματα και τις πόλεις που εποίκισαν οι γιοι και οι κόρες του Αίολου και της Κυάνης στη νότιο Ιταλία.
Ο Μίμαντας, κατά μία μυθολογική άποψη, ήταν ένας από τους Γίγαντες που πολέμησαν στη Γιγαντομαχία εναντίον των Ολύμπιων θεών. Μετά τον θάνατό του θάφτηκε κάτω από το βουνό Ερυθρές, απέναντι από τη Χίο.

13. Η γενιά της Κανάκης

Η Κανάκη, η πρώτη κόρη του Αίολου, έγινε από τον Ποσειδώνα μητέρα του Οπλέα, του Νηρέα, του Αλκέα του Τριόπα και του Εποπέα: «Κανάκη δὲ ἐγέννησεν ἐκ Ποσειδῶνος Ὁπλέα καί Νηρέα και Ἐπωπέα καί Ἀλωέα καὶ Τρίοπα» (Απολλόδωρος, 1, 7, 4, 2).
Η Κανάκη ερωτεύθηκε όμως τον αδερφό της Μακαρέα και για το λόγο αυτόν της αιμομιξίας εξαναγκάστηκε ν’ αυτοκτονήσει με ξίφος που της έστειλε ο πατέρας της ή, σύμφωνα με άλλη μυθολογική εκδοχή, την σκότωσε ο ίδιος ο πατέρας της.
Από τα πέντε αυτά παιδιά της Κανάκης:
α) Ο Αλκέας ο οποίος, σύμφωνα με άλλη γραφή, λέγεται και Αλωέας έγινε από την Ιφιμέδεια, ο θνητός και θετός πατέρας του Ώτου και του Εφιάλτη. Λέμε έγινε ο θνητός και θετός πατέρας του Ώτου και του Εφιάλτη γιατί θεϊκός και πραγματικός τους πατέρας ήταν ο Ποσειδώνας. Γι’ αυτούς του δυο γιους του Αλωέα, που είναι γνωστοί στην αρχαιοελληνική γραμματεία και με την ονομασία Αλωάδες, μιλάμε σε άλλο σημείο αυτής της εργασίας.
β) Ο Τριόπας έγινε πατέρας του Ερυσίχθονα, την ιστορία και τις περιπέτειες του οποίου επίσης παραθέτουμε σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής. Ο Τριόπας έζησε στη Θεσσαλία. Είναι εκείνος που, σύμφωνα μ’ έναν μύθο, έδιωξε από τη Θεσσαλία τους παλιούς κατοίκους της, τους Πελασγούς.
γ) Ο Εποπέας έζησε στην ανατολική παραλία της Αττικής. Γιος του Εποπέα ήταν ο Μαραθώνας από τον οποίο πήρε το όνομά της ο γνωστός κάμπος του Μαραθώνα. Ο γιος του Μαραθώνα, ο Σικυώνας, έκτισε την ομώνυμη πόλη Σικυώνα.
Ο Εποπέας, που το όνομά του σημαίνει αυτόν που βλέπει από πάνω, αυτόν που εποπτεύει, θεωρείται προσωποποίηση μιας θεότητας που λατρευόταν στην Σικυώνα μαζί με την Δήμητρα Εποπίδα. Το όνομά του το συναντάμε και ως λατρευτικό επίθετο του Απόλλωνα (Ήλιου) που και αυτός εποπτεύει από ψηλά αλλά και ως λατρευτικό επίθετο ακόμη και του ίδιου του Δία. Ασφαλώς πρόκειται και στην περίπτωση αυτή για προολυμπιακή θεότητα θεσσαλικής καταγωγής. Η θεότητα αυτή, μετά την επικράτηση σ’ όλη την Ελλάδα της ολυμπιακής θεϊκής δυναστείας, απορροφήθηκε από τις λάμπουσες ολυμπιακές θεότητες και, επέζησε για ένα διάστημα συλλατρευόμενη με διάφορους θεούς, οι ναοί των οποίων αντικατέστησαν δικούς της βωμούς. Έγινε έτσι, στην αναγκαστική θεοκρασία που επακολούθησε, αρχικά λατρευτικό τους επίθετο ώσπου τελικά έσβησε κι αυτό οριστικά. Στην λαϊκή λατρεία ποτέ το νεότερο δεν απορρίπτει ή δεν μπορεί να διώξει εντελώς το παλιό. Συνήθως σπεύδει και το περιβάλλει με καινούργιο κύρος ή να το καταυγάσει με νέο φως.
δ) Απομένει να πούμε λίγα λόγια για τον Νηρέα, τον άλλο γιο της Κανάκης.
Ο Νηρέας, σύμφωνα με όσα είναι γνωστά από τη μυθολογία, είναι παλαιότατος θεός της θάλασσας, προγενέστερος ασφαλώς του ολυμπιακού Ποσειδώνα, αφού η γυναίκα του Ποσειδώνα η Αμφιτρίτη είναι μία από της Νηρηίδες, τις κόρες του Νηρέα. Νηρηίδα ακόμη ήταν και η Θέτιδα, πανάρχαια και αυτή θαλάσσια θεότητα, αλλά και η Γαλάτεια, η γυναίκα του Κύκλωπα Πολύφημου.
Αποκτά δε ιδιαίτερη σημασία αλλά και δημιουργεί προβληματισμούς και ερωτήματα, στο γενικό προσανατολισμό αυτής της εργασίας, αν αναφέρουμε και την άλλη εκδοχή του μύθου, σύμφωνα με την οποία ο Νηρέας ήταν γιος της Γαίας και του Πόντου.
Όλα αυτά αποδεικνύουν για μία ακόμη φορά πόσο πανάρχαιες ρίζες έχουν οι μυθολογικές αναφορές της Αχαΐας Φθιώτιδας. Μας αρκεί αυτή η διαπίστωση. Η επέκταση της εργασίας μας με παρεμβολές σ’ όλες τις ατραπούς που φανερώνονται κάθε τόσο στην πορεία τούτης της μυθολογικής εξερεύνησης θα δημιουργούσε πολύ περισσότερους διαδρόμους απ’ όσους είχε ο Λαβύρινθος στον οποίο μπήκε ο Θησέας. Και σε μια τέτοια πορεία φοβούμαι ότι οποιοσδήποτε μίτος δεν θα μπορούσε να οδηγήσει τον αναγνώστη σε κάποια έξοδο.

14. Η γενιά της Αλκυόνης

Η Αλκυόνη, κόρη και αυτή του Αίολου – που μερικοί την μπερδεύουν και τη λένε και Αλκυνόη -, παντρεύτηκε τον Κήυκα, γιο του Εωσφόρου και βασιλιά των Τραχινίων, και έτσι έγινε μητέρα του Ίππασου και του Ύλα.
Για την Αλκυόνη έλεγαν και άλλα. Μητέρα της ήταν η Αιγιάλεια, έλεγαν κάποιοι άλλοι μύθοι. Υπάρχει και η άποψη ότι η Αλκυόνη δεν ήταν κόρη του Αίολου αυτού, που ήταν γιος του Έλληνα και της Ορθρηίδας, αλλά του άλλου Αίολου του θεού των ανέμων.
Η σύγχυση αυτή δημιουργεί πολλά ερμηνευτικά προβλήματα. Πολλοί είναι εκείνοι που προσπαθούν να ξεχωρίσουν τους μύθους που μνημονεύουν την Αλκυόνη σε δυο ομάδες, σ΄ εκείνους που αναφέρονται στην Αλκυόνη, ως κόρη του Αίολου, του γιου του Έλληνα και σ’ εκείνους που αναφέρονται στην Αλκυόνη, ως κόρη του Αίολου του θεού των ανέμων. Εμείς δεν κάνουμε κάποια προσπάθεια διαχωρισμού τους. Στα μυθολογικά ακούσματα των ανθρώπων της περιοχής της οποίας τους μύθους εξετάζουμε, όλα αυτά ήταν συγκεχυμένα γιατί οι δυο αυτές Αλκυόνες στις περισσότερες φορές ταυτίζονταν. Με την ίδια αυτή προοπτική της ταύτισης των δύο αντιμετωπίζουμε κι εμείς το θέμα. Πιστεύουμε δε ότι αυτή ήταν και η πραγματικότητα. Ο διαχωρισμός γινόταν και γίνεται από τους επιστημονολογούντες μυθολόγους που πάντοτε ψάχνουν να βρουν στα παραμύθια του λαού τη δική τους λογική ερμηνεία. Αυτό όμως δεν γινόταν ποτέ στην αγνή και ανόθευτη λαϊκή μυθολογία, που τα άκουγε και τα δεχόταν όλα.
Ο Κήυκας, ο σύζυγος της Αλκυόνης, ήταν βασιλιάς στην Τραχίνα και συγγενής και φίλος του Ηρακλή. Όταν ο Ηρακλής σκότωσε τον Εύνομο, πήγε στο παλάτι του Κήυκα για να βρει άσυλο. Ο Κήυκας ήταν εκείνος που έδωσε αργότερα άσυλο και καταφύγιο στα παιδιά του Ηρακλή όταν τα κυνηγούσε ο Ευρυσθέας. Ο Κήυκας ακόμη θεωρούνταν, σύμφωνα με κάποιους άλλους μύθους, αδερφός του Δευκαλίωνα. Αυτό δείχνει ότι πρόκειται ασφαλώς για μια πανάρχαια ύπαρξη της ίδιας περιοχής.
Ο Ίππασος, ο πρώτος γιος του Κήυκα και της Αλκυόνης, ακολούθησε τον Ηρακλή στην εκστρατεία του κατά της Οιχαλίας και εκεί σκοτώθηκε.
Ο άλλος γιος της Αλκυόνης, ο Ύλας, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ήταν ξακουστός για την ομορφιά του. Όταν η Αργώ προσορμίσθηκε στη Βιθυνία ο Ύλας βγήκε έξω για να προμηθευτεί νερό. Οι νύμφες της πηγής, στην οποία πήγε να πάρει νερό, θαμπώθηκαν από την ομορφιά του και τον τράβηξαν κοντά τους. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος οι κάτοικοι της Βιθυνίας σε μία συγκεκριμένη μέρα του χρόνου συνήθιζαν να βγαίνουν έξω και να αναζητούν τον Ύλα φωνάζοντάς τον με το όνομά του : «Ύλα, Ύλα, Ύλα». Όπως μας βεβαιώνει ο Στράβωνας η γιορτή αυτή γινόταν ακόμη και στα χρόνια του. (Στράβωνας, 12, 4, 3).
Υπάρχει και η άποψη ότι ο Ύλας δεν ήταν γιος του Κήυκα, αλλά γιος του βασιλιά των Δρυόπων Θειοδάμαντα.
Κόρη του Κήυκα και της Αλκυόνης ήταν η Θεμιστονόη. Αυτή πήρε άντρα της τον Κύκνο, τον γιο του θεού του πολέμου Άρη. Για τον Κύκνο, τον άντρα της Θεμιστονόης, αναφερόμαστε σ’ άλλες σελίδες της εργασίας μας αυτής.

15. Ο Ηρακλής και η βασίλισσα Ομφάλη.

Η Ομφάλη, σύμφωνα με την πιο γνωστή και περισσότερο δεκτή μορφή του σχετικού μύθου, ήταν βασίλισσα της Λυδίας της Μικράς Ασίας.
Ο Εύρυτος, ο βασιλιάς της Οιχαλίας, είχε μια όμορφη κόρη, την Ιόλη. Ο Εύρυτος έλεγε παντού ότι την Ιόλη θα την δώσει γυναίκα σ’ όποιον νικήσει στον αγώνα τής τοξοβολίας που θα οργανώσει. Ο Ηρακλής νίκησε στον αγώνα αυτόν αλλά ο Εύρυτος δεν του έδωσε την Ιόλη και ο Ηρακλής νευριασμένος σκότωσε τον αδερφό της Ιόλης, τον Ίφιτο, και όλη την οικογένειά του.
Ο Ηρακλής, επειδή είχε σκοτώσει τον Ίφιτο και την οικογένειά του και έπρεπε να εξαγνιστεί από το φονικό αυτό, πήγε, ύστερα από συμβουλή του Μαντείου των Δελφών στην αυλή της Ομφάλης για να υπηρετήσει εκεί ως δούλος επί τρία ολόκληρα χρόνια. Στα τρία αυτά χρόνια ο Ηρακλής, εκτελώντας διαταγές της Ομφάλης, έκανε πολλά και σπουδαία κατορθώματα. Στα κατορθώματα αυτά περιλαμβάνονται ο αγώνας του κατά των Κερκώπων, η αποστολή του κατά του Συλέα στο Πήλιο και η εκστρατεία του κατά των Ιτώνων, οι οποίοι λεηλατούσαν τη χώρα της Ομφάλης.
Κατά τη διάρκεια αυτής της δουλείας η Ομφάλη ερωτεύθηκε τον Ηρακλή και απόκτησε μαζί του δυο παιδιά, τον Λάμο και τον Αγέλαο. Οι δυο ερωτευμένοι, λένε οι σχετικοί μύθοι, συνήθιζαν ν’ αλλάζουν μεταξύ τους τα ρούχα τους. Η Ομφάλη ντυνόταν με τη λεοντή και ο Ηρακλής φορούσε τα γυναικεία ρούχα της Ομφάλης.
Αυτή σε συντομία είναι η επισήμως δεκτή και ευρύτερα γνωστή εκδοχή του μύθου. Δεν θα σταθούμε σ’ άλλες λεπτομέρειες αλλά σε κάτι που έχει σχέση με το αντικείμενο και τους σκοπούς τούτης της εργασίας μας.
Όλα, στο μύθο αυτό για τις σχέσεις του Ηρακλή και της Ομφάλης δείχνουν ότι πρόκειται, ακόμη μια φορά, για μία μεταφορά μύθου. Ο μύθος για την Ομφάλη και όλα όσα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του Ηρακλή κοντά της δεν έγιναν στην μακρινή Λυδία της Μικράς Ασίας. Έγιναν στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας και από την Αχαΐα Φθιώτιδα όλος ο μύθος μεταφέρθηκε στη Λυδία, όπως έγινε και με άλλους τοπικούς μύθους ετούτης της περιοχής για τους λόγους που έχουμε αναπτύξει σ’ άλλες θέσεις της εργασίας αυτής.
Ας δούμε τους λόγους που οδηγούν στη διατύπωση αυτής της άποψης.
Η Οιχαλία, η πόλη στην οποία βασίλευε ο Εύρυτος, ο πατέρας της πανέμορφης Ιόλης, όπως μας βεβαιώνει ο Όμηρος, βρισκόταν στην Θεσσαλία. (Ιλιάς, Β΄, 730).
Όλα τα κατορθώματα που έγιναν από τον Ηρακλή κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στην αυλή της Ομφάλης αναφέρονται σε περιοχές και μέρη του ίδιου τούτου τόπου, της Αχαΐας Φθιώτιδας.
Οι Κέρκωπες, εναντίον των οποίων πολέμησε ο Ηρακλής, ήταν δυο αδέλφια που ζούσαν σ’ ένα βράχο κοντά στις Θερμοπύλες. (Ηρόδοτος, 7, 216).
Ο Συλέας, κατά μία από τις υπάρχουσες εκδοχές, την περισσότερο αποδεκτή, ζούσε στο Πήλιο.
Οι Ίτωνες ήταν οι κάτοικοι της γνωστής πόλης Ίτων ή Ίτωνος της Αχαΐας Φθιώτιδας. Ζούσαν δηλαδή κάπου στην σημερινή ευρύτερη περιοχή του Αλμυρού.
Ο Ηρακλής, όπως μας λέει ο Διόδωρος (4, 31, 7) από την αυλή της Ομφάλης, όπου υπηρετούσε, ήρθε, εξολόθρεψε τους Ίτωνες και πυρπόλησε την πόλη τους, επειδή αυτοί κατάστρεφαν τη χώρα της Ομφάλης! Οι κάτοικοι δηλαδή της Ίτωνος, αν δεχτούμε ότι η χώρα της Ομφάλης βρισκόταν στη Μικρά Ασία, πρέπει να πήγαιναν από το ακατοίκητο σήμερα χωριό Καραντζάνταλι του Αλμυρού – διότι εκεί κοντά πρέπει να βρισκόταν η Ίτων – στη Λυδία και να κατάστρεφαν την χώρα της ισχυρής βασίλισσας Ομφάλης!
Η Ομφάλη ήταν πόλη της Θεσσαλίας, στα δυτικά σύνορα της Δολοπίας, στην οποία υπήρχε και ιερό της θεάς Ομφάλης. Το όνομά της ασφαλώς οφειλόταν στην Ομφάλη, που φαίνεται να είναι πανάρχαια χθόνια θεσσαλική δαιμονική οντότητα.
Ο Λάμος, γιος της Ομφάλης και του Ηρακλή, είναι ο επώνυμος ήρωας της πόλης Λαμία.
Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι ο μύθος του Ηρακλή και της Ομφάλης, σίγουρα μεταφέρθηκε στη Λυδία από τούτα τα μέρη. Φαίνεται μάλιστα ότι μεταφέρθηκε στη Λυδία στην εποχή του ισχυρού βασιλιά της Κροίσου, ο οποίος ήθελε με κάθε τρόπο, ενισχύοντας το κύρος του, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι βασιλιάδες, να οδηγήσει την καταγωγή του στον Ηρακλή. Έτσι ο Αγέλαος, προπάππος του βασιλιά των Λυδών Κροίσου, σύμφωνα με μία ασφαλώς πλαστή μυθολογική εκδοχή δημιούργημα του ίδιου του Κροίσου ή των αυλικών του κολάκων, φέρεται να είναι γιος του Ηρακλή και της Ομφάλης (Απολλόδωρος, 2, 7, 8).
Η τοποθέτηση της Ομφάλης στη Λυδία είναι μια τελική εξέλιξη του μύθου όπως κωδικοποιήθηκε από τους μυθογράφους. ώσπου να μεταφερθεί στη Μικρά Ασία και πρέπει να γνώρισε δύο άλλες φάσεις στην εξέλιξή του. Αρχικά τοποθετείται στην Ήπειρο όπου Ομφάλη είναι η επώνυμη ηρωίδα της φυλής των Ομφαλών και της πόλης Ομφάλιον, ενώ σύμφωνα με τον Στέφανον Βυζάντιο (στη λ. Ομφάλιον) υπήρχε και μια πόλη στη Θεσσαλία, όπου στα δυτικά σύνορα των Δολόπων υπήρχε ιερό της Ομφάλης. Σε μια δεύτερη φάση μετατοπίστηκε η Ομφάλη στον Μαλιακό κόλπο, στην περιοχή της Τραχίνας, και έμεινε δεμένη με τον υπόλοιπο μύθο που διαδραματίζεται εδώ. Οι ενδείξεις από τον ίδιο το μύθο της Ομφάλης είναι αρκετές. Οι αποστολές που πραγματοποίησε ο Ηρακλής στη διάρκεια της δουλείας του, ίσως με εντολή ή επιθυμία της, βρίσκονται στην περιοχή: οι Κέρκωπες ζούσαν στις Θερμοπύλες, ο Συλέας στο Πήλιο, οι Ίτωνες, που λεηλατούσαν τη χώρα της Ομφάλης και ο Ηρακλής τους εξολόθρεψε και πυρπόλησε την πόλη τους, ήταν στην Αχαΐα Φθιώτιδα.
Κάτι ακόμη που θεωρούμε σημαντικό για την Οιχαλία και νομίζουμε ότι πρέπει ν’ αναφερθεί: Οι δύο Οιχαλίες που αναφέρεται ότι υπήρχαν στον θεσσαλικό χώρο βρίσκονταν η μία στην περιοχή Τρίκκης και η άλλη στην περιοχή Οίτης. Οφείλουν την ονομασία τους στους ομώνυμους χώρους που ήταν αφιερωμένοι στους θεούς του Κάτω Κόσμου και στους νεκρούς, δηλαδή ήταν ιερά των «οιχομένων», εκείνων που φεύγουν. Στην Οιχαλία της Οίτης υπήρχε ιερό στο όνομα του Εύρυτου, το «Ευρύτιον» (Παυσανίας,4,2,3). Σχετίζονται δηλαδή με προθεσσαλικές λατρείες υποχθόνιων θεοτήτων που υπήρχαν στην Αχαΐα Φθιώτιδα πριν επικρατήσουν οι Ολύμπιοι θεοί. Οιχαλία είναι εξάλλου η πόλη των «οιχομένων», αυτών δηλαδή που φεύγουν (από τούτο τον κόσμο), δηλαδή των πεθαμένων. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στον ίδιο περίπου χώρο με την Οιχαλία, τη χώρα των «οιχομένων», βρισκόταν και η Φθία, η χώρα των «φθιμένων», των φθαρθέντων, δηλαδή και πάλι των πεθαμένων.

16. Ο Ηρακλής, ο Κύκνος και οι Ίτωνες

Πηγαίνοντας ο Ηρακλής να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων, πέρασε κι από τη Θεσσαλία, για να επισκεφθεί τον φίλο του Κήυκα, τον άντρα της Αλκυόνης, που βασίλευε στην Τραχίνα, λέει ο σχετικός μύθος. Στο ταξίδι του αυτό ο Ηρακλής πέρασε και από την πόλη Ίτωνα. Ενώ ο Ηρακλής περνούσε την Ίτωνα, δέχτηκε πρόσκληση του Κύκνου να παλέψουν.
Μας τα λέει ο Απολλόδωρος: «Παριόντα δέ ῎Ιτωνα εἰς μονομαχίαν προεκαλέσατο αὐτόν Κύκνος Ἄρεως καὶ Πελοπίας, συστάς δέ καί τοῦτον ἀπέκτεινεν, ὡς δέ εἰς Ὀρμένιον ἦκεν, Ἀμύντωρ αὐτόν ὁ βασιλεύς οὐκ εἴα διέρχεσθαι. Κωλυόμενος δέ παριέναι καί τοῦτον ἀπέκτεινεν».
Και τα επαναλαμβάνει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης: «Ἐπανιών δ᾿ εἰς Τραχῖνα καί προσκληθείς ὑπό Κύκνου τοῦ ῎Αρεως, τοῦτον μέν ἀπέκτεινεν, ἐκ δέ τῆς Ἰτώνου πορευόμενος καί διά τῆς Πελασγιώτιδος γῆς βαδίζων Ὀρμενίῳ τῷ βασιλεῖ συνέμιξεν, οὗ τήν θυγατέρα ἐμνήστευεν Ἀστυδάμειαν». (Διόδωρος Σικελιώτης 4, 37, 4).
Ο Κύκνος είχε πιάσει το δρόμο που οδηγούσε στους Δελφούς. Εκεί καταλήστευε όσους προσκυνητές περνούσαν πηγαίνοντας για το ιερό και τους σκότωνε. Με τα κρανία τους, που τα συγκέντρωνε όλα, σκόπευε να χτίσει ναό αφιερωμένο στον πατέρα του Άρη ή, όπως λένε μερικοί άλλοι, στον Απόλλωνα. Ο Κύκνος, σύμφωνα με το ψευτοησιόδειο έργο «Ασπίς Ηρακλέους», είχε εγκατασταθεί μαζί με τον πατέρα του Άρη στο τέμενος του Απόλλωνα και έχοντας αυτό έδρα του λήστευε όσους περνούσαν από εκεί. Γι’ αυτό λοιπόν πήγε εκεί ο Ηρακλής. Πήγε σταλμένος από τον Απόλλωνα να τιμωρήσει τον καταπατητή του τεμένους του. Ο Κύκνος, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, είχε το λημέρι του, κάπου κοντὰ στὶς ἀρχαῖες Παγασὲς και στὶς ὄχθες του Ἄναυρου (σημερινοῦ Ξηριά), κοντά στις αρχαίες Αμφανές.
Μας το βεβαιώνουν οι στίχοι του Ησίοδου:
« Κύκνον δ᾿ αὖ Κῆυξ θάπτεν καί λαός ἀπείρων,
οἳ ῥ᾿ ἐγγύς ναῖον πόλιος κλειτοῦ βασιλῆος
Ἄνθην Μυρμιδόνων τε πόλιν κλειτήν τ᾿ ᾿Ιαωλκόν
Ἄρνην τ᾿ ἠδ᾿ Ἑλίκην, πολλός δ᾿ ἠγείρετο λαός,
τιμῶντες Κήυκα, φίλον μακάρεσσι θεοῖσιν,
τοῦ δέ τάφον καί σῆμ᾿ ἀιδές ποίησεν Ἄναυρος
ὄμβρῳ χειμερίῳ πλήθων». (Ασπίς Ηρακλέους, 472 – 478) .
Δηλ.: «Τον Κύκνο όμως ο Κήυκας τον έθαψε και αμέτρητα πλήθη όσοι βέβαια κατοικούσαν κοντά στην πόλη τού ένδοξου βασιλιά στην Άνθη και στην πόλη των Μυρμιδόνων και στην ξακουστή Ιωλκό και στην Άρνη και στην Ελίκη. Πολύς δε λαός ξεσηκώθηκε, τιμώντας τον Κήυκα, αγαπητό στους μακάριους θεούς, τάφο σ’ αυτόν (τον Κύκνο) και στήλη επιτύμβια αόρατη ο Άναυρος έκαμε από βροχή χειμερινή πλημμυρισμένος.»
Αλλά και ο Ευριπίδης (Ηρακλής μαινόμενος, 389 – 393) .μας βεβαιώνει ότι ο Κύκνος ζούσε κοντά στις όχθες του Άναυρου (Ξηριά) και στις γειτονικές Αμφανές:
«Τὴν τε Πηλιάδ᾿ ἀκτήν Ἀναύρου παρά πηγάς, Κύκνον δὲ ξενοδαΐκταν τόξοις ὤλεσεν, Ἀμφαναίας οἰκήτορ᾿ ἄμικτον»
Δηλ.: «Και την ακτή τού Πηλίου κοντά στις πηγές τού Αναύρου τον δε Κύκνο, που σκότωνε τους ξένους, με τόξα τον εξόντωσε (ο Ηρακλής) ενώ εκείνος (ο Κύκνος) ήταν άδηλος στον κάτοικο των Αμφανών».
Ο Ηρακλής, λοιπόν, δέχτηκε την πρόσκληση του Κύκνου ή πήγε εκεί μόνος του, πάλεψε μαζί του και τον σκότωσε.
Ο Κήυκας και η γυναίκα του Αλκυόνη έθαψαν με μεγάλες τιμές τον γαμπρό τους Κύκνο, τον άντρα της κόρης τους, της Θεμιστονόης.
Στην κηδεία του Κύκνου πήγαν οι κάτοικοι όλων των γειτονικών πόλεων, της Άνθης, της πόλης των Μυρμιδόνων (της πρωτεύουσας δηλ. των Μυρμιδόνων), της Ιωλκού, της Άρνης και της Ελίκης. Η συγκέντρωση του λαού τόσων πόλεων έγινε βεβαίως για να τιμήσουν τον Κήυκα, τον αγαπητό στους θεούς, τον «φίλον μακάρεσσι θεοίσιν» και όχι τον νεκρό Κύκνο, που ήταν σ’ όλους μισητός.
Ξεφεύγει από τους σκοπούς της εργασίας μας ο εντοπισμός των αναφερομένων παραπάνω πόλεων των οποίων ο λαός παραβρέθηκε στην κηδεία του Κύκνου.
Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος σ’ ένα άρθρο του με τίτλο «Ο τάφος του Κύκνου», που δημοσιεύθηκε σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό «ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ», στα τεύχη 265 – 273, υποστηρίζει ότι ο τάφος του Κύκνου βρισκόταν κάπου κοντά στο σημερινό Καπακλὶ του Βόλου.
Ωστόσο ο Αθανάσιος Σταγειρίτης επιμένει ότι η συνάντηση του Κύκνου και του Ηρακλή έγινε στην Ίτωνα της Αχαΐας Φθιώτιδας, πόλη η οποία βρισκόταν κάπου κοντά στὸ σημερινὸ ακατοίκητο χωριό της επαρχίας Αλμυρού Καραντζάνταλι. Φαίνεται ότι ο Ηρακλής πέρασε από την Ίτωνο και ύστερα πορεύτηκε προς τις Παγασές όπου συναντήθηκε με τον Κύκνο.
Ο Κύκνος χάρηκε που συνάντησε τον Ηρακλή νομίζοντας ότι θα μπορέσει να τον σκοτώσει και να πάρει τα όπλα του. Στάθηκε λοιπόν στη μέση του δρόμου και καθισμένος πάνω στο άρμα του περίμενε. Όταν ο Ηρακλής έφτασε κοντά είπε στον Κύκνο να παραμερίσει για να περάσει. Ο Κύκνος αρνήθηκε. Τότε ανέβηκαν και οι δύο στα άρματά τους και άρχισε ένας φοβερός αγώνας. Τόσος ήταν ο θόρυβος, και η ταραχή που γινόταν ώστε ταράχτηκαν οι γύρω πόλεις, οι Παγασές, η Ιωλκός και άλλες.
Κατά μία τοπική παράδοση της περιοχής Αλμυρού, η Τραχίνα βρισκόταν στο βουνό της επαρχίας Αλμυρού, που βρίσκεται στα σύνορα με το νομό Φθιώτιδας, το Τραχοβούνι, το οποίο τώρα λέγεται Τραγοβούνι και κοντά στο ερειπωμένο σήμερα χωριό Τραχήλι. Τόσο το Τραχοβούνι όσο και το Τραχήλι τουλάχιστο ηχητικά θυμίζουν έντονα την Τραχίνα. (Βίκτωρ Κ. Κοντονάτσιος, Το Αχίλλειο Αλμυρού, Ιστορική αναδρομή, Έκδοση Πολιτιστικού Οργανισμού Αχιλλείου, Βόλος 1999).
Το Τραχοβούνι ή Τραγοβούνι πάντως δεν είναι τόσο πολύ μακριά από τη θέση όπου πιστεύεται γενικώς ότι βρισκόταν η Τραχίνα, έτσι ώστε η φαινομενικώς αστήρικτη επιστημονικά προφορική αυτή παράδοση της επαρχίας Αλμυρού να μη μπορεί ν’ απορρίπτεται ασυζητητί και χωρίς κανένα ενδοιασμό. Η νότια πλευρά του Τραγόβουνου ή Τραχόβουνου βρίκεται απέναντι από την βόρειο Εύβοια. Στη νότια αυτή πλευρά βρισκόταν η αρχαία Αντρώνα.
Ο Αθανάσιος ο Σταγειρίτης ωστόσο ισχυρίζεται ότι άλλος ήταν ο Κύκνος που κάλεσε τον Ηρακλή σε μονομαχία και άλλος εκείνος που ήταν γαμπρός του Κήυκα.

17. Κήυκας και Αλκυόνη

Ο Κήυκας και η Αλκυόνη ήταν πολύ αγαπημένοι μεταξύ τους. Τόσο πολύ αγαπούσε και θαύμαζε ο ένας τον άλλον, ώστε ο Κήυκας ονόμαζε τη γυναίκα του Ήρα και αυτή τον αποκαλούσε Δία.
Κάποτε ο Κήυκας, όπως μας λέει ο Λουκιανός, αποφάσισε να πάει στο μαντείο των Δελφών να ρωτήσει για κάτι που τον απασχολούσε. Όταν ανακοίνωσε την απόφασή του αυτή στην αγαπημένη του Αλκυόνη, αυτή στενοχωρήθηκε. Δεν ήθελε να μείνει μόνη της. Φοβόταν μήπως στο ταξίδι αυτό πάθει κάποιο κακό ο αγαπημένος της άντρας και δεν θα βρίσκεται κοντά του. Ό,τι και αν συνέβαινε ήθελε να είναι μαζί του. Αλλά και ο Κήυκας, που την αγαπούσε πολύ, επέμενε. Δεν έπρεπε να κινδυνέψει και αυτή σε τόσο επικίνδυνο ταξίδι. Έτσι η Αλκυόνη υποχώρησε και ο Κήυκας ξεκίνησε μόνος του.
Η Αλκυόνη, για να περνούν οι ώρες της, άρχισε να υφαίνει έναν ωραίο χιτώνα για τον άντρα της. Σκόπευε να του τον χαρίσει όταν θα επέστρεφε. Ύφανε και έναν πολύ όμορφο δικό της. Ήθελε να τον φορέσει, για να είναι πολύ όμορφη όταν θα τον υποδεχόταν.
Γυρίζοντας όμως από το ταξίδι του ο Κήυκας έπεσε πάνω σε φοβερή κακοκαιρία. Γρήγορα έγινε ολοφάνερο ότι τους περίμενε όλους ο πνιγμός. Όλοι άρχισαν να κλαίνε και να θρηνούν. Μόνο ο Κήυκας ήταν ευχαριστημένος. Αν και ο ίδιος καταλάβαινε ότι σε λίγο θα πνιγόταν, χαιρόταν γιατί δεν ήταν κοντά του η αγαπημένη του Αλκυόνη και έτσι αυτή δεν θα χανόταν. Ψιθύριζε γεμάτος από αγάπη το όνομα της αγαπημένης του Αλκυόνης όταν ένα μεγάλο κύμα τον σκέπασε και έχασε την ζωή του.
Η Αλκυόνη, μην ξέροντας τίποτε, εξακολουθούσε να ετοιμάζει τους δυο χιτώνες και να κάνει τα όνειρά της. Το σώμα του άντρα της έπλεε πάνω στα κύματα άθαφτο και άκλαυτο. Κάποιος έπρεπε να το πει στην Αλκυόνη. Η Ήρα, που αγαπούσε πάντοτε πολύ τα ερωτευμένα νόμιμα ζευγάρια, κάλεσε κοντά της την αγγελιαφόρο των θεών, την Ίριδα, και την παρακάλεσε να πάει στο παλάτι του Ύπνου, του θεού του ύπνου και να τον παρακαλέσει να στείλει ένα όνειρο στην Αλκυόνη για να μάθει έτσι το κακό που την βρήκε και να φροντίσει για την κηδεία του άντρα της.
Γρήγορα έφτασε η Ίριδα στο παλάτι του Ύπνου. Σιγαλιά απόλυτη επικρατούσε εκεί. Μήτε σκυλιά γάβγιζαν, μήτε κοκόρια λαλούσαν, μήτε αέρας φυσούσε στα κλαδιά των δέντρων, μήτε πουλιά κελαηδούσαν. Ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το σιγαλό κελάρυσμα του ποταμιού της Λήθης που νανούριζε γλυκά όλους για να ξεχνούν τα βάσανά τους και να κοιμούνται. Μπροστά στην πόρτα του παλατιού του Ύπνου ήταν φυτρωμένες παπαρούνες υπνοφόρες και άλλα παρόμοια φυτά που φέρνουν τον ύπνο στους ανθρώπους.
Μπήκε μέσα η Ίριδα περνώντας πάνω από το ουράνιο τόξο και φωτίστηκε ολόκληρο το παλάτι από το λαμπρό της ντύσιμο. Όμως ο θεός Ύπνος κοιμόταν. Δυσκολεύτηκε πολύ να τον ξυπνήσει και να του δώσει να καταλάβει το σκοπό της επίσκεψής της. Σαν τέλειωσε την αποστολή της σηκώθηκε βιαστικά να φύγει. Φοβήθηκε η Ίριδα μήπως την πάρει και αυτή ο ύπνος.
Σηκώθηκε ο Ύπνος και πήγε να ξυπνήσει το γιο του, τον Μορφέα. Αυτός ήταν ο ειδικός για την αποστολή αυτήν. Αυτός έστελνε τα όνειρα στους ανθρώπους.
Ο Μορφέας ξεκίνησε αμέσως. Πετούσε με τα φτερά του, που δεν κάνουν κανένα θόρυβο, μέσα στο βαθύ σκοτάδι, για το παλάτι της Αλκυόνης. Έφτασε. Στάθηκε δίπλα στο μαξιλάρι της, πήρε τη μορφή του θαλασσοπνιγμένου άντρα της, του Κήυκα, αλλά με κορμί γεμάτο φύκια και να στάζει αλμύρα, κι άρχισε να της λέει:
– Κοιμάσαι, κακόμοιρη; Με γνωρίζεις; Άλλαξα τόσο πολύ λοιπόν που δε με γνωρίζεις; Ο άντρας σου είμαι. Μέχρι την τελευταία στιγμή τ’ όνομά σου είχα στα χείλη μου, μέχρι που με σκέπασαν τα νερά και χάθηκα. Πάει, τέλειωσε η ζωή μου. Αλλά να πάω και άκλαυτος; Να πάω στη χώρα των Σκιών χωρίς ένα δάκρυ;
– Περίμενέ με θα έρθω, φώναξε τρομαγμένη μέσα στον ύπνο της η Αλκυόνη.
Ξύπνησε. αμέσως κατατρομαγμένη η Αλκυόνη. Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό. Δεν είχε καμία αμφιβολία. Ήταν όνειρο που θα έβγαινε αληθινό. Γνώρισε το μέρος που της έδειξε το όνειρο. Ήταν η ακρογιαλιά όπου τον είχε αποχαιρετήσει ξεπροβοδίζοντάς τον. Ήταν κάπου στη σημερινή παραλιακή θέση «Φανός» του χωριού Γλύφα του νομού Φθιώτιδας, σύμφωνα με την ανεπιβεβαίωτη επιστημονικά προφορική παράδοση που ακουγόταν στην περιοχή. Έτρεξε στην ακρογιαλιά να ιδεί. Από μακριά είδε ένα πτώμα που επέπλεε στη θάλασσα και οι κυματισμοί το έφερναν προς την ακρογιαλιά. Το γνώρισε. Ήταν του αγαπημένου της Κήυκα. Ρίχτηκε και αυτή στη θάλασσα και το αγκάλιασε με πάθος, αποφασισμένη να πνιγεί.
Οι θεοί συγκινήθηκαν από την τόση αγάπη και μεταμόρφωσαν τους δύο συζύγους σε πουλιά. Είναι τα πουλιά που λέγονται αλκυόνες. Άλλοι έλεγαν ότι ο Κήυκας μεταμορφώθηκε στο πουλί κήυκα και η Αλκυόνη στο πουλί αλκυόνη. Ο πατέρας της Αλκυόνης, ο Αίολος, που κυβερνά τους ανέμους, σταματά για χάρη τους τους ανέμους για λίγες μέρες μέσα στο καταχείμωνο, για να κλωσήσει τα αυγά της η αγαπημένη του κόρη. Είναι οι μέρες που τις λέμε αλκυονίδες.
Σε πουλί είχε μεταμορφωθεί από τους θεούς και ο αδερφός του Κήυκα, ο Δαιδαλίονας. Έγινε ένα όρνιο με πολύ μεγάλες και μυτερές φτερούγες και πολύ γαμψά, σαν άγγιστρα, νύχια, αγγυλωτό στόμα και ζούσε στην αυλή του Κήυκα. Και ακριβώς για το λόγο αυτό, για να ρωτήσει γιατί ο Δαιδαλίονας είχε μεταμορφωθεί σε πουλί είχε πάει ο Κήυκας στο Μαντείο των Δελφών.

18. Η γενιά της Πεισιδίκης

Η Πεισιδίκη, η άλλη κόρη του Αίολου και εγγονή της Ορθρηίδας, παντρεύτηκε τον Μυρμιδόνα, το γιο του Δία και της Ευρυμέδουσας, και έγινε έτσι μητέρα του Άντιφου και του Άκτορα.
Ο Άκτορας έγινε βασιλιάς στη Φθία, παντρεύτηκε την Αίγινα, την κόρη του Ασωπού ποταμού, και γέννησε την Πολυμήλη ή Φιλομήλη, τον Μενοίτιο και τον Ευρυτίονα. Για τον Μενοίτιο υπάρχει και η εκδοχή ότι ήταν γιος άλλου Άκτορα, του γιου του βασιλιά της Φωκίδας Δηιόνα και της κόρης του Ξούθου Διομήδης.
Η Πολυμήλη παντρεύτηκε τον Πηλέα, πριν από τον γάμο του Πηλέα με την Θέτιδα. Υπάρχει και η παράδοση που θέλει την Πολυμήλη όχι γυναίκα αλλά κόρη του Πηλέα, γυναίκα του Μενοίτιου και μητέρα του Πάτροκλου.
Ο Μενοίτιος εποίκισε τον Οπούντα της Λοκρίδας, γιατί μετά τον κατακλυσμό επί του Δευκαλίωνα, o τόπος εκεί είχε ερημωθεί. Στον Οπούντα ο Μενοίτιος παντρεύτηκε την Σθενέλη, την κόρη του Άκαστου ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, την Πολυμήλη, την κόρη του Πηλέα, και απόκτησε τον Πάτροκλο. Μια μέρα ο Πάτροκλος σκότωσε, κατά λάθος, τον φίλο και συνομήλικό του Κλεισώνυμο. Έτσι ο Μενοίτιος αναγκάστηκε να φέρει τον Πάτροκλο στη Φθία, όπου τον δέχτηκε ο Πηλέας και τον μεγάλωσε μαζί με τον γιο του Αχιλλέα.
Ο Ευρυτίωνας, ο άλλος γιος του Άκτορα, έγινε βασιλιάς στη Φθία. Ο Πηλέας, ο γιος του Αιακού, ο οποίος στην πατρίδα του είχε σκοτώσει τον αδερφό του Φώκο, πήγε στην αυλή του Ευρυτίωνα να τον εξιλεώσει. Ο Ευρυτίωνας εξάγνισε τον Πηλέα από το μίασμα του φόνου και του έδωσε γυναίκα την κόρη του Αντιγόνη και το ένα τρίτο της χώρας του να βασιλέψει. Στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου όμως ο Ευρυτίωνας σκοτώθηκε από τα ίδια τα χέρια του εξαγνισθέντος γαμπρού του Πηλέα.

19. Η γενιά της Καλύκης

Η Καλύκη, κόρη και αυτή του Αίολου και εγγονή του Έλληνα και της Ορθρηίδας, παντρεύτηκε τον Αέθλιο, το γιο του Δία και της Πρωτογένειας, και έγινε μητέρα του Ενδυμίωνα. Ο Αέθλιος ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Ήλιδας.
Σύμφωνα με μία άλλη μυθολογική εκδοχή (Παυσανίας, 5, 8, 2) και ο Αέθλιος ήταν γιος του Αίολου, του γιου της Ορθρηίδας. Ήταν επομένως αδερφός και συγχρόνως σύζυγος της Καλύκης. Θυμίζουμε εδώ ότι σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή ο άλλος γνωστός στη μυθολογία Αίολος, ο θεός του ανέμου είχε έξι γιους και έξι θυγατέρες και είχε παντρέψει τους έξι γιους του με τις έξι θυγατέρες του. Η μυθολογική αυτή εκδοχή και η σύγχυση που υπάρχει για τους δυο Αίολους, τον ένα τον γιο του Έλληνα και τον άλλο το θεό των ανέμων, φαίνεται να έχει δημιουργήσει και την μυθολογική αυτή εκδοχή κατά την οποία ο Αέθλιος και η Καλύκη φέρονται να είναι ταυτόχρονα αδέλφια και σύζυγοι. Το ίδιο είδαμε να συμβαίνει με τον Μακαρέα και την αδελφή του Κανάκη.
Ο Αέθλιος ήταν εκείνος που, μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, καθιέρωσε και πάλι το καθεστώς των αθλημάτων μεταξύ των ανθρώπων.
Ο Ενδυμίωνας, παίρνοντας μαζί του Αιολείς από τη Θεσσαλία, εγκαταστάθηκε στην Ήλιδα. Γυναίκες του Ενδυμίωνα αναφέρονται, σύμφωνα με διάφορες μυθολογικές εκδοχές, η Ναϊάδα, η Ιφιάνασσα, η Αστεροδία, η Χρομία και η Υπερίππη.
Ο Αιτωλός, γιος του Ενδυμίωνα και της Ιφιάνασσας, εγκαταστάθηκε στη χώρα η οποία από αυτόν ονομάστηκε Αιτωλία.
Γιος του επίσης του Ενδυμίωνα είναι ο Παίονας που εγκαταστάθηκε στη χώρα, η οποία πήρε από αυτόν το όνομά της, την Παιονία.
Ο Επειός, άλλος γιος του Ενδυμίωνα, αναφέρεται ως νικητής του αγώνα δρόμου στην Ολυμπία. Ο ίδιος φέρεται και ως επώνυμος ήρωας των Επειών.
Η Ευρυκύδη, κόρη του Ενδυμίωνα, έγινε ερωμένη του Ποσειδώνα και μητέρα από αυτόν του Ηλείου, ο οποίος είναι ο πατέρας του βασιλιά Αυγεία, του γνωστού για τους περίφημους στάβλους του που καθάρισε ο Ηρακλής.
Ο Ενδυμίωνας ήταν, όπως πιστεύεται από τους ειδικούς μία προολυμπιακή θεότητα. Μαρτυρίες για την λατρεία του υπάρχουν σε πολλές περιοχές της Θεσσαλίας, της Αρκαδίας, της Ηλείας και της Αιτωλίας με τις οποίες συνδέονται άμεσα σχετικοί μ’ αυτόν μύθοι.
Σύμφωνα μ’ ένα γνωστό γι’ αυτόν μύθο, η Σελήνη ερωτεύθηκε τον Ενδυμίωνα. Από το γάμο τους γεννήθηκαν πενήντα θυγατέρες. Η Σελήνη είναι βέβαια μια άλλη πανάρχαια θεότητα που λατρεύτηκε και κάτω από το όνομα Εκάτη, όπως αναφέρουμε σ’ άλλες σελίδες της εργασίας αυτής, και αναφέρεται ως κόρη της τοπικής νύμφης των Φερών Φεραίας. Μετά τη γέννηση των πενήντα θυγατέρων του, με ένα φίλημα της Σελήνης, ο Ενδυμίωνας έπεσε σε αιώνιο ύπνο, για να παραμείνει πάντοτε νέος και όμορφος, χωρίς να γεράζει και να μπορεί έτσι η Σελήνη να θαυμάζει την ομορφιά του παντοτινά.
Για τον Ενδυμίωνα παραδίδεται ακόμη ότι ο αιώνιος ύπνος ήταν δώρο του θεϊκού πατέρα του Δία, γιατί ήθελε έτσι να διατηρήσει αιωνίως την πολύ μεγάλη ομορφιά του. Άλλοι λένε ότι ο αιώνιος ύπνος δεν του δόθηκε ως δώρο αλλά ως τιμωρία. Ο Δίας θαμπωμένος από την ομορφιά του Ενδυμίωνα τον έφερε επάνω στον Όλυμπο. Εκεί όμως ο Ενδυμίωνας ερωτεύθηκε την Ήρα με αποτέλεσμα ο Δίας να τον τιμωρήσει κάνοντάς τον να κοιμάται αιωνίως και έτσι να μην είναι επικίνδυνος.
Παρατηρούμε λοιπόν και στο σημείο αυτό μία ατέλειωτη σειρά ηρώων, σκορπισμένων σ’ όλη την Ελλάδα, οι οποίοι έλκουν την καταγωγή τους από το ζευγάρι του Έλληνα και της Ορθρηίδας, των προγόνων όλων των Ελλήνων με αρχική τους κοιτίδα τον ορεινό όγκο της Όρθρης. Για τους λόγους που έχουμε αναλύσει σ’ άλλη θέση δεν είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι μύθοι να είναι πλαστοί. Αντίθετα πρέπει να θεωρηθούν πρωταρχικοί, αγνοί και ανόθευτοι.

20. Η γενιά της Περιμήδης

Η Περιμήδη, άλλη εγγονή της Ορθρηίδας και του Έλληνα, θυγατέρα κι αυτή του Αίολου, γέννησε από τον ποταμό Αχελώο, τον Ιπποδάμαντα και τον Ορέστη. Κόρη του Ιπποδάμαντα ήταν η Ευρύτη την οποία παντρεύτηκε ο Παρθάονας, ο βασιλιάς της Καλυδώνας. (Απολλόδωρος 1, 7, 10).
Παιδιά του Παρθάονα και της Ευρύτης είναι πέντε γιοι: ο Οινέας, ο Άγριος, ο Αλκάθιος, ο Μέλανας, ο Λευκοπέας και μία κόρη, η Στερόπη.
Ο Οινέας παντρεύτηκε την Αλθαία και απόκτησε απ’ αυτήν τον Μελέαγρο, τον Τοξέα και τη Γόργη.
Ο Άγριος παντρεύτηκε τη Δία και απόκτησε τον Θερσίτη, τον Ογχηστό, τον Πρόθοο, τον Κελεύτορα, τον Λυκοπέα και τον Μελάνιππο.
Η Στερόπη έγινε, από τον Αχελώο, μητέρα των Σειρήνων, των μυθικών τεράτων που σαγήνευαν με το τραγούδι τους όσους ναυτικούς περνούσαν από τα στενά τους.
Υπάρχουν ενδιαφέροντες μύθοι στη μυθολογία για όλους αυτούς, όπως και για τους άλλους απόγονους της Περιμήδης. Η αναφορά τους θα γινόταν κουραστική. Αρκεί μόνο η μνημόνευση των ονομάτων τους για να ενισχυθεί για άλλη μία φορά η άποψή μας ότι οι υπάρχοντες σχετικοί με την καταγωγή των ελληνικών ηρώων μύθοι οδηγούν την καταγωγή συσσωρευτικά στο πρώτο, μετά τον κατακλυσμό ζευγάρι, του Έλληνα και της νύμφης της Όρθρης, Ορθρηίδας. Και αυτή ακριβώς η μαζική και συσσωρευτική αναγωγή της καταγωγής στο ίδιο ζευγάρι ενισχύει ακαταμάχητα την άποψη ότι η πρώτη εστία των όλων των φύλων των Ελλήνων αναγόταν, σύμφωνα με τους αρχικούς μύθους των, στην Αχαΐα Φθιώτιδα.

21. Οι γενιές των άλλων παιδιών του Αίολου Μακαρέας, Αέθλιος, Ιόκαστος, Τανάγρα,
Άρνη, Τριτογένεια, Μελανίππη

Παιδιά του Αίολου – και επομένως εγγόνια της Ορθρηίδας και του Έλληνα – ήταν ακόμη, σύμφωνα με διάφορες μυθολογικές εκδοχές διάσπαρτες στην αρχαιοελληνική γραμματεία, όπως αναφέρουμε σ’ άλλες σελίδες, ο Μακαρέας, ο Αέθλιος, ο Ιόκαστος, η Τανάγρα, η Άρνη, η Τριτογένεια και η Μελανίππη.
Σε διάφορα άλλα μέρη της εργασίας αυτής γίνεται σποραδικά αναφορά και στα παιδιά αυτά του Αίολου. Οι πληροφορίες ωστόσο παρουσιάζονται πολύ συγκεχυμένες.
Ο Μακαρέας, ο γιος του Αίολου, από τον οποίο ονομαζόταν και Αιολίων (Ομηρικός Ύμνος στον Απόλλωνα 37), ταυτίζεται σύμφωνα με κάποιες απόψεις, με τον ομώνυμό του οικιστή της Λέσβου από τον οποίο η Λέσβος ονομαζόταν «Μάκαρος έδος» (Ομήρου Ιλιάδα Ω 544).
Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή κόρη του Μακαρέα ήταν η Άμφισσα, νύμφη και επώνυμη ηρωίδα της ομώνυμης πόλης της Λοκρίδας (Παυσανίας Χ, 38. 4).
Άλλα παιδιά του Μακαρέα ήταν ο Κυδρόλαος, ο Νέανδρος, ο Λεύκιππος, ο Έρεσος, η Μυτιλήνη, η Μήθυμνα, η Άντισσα, η Αρίσβη, η Ίσσα, και η Αγαμήδη ή Πύρρα. Όλα είναι επώνυμοι ήρωες και οικιστές πόλεων στο νησί της Λέσβου και άλλα γειτονικά νησιά. Έχουμε γράψει σχετικά στα κεφάλαια της εργασίας αυτής με τίτλους «Η Φθιώτιδα Αχαΐα αφετηρία ελληνικών φύλων» και «Απόγονοι της νύμφης της Όρθρης Ορθρηίδας, επώνυμοι ιδρυτές και ήρωες πόλεων και χωρών.»
Ο Αέθλιος παντρεύτηκε την αδελφή του Καλύκη και έγινε πατέρας του Ενδυμίωνα, όπως είδαμε στο κεφάλαιο για τη γενιά της Καλύκης.
Για τον Ιόκαστο οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι πολύ ασαφείς έτσι που σχεδόν να θεωρούνται ανύπαρκτες.
Η Τανάγρα παντρεύτηκε τον Ποίμανδρο, απόγονο δύο θεών του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα. Από αυτήν πήρε το όνομά της η πόλη Τανάγρα. Σύμφωνα με κάποιους μύθους η Τανάγρα ήταν κόρη του Ασωπού ποταμού. Η Τανάγρα έζησε πάρα πολλά χρόνια και γι’ αυτό είχε και την ονομασία Γραία, προσωνυμία που την πήρε και η ομώνυμη πόλη.
Η Άρνη, κόρη του Αίολου και αυτή, έγινε από τον Ποσειδώνα μητέρα του Αιτωλού και του Βοιωτού. Είναι επώνυμη ηρωίδα της θεσσαλικής πόλης Άρνης αλλά και της ομώνυμής, της βοιωτικής Άρνης.
Για την Τριτογένεια, μία άλλη κόρη του Αίολου, που κάποιοι την θέλουν να λέγεται Πρωτογένεια, δεν υπάρχουν παρά πολύ ελάχιστες πληροφορίες. Ο Ποσειδώνας έσμιξε μαζί της και την έκανε μητέρα του Μινύα. Αυτός είναι ο πρώτος από τους Μινύες και έχτισε τον Ορχομενό. Κάποιες άλλες αναφορές αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων ονομάζουν την μητέρα του Μινύα, την Τριτογένεια ή Πρωτογένεια, Χρυσογόνη, κόρη και αυτή του Αίολου.
Η Μελανίππη, κόρη του Αίολου και της Ίππης, έγινε από τον Ποσειδώνα – ο οποίος εκμεταλλεύθηκε την απουσία του πατέρα της και μπήκε στο δωμάτιό της – μητέρα δυο γιων, του Αίολου (του νεότερου) και του Βοιωτού. Τα μαθαίνουμε αυτά από την τραγωδία του Ευριπίδη «Μελανίππη ἡ σοφή» (Στίχ. 480 – 488. Spengel, Rhetores Graeci 7, 1313. 6), η οποία χάθηκε μεν αλλά σώθηκαν κάποιες πληροφορίες για το περιεχόμενό της.
Όταν ο Αίολος έμαθε την εγκυμοσύνη της κόρης του Μελανίππης, μην πιστεύοντας ότι πατέρας των παιδιών της κόρης του ήταν ο Ποσειδώνας, όπως αυτή ισχυριζόταν, έδιωξε την Μελανίππη από το παλάτι του και την παρέδωσε σ’ έναν ξένο που είχε έρθει από το Μεταπόντιο της Κάτω Ιταλίας. Αυτά τα μαθαίνουμε από μία άλλη, επίσης χαμένη, τραγωδία του Ευριπίδη «Μελανίππη η δεσμώτις» (Στίχ. 489 – 514) για το περιεχόμενο της οποίας έχουν διασωθεί μερικές μόνο πληροφορίες.
Το όνομα της κόρης του Αίολου Μελανίππη (μαύρη φοράδα) μας οδηγεί στη σκέψη ότι ο Ποσειδώνας ενώθηκε μαζί της έχοντας μορφή αλόγου (Kerenyi, Die Mythologie der griechen, ό. π. 216), που δηλώνει την πανάρχαια προολυμπιακή υπόστασή του, ως θεού της γης ή και ως υποχθόνιας θεότητας.
Υπήρχε ακόμη και μία άλλη κόρη του Αίολου, η Αντιόπη. Έγινε και αυτή ερωμένη του Ποσειδώνα και μητέρα από αυτόν δύο γιων, του Έλληνα (του νεότερου) και του Βοιωτού.
Όλοι οι παραπάνω είναι οι απόγονοι του Έλληνα και της νύμφης Ορθρηίδας από το πρώτο τους γιο, τον Αίολο.
Για όλους τους παραπάνω ήρωες και ηρωίδες υπάρχουν πολλοί άλλοι μύθοι που αναφέρονται στις δραστηριότητές τους και στους απόγονους τους, αλλά δεν εμπίπτει στις προθέσεις μας η αναφορά τους για λόγους που έχουμε αναφέρει.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (8η συνέχεια)

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΗΣ ΟΘΡΗΙΔΑΣ
α. ΑΙΟΛΟΣ

                  Για να παρακολουθήσουμε εύκολα και να επιβεβαιώσουμε ότι στον Έλληνα και την Ορθρηίδα ανάγεται η καταγωγή των περισσότερων επώνυμων ηρώων των ελληνικών πόλεων και χωρών θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα του Απολλόδωρου για τα παιδιά που γεννήθηκαν από τον Αίολο, το γιο του Έλληνα και της Ορθρηίδας:
«Αἴολος δέ βασιλεύων τῶν περί τήν Θεσσαλίαν τόπων τούς ἐνοικοῦντας Αἰολεῖς προσηγόρευσε, καί γήμας Ἐναρέτην τήν Δηιμάχου παῖδας μέν ἐγέννησε ἑπτά, Κρηθέα, Σίσυφον, Ἀθάμαντα, Σαλμωνέα, Δηιόνα, Μάγνητα, Περιήρην, θυγατέρας δὲ πέντε, Κανάκην, Ἀλκυόνην, Πεισιδίκην, Καλύκην, Περιμήδην». (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη. 1, 7, 3, 3).
Δηλαδή «Ο Αίολος (Αίολος σημαίνει «ευκίνητος» και «πολύχρωμος») βασιλεύοντας στους τόπους της Θεσσαλίας ονόμασε όσους κατοικούσαν σ’ αυτήν Αιολείς και, αφού παντρεύτηκε την Εναρέτη, την κόρη του Δηίμαχου, γέννησε εφτά μεν γιους, τον Κρηθέα, τον Σίσυφο, τον Αθάμαντα, τον Σαλμωνέα, τον Δηιόνα, τον Μάγνητα , τον Περιήρη, πέντε δε θυγατέρες, την Κανάκη, την Αλκυόνη, την Πεισιδίκη, την Καλύκη, την Περιμήδη»
Σύμφωνα με άλλους μυθογράφους στους γιους του Αίολου περιλαμβάνονται και ο Μακαρέας (Παυσανίας, 10, 38, 4. Υγίνου Fabulae 242), ο Αέθλιος (Παυσανίας 5, 8, 2), ο Μίμαντας (Διόδωρος Σικελιώτης 4, 67), ο Ιόκαστος. Με το ότι ο Μίμαντας ήταν γιος του Αίολου συμφωνεί επίσης και ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην πεντάτομη Μυθολογία του «Ωγυγία». Στις κόρες του Αίολου ο Παυσανίας (9, 20, 1) προσθέτει την Τανάγρα και την Άρνη, ενώ ο σχολιαστής του Πίνδαρου (Πυθιόνικος 4, 120) την Τριτογένεια και την Μελανίππη.
Γίνεται φανερή από τις προσθήκες αυτές η προσπάθεια να οδηγηθεί η καταγωγή πολλών επώνυμων ηρώων και βασιλιάδων στους κατευθείαν απόγονους του Έλληνα και της Ορθρηίδας, για να εξασφαλισθεί έτσι η καταγωγή τους από το πρώτο ζευγάρι των ανθρώπων που έζησε μετά τον κατακλυσμό.
Θα παραθέσουμε ένα κατάλογο απογόνων των παραπάνω παιδιών του Αίολου, του γιου του Έλληνα και της Ορθρηίδας. Για κάθε γιο και κάθε θυγατέρα από τα παραπάνω παιδιά του Αίολου, πρόγονου και επώνυμου ήρωα των Αιολέων, πρώτων κατοίκων της Θεσσαλίας, θ’ αναφέρουμε λίγα μόνο στοιχεία για τη ζωή τους και για τους απόγονους τους. Δεν είναι στις προθέσεις μας ν’ αναφέρουμε πάρα πολλά ονόματα εξαντλώντας το πλήρες γενεαλογικό δέντρο όλων των ηρώων και βασιλιάδων. Και με τα λίγα όμως αυτά παραδείγματα θα γίνει φανερό ότι οι γενεαλογικοί μύθοι των επώνυμων ηρώων πολλών λαών, φυλών, πόλεων και βασιλιάδων τους οδηγούν στην πρώτη τους κοιτίδα, την Αχαΐα Φθιώτιδα.
Πιστεύουμε όμως ότι και για πολλούς άλλους επώνυμους ήρωες και βασιλιάδες ελληνικών πόλεων και φύλων, για τους οποίους δεν γίνεται εδώ κάποια αναφορά, υπήρχαν ανάλογοι μύθοι που οδηγούσαν την καταγωγή τους στον Έλληνα, το γιο του Δευκαλίωνα, αφού, όπως πιστεύουμε, όλοι θα επιθυμούσαν η αρχική καταγωγή τους να φτάνει μέχρι τον Δευκαλίωνα. Οι μύθοι αυτοί δεν έχουν εντοπιστεί όλοι από την έρευνα αυτή.
Όταν οι Έλληνες συνειδητοποίησαν, ή θέλησαν να θεμελιώσουν, την κοινή τους καταγωγή, έπλασαν οπωσδήποτε τέτοιους μύθους που το επιβεβαίωναν. Όταν αργότερα το αίσθημα της αυτογνωσίας, της αυτοδυναμίας και της αυτονομίας των λαών χρειάστηκε να ενισχυθεί και με ξεχωριστή δική τους φυλετική και πολιτειακή ανεξαρτησία και αυθυπαρξία, με αυτοχθονία και εντοπιότητα των ηγετών τους και των ίδιων των λαών, οι αρχικοί αυτοί μύθοι ατόνησαν και σιγά σιγά λησμονήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από άλλους που βόλευαν και ικανοποιούσαν τα νέα αυτά αισθήματα και τις καινούργιες ανάγκες που δημιουργήθηκαν.

1. Η γενιά του Κρηθέα

Ο Κρηθέας, ο πρώτος γιος του Αίολου, ίδρυσε την Ιωλκό, της οποίας και έγινε πρώτος βασιλιάς. Παντρεύτηκε την Τυρώ, την κόρη του Σαλμωνέα, πρώτη του ξαδέλφη, και απόκτησε πέντε γιους: τον Πελία, τον Νηλέα, τον Αίσονα, τον Αμυθάονα και τον Φέρητα. Τον Πελία και τον Νηλέα κάποιοι μύθοι τους έλεγαν και παιδιά του Ποσειδώνα,
Από τα παιδιά του Κρηθέα:
α) Πελίας πήρε τον θρόνο της Ιωλκού. Παντρεύτηκε την Αναξιβία, την κόρη του Αμφίονα, και απόκτησε τον Άκαστο, την Πεισιδίκη, την Πελόπεια, την Ιπποθόη και την Άλκηστη, η οποία παντρεύτηκε τον Άδμητο, το βασιλιά των Φερών.
Ο Άκαστος διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο, παντρεύτηκε την Αστυδάμεια και απόκτησε τον Μελάνιππο, τον Πλησθένη, την Λαοδάμεια (η οποία παντρεύτηκε τον Πρωτεσίλαο, τον βασιλιά της Φυλάκης και ήρωα του Τρωικού Πολέμου), την Στερόπη και την Σθενέλη, η οποία έγινε γυναίκα του Μενοίτιου, του γιου του Άκτορα και της Αίγινας, της κόρης του Ασωπού (Πίνδαρος, Ολύμπια 9, 68 κ. εξ.).
Από τον Μενοίτιο και την Σθενέλη γεννήθηκε ο ήρωας του Τρωικού Πολέμου, και αδελφικός φίλος του Αχιλλέα, Πάτροκλος.
Ο Μενοίτιος ήταν γιος του Άκτορα και εγγονός του Δηιόνα, του γιου του Αίολου. Μετά τον κατακλυσμό που έγινε στην εποχή του Δευκαλίωνα, ο Μενοίτιος έφυγε από τούτα τα μέρη και εγκαταστάθηκε, δημιουργώντας εποικισμό, στον Οπούντα της Λοκρίδας, ο οποίος, όπως λέει ο σχετικός μύθος, είχε ερημωθεί από ανθρώπους γιατί όλοι είχαν πνιγεί από τον κατακλυσμό.
Εμμέσως, αλλά με αφοπλιστική σαφήνεια, και ο μύθος αυτός του εποικισμού μιας ερημωμένης από τον κατακλυσμό επί της εποχής του Δευκαλίωνα πόλης, με ανθρώπους που ξεκίνησαν από την Αχαΐα Φθιώτιδα επιβεβαιώνει την αναγωγή της καταγωγής πολλών ελληνικών φύλων σ’ αυτήν και ενισχύει το μύθο που θέλει τόπο στάθμευσης της κιβωτού του Δευκαλίωνα την Όρθρη.
β) Ο δευτερότοκος γιος του Κρηθέα, ο Νηλέας, διωγμένος από τον Πελία, πρωτότοκο και φυσικό διάδοχο του θρόνου, έφτασε με πολλούς Πελασγούς στη Μεσσηνία, όπου εγκαταστάθηκε και έχτισε την Πύλο. Εκεί παντρεύτηκε την Χλωρίδα, την κόρη του Αμφίονα, και απόκτησε δώδεκα γιους: τον Ταύρο, τον Αστέριο, τον Πυλάωνα, τον Δηίμαχο, τον Ευρύβιο, τον Επίδαο, τον Ράδιο, τον Ευρυμένη, τον Ευαγόρα, τον Αλάστορα, τον Νέστορα, και τον Περικλύμενο, και μία κόρη, την πανέμορφη Πηρώ, την οποία θα δούμε σε άλλες σελίδες της εργασίας αυτής. Ο Νηλέας ως βασιλιάς δόξασε τόσο πολύ την Πύλο, ώστε ο Όμηρος στα ποιήματά του να την ονομάζει «πόλη του Νηλέα» («Πύλον, Νηλήος εϋκτίμενον πτολίεθρον» (Οδύσσεια, γ 4)), μας λέει ο Παυσανίας (IV, 36, 1).
Από τους δώδεκα γιους του Νηλέα, ο Νέστορας, ο σοφός βασιλιάς της Πύλου και ήρωας του Τρωικού Πολέμου, παντρεύτηκε την Αναξιβία, την κόρη του Κρατιέα, και απόκτησε τον Περσέα, τον Στράτιχο, τον Άρητο, τον Εχέφρονα, τον Πεισίστρατο, τον Αντίλοχο, τον Θρασυμήδη, την Πεισιδίκη και την Πολυκάστη.
Από αυτούς ο Αντίλοχος είχε γιο τον Παίονα, ο οποίος έγινε ο επώνυμος των Παιονιδών Αθηναίων, και ο Θρασυμήδης είχε γιο τον Αλκμαίονα, τον επώνυμο των Αλκμαιονιδών Αθηναίων, από τους οποίους κατάγεται ο τύραννος της Αθήνας Πεισίστρατος.
Ένας άλλος γιος του Νηλέα, ο Περικλύμενος, γέννησε τον Πένθιλο, ο οποίος γέννησε τον Βώρο, ο οποίος γέννησε τον Ανδρόπομπο, ο οποίος γέννησε τον Μέλανθο.
Ο Μέλανθος αυτός έγινε η αιτία, σύμφωνα με τη μία από τις υπάρχουσες μυθολογικές εκδοχές, της ίδρυσης στην Αθήνα της γιορτής των Απατουρίων.
Ήρθε ο Μέλανθος στην Αττική, λέει ο μύθος, την εποχή που οι Αθηναίοι βρίσκονταν σε πολεμικές προστριβές με τους κατοίκους της Βοιωτίας. Επειδή οι προστριβές αυτές δεν έλεγαν να πάρουν ένα τέλος οι δυο στρατοί συμφώνησαν να μονομαχήσουν οι βασιλιάδες τους και η νίκη του βασιλιά τους να θεωρηθεί νίκη και του στρατού του.
Ο βασιλιάς όμως των Αθηναίων, ο Θυμοίτης, ήταν γέρος και ασθενικός, ενώ ο βασιλιάς των Βοιωτών, ο Ξάνθος, ήταν πολύ δυνατός. Ήταν φανερό ότι θα νικούσε ο Ξάνθος. Οι Αθηναίοι δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν. Από τη δύσκολη στιγμή και τον κίνδυνο, στον οποίο βρέθηκαν οι Αθηναίοι, τους έβγαλε ο Μέλανθος. Δέχτηκε να πάρει αυτός τη θέση του ασθενικού Θυμοίτη, τον οποίο, όπως λέει ο σχετικός μύθος, δεν γνώριζαν προσωπικά οι Βοιωτοί, και ν’ αγωνιστεί αυτός με τον Ξάνθο στη θέση του ασθενικού βασιλιά των Αθηναίων. Ο Μέλανθος όμως το δέχτηκε αυτό με την προϋπόθεση ότι θα γίνει βασιλιάς αυτός μετά τον θάνατο του Θυμοίτη. Οι Αθηναίοι συμφώνησαν.
Ο Μέλανθος, μόλις κατέβηκαν ν’ αγωνιστούν, ξεγέλασε τον Ξάνθο λέγοντάς του ότι δεν είναι σωστό να έχει βοηθό, όπως είχε ο Ξάνθος αυτόν τον άντρα που στεκόταν πίσω του. Γύρισε ο Ξάνθος πίσω του να δει αυτόν τον ανύπαρκτο βοηθό του κι εκείνη την στιγμή έριξε ο Μέλανθος και τον σκότωσε.
Έτσι ο Μέλανθος βγήκε νικητής από αυτόν τον αγώνα και οι Αθηναίοι τον τίμησαν και, μετά τον θάνατο του Θυμοίτη, τον έκαναν βασιλιά τους. Γιος αυτού του Μέλανθου ήταν ο κατοπινός γνωστός και ξακουστός βασιλιάς των Αθηναίων Κόδρος (Στράβων, Θ 1, 7 : «Κόδρος της Αττικής εβασίλευε τότε ο του Μελάνθου παις»). Ωστόσο ο Παυσανίας ισχυρίζεται ότι ο Θυμοίτης ήταν ο τελευταίος από τους απόγονους του Θησέα που έγινε βασιλιάς των Αθηνών.
Για να θυμούνται το γεγονός της νίκης του Μέλανθου οι Αθηναίοι είχαν μια γιορτή που την ονόμαζαν «Απατούρια», διότι με «απάτη» ξεγέλασε ο Μέλανθος τον Ξάνθο και τον νίκησε. Τα Απατούρια γίνονταν κατά τον μήνα Πυανεψιώνα.
Αυτή είναι η μία μυθολογική εκδοχή που σχετίζεται με τον Μέλανθο, τον μακρινό απόγονο του Έλληνα και της Οθρηίδας. Ήταν ένα μυθολογικό άκουσμα σε τούτη την περιοχή.
Υπάρχει βέβαια και άλλη άποψη για την ονομασία των Απατουρίων. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τα Απατούρια δεν πήραν το όνομά τους από την απάτη που έκανε ο Μέλανθος στον Ξάνθο αλλά, επειδή την ημέρα αυτή οι Αθηναίοι παρουσίαζαν τους γιους τους επίσημα, αναγνωρίζοντάς τους, για να γραφούν στις διάφορες φρατρίες. Μέχρι τότε οι νεαροί Αθηναίοι επισήμως θεωρούνταν χωρίς πατέρα, «απάτορες». Ονομάστηκε λοιπόν η εορτή Απατόρια και Απατούρια.
γ) Ο Αίσονας, ο τρίτος γιος του Κρηθέα, παντρεύτηκε την Αμφινόμη (ή Πολυμήδη), την κόρη του Αυτόλυκου. Ο Αίσονας είναι ο πατέρας του γνωστού Ιάσονα, του αρχηγού της Αργοναυτικής Εκστρατείας, και του Πρόμαχου.
δ) Ο Αμυθάονας, ο άλλος γιος του Κρηθέα, βασίλεψε στο μέρος της Ήλιδας που από αυτόν ονομάστηκε Αμυθαονία. Παντρεύτηκε την Ειδομένη, την κόρη του αδερφού του Φέρητα, και έγινε πατέρας δύο γιων, του μάντη Μελάμποδα και του Βίαντα, τους οποίους θα δούμε και σε άλλες σελίδες της εργασίας αυτής, και μιας κόρης, της Αιολίας.
Ο μάντης Μελάμποδας έγινε πατέρας του Αντιφάτη, του Άβαντα, του Μάντιου, της Μαντώς και της Προνόης.
Ο γιος του Αντιφάτη Οϊκλής βασίλεψε στην Αρκαδία.
Η κόρη του Άβαντα Λυσιμάχη παντρεύτηκε το γιο του Βίαντα, τον Ταλαό, και απόκτησε τον μάντη Ίδμονα, τον Άδραστο, ο οποίος βασίλεψε στη Σικυώνα και αργότερα στο Άργος, τον Παρθενοπαίο, τον Πρώνακτα, τον Μηκιστέα, τον Αριστόμαχο και την Εριφύλη.
Τον μάντη Ίδμονα θα τον δούμε σε πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες σε άλλες σελίδες της εργασίας αυτής.
ε) Ο τελευταίος γιος του Κρηθέα, ο Φέρης (ή Φέρητας) είναι ο ιδρυτής των Φερών και πατέρας του Άδμητου, του Λυκούργου και της Ειδομένης, η οποία έγινε γυναίκα του Αμυθάονα.
Ο Άδμητος παντρεύτηκε την Άλκηστη και έγινε πατέρας του Εύμηλου, του ξακουστού βασιλιά των Φερών και ήρωα του Τρωικού Πολέμου.
Ο Λυκούργος παντρεύτηκε την Ευρυδίκη και έγινε βασιλιάς στη Νεμέα και συγχρόνως ιερέας εκεί σε ναό του Δία. Γιος του Λυκούργου και της Ευρυδίκης ήταν ο Οφέλτης, που είχε τροφό τη βασίλισσα της Λήμνου Υψιπύλη. Για να τιμήσουν το θάνατο του Οφέλτη ιδρύθηκαν οι αγώνες Νέμεα (Απολλόδωρος 3, 6, 4). Στη Νεμέα, όπως μας βεβαιώνει ο Παυσανίας, υπήρχε ο τάφος του Οφέλτη (Παυσανίας 2, 15, 3).
Αναφέρουμε όλα τα παραπάνω πολύ περιληπτικά για να δώσουμε απλά ένα δείγμα των πάμπολλων διασυνδέσεων και συσχετίσεων που υπάρχουν μεταξύ των μύθων που αναφέρονται για όλους αυτούς τους ήρωες τους διασκορπισμένους σ’ όλο τον ελληνικό χώρο με τους μύθους της περιοχής του ορεινού όγκου της Όθρης, του Έλληνα και της νύμφης Οθρηίδας

2. Η θεά Εκάτη

Με τον Φέρητα, τον τελευταίο γιο του Κρηθέα, σχετίζεται και ένας άλλος μύθος. Τον θεωρούμε και αυτόν πανάρχαιο και μια ακόμη απόδειξη του ισχυρισμού μας ότι οι μύθοι τούτης της περιοχής απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή και μελέτη.
Η Φεραία ήταν νύμφη – μάλλον προολυμπιακή και αυτή θεότητα – που ζούσε κοντά στις Φερές. Διάφορες μυθολογικές εκδοχές υπάρχουν για τον πατέρα της. Την θέλουν κόρη του Αίολου ή του Αρισταίου ή του Τάρταρου ή κόρη της Νύκτας.
Στις Φερές συνάντησε την Φεραία ο Δίας και την βίασε. Έτσι γεννήθηκε η θεά Εκάτη. Η Φεραία άφησε το νεογέννητο αυτό κορίτσι της, την Εκάτη, σ’ ένα τρίστρατο. Εκεί το βρήκαν οι τσοπάνηδες του Φέρητα, το περιμάζεψαν και το μεγάλωσαν. Επειδή η Εκάτη βρέθηκε σε τρίστρατο όλες οι «τρίοδοι», τα τρίστρατα, δηλαδή τα «σταυροδρόμια», ήταν αφιερωμένες σ’ αυτήν.
Η Εκάτη (περισσότερα για την Εκάτη και τη μυθολογία των αρχαίων Φερών βλ. ΥΤΠΕΡΕΙΑ , τόμος τρίτος, Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου (Βελεστίνο, 2-5 Οκτωβρίου 1997, Βίκτωρος Κοντονάτσιου, Μυθολογικές και λατρευτικές καταβολές των αρχαίων Φερών, σελ. 95 – 117), έλεγαν οι σχετικοί μύθοι, είχε βοηθήσει τον Δία κατά την Τιτανομαχία και την Γιγαντομαχία, στους αγώνες του δηλαδή εναντίον των Τιτάνων και των Γιγάντων. Αυτή ήταν που σκότωσε τον γίγαντα Κλυτίο.
Ο Δίας, για να την τιμήσει για τη βοήθειά της αυτή, της έδωσε το ιδιαίτερο δικαίωμα να έχει εξουσία στον ουρανό, στη γη και στον άδη. Ακόμη της έδωσε το προνόμιο και την ιδιαίτερη χάρη όσοι επικαλούνταν το όνομά της να τους δίνεται ό,τι ζητήσουν. Μερικοί λένε ότι προηγήθηκε η χάρη του Δία προς την Εκάτη και έπειτα αυτή από ευγνωμοσύνη προς τον Δία, για την εύνοιά του αυτή, πολέμησε στο πλευρό του εναντίον των Γιγάντων και γι’ αυτό αυτή σκότωσε τον γίγαντα Κλυτίο καίγοντάς τον με τις δάδες της.
Η τριπλή εξουσία που της έδωσε ο Δίας γινόταν φανερή στη λατρεία της Εκάτης. Λατρευόταν και ταυτιζόταν, στους μύθους και στις παραδόσεις, με την Σελήνη στον ουρανό, με την Άρτεμη στη γη και με την Περσεφόνη στον άδη.
Η σχέση της Εκάτης με την Άρτεμη, σύμφωνα με μία άποψη, εξηγείται από το ότι το όνομά της θεωρείται το θηλυκό του Ἕκατος, που είναι επίθετο του Απόλλωνα, αδελφού της Άρτεμης.
Το επίθετο «ἑκατηβόλος» (Ησίοδος, Ασπίς Ηαακλέους 58) του Απόλλωνα και της Άρτεμης (δηλ. Σελήνης δηλ. Εκάτης), που το συναντάμε και στις μορφές «ἑκηβόλος» (Ησίοδος, Θεογονία 94) ή «ἑκατηβελέαος» (Ησίοδος, Ασπίς Ηρακλέους 100) σημαίνει αυτόν που βάλλει από μακριά (Απόλλωνας, Άρτεμη) ή αυτόν που λάμπει από μακριά (Σελήνη, Εκάτη)
Εκάτη σημαίνει, για άλλους, αυτή που βρίσκεται μακριά, αυτή που είναι απομακρυσμένη, γιατί τ’ όνομά της παράγεται από το «ἑκὰς» που σημαίνει μακριά.
Στον Κάτω Κόσμο η Εκάτη προστάτευε τους νεκρούς εκείνους που τα σώματά τους εγκαταλείπονταν άταφα. Οι νεκροί των οποίων τα σώματα ήταν άταφα έπρεπε να παραμείνουν για εκατό ολόκληρα χρόνια έξω από τον Άδη.
Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τον Αθανάσιο Σταγειρίτη (Ωγυγία, τόμ. Γ΄) το Εκάτη είναι πιθανόν να παράγεται και από το εκατό ή ακόμα και γιατί η θεά εξιλεωνόταν με εκατό θυσίες ή γιατί εκατό χρόνια οι άταφοι νεκροί έμεναν έξω από τον Άδη και κατά την διάρκεια αυτή είχαν την προστασία της Εκάτης.
Μία άλλη εκδοχή δέχεται ότι το όνομα Εκάτη παράγεται από τη φοινικική λέξη «έκα» που σημαίνει μόνος, επειδή και η Σελήνη, εκεί ψηλά στον ουρανό που βρίσκεται, είναι μόνη της.
Για την λατρεία της Εκάτης συνήθιζαν να θυσιάζουν άσπρα σκυλιά, επειδή τις νύχτες γάβγιζαν σηκώνοντας το κεφάλι τους προς τη Σελήνη και έτσι ενοχλούσαν τη θεά. Η Εκάτη λατρευόταν ιδιαίτερα από τους νυχτοδιαβάτες οι οποίοι επικαλούνταν τη βοήθειά της για να τους φωτίζει τη νύχτα στα ταξίδια τους. Ζητούσαν τη βοήθειά της ακόμη κι εκείνοι που μέσα στα σκοτάδια της νύχτας έχαναν τα δρόμο τους. ή έψαχναν να βρουν κάτι.
Ένα τραγούδι σημερινό λέει: «Φεγγάρι μου λαμπρό λαμπρό και λαμπροφορεμένο, αυτού ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες την αγάπη μου, την αγαπητικιά μου; Έχω τρεις μέρες να τη δω και τρεις να της μιλήσω».
Επειδή ακόμη, από εκεί ψηλά που βρισκόταν η Εκάτη – Σελήνη, μπορούσε να τα ιδεί όλα και επομένως και τα κρυφά καμώματα της νύχτας, οι άνθρωποι ζητούσαν τη βοήθεια της σε κάθε αδικία.
Στην Αθήνα ονόμαζαν την Εκάτη «Επιπυργία», επειδή φώτιζε πάνω στους πύργους και έτσι βοηθούσε του φρουρούς στην αποστολή τους.
Η Εκάτη ήταν εκείνη που έστελνε στους ανθρώπους τα τρομακτικά όνειρα και τα φαντάσματα. Γι’ αυτό το λόγο τα τρομακτικά όνειρα λέγονταν «Εκαταία». Για τον ίδιο λόγο η Εκάτη λεγόταν και ονειροπομπός και φασματοπομπός. Ο Οδυσσέας για να εξευμενίσει την Εκάτη και να μην του στέλνει στο ύπνο του τρομακτικά όνειρα και φαντάσματα (φάσματα τα λέει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης), έχτισε στη Σικελία ναό στο όνομά της. Στη γη η Εκάτη προστάτευε ιδιαίτερα τη μαγεία, της οποίας θεωρούνταν θεά.
Αυτή η ιδιαίτερη σχέση της Εκάτης με τούτη την περιοχή, και η λατρεία της, ίσως είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους οι γυναίκες της Θεσσαλίας θεωρούνταν πολύ ικανές μάγισσες. Είχαν αναπτύξει και καλλιεργήσει την τέχνη της μαγείας μέχρι του βαθμού που ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να κατεβάσουν κάτω στη γη την σελήνη. Μπορούσαν δηλαδή να κατεβάσουν την Εκάτη, την προστάτιδά τους θεά, κάτω στη γη προσφέροντας σ’ αυτήν θυσίες, αφού την θεωρούσαν συνεργάτιδά τους στα μάγια που μπορούσαν να κάνουν, και να της ζητήσουν να βοηθήσει στη λύση των προβλημάτων που τους απασχολούσαν.
Αναφέρεται ότι κάποια θεσσαλή μάγισσα, η Αγλαονίκη (η οποία αναφέρεται και ως Αγλανίκη ή Αγανίκη), κόρη κάποιου Θεσσαλού ο οποίος λεγόταν Ηγήνορας ή Ηγήτορας, ήταν τόσο πολύ καλά καταρτισμένη και ικανή στα ζητήματα της αστρονομίας, ώστε μπορούσε με ακρίβεια να προβλέπει τις εκλείψεις της σελήνης. Εκμεταλλευόταν λοιπόν αυτή την ικανότητά της και, γνωρίζοντας πότε θα γινόταν έκλειψη σελήνης, ισχυριζόταν («μάντευε») ότι εκείνη την ορισμένη ώρα της έκλειψης, θα εξαφάνιζε από τον ουρανό τη σελήνη και θα την κατέβαζε στη γη. Έτσι η Αγλαονίκη απόκτησε μεγάλη φήμη. Αργότερα όμως τιμωρήθηκε από τους θεούς γι’ αυτή της την προκλητική συμπεριφορά (Σχόλια στον Απολλώνιο Ρόδιο, Δ΄ 59).
Ο Αριστοφάνης, διακωμωδώντας όλα αυτά, παρουσιάζει κάποιον που επιθυμούσε να αγοράσει μία θεσσαλή μάγισσα για να του κατεβάσει το φεγγάρι:
«γυναῖκα φαρμακίδ’ εἰ πριάμενος Θετταλήν
καθέλοιμι νύκτωρ τήν σελήνην, εἶτα δή
αὐτήν καθείρξαιμ’ εἰς λοφεῖον στρογγύλον
ὥσπερ κάτοπτρον, κᾆτα τηροίην ἔχων» (Αριστοφάνης, Νεφέλαι 749 – 752).
Δηλαδή: «Αν αγόραζα μια θεσσαλή γυναίκα μάγισσα
θα κατέβαζα τη νύχτα το φεγγάρι και έπειτα
θα το φυλάκιζα σε στρογγυλή θήκη
όπως ένα καθρεφτάκι και εκεί θα το κρατούσα»

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ακόμα ζούσε στον Αλμυρό – και τη θυμούνται πολλοί Αλμυριώτες ακόμη και σήμερα – μια γριά η οποία ισχυριζόταν ότι όχι μόνο μπορούσε να κατεβάζει τη σελήνη στη γη αλλά ακόμη ότι ήταν σε θέση και να την «αρμέξει» και με το γάλα αυτό της σελήνης να παρασκευάσει τα κατάλληλα για την κάθε περίσταση φάρμακα και μαγικά παρασκευάσματα ικανά να λύνουν οποιαδήποτε μάγια.
Ο Στέφανος Κομμητάς, στα σχόλια που κάνει στον νεκρικό διάλογο του Λουκιανού «Διογένης και Πολυδεύκης», λέει ότι πρόσφεραν στην Εκάτη «βρωτά άττα, οίον ωά και τα τοιαύτα καθάρσια καλούμενα», τα οποία τα τοποθετούσαν στα σταυροδρόμια.
Στα μέρη όπου λατρευόταν η Εκάτη πιστευόταν ότι η Σελήνη κατέβαινε και έπαιρνε από εκεί όσα τοποθετούσαν και τα έτρωγε. Κατέβαινε δηλαδή η Εκάτη και έτρωγε όσα τρόφιμα τοποθετούσαν οι γυναίκες στα σταυροδρόμια. Γι’ αυτό και τα όσα υπόλοιπα τροφών τοποθετούνταν στα σταυροδρόμια λέγονταν «Εκάτης δείπνον». Ήταν συνήθως και κυρίως τα απομεινάρια των νεκρικών δείπνων.
Ακόμη σε κάθε νέα σελήνη οι νοικοκυρές καθάριζαν τα σπίτια τους και έβγαζαν τα απομεινάρια των τροφών στα τρίστρατα. «Επιστεύετο γαρ», λέει ο Κομμητάς, «ὅτι πάντα ταῦτα τά τῶν καθαρθέντων κακά αναλαμβάνοντα, εἰς οὐδέν ἐστίν χρήσιμα». Ήταν δηλαδή αυτά τα υπολείμματα των τροφών «καθάρματα». Τα Εκαταία ή Εκάτανα, που θεωρούνταν ακάθαρτα, τα έτρωγαν οι επαίτες.
Η Εκάτη έγινε από τον Τρίτωνα μητέρα της Κραταίιδας. Η Κραταίιδα ήταν η μητέρα της Σκύλλας. Όταν ο Οδυσσέας ρώτησε την Κίρκη αν μπορούσε να βγει στην πλώρη του καραβιού του αρματωμένος και ν’ αντιμετωπίσει την Σκύλλα, η Κίρκη του απάντησε ότι μόνο αν επικαλεστεί το όνομα της Κραταίιδας, της μητέρας της Σκύλλας, θα ήταν δυνατό να καταφέρει να μην του αρπάξει η Σκύλλα και άλλους έξι συντρόφους του (Ομήρου Οδύσσεια, μ 112 – 127).
Η Εκάτη, λοιπόν, κόρη της τοπικής νύμφης ή καλύτερα της πανάρχαιας προολυμπιακής θεότητας, Φεραίας, σύμφωνα με τους μύθους της Αχαΐας Φθιώτιδας, ήταν γιαγιά της Σκύλλας. Η Εκάτη ακόμη αναφέρεται από τον Διόδωρο το Σικελιώτη και ως μητέρα της Κίρκης και της Μήδειας. Αυτό δείχνει πόσο πανάρχαια τοπική θεότητα πρέπει να θεωρηθεί η Φεραία και πόσο πανάρχαιοι ήταν οι σχετικοί μύθοι της περιοχής.
Θα πρέπει ν’ αναφέρουμε στη θέση αυτή ότι μια άλλη θεά που επίσης λατρευόταν στις Φερές ήταν Ενοδία ή Εννοδία. Κατά τον Στέφανο Κομμητά το όνομα Ενοδία (δηλ. ἡ ἐν ὁδοῖς) είναι ένα άλλο όνομα της θεάς Εκάτης.
Ο Ευριπίδης (Ίων, 1046) λέει ότι για τους Θεσσαλούς η Ενοδία ήταν θυγατέρα της θεάς Δήμητρας. Η σχέση της Ενοδίας και της Εκάτης καταδεικνύεται και από το ότι και η Ενοδία, όπως και η Εκάτη, παριστανόταν έφιππη κρατώντας δάδες για να φωτίζει την νύχτα.
Η Εκάτη στις ζωγραφιές και στις άλλες απεικονίσεις της παριστανόταν αρχικά μονόμορφη με μία δάδα στα χέρια. Αργότερα παριστανόταν τρικέφαλη και με έξι χέρια. Τα τρία κεφάλια φανέρωναν την τριπλή εξουσία της, στον ουρανό, στη γη και στον άδη. Το δεξιό κεφάλι ήταν σκυλίσιο, το αριστερό αλογίσιο και το μεσαίο αγριογουρουνίσιο. Ο μύθος μας θυμίζει ότι και η Χίμαιρα, η οποία, κατά μία άποψη, θεωρούνταν απόγονος της Εκάτης, είχε και αυτή τρία κεφάλια, ένα λιονταριού, ένα γίδας και ένα φιδιού.
Ο Νικόλαος Γεωργιάδης μας βεβαιώνει ότι στη Λάρισα υπήρχε σε κάποιο τουρκικό σπίτι ωραιότατο άγαλμα της Εκάτης. Το άγαλμα αυτό αφαιρέθηκε από ένα περιηγητή. «Οὕτως ὁ Δανός περιηγητής Ουσίνγ ὁμολογεῖ, ὅτι συναπέφερε μεθ’ ἑαυτοῦ μαρμάρινον ἀγαλμάτιον κομψότατον τῆς Ἑκάτης, ἀνευρεθέν ἐν τῇ αὐλῇ τουρκικῆς οἰκίας. Ἡ τριπρόσωπος θεά παρίσταται καί ἐνταῦθα ὡς συνήθως. Τρεῖς γυναικεῖαι μορφαί ἐρείδονται διά τῶν νώτων ἐπὶ στρογγύλου κίονος, κρατοῦσαι δάδας ἐν τῇ ἀριστερᾷ, ἐν δὲ τῇ δεξιᾷ ἡ μέν μία κάλπην (ὑδρίαν), ἡ ἑτέρα κύπελον, καί ἡ τρίτη φέρει τήν χεῖρα ἐπὶ τοῦ στήθους, ποδήρεις δὲ χιτῶνες μετά κανονικῶν καί κομψοτάτων πτυχῶν παριβάλλουσιν αὐτάς, ἐνῶ οἱ ὡραῖοι βόστρυχοι καταπίπτουσιν ἐπὶ τοῦ στήθους. Το ἀγαλμάτιον τοῦτο μεθ’ ἑτέρου ὁμοίου, παριστῶντος τήν Περσεφόνην ὡς καί ἕτερον καλῆς τέχνης μετεφέρθησαν κλαπέντα καί εὑρίσκονται ἤδη ἐν τῷ ἀρχαιολογικῷ μουσείῳ τῆς Κοπενάγης» (α) Επαμεινώνδας Φαρμακίδης, Η Λάρισα, Βόλος 1926 σελ. 157. β) Νικόλαος Γεωργιάδης Θεσσαλία, Εν Αθήναις 1880, σελ. 249 γ) Νικόλαος Γεωργιάδης, Θεσσαλία, (Γ΄ έκδοση) , σελ. 161. Λάρισα 1995. Το κείμενο που παραθέτουμε διαμορφώθηκε από συνδυασμό των κειμένων των τριών αυτών παραπομπών).

3. Η Εκάτη στη «Θεογονία» του Ησιόδου

Η Εκάτη ήταν πανάρχαια προολυμπιακή θεότητα, «προτέρα θεά», όπως τόσες άλλες θεότητες της Αχαΐας Φθιώτιδας. Λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδας και στη Θεσσαλία γενικότερα. Για το λόγο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από τη Θεογονία του Ησιόδου που αναφέρεται στην Εκάτη και στη λατρεία της.
«Και αυτή (η Φεραία) έμεινε έγκυος και γέννησε την Εκάτη, που αυτήν πάνω απ’ όλους τίμησε ο Δίας, ο γιος του Κρόνου και της χάρισε λαμπρά δώρα να ορίζει και απ’ τη γη και απ’ την ακένωτη θάλασσα.
Αλλά και στον γεμάτο αστέρια ουρανό πήρε αξίωμα και τιμάται πιο πολύ απ’ όλους τους αθάνατους θεούς. Γιατί και μέχρι τώρα όποιος άνθρωπος στη γη προσφέρει, κατά τη συνήθεια, εξιλαστήρια θυσία προσκαλεί την Εκάτη. Κι εύκολα η θεά δείχνει την εύνοιά της σ’ αυτόν που δέχτηκε την προσευχή του και του χαρίζει ευτυχία, γιατί έχει τη δύναμη. Επειδή όσοι γεννήθηκαν απ’ τη Γαία και τον Ουρανό κι έχουν κάποιο αξίωμα, σ’ όλους αυτούς έχει μερίδιο.
Και ούτε σε τίποτε ο γιος του Κρόνου την εκβίασε, ούτε της στέρησε ό,τι της είχε λάχει μέσα στους πρωτύτερους θεούς, τους Τιτάνες, αλλά κατέχει ό,τι απ’ την αρχή ήταν το μερτικό της, μερίδιο στη γη, στον ουρανό και στη θάλασσα. Και δεν τιμήθηκε λιγότερο η θεά επειδή ήταν μοναχοπαίδι, αντίθετα πολύ περισσότερο γι’ αυτό την τιμά ο Δίας.
Αυτόν που θέλει τον βοηθά πολύ και τον ωφελεί. Στις δίκες κάθεται πλάι στους σεβαστούς βασιλιάδες και στις συνελεύσεις του λαού προβάλλει αυτόν που θέλει. Κι όταν ζώνονται τα άρματα οι άντρες για τον φονικό πόλεμο, κι εκεί η θεά βοηθά όποιους θέλει και πρόθυμα δίνει τη νίκη και προσφέρει τη δόξα.
Και είναι καλή όταν παραβγαίνουν οι άντρες σ’ αγώνα και εκεί τους βοηθά και τους ωφελεί. Κι αυτός που θα νικήσει με ισχύ και επιμονή το ωραίο έπαθλο πρόθυμα και με χαρά παίρνει κάνοντας τους γονείς του περήφανους.
Αλλά και μέσα στους ιππείς βοηθά όποιον θέλει. Κι αυτούς που δουλεύουν στη γαλάζια ανεμοδαρμένη θάλασσα, και προσεύχονται στην Εκάτη και τον Γαιοσείστη (Ποσειδώνα), εύκολα η δοξασμένη θεά τους φέρνει μεγάλη ψαριά αλλά και εύκολα την εξαφανίζει, αν το θελήσει, κι ας φαίνεται δικιά τους. Κι είναι καλή στους σταύλους όπου πληθαίνει τα ζώα μαζί με τον Ερμή.
Τα κοπάδια των γελαδιών, τα πλατιά κοπάδια των γιδιών και τα κοπάδια με τα πυκνόμαλλα αρνιά, αν θέλει τα λίγα τα αυξάνει και τα πολλά τα ελαττώνει. Έτσι λοιπόν, αν και η μάνα της την έκανε μοναχοπαίδι, ανάμεσα σ’ όλους τους αθάνατους τιμάται μ’ αξιώματα. Μα κι ο γιος του Κρόνου την όρισε τροφό των νέων, που μαζί της ανοίγουν τα μάτια τους στο φως της ολοφώτιστης Αυγής. Έτσι απ΄ την αρχή ήταν τροφός των νέων και είχε αυτές τις τιμές» (Ησίοδος, Θεογονία, στ. 411 – 452).

4. Η γενιά του Σίσυφου

Ο Σίσυφος, ο δεύτερος γιος του Αίολου, έφυγε από την πατρίδα του, την Αχαΐα Φθιώτιδα, και πήγε και έχτισε την Εφύρα της οποίας έγινε βασιλιάς. Η Εφύρα ήταν η πόλη που αργότερα ονομάστηκε Κόρινθος.
Εκεί παντρεύτηκε την Μερόπη, την κόρη του Άτλαντα, και απόκτησε πέντε παιδιά, όλα αγόρια: τον Γλαύκο, τον Κρέοντα, τον Ορνυτίονα, τον Θέρσανδρο και τον Άλμο. Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή ο Σίσυφος παρέλαβε την εξουσία από τη Μήδεια (Σχόλια στον Πίνδαρο Εις Ολυμπιονίκας 13, 74), όταν αυτή εγκαταλείποντας την Κόρινθο έφυγε για την Αθήνα και στη συνέχεια ταξίδεψε για την Αία («τούτων δε ένεκα απελθείν και Μήδειαν παραδούσαν Σισύφω την αρχήν» (και η Μήδεια κατόπιν τούτου παρέδωσε την εξουσίαν στο Σίσυφο και έφυγε και αυτή). (Παυσανίας ΙΙ, 3, &)).
Από τα παιδιά αυτά του Σίσυφου:
Ο Γλαύκος παντρεύτηκε την Ευρυμήδη και έγινε πατέρας του Βαλλερεφόντη, του γνωστού ήρωα με το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ο Γλαύκος σκοτώθηκε στους αγώνες που διοργάνωσε ο Άκαστος για τον πατέρα του. Ο τάφος του βρισκόταν στον Ισθμό της Κορίνθου και θεωρούνταν τόπος «ταράξιππος», ένα μέρος δηλαδή από το οποίο όταν περνούσαν τα άλογα ταράσσονταν (Παυσανίας VI, 20, 19).
Ο Ορνυτίονας βασίλεψε στην Κόρινθο και έγινε πατέρας του Φώκου. Ο Φώκος πήγε και βασίλεψε στη χώρα που από αυτόν ονομάστηκε Φωκίδα. Ο Φώκος φημίζονταν ως γιος του Ποσειδώνα. Ο Φώκος αποίκισε την Τιθορέα, την πόλη της χώρας που τώρα ονομάζεται Φωκίδα. (Παυσανίας, ΙΙ, 4, 3). Εκεί παντρεύτηκε την Αντιόπη και έγινε πατέρας του Ορνυτίονα (του Β΄) και του Θόοντα.
Από τον Θέρσανδρο γεννήθηκαν ο Αλίαρτος, που έχτισε την πόλη Αλίαρτο, ο Κορωνός, που έχτισε την πόλη Κορώνεια, και ο Προίτος.
Ο Άλμος έχτισε την πόλη Άλμο της Βοιωτίας. Από τον Άλμο οι κάτοικοι εκείνης της περιοχής ονομάστηκαν Άλμωνες.
Ο Σίσυφος ήταν ένας από τους επίσημους κολασμένους στον Άδη. Κατατάχθηκε στην ομάδα των μεγάλων «ὑβριστῶν».
Η τιμωρία του στον Κάτω Κόσμο ήταν να σπρώχνει συνεχώς ένα μεγάλο βράχο προσπαθώντας να τον φτάσει στην κορυφή ενός λόφου. Μόλις όμως κόντευε να φτάσει ο βράχος τού ξέφευγε και κυλούσε πάλι ως τους πρόποδες του λόφου. Ο Σίσυφος άρχιζε πάλι από την αρχή τον αγώνα του και το μαρτύριό του συνεχιζόταν διαρκώς:
«Κολάζεται δέ Σίσυφος ἐν ᾌδῃ πέτρον ταῖς χερσί καὶ τῇ κεφαλῇ κυλίων, καί τοῦτον ὑπερβάλλειν θέλων. Οὗτος δέ ὠθούμενος ὑπ’ αὐτοῦ ὠθεῖται πάλιν εἰς τοὐπίσω» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1, 9, 3, 2).
Ο βράχος που έσπρωχνε ο Σίσυφος σταμάτησε να κυλάει για λίγες μόνο στιγμές, όση ώρα χρειάστηκε ο Ορφέας όταν κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο να πάρει την Ευρυδίκη και έπαιξε τη γλυκιά του μουσική (Παυσανίας 9. 30. 4 – 12).
Η τιμωρία αυτή δόθηκε στον Σίσυφο από τον Δία για τον εξής λόγο: Ο Σίσυφος είδε μια μέρα έναν τεράστιο αετό, μεγαλύτερο από κάθε άλλο πουλί στον κόσμο, να πετάει ψηλά στον ουρανό κρατώντας με τα νύχια του μια κοπέλα και να πηγαίνει προς ένα νησί που ήταν εκεί κοντά.
Η κοπέλα, που κρατούσε ο αετός, ήταν η Αίγινα, η πανέμορφη κόρη του Ασωπού ποταμού. Ο Ασωπός, σαν έχασε την κόρη του και δεν ήξερε που βρισκόταν, άρχισε να ψάχνει παντού. Υποπτευόταν όμως πως την είχε αρπάξει ο Δίας. Βρήκε και τον Σίσυφο και τον ρώτησε μήπως είδε τίποτε.
Ο Σίσυφος μαρτύρησε τι είχε ιδεί. Ο Ασωπός κατάλαβε τι είχε γίνει. Ο Δίας, σαν θεός που ήταν και μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, έγινε αετός κι άρπαξε την κόρη τού Ασωπού. Για την εξυπηρέτηση που είχε προσφέρει ο Σίσυφος στον Ασωπό, μαρτυρώντας του την αρπαγή της κόρης του, πήρε από αυτόν ως δώρο μία πηγή, την Πειρήνη, την οποία μάλιστα ο Ασωπός την έκανε ν’ αναβλύσει νερό, αν και βρισκόταν πάνω στον κατάξερο Ακροκόρινθο.
Η πηγή που υπάρχει πίσω από το ναό λένε πως είναι δώρο του Ασωπού στο Σίσυφο. Ο Σίσυφος δηλαδή ήξερε πως ο Δίας είχε αρπάξει την Αίγινα, την κόρη του Ασωπού και είπε στον Ασωπό που την αναζητούσε πως δε θα το φανερώσει προτού πηγάσει νερό για χάρη του και στον Ακροκόρινθο. Όταν ο Ασωπός έδωσε την πηγή, το φανέρωσε, και για το φανέρωμα αυτό – για όσους δίνουν πίστη σ’ αυτή την παράδοση – τιμωρείται στον Άδη. Άκουσα ακόμη να ισχυρίζονται πως η πηγή αυτή είναι η Πειρήνη και πως το νερό από εδώ πάει στην πόλη, κάτω από το έδαφος», γράφει ὁ Παυσανίας (ΙΙ, 5, 1).
Επειδή λοιπόν ο Σίσυφος μαρτύρησε τα καμώματα του Δία τιμωρήθηκε από αυτόν να κουβαλάει ολημερίς κι ολονυχτίς έναν τεράστιο βράχο ως την κορυφή ενός βουνού και μόλις τον έφτανε ως την κορυφή να κατρακυλάει πάλι κάτω.
Ο Ασωπός βέβαια δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε για να γλιτώσει την κόρη του. Έφτασε, αναζητώντας την κόρη του Αίγινα, ως το νησί που από τότε ονομάστηκε Αίγινα, αλλά ο Δίας μ’ έναν κεραυνό τον έδιωξε μακριά. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στη θέληση των θεών! Έτσι από την ένωση αυτή του Δία και της Αίγινας γεννήθηκε ο Αιακός.
Ο Αιακός απόκτησε από την Ενδηίδα τον Πηλέα, τον πατέρα του μεγάλου ήρωα Αχιλλέα και τον Τελαμώνα, τον πατέρα του άλλου μεγάλου ήρωα, του Αίαντα.
Οι δύο αδερφοί, ο Πηλέας και ο Τελαμώνας, διώχτηκαν από την πατρίδα τους γιατί σκότωσαν τον ετεροθαλή αδερφό τους Φώκο, τον οποίο ο Αιακός είχε αποκτήσει από την Ψαμάθη.
Ο Αιακός έγινε αρχηγός των Μυρμιδόνων. Τους Μυρμιδόνες τους πήρε ο Πηλέας και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στη Φθία. «Διά τόν φόνον Πηλεύς ὑπό τοῦ πατρός φυγαδευθείς τῆς νῦν Θετταλίας καλουμένης εἰς Φθίαν καί καθαρθείς ὑπό Ἄκτορος τοῦ βασιλέως διεδέξατο τήν βασιλείαν ἄπαιδος ὄντος τοῦ Ἄκτορος» (Διόδωρος Σικελιώτης 4, 72, 6). Ο Αιακός ίδρυσε στη Θεσσαλία την πόλη Δία για να τιμήσει τον πατέρα του.
Επειδή, λοιπόν, ο Σίσυφος μαρτύρησε όσα είδε στον Ασωπό, τιμωρήθηκε στον Άδη να σπρώχνει συνεχώς το βράχο. Άλλοι πάλι τα έλεγαν διαφορετικά. Ο Σίσυφος ήταν ένας φοβερός ληστής που κυλούσε από τον Ακροκόρινθο βράχους και σκότωνε τους περαστικούς. Γι’ αυτό καταδικάστηκε στον Κάτω Κόσμο να σπρώχνει συνεχώς ένα βράχο. Το μαρτύριό του αυτό ήταν παντοτινό και μόνο για λίγη ώρα σταμάτησε, όταν ο Ορφέας κατέβηκε με τη λύρα του στον Άδη και ζήτησε από τον Πλούτωνα την Ευρυδίκη.
Για τον Σίσυφο έλεγαν ακόμη ότι ήταν ο πραγματικός πατέρας του βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα, γιατί αυτός ήταν που είχε κοιμηθεί με την Αντίκλεια, λίγο πριν αυτή παντρευτεί τον Λαέρτη.
Να πώς το δικαιολογούσαν οι σχετικοί μύθοι αυτό. Ο Αυτόλυκος, έλεγαν, ο γιος του Ερμή και της Χιόνης, η οποία ήταν κόρη του Κήυκα και της Αλκυόνης, ήταν ένας μεγάλος και φοβερός κλέφτης ζώων. Αυτό το χρωστούσε στην ικανότητα που είχε να μεταμορφώνει τα ζώα που έκλεβε, έτσι ώστε να μην μπορεί να τα αναγνωρίζει ο ιδιοκτήτης τους. Έκλεβε μαύρα πρόβατα, τα οδηγούσε στο κοπάδι του και τα έκανε άσπρα. Έκλεβε άσπρα, τα έκανε μαύρα ή παρδαλά ή με άλλα χαρακτηριστικά σημάδια έτσι ώστε να μην μπορεί να τα γνωρίσει κάποιος. Έκλεβε ζώα που είχαν κέρατα και τα έκανε να χάσουν τα κέρατά τους ή, αν δεν είχαν κέρατα, τα έκανε ν’ αποκτήσουν:
«Οὗτος ὁ Αὐτόλυκος κλεπτοσύνῃ πάντας ὑπερέβαλε. Κλέπτων γάρ πάντων ἵππους τε καί βόας καί ποίμνια, τάς σφραγίδας αὐτῶν μετεποίει καί ἐλάνθανε τούς δεσπότας αὐτῶν, ὥς φησι καί Ἡσίοδος» (Τζέτζης στον Λυκόφρονα, 344) «καἰ γάρ ὁ αὐτός, κλέπτης ὤν, ἔκλεπτε τούς ἵππους . . . ἐνήλλασσε δέ τάς χροιάς αὐτῶν» (Ησιόδου αποσπάσματα 112 (136), Hesiodi Carmina, Lipsiae MCMII 91902), σελ. 163).
Δίπλα στα κοπάδια του Αυτόλυκου έβοσκαν τα κοπάδια του Σίσυφου. Με τις κλεψιές του Αυτόλυκου τα κοπάδια του συνεχώς μεγάλωναν ενώ του Σίσυφου όλο και λιγόστευαν. Το έβλεπε αυτό ο Σίσυφος και υποψιάστηκε τον Αυτόλυκο. Δεν μπορούσε όμως να βρει τα πρόβατά του. Σκέφτηκε τότε, έξυπνος πολύ καθώς ήταν, και χάραξε το μονόγραμμά του κάτω από τις οπλές των ζώων του.
Έτσι όταν ο Αυτόλυκος ισχυρίστηκε ότι δεν έκλεψε τα πρόβατα του διαμαρτυρόμενου Σίσυφου, αυτός σήκωσε τα πόδια των κλεμμένων ζώων του και διαπιστώθηκε η αλήθεια, αφού ο Αυτόλυκος είχε μεν αλλάξει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ζώων αλλά δεν είχε σκεφτεί και τις πονηριές του Σίσυφου που ήταν ακόμη μεγαλύτερες από τις δικές του.
Ο Αυτόλυκος αναγκάστηκε να ομολογήσει την αλήθεια. Ο Σίσυφος θύμωσε πολύ. Ο Αυτόλυκος για να τον αποζημιώσει και να τον κάνει να ησυχάσει τον άφησε να κοιμηθεί με την κόρη του Αντίκλεια, την παραμονή του γάμου της με τον Λαέρτη.
Έτσι η Αντίκλεια γέννησε τον Οδυσσέα, που ήταν πραγματικό παιδί του Σίσυφου και όχι του Λαέρτη. Έτσι εξηγούσαν το γιατί ο Σίσυφος ήταν ο πραγματικός πατέρας του Οδυσσέα. Στον πανέξυπνο Σίσυφο λοιπόν, τον εγγονό της νύμφης Ορθρηίδας, που ήταν πολύ πανούργος, χρωστούσε την μεγάλη του εξυπνάδα, για την οποία και χαρακτηριζόταν, ο τετραπέρατος και ονομαστός βασιλιάς της Ιθάκης Οδυσσέας. Να λοιπόν που και ο τετραπέρατος βασιλιάς της Ιθάκης, ο Οδυσσέας, ήταν κι αυτός απόγονος της Ορθρηίδας.
Ο Όμηρος ονομάζει τον Σίσυφο «κέρδιστον ἀνδρῶν» (Ζ, 153) δηλαδή τον πιο πανούργο ανάμεσα στους ανθρώπους. Αλλά και το όνομά του το ίδιο, Σίσυφος, ως λέξη, σημαίνει θεόσοφος (Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό στη λέξη Σίσυφος, Ευστάθιος 631, 25 στο Ζ 153).
Τόσο έξυπνος ήταν ο Σίσυφος, λέει γι’ αυτόν ένας άλλος μύθος, ώστε ξεγέλασε ακόμη και τον ίδιο τον Θάνατο. Είχε βάλει, λέει, την γυναίκα του να του υποσχεθεί όσο ήταν ακόμα ζωντανός ότι, όταν κάποτε πεθάνει, δεν θα τον θάψει αλλά θα τον αφήσει άταφο και μάλιστα δεν θα προσφέρει ούτε τις απαραίτητες σε τέτοιες περιπτώσεις θυσίες στους θεούς του Κάτω Κόσμου.
Ό,τι είχε παραγγείλει για μετά το θάνατό του ο Σίσυφος, έγινε. Έτσι, όταν ο Σίσυφος κατέβηκε στον Άδη, ενώ το πτώμα του παρέμεινε άταφο, παρακάλεσε την Περσεφόνη να του επιτρέψει να γυρίσει στον Επάνω Κόσμο προκειμένου να φροντίσει ο ίδιος για την ταφή τού σώματός του και ύστερα θα επέστρεφε πάλι στη θέση του στον Άδη.
Η Περσεφόνη τον πίστεψε και τον άφησε να γυρίσει στη γη. Ο πονηρός Σίσυφος, που άλλο από αυτό δεν περίμενε, δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Έμεινε πάνω στη γη και δεν επέστρεψε στον Άδη. Έτσι ο ψυχοπομπός Ερμής, για πρώτη φορά στα χρονικά του, αναγκάστηκε να ανεβεί και πάλι στη γη και να οδηγήσει τον Σίσυφο με τη βία και πάλι στον Άδη. Ο Σίσυφος ήταν έτσι ένας από τους λίγους ανθρώπους στην αρχαία Ελλάδα που δυο φορές διάβηκε την πόρτα του Κάτω Κόσμου.
Ο Σίσυφος ήταν εκείνος που έχτισε τα τείχη του Ακροκόρινθου με τέτοιο τρόπο ώστε να εισπράττει διόδια από όσους περνούσαν από εκεί. Σύμφωνα με τον Διόδωρο και τον Στράβωνα τα ανάκτορα του Σίσυφου ήταν τεράστια.
Ο Σίσυφος, σύμφωνα με μία άποψη (Σχόλια στον Απολλώνιο τον Ρόδιο, 3, 1240), είναι εκείνος που ίδρυσε τους αγώνες Ίσθμια για να τιμήσει, μετά την αποθέωσή του, τον Μελικέρτη – Παλαίμονα, το πτώμα του οποίου ξεβράστηκε στην περιοχή του (Παυσανίας, 8. 48. 2. και Kerenyi, Die Mythologie der Griechen 257). .Εξάλλου ο Μελικέρτης, ως γιος του αδελφού του Αθάμαντα, ήταν και ανεψιός του. Σύμφωνα με άλλους τα Ίσθμια ιδρύθηκαν από τον ίδιο τον Ποσειδώνα για τη νίκη του κατά του Ηλίου (Παυσανίας 2, 1, 6).